σύγχρονη ελληνική ποίηση

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Έρωτας – Ζωή – Θάνατος

*

Ο ΚΛΗΔΟΝΑΣ

Δεν θα σας πω, στα αστέρια που πιστεύω,
ποιανού τα χείλη γεύτηκα χθες βράδυ.
Άι Γιάννη μου προμάντεψε ό,τι θέλεις·
το μυστικό μου ας γίνει και δικό σου
και κράτα την κατακραυγή στο στήθος.
Ποιος θα με σπλαχνισθεί σ’ αυτό τον κόσμο;
Τον πόθο μου στο κόκκινο μαντίλι
και την αγάπη μου να ξεμακραίνει
βλέπω, κι όμως γιατί να με λυπούνται;
Με τα δικά μου μάτια ξεδιακρίνω
τη μοίρα που μου γράφτηκε στο χώμα
κι ας γίνει λάσπη με τα πρωτοβρόχια.
Σ’ εσάς μιλώ κορίτσια μες στη μήτρα:
ο κλήδονας δεσμός κι εσείς κλειδί του.

~.~ (περισσότερα…)

Mε παιγνιώδη τρόπο

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Χάρης Μελιτάς,
Τέσσερις ενοχές,
Μανδραγόρας 2021

«Θέλω ν’ αλλάξω / όλους τους καθρέφτες μου» (σ.13), γιατί «μπροστά μου χάραξε μια άδεια μέρα» (σ. 14). Ίσως να φταίει ότι είναι «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15) και να επιβάλλεται μια «στραβοτιμονιά» (σ. 15). Αλλά πάντα καπνίζουμε «τα άφιλτρα [της] μνήμης» (σ. 16), παλεύοντας με τις πράξεις να γευτούμε τα όντα (σ. 17). Μήπως πρέπει «να εξομολογώ τους δεσμοφύλακες» (σ. 18), «όσο κοιμάμαι διαφανής» (σ. 19), «ποιο ποίημα μπορεί να με κρατήσει;» (σ. 53), «ανάβω το σκοτάδι να κρυφτώ» (σ. 53), «έχω να θρέψω μια κατάκοιτη ζωή» (σ. 54), «πονάει το κεντρί των πραγμάτων» (σ. 54).

Με αυτά τα λόγια προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της ποίησης, των σκέψεων και της ψυχολογίας του Χάρη Μελιτά. Είναι μια ποίηση σχεδόν ολοκληρωτικά μεταφορική. Σπάνια ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Με αυτήν την τεχνική, με αδρές, σχεδόν αποφθεγματικές εκφράσεις, προσπαθεί να εντυπωθεί και να πλάσει ποιήματα αινιγματικά, μα εύληπτα, γιατί με τέχνη ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ της αοριστίας και των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την κατανόηση.

Οι παραφθορές γνωστών φράσεων ή τίτλων έργων τέχνης, που κουβαλούν παγιωμένες έννοιες, εντάσσονται στο ποιητικό οπλοστάσιο του έργου. «Οι τέσσερις ενοχές» (αντί τέσσερις εποχές), «η πάλη των πράξεων» (σ. 17 / αντί «η πάλη των τάξεων»), το «tango mortale» (σ. 20 / αντί «salto mortale»), η «λέσχη απόγνωσης» (σ. 52 / αντί «λέσχη ανάγνωσης») και η «απο-ποίηση» (σ. 53 / αντί «αποποίηση»), είναι μέρη του παιγνιώδους ύφους του ποιητή. Δρουν με δυο τρόπους. Αρχικά ξαφνιάζουν, ενεργοποιούν και “ξεβολεύουν” παγιωμένα δεδομένα του νου. Μετά αξιοποιούν αναλογίες ή διακείμενα και δρουν ως αντικειμενική συστοιχία σε συναισθήματα, δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα ανακαλούν βιωμένα συναισθήματα μέσα από αντίστοιχα όντα, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει και με πολλές παρομοιώσεις και μεταφορές. Για παράδειγμα, «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15 / αντί «πατάω το γκάζι του αυτοκινήτου»), παραπέμπει στις καταστάσεις των συναισθημάτων της αδρεναλίνης και της ταραχής της οδήγησης, συνδυάζοντας αυτές με τους ξέφρενους ρυθμούς αναζήτησης ενός στόχου ή ιδανικού. (περισσότερα…)

