Τζοκόντα Μπέλλι

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

 

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και  αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010

****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

Advertisements

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (3/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει
 
Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.
 
Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους
 
Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.
 

Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;
 
Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.
 
Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;
 
Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.
 
  

Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)

Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.
 
Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.
 
Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;
 
Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.
 
Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.

Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)
 
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
 
ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.
 
Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.
 
ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.
 
IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.
 
V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!
 
VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.
 
VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.
 
Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—
 
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας

 

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (2/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Απεργία (Huelga)

Θέλω μια απεργία να συμμετέχουμε όλοι.
Μια απεργία από χέρια, πόδια και μαλλιά,
μια απεργία να γεννιέται μες στο σώμα του καθένα.

Θέλω μια απεργία

από εργάτες                από περιστέρια
από σοφέρ                   από λουλούδια
από τεχνικούς             από παιδιά
από γιατρούς               από γυναίκες.

Θέλω μια απεργία μεγάλη,
που να φτάνει ώς την αγάπη.

Μια απεργία, όλα να τα σταματάει,

το ρολόι                      τα εργοστάσια
τα φυτώρια                  τα σχολεία
τα λεωφορεία               τα νοσοκομεία
τις λεωφόρους             τα λιμάνια.

Μια απεργία από μάτια, από χέρια και φιλιά.
Μια απεργία να επιτρέπει την ανάσα,
μια απεργία να γεννάει τη σιωπή
για ν’ ακούγονται του τύραννου τα βήματα σαν φεύγει.

 

Τι είσαι, Νικαράγουα; (¿Qué sos Nicaragua?)                                       

Τι είσαι
παρά ένα τριγωνάκι γης
χαμένο καταμεσής του κόσμου;

Τι είσαι
παρά το πέταγμα πουλιών
πολύχρωμων μωμώτ
μίμων πολύγλωσσων
και κολιβρίων;

Τι είσαι
παρά το κελάρυσμα ποταμών
που πέτρες μεταφέρουνε λαμπρές και λείες
ίχνη αφήνοντας νερού στα βουνά;

Τι είσαι
παρά στήθη γυναικεία φτιαγμένα από πηλό,
λεία, μυτερά, απειλητικά;
 
Τι είσαι
παρά το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα υπερμεγέθη
πράσινα, πολύκλαδα, γεμάτα περιστέρια;

Τι είσαι
παρά πόνος και σκόνη και κραυγές το δειλινό,
– «γυναικείες κραυγές, σαν σε γέννα»-;

Τι είσαι
παρά γροθιά σφιγμένη και στο στόμα σφαίρα;
 
Τι είσαι, Νικαράγουα,
και τόσο με πονάς;

 

Φορείς οραμάτων (Los portadores de sueños)

Οι προφητείες όλες
γράφουν για το τέλος του κόσμου.

Όλες οι προφητείες προμηνύουν
πως ο άνθρωπος ο ίδιος το δικό του τέλος θα επιφέρει.

Μα οι αιώνες και η ζωή που ολοένα ανανεώνεται
γέννησαν ακόμη μια γενιά —
τη γενιά εκείνων που αγαπούν και ονειρεύονται∙
άνδρες και γυναίκες που δεν προσβλέπουνε στου κόσμου το τέλος,
μα στη δημιουργία ενός κόσμου, γεμάτου πεταλούδες και αηδόνια.

Από παιδάκια έφεραν το σημάδι της αγάπης.
Πίσω απ’ την όψη τους την καθημερινή
κρατούσαν φυλαγμένη τη στοργή και τον ήλιο του μεσονυχτίου.
Οι μανάδες τους τα έβρισκαν να κλαίνε για ένα νεκρό πουλί
και αργότερα, πολλούς απ’ αυτούς, τους έβρισκαν το ίδιο
νεκρούς σαν τα πουλιά.

Τα όντα αυτά συμβίωσαν με διάφανες γυναίκες
και τις άφησαν να κυοφορούνε μέλι, και με γιους ν’ ανθοφορούνε
μέσα από χαδιών χειμώνα.

