σύγχρονη ελληνική πεζογραφία

Όχι πια έρωτας, όχι γάμος

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στο σημερινό έβδομο, συνέχεια του προηγούμενου, απόσπασμα από τη μυθιστορηματική βιογραφία της Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, οι δυο φίλες, Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ και Ελισάβετ, εκμυστηρεύονται προσωπικά βιώματά τους και, αντιμέτωπες με διλήμματα, συζητούν για τον έρωτα, την πολιτική και το ιδανικό της αφοσιωμένης προσφοράς στον άνθρωπο.

~,~

Λίγο μετά το κυριακάτικο γεύμα η Ελισάβετ βρήκε τη Φλωρεντία στη βιβλιοθήκη των Χιλλ σκυμμένη πάνω από ένα  δερματόδετο βιβλίο· μόλις εκείνη την είδε, γύρισε πίσω τις σελίδες και της διάβασε τον τίτλο δυνατά: Life, Letters and literary remains of John Keats, by Richard Monckton Milnes, in two volumes….

— London 1848, συμπλήρωσε χαριτολογώντας η Ελισάβετ, που είχε ήδη βρεθεί δίπλα της κι έβλεπε τη σελίδα του βιβλίου με τον τίτλο.

— Αυτός είναι ο πρώτος τόμος κι εδώ περιλαμβάνονται τα δύο σονέτα για τον Έλγιν και για τα μάρμαρα του Παρθενώνα, που σου έλεγα.

Η Φλωρεντία της έδωσε το βιβλίο να το περιεργαστεί. Το πήρε εκείνη στα χέρια της και το ξεφύλλιζε. Βρήκε γρήγορα τα δυο σονέτα, τα διάβασε και μετά περιηγήθηκε στις υπόλοιπες σελίδες.

— Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο Μιλνς, μπράβο!

— Ο Ρίτσαρντ είναι κι ο ίδιος ποιητής, νομίζω σου το έχω πει. Πάντα θαύμαζε τον Κητς και ενδιαφερόταν για την ποίησή του. Όταν πήγε στην Ιταλία, βρήκε τον αφοσιωμένο φίλο και προστάτη του Κητς, τον γνωστό ζωγράφο Joseph Severn, και ζήτησε να μάθει περισσότερα για τον ποιητή. Εκείνος, εκτιμώντας το ενδιαφέρον του Ρίτσαρντ, του παρέδωσε όλο το αρχείο του, αφού ο ίδιος δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε να το φέρει στο φως. Από τότε ο Μιλνς ξεκίνησε μια φιλολογική εργασία για τον Κητς που κράτησε σχεδόν οκτώ χρόνια.

— Μιλάς με τόσο θαυμασμό και συγκίνηση για τον Ρίτσαρντ… τι είναι για σένα αγαπητή μου Φλο ο Ρίτσαρντ; τόλμησε να την ρωτήσει η Ελισάβετ. (περισσότερα…)

Advertisement

Τάσος Αναστασίου, Η υπομονή και το πείσμα

*

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Η υπομονή και το πείσμα, μυθιστόρημα,
μυθιστόρημα, Αθήνα, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2022

Ένας ανασφαλής νεαρός, προσκολλημένος πεισματικά σε μια ολιγόμηνη ερωτική σχέση των φοιτητικών χρόνων του. Ο ερωτύλος φίλος του, αφοσιωμένος παράλληλα στη φιλολογική επιστήμη, προσπαθώντας ν’ αντιμετωπίζει τα πάντα με την ψυχρή λογική. Ανάμεσά τους η αληθινή πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, με τον ανάλαφρο ευδαιμονισμό της, υπερβολικά αυθόρμητη, υπερβολικά παρορμητική.

Μια αντιπαράθεση διαφορετικών χαρακτήρων στην κυνική και επιπόλαιη δεκαετία του 1990, μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου, μετά τη διάψευση της επαναστατικής επαγγελίας, κυριαρχεί το κυνήγι του εύκολου κέρδους, η υστερική ηδονοθηρία, η έμμονη ενασχόληση με την τρομοκρατία, η ενθουσιώδης προάσπιση πάσης φύσεως δικαιωμάτων.