Μια ποιητική συνείδηση στο φως της Μεσογείου

του ΣΠΥΡΟΥ Ν. ΠΑΠΠΑ

Κώστας Μπουρναζάκης,
Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια,
Ίκαρος, Αθήνα 2020, σ. 88.

Ο Κώστας Μπουρναζάκης, έχει μια κάπως ιδιότυπη πορεία στην ποίηση. Οι στόχοι του, αν υπάρχουν τέτοιοι, είναι μάλλον διαφορετικοί από των δημιουργών εκείνων, που δημοσιεύουν με κάποια τακτικότητα ποιητικές συλλογές. Με χρονική απόσταση δέκα εννέα ετών, ανάμεσα στις δύο πρώτες συλλογές του: Αρχιπέλαγος (Ίκαρος, 1997) και Πρόσωπα και δοκιμασίες (Ίκαρος, 2016), παρουσίασε, προσφάτως, την τρίτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια (Ίκαρος, 2020).

Στη συλλογή αυτή περιέχεται και η ενότητα  Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις, η οποία, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, είχε δημοσιευθεί, σε έκδοση «εκτός εμπορίου», το 2016. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση του Μπουρναζάκη, η διαδικασία σύνθεσης και η δημοσίευση ποιημάτων δεν συνδέονται χρονικά. Και από αυτή τη σκοπιά, μάλλον δεν θα μας προκαλούσε έκπληξη, αν μαθαίναμε ότι στο «συρτάρι» του υπάρχουν και άλλα ποιητικά έργα που περιμένουν καρτερικά τη μελλοντική τους εκτύπωση.

Η συλλογή Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια αποτελείται από έξι ενότητες (ή σειρές) ποιημάτων: «Τα κρύσταλλα των ταξιδιών», «Καλειδοσκόπιο», «Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια», «Πορφυρωμένος Ίκαρος», «Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις», «Συναντήσεις».

Σε μία πρώτη, γενική θεώρηση του βιβλίου αυτού, διαπιστώνομε ότι η νησιώτικη —και ακριβέστερα, η κρητική— καταγωγή του δημιουργού, έχει συμβάλλει ουσιαστικώς στη διαμόρφωση μιας ορισμένης αντίληψης του κόσμου και της ανάλογης μυθολογίας του. Κατά κάποιον τρόπο, φαίνεται να του προσέφερε συγκεκριμένο ποιητικό χώρο και ποικίλες δυνατότητες για την αισθαντικότητά  του. Tην επίγνωση ότι είναι μία ανθρώπινη ύπαρξη στην περιοχή της Μεσογείου, την περιοχή που συνυπάρχει προαιώνια με τις μορφές, τα σύμβολα, τις πνοές της αρχαϊκής γης και την ηγεμονία του ήλιου. Στην ποίηση του Μπουρναζάκη διακρίνεται ένας βαθύς, ανυπόκριτος θαυμασμός για τον κόσμο αυτό, για το κύμα πλούσιας ζωής που τον διαπερνά και περιβάλλει τα πάντα  με μία δυνατή αίσθηση αφθαρσίας και ελευθερίας. Σε τούτα, πρέπει να προστεθεί η ικανότητα του ποιητή να δίνει με πυκνότητα, μέσα στις πρωτότυπες, αλλεπάλληλες εικόνες του, όλα αυτά τα στοιχεία, δημιουργημένα με τον πλούτο της ζωγραφικής του φαντασίας, με πυκνούς λυρικούς σπινθήρες, με περιεκτικές συνδέσεις των βιωμάτων του, έχοντας τις αισθήσεις του σε διαρκή εγρήγορση. Όλα αυτά, δοσμένα σε μιαν ιδιαιτέρως μεγάλη γλωσσική έκταση και με ξεχωριστή ευστοχία, σημάδι βαθιάς και γόνιμης επαφής με τη «μητρική λαλιά». (περισσότερα…)