Αυτά έγιναν κι έτσι πλήθυναν στον κόσμο οι φορείς των οραμάτων,
άγριες επιθέσεις δεχόμενοι απ’ τους φορείς προφητειών
που για καταστροφές μιλούσαν.
Τους είπανε φαντασιόπληκτους, ρομαντικούς, ουτοπιστές,
τους λόγους τους τους είπανε ξεπερασμένους
―και πράγματι ήταν τέτοιοι αφού η μνήμη του παράδεισου
στου ανθρώπου την καρδιά έχει παλιώσει―.
Όσοι πλούτη συγκεντρώνανε, τους έτρεμαν,
και καταπάνω τους έριχναν στρατούς,
μα οι φορείς των οραμάτων έκαναν έρωτα όλες τις νύχτες
κι ολοένα ο βλαστός τους ξεπρόβαλλε απ’ τις κοιλιές των γυναικών
που όχι μονάχα έφεραν οράματα μα και τα πλήθαιναν,
διαδίδοντάς τα και μιλώντας γι’ αυτά.
 
Με τον τρόπο αυτό αναπαρήγε ο κόσμος τη ζωή του
όπως αναπαρήγε εκείνους που εφηύραν τον τρόπο
του ήλιου τη λάμψη να παύσουν.
 
Οι φορείς των οραμάτων επέζησαν σε παγετούς,
μα σε κλίματα θερμά έμοιαζαν να ξεπετάγονται
σαν γενιά αυτοφυής.
Ίσως οι φοινικιές, οι γαλανοί ουρανοί, οι βροχές οι καταρρακτώδεις
σε τούτο να ’χανε ανάμειξη,
μα η αλήθεια είναι πως σαν μέλισσα εργάτρια
το είδος τους ολοένα ονειρευότανε και δημιουργούσε όμορφους κόσμους,
κόσμους αδελφωμένους, με άντρες και γυναίκες
με τον έναν ν’ αποκαλεί τον άλλο σύντροφο
που δίδασκαν αλλήλους ανάγνωση και
σε θανάτους από κοινού παρηγορούνταν,
αλλήλους φρόντιζαν, πρόσεχαν κι αγαπούσαν,
ο ένας τον άλλο στον τρόπο της αγάπης βοηθούσε
και στην προστασία της ευτυχίας.
 
Ευτυχείς ήταν στον κόσμο τους από ζάχαρη κι ανέμους,
κι απ’ όλα τα μέρη κατέφταναν άλλοι για να διαποτιστούν απ’ την ανάσα τους
κι απ’ την καθάρια ματιά τους,
και προς όλα τα μέρη σκόρπιζαν εκείνοι που τους γνώρισαν
φέροντας και οι ίδιοι οράματα, οραματιζόμενοι καινούργιες προφητείες
που για χρόνους θα μιλούσανε με πεταλούδες και μ’ αηδόνια
και που ο κόσμος δεν θα τέλειωνε μ’ εκατόμβες.
Αντιθέτως, οι επιστήμονες θα σχεδίαζαν
γέφυρες, κήπους, παιχνίδια εκπληκτικά
για να κάνουν πιο γλυκειά την ευτυχία του ανθρώπου.
 
Είναι επικίνδυνοι – εκτύπωναν οι μηχανές
Είναι επικίνδυνοι – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Είναι επικίνδυνοι – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Πρέπει να αφανιστούν – εκτύπωναν οι μηχανές
Πρέπει να αφανιστούν – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Πρέπει να αφανιστούν – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Οι φορείς των οραμάτων τη δύναμή τους την γνώριζαν,
γι’ αυτό δεν απορούσαν∙
ήξεραν ακόμη πως η ίδια η ζωή τούς είχε γεννήσει
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
Γι’ αυτό τη ζωή τους υπερασπίζονταν και με το θάνατο ακόμη.
Γι’ αυτό καλλιεργούσαν κήπους οραμάτων
εξάγοντάς τους με γιγάντιους ιμάντες πολύχρωμους.
Οι προφήτες του σκότους περνούσαν μερόνυχτα ολόκληρα
φρουρώντας περάσματα και δρόμους
ψάχνοντας αυτά τα επικίνδυνα φορτία
που ποτέ τους δεν κατόρθωναν να παγιδεύσουν
γιατί εκείνος που δεν έχει μάτια να οραματιστεί
δεν βλέπει οράματα ούτε μέρα ούτε νύχτα.
 
