Σωτήρης Γουνελάς

Σωτήρης Γουνελάς, Από τη μια στιγμή στην άλλη

*

Αχρονολόγητες ημερολογιακές καταγραφές

Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σακατευτείς. Περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο με τη γυναίκα μου και μια φίλη. Μόλις βγήκαμε από ένα ιταλικό ρεστωράν στη Φωκίωνος Νέγρη και περάσαμε έτσι γρήγορα από τη ζέστη στην ψύχρα της νύχτας. Κόντευε μεσάνυχτα. Θα αφήναμε λίγο πιο πέρα τη φίλη μας και θα μπαίναμε στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Καθώς τα γράφω αυτά τώρα, κάνω και κάτι σαν αναδρομή ή αναψηλάφηση, χωρίς να πρόκειται για δίκη αλλά για θέμα υγείας.

~ . ~

Βαδίζαμε άλλοτε και οι τρείς μαζί, άλλοτε οι δύο και ο άλλος χωριστά, μάλλον σιωπηλοί. Με κατοικούσε μια θλίψη, κάτι με στεναχωρούσε που αφορούσε, ή μάλλον απέρρεε, από την παρουσία της φίλης που είχαμε συναντήσει, χαμένης σε συμπληγάδες εσωτερικές, μαζεμένες εκεί από χρόνια, απωθήσεις που δέθηκαν κόμπο, συναισθήματα βουλιαγμένα και αδιέξοδα, οιμωγές, ανάσες που πνίγηκαν προτού ακουστεί ο αχός τους. Ταλαιπωρία που χρόνιζε και δεν έβλεπα πως θα τελειώσει. Συχνά έχω μια δυσκολία να αντιμετωπίσω τον ανθρώπινο πόνο, ή μάλλον με κατέχει ένα είδος ευαισθησίας πού ίσως παίρνει σωματική μορφή. Το λέω γιατί αυτό που μου συνέβη μόλις άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου, ίσως έχει σχέση με την στενοχώρια που ένιωθα. Ένας πόνος διαπέρασε το αριστερό μου μάτι. Φυσιολογικά κάτι θα έσπασε, ένα μικρό αγγείο –τα αγγεία των ματιών είναι λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα– και βρέθηκα να ενοχλούμαι από τα φώτα όταν κοιτούσα πάνω τους. Το απέδωσα στην νυχτερινή ψύχρα, στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, στην ευαισθησία των ματιών μου –τελευταία έμπλεξα και με την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή– και πηγαίνοντας σπίτι έβαλα λίγο φυσιολογικό ορό, μόνιμη τελευταία συνήθεια λόγω ξηροφθαλμίας, κατά την επιστημονική ορολογία, από την οποία πάσχω εδώ και μερικά χρόνια.

~.~

Ας μετακινηθούμε όμως, ας αλλάξουμε παραστάσεις που λένε. Κάθισα στο καφενείο του βιβλιοπωλείου “Ευριπίδης” στο Χαλάνδρι –αρχαία Φλύα– και έπιασα να γράφω σ’ ένα καφετί τετράδιο, που τα φύλλα του σαν ανάγλυφα με ραβδώσεις αντιστέκονται στη ροή του στυλού, στο μελάνι, στα σχήματα των γραμμάτων, των λέξεων, στους σχηματισμούς των παραγράφων, με τον ήλιο στα αριστερά μου να σχηματίζει μικρές λίμνες πάνω στα τραπέζια, ενώ από το μεγάφωνο ακουόταν η απαραίτητη τα τελευταία χρόνια μουσική, ευτυχώς αυτή τη φορά ρομαντική, νοσταλγική, αμερικάνικη ωστόσο.

