σύγχρονη ελληνική πεζογραφία

Το ταξίδι της προσφυγιάς

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο η Ελισάβετ εξιστόρησε στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς, της επανάστασης του 1821 και της συνακόλουθης καταφυγής των γυναικόπαιδων, και της ίδιας, στα σφακιανά βουνά, για να σωθούν. Στο κεφάλαιο αυτό η Ελισάβετ συνεχίζει την εξιστόρηση των δεινών κατά το περιπετειώδες ταξίδι σωτηρίας από ένα λιμανάκι της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς. Το Πάσχα του 1824 άρχιζε η επώδυνη ζωή της προσφυγιάς.

***

Οι δύο φίλες περπατούσαν με γοργό βήμα να προλάβουν ν’ ανέβουν στον λόφο του Κολωνού, πριν ξεσπάσει η μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο, τα σύννεφα κατέβαιναν κι εκείνες σχεδόν έτρεχαν. Όταν αντίκρισαν το ψηλό μνημείο στον λόφο, λαχανιασμένη η Ελισάβετ είπε:

— Ήμουν στην Αθήνα, όταν μάθαμε ότι πέθανε ξαφνικά ο σοφός γερμανός αρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ· ήταν θυμούμαι καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια. Είχε έλθει στην Ελλάδα για αρχαιολογικές περιηγήσεις και έρευνες, αλλά μετά από λίγους μήνες τον έριξε κάτω η ζέστη, η κόπωση κι ο πυρετός. Η ιδέα να ταφεί εδώ και να ανεγερθεί το μνημείο που θα δούμε ήταν των καθηγητών του πανεπιστημίου, που ανέλαβαν και τη δαπάνη του. Τον έθαψε ο ιερέας του παλατιού, παρουσίᾳ πλήθους κόσμου…

— Σε παρακαλώ, Ελισάβετ,  πάμε πιο γρήγορα, πριν αρχίζει να βρέχει πιο δυνατά,  θέλω να δω οπωσδήποτε το μνημείο.

Άνοιξαν το βήμα τους κι ανέβηκαν στον μικρό λόφο· έμειναν σιωπηλές να κοιτάζουν τον τάφο και το μνημείο. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)

Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων. (περισσότερα…)

«Καλλιά  να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η Αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή  νοσηλεύτρια κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, βλ. φωτογραφία πιο πάνω), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με  στενή φιλία. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί η Ελισάβετ εξιστορεί στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς και της επανάστασης του 1821.

***

Οι δυο φίλες πήραν τον δρόμο για την Ακαδημία του Πλάτωνος και τον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, σε λιγότερο από μια ώρα θα έφταναν· σιωπηλές περπατούσαν απολαμβάνοντας τη ανοιξιάτικη φύση.

– Μίλησέ μου για σένα, Ελισάβετ, και για τις περιπέτειες σου στην Κρήτη, έσπασε τη σιωπή η Φλωρεντία. Θέλω να τ’ ακούσω κι εγώ, από σένα την ίδια.

– Είναι μεγάλη και θλιβερή η ιστορία μου, όπως και η ιστορία της πατρίδας μου. Κοντά είκοσι χρόνια  που ζω στην Αθήνα τη λέω και την ξαναλέω συνέχεια σε όσους επισκέπτες των Χιλλ με ρωτούν, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)

Ἀξιοπρόσεχτο δεῖγμα σύγχρονης πεζογραφίας

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Βασιλεία Γεωργίου,
Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021

Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του. Ἔτσι ἐπιγράφεται ἕνας τόμος πού ἐκδόθηκε στό τέλος τοῦ 2021 ἀπό τίς ἐκδόσεις Μανδραγόρας.[1] Περιέχει τρία διηγήματα, ἀπό πενήντα ἕως ἑξήντα σελίδες τό καθένα, τά ὁποῖα ὀνομάζονται: «Σκιές», «Μιά παράξενη ἐρωτική ἱστορία», «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του». Ἐδῶ θά σταθῶ στό τελευταῖο ἀπό τά τρία, στό ὁμώνυμο τοῦ τόμου, πού εἶναι ἀρκετό γιά νά χαρακτηρίσει ὅλη τή δουλειά τῆς πεζογράφου. Σημειώνω ὅτι ἔχει προηγηθεῖ τό πεζογράφημα Ἡ Ἕκτη Μέρα, ἀπό τίς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη τό 2015, πού φέτος ἔκανε δεύτερη ἔκδοση ἀπό τόν Μανδραγόρα.[2]

