Τόνια Κοβαλένκο

Γιουν Σέον-ντο, Επτά σίτζο του φθινοπώρου

μετάφραση: ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Ο Γιουν Σέον-ντο ή Κοσάν (1587-1671) είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του σίτζο, της πιο χαρακτηριστικής μορφής της κλασσικής κορεατικής ποίησης, με περιεχόμενο στοχαστικό ή συμβολικό. Το κυριότερο έργο του Γιουν είναι το Καλεντάρι του ψαρά, ένας κύκλος από σαράντα σίτζο για τις τέσσερις εποχές. Βλ. ακόμη: https://neoplanodion.gr/2017/11/12/γιουν-σέον-ντο-δώδεκα-σίτζο/

* * *

Ειδυλλιακή του ψαρά η ζωή, μακριά από τις έγνοιες του κόσμου. Μην περιγελάτε τον γέρο ψαρά, σε κάθε πίνακα μέσα θα τον βρείτε. Όλες οι εποχές φέρνουν χαρά, μα το φθινόπωρο όλες τις ξεπερνά.

* * *

Σύννεφα προβατάκια αρμενίζουν, τα δέντρα κουβεντιάζουν στον αέρα. Με την πλημμυρίδα, πάμε στη Δυτική Λίμνη∙ με την άμπωτη  στην Ανατολική. Οι λευκές φτέρες και τα ρόδινα νούφαρα με κάνουν να χαμογελώ σε όλη τη διαδρομή.

* * *

Στο βάθος  πετούν αγριόπαπιες∙ τα βουνά πίσω τους πρώτη φορά τα βλέπω. Παντού μ’ αρέσει να ψαρεύω, αλλά αυτή η λιμνούλα είναι μαγεία. Ο ήλιος του δειλινού με το λαμπύρισμά του κεντάει στην επιφάνειά της χίλιες δυο κορφές.

* * *

Στόματα ασημένια, λέπια ζαφειρένια, πόσα ψάρια σήμερα μες στο καλάθι μου; Θα φτιάξω από καλάμια μια φωτιά να ψήσω τα πιο ωραία, ένα-ένα τη φορά.  Γέρνω το παλιό σταμνί ώσπου να ξεχειλίσει το κρασοπότηρό μου.

* * *

Απαλό αεράκι πλευρίζει τη βάρκα, τραβώ για το σπίτι με ανοιχτά πανιά. Κι ας πυκνώνει γύρω το σκοτάδι, εμένα με αγαλλιάζει η σιγαλιά. Τα φύλλα των δέντρων βαμμένα βυσσινιά και τα κρυστάλλινα νερά έχουν μια αιώνια ομορφιά.

* * *

Μα πού βρίσκομαι; Πού τελειώνει η γη, πού αρχίζει ο ουρανός;

Καμιά σκόνη* δεν φέρνει ως εδώ ο άνεμος για να πρέπει μετά από πάνω μου να την τινάξω. Κι αφού δεν άκουσα βρόμικα λόγια, ποιος ο λόγος να ξεπλύνω τα αυτιά μου;

*Πολιτική αναφορά στη ‘σκόνη’ του έξω κόσμου

**Ο ερημίτης Χσου Γιου έσπευσε να πλύνει τα αυτιά του με νερό απ’ το ποτάμι, όταν ο αυτοκράτορας του πρότεινε να του μεταβιβάσει τον θρόνο.

* * *

Με έχει σκεπάσει η παγωνιά απ’ την κορφή ως τα νύχια, κι όμως καθόλου δεν κρυώνω. Η βαρκούλα μου στενή, μα στενότερος ακόμα ο κόσμος. Τα ίδια ακριβώς θα κάνω αύριο, κι όλες τις άλλες μέρες που θα ’ρθούν.

ΓΙΟΥΝ ΣΕΟΝ-ΝΤΟ

Advertisements

Τόνια Κοβαλένκο, Ποιήματα

proorismos

Ποιήτρια σε πτώση

Ι

Ποια είμαι
για να πιάσει η φωνή μου χώρο
μέσα στον χρόνο
τον παρόντα έστω;
Η ταπεινότητα
είναι το μάθημα
που παρακολουθώ
κι ας μου αποσπούν την προσοχή
λογιών-λογιών εγωισμοί
Το θέμα είναι αν θα προλάβω
να κερδίσω με το σπαθί μου

την οριστική σιωπή.

