σύγχρονη ελληνική ποίηση

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Καντάτα γιὰ ἕναν μύθο

*

ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ

Δὲν ξέρω πῶς ξεκίνησα νὰ πέφτω
πῶς ἄρχισε ὅλο αὐτὸ δὲν τὸ θυμᾶμαι
τὴ μιὰ στιγμὴ ἀνέβαινα τὴν ἄλλη
χωρὶς νὰ ξαφνιαστῶ ἢ ν’ ἀναρριγήσω
βρέθηκα νὰ γλιστράω πρὸς τὸ κενό
Γιατὶ ὣς τότε ἀνέβαινα Ἀκόμη
νιώθω στὰ μάγουλά μου τὴν ἀνάσα
ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ ἥλιου τῶν ἀνέμων
τὸ ρίπισμα στὸ μέτωπο Ὁ ἀέρας
στὰ ὕψη ἐκεῖ λὲς πὼς δὲν ἔχει σῶμα
ὅσο ἀνεβαίνεις τόσο καὶ ἀραιώνει
διαστέλλεται διογκώνεται στὸ στῆθος
σ’ ἁρπάζει σὰν ἀνάλαφρη εὐφορία
τὶς φλέβες σου ποτίζει ἀργὰ σὰν μέθη
σὲ πείθει πὼς ἀλήθεια ἔχεις φτερά (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ίσως έρθω ένα βράδυ…

*

ΙΣΩΣ ΕΡΘΩ ΕΝ ΒΡΑΔΥ…

Ίσως έρθω ένα βράδυ
σαν άλογο στιλπνό
ή σ’ όνειρο
ντυμένη στα λευκά
κάπου στον ύπνο
ίσως σε πιάσω

Κι αν με περίμενες
αν δεν έχεις κοιμηθεί
αν μυστικά στο στήθος σου μπορούσες να κρατήσεις
την καρδιά μου θα δεχτώ να σταματήσω
στα χείλη σου

Ίσως έρθω ένα βράδυ
ξαφνικά
σαν δέηση νυχτερινή
και σαν βαθύ σελάγισμα
μια άσκοπη φωτοχυσία
σ’ αντικρινό γιαλό
φωτιάς λαμπάδα (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, Μικρά χωνάκια μωβ

*

*

ΜΙΚΡΑ ΧΩΝΑΚΙΑ ΜΩΒ
( 1971 )

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία
μπλεγμένα με κισσούς
κι άστρα της Ανδρομέδας
στα πράσινα καφασωτά
και τις αγριελιές
καθώς η θάλασσα βροντούσε
πολύ μακριά και πέρα
κι ήτανε σούρουπο ή βράδυ
κάπου μετά το Φάληρο
ή κάπου αλλού,
πιο απόκοσμα –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία –
και πέτρωνε ο καιρός
όταν ανίδεος κι αθώος
δεν ήθελες παρά το πέρασμα
στο πουθενά
και συνωστίζονταν πλήθη από σκιάχτρα
ζωντανά που περπατούσαν
κι από βαγόνια που το καθένα τους
το ’λεγαν «Πόθο»
στα περιθώρια της πόλης
γεμάτα σιδερένια τραπεζάκια
και πεζοδρόμια
όπου μυρίζανε ανθοπωλείο
θεότρελα τα συντριβάνια –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία–
σε νεοκλασικά ξενοδοχεία
βασίλεια της κατσαρίδας
που σαν στόλισμα ανάγλυφο
των Φαραώ ή σπιτικός σκαραβαίος
καθότανε υπέρκομψη
στου τραπεζιού το μάρμαρο
όπου κάποτε ακούμπησε ίσως
κάποια ασπρόμαυρη ντίβα
και μίλησε επιτέλους καθημερινά
λίγο μετά την καθαρευουσιάνικη,
σαν ουρά παγωνιού, γλώσσα
της «Φαύστας» – (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τρία ποιήματα για τη φιλία, την αγάπη και την πίστη

