σατιρική ποίηση

Εις συκοφάντην

~.~

ΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΝ

Είναι απ’ τα γέλια να κρατάς στ’ αλήθεια την κοιλιά σου :
με ψέγει ο Κακόκαρπος ότι τον έχω κλέψει.
Φίλος δεν έμεινε ή γνωστός που δεν τον έπιασε ήδη
με σου-σου-σου και ψου-ψου-ψου και τις γνωστές του κλάψες
για να του πει… ενός στίχου του πως βούτηξα τη δόξα !

Στα φόρα δεν κοτάει να βγει, τις τρέμει τις ντομάτες,
απ’ τη λαγουδοτρύπα του το ψέμα λιβανίζει.
Μα τέτοιος είναι, φταίει αυτός ;  Εγώ τα φταίω όλα
που ανέχτηκα τόσο καιρό τα χοιρινά του κόλπα.
Να μη σου πω, πάλι καλά που με διαβάλλει μόνο
(ούτε κι ο πρώτος είμαι δα ούτε κι ο τελευταίος)…
Για σκέψου λέει –ω βάι κι αλί– να μ’ είχε… μεταφράσει !

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

~.~

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

Θέρους ψόγος

ΘΕΡΟΥΣ ΨΟΓΟΣ

στὴν Αἰμιλία Ἰωαννίδου

Δὲν ξέρω ἐσεῖς τί λέτε πάντως, κύριοι,
μὰ ἐγὼ λατρεύω κρύο καὶ χειμῶνα
καὶ ἂν οἱ λόγοι μου ἠχοῦν μυστήριοι
σταθῆτε, σᾶς τὸ κάνω καὶ εἰκόνα.

Ἰδοὺ λοιπὸν τοῦ θέρους τὰ καμώματα
χωρὶς περιστροφὲς καὶ ἀποκρύψεις,
τὰ πάντα θὰ είπωθοῦνε μὲ ὀνόματα,
μὲ νούμερα, στοιχεῖα κι ἀποδείξεις.

Κινᾷς νὰ πᾷς στὴν θάλασσα χαράματα,
νὰ μὴ πετύχῃς κίνησι στὸν δρόμο,
μὰ εἶν’ αὐτὰ εὐχάριστα τὰ πράματα;
Διαλέγεις ἢ τὴν νύστα ἢ τροχονόμο;

Κι ἂς ποῦμε πὼς παρὰ τὸ μποτιλιάρισμα
κατάφερες νὰ φτάσῃς πρὶν τὴν μία∙
λοιπόν, σᾶς τὸ ἀφήνω, κύριοι, χάρισμα
αὐτὸ ποὺ ἀκολουθεῖ ἐν συνεχείᾳ.

Μπροστά σου τὸ ἀμμῶδες παλκοσένικο,
ἡ πλάζ, ἡ παραλία, οἱ όμπρέλλες,
Βαβὲλ ποὺ προσελκύει κάθε ἔνοικο
καὶ κάθε θεοπάλαβου τὶς τρέλες.

Ἄλλοι τὰκ τάκ, χτυπᾶνε τὰ μπαλλάκια τους
μ’ ἐκεῖνες τὶς ἀπαίσιες ῥακέττες
καὶ μὲς στὰ λουλουδᾶτα στενοβράκια τους
σκορποῦν τὸν πανικὸ μὲ πιρουέττες.

Ἄλλοι τὰ μπράτσα σφίγγουν καὶ τὰ στήθη τους
μπροστὰ ἀπὸ κυρίες καλλιπύγους
κι ὑπόσχονται οἱ μύες τους ἀμύθητους
τοὺς παφλασμοὺς τοῦ ὁρμονικοῦ τους σφρίγους.

Πιὸ πέρα ἀρχίζουν οἱ ἀπρέπειες:
μὲ τάπερ παραμάσχαλα κι ἐπ’ ἄμμου
ἀπολαμβάνουν πλήρως τὶς συνέπειες
οἱ σύζυγοι τοῦ εὐτυχοῦς των γάμου.