ΙI

Έμεινε ανεκπλήρωτος ο προορισμός
αποξεχάστηκα στο δρόμο
γιατί πάντα η μουσική
ήταν πιο δυνατή από τη γραφή
η τέρψη προτιμότερη απ’ τον μόχθο
η ιδέα του έρωτα πιο βολική
από την πραγμάτωσή του
και, φυσικά, το ψέμα πιο ωραίο
απ’ την αλήθεια.
Βαδίζω πια
με ένα φορτίο άδειο από όνειρα

βαρύ, ασήκωτο στους ώμους.

ΙII

Μια πλάτη σκυμμένη
πάνω από λευκό χαρτί –
να τι θα δεις ανοίγοντας την πόρτα.
Άλλοτε ήταν από έρωτα
έτσι αφοσιωμένη
ή από θλίψη επίμονη
ή από μεθύσι που έβρισκε
στις λέξεις μιαν εκτόνωση.
Τώρα είναι μόνο η πλάτη της μάνας σου
που ψάχνει μάταια
κάτι απ’ τον εαυτό της
στο λευκό χαρτί.
Αγνόησέ την σαν να μην υπάρχει
προσπεράστε την, οι φίλοι σου

κι εσύ.

ΙV

Με λυπάμαι ώρες-ώρες
τόσο που με ταλαιπωρώ
‘κάνε κείνο’ / ‘μην κάνεις αυτό’
που με βασανίζω
με μαυροντυμένες σκέψεις
που με εξουθενώνω
σκηνοθετώντας εφιάλτες
που δεν μ’ αφήνω
να πάρω μιαν ανάσα ευτυχίας
δίχως ύστερα να τη μολύνω
με την απειλή της δυστυχίας.
 
Αυτή είναι ίσως η ρίζα του κακού:
που με λυπάμαι.

~ . ~

Νοσταλγικό 

Πού πήγαν τα πάθη,
τα ποτάμια τους,
η βλάστησή τους η οργιαστική;
Μας εγκατέλειψε η Φύση
μας βαρέθηκε o Θεός
το πρωί που ξυπνάμε
αυτός χασμουριέται
σηκώνει τον ήλιο ανόρεχτα
και το βράδυ πριν πλαγιάσουμε
κατεβάζει από συνήθεια τα ρολά.
Μόνο ο ύπνος μάς νοιάζεται ακόμα.

~ . ~

Νοσταλγικό μετά θάνατον 

Το καλύτερο ήταν
η αναπνοή
μπορούσες να τη χαρείς
οπουδήποτε
κι ανά πάσα στιγμή
όσο πιο βαθιά
τόσο πιο μεθυστική
όταν γινόταν κοφτή
μάλλον φοβόσουν
ή έτρεχες –πάλι βιαζόσουν;–
κι όταν την έχανες
γύρευες μόνο να την ξαναβρείς
εκτός κι αν ήταν το γέλιο
που σου την είχε κλέψει
ή η ηδονή
οπότε παραδινόσουν.
Θεέ μου, η ζωή!

~ . ~

Τα παιδικά 

Η αγάπη
έχει ωραία γράμματα
είναι θηλυκή και τρυφερή
όταν σε αγγίζει
λιώνουν όλοι οι πάγοι
αν δεν τη διώξεις
δεν φεύγει ποτέ
κι αν μάθεις άπταιστα
τη γλώσσα που μιλάει
δεν θα σε τρομάζει πια
καμιά σιωπή.

 

Ο έρωτας
είναι εκείνο το όνειρο που είδες
πως πετούσες
πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων
πάνω από τους δρόμους και τα σπίτια
ήταν νύχτα αλλά είχε φώτα
μπερδεύονταν οι λάμπες με τα αστέρια
κι εσύ ήξερες ότι μπορούσες
–αν το ήθελες–
να μείνεις για πάντα πάνω εκεί.

 

Η ζωή
τα βλέπει όλα
ό,τι υπάρχει σε ουρανό και γη
κι αν κάτι είναι κρυμμένο
ψάχνει να το βρει
αυτό κάνει από το βράδυ ως το πρωί
ακούραστα
μέχρι να κουραστεί.

