Σωτήρης Γουνελάς

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.

Ποιήματα που αποπνέουν ιερότητα

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θεώνη Κοτίνη,
Ο χρόνος είναι,
Μελάνι, 2020

Ορισμένοι ποιητές έχουν την ευχέρεια χρησιμοποιώντας διατυπώσεις με υποκείμενο, ρήμα και κατηγορούμενο να ανοίγουν τη γλώσσα πέρα από τις λεκτικές της διαστάσεις. Έτσι και εδώ στον τίτλο ανοίγεται πεδίο ανάγνωσης διττό: του Χρόνου και του Είναι. Και τι δεν χωρεί μέσα τους.

Προχωρούμε στον ποιητικό βηματισμό. Βαθιά προσωπική ποίηση, θα την έλεγα ποίηση προσώπων, που αποπνέει ιερότητα. Σπάνια κατορθώνει κανείς χωρίς ιερολογίες, χωρίς ρητές θεολογικές αναφορές να ζωγραφίσει αγιογραφήματα. Ποιήματα ποτισμένα αγάπη. Μαζί με εξαιρετική χρήση της γλώσσας, σαν να ακουμπά κάθε στίχο στο χαρτί, όπως εύθραυστο δοχείο και με εναλλαγές πρώτου, δεύτερου και τρίτου προσώπου. Έχουμε να κάνουμε με ξεχείλισμα ψυχής αφού πρώτα έχει κατασταλάξει νοσταλγία, θύμηση, σιωπή, ομορφιά για πρόσωπα και πράγματα. Η ομορφιά που καταγράφεται μέσα από μεγάλη τρυφερότητα δεν είναι των πραγμάτων, είναι της ποιήτριας. Καθώς το βλέμμα της ακουμπά πάνω τους, ακουμπά και η ψυχή της με όσα μεταφέρει, όλα όσα ένιωσε στη ζωή της. Ο αναγνώστης αναρωτιέται, πονά, αναλογίζεται, αυτογνωρίζεται. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Χριστούγεννα

 ~.~ 
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει

Από τη στιγμή που ο Θεός σαρκώνεται δεν μπορούμε να ξανακοιτάμε ψηλά. ‘Ουρανία’ κατά Σωκράτη, είναι η θεωρία των υψηλών, είναι η όραση των άνω ‒άνω θωρώ‒ να θεωρείς τα υπερκείμενα. Τώρα, όμως, ο ουρανός κατέβηκε στη γη, ο Θεός από υπερβατικός γίνεται εμμένων, εγκάτοικος που χτυπά την μέσα θύρα και γυρεύει ‘μονήν’. Ο Θεός φιλάνθρωπα, σαρκωμένος και σταυρωμένος, ήρθε πολύ κοντά στον άνθρωπο, τον άγγιξε, κι αυτό μονάχα έτσι μπορούσε να γίνει ‒διαμέσου ανθρώπινης σαρκός‒ αλλιώς ο άνθρωπος θα εξαφανιζόταν. Είναι ένας από τους λόγους που η ουσία του Θεού μένει ακατάληπτη. Όμως, μετέχουμε του θείου. Μάλιστα, από την Ενανθρώπηση και μετά, μετέχουμε μέσα από το μυστήριο της Ευχαριστίας, μέσα από θυσιαστική αγάπη, μέσα από νιάσιμο για τον άλλο, μέσα από υπέρβαση του εαυτού. Μετέχουμε από Φως σε Φως, αλλά το Φως δεν αντικρίζεται κατάματα, όπως αναπτύσσει ο Σωκράτης στο μύθο του σπηλαίου. Η Εκκλησία είναι ένα Σπήλαιο, μόνο που τώρα, μέσα στο Σπήλαιο κείται το μυστικό Σώμα του ομοούσιου με τον Πατέρα Υιού. Εάν συνδέσουμε το πλατωνικό Σπήλαιο, με το Σπήλαιο της Βηθλεέμ και την Εκκλησία, φτάνουμε εσχατολογώντας στην Πόλη, «την άνωθεν καταβαίνουσαν, εστολισμένη ως Νύμφη», για την οποία κάνει λόγο η Αποκάλυψη. Η σπηλιά μεταμορφώνεται σε πάγκαλη και πάμφωτη Νύμφη. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Εκμυστήρευση

Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.

Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.

Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.

Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.

Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.

~ . ~

Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.

Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.

Παρίσι, στην συνοικία Tolbiac, 2005

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

Μαθαίνοντας ν’ αγαπάμε ως αγαπώντες

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,malte1
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Κίχλη 2018

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά αυτού του βιβλίου έγινε το 1965 στις εκδόσεις Γαλαξία. Μεταφραστής τους ο Δημήτριος Μπέσκος. Είχα προμηθευτεί τη δεύτερη έκδοση του 1978 (Γαλαξίας-Ερμείας). Το βιβλίο μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μολονότι είχα την αίσθηση ότι διαβάζοντάς το χώνεσαι σ’ ένα λαβύρινθο εξομολογήσεων, σκέψεων, εσωτερικών εμπειριών, ενοράσεων και οραματισμών αλλά και διαπιστώσεων για τη ζωή, τους ανθρώπους, την κοινωνία, το θάνατο, την αρρώστια και τόσα άλλα. Θυμόμουν για χρόνια τις ξεχωριστές εκείνες σελίδες όπου προβάροντας ρούχα αποκριάτικα που βρήκε σε μα ντουλάπα και συμπληρώνοντας το ντύσιμό του με μια μάσκα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη – σημειωτέον ότι η μητέρα του τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα γιατί είχε πεθάνει η μικρή της κόρη ― φτάνει «να χάσει κάθε αίσθηση του εαυτού του― έπαψε να υπάρχει», όπως γράφει. Ταυτίστηκε με την εικόνα του καθρέφτη. (περισσότερα…)

Τρία βιβλία για τον Σαραντάρη

Παρουσίαση των τριών βιβλίων που εκδόθηκαν από την Εκάτη σε συνεργασία με το Σωματείο «Γιώργος Σαραντάρης».

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

ss

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη, Πρακτικά ημερίδων (Αθήνα 2013-Θεσσαλονίκη 2016), Εκάτη 2018.

Συμμετέχουν στον τόμο οι Βασίλης Αλεξίου, Σωτήρης Γουνελάς, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Έλσα Λιαροπούλου, Στέφανος Ροζάνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Μαρία Ιατρού και Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Οι ομιλίες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, μιας και προέρχονται από πρόσωπα που αγαπούν και γνωρίζουν τον Σαραντάρη, γι’ αυτό και ο λόγος τους ξεπερνά την ουδέτερη γλώσσα ή τον ακαδημαϊσμό, ψάχνοντας στα πιο βαθιά νερά για να αφουγκραστεί και να ζωγραφίσει την ιδιορρυθμία, τις αρετές, την ευαισθησία, την πρωτοτυπία, τη μεταφυσική και χριστιανική πίστη, τη φιλοσοφική του αναζήτηση, τον οραματισμό του και βεβαίως το παιδικό εκείνο στοιχείο που ο Λορεντζάτος —ένας άνθρωπος που ήξερε καλά την περίπτωση Σαραντάρη— το ονομάζει «σχέση με την παιδικότητα στην υπερβατική της διάσταση».

Απαιτεί δουλειά ο Σαραντάρης για να διαβαστεί και να αφομοιωθεί. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έγιναν αρκετές δημοσιεύσεις, κυρίως σε περιοδικά. Διανύεται λοιπόν ένας δρόμος μέσα στον οποίο κινούνται όσοι διέκριναν σ’ αυτόν μια διαφάνεια τουλάχιστον στους στίχους του, η οποία φτάνει να εξαϋλώνει τα νοήματα, να τα παραδίνει στον αέρα και στον ουρανό, σύμφωνα και με τη ρήση του: «ο αέρας είναι ένα πράμα που δεν τελειώνει ποτέ∙ μέσα του μπορείς να προχωρήσεις στο άπειρο. Παντού αναπνέω […] Όπου ο αέρας, εκεί βρίσκομαι κι εγώ και δεν αφήνω να φύγει κανείς, αν δεν περάσει μέσα στον αγέρα.»