Η ειρωνική γραφή και ο κίνδυνός της

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Λίλλης,
Το χάπι μούρτι-μπινγκ,
Ενύπνιο, 2021

Το χάπι μούρτι-μπινγκ, η όγδοη συλλογή του Γιώργου Λίλλη, έλκει τον τίτλο της από την «Αιχμάλωτη σκέψη» του Τσέσλαβ Μίλος. Εκεί το χάπι της ακηδίας, της λήθης εξασφαλίζει στον λήπτη την απαραίτητη προσαρμογή που επιτρέπει την επιβίωση σε ολοκληρωτικά πολιτικά περιβάλλοντα. Εδώ, σε ένα λόγο πεζολογικό που κυμαίνεται μεταξύ ειρωνικής απόστασης και θυμωμένου χλευασμού, απερίφραστα κατά το πλείστον καταγγελτικού, ο Λίλλης απεικονίζει την ανταπόκριση του υποκειμένου στην δυστοπική κοινωνική συνθήκη του σύγχρονου κόσμου. Σε σχέση με αρκετές από τις παλαιότερες συλλογές του, εκτός από τον Ανθρωπο τανκ, εδώ εγκαταλείπει τον πλατύ ενδοσκοπικό μονόλογο και τον ενίοτε ελεγειακό αυτοοικτιρμό, για να καταγράψει πάλι τα πάθη του εγώ στερημένου από λόγια και από ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό και ο λόγος γίνεται πιο κοφτός, ευσύνοπτος, γειωμένος στο ρεαλισμό της καθημερινής ομιλίας. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που ολισθαίνει σε μια πιο συγκινημένη αισθηματικότητα ή σε μια ακριβολογία χωρίς ποιητική μετουσίωση που καθιστά το κείμενο μια καταγραφή του καθημερινού μουρμουρητού που ο καθένας από εμάς πιάνει τον εαυτό του να εκφέρει, παραζαλισμένος από την ακατανόητη φορά του εαυτού και του κόσμου. Γενικά, όμως, σε αυτή τη δουλειά, αποψιλώνει το κείμενο από τις συνήθεις λογοτεχνικές στρατηγικές (οικονοποιία, μεταφορά κ.λπ.) και επιλέγει τη μονολογική καταγραφή ή την αυθάδη ρητορική απεύθυνση σε ένα εσύ που μπορεί να είναι ο αναγνώστης, οι κλειδοκράτορες του κόσμου, κειμενικά προσωπεία ή μυθικές περσόνες. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

«Το χάπι μούρτι-μπινγκ»
 
τελικά έμαθα να μιλώ τη γλώσσα σας
να συνυπογράφω με το χέρι στην καρδιά
τις καταδίκες σας
να βγάζω παραδάκι πουλώντας
τα συγχωροχάρτια σας
είμαι αυτός που έμαθε να γελά με τα αστεία σας
ο κομψός κύριος
με τους καθωσπρέπει τρόπους
περήφανος κηρύσσω δημόσια την άνοιξη
πίνω το χάπι σας
κάποτε είχα τρομερό λόξυγγα
όταν ξεστόμιζα ψέματα
τώρα η αλήθεια μού προξενεί ασφυξία
[…]
κάποτε είχα ασφυξία στον ολοκληρωτισμό
τώρα ψηφίζω αδιστάκτως
τις πρόκες και τα καρφιά σας
και χορεύω, ω ναι, χορεύω
μπροστά στις κάννες
ξεχνώντας πως ήσασταν πάντα
καλοί στο σημάδι  (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο

