ταξιδιωτική λογοτεχνία

Ταξίδι στη Γεωργία (α΄): Πώς ξεκινήσαν όλα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κατά την διάρκεια της περεστρόϊκα παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα η ταινία Monanieba (Η Μετάνοια, 1987) του Τενγκίζ Αμπουλάτζε. Η προβολή της έγινε αφορμή να γνωρίσουμε και τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Πολύ σύντομα, η Ταινιοθήκη ή η Ίριδα (δεν θυμάμαι πια) έφερε την Vedreba (Η Ικεσία, 1967) και το Natvris Khe (Το δέντρο της επιθυμίας, 1977).

Ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Γεωργία, η Ικεσία αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Αμπουλάτζε. Ακατανόητη εν πολλοίς και δυσερμήνευτη ταινία, που με το πρόσχημα της αισθητικής απόλαυσης μιας ποιητικο-σουρρεαλιστικής διαδοχής εκφραστικών και καθηλωτικών εικόνων καμωνόμαστε πως κάτι καταλάβαμε, καταπώς έχουμε πράξει και με τις ταινίες του άλλου αρμενογεωργιανού ποιητή της οθόνης, του Παρατζάνοφ. Λέω δυσερμήνευτη για μας τους αμύητους, καθώς ενσωματώνει εικόνες και παραστάσεις, σημεία, χειρονομίες και σύμβολα που σχετίζονται με τελετουργικά, δοσοληψίες (ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων ή/και των πνευμάτων), αντιλήψεις και δοξασίες των Γεωργιανών, που βαστάνε αιώνες τώρα και που έχουν αξεδιάλυτα συνδέσει το καυκασιανό παγανιστικό παρελθόν με τον χριστιανισμό, που ρίζωσε νωρίς και εθνοταυτοτικά στις δασωμένες βουνοκορφές και πλαγιές του Καυκάσου.

(περισσότερα…)

Advertisement

Γιώργης Μανουσάκης, Οἱ κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Ἀπόγευμα. Ξεκινοῦμε μὲ τὸ λεωφορεῖο γιὰ μιὰ ἐπίσκεψη στὶς Κατακόμβες. Ἀκολουθοῦμε τὴν Ἀππία Ὁδό, τὸν πιὸ διάσημο ἀπὸ τοὺς μεγάλους ρωμαϊκοὺς δρόμους, ἔργο τοῦ τιμητῆ Ἄππιου Κλαύδιου Καίκου ποὺ τὴ διάνοιξε τὸ 312 π. Χ. γιὰ νὰ συνδέσει τὴ Ρώμη μὲ τὴν Καπύη. Ἀργότερα ὁ δρόμος ἐπεκτάθηκε ὣς τὸ Βρινδήσιο, τὸ σημερινὸ Μπρίντιζι, κι ἐξυπηρετοῦσε τόσο τοὺς ἐμπόρους ὅσο καὶ τὸ ρωμαϊκὸ στρατὸ στὶς γρήγορες μετακινήσεις του. Σὲ μερικὰ σημεῖα διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ἐπίστρωση μὲ μεγάλες σκουρόχρωμες ἡφαιστειακὲς πλάκες μ’ ἀκανόνιστα σχήματα. Κατὰ μῆκος τῆς Ἀππίας Ὁδοῦ σταυρώθηκαν τὸ 71 π. Χ. οἱ ἕξι χιλιάδες ἐπαναστάτες δοῦλοι τοῦ Σπάρτακου.

Ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο βλέπομε κάποιες ἐκκλησίες κοντὰ στὸ δρόμο. Κάποια ἀπ’ αὐτὲς πρέπει νά ’ναι ἡ Quo Vadis, Domine, χτισμένη ἐκεῖ πού, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, φεύγοντας ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Καισάρων, στὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν τοῦ Νέρωνα, συνάντησε τὸ Χριστὸ καὶ τόνε ρώτησε «Ποῦ πηγαίνεις, Κύριε;». Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Πηγαίνω στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ξανασταυρωθῶ». Κι ὁ πάντα εὐαίσθητος Πέτρος, γύρισε πίσω γιὰ νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριό του.