Μα ταυτόχρονα διακρίνουν τη γενναιότητα διατύπωσης κρίσεων ακόμη και σε ποιήματά του που αφορούν όχι  μονάχα ζητήματα άμεσα συνδεδεμένα με την θεία και την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και στη βαθιά κριτική του δυτικού πολιτισμού, ως ένα αίτημα για την πνευματική αναγέννηση της μικρής αυτής χώρας, μαζί με το όραμα για την υπέρβαση της αντίθεσης Ανατολής-Δύσης, με μόνιμη την αναζήτηση της όντως αληθινής ζωής.

Ο Σεφέρης λέει κάπου ότι τα ποιήματα δεν είναι για να τα αναλύουμε, αλλά για να τ’ αφουγκραζόμαστε. Πρέπει λοιπόν να αφουγκραζόμαστε τα ποιήματα του Σαραντάρη που μας θέτουν εμπόδια, καθώς η γλώσσα του δουλεύει πάνω σε δυο καθρέφτες —αν όχι και περισσότερους—, (εννοώ την ελληνική και την ιταλική γλώσσα) κι επιπλέον εισάγει όλο τον μοντερνισμό της εποχής του.

 ~.~

 Γιώργος Σαραντάρης, Γράμματα σε μια γυναίκα, Εκάτη 2016.

Έχει σημασία ότι στο σημείωμα «Αντί προλόγου», ο Σαραντάρης γράφει ότι δημοσιεύει αυτές τις πρόζες ελπίζοντας «πως ο χρόνος κ’ οι αναγνώστες μου θα φανερώσουν το πλάτος της μη απλώς ερωτικής τους σημασίας». Προσθέτω ότι όταν διαβάζουμε Σαραντάρη θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι αυτό λίγο-πολύ ισχύει για όλα του τα γραπτά – ειδικά δε για τα ερωτικά.

Στο μικρό αυτό βιβλίο έχουμε να κάνουμε με έναν διάλογο άντρα-γυναίκας, ένα διάλογο ζευγαριού, στον οποίο θίγονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που κανονικά θα έπρεπε να απασχολούν τους ανθρώπους. Παραθέτω: ο εαυτός και ο άλλος, ο έρωτας, ο θάνατος, ο Δημιουργός της ζωής, το εγώ, ο κόσμος, η ελευθερία, η ηδονή, ο πλησίον, ο λυρισμός, η φύση, η ύπαρξη, η περηφάνεια, η σκέψη, η αγάπη, η σιωπή. Μέσα εδώ περνούν οι διακυμάνσεις μιας σχέσης, οι εναλλαγές, οι συγκρούσεις, τα αισθήματα, οι αυταπάτες, οι καϋμοί. Η Σ. Κ. Σκοπετέα, επιμελήτρια των δύο τόμων των Έργων του Σαραντάρη, χαρακτηρίζει το κείμενο του βιβλίου «προέκταση και εμβάθυνση στο θέμα του χωρισμού».

Στο ίδιο κείμενο ακούγεται η σημαδιακή φράση, απολύτως χαρακτηριστική της περίπτωσης Σαραντάρη: «χωρίς αγνότητα δεν φτιάχνουμε τίποτα το αληθινό». (σ. 15)

~.~

Γιώργος Σαραντάρης, Γαλλικά ποιήματα, μτφρ. Τάσος Γαλάτης, Εκάτη 2018.

 Εδώ περιλαμβάνονται τα γαλλικά ποιήματα του Σαραντάρη —είκοσι-δύο στον αριθμό— με την ελληνική απόδοσή τους, φροντισμένη από τον ποιητή Τάσο Γαλάτη. Αυτό που έχω να πω εδώ είναι ότι ο Σαραντάρης κατέχεται από έναν ανελέητο λυρισμό, από ένα πάθος για την αλήθεια της Ζωής και των όψεών της. Ακόμη και σ’ αυτά τα αισθησιακά ποιήματα, όλο και κάτι άλλο αναζητά πέραν της αισθήσεως και της ηδονής· πότε το όνειρο, πότε τον ουρανό, πότε τα παιδικά του χρόνια, πότε το φως, πότε την αιωνιότητα, πότε το βάθος της ψυχής.

Κλείνω με τη φράση τού ποιητή: «Ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


(Σκίτσο Γ. Σαραντάρη: Πανδώρα Γιαμαλίδου – Πηγή: ἐφ. Καθημερινή)

Πάνω στην κόψη των αισθημάτων

Χρίστος Κρεμνιώτης
Γεωμετρία της νήψης.
(σύνθεση σε έξι μέρη)
Φρέαρ / 5, 2015.

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

187497Ο απίθανος αυτός τίτλος και συνάμα προκλητικός αφορά μια ποιητική σύνθεση 63 σελίδων, όπου μικρά ποιήματα ενώνονται με εκτενέστερα και όλο αυτό παρουσιάζεται ως μια ποιητική ενότητα, ως μια πορεία ποιητική εξαιρετικά πλούσια σε λόγο, αλλά και εξαιρετικά πυκνή. Ο ποιητής έχει απαιτήσεις από τον ίδιο και από τον ποιητικό του λόγο, ανοίγεται στα πέρατα, ταξιδεύει σε χώρους και χρόνους, επιχειρεί διεισδύσεις, αναμοχλεύει μυστικά, ψηλαφεί την μέσα όψη των προσώπων και των πραγμάτων.

Πρέπει να πω ωστόσο, ότι ο τίτλος Γεωμετρία της νήψης κάπου πάσχει. Γιατί η νήψη –αν πρόκειται για την αληθινή– δεν γεωμετρείται. Όπως κάθε αληθινή πνευματική πραγματικότητα απέχει των μαθηματικών. Είναι σαν να λέμε θα γεωμετρήσω τον ουρανό, με την έννοια της θείας διάστασης. Το κοντάρι μπορεί να το ρίχνουμε μακριά –κάτι μας ωθεί σε αυτό, ίσως τα χαρίσματά μας–, αλλά κινδυνεύουμε να σπάσουμε καί το κοντάρι καί τον εαυτό μας!

Κι όμως αρχίζει τόσο ωραία:

Ισορροπώ ανάμεσα στο φως – τότε που ντύνει
Τους δρόμους που τυλίγουνε τους λόφους…

Υπάρχουν όντως στιγμές που το φως δημιουργεί μιαν αιθρία σιγή και μέσα της τυλίγονται όλα δρόμοι και λόφοι και σπίτια και το βλέμμα μας.

Κι έτσι έρχεται η νοσταλγία και η ποίηση και μια αίσθηση θαλπωρής που ανάλογα με τον άνθρωπο και το πνεύμα του προχωρεί στο βάθος ή αποσύρεται.

Σημειώνω ενδεικτικούς τίτλους: «Ελεγεία Α΄», «Νόστος», «Εσχατολογική σημειολογία του έρωτα», «Άσμα Α΄», «Σημεία τύψης», «Του μύθου», «Επίγραμμα Α΄», «Φιλοδοξία ενός οράματος», «Ens amans», «Γυναίκα», «Ο θρήνος της θύελλας» (το εκτενέστερο) και άλλα.

Και μόνο οι τίτλοι προδίδουν ιδιαίτερη ποιητική φιλοδοξία, συνομιλία με μεγάλα έργα, ελληνικά και ξένα, έτσι ώστε να διευρύνεται το πεδίο της φαντασίας, της ελευθερίας, της ευαισθησίας, της αναζήτησης.

Απλώνει και ξεδιπλώνει έναν χάρτη. Ο χάρτης περιέχει πρωινά, φύλλα που στέκουν και κοιτούν ή τα φυσά ο άνεμος, εικόνες που τον χτυπούν στα μάτια καθώς οδοιπορεί μοναχικός, πρόσωπα γυναικών, πρόσωπα εφήβων, πρόσωπα νεκρών, πηγαινοέρχεται ο θάνατος και ο έρωτας, μισοαληθινός ή ολόκληρη ψευδαίσθηση, μετακινούνται σώματα, καρδιές, ψυχές, πουλιά και σύννεφα, ο κόσμος στριφογυρίζει, όλο και κάποια βρισιά του ξεφεύγει, όλο και κάποια σκούρα και σκοτεινή απόχρωση ζωής, μισοπεθαμένα σχήματα και αισθήματα: ιδού το περιεχόμενο. Αλλά τίποτα δεν γίνεται χωρίς μουσική. Γι’ αυτό κάθε τόσο παρουσιάζεται ο Κρόμμερ, ο Βιβάλντι, ο Μπαχ, ο Σούμπερτ και άλλοι που συνέλαβαν το εξώκοσμο νήμα, τον ήχο, την φωνή και τα εισόδευσαν μέσα στον κόσμο.

ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ ΦΩΤΟ 2014Και ολοένα να περιφέρεται η Αγάπη με κεφαλαίο και με μικρό, να στενάζει, να αδημονεί, να επιμένει, με ή χωρίς υπομονή, να κρύβεται, να σωπαίνει αλλά καθόλου να μειδιά. Κι αλήθεια: τι να σημαίνει εκείνο το «στέκομαι μόνος περιμένοντας εμένα»; Γιατί, είτε είναι σημάδι αφόρητης μοναξιάς και κάπου εκούσιας, είτε σημαίνει το βαθύ και αληθινό εκείνο: στέκομαι μόνος ως να με βρώ. Κι αυτό ευτυχώς είναι πιο φιλ-άνθρωπο.

Ωστόσο, κάθε τόσο όλο και κάποιο φως παρουσιάζεται άλλοτε σαν ανταύγεια, άλλοτε λεπίδα φεγγαριού, σαν αυτές τις φωτεινές χαρακιές που αποτυπώνονται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Μπορεί να τις φανταστεί κανείς και σαν ακίδες που μας τρυπούν με τρόπο για να ξυπνήσουμε στο Φως, όπως το σπαθί του γεροινδιάνου ιερέα που η μύτη του μόλις που άγγιξε τον Αρτώ όταν γύρεψε να μυηθεί στα μυστήριά τους.

Φώτα που παρουσιάζονται κάθε τόσο σαν πυγολαμπίδες, φώτα που συμβολίζουν, παραπέμπουν, σημαίνουν, υποδείχνουν. Ο Κρεμνιώτης έχει ξεσπάσματα οργής, αλλά έχει και κάποιους αριστουργηματικούς στίχους όπως:

…αστράπισμα κεριού
Να με καλεί χρυσίζοντας βαθιά
Στο μέσα σούρουπο του ανθρώπου
Να βγω στους δρόμους μυστικά και μόνος
Με της καρδιάς μου την πιο πρώτη ανάμνηση ∙
Φωτάει γλυκά σαν χούφτα θράκα πεταμένη σε σωθικά ενός σύννεφου: και παίρνουν
Οι αισθήσεις την παλιά τους Νόηση.
Έπειτα, αργά, η αποσαφήνιση του κόσμου:
Κραυγές αποδημητικών κι ό ήχος
Που πιάνει μόνο η διόραση-σκιάς
Ακροθαλάσσιος των βράχων που συχνά
Αποτραβιέται ο Θεός στην προσευχή Του.

(«Φιλοδοξία ενός οράματος»)

Δεν είναι άμοιρος μυθολογίας και αρχαιοελληνικών πτήσεων, αναφέρει ονομαστικά τον Αρίωνα, αυτόν τον κολοφώνειο κιθαρωδό που ο μύθος λέει ότι τον πήρε στην πλάτη το δελφίνι-στην υπηρεσία του Απόλλωνα- όταν τον άκουσε να παίζει στο καράβι που οι ναύτες του ήθελαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Κρεμνιώτης μάλλον αποδομεί, γιατί οι στίχοι του μας το λένε έτσι:

Δελφίνια να δαγκώνουν απ’ την πίκρα τους
Νερά κοκκινισμένα από τον φόνo
Του άσματος του Αρίωνα.

Αναφέρει και τον Ξενοφάνη που σαν άλλος Σωκράτης απέρριπτε τα μυθολογήματα για τους ανθρωπομορφικούς θεούς κι ανέβαζε το επίπεδο της θείας εικόνας.

Υπάρχει ένας πληθωρισμός λόγου, ένας κατακλυσμός λέξεων-εικόνων, μια έξαρση νοημάτων μέσα από ένα διονυσιασμό που θέλει να μιλήσει για την Αγάπη, που θέλει να την βρει αλλά χάνεται μέσα στην περίσσεια των χαρισμάτων του, μέσα στον στρόβιλο των πραγμάτων του αιώνα. Διακρίνεις μια πάλη: πάλη με την ψυχή και το σώμα, πάλη με τον περίγυρο, πάλη για να ξεφύγεις από ταπεινές μέριμνες, πάλη για να σηκώσεις την ψυχή όσο γίνεται ψηλότερα. Κάπου υπάρχει και μια νοσταλγία αύλωσης, κάπου σημειώνεται κι ένας ιδιόρρυθμος κυνισμός που γίνεται βρισιά ή θυμός. Πόνος κρυμμένος, αναζήτηση του Απόλυτου που όμως σκορπίζει κομμάτια ζωής, ομορφιάς, συγκίνησης, υπεροψίας, θραύσματα λόγου, ανεκπλήρωτες επιθυμίες μα και μια πληθώρα ερωτημάτων. Πώς να κοπάσει αυτή η λαίλαπα; Και πώς να την υποτάξει η γλώσσα; Οριακή γραφή, τρίζουν ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, ποιητικές ασυνταξίες για να προκαλέσει σκοτοδίνη, για να σταθεί πάνω στην κόψη των αισθημάτων.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Το πρόσωπο και το ιερό

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Το πρόσωπο και το ιερό
Μετάφραση-Επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Εκδόσεις Πόλις, 2018, σ. 77

 

Αρχίζω κάπως ανάποδα.

Όταν η Βέιλ γράφει στις τελευταίες γραμμές του κειμένου ότι «Εικόνα αυτής της απρόσωπης και θεϊκής τάξης του σύμπαντος ανάμεσά μας είναι η δικαιοσύνη, η αλήθεια, η ομορφιά» (σ. 48), έχει προηγουμένως παραπέμψει στο ευαγγελικό: «όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους». (ό.π.) Όμως, όταν θεωρεί ότι η ρήση αυτή «δεν συνάπτει εκεί την εικόνα ενός προσώπου, αλλά πρωτίστως την εικόνα μιας απρόσωπης τάξης», είναι σαν να λέει ότι ο Χριστός δεν είναι Πρόσωπο. Τις όψεις αυτές της ζωής, την αλήθεια, την ομορφιά και την δικαιοσύνη, μετά την ενανθρώπιση του Λόγου, τις γνωρίζουμε μέσα από το Πρόσωπο του Χριστού. Σάρκωση του Λόγου σημαίνει η Αλήθεια σε Πρόσωπο. Οι όψεις αυτές δεν υπάρχουν αυτόνομες παρά μονάχα όταν θεωρητικοποιούμε τη ζωή –δια της εννοιολογικής φιλοσοφίας– την μετατρέπουμε σε σύνολο αφαιρέσεων ή νομικών και αποδεικτικών διατυπώσεων. Γιατί μπορούμε θαυμάσια να θεωρήσουμε ότι η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ομορφιά είναι καθαρές αφαιρέσεις, είναι ιδέες ή έννοιες, ειδικά αν αναφερθούμε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Ωστόσο, αν αναφερθούμε στην αρχαιοελληνική, δεν είμαι βέβαιος ότι τα πράγματα είναι τόσο αφηρημένα. Το λέω αυτό γιατί στην Πολιτεία, ο Σωκράτης δεν κρίνει τα πολιτεύματα ως αριστοκρατία, δημοκρατία, τυραννία, ολιγαρχία κλπ., αλλά τον αριστοκράτη, τον δημοκράτη, τον τύραννο, τον ολιγάρχη: δηλαδή τον άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι το πολίτευμα-αφαίρεση.