Ἀνάμεσα σὲ ἴχνη ἀπὸ πέλματα
ποικίλων μεγεθῶν ἀνὰ τὰς θῖνας
ἀκοῦς ἐνθουσιώδη παραγγέλματα
στὴν κλίμακα τῶν τόνων τῆς σειρήνας.

«Κωστάκη, στὰ ῥηχὰ καὶ μή ξανοίγεσαι,
γιατί φορᾷς μονάχα ἕνα μπρατσάκι;
Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ τώρα νὰ πνίγεσαι,
βγὲς ἔξω νὰ στὰ ψάλω ἕνα χεράκι!

Βασίλη, εἶναι τὸ λάδι στ’ αὐτοκίνητο
μὲ δείκτη προστασίας στὸ τριάντα»
λέγει ἡ κομψότατη μαντὰμ καὶ τείνει τὸ
κλειδὶ ποὺ ἔχει βγάλει ἀπὸ τὴν τσάντα.

Μὰ δὲν τελειώνει ἀκόμη τὸ σενάριο
ἀπ’τὰ ἠχεῖα, πές, ποιος μὲ φυλάγει;
Βαρᾷ ἕνα τὰμ – τὰμ ὑποσαχάριο
καὶ λείπουν μόνο τῆς φυλῆς οἱ μάγοι.

Κι ἂν τρέξω νὰ γλυτώσω μὲς στὰ κύματα
ἀλλίμονο! θὰ πέσω σὲ κηλῖδα:
παχύρρευστο τὸ στρῶμα ἀπὸ τὰ λύματα
λαδιῶν λογῆς γιὰ κάθ’ ἐπιδερμίδα.

Σὲ ὕδατα βαθιὰ καὶ καθαρώτερα
μὲ ζώνει μιὰ τρομάρα πιὸ μεγάλη:
κι ἂν κάποιο ἀπ’ αὐτὰ τὰ βρωμoκότερα
μοῦ κόψῃ ὅλο τὸ χέρι ἀπ’ τὴν μασχάλη;

Κι ἂν ξεπεράσω τὴν αἰγιαλίτιδα
καθὼς θὰ κολυμπῶ ἴδιος δελφίνι
(δὲν ἐκκινῶ καὶ βόρεια ἀπ’ τὴν Κρήτη δά!)
μοῦ λέτε, κύριοι, τότε τι θὰ γίνῃ;

Τὸ βλέπω τὸ κορμί μου τὸ νικέλινο,
ποὺ ἔχει σμιλευτῆ μὲ τόση χάρι,
σὲ μιᾶς ἀκταιωροῦ μὲ ἡμισέληνο
νὰ λιώνῃ τὸ πιὸ τρίσβαθο ἀμπάρι.

Θέρετρα λέτε ὑπάρχουνε καὶ ὄρεια.
Βεβαίως, συμφωνῶ καὶ ἐπαυξάνω,
μὰ νά καὶ κάτι σμήνη ἀπὸ πελώρια
κουνούπια σὰν Ῥαφὰλ ἐκεῖ ἀπάνω.

Μὰ πάλι καὶ στὴν κόλασι τῆς πόλεως
πῶς γίνεται κανεὶς νὰ παραμείνῃ;
Θὰ ἤμουν ἀσυγχώρητα ἐπιπόλαιος
ἂν ζοῦσα τόσους μῆνες στὸ καμίνι.

Ἀνάβουν πανταχόθεν τὰ τσιμέντινα
τοτὲμ τῶν ἐργολάβων κι ἐν ᾦ πρῶτα
μ’ ἐνδύματα κομψὰ τὸ σῶμα ἔντυνα
μὲ πνίγει τώρα αὐτὴ ἡ ῥεντικότα.

Ἱδρῶτα στάζει ὡς καὶ τὸ ἡμίψηλον
κι οἱ γκέτες μου κι αὐτὲς ἀκόμη ἱδρῶτα,
καὶ νά ποὺ ἀντικατέστησα τὸ ὕψιλον
καὶ γράφω τὸν ὑδρόβιο μὲ γιῶτα.