Και στον κόσμο εξαπλώθηκε κύμα μέγα οραμάτων
που οι έμποροι θανάτου δεν μπορούν να σταματήσουν.
Παντού υπάρχουνε φορτία με γιγάντιους ιμάντες
που μόνο αυτό το νέο γένος των ανθρώπων μπορεί να δει,
αφού ο σπόρος των οραμάτων δεν ανιχνεύεται
γιατί είναι φυλαγμένος μες σε κόκκινες καρδιές
ή σε ρούχα φαρδιά εγκυμοσύνης
όπου εμβρυακοί οραματιστές θορυβούν μες στις κοιλιές
που τους φιλοξενούν.
 
Λένε πως μετά τη γέννησή τους
η γη άνοιξε διάπλατα έναν ουρανό με ουράνια τόξα
και τη γονιμότητα φύσηξε στις ρίζες των δέντρων.
 
Εμείς μονάχα ξέρουμε πως τους έχουμε δει.
Ξέρουμε πως η ίδια η ζωή τους γέννησε
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
 
 

Γαλάζια Κυριακή στο Λος Άντζελες (Domingo azul en Los Ángeles)

Γαλάζια Κυριακή.
Δρόμοι της θλίψης μου. Το αυτοκίνητο στρίβει στη γωνία.
Γρήγορη οδήγηση, μουσική.
Η ζωή. Οι στροφές. Οι ανηφόρες και οι κατηφόρες. Κι όλ’ αυτά προς τι;
Προς τι η αναπνοή;
Το σώμα; Η άνοδος και η κάθοδος.
Η συνομιλία. Η συναυλία του Βίκτορ Ερνάντες Κρους.
Η θλίψη της Σεσίλιας.
Λος Άντζελες ξένο. Πόλη ξένη. Πρόσωπα άγνωστα.
Κοιτάζω στον καθρέφτη, η γυναίκα πίσω καπνίζει. Μόνη.
Όπως εγώ. Η πόλη αυτή θρονιάζεται στον αμφιβληστροειδή μου
με τους κήπους της και τους ψηλούς της φοίνικες πλάι στη θάλασσα.
Οι άποροι, και εκείνοι που όλους τους πόρους διαθέτουν.
Εύθραυστα ανθρώπινα όντα. Τόσο εύθραυστα. Τόσο μόνα.
Να ’ναι άραγε θλιμμένα; Ή να φταίει η Κυριακή με τους άδειους δρόμους της;
Ή να φταίω πάλι εγώ με τη ματαιότητα που με κατατρέχει; Η αναζήτηση
του νοήματος. Έχουν νόημα άραγε όλ’ αυτά; Να είχαν κάποτε;
Ο αγώνας. The struggle. Όλοι αγωνιζόμενοι.
Ο άνδρας με την πινακίδα στη γωνία:
“I need 100.00 to buy a house
and a car.” Χαμογελά.
Γελά με την ίδια του την επιγραφή.
Ποια η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον και σε μένα;
Εγώ στο αυτοκίνητό μου. Μόνη.
Εκείνος με την κινητή του οικία, το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ.
Το παγκάκι στο πάρκο όπου πότε-πότε κοιμάται. Μόνος.
Ο σερβιτόρος που βγαίνει στο δρόμο να καπνίσει. Αργεντίνος.
Αυτή η πόλη δεν έχει πατρίδα. Ανήκει στους εκπατρισμένους.
Γι’ αυτό μ’ αρέσει. Ίσως να μ’ αρέσει γι’ αυτό.
Ίσως αυτή να ’ναι η μόνη της αξίωση.
Το μόνο που τη σώζει από τα εγκλήματα την αφθονία
και τη λήθη. Οι φοίνικες. Η ομίχλη του πρωινού.
Η μυρωδιά της θάλασσας από μακριά. Οι πατινέρ
στα πεζοδρόμια του μόλου. Τα κορίτσια με τα ωραία κορμιά τους μαυρισμένα.
Η παραλία με τους μυς. Η Βενετία. Απομίμηση της άλλης. Κανάλια. Γέφυρες.
Πάπιες που τρέχουν πίσω από ψίχουλα στην άκρη του πάρκου.
Από το σπίτι μου βλέπω τα βουνά της Σάντα Μόνικα.
Το πράσινο πέρα μακριά. Τους λόφους του Μπέβερλυ Χιλς. Τα βουνά
του Σαν Γκάμπριελ (ψήλωσαν κάμποσο
στον τελευταίο σεισμό). Η κόρη μου η Αντριάνα διαβαίνει αυτούς
τους δρόμους. Πηγαίνει στο προνήπιο, στην 4η λεωφόρο. Έχει συνηθίσει
τον κόσμο που περνάει βιαστικός, δίχως να κοντοσταθεί, τα χαμόγελα
των περαστικών, το πάρκο Λίνκολν.
Μονάχα εγώ φαίνεται να μην συνηθίζω τους αυτοκινητόδρομους, τον ψυχρό
θόρυβο των πραγμάτων, τη θλιβερή σιωπή του κόσμου.
 

