σύγχρονη ελληνική ποίηση

Νίκος Φωκάς (1927-2021) – Εις μνήμην

 

Αντί άλλης νεκρολογίας, για να τιμήσει τη μνήμη του σπουδαίου ποιητή το Νέο Πλανόδιον αναδημοσιεύει εδώ ένα παλαιότερο δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη για το έργο του.

 ~.~

Επτά αποσπάσματα για τον Νίκο Φωκά

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι.

Την μακρόσυρτη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ο Νίκος Φωκάς την ακολούθησε πάντα απ’ τον παράδρομο, ποτέ από την κεντρική δημοσιά. Η δική του ατραπός είναι εκείνη που πρωτάνοιξε ένας Τάκης Παπατσώνης και που, αργότερα, ήρθε να τη διαβεί ένας Άθως Δημουλάς. Σ’ αυτούς τους τρεις βλέπει κανείς καλύτερα ό,τι θα ονόμαζα πεζοφανή στοχαστικό λυρισμό: έναν λυρισμό που μέσο του κύριο έχει όχι το θυμικό επιφώνημα ή τα στιλπνά κοσμήματα της γλώσσας, αλλά τον συμπερασμό. Ο λυρισμός του Φωκά δεν μας τραβάει, δεν μας θέλγει απ’ την αρχή. Αναδύεται μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης, αναπτύσσεται βραδέως μέσα από έναν βηματισμό μάλιστα γὰρ λεκτικόν, πολύ κοντά δηλαδή στον βηματισμό του κοινού πεζού λόγου όπως θα ’λεγε ο Αριστοτέλης, και μας βρίσκει, εκεί στην κατακλείδα του ποιήματος, με μια παράξενη ένταση – αιφνιδιάζοντάς μας σχεδόν.

Συχνά αυτοί οι ακροτελεύτιοι στίχοι του Φωκά κλείνουν με θαυμαστικό ή ερωτηματικό, σαν για να υπογραμμίσουν ακόμη πιο χτυπητά το αναπάντεχο, ίσαμε τότε, πάθος που τους διέπει:

Μάτια που εκστασιάζονται πριν κλείσουν!
(«Μεγέθυνση», Ποιητικές συλλογές 1954-2000, σ. 270)

Γιατί πιο αλλέγκρο, ποιο βιβάτσε, ποιο σκερτσάντο
Δεν πνίγεται στο τέλος σ’ ένα γαύγισμα;
(«Μαγνητοφωνημένο κουαρτέτο», σ. 280)

Ή τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό!
(«Συντονισμός», σ. 377) (περισσότερα…)

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

 

BIΤΡΙΝΑ

Τρελάθηκε κατόπιν εορτής
δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
τι θέλει ένας πλάνης ποιητής
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας;

Δεν έβγαινε με τίποτα ο μήνας
η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
ανάμεσα στις κούκλες της βιτρίνας
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό.

Η φτώχεια χορηγός στο σκηνικό
περίγελος στα γυάλινά του τείχη
σαν Κούρος με βερμούδα και μακό
μισούσε τους πελάτες και την τύχη.

Περίγελος στα γυάλινά του τείχη
αντίγραφο μιας ποίησης θνητής
μισούσε τους πελάτες και την τύχη:
Τρελάθηκε κατόπιν εορτής.

~.~

ΗΜΙΦΩΣ

Όσο διψάω το καμένο σου ομοίωμα
Όσο παγώνω διπλωμένος στο κελί σου
Όσο γλιστράω στο βρεγμένο σου ικρίωμα
Όσο φοράω το κραγιόν της απειλής σου

Όσο μιλάω τις σπασμένες διαλέξεις σου
όσο μικραίνω στης ανάσας σου τον ήχο
Όσο ανοίγω παρενθέσεις στα προσπέκτους σου
Όσο γεννάω το φιλί σου μ’ έναν στίχο

Όσο ουρλιάζω σαν σκυλί μέσα στο αίμα σου
Όσο ποντάρω παραισθήσεις σ’ ένα ψέμα σου
Όσο δαγκώνω τις πληγές σου και πονάω

Όσο σκοντάφτω στις γωνιές της αγωνίας σου
Όσο γυαλίζω τα παπούτσια της ανίας σου
Όσο σε κλέβω απ’ το φως, τόσο γερνάω.

ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ

 

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

Ο γλάρος

Η σπασμένη ορμιά
ένα αγκίστρι περνά
στα χειλάκια του γλάρου (περισσότερα…)

Κατασταλαγμένη συνειδητότητα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριστέα Παπαλεξάνδρου, Νυχτερινή βιβλιοθήκη, Κέδρος, 2020

Το τελευταίο, έκτο, βιβλίο της Αριστέας Παπαλεξάνδρου, ώριμο και πυκνό στην ελλειπτικότητά του, εμμένει στο κατακτημένο ιδίωμά της. Τα ποιήματά της συνιστούν γραμμές άμυνας και μαζί εφαλτήριο επίθεσης, συνθέτοντας μια ειρωνική αυτοσυνειδησία που εποχούμενη στη συλλογική ή ατομική μυθολογία των ρόλων τους αποδομεί, διαπιστώνοντας τη μοναξιά του “ανεπάγγελτου” εαυτού. Και ο εαυτός προκύπτει αδιαφανής σαν ένας ρόλος που εκφωνεί αποφατικά το νόημα. Τα ποιήματα της Παπαλεξάνδρου μού φάνηκαν ως πολλαπλές αρνήσεις. Από αυτές τις αρνήσεις προκύπτουν αφενός μια αναιδής κατάδειξη των κατά συνθήκην και αφετέρου μία, ας πούμε, διακήρυξη των κατ’ αρχήν. Και αυτό το κατ’ αρχήν έχει πάντα αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα, η κόρη, η δημιουργός, η ερωμένη προσπαθεί να απεκδυθεί το επιβεβλημένο ρούχο προκειμένου να εξυφάνει ένα άλλο, την κομψή γυμνότητα μιας αιτούμενης ταυτότητας, σε χρόνο όπου η ζωή και η γραφή λειτουργούν σε προκεχωρημένο φυλάκιο.

(περισσότερα…)

Συγγραφείς αυτοανθολογούμενοι: Γεώργιος Κ. Τασούδης

Με τον ποιητή Γ. Κ. Τασούδη, το ΝΠ εγκαινιάζει σήμερα στη διαδικτυακή του έκδοση μια νέα σειρά: ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΑΥΤΟΑΝΘΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΙ. H raison d’être της σειράς είναι νομίζουμε πρόδηλη. Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δυσχερή τη γνωριμία του αναγνωστικού κοινού με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί μας είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός των ανθολογημάτων αυτών είναι να αποτελέσουν προοπτικά μια προσιτή (λόγω μέσου) και αρμόδια (όσα ξέρει ο νοικοκύρης…) είσοδο στο έργο αυτό.  

⸙ ⸙ ⸙

Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι ποιητής, συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας, στις 4 Νοεμβρίου 1978, όπου και περάτωσε τα εγκύκλια γράμματα. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Τα τελευταία χρόνια κατοικεί και δημιουργεί στο χωριό Θούριο Ορεστιάδας. Ασχολήθηκε με τον κλασσικό αθλητισμό και την καλαθοσφαίριση. Σπούδασε Δασοπονία στο ΤΕΙ Δράμας, ενώ πριν την περάτωση των σπουδών του, εντάχθηκε στις τάξεις των Ε.Δ. και συγκεκριμένα στον Σ.Ξ. στο όπλο του Μηχανικού. Επίσης, σπούδασε Ανώτερα Θεωρητικά της Μουσικής.  Υπήρξε συνιδρυτής και συντάκτης της ηλεκτρονικής εφημερίδας «κοινωνείν». Ποιήματα, άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ομαδικές ποιητικές συλλογές, εφημερίδες, περιοδικά καθώς και στο διαδίκτυο. (περισσότερα…)

H ποιητική μετωνυμία των όντων

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Γιώργος Βέης, Βράχια, Ύψιλον 2020

Η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι αυθαίρετη στο γλωσσικό εργαλείο, αν εξαιρέσουμε τις ηχοποίητες λέξεις, ή επεμβαίνει και κατά πόσον ο συνειρμός και η λογική που κατασκευάζουν ένα δίκτυο ετυμολογικών σχέσεων; Μέχρι πού φτάνει αυτή η επιρροή και κατά πόσον είναι συνειδητή είναι συζητήσιμο. «[…] καὶ δὴ καὶ τὸ περὶ τῶν ὀνομάτων οὐ σμικρὸν τυγχάνει ὂν μάθημα», θα μας πει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, φράση που χρησιμοποιεί ο Βέης όχι τυχαία ως προμετωπίδα στη συλλογή του. Ποια είναι όμως η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου στην ποίηση και ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο;

Η χρήση της μεταφοράς και της αλληγορίας διαταράσσουν τις κανονικές σχέσεις της γλώσσας και στηρίζονται στους συνειρμούς του ποιητή και του αναγνώστη. Μάλιστα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκεται ότι όσο λιγότερο κοινότυπες είναι οι εκφράσεις του ποιητή, τόσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα, μια και αυτή η ποίηση χαράζει νέους δρόμους. Η πρωτοτυπία αυτή είναι διάχυτη στο ανά χείρας βιβλίο.

Μια «προοπτική» (σ. 18) αλλαγής των συμβολικών «εποχών», αντιμετωπίζεται με «περίστροφο όρθιο», που «στραμμένο στα σύννεφα» (δυσοίωνες καταστάσεις) «ψελλίζει απειλή» και έρχονται «επιτάφιοι» και «χάροντες» (θάνατοι του παλιού για να αναδυθεί το νέο).