Δήμητρα Χριστοδούλου
ευγενής ναυσιπλοΐα
Μελάνι, 2021

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Ποιήματα

 

ΤΟ ΦΑΣΜΑ

Στὴ σιωπὴ ἐν μέσῳ τῆς νυκτὸς
Τὸ φάσμα ἦρθε καὶ μοῦ μίλησε.
Ἄκου, μοῦ εἶπε, τ’ ἀλόγατα σὲ φέραν ὣς ἐδῶ
κι ἄκου νὰ δεῖς τί εἶπαν:
Ἕρπουν λογῆς λογῆς νιφάδες
ὁ οὐρανὸς ἀνέτειλε, κατέβηκε στὴ γῆ.
Κι ἐκείνη τὴ σκηνὴ μὲ τὸν Ζαγρέα
ὁ μανιασμένος ἄνεμος τὴ σήκωσε ἀπ’ τὰ βάθρα
τὴν ἔριξε στῆς οἰκουμένης τὸ σταμνὶ
εὐχὴ εἱρκτὴ θὰ βρεῖς ἐσύ, νὰ τὴ νυμφεύσεις πάλι.
Ἐγὼ ἐξέπεσα, καλὲ
μήτε γι’ ἀρνὶ ὀδύρομαι μήτε γιὰ λύκο.
Ἐντόσθια μόνον ἐνθυμοῦμαι.

~.~

ΕΑΣΙ

Καμιὰ στροφὴ
κανένα ποίημα δὲν νογᾶ, ἀγαπημένε
μαζὶ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Πανὸς
τὸν οἶστρο ἐξιστορήσαμε
μὰ ἡ κοινωνία τ’ ἄλλα ὑπηρετεῖ.
Τ’ ἄθλια καὶ τὰ φρικτὰ ἰσοζύγια.
Κι ἡ φύσις; Αὐτὴ κι ἂν θέλει νὰ κρυφτεῖ
κανεὶς δὲν ξεύρει πῶς ὁ κόσμος προχωρεῖ
Ἐρχόμαστε ποῦ; Πηγαίνουμε ποῦ;
Ἑρημία τρισμέγιστη. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Αυτοανθολογούμενοι: Γεωργία Τριανταφυλλίδου

Ο εκδοτικός πληθωρισμός, από τη μια, και η κατασίγαση της κριτικής, από την άλλη, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την ουσιαστική επαφή του αναγνώστη με το έργο των συγκαιρινών μας ποιητών και πεζογράφων, ακόμη και όταν αυτοί είναι (σε ορισμένες δε περιπτώσεις, ιδίως τότε) κατ’ όνομα ακουστοί. Σκοπός της στήλης είναι να προσφέρει μια είσοδο στο έργο των ανθολογουμένων κατά το δυνατόν προσιτή (ένεκα του μέσου) και αρμόδια (αφού όσα ξέρει ο νοικοκύρης…).

⸙ ⸙ ⸙

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1968. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: Ο ποιητής έξω, Άγρα 2004, Δικαίωμα προσδοκίας, Άγρα 2008, Δανεικά αγύριστα, Κίχλη 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Hellenica – το καινούργιο εντός ή πέραν της γλώσσας: Aνθολογία νέων Ελλήνων  ποιητών (Γαβριηλίδης 2009), και στα γαλλικά από τον Μισέλ Βόλκοβιτς, δημοσιευμένα στον 5ο τόμο της Ανθολογίας που επιμελείται ο ίδιος με τίτλο Έλληνες ποιητές του 21ου αι. από τις εκδόσεις Le miel des anges, 2017. Συμμετείχε επίσης στην ανθολογία Austerity Measures σε επιμέλεια της Karen Van Dyck, Penguin 2016, καθώς και στην ανθολογία Dichtung mit Biss, Edition Romiosin, 2018 σε γερμανική μετάφραση Τόρστεν Ίσραελ. Για μια οκταετία δημοσίευε βιβλιοκριτικές αλλά και κείμενα συνεντεύξεων στο ΠεριΩδικό της πόλης (Καβάλα). Από το 2001 ζει μόνιμα στην Καβάλα.