Στην πατερική θεολογία γίνεται λόγος για ένωση ακτίστου και κτιστού, έχουμε ένωση Πατρός και Υιού κατά το «Ο Πατήρ μου και εγώ εν εσμέν». Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, όπως μάλιστα έρχεται από την αρχαιότερη και γνησιότερη χριστιανική παράδοση. Η προσωπική πατερική θεολογία ή η εναλλαγή πρόσωπο-υπόσταση δεν ταυτίζεται με την περσοναλιστική φιλοσοφία. Και σίγουρα η Βέιλ δεν αναφέρεται (ούτε εξαρτάται στις διατυπώσεις της) από τη θεολογία των Πατέρων: των Καππαδοκών, του αγίου Μαξίμου κλπ. Και μάλλον ούτε καν τους ξέρει. Η παράδοσή της είναι η εβραϊκή, είτε το δέχεται είτε όχι, και η αρχαιοελληνική, καθώς έχει επάξια προσηλωθεί στην αφομοίωση της αρχαιοελληνικής πνευματικότητας (ποίηση, θεολογία, φιλοσοφία). Και βεβαίως είναι χριστιανή στην πράξη και κατά δήλωσή της  έχει μυστική ή ενορατική εμπειρία, προσωπικής συνάντησης με το Χριστό. Αλλά η θεωρητική της κατάρτιση είναι περισσότερο φιλοσοφική παρά θεολογική. Το γεγονός μάλιστα ότι εμμένει στον σταυρό και παραθεωρεί την Ανάσταση, την κατατάσσει στην ρωμαιοκαθολική Παράδοση, όπου σιγά-σιγά εξατμίζεται η αναστάσιμη διάσταση και κολλάμε στον σταυρό ή με τα λόγια του Κάλλιστου Γουαίαρ:

Στην δυτική όμως προσέγγιση υπάρχουν ορισμένα πράγματα που  κάνουν τους Ορθοδόξους να μην αισθάνονται και τόσο άνετα. Αισθάνονται πως η Δύση τείνει να θεωρεί τη Σταύρωση ως μεμονωμένο γεγονός, χωρισμένο από την Ανάσταση, με συνέπεια η εικόνα του Χριστού ως πάσχοντος Θεού να έχει στην πράξη αντικατασταθεί από την εικόνα τη πάσχουσας ανθρώπινης φύσης του Χριστού: ο πιστός στη Δύση, όταν σκέπτεται τον Σταυρό, πιο πολύ ενθαρρύνεται στο να προβάλλει μια συναισθηματική συμπάθεια για  τον άνθρωπο της θλίψης, παρά να εξυμνεί τον νικητή και θριαμβευτή βασιλιά.

(Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Ακρίτας, 1996, σ. 361)

Θέλοντας να ξεκαθαρίσω περισσότερο τη σχέση προσώπου και απροσωπίας που θέτει το κείμενο της Βέιλ παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ίδιας από το βιβλίο Εκλογή από το έργο της.[1]

Γράφει:

Αυτό που μέσα στον άνθρωπο είναι η ίδια η εικόνα του Θεού, είναι κάτι που μέσα μας συνδέεται με το γεγονός πως είμαστε πρόσωπα, αλλά δεν είναι αυτό το ίδιο το γεγονός. Είναι η ικανότητα ν’ απαρνηθούμε το πρόσωπο. Είναι η υπακοή. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος ανέρχεται σ’ ένα ύψος τελειότητας που τον καθιστά δια μετοχής, ένα θείο όν, εμφανίζεται σ’ αυτόν κάτι το απρόσωπο, κάτι το ανώνυμο. Η φωνή του τυλίγεται στη σιωπή. Αυτό είναι φανερό στα μεγάλα έργα  της τέχνης και της σκέψης, στις μεγάλες πράξεις των αγίων και στα λόγια τους.

Είναι επομένως αλήθεια, κατά μία έννοια, πως πρέπει να συλλάβουμε τον Θεό ως απρόσωπο, δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση. Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς, με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει να αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης. (σ. 60)

Πρώτα-πρώτα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η Βέιλ μιλά για μια «σύλληψη του Θεού ως απρόσωπου», σαν η δουλειά αυτή να γίνεται κυρίως δια του νου. Και προσθέτει αμέσως «δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Είναι σαν να περνά το πρόσωπο του Χριστού σε άλλο επίπεδο, στο επίπεδο της διανοητικής σύλληψης, ενώ από την άλλη, ο Χριστός είναι Αυτός που «υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Και ακολουθεί η παράδοξη διατύπωση: «Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει ν’ αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού». Εδώ είναι το ζήτημα: ο Χριστός δεν είναι ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι Θεός που ενανθρώπισε… Ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, αλλά όταν λέμε πρόσωπο για τον Χριστό εννοούμε θεανθρώπινο πρόσωπο. Γιατί δεν είναι άνθρωπος αλλά θεάνθρωπος, μοιράζεται η ανθρώπινη φύση με τη θεία («ασυγχύτως και αδιαιρέτως») ή πιο σωστά, ενώνεται. Δεν μπορούμε να κλείσουμε το πρόσωπο-Χριστός μέσα στην ανθρώπινη φύση. Ιδού το ζήτημα.

Επομένως, διασταυρώνοντας το συμπέρασμα αυτό με όσα λέει στο κείμενο Το πρόσωπο και το ιερό καταλαβαίνουμε ότι οι διατυπώσεις της δεν απορρέουν από μιαν οικείωση με την πατερική-αποκαλυπτική Θεολογία. Μάλιστα όταν μας συστήνει στο απόσπασμα που παρέθεσα ότι: «Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης», είναι σαν να χωρίζεται ο Πατέρας από τον Υιό και σαν η τελειότητα του ουράνιου Πατέρα να μην αφορά αυτό που λέμε στη θεολογία «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος».

Εξάλλου, το ζήτημα της αυταπάρνησης, το οποίο θέτει και ξαναθέτει η Σιμόνη, πως αλλιώς παρουσιάζεται και ξεκαθαρίζεται αν όχι μέσα από την παρουσία και τη θυσία του Υιού;

Παρ’ όλα αυτά, έχει ξεχωριστή σημασία και γι’ αυτό άξιζε όντως να μεταφραστεί αυτό το κείμενο –και όχι τόσο για τα περί προσώπου και απροσώπου– ο τρόπος με τον οποίον η Βέιλ μεταγράφει ή αποτυπώνει στο χαρτί τη σύνθεση ή το συνδυασμό αλήθειας, δικαιοσύνης και  ομορφιάς. Η μεταγραφή αυτή και η αποτύπωση είναι πρώτιστα χριστιανική και ευαγγελική (χωρίς βέβαια να παραθεωρείται η περίπτωση της Αντιγόνης, για την οποία εξάλλου γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις σσ. 24-25) και μάλιστα όταν αντιδιαστέλλει σφόδρα την αληθινή δικαιοσύνη με την ισχύουσα κατασταλτική δικαιοσύνη.

Τα ζητήματα αυτά της δικαιοσύνης την απασχόλησαν από πάντα. Το δείχνει αυτό ο προσωπικός αγώνας της ίδιας να διορθώσει τα λάθη της εφαρμοζόμενης δικαιοσύνης (κοινωνικής ή άλλης). Όταν αντιδιαστέλλει το τρίπτυχο αλήθεια-δικαιοσύνη-ομορφιά σε αυτό που ονομάζει κατασταλτική δικαιοσύνη έχει πίσω της Σωκράτη-Πλάτωνα (η Πολιτεία δεν είναι παρά λόγος περί Δικαιοσύνης – και μέσα εκεί υπάρχει και αλήθεια και ομορφιά) αλλά προπαντός έχει Χριστό και Ευαγγέλιο.

Τα ζητήματα αυτά τα αναπτύσσει πολύ περισσότερο στο βιβλίο της Attente de Dieu που ανέφερα και προηγουμένως. Ανατρέχω για μια ακόμη φορά στην Εκλογή όπου και τα κεφάλαια «Αγάπη του κόσμου» και ¨Αγάπη του πλησίον¨. Εκεί λοιπόν, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε σχετικά με τη Δικαιοσύνη τα παρακάτω:

Τίποτα δεν βρίσκεται σε χειρότερη μοίρα από μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει περιβληθεί μια αληθινή ή ψεύτικη ενοχή και που βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεση μερικών ανθρώπων που με λίγες λέξεις θα αποφασίσουν για την τύχη της. Αυτοί οι άνθρωποι δεν της δίνουν προσοχή. Άλλωστε, από τη στιγμή που κάποιος πέφτει στα γρανάζια του ποινικού μηχανισμού ως τη στιγμή που βγαίνει-και αυτοί που ονομάζουμε ποινικούς κατάδικους , καθώς και οι  πόρνες, δεν βγαίνουν από εκεί σχεδόν ποτέ ως το θάνατό τους –δεν αποτελεί ποτέ αντικείμενο προσοχής. Όλα είναι κανονισμένα ως τις παραμικρότερες λεπτομέρειες, ως τις διακυμάνσεις της φωνής, για να την κάνουν να φαίνεται στα μάτια όλων και στα ίδια της τα μάτια ένα πράγμα βρωμερό, ένα αντικείμενο αποκρουστικό.  […] Δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά αν δεν υπάρχει ανάμεσα στον ποινικό μηχανισμό και το έγκλημα κάτι που καθαρίζει τα μιάσματα. Αυτό το κάτι  δεν μπορεί παρά να είναι ο Θεός. Μόνο η άπειρη καθαρότητα δεν έχει μιανθεί από την επαφή με το κακό.