(περισσότερα…)

Ο χρόνος και οι συνέπειές του στα ανθρώπινα

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Μαρία Λαϊνά
Ό,τι έγινε
άνθρωποι και φαντάσματα

Αθήνα, Πατάκης, 2020.

«Υστερόγραφο στο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού: “Όποιος δεν μας καταλαβαίνει είναι μαζί μας”».
(A. Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα, Κίχλη, 2015, σ. 28.)

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα», η Μαρία Λαϊνά εγκιβωτίζει κάθε διλημματική εκφορά του πραγματικού στους ανθρώπινους χρόνους και τόπους. Παράλληλα, συνθέτει διαχρονικές ιστορικές συζεύξεις μιας πανοπτικής συναισθηματικής περιπλάνησης στα συμβάντα και την αποδοχή τους, χωρίς ηττοπάθεια, καθώς και στους ποικίλους στοχασμούς για όσους μας καταλαβαίνουν, αλλά και αυτούς που περπατούσαν μαζί μας, αν και δεν ήταν ποτέ δίπλα μας.

Η φράση «Ό,τι έγινε» εμπεριέχει κάτι αοριστολογικά τετελεσμένο που σχεδόν συνοψίζει τα πάντα μέσα στην αινιγματικότητά του. Οι αναγνώστες-αναγνώστριες περιμένουν να δουν τι έχει συμβεί και με ποιους τρόπους, ενώ η ποιήτρια επισημαίνει ότι τα γεγονότα εμπεριέχουν ανθρώπους και φαντάσματα. Οι ιστορίες βιβλίων και ανθρώπινων βίων διατέμνονται μεταξύ τους στα μνημονικά ίχνη κάθε ανασυγκρότησης του παρόντος με τη χρήση του παρελθόντος. Έτσι, μαθαίνουμε προλογικά ότι ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το βιβλίο του Χουάν Ρούλφο «Πέδρο Πάραμο». Σε αυτό ο μαγικός ρεαλισμός γίνεται όχημα για να μιληθούν γενεαλογικά: η απώλεια, η επιθυμία, οι οικογενειακοί δεσμοί, η περιδίνηση στη διερεύνηση της μνήμης των ανθρώπων που επέδρασαν στη ζωή του πρωταγωνιστή και που προσπαθεί να εξιχνιάσει τα ίχνη τους για να βρει τα δικά του.

(περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Τενεκεδένια πατρίδα

 

ΤΕΝΕΚΕΔΕΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Χρόνια τους περιμέναμε τους εθνομάρτυρες
νά ’ρθουν βουτηγμένοι στη φωτιά, νά ’ρθουν
με βουητό που θα ακουγόταν ακόμη έως και

το απόγευμα, ήμασταν φιλήσυχοι κι ατάραχοι
με φουσκωμένα από δόκανα μυαλά και σπίρτα
που άναβαν μόνο με λησμονημένο αίμα, τους (περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, 12+1 ἐρωτικὰ ποιήματα

ΤΡΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ

Τρίτη ϕορὰ ποὺ σμίγουμε.
Ἡ πρώτη ὅταν σ’ ἀγάπησα, ἡ δεύτερη
ὅταν μ’ ἀγάπησες κι ἐσὺ
(τώρα πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε σίγουροι).

Ποιός ξεκίνησε τὰ γλυκόλογα;
Ποιός τόλμησε νὰ σπάσει τὴ σιωπὴ
καὶ νὰ ϕιλήσει κάτω ἀπ’ τὸ ϕεγγαρόφωτο;

Τὸ ϕεγγαρόφωτο. Ἡ νύκτια ϐόμβα ποὺ ϑερίζει
οἰκοδομήματα καίει σάρκες ἐξαϋλώνει
τὴν ἄνοιξη, παγώνει τὸν χρόνο στὰ ρολόγια —
ὁ ἔρωτάς μας δὲν συμβιβάζεται μὲ λιγότερα
(ἐκκρίνουμε σὲ ποσότητες καταπιεσμένα ὑγρά).

Κάθε ἀντίσταση εἶναι μάταιη.

Στὴν πνιγηρὴ ἀγκαλιὰ μιᾶς ἀπείρου ἡδονῆς
ἀνεμίζουν οἱ κουρτίνες ἀπ’ τὰ ζωώδη ἔνστικτά μας
(οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δεύτερη ϕορὰ εἶναι).
Τὸ ἀργυρὸ δρεπάνι ποὺ ζητάει τὴ συγκομιδή του.
Ἀβέβαιοι γιὰ τὰ αἰσθήματά μας σφίγγοντας
ἐγωιστικά, ἕως σκασμοῦ, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

(Τρίτη καὶ ϕαρμακερή).

(περισσότερα…)