Κατεβαίνομε σὲ μιὰ μικρὴ πλατεία, ὅπου βρίσκονται σταματημένα κάμποσα τουριστικὰ λεωφορεῖα. Τὰ γκροὺπ ἔρχονται συγκροτημένα, παίρνουν τὸ καθένα τὸν ξεναγό του καὶ χάνονται. Ἐμεῖς περιμένομε. Εἴμαστε ἕξι Ἕλληνες –οἱ δυὸ Κύπριοι– κι ἤρθαμε χωρὶς ν’ ἀνήκομε σὲ καμιὰ μεγαλύτερη ὁμάδα. Ἕνας νεαρὸς μᾶς ρωτᾶ ἂν εἴμαστε Ἱσπανοί. Τοῦ ἀπαντοῦμε πὼς εἴμαστε Ἕλληνες. Μᾶς κάνει νόημα νὰ περιμένομε καὶ δὲ θ’ ἀργήσει. Ξανάρχεται μ’ ἕνα φορητὸ μαγνητόφωνο ὅπου κάποιος ἔχει ἠχογραφήσει τὴν ξενάγηση στὴ γλώσσα μας. Μπαίνει μπροστά, πατεῖ ἕνα κουμπὶ κι ἀρχίζει ἡ κάθοδος στὶς κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀρχαιότερο, τὸ μεγαλύτερο καὶ τὸ πιὸ γνωστὸ χριστιανικὸ κοιμητήριο τῆς Ρώμης.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἀκέφαλη φωνὴ ποὺ προπορεύεται ὑ/πάρχουν ἐδῶ 170 χιλιάδες τάφοι, σὲ διαδρόμους μάκρους εἴκοσι χιλιομέτρων, σὲ πέντε ἐπάλληλα πατώματα. Χωρὶς νὰ λογαριάσομε τὶς ἄλλες κατακόμβες –τῆς Δομιτίλλας, τῆς Πρίσκιλλας, τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τοῦ Πραιτεξτάτου, τῆς Via Latina… Οἱ κατακόμβες πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν διάκονο Κάλλιστο, δοῦλο ἀπελεύθερο, ποὺ ὁ πάπας Ζεφυρίνος τὸν εἶχε διορίσει προϊστάμενο τοῦ κοιμητήριου. Ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε πάπας, ἀπὸ τὸ 217 ὣς τὸ 222 μ. Χ., ἔβαλε κι ἄνοιξαν κι ἄλλους τάφους.

Ἔχομε κατεβεῖ στὸ δεύτερο ἐπίπεδο τῶν κατακομβῶν κι ἀρχίζομε νὰ νιώθομε τὴν ὑγρασία τοῦ ὑπόγειου χώρου. Ὁ διάδρομος ποὺ ἀκολουθοῦμε στρίβει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά, συχνὰ διακλαδίζεται, ἔτσι ποὺ ἔχεις τὴν ἐντύπωση πὼς βαδίζεις σ’ ἕνα λαβύρινθο, ὅπου χωρὶς τὸν ὁδηγὸ θἀ χανόσουν. Οἱ διάδρομοι φωτίζονται κατὰ διαστήματα ἀπὸ μικροὺς προβολεῖς. Εἶναι στενοί, καὶ στὰ δυὸ τοιχώματά τους ἔχουν σκαλιστεῖ στὴ μαλακὴ πέτρα οἱ ὀρθογώνιοι ὁριζόντιοι τάφοι, οἱ loculi, σὲ μακριὲς σειρές, ὣς πέντε ὁ ἕνας πάνω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Μοιάζουν σὰν ἔπιπλα ποὺ τοὺς ἔβγαλαν τὰ συρτάρια. Μιὰ ὁλόκληρη πόλη νεκρῶν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, μὲ τὶς πέτρινες πολυκατοικίες της. Κοιτάζεις ἀπὸ περιέργεια τὶς φωτιζόμενες θῆκες. Εἶν’ ἄδειες –τὸ πολὺ μὲ μιὰ χούφτα σκόνη στὸ βάθος τους.