~.~

Εν μέσω λοιπόν παλιών μελωδιών που θυμίζουν χριστουγεννιάτικες σε συνδυασμό με παλιά αμερικάνικα, ερωτικά φιλμ, αισθάνομαι καλύτερα, παρά την κοκκινίλα στο μάτι. Η γιατρός που επισκέφθηκα το πρωί μού έγραψε ένα καταπληκτικό φαρμακάκι χωρίς συντηρητικά –φιαλίδιο– που με τις δύο κιόλας φορές που έριξα, το μάτι πήρε επάνω του, ηρέμησε, ο πόνος υποχώρησε. Ξυπνώντας το πρωί φόρεσα στην κυριολεξία γυαλιά ηλίου μέσα στο σπίτι, με ενοχλούσε κάθε φωτάκι και κάθε φωτιστικό, άφησα για λίγο το μάτι έκθετο στις φωτιστικές ακτίνες ή ανταύγειες που έστελναν ένα-δύο λαμπιονάκια που μένουν αναμμένα για να σπάνε το σκοτάδι της νύχτας, όταν δεν είναι αναμμένο το καντήλι στο εικονοστάσι. Καθώς δεν είχα καλοξυπνήσει και σεργιανούσα μαγκωμένος και πονώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, ή μάλλον από το κρεβάτι στην κουζίνα και στο σαλόνι-τραπεζαρία-γραφείο, έπαιζα κρυφτό με τα φωτάκια, νόμιζα πως βρίσκομαι πίσω από παραβάν, πανί, σκέπαστρο ή κάτι παρόμοιο και το φως αυτό το λιγοστό που εκπέμπανε τα λαμπιόνια μού έστελνε ριπές και οι ριπές χτυπούσαν το λαβωμένο μάτι και κάτι σαν σπασμός τιναζόταν μέσα του, ένα σκίρτημα, ένα πηδηματάκι, ένα είδος νευρικής κρίσης, και μετά ησυχία κι ύστερα ξανά ανάλογα με την μετακίνηση, την οπτική γωνία, την ποσότητα φωτός, το σκοτάδι. Τυλίχτηκα σε μία δίνη δυσανασχέτησης, άρχισα να αγωνιώ ότι δεν θα βλέπω για μέρες, θα πρέπει να φορώ μαύρα γυαλιά, δεν θα μπορώ να κινηθώ έξω από το σπίτι, γιατί θα κινδυνεύω να τυφλωθώ ή να επιδεινωθεί το πλήγμα, η πληγή ή ό,τι τέλος πάντων ήταν. (περισσότερα…)

Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.

Ποιήματα που αποπνέουν ιερότητα

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Θεώνη Κοτίνη,
Ο χρόνος είναι,
Μελάνι, 2020

Ορισμένοι ποιητές έχουν την ευχέρεια χρησιμοποιώντας διατυπώσεις με υποκείμενο, ρήμα και κατηγορούμενο να ανοίγουν τη γλώσσα πέρα από τις λεκτικές της διαστάσεις. Έτσι και εδώ στον τίτλο ανοίγεται πεδίο ανάγνωσης διττό: του Χρόνου και του Είναι. Και τι δεν χωρεί μέσα τους.

Προχωρούμε στον ποιητικό βηματισμό. Βαθιά προσωπική ποίηση, θα την έλεγα ποίηση προσώπων, που αποπνέει ιερότητα. Σπάνια κατορθώνει κανείς χωρίς ιερολογίες, χωρίς ρητές θεολογικές αναφορές να ζωγραφίσει αγιογραφήματα. Ποιήματα ποτισμένα αγάπη. Μαζί με εξαιρετική χρήση της γλώσσας, σαν να ακουμπά κάθε στίχο στο χαρτί, όπως εύθραυστο δοχείο και με εναλλαγές πρώτου, δεύτερου και τρίτου προσώπου. Έχουμε να κάνουμε με ξεχείλισμα ψυχής αφού πρώτα έχει κατασταλάξει νοσταλγία, θύμηση, σιωπή, ομορφιά για πρόσωπα και πράγματα. Η ομορφιά που καταγράφεται μέσα από μεγάλη τρυφερότητα δεν είναι των πραγμάτων, είναι της ποιήτριας. Καθώς το βλέμμα της ακουμπά πάνω τους, ακουμπά και η ψυχή της με όσα μεταφέρει, όλα όσα ένιωσε στη ζωή της. Ο αναγνώστης αναρωτιέται, πονά, αναλογίζεται, αυτογνωρίζεται. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Χριστούγεννα