*

Σε μια φίλη

Ο πλάνητας αποζητά μια φίλη
κι όταν τη βρίσκει μέσα στον χειμώνα
ευγνώμων στην εστία της στεγνώνει
τα απεριποίητα μαλλιά του. Κοίτα:

είναι άνοιξη κι οι στίχοι δεν αξίζουν
παρά σαν μια κατάφαση γενναία.
Μια φλέβα από ζωή, μα οι μήνες τρέχουν
και κάποτε οι θνητοί φυλλορροούμε.

Στην αύρα σου με δρόσισε για λίγο
μια αθάνατη ψευδαίσθηση – τι τρέλα
αλήθεια για τις λογικές ψυχές μας.

~.~ (περισσότερα…)

Λητώ Σεϊζάνη, Τα ποιήματα του ήλιου

*

1. Ήλιε υπάρχεις

Την ύπαρξή σου είχα ξεχάσει
Σ’ αυτή την χώρα του βορρά
Ήλιε, το φως σου είχα χάσει
Ήταν οι μέρες μου μια επανάληψη μουντή
Ενός ατέλειωτου χειμώνα
Με τις ειδήσεις της πανδημίας
Και του πολέμου της Ουκρανίας
*
Ήλιε, σε βρίσκω σήμερα ξανά
Υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω
Βγαίνει ο κόσμος στα μπαλκόνια
Νέοι και γέροι στα πεζοδρόμια
Απολαμβάνουν τις λαμπρές ημέρες
Και την ζωή σαν θείο δώρο
*
Ήλιε, υπάρχεις, δεν τολμώ να το πιστέψω (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Ποιήματα

*

Επιείκεια

Καθώς μεγαλώνουμε,
μεγαλώνει και η μεταξύ μας απόσταση
στο τραπέζι που καθόμαστε για το καθημερινό φαγητό.
Μια λελογισμένη απομάκρυνση
υποστηρίζεται από πολλούς
αγνοώντας τη μη λελογισμένη διάσταση
που υποσκάπτει την απόλαυση της γεύσης,
υποδορίως, διαμέσου της συνεχούς μείωσης
της εγγύτητας των σωμάτων ή αλλιώς
αυξάνοντας την απουσία της αφής.
Καταλαβαίνεις γιατί ομιλώ,
πως θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί
Ανεξαρτήτως τι ευχόμουνα, δεν είχα λάβει
στα υπόψη ότι τα σώματα καμπουριάζουν
από το βάρος της απρόσκλητης σκέψης
Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού ξύπνου-ύπνου,
εισβάλλουν οράματα –παρά την εξασθενημένη όραση– εκείνου
του ευθυτενούς βαδίσματος στον ορίζοντα. (περισσότερα…)

Ένα μυστικό και μουσικό συμβόλαιο με τη γλώσσα

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Στέλλα Βοσκαρίδου, μικρομηχανισμοί,
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2022

Η τρίτη και καλαίσθητη ποιητική κατάθεσή της Στέλλας Βοσκαρίδου μικρομηχανισμοί διακρίνεται εξαρχής για την πρωτότυπη γλώσσα και τον λαβύρινθο των εικόνων, όπου οι εσωτερικές ενότητες του λυρικού θέματος και του εξωτερικού ή της δομής είναι αλληλένδετες. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως παντού στη συλλογή, από το εναρκτήριο μότο (credo quia absurdum est > το πιστεύω, γιατί είναι παράλογο), ελλοχεύει το παράδοξο και το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης και γραφής· στοιχεία που αφ’ ενός ενεργοποιούν το αίσθημα του τραγικού, αλλά και του παιγνιώδους και του ειρωνικού/αυτοσαρκαστικού και αφ’ ετέρου θεματοποιούν μορφολογικά τη ρητορική του αποσπασματικού, καθώς τα ακαριαία ως επί το πλείστον ποιήματα της συλλογής σηματοδοτούν το βίαιο πέρασμα από τη μια μορφή στην άλλη και ξεχωρίζουν για τον νεωτερικό προσανατολισμό, το όραμα και τη δυναμική διαλεκτική τους. Μπορούμε, επομένως, να συναντήσουμε στο βιβλίο μια ποικιλία ποιητικών προσεγγίσεων, αφού ο ποιητικός λόγος αντλεί τόσο από τη λυρική παράδοση, τον σουρεαλισμό και τον ποιητικό πειραματισμό όσο κι από τη ρητορική τάση της ποίησης, γεγονός που καταδεικνύει τον δημιουργικό διάλογο της ποιήτριας με τις Στιγμές του Κώστα Μόντη.