Κατὰ διαστήματα οἱ διάδρομοι φαρδαίνουν καὶ παρεμβάλλονται τάφοι ποὺ ξεχωρίζουν. Εἶναι μεγαλύτεροι μὲ μιὰ καμάρα ἀπὸ πάνω τους: τὰ arcosolia. Κάποτε διακρίνονται παραστάσεις ζωγραφισμένες πάνω ἀπὸ τὴν ἁψίδα, ὅπως στὸν τάφο τῶν Πέντε Ἁγίων: Πέντε ἀνθρώπινες μορφές, ἀρκετὰ φθαρμένες ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὴν ὑγρασία, ὄρθιες, μὲ τὰ χέρια ἀνοιχτὰ στὰ πλάγια, σὲ στάση δέησης. Μιὰ τέχνη λίγων χρωμάτων κι ἁπλῶν γραμμῶν, συγκινητικὴ στὴν ἀφέλειά της. Μὲ κάποια προσπάθεια μπορεῖς νὰ διαβάσεις καὶ τὰ ὀνόματα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους, ποὺ εἶν’ ὅλα ἑλληνικά, ἂς εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες: DIONYSIA, NEMESIOS, PROCOPIOS, ELIODORA, ZOE, ARCADIA.

Μπροστὰ ἀπὸ τὴν καμάρα τοῦ τάφου τοῦ διάκονου Severus εἶναι στημένη σὲ μιὰ βάση μιὰ μαρμάρινη πλάκα μὲ πυκνὰ γράμματα. Γράφει πὼς ὁ κληρικὸς τοῦτος μὲ ἐξουσιοδότηση τοῦ πάπα Μαρκελλίνου (296-304), εἶχε στὴ διάθεσή του ἕνα διπλὸ cubiculum (νεκρικὸ θάλαμο), μὲ ἕνα arcosolium καὶ ἕνα φεγγίτη, γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ ὡς τάφος τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του. Στὴ συνέχεια ἡ ἐπιγραφὴ ὑπαινίσσεται τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἡ νέα Severa θὰ κεῖται σ’ αὐτὸν τὸν οἶκο τῆς εἰρήνης ἕως ὅτου ὁ Κύριος ἐπαναφέρει στὸ σῶμα της τὴν ἀθάνατον ψυχήν της.

Στὴν κρύπτη τῆς Ἁγίας Καικιλίας, στὸ βαθούλωμα τοῦ τάφου ἔχει τοποθετηθεῖ ἕνα ἀντίγραφο τοῦ ἀγάλματός της, ἔργου τοῦ γλύπτη Μαντέρνο. Στὸ πρώτο ἀντίκρυσμά του ξαφνιάζεσαι σὰ νὰ βρῆκες μπροστά σου τὸ πραγματικὸ σῶμα ἑνὸς νεκροῦ. Ἡ νεαρὴ Ρωμαία ποὺ πέθανε ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, ὅπως κι ὁ μνηστήρας της, τὸ 230 μ. Χ. στὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρου Σεβήρου, εἶναι ξαπλωμένη στὸ δεξὶ πλευρό, μὲ τὰ δυὸ χέρια σὰ δεμένα μπροστά, καὶ τὸ πρόσωπο γυρισμένο πρὸς τὸ ἔδαφος. Ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ μοιάζει νὰ κοιμᾶται. Χωρὶς συγκεκριμένο πρόσωπο, σὰ νὰ συμβολίζει ὅλους τοὺς μάρτυρες τούτης τῆς ὑπόγειας πολιτείας.

Στὸν τοῖχο εἶναι ζωγραφισμένο τὸν 7ο αἰώνα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸν γνωστὸ μὲ τὰ μακριὰ μαλλιά, τὰ γένια καὶ τὸ φωτοστέφανο τύπο. Μπροστά του εἶναι τοποθετημένο ἕνα μικρὸ τραπέζι μὲ δυὸ κηροπήγια κι ἕναν χάλκινο Ἐσταυρωμένο.

