φιλοσοφία

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Ο ΜακΓκράθ, η ιστορία και το μέλλον του αθεϊσμού στη Δύση

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

«Ο άνθρωπος, με τη βοήθεια της επιστημονικής γνώσης και του ανθρωπισμού μπορεί να κυριαρχήσει στη φύση και να τη μεταχειριστεί με σωφροσύνη για να καταστεί ευδαίμων»: αυτό υπήρξε σε γενικές γραμμές το αστικό ιδανικό, όπως το έχει σκιαγραφήσει ο Παναγιώτης Κονδύλης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο νεώτερος ευρωπαϊκός πολιτισμός έδινε στον Θεό ένα είδος “τιμητικής αποστρατείας”, μετατρέποντάς Τον σε εγγύηση της αστικής κοσμοεικόνας, αλλά και ωθώντας Τον διακριτικά στο περιθώριο, καθώς έδινε στο Άνθρωπο (με άλφα κεφαλαίο) την κεντρική σημασία. Σύμφωνα με μια έρευνα που έγινε το 1916 από το American Men of Science, σε ερωτηθέντες 1000 Αμερικανούς ερευνητές από τον χώρο της φυσικής, της βιολογίας και των μαθηματικών, ένα ποσοστό της τάξης του 42% πίστευε στον Θεό, περίπου ένα 42% δήλωνε άθεο, και το 17% δήλωνε πως δεν ήταν βέβαιο. Η έρευνα επαναλήφθηκε από το American Men of Science, ογδόντα χρόνια μετά, με τα αποτελέσματα να είναι χωρίς σοβαρή απόκλιση: το 39% εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 45% δήλωνε άθεο, και τέλος, το 15% ισχυριζόταν ότι δεν είχε κατασταλάξει σχετικά. Σύμφωνα πάλι με μια έρευνα του 2009, το 33% του συνόλου των επιστημόνων στις Η.Π.Α. εμφανιζόταν να πιστεύει στον Θεό, το 18% στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, ενώ το 41% θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άθεο. Σήμερα, οι δεδηλωμένοι άθεοι/αθεϊστές αποτελούν περίπου το 7% του παγκόσμιου πληθυσμού, με την Κίνα να βρίσκεται πρώτη στατιστικά (200 εκατομμύρια άνθρωποι). Παρά τις έντονες αμφισβητήσεις εναντίον των θρησκειών, αυτές δείχνουν να ανθίστανται. Πώς εξηγείται αυτό;

Στο βιβλίο του Το λυκόφως του αθεϊσμού (The Twilight of Atheism, 2004), ο Άλιστερ ΜακΓκράθ αναλαμβάνει το εγχείρημα να σκιαγραφήσει συνοπτικά και γλαφυρά, μέσα σε περίπου τετρακόσιες σελίδες, την ιστορία του αθεϊστικού κινήματος στην ευρωπαϊκή σκέψη, από την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού μέχρι και τον 20ό αιώνα. Ο (πρώην αθεϊστής και νυν Αγγλικανός κληρικός) ΜακΓκράθ, που πλέον ασπάζεται μιαν άποψη που είναι ευρύτερα γνωστή ως “θεολογικός κριτικός ρεαλισμός”, δεν αντικρούει τόσο τα διάφορα αθεϊστικά επιχειρήματα αλλά επιλέγει να απομυθοποιήσει την αίγλη του αθεϊσμού, απλώς προβάλλοντας τα ιστορικά σφάλματα και τις αδυναμίες του, με σκοπό να φανεί ότι τελικά δεν είναι βιώσιμη αντιπρόταση απέναντι στη θρησκευτικότητα, μια προσπάθεια που έχει εκτιμηθεί και από σύγχρονους άθεους διανοητές, όπως ο Τζούλιαν Μπαγκνίνι και ο Τζον Ν. Γκρέι. Το βιβλίο του χωρίζεται σε δυο μεγάλες ενότητες, το «Μεσουράνημα» και το «Λυκόφως». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις κυριότερες μορφές που έλαβε ο αθεϊσμός εκφραζόμενος από σημαντικές προσωπικότητες με ακτινοβολία, ενώ προβλέπει ότι το αθεϊστικό κίνημα στο μέλλον πρόκειται μάλλον να εκλείψει. (περισσότερα…)