 ~.~ 
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει

Από τη στιγμή που ο Θεός σαρκώνεται δεν μπορούμε να ξανακοιτάμε ψηλά. ‘Ουρανία’ κατά Σωκράτη, είναι η θεωρία των υψηλών, είναι η όραση των άνω ‒άνω θωρώ‒ να θεωρείς τα υπερκείμενα. Τώρα, όμως, ο ουρανός κατέβηκε στη γη, ο Θεός από υπερβατικός γίνεται εμμένων, εγκάτοικος που χτυπά την μέσα θύρα και γυρεύει ‘μονήν’. Ο Θεός φιλάνθρωπα, σαρκωμένος και σταυρωμένος, ήρθε πολύ κοντά στον άνθρωπο, τον άγγιξε, κι αυτό μονάχα έτσι μπορούσε να γίνει ‒διαμέσου ανθρώπινης σαρκός‒ αλλιώς ο άνθρωπος θα εξαφανιζόταν. Είναι ένας από τους λόγους που η ουσία του Θεού μένει ακατάληπτη. Όμως, μετέχουμε του θείου. Μάλιστα, από την Ενανθρώπηση και μετά, μετέχουμε μέσα από το μυστήριο της Ευχαριστίας, μέσα από θυσιαστική αγάπη, μέσα από νιάσιμο για τον άλλο, μέσα από υπέρβαση του εαυτού. Μετέχουμε από Φως σε Φως, αλλά το Φως δεν αντικρίζεται κατάματα, όπως αναπτύσσει ο Σωκράτης στο μύθο του σπηλαίου. Η Εκκλησία είναι ένα Σπήλαιο, μόνο που τώρα, μέσα στο Σπήλαιο κείται το μυστικό Σώμα του ομοούσιου με τον Πατέρα Υιού. Εάν συνδέσουμε το πλατωνικό Σπήλαιο, με το Σπήλαιο της Βηθλεέμ και την Εκκλησία, φτάνουμε εσχατολογώντας στην Πόλη, «την άνωθεν καταβαίνουσαν, εστολισμένη ως Νύμφη», για την οποία κάνει λόγο η Αποκάλυψη. Η σπηλιά μεταμορφώνεται σε πάγκαλη και πάμφωτη Νύμφη. (περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Εκμυστήρευση

Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.

Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.

Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.

Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.

Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.

~ . ~

Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.

Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.

Παρίσι, στην συνοικία Tolbiac, 2005

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

Μαθαίνοντας ν’ αγαπάμε ως αγαπώντες

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,malte1
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Κίχλη 2018

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά αυτού του βιβλίου έγινε το 1965 στις εκδόσεις Γαλαξία. Μεταφραστής τους ο Δημήτριος Μπέσκος. Είχα προμηθευτεί τη δεύτερη έκδοση του 1978 (Γαλαξίας-Ερμείας). Το βιβλίο μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μολονότι είχα την αίσθηση ότι διαβάζοντάς το χώνεσαι σ’ ένα λαβύρινθο εξομολογήσεων, σκέψεων, εσωτερικών εμπειριών, ενοράσεων και οραματισμών αλλά και διαπιστώσεων για τη ζωή, τους ανθρώπους, την κοινωνία, το θάνατο, την αρρώστια και τόσα άλλα. Θυμόμουν για χρόνια τις ξεχωριστές εκείνες σελίδες όπου προβάροντας ρούχα αποκριάτικα που βρήκε σε μα ντουλάπα και συμπληρώνοντας το ντύσιμό του με μια μάσκα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη – σημειωτέον ότι η μητέρα του τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα γιατί είχε πεθάνει η μικρή της κόρη ― φτάνει «να χάσει κάθε αίσθηση του εαυτού του― έπαψε να υπάρχει», όπως γράφει. Ταυτίστηκε με την εικόνα του καθρέφτη. (περισσότερα…)

Τρία βιβλία για τον Σαραντάρη

Παρουσίαση των τριών βιβλίων που εκδόθηκαν από την Εκάτη σε συνεργασία με το Σωματείο «Γιώργος Σαραντάρης».

