σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Νάγια Οικονομοπούλου, Ο μάγος

*

O ΜΑΓΟΣ

Ο μάγος πέρασε κι απ’ την δική μας γειτονιά. Μαζωχτήκαν οι γυναίκες γύρω του σαν το μελίσσι. Μυρμηγκιά μαυροφορούσα, πρόσφυγες από την Μικρασία όλες, απ’ τα χωριά τής Προύσας εμείς.

Στάθηκε κείνος ανάμεσα στις γυναίκες, τις κοίταξε καλά-καλά, αναμετρήθηκε με τις συφορές τους, ζύγισε τα μάτια τους, τα φρύδια τους, που βάραιναν απ’ τις ρυτίδες τους στο μέτωπο.

Οι γριές οι μαντιλοδεμένες σκέπασαν το στόμα τους με την άκρια του τσεμπεριού που πέρσευε από το δέσιμο το χαλαρό κάτ’ από το σαγόνι.

Μια-δυο, πιο νέες, ήρθανε με τα χέρια τους βρεμένα, με τις ποδιές τους μουσκεμένες απ’ τα νερά τής σκάφης.

Η μάνα μου πήγ’ από τις πρώτες, τάχα να κοροϊδέψει, μα ήτανε τα μέσα της σφιγμένα, μπερδεμένα.

Οι γυναίκες άρχισαν σιγά-σιγά να στενεύουν γύρω του τον κύκλο. Τράβηξαν τα παιδιά τους πίσω, τα  ’διωξαν πέρα, να παν να παίξουν, τα ’σπρωχναν άγρια σαν να ‘ταν ξένα. (περισσότερα…)

Έλλη Παπά, Το σκάκι του μέλλοντος

*

Πολλοί αναρωτιούνται αν η ζωή μας είναι στην πραγματικότητα ένα πρόγραμμα με κωδικούς και αμέτρητα νούμερα. Αλλά είμαι η μόνη που έφτασε τόσο κοντά στην αλήθεια.

Όταν γεννήθηκα δεν έβλεπα καθαρά. Τα χρώματα, οι φιγούρες, τα χαμόγελα χωρίζονταν σε μικρά κουτιά, ψηφίδες. Ποτέ δεν το αποκάλυψα, φοβόμουν. Δεν ένιωθα τίποτα όταν έπεφτα στο τραχύ έδαφος του τσιμεντένιου δρόμου, ούτε όταν με άγγιζαν τ’ απαλά χείλη της μητέρας μου στο μάγουλο. Είχα ξεφύγει από το πρόγραμμα και τελικά ήμουν η μόνη που πραγματικά είχε την ικανότητα να δει.

Για χρόνια προσπαθούσα να αρνηθώ την σκληρή αλήθεια. Χιλιάδες σκέψεις κατέλαβαν το μυαλό μου και με βασάνιζαν καθημερινά. Αυτοί που αγαπώ είναι απλώς προγράμματα; Η αγάπη που ισχυρίζονται ότι νιώθουν για μένα είναι αληθινή; Είναι όλα γύρω μου ψεύτικα, ολογράμματα; Τόσες θεωρίες, τόσες πιθανές απαντήσεις. Σ’ έναν κόσμο με δισεκατομμύρια άτομα ήμουν μόνη, ή μήπως όχι; (περισσότερα…)

Ειρήνη Καλτσά, Το κουτί με τις μοναξιές και άλλες ιστορίες

 *

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Όταν τρύπωσα στο σκοτεινό κουτί με τις μοναξιές, ο χώρος μού φάνηκε στενός. Παράξενο, σκέφτηκα. Ποιος άλλος είναι εδώ και πιάνει χώρο; Δε βλέπω μήτε ακούω κανέναν. Αυτό είναι το δικό μου κουτί. Κι αν πάλι είναι κάποιος άλλος δίπλα μου, τότε δεν μπορεί αυτό να είναι το κουτί της μοναξιάς.

Η σκέψη δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Το πήρα απόφαση να βγω έξω από το κουτί να λύσω τον γρίφο. Με δυσκολία μπορούσα να κινηθώ, καθώς σκόνταφτα πάνω στις τέσσερις πλευρές μες στο σκοτάδι. Όσο κι αν έψαξα, άνοιγμα δεν κατάφερα να βρω. Δεν έμενε άλλη λύση παρά να σκάψω με τα νύχια μου κι αν χρειαστεί να τρυπήσω με τα δόντια μου μια πλευρά. Διάλεξα μια στα σκοτεινά. Μες στο κουτί της μοναξιάς όλες οι πλευρές είναι ίδιες.

Έσκαβα και δάγκωνα όλη μέρα. Τα νύχια μου γέμισαν κονίαμα της σιωπής, το στόμα μου κατάπινε το ξύλο της απουσίας. Ώσπου κατάφερα και άνοιξα μια τρύπα τόση όση χωρούσε το κεφάλι μου. Σκοτάδι υπήρχε κι απ’ την άλλη πλευρά.

Προχώρησα ψηλαφιστά και βρήκα κι άλλο κουτί. Απελπισία με κατέλαβε στην αρχή. Όμως, σε λίγο άρχισα να σκάβω κι άλλο. Να βγω απ’ το δεύτερο κουτί. Κι ύστερα βρήκα κι άλλο κι άλλο. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)