Η εξέλιξη της σκέψης του Όσβαλντ Σπένγκλερ

Από την Παρακμή της Δύσης στο Ο Άνθρωπος και η Τεχνική

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

Είναι συχνό το φαινόμενο να ακούμε τη μομφή, κατά του σύγχρονου Δυτικού Πολιτισμού, πως αυτός βρίσκεται σε μια κατάσταση «παρακμής και αποσύνθεσης». Αυτή η θέση υιοθετήθηκε και υιοθετείται από όλες τις πολιτικές παρατάξεις κατά καιρούς. Αυτό, όμως, που γνωρίζουν μόνο λίγοι είναι ότι την επιχειρηματολογία για μια τέτοια διατύπωση, την διατύπωσε πρώτος ο Όσβαλντ Σπένγκλερ με το δίτομο έργο του Παρακμή της Δύσης, και στη συνέχεια με τα υπόλοιπα συμπληρωματικά προς αυτό βιβλία του, κυρίως δε το Ο Άνθρωπος και η Τεχνική.

Το τι αναφέρει στις περισσότερες από χίλιες σελίδες του έργου αυτού, με την τόσο εκτενή βιβλιογραφία, θα το αναλύσουμε, συνοπτικά, παρακάτω, όσον αφορά κυρίως την εκ μέρους του ερμηνεία της Ιστορίας, και τις προβλέψεις του σχετικά με την «άνοδο της Τεχνικής» και τον «Καισαρισμό».

Προτού ξεκινήσουμε την ανάλυση, όμως, πρέπει να σκιαγραφήσουμε την εποχή μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο Σπένγκλερ. Ο φιλόσοφος, κατ’ αρχάς, δεν εμφανίστηκε σαν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά, αντίθετα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές μιας ανομοιογενούς ιδεολογικής τάσης, που αργότερα ονομάστηκε «Συντηρητική Επανάσταση». Αυτή η τάση νέων, κυρίως, φιλοσόφων και θεωρητικών, επηρεασμένη αρκετά από τον Νίτσε, εμφάνισε μια έντονη ριζοσπαστική μορφή. Είχε ως σκοπό να ξεπεράσει τον απλό φιλελευθερισμό, τον παλιό συντηρητισμό και την αριστερά της εποχής, με μια νέα πολιτική θέση και αντίληψη. Μια αντίληψη που δεν βασιζόταν, όμως, σε οικονομοκεντρικά, αλλά σε πολιτικοφιλοσοφικά κριτήρια· θέτοντας, μάλιστα, τα πρώτα δομημένα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της τεχνολογίας, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως «η διαμάχη για την τεχνολογία», κατά πως περιγράφει ο Τζέφρυ Χέρφ στο βιβλίο του Αντιδραστικός Μοντερνισμός.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αμφισβήτησης και ιδεολογικών ανακατεμάτων, λόγω ακριβώς έλλειψης σταθερού πυρήνα, ο Σπένγκλερ όχι μόνο στράφηκε κατά όσων θεωρούσε “κακώς κείμενα” της εποχής του, αλλά και κατά του ίδιου του κοσμοαντιληπτικού πλαισίου της και δη κατά της ιστορικής ερμηνείας και του τρόπου με τον οποίο όριζαν μέχρι τότε την Ιστορία, ως «προοδευτική διαδικασία».