 

Όταν έχεις πιει πολύ
γίνεσαι πολύ σοφή
σαν να έχεις διαβάσει
όλα τα βιβλία
ή σαν να τα έγραψες όλα εσύ
κάποια μέρα μακρινή

που δεν είχες καν γεννηθεί.

ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Τόνια Κοβαλένκο, Μεσόκοπες συντεταγμένες

in__4770_5773cfa3b7ee2

~ . ~

Ι

Νόμιζες πως θα γλιτώσεις
πως θα σε πήγαινε μακριά
το αλλιώτικό σου άτι
μα δεν ήσασταν φτιαγμένοι
για ονειρώδη μήκη και πλάτη
ούτε εσύ ούτε αυτό.
Καβάλα τώρα στη ραχιτική του ράχη
ατενίζετε με κουρασμένο βλέμμα
μια τον απρόσιτο ορίζοντα
μια τον κοντινό γκρεμό
για κανένα από τα δύο
δεν είσαστε ικανοί –
εν στάσει θα φύγετε από δω. *

~ . ~

ΙΙ

Βυθίστηκα
περνάει μια ιδέα οξυγόνου
από τον αναπνευστήρα
ίσα για να υπάρχω
με προσπερνούν κοπάδια ψαριών
ένας καρχαρίας με γυροφέρνει
μυρίζω, φαίνεται, ακόμα
ζωντανό αίμα
αν ήξερα να σφυρίζω
θα σφύριζα αδιάφορα
– ποιος είπε ότι και οι μισοπνιγμένοι
δεν θέλουν να σωθούν;

* Παραλλαγή, συνειδητοποιημένη εκ των υστέρων, του τελευταίου στίχου ενός ποιήματος του Δημήτρη Αρμάου («Νηπίων και γερόντων», Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007, Ύψιλον, 2009)

Γιουν Σέον-ντο, Δώδεκα σίτζο

γιουν3

~ . ~   

μετάφραση: ΤΟΝΙΑ ΚΟΒΑΛΕΝΚΟ

Ο Γιουν Σέον-ντο ή Κοσάν (1587-1671) είναι ο κορυφαίος εκπρόσωπος του σίτζο, της πιο χαρακτηριστικής μορφής της κλασσικής κορεατικής ποίησης, με περιεχόμενο στοχαστικό ή συμβολικό. Το κυριότερο έργο του Γιουν είναι το Καλεντάρι του ψαρά, ένας κύκλος από σαράντα σίτζο για τις τέσσερις εποχές.

~ . ~

ΑΝΟΙΞΗ

Μια καινούρια μέρα ζεσταίνεται απ’ τον ήλιο της, τα πιο μεγάλα ψάρια κολυμπούν κοντά στην επιφάνεια. Δυο-δυο, τρεις-τρεις υψώνονται οι γλάροι, βουτάνε για λίγο χαμηλά κι απογειώνονται πάλι. Έτοιμα τα καλάμια του ψαρέματος, το κρασί το πήραμε μαζί;

~ . ~

Παραήπια: μάλλον με πήρε ο ύπνος∙ η βάρκα μου παρασύρθηκε στα βαθιά. Ολόγυρά μου επιπλέουν πέταλα ροδακινιάς· ίσως να πέφτει κάπου εδώ ο παράδεισος. Κι αν όχι, είμαι πάντως μακριά από τη σκόνη των ανθρώπων.

~ . ~

Παράτησα το ψάρεμα και κοιτάζω το φεγγαρόφωτο μέσα απ’ το καναβάτσο. Με έπιασε η νύχτα στα πράσα: άκου το κάλεσμα του κούκου. Τόση χαρά μου δίνει, που δεν θυμάμαι πια το δρόμο για το σπίτι.