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

ss

Αφιέρωμα στον ποιητή και φιλόσοφο Γιώργο Σαραντάρη, Πρακτικά ημερίδων (Αθήνα 2013-Θεσσαλονίκη 2016), Εκάτη 2018.

Συμμετέχουν στον τόμο οι Βασίλης Αλεξίου, Σωτήρης Γουνελάς, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Έλσα Λιαροπούλου, Στέφανος Ροζάνης, Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, Μαρία Ιατρού και Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Οι ομιλίες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον, μιας και προέρχονται από πρόσωπα που αγαπούν και γνωρίζουν τον Σαραντάρη, γι’ αυτό και ο λόγος τους ξεπερνά την ουδέτερη γλώσσα ή τον ακαδημαϊσμό, ψάχνοντας στα πιο βαθιά νερά για να αφουγκραστεί και να ζωγραφίσει την ιδιορρυθμία, τις αρετές, την ευαισθησία, την πρωτοτυπία, τη μεταφυσική και χριστιανική πίστη, τη φιλοσοφική του αναζήτηση, τον οραματισμό του και βεβαίως το παιδικό εκείνο στοιχείο που ο Λορεντζάτος —ένας άνθρωπος που ήξερε καλά την περίπτωση Σαραντάρη— το ονομάζει «σχέση με την παιδικότητα στην υπερβατική της διάσταση».

Απαιτεί δουλειά ο Σαραντάρης για να διαβαστεί και να αφομοιωθεί. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έγιναν αρκετές δημοσιεύσεις, κυρίως σε περιοδικά. Διανύεται λοιπόν ένας δρόμος μέσα στον οποίο κινούνται όσοι διέκριναν σ’ αυτόν μια διαφάνεια τουλάχιστον στους στίχους του, η οποία φτάνει να εξαϋλώνει τα νοήματα, να τα παραδίνει στον αέρα και στον ουρανό, σύμφωνα και με τη ρήση του: «ο αέρας είναι ένα πράμα που δεν τελειώνει ποτέ∙ μέσα του μπορείς να προχωρήσεις στο άπειρο. Παντού αναπνέω […] Όπου ο αέρας, εκεί βρίσκομαι κι εγώ και δεν αφήνω να φύγει κανείς, αν δεν περάσει μέσα στον αγέρα.»

Μα ταυτόχρονα διακρίνουν τη γενναιότητα διατύπωσης κρίσεων ακόμη και σε ποιήματά του που αφορούν όχι  μονάχα ζητήματα άμεσα συνδεδεμένα με την θεία και την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και στη βαθιά κριτική του δυτικού πολιτισμού, ως ένα αίτημα για την πνευματική αναγέννηση της μικρής αυτής χώρας, μαζί με το όραμα για την υπέρβαση της αντίθεσης Ανατολής-Δύσης, με μόνιμη την αναζήτηση της όντως αληθινής ζωής.

Ο Σεφέρης λέει κάπου ότι τα ποιήματα δεν είναι για να τα αναλύουμε, αλλά για να τ’ αφουγκραζόμαστε. Πρέπει λοιπόν να αφουγκραζόμαστε τα ποιήματα του Σαραντάρη που μας θέτουν εμπόδια, καθώς η γλώσσα του δουλεύει πάνω σε δυο καθρέφτες —αν όχι και περισσότερους—, (εννοώ την ελληνική και την ιταλική γλώσσα) κι επιπλέον εισάγει όλο τον μοντερνισμό της εποχής του.

 ~.~

 Γιώργος Σαραντάρης, Γράμματα σε μια γυναίκα, Εκάτη 2016.

Έχει σημασία ότι στο σημείωμα «Αντί προλόγου», ο Σαραντάρης γράφει ότι δημοσιεύει αυτές τις πρόζες ελπίζοντας «πως ο χρόνος κ’ οι αναγνώστες μου θα φανερώσουν το πλάτος της μη απλώς ερωτικής τους σημασίας». Προσθέτω ότι όταν διαβάζουμε Σαραντάρη θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι αυτό λίγο-πολύ ισχύει για όλα του τα γραπτά – ειδικά δε για τα ερωτικά.