Πιο συγκεκριμένα, ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ξεκινώντας από μια, εκ διαμέτρου, διαφορετική αντίληψη κατέληξε σε εναλλακτική ερμηνεία της Ιστορίας και δεν αναγνώρισε σε αυτήν καμιά γραμμική και αιτιοκρατική συνέπεια. Για τον φιλόσοφο η Ιστορία δεν ήταν κάτι μηχανικό ούτε κάτι που μπορούσε να προσδιοριστεί ή να περιοριστεί σε ένα απλό χωροχρονικό πλαίσιο αλληλοδιαδοχής, όπως το σύνηθες ιστορικό σχήμα “Αρχαιότητα ­­– Μεσαίωνας – Νέοι Χρόνοι”.

(περισσότερα…)

O Γιόχαν Χουιζίνγκα και η γέννηση του ανθρώπινου πολιτισμού από το παιχνίδι

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τα βιβλία που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της σειράς των εκδόσεων Γνώση, «Φιλοσοφική και Πολιτική βιβλιοθήκη», υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη Κονδύλη, διέπονται, στην πλειονότητά τους, από μια μάλλον απαισιόδοξη οπτική. Συγκεκριμένα, η Χάννα Άρεντ παρουσιάζει τη διαφορά ανάμεσα στην αρχαία και τη νεώτερη αντιμετώπιση της δημόσιας σφαίρας με τρόπο απαισιόδοξο εξυμνώντας την πρώτη σε βάρος της δεύτερης, τονίζοντας πως η δεύτερη σηματοδοτεί την παρακμή της δημόσιας σφαίρας. Ο Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ παρατηρεί την παρακμή των «μεγάλων αφηγήσεων» για την ανθρώπινη χειραφέτηση και τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε εμπορικές επιχειρήσεις, ο Καρλ Μάννχαϊμ παρατηρεί την έλευση του σκεπτικισμού κατά τη διαπάλη ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες των Νεώτερων Χρόνων, ο Καρλ Λέβιτ διατυπώνει την άποψη ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, εγκλωβισμένος ανάμεσα στην αρχαιοελληνική και τη χριστιανική κοσμοθεώρηση, τείνει να συλλαμβάνει τον κόσμο ως κάτι το τυχαίο, ο Έρνστ Κασσίρερ παρατηρεί με ανησυχία την πρόσφατη επιστροφή του προλογικού και μυθικού τρόπου σκέψης στην πολιτική ζωή, ενώ ο Κρώφορντ ΜακΦέρσον βλέπει τη σημερινή φιλελεύθερη Δημοκρατία ως μια οπισθοδρομική επιστροφή σε παλιότερες, «ολιγαρχικές» μορφές δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αντίστοιχα, ο Γιόχαν Χουιζίνγκα διαπιστώνει, στις αρχές του εικοστού αιώνα, την απώλεια του παιγνιώδους στοιχείου από τον σύγχρονο πολιτισμό. Ας δούμε πιο αναλυτικά τη θεωρία του.

(περισσότερα…)

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον και η ιστορία της φιλελεύθερης δημοκρατίας

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

O Κρώφορντ Μπ. Μάκφερσον (1911-1987) υπήρξε ένας σημαντικός πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τορόντο. Με το έργο του αποπειράθηκε να σκιαγραφήσει την ιστορική καθιέρωση στη Δύση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, στο πολιτικό πλαίσιο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη, αλλά και να διευρύνει περαιτέρω τη λαϊκή συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, εισηγούμενος νέα μοντέλα πολιτικής αντιπροσώπευσης που να είναι λιγότερο ελιτίστικα και περισσότερο ανοικτά προς όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες. Η πολιτική σκέψη του, που ταξινομείται συνήθως στην κατηγορία του καναδέζικου ιδεαλισμού, από κοινού με τον Γκραντ και τον Ταίηλορ, επιδιώκει να αποτελέσει μιαν απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό, συμβιβάζοντας τη φιλελεύθερη δημοκρατία με τη μαρξιστική κριτική, διασώζοντας συνάμα τα κυριότερα στοιχεία του κλασικού φιλελευθερισμού και συγχρόνως αποδεσμεύοντάς τα, όσο αυτό είναι δυνατό, από το περιοριστικό, κατά τη γνώμη του, οικονομοκεντρικό και καπιταλιστικό πλαίσιο, υπό το οποίο διαμορφώθηκαν.