Κόντρα στην ελπίδα (Contra toda esperanza)

Ετούτες τις μέρες
που ο κόσμος όλος τρέμει την εντροπία
κι αναδιπλώνεται,
γίνονται όλο και πιο επίπονες
οι δημόσιες αισιόξες προβλέψεις.
 
Ενδείξεις δεν υπάρχουν που να ενισχύουν
την κυοφορία ανέμων
που θα μας κατηύθυναν σε ηπείρους άγνωστες γεμάτες βλάστηση
ή λέξεων ενθαρρυντικών που θα εξηγούσαν αμοιβαίες προσβολές.
Αντιθέτως: οι καιροί συγκεντρώνουν αποδείξεις ενάντια σε κάθε πιθανότητα ισορροπίας.
 
Εκατοντάδες τα όντα που πεθαίνουν
ενόσω άλλοι νοιάζονται απαθείς για τις δικές τους αγωνίες
— πατώντας κουμπιά, θεατές πάνω σε μαλακά καθίσματα—
Μια κοινωνία voyeurs
που ευλογεί την αφθονία της.
                                    —Τα αγοράκια στο εμπορικό κέντρο
                                    πυροβολούν και συγκεντρώνουν πόντους συνθλίβοντας
                                                                                               [εχθρούς φανταστικούς.
Εξελιγμένες τεχνικές αναπαράγουν μακελειά σε αίθουσες
[κινηματογραφικές με αναρίθμητες οθόνες.
 
Εν μέσω απληστίας
γυναίκες και άντρες διαλύουν τη βεβαιότητα του αναπόφευκτου θανάτου
την πλάτη γυρνώντας στη μοίρα τη συλλογική,
ενώ αρπάζονται από μια ευτυχία φευγαλέα κι ελάχιστη.
 
Βρέχει στα ανθρωπάκια με τις ομπρέλες, όπως στον πίνακα του Μαγκρίτ.
Καθένας αποκρούει όπως–όπως τον καυτό ήλιο 
Καθένας με την ψευδαίσθηση πως επιβιώνει
και πως είναι περιττό να ονειρεύεται βροντόφωνα.
 