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Ρουμπαγιάτ

*

Σε κάποια ακτή απ’ όλους ξεχασμένη
σε γλώσσα τώρα γράφω που πεθαίνει.
Κανείς δεν πρόκειται να με διαβάσει·
το μέλλον μου δεν με καταλαβαίνει.

* * *

Πόσο καλή ’ναι η θάλασσα μαζί μου.
Σοφά καταβροχθίζει το κορμί μου –
όπως η άνοια κατατρώει τη μνήμη
κι ο άνεμος τις θίνες της ερήμου.

* * *

Τα μάτια καίνε. Ήλιος, σκόνη, αλάτι.
Εμπρός μου μια σκιά μου δείχνει κάτι.
Πού είμαι; Στην πλατεία ενός θεάτρου
ή στη σκηνή του; – Σε μια οφθαλμαπάτη.

* * *

Στην κοσμοσυρροή. Στέκομαι μόνος.
Γέλια παντού. Νεανίσκοι της Σιδώνος
χειρονομούν σαν σε βουβή ταινία.
Σιωπά κουδούνι χαλασμένο ο χρόνος. (περισσότερα…)

Αυτοβιογραφία μαθητείας

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Άκης Παπαντώνης, bildungsroman,
Κίχλη, 2021

Ο τίτλος της πρώτης ποιητικής δουλειάς του Παπαντώνη υποδεικνύει και τον τρόπο της αναγνωστικής ανταπόκρισης στο έργο. Ο συγγραφέας, γνωστός ήδη ως πεζογράφος, στην τελευταία δουλειά του συνθέτει ένα ποιητικό Bildungsroman, μια ποιητική αυτοβιογραφία μαθητείας που αφηγείται γραμμικά την πορεία μιας ενηλικίωσης από τη γέννηση έως την άνδρωση, πορεία που εκβάλλει σε μια αποσπασματική ταυτότητα του εαυτού ως ενήλικα, αλλά ες αεί μαθητευόμενου στην αυτοδίδακτη τέχνης της ζωής. Ο ποιητής λειτουργεί ως φωτογράφος που απομονώνει ενσταντανέ από τις ηλικίες που συνθέτουν την ιστορία του προσώπου: γέννηση, παιδική ηλικία, η μητέρα και ο πατέρας, οικογενειακές διακοπές, διαζύγιο των γονέων, εφηβεία, οι πρώτοι έρωτες, σπουδές, δουλειά, θάνατοι, μετανάστευση, συμβίωση, παιδιά, σχέσεις. Πίσω από αυτά τα ευκρινή επεισόδια λανθάνουν οι αποσιωπημένες διεργασίες της συνείδησης που αποτυπώνεται σε στιγμιότυπα οπτικά, εγχάρακτα σε λεπτομέρειες του βίου. Έτσι προκύπτει το σχήμα: μια λιτή και λεία αφηγηματική επιφάνεια που χαράσσεται από τις υποδηλούμενες διαδρομές της ψυχής καθώς αυτή διέρχεται τα τοπία του παρελθόντος και του παρόντος. (περισσότερα…)