σύγχρονη ελληνική ποίηση

Ο χρόνος και οι συνέπειές του στα ανθρώπινα

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Μαρία Λαϊνά
Ό,τι έγινε
άνθρωποι και φαντάσματα

Αθήνα, Πατάκης, 2020.

«Υστερόγραφο στο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού: “Όποιος δεν μας καταλαβαίνει είναι μαζί μας”».
(A. Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα, Κίχλη, 2015, σ. 28.)

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα», η Μαρία Λαϊνά εγκιβωτίζει κάθε διλημματική εκφορά του πραγματικού στους ανθρώπινους χρόνους και τόπους. Παράλληλα, συνθέτει διαχρονικές ιστορικές συζεύξεις μιας πανοπτικής συναισθηματικής περιπλάνησης στα συμβάντα και την αποδοχή τους, χωρίς ηττοπάθεια, καθώς και στους ποικίλους στοχασμούς για όσους μας καταλαβαίνουν, αλλά και αυτούς που περπατούσαν μαζί μας, αν και δεν ήταν ποτέ δίπλα μας.

Η φράση «Ό,τι έγινε» εμπεριέχει κάτι αοριστολογικά τετελεσμένο που σχεδόν συνοψίζει τα πάντα μέσα στην αινιγματικότητά του. Οι αναγνώστες-αναγνώστριες περιμένουν να δουν τι έχει συμβεί και με ποιους τρόπους, ενώ η ποιήτρια επισημαίνει ότι τα γεγονότα εμπεριέχουν ανθρώπους και φαντάσματα. Οι ιστορίες βιβλίων και ανθρώπινων βίων διατέμνονται μεταξύ τους στα μνημονικά ίχνη κάθε ανασυγκρότησης του παρόντος με τη χρήση του παρελθόντος. Έτσι, μαθαίνουμε προλογικά ότι ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το βιβλίο του Χουάν Ρούλφο «Πέδρο Πάραμο». Σε αυτό ο μαγικός ρεαλισμός γίνεται όχημα για να μιληθούν γενεαλογικά: η απώλεια, η επιθυμία, οι οικογενειακοί δεσμοί, η περιδίνηση στη διερεύνηση της μνήμης των ανθρώπων που επέδρασαν στη ζωή του πρωταγωνιστή και που προσπαθεί να εξιχνιάσει τα ίχνη τους για να βρει τα δικά του.

(περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Τενεκεδένια πατρίδα

 

ΤΕΝΕΚΕΔΕΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Χρόνια τους περιμέναμε τους εθνομάρτυρες
νά ’ρθουν βουτηγμένοι στη φωτιά, νά ’ρθουν
με βουητό που θα ακουγόταν ακόμη έως και

το απόγευμα, ήμασταν φιλήσυχοι κι ατάραχοι
με φουσκωμένα από δόκανα μυαλά και σπίρτα
που άναβαν μόνο με λησμονημένο αίμα, τους (περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, 12+1 ἐρωτικὰ ποιήματα

ΤΡΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ

Τρίτη ϕορὰ ποὺ σμίγουμε.
Ἡ πρώτη ὅταν σ’ ἀγάπησα, ἡ δεύτερη
ὅταν μ’ ἀγάπησες κι ἐσὺ
(τώρα πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε σίγουροι).

Ποιός ξεκίνησε τὰ γλυκόλογα;
Ποιός τόλμησε νὰ σπάσει τὴ σιωπὴ
καὶ νὰ ϕιλήσει κάτω ἀπ’ τὸ ϕεγγαρόφωτο;

Τὸ ϕεγγαρόφωτο. Ἡ νύκτια ϐόμβα ποὺ ϑερίζει
οἰκοδομήματα καίει σάρκες ἐξαϋλώνει
τὴν ἄνοιξη, παγώνει τὸν χρόνο στὰ ρολόγια —
ὁ ἔρωτάς μας δὲν συμβιβάζεται μὲ λιγότερα
(ἐκκρίνουμε σὲ ποσότητες καταπιεσμένα ὑγρά).

Κάθε ἀντίσταση εἶναι μάταιη.

Στὴν πνιγηρὴ ἀγκαλιὰ μιᾶς ἀπείρου ἡδονῆς
ἀνεμίζουν οἱ κουρτίνες ἀπ’ τὰ ζωώδη ἔνστικτά μας
(οὔτε ἡ πρώτη οὔτε ἡ δεύτερη ϕορὰ εἶναι).
Τὸ ἀργυρὸ δρεπάνι ποὺ ζητάει τὴ συγκομιδή του.
Ἀβέβαιοι γιὰ τὰ αἰσθήματά μας σφίγγοντας
ἐγωιστικά, ἕως σκασμοῦ, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

(Τρίτη καὶ ϕαρμακερή).

(περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Περσικός σάπφειρος

 

Για να μοσχοπουλήσει παλαιά κοσμήματα,
χρυσά, αργυρά και πολυτίμους λίθους,
ο παλαιοπώλης της οδού Αδριανού
συνήθιζε να συνοδεύει τα ακριβά κομμάτια
με τα ιστορικά τους. Τα γνώριζε, έλεγε, απ’ τους πωλητές.
Και για να μην τον απατήσει η γηραιά του μνήμη
τα είχε καταγράψει σε χαρτάκια στο κουτί του καθενός.
Έτσι, σαν είδε έναν καλό πελάτη του να αμφιταλαντεύεται
για το πετράδι ενός περιδεραίου,
δεν υποχώρησε διόλου στην τιμή, το πούλησε αμέσως,
αφού πρώτα έβγαλε απ’ το κουτί του ένα χαρτί και διάβασε το ιστορικό:
«Ο ερυθρός περσικός σάπφειρος
που αν τον φωτίσεις με το φως του ήλιου
μοιάζει με ερυθροπυρωμένο άνθρακα,
λειάνθηκε από μαθητή του Κριτία για τον Δημόδικο
και χαρίστηκε στην Νικάνθη
δώρο για ένα φιλί απαλό».