Κινούμενοι σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ήρωες του μυθιστορήματος θα κατορθώσουν άραγε να ωριμάσουν, να αναγνωρίσουν τα όριά τους, να συναισθανθούν την τραγικότητα της ζωής;

~.~

Ακολουθεί ένα απόσπασμα (κεφάλαια 11 και 12 του τρίτου μέρους), στο οποίο παρουσιάζεται ένα τυπικό βράδυ από τη συναναστροφή του ανασφαλούς και δειλού ήρωα με την τωρινή αγαπημένη του, την οποία θέλει αγωνιωδώς να απομακρύνει από κοντά του, θεωρώντας την εμπόδιο στη μονομανή ενασχόλησή του με την Ειρήνη, την ιδανική ερωτική φίλη του παρελθόντος. (περισσότερα…)

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Silva

*

Τά Δάση καί οἱ Πήλινοι Ἄνθρωποι

Στήν Μαρία Φιλύρα γιά τήν ἀγάπη της στά δάση                                        
Ποιός λήστεψε τά δάση,
Τά δάση τά ἔμπιστα;
Τ’ ἀνύποπτα δέντρα
Ἔβγαλαν τίς κολλιτσίδες, τά βρύα τους
Τήν φαντασία του νά τέρψουν.
Περιεργάστηκε τά στολίδια τους,
Τά ἅρπαξε, τά πῆρε μακριά.
Τό ἱερόπρεπο κώνειο τί
Τό κωνοφόρο ἔλατο τί θά πεῖ;
EMILY DICKINSON

Ἄκουγα τά δάκρυά τους. Ἄκουγα τήν ἥσυχη ἀναπνοή τους. Μοῦ χάϊδευε τό πρόσωπο ἡ σιωπή τους. Καί κάπου κάπου μιά μικρή ἀνατριχίλα-μυρμηγκάκι περπατοῦσε στά μπράτσα μου.

Κλαδιά ἔγερναν καί φύλλα σέρνονταν στό κεφάλι μου, οἱ σκιές τους εἰσχωροῦσαν καί οἱ φωτισμένες πλευρές τους ἔτρεχαν μέσα στόν χάρτη πίσω ἀπό τό μετωπό μου. Φιδωτά ποτάμια κυλοῦσαν ἐκεῖ κι ἅπλωναν ἕνα ἀλλοῦ ἀραιόπλεχτο κι ἀλλοῦ πυκνό δικτύωμα μοναξιᾶς.

Καθόμουν σ’ αὐτές τίς αἰῶρες σάν μιά θηλειά τῆς πλέξης. Ἡσυχία. Ἀόρατοι φίλοι μέ συντρόφευαν χωρίς νά μέ σφίγγουν καί χωρίς νά μ’ ἐγκαταλείπουν. Κλαίγαμε μετά ἄφωνα καί τό εὐωδιαστό πνεῦμα τοῦ δέντρου ἀνέβαινε ἀπό τίς ρίζες ἤ κατερχόταν ἀπό τίς κορφές τοῦ οὐρανοῦ καί τότε ὅλα συγκεντρώνονταν σέ μιάν ἀνάλαφρη φωλιά.

Πάνω της ἔσκυβε αὐτό πού εἶναι λευκό καί πουπουλένιο φυσώντας ρυθμικές ἀναπνοές.

15 Αὐγούστου

(περισσότερα…)

Ειρήνη Καλτσά, Η καρδιά της αντιλόπης και άλλες ιστορίες

*

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΟΠΗΣ

Τρίτη ώρα μαθηματικά. Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Τις δύο πρώτες ώρες έκθεση μ’ εκείνη τη μαλάκω και τώρα μαθηματικά. Ο κύριος Νίκος μου ’χει πει θα με βοηθήσει. Κάθισε στο κενό του προχθές να μου εξηγήσει την άσκηση, αλλά και πάλι δεν κατάλαβα. Τι σκατά έχω στο κεφάλι μου;

Ο πατέρας μου πήγε το Σάββατο στην ενημέρωση στο φροντιστήριο. Είχε ένα ύφος εγκαρτέρησης. Στεκόταν προσοχή λες και τον είχαν σταματήσει οι μπάτσοι για έλεγχο στην εθνική. Και σαν ταπεινωμένος μού φάνηκε.

Θύμωσα μαζί του. Αυτός ρίχνει μπινελίκια στη δουλειά και δεν υπολογίζει κανέναν κι εδώ κάθεται λες και περιμένει στην ουρά στο συσσίτιο.

«Τι τους κοιτάς έτσι;» θέλω να του πω. Μα ύστερα ντρέπομαι που είμαι εγώ ο φταίχτης κι ας μην ξέρω το γιατί, αφού διαβάζω φέτος κι ας είναι όλα πουτάνα στο κεφάλι μου.