Κάθε πεπερασμένη καθαρότητα εξ αιτίας αυτής της παρατεταμένης επαφής, γίνεται και η ίδια μίασμα. Με όποιον τρόπο και αν μεταρρυθμιστεί ο κώδικας, η τιμωρία δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη αν δεν περάσει από τον Χριστό. (Εκλογή από το έργο της, σσ. 34-35)

Είναι βέβαιο ότι η Βέιλ είναι ένας εντελώς ξεχωριστός άνθρωπος μόνο και μόνο για το γεγονός ότι τολμά να γράψει πως: «Δεν εισέρχεται κανείς στην αλήθεια χωρίς να έχει περάσει μέσα από τη δική του εκμηδένιση χωρίς να έχει παραμείνει για πολύ σε κατάσταση άκρας και πλήρους ταπείνωσης». (Το πρόσωπο και το ιερό, σ. 36) Και μόνο η φράση αυτή τινάζει στον αέρα όλες τις φιλοσοφίες και τις θεωρητικές επάρσεις, γιατί μεταθέτει τη σημασία της ύπαρξης σε άλλο επίπεδο, έξω από το κυρίαρχο πνεύμα όλων σχεδόν των κοινωνιών, τουλάχιστον των τελευταίων αιώνων.

Η παραπάνω διατύπωση της Σιμόνης τἠς επέτρεψε να διεισδύσει βαθιά σε ζητήματα ψυχικής και πνευματικής τάξης, όπως σπάνια έχουν κάνει ψυχίατροι και ψυχαναλυτές. Ο τρόπος που μιλά για τη δυστυχία, για την οδύνη, για τον άνθρωπο μέσαθέ τους, για το πως η σκέψη μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά, για την ανάλογη εμπειρία όταν συμβαίνει αυτό, για τη σχέση του ανθρώπου με την εκμηδένιση του εαυτού του για να φτάσει στην αλήθεια είναι μοναδικός. Εξίσου σπουδαία είναι η παρακάτω διατύπωση:

Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό, τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς, (ό.π., σ. 39)

Έρχομαι τώρα στο «Επίμετρο» του μεταφραστή.

Πολύ σωστές είναι οι παρατηρήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη όταν μιλά για τους μυστικούς και τη σχέση τους  ή μη με τον αναχωρητισμό και τον ασκητισμό. Γράφει:

Οι μυστικοί όλων των αιώνων, σε όποια θρησκεία κι αν ανήκουν, παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες. Επί παραδείγματι, αντιμετωπίζουν όλοι αρνητικά την ατομικότητα, το εγώ, το προσωπικό θέλημα. Η ψυχή πρέπει να αδειάσει από όλα τα ατομικά στοιχεία, να κενωθεί, για να έρθει να κατοικήσει εκεί ο Θεός, η Αλήθεια. (ό.π., σσ. 72-73) Εδώ, αφήνοντας τα σχετικά με τον Μάιστερ Εκαρτ που λέγονται πιο κάτω, ας μου επιτραπεί νε σημειώσω μερικές αποσαφηνίσεις:

Η υπογράμμιση που κάνουν οι μυστικοί αρχίζει από τη στάση του Χριστού και συγκεκριμένα τη ρήση του –εκφρασμένη μάλιστα σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές πριν τη σύλληψή του– «όχι το δικό μου θέλημα αλλά το δικό Σου», και το ζήτημα από εκείνη την ώρα βρίσκεται σε αυτό το σημείο: όχι το δικό μου θέλημα αλλά του Πατρός. Ποιός υπογράμμισε πρώτος στις Επιστολές του αυτή τη διάσταση; Ποιος άλλος από τον Παύλο με τη ρήση: «Ζω ουκέτι εγώ, ζει εν εμοί Χριστός».

Όμως, εδώ προσοχή. Ο Χριστός είναι Πρόσωπο. Δεν υπάρχει στη χριστιανική παράδοση και μάλιστα την αρχαιότερη και αποκαλυπτική, δεν υπάρχει απροσωπία. Υπάρχει υπέρβαση του εγώ και του εαυτού έτσι ώστε να χριστοποιηθεί ο άνθρωπος, να γίνει καινός άνθρωπος. Αυτά, σε μια Παράδοση που έχει μέσα της Συμεών νέο Θεολόγο, Γρηγόριο Παλαμά και Νικόλαο Καβάσιλα, είναι  κ ο ι ν ο ί  τ ό π ο ι .  Αυτά είναι τα κλειδιά. Είναι άλλος ο μυστικισμός που αναπτύσσει ο Καθολικισμός και οι μυστικοί του, αν και πιστεύω ότι αυτοί βρίσκονται πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση. Και στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: τι σχέση έχουμε οι λεγόμενοι ορθόδοξοι με τη ρήση «όχι το δικό μου αλλά το δικό Σου», ή με το «ζη εν εμοί Χριστός» του Παύλου; Θα πρέπει κάποτε να απαντήσουμε.

Σε άλλο σημείο του ¨Επιμέτρου» διαβάζουμε:

Η σφοδρότητα με την οποία η Βέιλ επιτίθεται κατά της ιδέας του προσώπου ξενίζει, δεδομένου μάλιστα ότι η λέξη και η ιδέα αυτή ανήκουν πρωτίστως στη χριστιανική κληρονομιά. Ο Χριστός είναι  πρόσωπο, και οι αναφορές ή οι επικλήσεις στο πρόσωπο του, στα κάθε είδους χριστιανικά κείμενα, είναι κυριολεκτικά αμέτρητες. Την αγία Τριάδα τη συγκροτούν τρία πρόσωπα, και επίσης κάθε άνθρωπος που μετέχει σε μια χριστιανική σύναξη ή κοινότητα, ορίζεται, ήδη από την Καινή Διαθήκη, ως πρόσωπο (2 Κορ, 1:11). Η Βέιλ το ξέρει αυτό (σελ. 47-48) αλλά το προσπερνάει πολύ εύκολα. Επιπλέον, ο περσοναλισμός, εναντίον του οποίου ρητά στρέφεται, είναι ένα ρεύμα σκέψης χριστιανικής εμπνεύσεως. Με την ιδέα του προσώπου οι περσοναλιστές θέλησαν να διαφοροποιηθούν, τόσο από τον άκρατο ατομικισμό των φιλελευθέρων, όσο και από τον κοινωνισμό των μαρξιστών. (ό.π., σ. 57)

Πράγματι, φαίνεται πως την Βέιλ την ενδιαφέρει η σημασία του προσώπου για τον περσοναλισμό, όχι γενικά για το χριστιανικό πρόσωπο. Πάντως συνάπτει το πρόσωπο  με το ‘εγώ’ τη στιγμή που ένας Μπερντιάεφ –αλήθεια πως δεν αναφέρεται ποτέ στους ρώσους της διασποράς που ζούσαν στο Παρίσι και μάλιστα στον Μπερντιάεφ, προσωπικό φίλο της Μητέρας Μαρίας Σκομπτσόβα (νυν αγίας Μαρίας), η οποία, εξάλλου, στην αγάπη της για τους ανεξαρτήτως φύλου και φυλής αναγκεμένους είναι πολύ κοντά στη στάση της Βέιλ– γράφει για τη σχέση προσώπου-ατόμου:

Ο ρόλος του εγώ είναι να πραγματώσει μέσα του το πρόσωπο κα αυτή η πραγμάτωση είναι ένας αδιάκοπος αγώνας. Η αναγνώριση της προσωπικότητας μέσα του και η πραγμάτωσή της είναι οδυνηρές. Η προσωπικότητα είναι οδύνη και πολλοί, ανίκανοι να υπομείνουν αυτή την οδύνη, προτιμούν να χάσουν την προσωπικότητά τους. Η ίδια η ιδέα της κόλασης είναι αξεχώριστη από την διατήρηση του προσώπου: το απρόσωπο είναι δεν γνωρίζει την κόλαση. Το πρόσωπο δεν είναι ταυτόσημο με το άτομο. Το άτομο είναι κατηγορία τάξεως φυσικής, βιολογικής. Όχι μόνον το ζώο και το φυτό αλλά και η πέτρα, το γυαλί, και η κιμωλία είναι άτομα. Το πρόσωπο αντίθετα είναι μια κατηγορία όχι φυσική αλλά πνευματική, είναι έργο του πνεύματος όταν γίνεται κάτοχος της φύσης. Δεν υπάρχει πρόσωπο χωρίς πνευματική εργασία σχετικά με τη φυσική και ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου

Και παρακάτω:

Το πρόσωπο είναι άλλο πράγμα από τη φύση όπως ο Θεός είναι άλλο πράγμα από τη φύση∙ και το πρόσωπο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από το Θεό γιατί το πρόσωπο είναι η εικόνα και η ομοίωση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Το πρόσωπο προϋποθέτει την ύπαρξη του υπερ-προσωπικού. Δεν υπάρχει πρόσωπο αν δεν υπάρχει κάτι πάνω από αυτό και στην περίπτωση αυτή αδειάζει από το περιεχόμενό του που είναι συγγενικό με το υπερ-προσωπικό. (Ν. Μπερντιάεφ, Πέντε στοχασμοί περί υπάρξεως, μτφρ. Β. και Σ. Γουνελάς, πρόλ. Μ. Μπέγζος, β΄ έκδοση, Παρουσία, 1996, σσ. 185-186, εξαντλ.)

Αυτή η διάσταση του προσώπου δεν υπάρχει στην Βέιλ. Ίσως δεν υπάρχει ούτε στον καθολικισμό, ούτε στον προτεσταντισμό. Τι υπάρχει σε σχέση με την απροσωπία και το πρόσωπο; Το λέει ο Ζουμπουλάκης λίγο πιο πέρα:

Η Βέιλ για να μη βραδυπορούμε, θεωρεί ότι πρόσωπο σημαίνει προνόμια, κοινωνικά προνόμια (σ. 27). Ο σκλάβος στις φυτείες, με την αλυσίδα στο πόδι, η ό άλλος στην αλυσίδα του εργοστασίου δεν έχουν πρόσωπο. Είναι τσαλαπατημένα σώματα και ψυχές, δαρμένα ζώα. >Πρόσωπο έχουν μόνο οι προνομιούχοι. Οι άλλοι δεν έχουν πρόσωπο, άρα δεν έχουν φωνή. Υποφέρουν βουβά. Το πολύ πολύ να ψελλίσουν. […] Η Βέιλ σε όλη τη ζωή της διάλεξε να είναι με αυτούς που δεν έχουν πρόσωπο, με τους κατατρεγμένους, πάσχισε να ταυτιστεί μαζί τους, να ακούσει και να μεταδώσει τη βουβή διαμαρτυρία τους. […] Για να μπορέσεις να ακούσεις την ανάκουστη φωνή ή τα ψελλίσματά τους, χρειάζεται ένα περιβάλλον σιωπής και ένα είδος προσοχής, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την καθαρή αγάπη (σ.11). («Επίμετρο», σσ. 58-59)

Ρωτάω: αυτή η καθαρή αγάπη μονάχα στους κατατρεγμένους στρέφεται; Για τους άλλους δηλαδή ισχύει κάτι άλλο; Μια μη καθαρή αγάπη ή ένα μίσος; Και πως μπορούμε να μιλήσουμε τόσο απόλυτα για το ότι ο εργάτης στο εργοστάσιο δεν έχει πρόσωπο! Πρόσωπο έχουν όλοι, και οι σκλάβοι. Μόνο που το πρόσωπό του είναι συντριμμένο, τσαλακωμένο, και εδώ έχει απόλυτο δίκιο η Βέιλ να στρέφει την αγάπη της σ’ αυτούς. Όμως, το ζήτημα του προσώπου ή της απροσωπίας δεν μπορεί να σχετίζεται ή να αποσαφηνίζεται μονάχα μέσω της αγάπης  των καταφρονεμένων.

Στο άλλο βιβλίο που προανέφερα και στο κεφάλαιο «Η αγάπη του πλησίον», η Σιμόνη φτάνει να ταυτίζει το Χριστό με τον πάσχοντα άνθρωπο, τον σκλάβο ή τον κατάδικο γράφοντας:

Ο Χριστός συγχώρεσε την μοιχαλίδα. Η λειτουργία της τιμωρίας δεν ταίριαζε στην επίγεια ύπαρξη που θα  κατέληγε στο σταυρό. Όμως δεν έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη. Επέτρεψε να συνεχίσουμε να ρίχνουμε πέτρες. Παντού λοιπόν όπου αυτό γίνεται δίκαια, εκείνος ρίχνει την πρώτη. Και όπως κατοικεί στον δύστυχο  πεινασμένο, που τον τρέφει ο δίκαιος, έτσι κατοικεί και στον δύστυχο κατάδικο που ο δίκαιος τον τιμωρεί. Δεν το είπε αλλά το έδειξε αρκετά πεθαίνοντας  σαν κατάδικος του  κοινού ποινικού δικαίου. Είναι το θείο πρόσωπο των καταδίκων. (Εκλογή, σ. 32)

Μπορεί να μην έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη, αλλά κάλεσε τους ανθρώπους να αλλάξουν ριζικά την ως τότε επικρατούσα νοοτροπία και κατάσταση. Η παρότρυνση προς τους μαθητές (και εξ αυτού προς όσους τον ακολουθούν) «αγαπάτε αλλήλους» ανοίγει το δρόμο για μετάθεση της προσοχής στα ένδον, για προσήλωση της προσοχής σ’ εκείνο το «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστιν» που ως τότε λειτουργούσε λειψά ή δεν λειτουργούσε καθόλου. Είναι  προβληματικό να πεις ότι ο Χριστός δεν καταργεί την ποινική δικαιοσύνη. Μήπως, άλλωστε, αυτή δεν ανήκει στο «βασίλειο του Καίσαρα»; Το βασίλειο του Χριστού «δεν είναι του κόσμου τούτου»  άρα και οι τιμωρίες του.

Ας προχωρήσουμε πιο γενικά. Ένα είναι σίγουρο. Την Βέιλ  την ενδιαφέρουν δύο κυρίως πράγματα: η αυταπάρνηση, στην οποία δίνει θεολογική διάσταση, γιατί την αναφέρει στον ίδιο τον Χριστό που απαρνείται την θεία φύση του για να κατέβει στη γη («εν μορφή Θεού υπάρχων εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών», λέει ο Παύλος), και η υπέρβαση του εαυτού. Αυτά τα δύο ορίζουν την πορεία της και τη συγγραφική της προσφορά. Υπογραμμίζονται παντού. Άλλωστε, το ένα παραπέμπει στο άλλο. Ταυτόχρονα υπογραμμίζεται η μέσα διάσταση. Αυταπάρνηση σημαίνει απαρνούμαι τον εαυτό μου για χάρη του άλλου ή των άλλων και αυτό σημαίνει και υπέρβαση του εαυτού. Γιατί, τελικά, ο εαυτός δεν είναι το ατομικοποιημένο εγώ, αλλά το προσωποποιημένο άνοιγμα στο Φως που με ωθεί να συναντηθώ ουσιαστικά με τον άλλο. Αλλιώς δεν γίνεται ούτε να καταλάβω-νιώσω την παρουσία του άλλου, ούτε να τον αγαπήσω. Εάν δεχτούμε απροσωπία, δεν μπορούμε να την δεχτούμε παρά όπως την θέτει ο Απόστολος: «δεν ζω εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Ανεξάρτητα από τις διατυπώσεις της η Βέιλ ενδιαφέρεται για μια τέτοια πραγματικότητα. Το λέει στο βιβλίο της Η βαρύτητα και η Χάρη[2]:

Να κενωθούμε από τον κόσμο. Να ντυθούμε τη φύση του δούλου. Να κατεβούμε στο σημείο που καταλαμβάνουμε στο χώρο και στο χρόνο. Στο τίποτε. Να γυμνωθούμε από την αυταπάτη της βασιλείας του κόσμου. Απόλυτη μοναξιά. Τότε κατέχουμε την αλήθεια του κόσμου. (ό.π. στην παλιά έκδοση που προανέφερα, σ. 64)

Και μια άλλη φοβερή διατύπωση:

Δεν κατέχουμε τίποτα στον κόσμο-γιατί η τύχη μπορεί να μας τα στερήσει όλα-εκτός από το δικαίωμα να λέμε εγώ. Αυτό είναι που πρέπει να δώσουμε στο Θεό, δηλαδή να καταστρέψουμε. Δεν υπάρχει καμιά άλλη ελεύθερη πράξη που να μας επιτρέπεται, εκτός από την καταστροφή του εγώ. (ό.π., σ. 65)

Πολύ βαριά πράγματα θα πείτε. Ανέφικτα ή ανεφάρμοστα. Αληθινά ωστόσο. Ρίχνουμε μακριά το κοντάρι γιατί αν το ρίξουμε κοντά η προσπάθεια θα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Σ’ ένα κόσμο που έχει βουλιάξει στην απόλαυση, στην ηδονή, στη βία και  την απάτη, στον οικονομισμό και την αποθέωση της σχέσης πουλάω-αγοράζω, πώς να ηχήσουν αυτά που γράφει η Βέιλ; Διαβάζω στο «Επίμετρο» του Ζουμπουλάκη:

Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδυνάτου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. […] Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνο όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης. (σ. 76)

Όπως και νά ‘ναι η Βέιλ μἀς παραπέμπει στο Ευαγγέλιο και τον Παύλο. Αυτά τα χρειαζόμαστε, χριστιανοί και μη σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Εκεί μέσα βρίσκουμε, τελικά, τη σημασία του προσώπου και της απροσωπίας.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


[1] Το μετέφρασα το 1983 μαζί με την Β. Τριανταφύλλου και περιείχε κεφάλαια από διάφορα βιβλία της Βέιλ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από τη γαλλική έκδοση Attente de Dieu και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Αγάπη για την τάξη του κόσμου». Είναι παράξενο πως δεν γίνεται στο «Επίμετρο» καμιά αναφορά σε αυτή την έκδοση, ενώ ήταν η πρώτη στα ελληνικά μετάφραση κειμένων της Βέιλ (που κακώς δεν επανεκδόθηκε).

[2] Το βιβλίο της Η βαρύτητα και η χάρη μεταφράστηκε ολόκληρο από την Αντιγόνη Βρυώνη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη το 1989.

*(Πρώτη δημοσίευση τοῦ κειμένου: Σύναξη 149 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2019)

 

Ο Καβάφης του Ντομινίκ Γκρανμόν

Dominique Grandmont

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Dominique Grandmont,
Η νίκη των ηττημένων ή
το μυστικό του Καβάφη,
μετάφραση Νίκος Λυμπέρης
Αρμός, 2018

 

Νά ’μαστε λοιπόν και πάλι να μιλούμε για τον Καβάφη. Την αφορμή την δίνει ο Γάλλος ποιητής και μεταφραστής του Αλεξανδρινού, Dominique Grandmont, και το βιβλίο του για τον Καβάφη που πλέον εκδόθηκε στα ελληνικά και αποτελείται ως επί το πλείστον από ομιλίες που βέβαια τις επεξεργάστηκε ως κείμενα, αλλά παράλληλα δεν χάνουν την προφορική τους διάσταση και ό,τι άλλο φέρνει μαζί της η φωνή του ανθρώπου.

Το βιβλίο δεν διαβάζεται στο πόδι, και συνάμα δεν είναι αναλυτικό ούτε φιλολογικό. Πρόκειται για προσωπική, υπαρξιακή και ποιητική ανάγνωση και προσέγγιση από την οποία δεν λείπει η αναζήτηση βιωματικών στοιχείων του Καβάφη – θέλω να πω ότι ο συγγραφέας ζήτησε να γνωρίσει τη ζωή του, τα μέρη που έζησε, τους ανθρώπους που ζούσαν και ζούν εκεί, τη γλώσσα τους, τον ελληνισμό της Αιγύπτου και θα έλεγα σε έναν ορισμένο βαθμό να τα συσχετίσει και με τον ίδιο αλλά και με τη σχέση που έχει με τον ‘ελληνισμό’ γενικότερα και με την ελληνική γλώσσα ειδικότερα.

Με τη λέξη «ελληνισμός» εννοώ μια πραγματικότητα που ο συγγραφέας την συνδέει καί με τον Καβάφη καί με τους έλληνες, αρχαίους και σημερινούς, θέτοντας μια σειρά από ερωτήματα και απαντήσεις που πρέπει να μας απασχολήσουν. Και μιας που αναφέρει τον Ισοκράτη, να θυμηθούμε την περιβόητη ρήση του «το των ελλήνων όνομα μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας», η οποία βεβαίως επ’ ουδενί πρέπει να διαβαστεί μέσα από την καρτεσιανή διατύπωση «cogito ergo sum» -σκέφτομαι άρα υπάρχω- αλλά πρέπει το «της διανοίας» να διαβαστεί πιο πολύ ως μια ταύτιση ύπαρξης και διάνοιας, τη στιγμή που στον Παρμενίδη «ταυτόν έστιν νοείν τε και είναι», ακόμη και αν (τουλάχιστον στον Πλάτωνα) η ανθρώπινη ύπαρξη νοείται κυρίως ψυχική και όχι ψυχοσωματική.

Τί μας λέει γι’ αυτά ο D.G.;

«…βρίσκεται σε καλή θέση (ενν. ο Καβάφης) για να ξέρει ότι η κουλτούρα και το έδαφος δεν συμπίπτουν, και ότι οι πνευματικές πατρίδες δεν επιτρέπουν σε κανέναν να τις εγκλωβίσει τόσο εύκολα μέσα σε απλουστευμένα ιδανικά απ’ όπου κι αν προέρχονται» (σ. 27).

Λέγοντάς τα αυτά θέτει αμέσως το ερώτημα: «Άραγε η Ελλάδα είναι η αληθινή Ελλάδα;» και καθώς γυροφέρνει την απάντηση γράφει: «Γιατί όμως να εγκλωβίσουμε μια χώρα σε μια επιλογή […] ανάμεσα στη συνέχεια και στη ρήξη; Αυτό είναι μια μορφή εκβιασμού. Δεν υπάρχει αδιάσπαστη συνέχεια της Ελλάδας, κι είναι εύκολο να αποδειχθεί. Αλλά ούτε και ρήξη υπάρχει, αλλιώς θα ’πρεπε να μιλάμε για μια σειρά ρήξεων ενταγμένων σε μια εμφανή συνέχεια.».(σ. 28).

Ο Καβάφης πιστεύει στην κίνηση της ιστορίας, όσο πιστεύει και δέχεται τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της ελληνικής γλώσσας και παιδείας γράφοντας: «Οι ξένοι παραγνωρίζουσι την γλώσσα μας μεγάλως. Την χωρίζουν, ούτως ειπείν, από την αρχαίαν ελληνικήν. Αρνούνται ή αγνοούσι την παράδοσιν της ενότητός της. Δεν παραδέχονται την προφοράν μας». Έχει από εκείνα τα χρόνια συλλάβει ότι οι ξένοι δεν έχουν τρόπο οι περισσότεροι να δουν και να κατανοήσουν τη διάσταση του ‘ελληνισμού’ που είπα πριν και να συνδέσουν αρχαίο κόσμο και νεώτερο, τη στιγμή μάλιστα που τους λείπει το Βυζάντιο, δηλαδή ένας πολιτισμός δέκα αιώνων που είχε αφομοιώσει πλήρως τον αρχαιοελληνισμό έστω και αν τον εκχριστιάνισε.

Σε σχέση μάλιστα με τη ρήση του Καβάφη που μόλις διάβασα  είναι απολύτως αξιοσημείωτο όταν διαβάζει κανείς στον D.G. το παρακάτω απόσπασμα: «Μέχρι πότε θα επιμένουμε να προφέρουμε τα ελληνικά με τον εράσμιο τρόπο, ολλανδικό θα μπορούσαμε να πούμε, σαν να πρόκειται για μια νεκρή γλώσσα που χάθηκε, ακόμη και να αναπαράγουμε την ελληνική με λατινικούς χαρακτήρες βασιζόμενοι στην προφορά αυτή, με αποτέλεσμα να καταντά αγνώριστη[…] Πρόκειται για μια παρεκτροπή η οποία, με το πρόσχημα του προφορικού νεωτερισμού, συγγενεύει με την γλωσσική γενοκτονία» (σσ. 30-31).