(περισσότερα…)

O Ερνστ Κασσίρερ και η «επιστροφή» του μύθου

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «μύθο»; Ποια η σημασία του; Ο Joseph Campbell ορίζει τους μύθους ως σημειακά ερεθίσματα που αποδεσμεύουν σωματικές αντιδράσεις και κατευθύνουν σε στόχους, παρόμοια με τον ρόλο που παίζουν τα ένστικτα στα ζώα. Όπως έχει επισημανθεί, ο μύθος εξυπηρετεί κυρίως τέσσερεις βασικές λειτουργίες: «μυστικιστική» (έμφαση στο θαυμασμό για τον κόσμο γύρω μας), «κοσμολογική» (ερμηνεία της φύσης), «κοινωνιολογική» (ισχυροποίηση κοινωνικής τάξης) και τέλος, «παιδαγωγική» (διδασκαλία του πως μπορούμε να ζήσουμε μια αληθινά ανθρώπινη σε κάθε περίσταση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι υφίστανται δύο θεμελιώδεις αλλά και τελείως διαφορετικές μορφές μυθολογίας: η πρώτη είναι προσανατολισμένη στη φύση (απαντάται σε λαούς που καλλιεργούν τη γη) και η δεύτερη είναι εκείνη που συνδέεται αυστηρά με μια συγκεκριμένη κοινωνία (απαντάται σε νομαδικούς λαούς που μετακινούνται). Σύμφωνα με τον Γάλλο ιστορικό και αρχαιολόγο Paul Veyne, για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπήρξε στην πραγματικότητα μια οξεία διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στον μύθο, πριν από την ανάπτυξη του ορθού λόγου (6ος π.Χ. αιώνας). Αυτή η ανάπτυξη ήταν ακριβώς η εφεύρεση της συγκεκριμένης διαμάχης, η οποία ξεκίνησε αρχικά από ορισμένους ειδικούς, όπως ο Ηρόδοτος, οι οποίοι επεδίωξαν τον έλεγχο των μυθικών αφηγήσεων, αντί να αρκεστούν στην εμπιστοσύνη των αγαθών προθέσεων του αφηγητή.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)

Παυλίνα Σκούφη, Είναι έναντι Δέοντος: Υπό αίρεση. Η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Π. Κονδύλη

της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΣΚΟΥΦΗ

Ο «ταξιδιώτης» μιλάει.

Οι “σκέψεις για τις ηθικές προκαταλήψεις”, αν δεν θέλει κανείς να είναι προκαταλήψεις για τις προκαταλήψεις, προϋποθέτουν μια τοποθέτηση έξω από την ηθική, κάποιο σημείο πέρα απ’ το καλό και το κακό, στο οποίο πρέπει να ανεβούμε, να σκαρφαλώσουμε ή να πετάξουμε… το ζήτημα είναι αν μπορεί κανείς πραγματικά να πάει εκεί πάνω.