Σὲ κάποιο σημεῖο τῶν κατακομβῶν εἶναι λαξευμένο ἕνα εὐρύχωρο παρεκκλήσι, ποὺ ἠ θολωτὴ στέγη κι οἱ δυὸ μακρὲς πλευρές του εἶναι χτισμένες μὲ ρωμαϊκὰ τοῦβλα. Τὸ δάπεδο εἶναι πλακόστρωτο καὶ στὰ πλάγια ἔχει μαρμάρινους κορινθιακοὺς κίονες μὲ λεπτὲς στριφτὲς ραβδώσεις. Ἐδῶ εἶναι θαμμένοι ἐννιὰ πάπες τοῦ 3ου αἰώνα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θανατώθηκαν κατὰ τοὺς διωγμούς. Εἶναι μὲ τὴ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητάς τους ὁ Ποντιανός (230-235), ὁ Ἀντέρως (236), ὁ Φαβιανός (236-250), ὁ Λούκιος (253-254), ὁ Στέφανος ὁ Α’(254-257), ὁ Σίξτος ὁ Β΄ (257-259), ὁ Διονύσιος (259-268), ὁ Φέλιξ (269-274) κι ὁ Εὐτυχιανός (275-283). (Δὲν πρέπει, βέβαια, νὰ ξεχνοῦμε πὼς οἱ πάπες ἐκείνων τῶν χρόνων δὲν ἤτανε παρὰ ἁπλοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ρώμης). Μπροστὰ ἀπὸ τοὺς τάφους των τοὺς λαξευμένους στοὺς τοίχους κρέμονται ἁπλὰ καντήλια.

Στὴν κρύπτη τῆς Λουκίνας διατηρεῖται ἀρκετὰ καλὰ ἡ νωπογραφία ἑνὸς Καλοῦ Ποιμένος ζωγραφισμένου μὲ καστανὸ καὶ κίτρινο χρῶμα. Μὲ τὸ ἕνα του χέρι κρατᾶ μπροστὰ ἀπὸ τὸ στῆθος του τὰ πόδια τοῦ ἀρνιοῦ καὶ μὲ τ’ ἄλλο ἕναν κάδο. Δυὸ πρόβατα στέκονται δεξιὰ κι ἀριστερά του.

Σ’ ἕναν ἄλλο τοῖχο, ποὺ ὁ ἄσπρος σουβᾶς του ἔχει πέσει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, εἰκονίζεται τὸ Εὐχαριστιακὸ Δεῖπνο. Στὸ ἡμικυκλικὸ τραπέζι κάθονται ἑφτὰ ἀνθρώπινες φιγοῦρες, ὅμοιες ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, ἐνῶ στὶς δυὸ μεριὲς τῆς τράπεζας εἶναι ἀκουμπισμένα χάμω δέκα μεγάλα καλάθια μὲ ψωμιά.

Στὴ σπασμένη πλάκα ἑνὸς τάφου εἶναι χαραγμένο τὸ μονόγραμμα . Τοῦτο τὸ ἁπλό, ἄτεχνο σημάδι, εἶναι πιὸ συγκινητικὸ κι ἀπὸ τὶς σχεδὸν παιδικὲς κάποτε τοιχογραφίες. Ἐκφράζει τόση πίστη, τόση βεβαιότητα. Φαντάζομαι τὸν λιθοξόο νὰ χτυπᾶ μὲ τὴ σμίλη ὥρα τὸ μάρμαρο γιὰ νὰ σκαλίσει τοῦτες τὶς τρεῖς διασταυρούμενες εὐθεῖες μὲ τὸ μικρὸ  κύκλο στὴν ἄκρη τῆς μεσιανῆς. Δὲν ἐχάραζε δυὸ γράμματα, ἔθετε τὴ σφραγίδα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γι’ αὐτὸν ἴσως μαρτύρησε ὁ «κεκοιμημένος». Ὁ Θεὸς ὑπόγραφε μὲ τὸ χέρι του ὅτι ὁ νεκρὸς παραδόθηκε στὴν αἰωνιότητα. Ἀσφαλισμένο τὸ σῶμα του στὸ κοίλωμα τοῦ τοίχου περιμένει τὸν ἦχο τῆς σάλπιγγος.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