Ποιήτρια μες στη μοναξιά μου.
Μάρτυρας ενός κόσμου αισχρού,
σέρνομαι με τα βαριά φτερά μου ώς την κορφή
απ’ όπου θα ριχτώ σαν άλλος Ίκαρος, πάλι και πάλι,
γιατί ίσως
γιατί μάλλον
γιατί δεν παραιτούμαι.
  
 

 

Μάστιγες του 21ου αιώνα (Plagas en el siglo XXI)

Ιράκ. Η βόμβα εκρήγνυται καταμεσής του δρόμου. Κορμιά τινάζονται στον αέρα.
Ο βομβιστής αυτοκτονίας φωνάζει τη στιγμή της έκρηξης: Μέγας ο Αλλάχ.
Ο Βορειοαμερικάνος στρατιώτης. Ο ροδαλός, ξανθός νεαρός αφήνει τα λεκτρονικά
και πιάνει τα πολυβόλα στη Φαλούχα. Μπαίνει στη μάχη σε ρυθμό
heavy metal. Ρομπότ, με στολή παραλλαγής. Θώρακας προστατευμένος, ενώ
μέλη ακρωτηριασμένα κυλιούνται στους δρόμους της Βαγδάτης.
Πόσοι κιόλας οι νεκροί;
Πόση πείνα σε Νιγηρία και Τανζανία;
Πόσα σήμερα τα νεκρά από AIDS παιδιά;
Στη Νέα Υόρκη οι πασαρέλες λανσάρουν τις τάσεις της μόδας για το φθινόπωρο.
Γυναίκες παραγγέλνουν στο διαδίκτυο πανωφόρια και τζην
που στοιχίζουν όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός πέντε σχολείων μαζί
σε οποιαδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η αφθονία των μητροπόλεων εξακουλουθεί.
Τα τεράστια καταστήματα ανοίγουν τις πύλες τους
στο αδάμαστο κύμα των καταναλωτών
Ανύπαρκτες οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης στα εμπορικά.
Σήμερα, εξήντα χρόνια από τη Χιροσίμα
οι βόμβες καταχωνιάζονται στα σακίδια φοιτητών
που λόγο καλύτερο δεν έχουν να ζουν
παρά να πεθάνουν δημόσια.
Η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται στις ειδήσεις των οχτώ
Πρόσωπα υγιή μελαχρινά δίχως δέσμευση καμιά που να τα συγκρατεί
Ο ουρανός πολλά υποσχόμενος
Παρθένες καρτερούν με τραγούδια και σώματα γυμνά.
Κάτω στη γη, αντιθέτως, η ντροπή της εξάρτησης,
της μετανάστευσης και της εξώθησης της μητρικής γλώσσας στην ανάμνηση.
 
Οι μανάδες, μαύρες, κλαίνε με τους τίτλους πολυσέλιδων εφημερίδων
με ανακοινώσεις κάθε χρώματος.
Η παγκοσμιοποίηση καταρρίπτει τα σύνορα
σαν στρατός κατακτητής που εισβάλλει δίχως σφαίρες
στην κάνη εμπρός της απληστίας και με το look καλοθρεμμένου.
Όσοι δεν έχουνε, κλέβουνε, και τον μεγαλύτερο κλέφτη
τον βραβεύει η κοινότητα με την ψήφο της.
 