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νίκος-Στέφανος Κωσταγιόλας, Πεζοποιήματα

I

Έτσι κάθε καλοκαίρι, όλο και πιο μασημένοι από το χρόνο μ’ αναπόσπαστοι. Όλο και πιο βαθιά να θρέφει μες τα σπλάχνα μας το απέριττο, το λιγοστό, το αύταρκες.

Ίχνη στις πατούσες κυανά, στο τριχωτό της κεφαλής οι κόκκοι χρυσαφένιοι και ο ίσκιος των αρμυρικιών ισχνός να τον αναρριχάται η θύμηση. Μαύρο μοναχά διάσπαρτο βελόνες, όπως πάντοτε, στην κόγχη των μηρών.

Χτες μού ’δειξες εκείνη την πληγή που σού ’κανε στον πήχη κι έκλαψα. Έκλαψα όπως δεν είχα κλάψει εννέα χρόνια μοναξιάς. Έκλαψα για σ έ ν α και για μ έ ν α. Ήταν κυρτή κι είχε την όψη μισοφέγγαρου. “Εδώ μόνο η αφή πλουτίζει”, σκέφτηκα.

Σήμερα το πρωί σε ξανακοίταξα: Η σελήνη όδευε στην έκλειψη. Ο ήλιος ξημέρωνε στο γέλιο σου. (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Cappella Sestina

 

Λείπει, αὐτὸ τὸ σούρουπο, ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησάκι ὁ Θεός
καὶ στὸ κατόπι του ἒμειναν οἱ κουρασμένοι ἀγγέλοι
τὸ κράτος τῆς ἀμπέλου δεσπόζει στὸ ἱερό,
μὲ μάνταλο γερὸ σφαλίζονται οἱ πύλες
καὶ στὰ κεριὰ οἱ θησαυροὶ τοῦ μελισσιού ἀνάβουνε
καὶ νά ὁ παππὰς ὁ ἔρημος, μὲ τ᾽ ἄμφια του μεθάει. (περισσότερα…)

Στέλιος Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΚΕΝΤΡΟΜΟΛΟΣ ΔΥΝΑΜΗ

Δυο εχθρούς έχει η κραυγή μου
Τους διαφημιστές και τους επιμελητές
Γι’ αυτό κι εγώ θα γράψω λέξεις
και θα την κρύψω στις σκιές τους
Στα κενά ανάμεσά τους
Στις εισπνοές σου.

~.~ (περισσότερα…)

Μια οργισμένη ποιητική καταγραφή του παρόντος

Δημήτρης Γκιούλος
Αστικά δύστυχα
Θίνες 2020

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου το διάβασα δυο φορές. Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ανισότητες ήταν η απόφαση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά στη δεύτερη ανάγνωση προστέθηκε και η ζωηρή αίσθηση που σου αφήνουν ορισμένα βιβλία από την ιδιάζουσα ταυτότητα της γραφής και το, εικαζόμενο, ποιον του φορέα της γραφής. Τριανταεξάχρονος ο δημιουργός, στην πρώτη ποιητική δοκιμή του, με κείμενα αυτοπαρατήρησης, αυτοβιογραφικά, που μετρούν τη συνήθη, ελαφρώς προβληματική, οικογενειακή γενεαλογία, τη μέτρια ενηλικίωση, την υπεσταλμένη εξέγερση της αριστερής ιδεολογίας, το μεροκάματο του δύσκολου έρωτα, τη σκληρή οικονομική συνθήκη του μη σταδιοδρομήσαντος από άποψη, την μπετόν αρμέ αστική καθημερινότητα, την οδύνη του πρώτου πραγματικού θανάτου στη ζωή, της μάνας, την οργή που στρεφόμενη, πρώτον, κατά του εαυτού γίνεται σαρκασμός και, δεύτερον, κατά της κοινωνικής φενάκης γίνεται καταγγελία που δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

 

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Σωστά Ιφιγένεια σε λεν· και τώρα,
που οι χαραμάδες στένεψαν, μας λείπει
η δύναμη που κρύβεις. Μην τρομάξεις
αυτούς που τόσο σ’ αγαπούν, μη φύγεις
για κάποιο αλόγιστο ταξίδι. Γύρνα,
μα σε βωμό παράλογο μην κάτσεις.
Συλλογίσου, μετά τη δίκαιη ψήφο
το αντίδοτο του θάνατου θριαμβεύει·
διώχνει το ανώφελο σκοτάδι· ζήσε
για εκείνους που το δράμα συνεχίζουν.

~.~ (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Στιγμές

 

à la manière de K.M

Αγάπη
Δεν το ’ξερα πως με κοιτάζει,
δεν ήξερα πως μας κοιτάζει η αγάπη από τόσο κοντά και μας εφάπτεται διαρκώς
με τόσο θράσος.
Πώς τολμάτε, δεσποινίς μου, πώς τολμάς!

Κύπρος 2020
Δεν βλέπετε ότι ωχριούμε από τη σκόνη σε τούτο το νησί,
δεν βλέπετε ότι βρέχει ο Θεός μου χώμα σε τούτο το νησί;

Ιστορία
Από ύλη γράφομαι.
Πολύ το ’χετε παρεξηγήσει τελευταία. (περισσότερα…)