 

Σ.τ.Ε.: Τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ τὶς σελίδες 279-285 τοῦ Α΄ τόμου τοῦ ἀνέκδοτου δίτομου χειρόγραφου  (πρώτης γραφής, με μικρές διορθώσεις) βιβλίου τοῦ συγγραφέα μὲ τὶς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις ἀπὸ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996· ἄρχισε νὰ τὶς γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997 σὲ λυτὰ φύλλα (σχήματος Α5). Ὁ Α΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 367) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη καὶ ὁ Β΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 261) ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι.

 

Γιώργης Μανουσάκης, Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι μικρὸ ἀπόσπασμα (σελίδες χειρογράφου 341-348) ἀπὸ ἀνέκδοτο δίτομο χειρόγραφο βιβλίο ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997, μετὰ τὰ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία (μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν) τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996. Ὁ πρῶτος χειρόγραφος τόμος (σελίδες 367, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη. Ὁ δεύτερος τόμος (σελίδες 261, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι. Ὁ τίτλος τῆς παρούσας δημοσίευσης εἶναι τῆς ἐπιμελήτριας.

⸟  ⸞  ⸟

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἡ Piazza di Spagna, μιὰ πλατεία σχετικὰ μικρὴ χωρὶς τίποτα τὸ ξεχωριστό, σοῦ χαρίζει τὴ μοναδικὴ θέα τῆς Scalinata, ποὺ στὴν κορφή της ὑψώνεται ἡ ἐκκλησία τῆς Trinita dei Monti. Εἶναι καλοκαίρι καὶ λείπουν οἱ γλάστρες μὲ τὰ κόκκινα καὶ κίτρινα λουλούδια. Ἡ φαρδιὰ σκάλα ἀνεβαίνει γυμνὴ κι ἀστόλιστη. Κοντοστέκεται στὰ τρία κεφαλόσκαλα, χωρίζεται σὲ δυό, σμίγει στὸν πρῶτο ἐξώστη μὲ τὰ κολονάκια γιὰ νὰ ξαναχωριστεῖ μπροστὰ στὸν τοῖχο μὲ τὸν ὀβελίσκο κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πλατειούλα, ποὺ σχηματίζεται μπροστὰ καὶ χαμηλότερα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, συνεχίζει τὴν ἄνοδο, ὥσπου νὰ ἑνωθοῦν οἱ δυὸ βραχίονές της ὁριστικὰ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ἡ κλίμακα μὲ τὰ διάφορα ἐπίπεδά της, πλαισιωμένη ἀπὸ παλιὰ χτήρια, μὲ τὰ δίδυμα καμπαναριά τῆς Trinita dei Monti νὰ προβάλλεται στὸν οὐρανό, σχηματίζει μιὰ γοητευτικὴ σκηνογραφία. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι ντόπιοι καὶ ξένοι ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἀδιάκοπα, σταματοῦνε στοὺς ἐξῶστες ν’ ἀπολαύσουν τὴ θέα ἢ κάθονται στὰ σκαλοπάτια νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀπὸ ’δῶ δὲν περνοῦν αὐτοκίνητα κι ὅλος ὁ χῶρος ἀνήκει στοὺς περιπατητές.

Μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία χτίστηκε τὸ 1495 γιὰ τοὺς Γάλλους καθολικοὺς τῆς Ρώμης, ἔπειτα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας Καρόλου τοῦ Ζ΄, κι ἡ Scaleria ἔγινε τὸ 1723 ἀπὸ τὸ Γάλλο πρεσβευτὴ ποὺ δαπάνησε καὶ τ’ ἀνάλογα χρήματα, ἡ πλατεία πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὸ Palazzo di Spagna ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 17ο αἰώνα στὴ νοτιοδυτικὴ γωνιά της καὶ στέγασε τὴν ἱσπανικὴ πρεσβεία.