Στο μικρό αυτό βιβλίο έχουμε να κάνουμε με έναν διάλογο άντρα-γυναίκας, ένα διάλογο ζευγαριού, στον οποίο θίγονται όλα τα μεγάλα ζητήματα που κανονικά θα έπρεπε να απασχολούν τους ανθρώπους. Παραθέτω: ο εαυτός και ο άλλος, ο έρωτας, ο θάνατος, ο Δημιουργός της ζωής, το εγώ, ο κόσμος, η ελευθερία, η ηδονή, ο πλησίον, ο λυρισμός, η φύση, η ύπαρξη, η περηφάνεια, η σκέψη, η αγάπη, η σιωπή. Μέσα εδώ περνούν οι διακυμάνσεις μιας σχέσης, οι εναλλαγές, οι συγκρούσεις, τα αισθήματα, οι αυταπάτες, οι καϋμοί. Η Σ. Κ. Σκοπετέα, επιμελήτρια των δύο τόμων των Έργων του Σαραντάρη, χαρακτηρίζει το κείμενο του βιβλίου «προέκταση και εμβάθυνση στο θέμα του χωρισμού».

Στο ίδιο κείμενο ακούγεται η σημαδιακή φράση, απολύτως χαρακτηριστική της περίπτωσης Σαραντάρη: «χωρίς αγνότητα δεν φτιάχνουμε τίποτα το αληθινό». (σ. 15)

~.~

Γιώργος Σαραντάρης, Γαλλικά ποιήματα, μτφρ. Τάσος Γαλάτης, Εκάτη 2018.

 Εδώ περιλαμβάνονται τα γαλλικά ποιήματα του Σαραντάρη —είκοσι-δύο στον αριθμό— με την ελληνική απόδοσή τους, φροντισμένη από τον ποιητή Τάσο Γαλάτη. Αυτό που έχω να πω εδώ είναι ότι ο Σαραντάρης κατέχεται από έναν ανελέητο λυρισμό, από ένα πάθος για την αλήθεια της Ζωής και των όψεών της. Ακόμη και σ’ αυτά τα αισθησιακά ποιήματα, όλο και κάτι άλλο αναζητά πέραν της αισθήσεως και της ηδονής· πότε το όνειρο, πότε τον ουρανό, πότε τα παιδικά του χρόνια, πότε το φως, πότε την αιωνιότητα, πότε το βάθος της ψυχής.

Κλείνω με τη φράση τού ποιητή: «Ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


(Σκίτσο Γ. Σαραντάρη: Πανδώρα Γιαμαλίδου – Πηγή: ἐφ. Καθημερινή)

Πάνω στην κόψη των αισθημάτων

Χρίστος Κρεμνιώτης
Γεωμετρία της νήψης.
(σύνθεση σε έξι μέρη)
Φρέαρ / 5, 2015.

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

187497Ο απίθανος αυτός τίτλος και συνάμα προκλητικός αφορά μια ποιητική σύνθεση 63 σελίδων, όπου μικρά ποιήματα ενώνονται με εκτενέστερα και όλο αυτό παρουσιάζεται ως μια ποιητική ενότητα, ως μια πορεία ποιητική εξαιρετικά πλούσια σε λόγο, αλλά και εξαιρετικά πυκνή. Ο ποιητής έχει απαιτήσεις από τον ίδιο και από τον ποιητικό του λόγο, ανοίγεται στα πέρατα, ταξιδεύει σε χώρους και χρόνους, επιχειρεί διεισδύσεις, αναμοχλεύει μυστικά, ψηλαφεί την μέσα όψη των προσώπων και των πραγμάτων.

Πρέπει να πω ωστόσο, ότι ο τίτλος Γεωμετρία της νήψης κάπου πάσχει. Γιατί η νήψη –αν πρόκειται για την αληθινή– δεν γεωμετρείται. Όπως κάθε αληθινή πνευματική πραγματικότητα απέχει των μαθηματικών. Είναι σαν να λέμε θα γεωμετρήσω τον ουρανό, με την έννοια της θείας διάστασης. Το κοντάρι μπορεί να το ρίχνουμε μακριά –κάτι μας ωθεί σε αυτό, ίσως τα χαρίσματά μας–, αλλά κινδυνεύουμε να σπάσουμε καί το κοντάρι καί τον εαυτό μας!