Όταν γυρίσαμε σπίτι με κοίταξε μ’ ένα βλέμμα που με προσπερνούσε. Κοίταζε κάτι στον τοίχο απέναντι. Εκεί που είχαμε παλιά μια φωτογραφία μου από το Νηπιαγωγείο μα εδώ και χρόνια υπάρχει μόνο ένα μικρό σημάδι. Μόνο από πολύ κοντά και αν το ξέρεις το βλέπεις. Λες να το βλέπει από τόσο μακριά;

«Όλοι οι καθηγητές σου μού έκαναν παράπονα. Δε διαβάζεις αρκετά. Άσε πια στο σχολείο. Εκεί δημιουργείς και προβλήματα. Τι θα κάνεις; Βλέπεις πόσο δύσκολα τα βγάζουμε πέρα με τόσα φροντιστήρια κι εσύ πέρα βρέχει».

Σ’ ένα ντοκιμαντέρ που είχα δει παλιά, μια αγέλη λιονταριών κυνηγούσε επίμονα μια αντιλόπη, την κύκλωσε κι έπεσε επάνω της και την ξέσκιζε. Αυτή η εικόνα μου ήρθε. Τα δάκρυα του ζώου στα μάτια μου στάθηκαν μα ξάφνου οργή με κατέλαβε. (περισσότερα…)

Το ταξίδι της προσφυγιάς

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο η Ελισάβετ εξιστόρησε στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς, της επανάστασης του 1821 και της συνακόλουθης καταφυγής των γυναικόπαιδων, και της ίδιας, στα σφακιανά βουνά, για να σωθούν. Στο κεφάλαιο αυτό η Ελισάβετ συνεχίζει την εξιστόρηση των δεινών κατά το περιπετειώδες ταξίδι σωτηρίας από ένα λιμανάκι της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς. Το Πάσχα του 1824 άρχιζε η επώδυνη ζωή της προσφυγιάς.

***

Οι δύο φίλες περπατούσαν με γοργό βήμα να προλάβουν ν’ ανέβουν στον λόφο του Κολωνού, πριν ξεσπάσει η μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο, τα σύννεφα κατέβαιναν κι εκείνες σχεδόν έτρεχαν. Όταν αντίκρισαν το ψηλό μνημείο στον λόφο, λαχανιασμένη η Ελισάβετ είπε:

— Ήμουν στην Αθήνα, όταν μάθαμε ότι πέθανε ξαφνικά ο σοφός γερμανός αρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ· ήταν θυμούμαι καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια. Είχε έλθει στην Ελλάδα για αρχαιολογικές περιηγήσεις και έρευνες, αλλά μετά από λίγους μήνες τον έριξε κάτω η ζέστη, η κόπωση κι ο πυρετός. Η ιδέα να ταφεί εδώ και να ανεγερθεί το μνημείο που θα δούμε ήταν των καθηγητών του πανεπιστημίου, που ανέλαβαν και τη δαπάνη του. Τον έθαψε ο ιερέας του παλατιού, παρουσίᾳ πλήθους κόσμου…

— Σε παρακαλώ, Ελισάβετ,  πάμε πιο γρήγορα, πριν αρχίζει να βρέχει πιο δυνατά,  θέλω να δω οπωσδήποτε το μνημείο.

Άνοιξαν το βήμα τους κι ανέβηκαν στον μικρό λόφο· έμειναν σιωπηλές να κοιτάζουν τον τάφο και το μνημείο. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)

Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων. (περισσότερα…)

«Καλλιά  να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η Αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή  νοσηλεύτρια κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, βλ. φωτογραφία πιο πάνω), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με  στενή φιλία. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί η Ελισάβετ εξιστορεί στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς και της επανάστασης του 1821.

***

Οι δυο φίλες πήραν τον δρόμο για την Ακαδημία του Πλάτωνος και τον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, σε λιγότερο από μια ώρα θα έφταναν· σιωπηλές περπατούσαν απολαμβάνοντας τη ανοιξιάτικη φύση.

– Μίλησέ μου για σένα, Ελισάβετ, και για τις περιπέτειες σου στην Κρήτη, έσπασε τη σιωπή η Φλωρεντία. Θέλω να τ’ ακούσω κι εγώ, από σένα την ίδια.

– Είναι μεγάλη και θλιβερή η ιστορία μου, όπως και η ιστορία της πατρίδας μου. Κοντά είκοσι χρόνια  που ζω στην Αθήνα τη λέω και την ξαναλέω συνέχεια σε όσους επισκέπτες των Χιλλ με ρωτούν, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)