Ἡ περιοχὴ τῆς Πλατείας ἤτανε παλιότερα τόπος συγκεντρώσεων καὶ διαμονῆς ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν. Ἐδῶ γύρω κατοικήσανε κατὰ καιροὺς ὁ Ροῦμπενς, ὀ Μπάυρον, ὁ Τέννυσον, ὁ Λίστ, ὁ Βάγκνερ, ὁ Μπαλζάκ, ὁ Σταντάλ. Σ’ ἕνα σπίτι, δεξιὰ τῆς σκάλας πέθανε ὁ Τζὸν Κὴτς τὸ 1821 στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια. Τὸν τραβοῦσε κι αὐτὸν ἡ γοητεία τῆς Μεσογείου, ὅπως καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους κορυφαίους ἄγγλους ρομαντικούς, τὸν Μπάυρον καὶ τὸν Σέλλεϋ, ποὺ ἀφήσανε τὴν τελευταία  πνοή τους στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία. Γιὰ τὸν Κὴτς συνέτρεχε κι ἕνας πρόσθετος λόγος. Ἀναζητοῦσε τὸ μεσογειακὸ ἥλιο, μήπως καὶ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὴ φυματίωση ποὺ ἔπασχε. Ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ φίλου του Τζόζεφ Σέβερν, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Ρώμης. Εἶχε συναίσθηση τῆς κατάστασής του ὅταν ἔλεγε: «Ζῶ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ νιώθω κιόλας τὰ λουλούδια νὰ φυτρώνουν ἀπὸ πάνω μου». (περισσότερα…)

Λίλα Κονομάρα: Το διαλανθάνον παντού

Βέης 

Γιώργος Βέης, Παντού. Μαρτυρίες,
μεταμορφώσεις, Κέδρος 2015

Τι υποδηλώνει ένας σταθμός χωρίς τραίνα; Πώς οι στίχοι των ποιημάτων περπατούν στον κόσμο ανεβασμένοι πάνω σε μια χάρτινη, κινέζικη ομπρέλα; Τι είναι τα πανδοχεία του Άδη στη Γιοκοχάμα; Πώς τα γλυκίσματα που δεν είναι γλυκά εκφράζουν την ιδέα της απόλυτης ηδύτητας;

Σαν τις ατέρμονες παραλλαγές σε ένα θέμα, το Παντού αποτελεί το έβδομο βιβλίο του Γιώργου Βέη με θέμα την Άπω Ανατολή και το απόσταγμα της θητείας του σ’ αυτήν. Σιγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, οι τόποι αυτοί μοιάζουν να στοιχειώνουν το συγγραφέα που επανέρχεται με την προσήλωση εμμονικού εραστή, προσθέτοντας κάθε φορά μία νέα πλευρά, μια καθοριστική λεπτομέρεια σ’ ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Ο ίδιος ανιχνεύει στα παιδικά του χρόνια και στο πολύωρο ταξίδι για τη Σάμο κάθε καλοκαίρι τις απαρχές αυτής της βαθιάς επιθυμίας. Η διαδικασία της μετάβασης φαίνεται να επηρέασε και την επιλογή του επαγγέλματος του διπλωμάτη. Η πολύχρονη μαθητεία του στην Ασία, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του του ποιητή, συνιστούν ιδιαίτερη συνθήκη για την ταξιδιωτική λογοτεχνία και προσδίδουν στα κείμενα αυτά μια ξεχωριστή ποιότητα και γοητεία.