Λοιπόν τό διήγημα[3] «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του» ἀφορᾶ τέσσερα πρόσωπα, τήν ἀνώνυμη ἀφηγήτρια, τόν Γιάννη, τή Δήμητρα καί τόν ἄντρα της Χρῆστο. Κύριο πρόσωπο εἶναι ἡ ἀφηγήτρια, πού ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι εἶναι γιατρός. Στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς Α. Ἐκτός ἀπό τά πρόσωπα, τό διήγημα παρουσιάζει ὁρισμένο θεματικό ἔνδυμα. Μέ λίγα λόγια. Ὁ Γιάννης γιορτάζει τά γενέθλιά του σ᾿ ἕνα κέντρο. Τό βράδι περνάει καί παίρνει τήν Α μέ τό αὐτοκίνητό του γιά νά πᾶνε στό καπαρωμένο κέντρο. Στή διαδρομή τῆς λέει πώς θά ἔρθει καί ὁ Χρῆστος, μέ τόν ὁποῖο ἡ Α εἶχε στό πρόσφατο παρελθόν μιά αἰσθηματική περιπέτεια. Πράγματι ἔρχεται ὁ Χρῆστος μέ τήν ἕξι μηνῶν ἔγκυο γυναίκα του τή Δήμητρα. Ἡ Α, πού δυσανασχετεῖ, θέλει νά φύγει νωρίς. Τό ἴδιο καί ὁ Χρῆστος μέ τή Δήμητρα, πού τήν παίρνουν μέ τό αὐτοκίνητό τους. Οἱ δυό γυναῖκες συμφωνοῦν νά πᾶνε τήν ἑπόμενη μέρα στό κολυμβητήριο -ὁ Χρῆστος θά ἔχει 24ωρη ἐφημερία. Πράγματι τήν ἄλλη μέρα οἱ δυό γυναῖκες, ὁδηγώντας ἡ Δήμητρα, πηγαίνουν στό κολυμβητήριο. Πρός τό τέλος ἡ Α νιώθει πονοκέφαλο καί ἄλλα συμπτώματα, πού θυμίζουν ὑποτροπή τῆς νευροπάθειάς της, ἀπό τήν ὁποία βρίσκεται σέ ἀνάρρωση. Στό γύρισμα ἡ Δήμητρα τήν κρατάει στό διαμέρισμά της. Ἡ Α διαπιστώνει ὅτι πρόκειται γιά ἡμικρανία. Κοιμᾶται σέ ἕνα ξεχωριστό δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί συνέρχεται ἀργά τή νύχτα. Φεύγει τό πρωί. Μετά ἀπό μερικές μέρες, νύχτα, ἡ Δήμητρα τῆς τηλεφωνεῖ ζητώντας ἄσυλο στό διαμέρισμά της. Ἡ Α δέχεται νά τή φιλοξενήσει.

Αὐτό εἶναι μέ λίγα λόγια τό ὑποτυπῶδες θεματικό κάλυμμα τοῦ πεζογραφήματος. Μέ μιά τόσο ἰσχνή ὑπόθεση φαίνεται, ἀπό πρώτη ἄποψη, πώς ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα χλιαρό ἀνάγνωσμα. Κι ὅμως, κάθε ἄλλο, παρά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά ἕνα νευρῶδες ἀνάγνωσμα ἀξιοπρόσεχτο. Μιά ἔκπληξη, θά ἔλεγα, πού ὀφείλεται στήν εὐαισθησία μέ τήν ὁποία πραγματώνεται ἡ ἐσωτερική δράση τῆς ἀφήγησης. Οἱ βασικότεροι τρόποι μέ τούς ὁποίους σχηματίζεται τό κείμενο αὐτῆς τῆς δράσης εἶναι, καθώς πιστεύω, οἱ ἀκόλουθοι τρεῖς.

α) Ἡ σύνθεση δύο χρονικῶν στιγμῶν τοῦ τώρα καί τοῦ πρίν, ἔτσι πού ἡ παρελθοντική στιγμή νά προσδιορίζει καί νά ἐνισχύει τήν τωρινή καί ἀντίστροφα. Παράδειγμα. Ὅταν ἡ Α ξυπνάει στό ξεχωριστό, μᾶλλον ξενώνα, δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί καταλαβαίνει πώς ἕνα ξεχαρβαλωμένο κατασκεύασμα ἐκεῖ ἀπέναντι, δέν εἶναι κάτι τέτοιο, ἀλλά εἶναι τό κρεβατάκι τοῦ μελλοντικοῦ μωροῦ τῆς Δήμητρας καί τοῦ Χρήστου, διαλογίζεται:

«Εἶχα ἀπομείνει μέ τό βλέμμα καρφωμένο στήν κούνια καί τίς σκιές της καί ἕνα μελαγχολικό βάρος πίεζε τό μέτωπό μου, ἴδιας ποιότητας καί ἔντασης μέ αὐτό πού ἔνιωθα κάθε φορά πού μιά ἀσήμαντη ἀφορμή ἐπισφράγιζε τήν ἀπόρριψή μου ἀπό τόν Χρῆστο. Ὅλες ἐκεῖνες οἱ στιγμές στροβιλίστικαν πάλι στό μυαλό μου σέ μιά ἀέναη, μαρτυρική ἐπανάληψη, ἡ ὄψη τοῦ μωρουδίστικου κρεβατιοῦ ἀντιπροσώπευε τό ἀπόσταγμα τῆς θλίψης πού μέ βάραινε σέ ὅλην αὐτήν τήν ἱστορία.»

Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα. Ἡ Α διακρίνει πώς ἡ Δήμητρα κάποια στιγμή, μέσα στό σαλόνι της, σιγανοκλαίει. Δέν ἤξερε τί νά κάνει κι ἀκολούθησε μιά βασανιστική σιωπή. (περισσότερα…)