Κι όμως αρχίζει τόσο ωραία:

Ισορροπώ ανάμεσα στο φως – τότε που ντύνει
Τους δρόμους που τυλίγουνε τους λόφους…

Υπάρχουν όντως στιγμές που το φως δημιουργεί μιαν αιθρία σιγή και μέσα της τυλίγονται όλα δρόμοι και λόφοι και σπίτια και το βλέμμα μας.

Κι έτσι έρχεται η νοσταλγία και η ποίηση και μια αίσθηση θαλπωρής που ανάλογα με τον άνθρωπο και το πνεύμα του προχωρεί στο βάθος ή αποσύρεται.

Σημειώνω ενδεικτικούς τίτλους: «Ελεγεία Α΄», «Νόστος», «Εσχατολογική σημειολογία του έρωτα», «Άσμα Α΄», «Σημεία τύψης», «Του μύθου», «Επίγραμμα Α΄», «Φιλοδοξία ενός οράματος», «Ens amans», «Γυναίκα», «Ο θρήνος της θύελλας» (το εκτενέστερο) και άλλα.

Και μόνο οι τίτλοι προδίδουν ιδιαίτερη ποιητική φιλοδοξία, συνομιλία με μεγάλα έργα, ελληνικά και ξένα, έτσι ώστε να διευρύνεται το πεδίο της φαντασίας, της ελευθερίας, της ευαισθησίας, της αναζήτησης.

Απλώνει και ξεδιπλώνει έναν χάρτη. Ο χάρτης περιέχει πρωινά, φύλλα που στέκουν και κοιτούν ή τα φυσά ο άνεμος, εικόνες που τον χτυπούν στα μάτια καθώς οδοιπορεί μοναχικός, πρόσωπα γυναικών, πρόσωπα εφήβων, πρόσωπα νεκρών, πηγαινοέρχεται ο θάνατος και ο έρωτας, μισοαληθινός ή ολόκληρη ψευδαίσθηση, μετακινούνται σώματα, καρδιές, ψυχές, πουλιά και σύννεφα, ο κόσμος στριφογυρίζει, όλο και κάποια βρισιά του ξεφεύγει, όλο και κάποια σκούρα και σκοτεινή απόχρωση ζωής, μισοπεθαμένα σχήματα και αισθήματα: ιδού το περιεχόμενο. Αλλά τίποτα δεν γίνεται χωρίς μουσική. Γι’ αυτό κάθε τόσο παρουσιάζεται ο Κρόμμερ, ο Βιβάλντι, ο Μπαχ, ο Σούμπερτ και άλλοι που συνέλαβαν το εξώκοσμο νήμα, τον ήχο, την φωνή και τα εισόδευσαν μέσα στον κόσμο.

ΚΡΕΜΝΙΩΤΗΣ ΦΩΤΟ 2014Και ολοένα να περιφέρεται η Αγάπη με κεφαλαίο και με μικρό, να στενάζει, να αδημονεί, να επιμένει, με ή χωρίς υπομονή, να κρύβεται, να σωπαίνει αλλά καθόλου να μειδιά. Κι αλήθεια: τι να σημαίνει εκείνο το «στέκομαι μόνος περιμένοντας εμένα»; Γιατί, είτε είναι σημάδι αφόρητης μοναξιάς και κάπου εκούσιας, είτε σημαίνει το βαθύ και αληθινό εκείνο: στέκομαι μόνος ως να με βρώ. Κι αυτό ευτυχώς είναι πιο φιλ-άνθρωπο.

Ωστόσο, κάθε τόσο όλο και κάποιο φως παρουσιάζεται άλλοτε σαν ανταύγεια, άλλοτε λεπίδα φεγγαριού, σαν αυτές τις φωτεινές χαρακιές που αποτυπώνονται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Μπορεί να τις φανταστεί κανείς και σαν ακίδες που μας τρυπούν με τρόπο για να ξυπνήσουμε στο Φως, όπως το σπαθί του γεροινδιάνου ιερέα που η μύτη του μόλις που άγγιξε τον Αρτώ όταν γύρεψε να μυηθεί στα μυστήριά τους.