Τι είναι όμως ο τόπος για τον Βέη; Πρόκειται για μια σύνθετη έννοια με πολλαπλές συνδηλώσεις. Είναι ένα πολύπλοκο με αναρίθμητες παραλλαγές σύστημα σαν του σκακιού, μας λέει, ασπαζόμενος τη ρήση του Καλβίνο, είναι «το νυν και το επερχόμενο», αυτό που δεν παύει ούτε στιγμή να συντελείται. Είναι αυτό που δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις όσες φορές κι αν τον επισκεφθείς, ένα μόνιμο αίνιγμα που θα σου διαφεύγει και θα σε καλεί να επιστρέψεις. Είναι το διαλανθάνον παντού. Η Σιγκαπούρη συναρπάζει με τις αντιφάσεις της, την έκρηξη των όγκων και τη σφοδρότητα των ανατροπών που φέρνει ένα τσουνάμι, την ευμάρεια της φιλελεύθερης οικονομίας που υπονομεύεται διαρκώς από μια αίσθηση ματαιότητας των εγκοσμίων, την πνευματικότητα του βουδισμού που ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους υπερσύγχρονους ουρανοξύστες, την ατέρμονη διαδικασία του κύκλου από την αίγλη στον αφανισμό. Μέσα από μια διαδικασία σταδιακής μύησης, η Ιαπωνία σε καλεί να αποκρυπτογραφήσεις τον πολυσύνθετο κώδικα εθιμοτυπίας που την διακρίνει, υπενθυμίζοντάς σου διαρκώς με την αμφισημία της το πόσο επισφαλής θα ήταν κάθε απόπειρα ερμηνείας. Πώς δίπλα στα πιο προηγμένα τεχνολογικά επιτεύγματα, συνυπάρχει αρμονικά η πίστη ότι τα πνεύματα των νεκρών κυκλοφορούν ελεύθερα ή ότι τα αγαλματίδια στην είσοδο των σπιτιών προστατεύουν από το Κακό; Η μοναδική αυτή χορογραφία των παλαιστών Σούμο είναι «εγκώμιο στη Μάζα», «πρόλογος ενός συμβολικού θανάτου» ή «παράταση στο μέλλον ενός ευδιάκριτου μυθικού στοιχείου;» Πώς το όνομα προκαθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου στην Κορέα;

Ο τόπος είναι παράλληλα η αποδοχή του άλλου, του αλλότριου. Στην Κίνα, αυτό καθίσταται πιο εμφανές από παντού: η σταδιακή προσέγγιση με τη Δύση, η προσπάθεια επικοινωνίας, η σπουδαιότητα της γλώσσας ως εικαστικού συμβόλου μα και ως γέφυρας. Ο Βέης μας μιλάει για μια παλιά παράδοση «ταχυγραφής» η οποία μεταφέρεται στο ηλεκτρονικό παρόν των μέηλ και των sms. Αυτές οι ιστορίες των εκατό λέξεων εμφανίστηκαν την περίοδο που άνθησε η κλασική λογοτεχνία, και επανέρχονται σήμερα με τον όρο «hint-fiction». Πρόκειται για μικρο-μυθιστορήματα τα οποία ενίοτε συνοδεύονται και από σχόλια αναγνωστών, επιμερίζοντας έτσι την αφήγηση σε πολλά πρόσωπα. Αυτή θα είναι άραγε η λογοτεχνία την εποχή των ταχυφαγείων, αναρωτιέται ο συγγραφέας, ή μήπως όπως έλεγε ο Ντε Γκολ «η Ανατολή είναι ένα σταυροδρόμι. Περνούν τα πάντα απ’ αυτήν. Θρησκείες, στρατεύματα, αυτοκρατορίες, αγαθά, χωρίς κατ’ ουσίαν να κινείται τίποτα».

Ταυτόχρονα, ο τόπος αναδύεται από μέσα μας, από αυτό που είμαστε και από αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Η μετάβαση συμβαδίζει με τον πόθο μας να «διαγράψουμε τις καταναγκαστικές συνήθειές μας», όπως λέει ο Βέης, να υπερβούμε τα όριά μας και να ανακαλύψουμε μια άλλη διάσταση του εαυτού. Ο άλλος τόπος γίνεται δηλαδή ο τόπος των ανεκπλήρωτων ονείρων.