Τρέμει του ποιητή ο παλμός θέλοντας να καταγγείλει
Ποιος τις λέξεις του ν’ ακούσει, απ’ όσους αγνοούν αυτά που πρέπει να ειπωθούν;
Όλοι είμαστε στο κόλπο. Σήμερα με τα ιστολόγια, τα γραφεία,
και την καθημερινή δημόσια καταγγελία των αηδιαστικών
τα πάντα είναι γνωστά.
Και όμως, τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη.
Σε οποιοδήποτε φαρμακείο, σε οποιοδήποτε κατάστημα ενοικίασης ταινιών
πωλείται το φάρμακο για τη λήθη θανάτων βίαιων
ή και άλλων, λιγότερο φαντασμαγορικών. Οι ανώνυμοι δίνουν τη ζωή τους
δίχως νεκρικές πομπές, δίχως νεκρολογίες ή τους ύμνους κανενός.
Απαγορεύεται η φωτογράφιση φερέτρων και κορμιών ακρωτηριασμένων.
Οι πόλεμοι οι σημερινοί είναι άσηπτοι μέσα στον τρόμο τους
Τα σημάδια τους ανάλαφρα σαν τον καπνό που παρασύρει ο άνεμος
Τα πτώματα δεν μυρίζουν πια ψοφίμι
πνιγμένα όπως είναι μες στ’ αρώματα λοσιόν σκανδαλωδώς ακριβών
που υπόσχονται αιώνια ομορφιά και αντιγήρανση.
Η βιομηχανία δεν παύει να προσφέρει νεότητα.
Όμως μονάχα οι γέροι θέλουνε να ξαναγίνουν νέοι.
Οι νέοι δεν ξέρουν τι να θελήσουν.
Δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη
θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά.
Ίσως τον κόπο πια να μην αξίζει η διερώτηση.
Ίσως να μην υπάρχουν πια καν ερωτήματα.
 

 
Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα
(Llegada por avión a Nicaragua)
 
Του ανέμου το τραγούδι με καλωσορίζει
Νύχτα στη Μανάγουα
Τόσοι και τόσοι που από αγάπη πέθαναν
διασχίζουν κρυφά το σκοτάδι.
Από την πόλη αναδύεται ένας ψίθυρος
που γίνεται αεράκι
και κινεί των δέντρων τα κλαδιά
Από το αεροπλάνο
η πόλη μοιάζει με ουρανό κατάφωτο από αστέρια που λαμπυρίζουν.
Η μικρή μητρόπολη εκτείνεται σε χρώμα μπλε και ώχρας
σαν ουρανός που προεκτείνεται στη γη
–για ποιον να λάμπουνε τα φώτα της Μανάγουας;–
Από αέρος έχω δει τις νύχτες σε τόσες και τόσες πόλεις
μα καμιά σαν ετούτη δεν βλεφαρίζει
Είναι τα κλαδιά, σκέφτομαι
Οι αμυγδαλιές και οι βελανιδιές στις αλέες
λικνίζουν τα χέρια τους πάνω απ’ τη φωταψία
και προκαλούν την ψευδαίσθηση που ψάχνω να ξεδιαλύνω
από τη θέση μου στο αεροπλάνο που πίσω ξανά με φέρνει
στο θάμπος του παρελθόντος μου.
Εδώ κάποτε εξεγέρθηκε ολόκληρος λαός σαν γροθιά
για να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.
Όλα ετούτα ξαποσταίνουν στο μυαλό μου καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται.
Εκεί, σ’ εκείνον τον τομέα του αεροδρομίου, προσγειώθηκα μια μέρα
επιστρέφοντας από την εξορία και τη ζωή μιας απάτριδος.
Ετούτη η ίδια άσφαλτος με υποδέχτηκε
όταν, σε καιρό πολέμου και ανάγκης,
το διάδρομο φώτιζαν φανάρια.
Μικρές λάμπες πετρελαίου υποδείκνυαν με το φως τους την πορεία
σαν μεταφορά, λυπηρή, μαγευτική, μα γεμάτη προκλήσεις
Τόσο παρελθόν στην καρδιά μου σωρεύεται
που κάποτε νιώθω πως χώρος δεν υπάρχει για το παρόν
πολύ λιγότερο για ένα παρόν άσαρκο και πλαδαρό,
αυτό το παρόν δίχως παρουσία,
ένα παρόν όπου η απουσία αυτού που υπήρξε
είναι η μαύρη τρύπα σε αυτόν τον ουρανό που εκτείνεται
εκεί όπου ξαποσταίνει το boeing που με φέρνει.
 