(περισσότερα…)

Δώρος Γεωργίου, Τρία Ποιήματα

 

Συνθήκη Οικογενειακή

Έδενα τα προαγορασμένα μου παπούτσια
και με γρυπή τη στάση βαττάριζα
σαν τους ναύτες, που μπορεί να γύρισαν
τον κόσμο όλο, μα το έκαναν ναυλοχώντας.
Ομογάστριοι δεν ήμασταν,
είχαμε όμως τον ίδιο ακράτητο πατέρα.
Τα μάτια της ήτανε αμυγδαλωτά,
εμβλήματα δισχιδή που ευωδίαζαν μια καταλαλιά,
σα να συνέβαινε πάντα κάτι.
Στο ημίφωτος στεκόμασταν ζαβά
σε γόνδολα μου φαινόταν βενετσιάνικη
με ηβικό τον ενθουσιασμό μα με μαβή τη διάθεση.
Με τον Φροστ διαρρηγνυόμασταν συνεχώς
ώσπου ήρθε τελικώς απ’ το διάδημα η γνωμάτευση,
«Ο έρωτας σε νησσοτροφείο απαγορεύεται αυστηρώς!»

~.~

Με το πλατύ του ξίφους

Μια παχιά αγελάδα, δαμάλα,
με μια βερβερίτσα να τρέχει στους ώμους της,
έβοσκε πλάι σ’ ένα προτείχισμα.
Με αριστοτελική ενδελέχεια
εκδήλωνε μια πανοραμική θέρμη
κι ένα πηκτό χαριτόβρυτο βούισμα.
Τα βυζιά της εκβάλλονταν σαν του πετεινού
το λειρί, μαρσιποφόρα και καταφύγιο
για όσους από τους μεταπράτες ήτανε στρυφνοί. .
Άμωμο κι ακρυστάλλωτο το γάλα της,
σα να ’βγαινε φρέσκο από γυψωρυχείο,
βανάδιο για τους διαβητικούς και για όλων
των δεδουλευμένων τους απαιτητικούς.
Όντας καλατζής με βαθμό και πηλήκιο,
φύλαγα λίγο για μετά διότι ήξερα πολύ καλά
πως στο άνετο μου το σκήνωμα,
σαν το κρασί το ραζακί θα το ’πινα μονομιάς
και θα κελάρυζα με τσέβδισμα ροχαλίζοντας τα εξής,
«Πο πο πόσο ωρ ωρ ωραία είναι τα τα τα όνειρα,
τι τι τι άσχημη που που που ‘ναι η ζωή!»

~.~

Με το τσίνουρο στο μάτι

Συννέφιασε βρε πουτάνα γη.
Έναν γίγαντα θα πλέρωνα
να ενθυλάκωνε τον ήλιο σου.
Αν και χαμίνι εγώ μ’ αυτά,
θυσίες πολλές θα έκανα
να υπερκάλυπτα όλα του τα θαφτικά.
Μα στα βιβλία οι γίγαντες παραπατούν
απ’ τα πόδα στα από ’κεί
αερομάντηδες όντας πολύ ψηλοί
μα και συνάμα αψίκοροι και υπερόπτες,
μαγκλαράδες απ’ τη γηθοσύνη την πολλή.
Έτσι στολισμένοι και κροσσωτοί
μ’ ορυμαγδό θα πατίκωναν ολόκληρη τη γη
κι ο παλαβός ο ήλιος πάλι να ξεπροβάλλει,
βεκίλης δραπέτης του υποκόσμου,
να μας καθαγνίσει διατηρώντας μας σε σαλαμούρα,
ξομπλιάζοντας ο αλητάμπουρας.

Πάντα το άσπρο θα διάλεγε
σ΄ ένα σύμπαν νταμωτό.
Πάντοτε με μαύρο θα πληρώναμε
των ματιών μας τα διαπύλια.

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