Τα παραπάνω συμπληρώνονται καθώς μιλώντας για τον Καβάφη μιλά για «περιπέτεια κριτικής ενεργοποίησης της μνήμης», η οποία τον βοηθά να μην κλείνεται στη διάσταση του έθνους-κράτους αλλά ούτε και σε καμιά ιμπεριαλιστική πολιτική, νοοτροπία ή συμπεριφορά. Όμως σε τι; Το αποκαλύπτει παρακάτω γράφοντας ότι «Η Ελλάδα του Καβάφη δεν είναι μια μεσογειακή εστία ανάμεσα στις άλλες, αλλά ένα εξαιρετικό σταυροδρόμι ανάμεσα σε τρεις ηπείρους. Δεν είναι η μικρή χώρα που φαίνεται […] αλλά ένα σύμπαν διανοητικό, με τον τρόπο του άθικτο και προσιτό, λόγω της ύπαρξης του λαού του και της γλώσσα του, η οποία παρέμεινε ζωντανή, και μιλιέται αδιάκοπα από τη γένεσή της μέχρι σήμερα» (σ. 30).

Ας προχωρήσουμε. Σύμφωνα λοιπόν με τα λεγόμενα του D.G., τον Καβάφη δεν τον απασχολεί καμιά «επιστροφή στις ρίζες», κινείται σε ένα διευρυμένο κόσμο ελληνικό και αλεξανδρινό και εν πολλοίς βυζαντινό, αλλά «ένας νέος ορισμός για ό,τι είναι καθαρά ελληνικό μέσα στην παμπάλαια και τόσο γόνιμη αντιπαράθεση με άλλες κουλτούρες» (σ. 53). Δεν τον απασχολεί με άλλα λόγια το ζήτημα της ταυτότητας ούτε της αυθεντικότητας, αλλά το γεγονός ότι η «αρχαιότητα αυτή δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα από την απώλειά της, παρά μόνο μέσα από μια απάρνηση η οποία με τη σειρά της αρνείται την όποια ακινησία». Ο Gradnmont υποστηρίζει ότι ποτέ δεν είμαστε ο εαυτός μας σε μόνιμη βάση, «ποτέ δεν είμαστε ο ίδιος ο εαυτός μας όσο μαζί με κάποιον άλλο», και εννοείται σε επαφή με τον ξένο και μέσα από τις ποικίλες διασταυρώσεις λαών και πολιτισμών (εδώ ξαναθυμόμαστε το Βυζάντιο). Στο σημείο αυτό ο G. υπογραμμίζει τη διάσταση του πένθους, όσον αφορά την αρχαιότητα και τη σχέση του Καβάφη μαζί της. Γιατί, πραγματικά, τι άλλο είναι -λέω τώρα εγώ-, όλα αυτά τα ποιήματα, γραμμένα πάνω σε μνήματα και τάφους αρχαιοελλήνων νέων, αν όχι μνημόσυνα ή κάτι σαν ποιητικές νεκρολογίες;

Όμως η ποίηση τι είναι κατά τον D.G.; Μιλώντας αποφατικά, για να μεταχειριστώ ένα όρο της θεολογίας, φτάνει να πει «είναι μια πληρότητα πρώτου βαθμού που αφήνει μακριά πίσω της κάθε σκέψη ικανοποίησης» (σ .90). Μας έχει ήδη πει ότι ο Κ. «μας προσκαλεί […] να ξαναβρούμε την ελευθερία μας μέσα στην ποίηση».

Προχωρώντας πιο μέσα στα πράγματα, είτε για την ποίηση γενικά, είτε ειδοκότερα για εκείνη του Καβάφη, εκκινεί από «δύο ενδείξεις», καθώς λέει, που τις βρίσκει στον απόστολο Παύλο για να μας πει ότι:

«Ποίημα σημαίνει επίσης εφαρμογή, και συνεπώς έργο, αλλά και απόδειξη και φανέρωση. Ποίηση λοιπόν σημαίνει ακριβώς το γεγονός ότι πραγματώνει και αποκαλύπτει. Είναι μια εφαρμογή, μια πραγμάτωση, στο μέτρο που ο ποιητής (αυτός ο ασκών έργο) φανερώνει το υπο-κείμενο, το παραγκωνισμένο, το απωθημένο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ποιητής (ο ανώνυμος αυτός εκλεκτός) είναι  ο δηλωμένος εκπρόσωπος ενός άψαυστου (δεν επιτρέπεται να αγγιχτεί, σχεδόν ιερό) δικαίου, ενός δικαίου εκτός νόμου» (σ. 78).

Να λοιπόν που έχουμε εδώ κάποιες διατυπώσεις που φανερώνουν τη θέση του συγγραφέα για την ποίηση, τον ποιητή αλλά και τον Καβάφη.  Μας δίνει όψεις της ποιητικής πραγματικότητας όπου ένα ποίημα είναι έργο, φανέρωση και αποκάλυψη των κρυμμένων ή αποσιωπημένων αληθειών της ζωής, γιατί όχι και του θανάτου, αλλά και μιας ιδιαίτερης παρανομίας ή μάλλον εκνομίας, όπου τελικά το ζητούμενο στην ποίηση, όπως και στη ζωή δεν ταυτίζεται ούτε με το Νόμο, ούτε με το Κράτος. (Ας διευκρινίσω εδώ ότι τα σχετικά με τον νόμο και την εκνομία ή παρανομία εννοούνται περισσότερο υπό την έννοια «του νόμου του ισχυρού» θέλοντας να υποστηρίξει ότι ο «ο νόμος του ισχυρού δεν είναι νόμος… Παίρνει χωρίς να δίνει». Κι όλα αυτά, καθώς αναζητά μιαν άλλη δικαιοσύνη. Και διαχωρίζει ρητά τον πολιτισμό από το κράτος ή την αυτοκρατορία θεωρώντας ότι το ίδιο κάνει και ο Καβάφης. Ή, θα πρόσθετα, μήπως, κανονικά, όπως το κάνει και κάθε ποιητής;

Γενικεύοντας θα έλεγα, ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα του, ο Κ. δουλεύει ταυτόχρονα πάνω στο λόγο, στο νόημα και στη σιωπή των προσώπων και των πραγμάτων. Δεν δέχεται την πεπατημένη των ανθρώπων και των κοινωνιών, είτε πρόκειται για τη σχέση με το νόμο, είτε για τη σχέση με την εξουσία, είτε για τη σχέση με τα ερωτικά, είτε για τη σχέση με τον πολιτισμό, είτε για τη σχέση με το είδος του ποιητικού λόγου που γίνεται αποδεκτός ή που κυριαρχεί. Η αλήθεια είναι ότι κάθε ποιητής τραβάει δικό του δρόμο και συχνά πέφτουμε έξω όταν πάμε να παραλληλίσουμε δύο καθιερωμένους ποιητές, όπως ο Καβάφης και ο Έλιοτ. Ούτε η ποίηση είναι απλώς ένα λογοτεχνικό είδος. Η ποίηση όταν είναι όντως αυτό, ξεπερνά τον εαυτό της, τείνει στην υπέρβαση χωρίς ωστόσο να χάνει τον ειρμό, τον εσωτερικό ρυθμό, την εναλλαγή σιωπής και λόγου, την πυκνότητα νοημάτων και σημασιών. Μα θα έλεγα και κάτι άλλο που ο Γάλλος μεταφραστής το βασανίζει πολύ μέχρι να το πεί ξεκάθαρα. Είναι εντελώς μέσα στο παρόν ακριβώς λόγω της υπέρμετρης ευαισθησίας του ποιητή, και ταυτόχρονα δεν χάνει τη σχέση με τα περασμένα ακόμη και τα πολύ μακρινά. Όμως κυρίως συμβαίνει αυτό: πηγάζει από το τωρινό, το σημερινό, αυτή η ίδια η ποίηση γίνεται γεγονός, ανεξαρτήτως του τρόπου που θα πραγματοποιηθεί η εκφορά της.

Θα κλείσω διαβάζοντας μια φράση εν είδει αποφθέγματος που ωστόσο διατηρεί  τον αποφατισμό της: «Τελικά, τι είναι ένα ποίημα αν όχι ο τόπος συμβολικής πραγμάτωσης του απραγματοποίητου;  Πρόκειται για ένα προϊόν πρώτης ανάγκης διότι το ακατανόητο είναι η καλύτερη απόδειξη της σκλαβιάς μας». Με την έννοια που την διατυπώνει στην επόμενη φράση: «Το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση του πνεύματος» (σσ. 64-65).

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