Την ώρα της επιβίβασης σ’ αυτό το αεροπλάνο
είδα τους φορτωτές του να γελούν
σχολιάζοντας τους όγκους αποσκευών που θα ’πρεπε κάπως να τοποθετήσουν.
Πλησιάζοντας κανείς στην έξοδο του αεροπλάνου στην πτήση για Μανάγουα
γνωρίζει πως έχει φτάσει σ’ άλλη χώρα.
Οι επιβάτες ορεξάτοι και πάντα φορτωμένοι
Συνωστίζονται στην πόρτα κατά την επιβίβαση
λες και τρέμουν μην απομείνουν δίχως θέση ως τιμωρία που δεν ήταν πρώτοι την ουρά.Οι γυναίκες ταξιδεύουν όμορφες και επιμελώς στολισμένες,
αφού ξέρουν πως ολόκληρη η οικογένεια θα περιμένει να τις παραλάβει,
περίεργη για το ταξίδι,
για το αν έχουν αλλάξει, αν έχουν ίσως ομορφύνει, αν φορούν ρούχα καινούργια.
 
Πάντοτε σκέφτομαι τον Κορτάσαρ
και την περιγραφή του ταξιδιού του στη χώρα των κρονόπιος,
εκείνων των γλυκών ενοίκων της αθωότητας και του αυθορμητισμού.
Η Νικαράγουα, λοιπόν, χώρα των κρονόπιος.
Γνωρίζεις πως έχεις φτάσει πριν καν φτάσεις
απ’ όλα ετούτα τα σημάδια που περιγράφω
και που μέσα μου μονάχα την αγάπη και τη νοσταλγία αυξάνουν
για εκείνην την αναίδεια
με την οποία οποιοσδήποτε,
μη θέλοντας να διαβεί ατέλειωτους διαδρόμους σε αεροδρόμιο ξένο,
ζητά ένα καροτσάκι αναπηρικό.
Όταν φτάνουν τα αεροπλάνα απ’ τη Μανάγουα
οι υπάλληλοι σχηματίζουνε ουρά περιμένοντας τους επιβάτες
καθένας και μ’ ένα καροτσάκι αναπηρικό
λες και το αεροπλάνο κατέφθανε από μια χώρα αναπήρων.
Χαμογελώ
και φαντάζομαι τη γυναίκα που θα περιγράφει στη γειτόνισσα
τη στρατηγική που θ’ ακολουθήσει για να διασχίσει ένα αεροδρόμιο
δίχως να κάνει βήμα η ίδια ή να νοιαστεί για το οτιδήποτε.
Τον καιρό της επανάστασης πολλοί χειροκροτούσαν
όταν οι ρόδες έτριζαν στην άσφαλτο κατά την προσγείωση.
Σήμερα κανείς πια δεν χειροκροτεί μα η έξαψη παραμένει αδιάπτωτη.
Ελάχιστοι φτάνουν τόσο ενθουσιώδεις στην πατρίδα τους όσο οι συντοπίτες μου
Ελάχιστοι ταξιδιώτες γίνονται σήμερα δεκτοί με τέτοιο χαλασμό
από τις οικογένειες που στριμώχνονται πάνω στο τζάμι της αίθουσας
στην παραλαβή των αποσκευών
Όλοι τους εκεί, στέλνοντας φιλιά, σηκώνοντας τα χέρια μόλις δουν το πολυαναμενόμενο πρόσωποεκείνον ή εκείνην που προβάλλει μισοκρυμμένη πίσω από αμέτρητες πελώριες βαλίτσες
απαρέγκλιτα γεμάτες με δώρα για όλους.
 
Φτωχή είναι η χώρα μου
μα λάμπει σαν ουρανός πεσμένος κατά τύχη πάνω στη γη,
ουρανός σαν ριχτάρι απαλό
γλυκό και παιχνιδιάρικο, σαν μωρό παιδί στην αγκαλιά.
 