ΦΡ. ΝΙΤΣΕ, Η χαρούμενη επιστήμη, §380

I. Προανάκρουσμα

Η νεώτερη γνωσιοθεωρία απέσπασε τον άνθρωπο από το ομηρικό φως και τη θεία δόξα του και τον ενέταξε στον πεπερασμένο ορίζοντα των φυσικών διαδικασιών. Η γνώση κατανοήθηκε ως συσχετισμός των ανθρωπίνων γνωστικών ικανοτήτων και όχι ως αντανάκλαση δεδομένων μεταφυσικά ουσιών. Η ανάδειξη των ποικίλων δεσμεύσεων της γνώσης από τις βαθύτερες κλίσεις της ύπαρξης εμβάθυνε τον σκεπτικισμό έναντι κάθε ψευδαίσθησης της αυτοτέλειας του πνεύματος και το πρωτείο του Λόγου αντικαταστάθηκε από εκείνο του εργαλειακού χαρακτήρα της συνείδησης. Στον βαθμό που αναγνωρίστηκε ο προοπτικός και αποσπασματικός χαρακτήρας της ενθάδε ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα του κόσμου να περικλείει άπειρες ερμηνείες και εναλλασσόμενες ηθικές επιταγές. Οι ερμηνευτικές κατηγορίες κάθε καθηκοντολογίας έχασαν το ουσιολογικό αντίκρισμά τους και αναζητήθηκε εκείνος ο νιτσεϊκός διονυσιακός άνθρωπος που μπορεί να αντέξει τη θέα του φοβερού και του αμφίβολου.[1]

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η διάκριση Φίλου – Εχθρού στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

1.

Γράφει ο Κονδύλης: «Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].

Έχω την γνώμη ότι ελάχιστοι, ίσως αρκετοί λιγότεροι από τα δάκτυλα του ενός χεριού, είναι οι μελετητές που έχουν ακολουθήσει την παραπάνω ρήση του Κονδύλη αναφορικά με το έργο του[2]. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αναφέρονται σε σημεία του έργου του για να πουν την άποψή τους για κάποιο θέμα, θεωρώντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο η άποψή τους αυτή αποκτά θεωρητικό κύρος. Οι παραπομπές είναι μερικές φορές άκρως επιφανειακές και τις περισσότερες δεν έχουν καμία συνάφεια με τον πυρήνα της σκέψης του Κονδύλη. Ο καθένας διαλέγει ό,τι «του πάει». Οι περισσότεροι βέβαια ούτε καν διαλέγουν, απλά σχηματίζουν μια δική τους αντίληψη, που πόρρω απέχει από τον πυρήνα της κονδύλειας σκέψης, και επιχειρηματολογούν γι’ αυτήν ακατάπαυστα. Άλλωστε είμαστε στην εποχή της αυτοπραγμάτωσης με κριτήριο μόνο τον εαυτό. (περισσότερα…)

O Καρλ Μαννχάιμ και οι πολιτικές ιδεολογίες στη Νεωτερικότητα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ήδη από τις πρώτες στιγμές της, η Νεωτερικότητα συνδέθηκε με ουτοπικά οράματα και ιδανικά. Το «ουτοπικό» δεν έχει τη σημασία ενός αφηρημένου και απραγματοποίητου ονείρου. Ως ουτοπικό (<ου + τόπος) ορίζεται κάτι που δεν υφίσταται πουθενά στον κόσμο σήμερα. Η σύλληψη μιας κοινωνίας χωρίς δούλους, για παράδειγμα, στην εποχή του Αριστοτέλη θα ήταν ουτοπική, ενώ σήμερα δεν είναι. Δεν είναι λοιπόν υπερβολή αν πούμε ότι οι ουτοπίες του παρελθόντος συχνά γίνονται οι πραγματικότητες του σήμερα. Κατά την εξέλιξη των Νεώτερων Χρόνων, λόγω της σταδιακής αποθρησκειοποίησης των δυτικών κοινωνιών, όλο και περισσότερα τμήματα της θρησκευτικής εσχατολογίας άρχισαν να προσλαμβάνουν έναν αμιγώς κοσμικό χαρακτήρα ως οράματα κοινωνικής μεταβολής. Σύμφωνα με τον Karl Mannheim, ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα των Νεώτερων Χρόνων είναι η συζήτηση γύρω από τους όρους ιδεολογία και ουτοπία.  Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της ιδεολογίας, έχει η μαρξιστική σκέψη, τόσο του ίδιου του Μαρξ όσο και άλλων μαρξιστών στοχαστών.

(περισσότερα…)