Για τον ταξιδιώτη-ποιητή όμως, ο τόπος παίρνει και μια άλλη διάσταση: είναι όπως αναφέρει «ένα πρόπλασμα δοκιμίου», ένας «ζωτικός πίνακας», η Σιγκαπούρη «ένα νησί περγαμηνή», «μια σπουδαία συλλογή διηγημάτων» «μια ολοκληρωμένη αφήγηση». Τι είναι άλλωστε η συγγραφή αν όχι ένα ατέλειωτο ταξίδι; Στις πολλαπλές του αναγνώσεις, το τοπίο, όπως κάθε κείμενο, γεννάει ένα νέο, είναι ταυτόχρονα συνεχής αναγωγή και δημιουργία. Τα σύννεφα γίνονται λέξεις που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί, «γλωσσοέμβρυα» τα ονομάζει, «νέφη πολλαπλών συγκινήσεων», γιατί όπως οι λέξεις φέρουν το καθένα το δικό του φορτίο, σχήμα, μετεωρισμό. Ο τόπος είναι ένα βιβλίο που γράφεται. Στις εντυπώσεις και τους οξυδερκείς στοχασμούς, έρχεται να προστεθεί η ποιητικότητα της γραφής του Βέη καθιστώντας πολλαπλή την απόλαυση και κομίζοντας μια νέα πρόταση στην ταξιδιωτική ελληνική λογοτεχνία.

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τον εκάστοτε τόπο ως προσκυνητής, με σεβασμό και ευλάβεια, με τις αισθήσεις τεταμένες, αλλά και με την πνευματική του σκευή: «Βλέπω, δοκιμάζω, αγγίζω τη Σιγκαπούρη σαν καρπό του νου», λέει. Στις περιηγήσεις του, κοιτάζει παντού, αντλεί από παντού: παρατηρεί το φυσικό τοπίο μα και τις αρχιτεκτονικές και υφολογικές αναμίξεις, την οργάνωση του κράτους και τους θεσμούς, παρακολουθεί τη ζωή να ξεδιπλώνεται ως και στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, θίγει κοινωνικά προβλήματα, παραθέτει εν συντομία κάποιο ιστορικό στοιχείο, συνδιαλέγεται με την παγκόσμια λογοτεχνία, ανασύρει μνήμες και προσωπικά βιώματα, προβαίνει σε αισθητικές αποτιμήσεις και φιλοσοφικούς στοχασμούς. Προσπερνώντας ντετερμινιστικές ερμηνείες, στερεότυπα και απλουστευτικές αναγωγές, ο συγγραφέας αφήνεται σε συνειρμούς, ανιχνεύει ομοιότητες, επιρροές, προβαίνει σε μια συγκριτική θεώρηση των πολιτισμών, προσπαθώντας να βρει, κάτω από τις διαφορές, το νήμα που τους συνδέει, το παντού, τους «κοινούς παρονομαστές έκφρασης» όπως λέει σε όλες τις χώρες του κόσμου, όπως λόγου χάριν τη σπείρα. Κάθε φορά, βγαίνει έξω από το οικείο για να το ανακαλύψει εκ νέου, καθώς το ξένο του αποκαλύπτει ταυτόχρονα το πάτριο. Έτσι, σταδιακά συγκροτεί έναν νέο εαυτό και μια άλλη αντίληψη του κόσμου που τον περιβάλλει. Πέρα λοιπόν από «φορέας», «φερέφωνο τοπίου», ο συγγραφέας είναι εγκιβωτισμένος σ’ αυτό, αφού η κάθε ερμηνεία που επιχειρεί είναι ερμηνεία του θέματος αλλά από τη σκοπιά του ερμηνευτή. Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη διότι την ίδια στιγμή που προσδιορίζει, επαναπροσδιορίζεται και ο ίδιος. Γιατί το ταξίδι δεν είναι μόνο μετατόπιση του σώματος μα και του μυαλού και μετατρέπει την επιστροφή σε μια καινούρια εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο τελειώνει με ένα κεφάλαιο-μνεία στη γενέθλια γη. Διαγράφοντας άλλον έναν από τους ατέρμονους κύκλους της σπείρας, ο συγγραφέας, ως άλλος Οδυσσέας, κατακλύζεται από τον πόθο του νόστου. «Το συναρπαστικό μέρος ενός ταξιδιού», μας λέει, «είναι μάλλον η ανάμνησή του. Ίσως διότι την επινοούμε σ’ ένα βαθμό. Αυτό θα πει επιστροφή».