 
Ωδή στην προκολομβιανή Νικαράγουα (Oda a un país güegüense)
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς.
 
Η χώρα αυτή τα κρύα πόδια της αποθέτει στο στέρνο μου
μ’ ένα πρόσωπο, προσωπείο απαραγνώριστο στην παραμόρφωση της χλεύης.
Με αναγκάζει να εκλιπαρώ τον άνεμο να μου εξηγήσει την αδηφαγία τούτης της
[απάτης
τη φθορά, την αρπαγή, τη μυρωδιά της σήψης που κάποτε αναδίνουν
ακόμη και τα λουλούδια της τα πιο λαμπρά.
 
Η χώρα αυτή γνωρίζει πως δεν θέλω τα πονεμένα σωθικά της ν’ αντικρίσω,
τα πληγιασμένα σπλάχνα της, τις ουλές από πληγές μυριάδες
τα ίχνη από δόρατα αιχμηρά και μαχαιριές θαμμένες.
 
Η χώρα αυτή με κάνει να μισώ που οι αισθήσεις μου δεν ξεχωρίζουνε
και σβήνουνε τις ζοφερές οπτασίες πριν εκείνες με αγγίξουν:
πλάτες δαρμένες που στενάζουνε σαν στόματα,
πρόσωπα βασανισμένα, εγκαταλειμμένα απ’ την ελπίδα.
 
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα.
 
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα.
 
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες.
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο.
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου.
 
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει,
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει.
 
 
 
Ξενιτεμοί (Migraciones)
 
Έρχεται η ζωή και μας πιάνει απ’ τα μαλλιά
Βγάζει η γλώσσα της μαλλιά να μας χλευάζει
να γελάει μαζί μας
Να ’μαι εδώ, επιστρέφω στην εστία,
σαν ένα άψυχο κορμί
Η ψυχή έμεινε πίσω
στη χώρα τη μικρή όπου το όνομά μου
ακούει τον αντίλαλό του
κι όπου εγώ είμαι εγώ
Η αγάπη, ο κόσμος, μας μετατακινούν
σαν πουλιά αποδημητικά
μα υπάρχουνε κι εκείνοι που φτάνουνε απαθείς στις νέες τους οικίες
στα ήσυχα λημέρια και τους βοσκότοπους
όπως υπάρχουμε και οι άλλοι, που ποτέ δεν αναχωρούμε
παρά μονάχα κινούμαστε μες στου ταξιδιού τις ιεροτελεστίες
κι επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, σε αυτοκίνητα και λεωφορεία,
σακατεμένοι, με την αίσθηση του διαμελισμού
Ξενιτεμοί κατοικούν τον κόσμο
των χαμένων αναμνήσεων και ανθρώπων μισών,
άγλωσσων, καταδικασμένων σε νοσταλγία
Σύντομα πολύ θα βρίσκομαι στο μέρος όπου η ουσία μου
τον κύκλο θα κλείνει που σχηματίζει η οικογένειά μου
Μα ούτε εκείνοι ούτε εγώ θα κατέχουμε αλλήλους εξ ολοκλήρου
αφού γεωγραφία ολόκληρη θα με χωρίζει απ’ τη μόνη ζωή
όπου μ’ αναγνωρίζω.
 
 
Χριστούγεννα (Navidad)
 
Αντίθετα απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί
και περίμενα τον Santa Claus
φορτωμένο ένα σάκο όλο δώρα
να κατέβει από τα κεραμίδια του σπιτιού
απ’ τις υδροροές,
ενήλικη πλέον επιθυμώ
έναν Άγιο Νικόλα μ’ ένα σάκο
που να μπορεί μακριά να πάρει
τις ήττες, τους θανάτους και τους πολέμους
που μας άφησε ετούτη η χρονιά.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (1/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ  

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής  της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα,  μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:
Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!

 

Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.

Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.

Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…

 

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.