Φώτα που παρουσιάζονται κάθε τόσο σαν πυγολαμπίδες, φώτα που συμβολίζουν, παραπέμπουν, σημαίνουν, υποδείχνουν. Ο Κρεμνιώτης έχει ξεσπάσματα οργής, αλλά έχει και κάποιους αριστουργηματικούς στίχους όπως:

…αστράπισμα κεριού
Να με καλεί χρυσίζοντας βαθιά
Στο μέσα σούρουπο του ανθρώπου
Να βγω στους δρόμους μυστικά και μόνος
Με της καρδιάς μου την πιο πρώτη ανάμνηση ∙
Φωτάει γλυκά σαν χούφτα θράκα πεταμένη σε σωθικά ενός σύννεφου: και παίρνουν
Οι αισθήσεις την παλιά τους Νόηση.
Έπειτα, αργά, η αποσαφήνιση του κόσμου:
Κραυγές αποδημητικών κι ό ήχος
Που πιάνει μόνο η διόραση-σκιάς
Ακροθαλάσσιος των βράχων που συχνά
Αποτραβιέται ο Θεός στην προσευχή Του.

(«Φιλοδοξία ενός οράματος»)

Δεν είναι άμοιρος μυθολογίας και αρχαιοελληνικών πτήσεων, αναφέρει ονομαστικά τον Αρίωνα, αυτόν τον κολοφώνειο κιθαρωδό που ο μύθος λέει ότι τον πήρε στην πλάτη το δελφίνι-στην υπηρεσία του Απόλλωνα- όταν τον άκουσε να παίζει στο καράβι που οι ναύτες του ήθελαν να τον ληστέψουν και να τον πετάξουν στη θάλασσα. Ο Κρεμνιώτης μάλλον αποδομεί, γιατί οι στίχοι του μας το λένε έτσι:

Δελφίνια να δαγκώνουν απ’ την πίκρα τους
Νερά κοκκινισμένα από τον φόνo
Του άσματος του Αρίωνα.

Αναφέρει και τον Ξενοφάνη που σαν άλλος Σωκράτης απέρριπτε τα μυθολογήματα για τους ανθρωπομορφικούς θεούς κι ανέβαζε το επίπεδο της θείας εικόνας.

Υπάρχει ένας πληθωρισμός λόγου, ένας κατακλυσμός λέξεων-εικόνων, μια έξαρση νοημάτων μέσα από ένα διονυσιασμό που θέλει να μιλήσει για την Αγάπη, που θέλει να την βρει αλλά χάνεται μέσα στην περίσσεια των χαρισμάτων του, μέσα στον στρόβιλο των πραγμάτων του αιώνα. Διακρίνεις μια πάλη: πάλη με την ψυχή και το σώμα, πάλη με τον περίγυρο, πάλη για να ξεφύγεις από ταπεινές μέριμνες, πάλη για να σηκώσεις την ψυχή όσο γίνεται ψηλότερα. Κάπου υπάρχει και μια νοσταλγία αύλωσης, κάπου σημειώνεται κι ένας ιδιόρρυθμος κυνισμός που γίνεται βρισιά ή θυμός. Πόνος κρυμμένος, αναζήτηση του Απόλυτου που όμως σκορπίζει κομμάτια ζωής, ομορφιάς, συγκίνησης, υπεροψίας, θραύσματα λόγου, ανεκπλήρωτες επιθυμίες μα και μια πληθώρα ερωτημάτων. Πώς να κοπάσει αυτή η λαίλαπα; Και πώς να την υποτάξει η γλώσσα; Οριακή γραφή, τρίζουν ρήματα, ουσιαστικά, επίθετα, ποιητικές ασυνταξίες για να προκαλέσει σκοτοδίνη, για να σταθεί πάνω στην κόψη των αισθημάτων.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