~ . ~

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Σταμάτησε το ψιλόβροχο, κυλάει πάλι καθαρό το λασπωμένο ρέμα. Με το καλάμι του ψαρέματος στον ώμο, πλημμυρίζω προσμονή. Ποιος ζωγράφισε πάνω στο θολό ποτάμι τόσες βουνοκορφές;

~ . ~

Γέμισε με ρύζι τα φύλλα του λωτού, μας φτάνει να χορτάσουμε. Φοράω το καπέλο από μπαμπού, πού είναι η πράσινή μου νιτσεράδα; Ε, γλαροπούλι που ξέγνοιαστο πετάς, εσύ με ακολουθείς ή εγώ εσένα;

~ . ~

Ω, ναι, κι ας είναι το νερό θαμπό, τα πόδια μου τα πλένω.* Θα κάνω κουπί ως τον ποταμό Γου να δω τα χίλια χρόνια της οργής του.** Κι αν πάω στον ποταμό Τσ’ου, ίσως πιάσω κανένα ψάρι με ανθρώπινη ψυχή.***

* Σύμφωνα με ένα αρχαίο τραγούδι του Τσ’ου Γιουάν, εφόσον τα νερά του ποταμού είναι καθαρά μπορείς να πλύνεις μέσα το ψάθινο καπέλο σου – αν είναι βρόμικα, πλύνε τα πόδια σου.
** Ο Φου Τσ’ε, άρχοντας του Γου, εξοργισμένος με την αυτοκτονία ενός υπηκόου του, έβαλε να ξεθάψουν τη σορό, να τη βάλουν σε ένα σακί και να την πετάξουν στον ποταμό Γου.
*** Άλλη μια αναφορά στον Τσ’ου Γιουάν και στην πεποίθησή του ότι οι ψυχές των πνιγμένων μπαίνουν στα σώματα των ψαριών.

 

γιουν2

~ . ~

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μόλις φθάνει στο ποτάμι το φθινόπωρο, παχαίνουνε τα ψάρια. Αμέτρητες οι ώρες της απόλαυσης καθώς μας λικνίζει απαλά το κυματάκι. Ολοένα ξεθωριάζει ο κόσμος του ανθρώπου και η απόσταση που ανοίγεται απ’ αυτόν τη χαρά μου διπλασιάζει.

~ . ~

Η πάχνη βάφει με γυαλιστερή μπογιά τα φύλλα, και μια στιλπνή σελήνη ανατέλλει. Ποιος να μοιραστεί μαζί μου το ασημένιο ετούτο φως – η Αίθουσα του Φοίνικα* απέχει από δω πολύ. Ο πράσινος λαγός ετοιμάζει τα μαγικά βοτάνια του** – θα τα ’δινα σε σπουδαίους ανθρώπους να τα πιούν.

* Η βασιλική αυλή
** Ένας θρύλος μιλάει για έναν λαγό στο φεγγάρι που αλέθει μαγικές σκόνες μέσα σε ένα γουδί.

~ . ~

Θα περπατήσω ως την πέτρινη καλύβα μου μες στα κυπαρίσσια να κοιτάξω το φεγγάρι όταν χαράζει. Πού είναι, όμως, το κρυφό μονοπάτι ανάμεσα στις φυλλωσιές που εκεί με βγάζει; Με κυνηγάει ένα σύννεφο όλο χιόνι, κι αυτή η κάπα του ερημίτη με βαραίνει.

~ . ~

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Έτοιμα το καλάμι και η πετονιά; Καλαφατίστηκαν καλά της βάρκας οι ρωγμές; Στον Τουνγκ-τινγκ, στον Ξιάο και τον Ξιανγκ λένε ότι κρουσταλλιάζουν πια τα δίχτυα. Το δίχως άλλο δεν υπάρχει μέρος καλύτερο για ψάρεμα, απ’ αυτό που βρίσκομαι τώρα εγώ.

~ . ~

Φύγανε τα ψάρια από τα ρηχά, γυρεύουν τα πιο βαθιά νερά. Θα τα ξετρυπώσουμε άραγε προτού μπει πάλι στην κρυψώνα του ο ήλιος; Οι σοφοί λένε πως ακόμα και τα χοντρά ψάρια τσιμπάνε, αν είναι το δόλωμα σωστό.

~ . ~

Τη νύχτα έπεσε χιόνι σιωπηλό, και βρέθηκα ξυπνώντας σε μια αστραφτερή καινούρια πλάση. Μια θάλασσα από γυαλί με περιβάλλει και πιο πέρα υψώνονται όρη από νεφρίτη. Μήπως είναι η χώρα του παραμυθιού, μήπως του ονείρου; Σίγουρα αυτός δεν είναι ανθρώπων κόσμος.

~ . ~

 

γιουν