Ἂ ὄχι πιά! Τὸ θέρος δὲν λιμπίζομαι!
Χειμῶνες φέρτε μου, βροχὲς ἀβέρτα,
σ’ ἕνα βιβλίο μέσα νὰ βυθίζωμαι,
νὰ κάνω μακροβούτια στὴν κουβέρτα.

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Λάμπρος Λαρέλης, Μάρτιος 2021

Gianna

με τον τρόπο του W. B. Yeats

Ρίξαμε μπόι, λέτε πια… Διακόσια χρόνια,
καιρός πολύς η Ελευθερία να ριζώσει,
πολιτικάντες κι εργολάβοι και γκαρσόνια,
το έθνος τ’ αγέρωχο καιρός να ξεσαλώσει.
Τα πανηγύρια κι οι γιορτές ; χιονοστιβάδα !
για μια παράτα, μια ξεφάντωση ζούμ’ όλοι,
πόσο πιο πέρα δα να πάει η Νέα Ελλάδα,
χοντρή ξεβράκωτη μαϊμού με παρασόλι.

Κι όμως, στα ξεκινήματα φαντάζατ’ άλλοι·
άλλα αναστήματα, άλλοι τρόποι σάς τραβούσαν
κι όλο ανεμίζατε, σημαία τρισμεγάλη,
σκοπούς αλλιώτικους, άλλοι άθλοι σάς μεθούσαν
κι όχι τα φλας του ατσίδα ή του φοροφυγάδα,
κάθε σπονσόρισσας και σουρλουλούς το χρήμα :
μα έχει του Μάρτη εκείνου πια πεθάνει η Ελλάδα,
με τον Κανάρη κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Λέτε γι’ αυτό λοιπόν ψηλά σε κάθε ράχη
οι καπετάνιοι τούς πασάδες πολεμήσαν ;
Ο Μάρκος έπεσε γι’ αυτό σ’ άνιση μάχη,
γι’ αυτό τον Διάκο μιαν αυγούλα τον θερίσαν,
τη Χιο την κάψανε γι’ αυτό μιαν αποφράδα,
γι’ αυτό ξεψύχησε ο Ρήγας στη στραγγάλη ;
Μα έχει πεθάνει πια εκείνη η πρώτη Ελλάδα,
μι’ άλλη, ξετσίπωτη, της πήρε το κεφάλι.

Γιατί και πίσω άμα γυρνούσανε τα χρόνια
κι όλους τους πάλι εδώ τους βλέπατε μπροστά σας,
πολιτικάντες, εργολάβοι και γκαρσόνια
εσείς θα μένατε στα πλάνα τα δικά σας :
σε ζωντανή μετάδοση από τον Καιάδα
θα τους «τιμούσατε» χειμώνα-καλοκαίρι.
Όμως δεν θέλει τις τιμές σας κείνη η Ελλάδα·
με τον Κανάρη έχει ταφεί και δεν σας ξέρει.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Ποιητική βραδιά

Ποιητική βραδιά

Ένας ποιητής στυλάτος
που κυοφορεί
καμαρώνει και κορδώνει
και μακρηγορεί
και θαρρεί πως το κοινό του
μόνο αυτόν θωρεί
 
Αν σκεφτεί καμία λέξη
κάπως ασαφή
τα στιχάκια του σκαρώνει
εις το πι και φι
και τα ντύνει με βελούδο
και χρυσαλοιφή
 
Την στιγμή που απαγγέλλει
στο μικρόφωνο
οι κυρίες χύνουν δάκρυ
μεγαλόφωνο
Μα κι ο ίδιος πια δονείται
σώμα μεταλλόφωνο
 
Κι όταν επιτέλους πέσει
χειροκρότημα
για της ποίησης το σπουδαίο
κληροδότημα
θα τον ταλανίσει πάλι
το ερώτημα:
 
«Μήπως έφτασε η ώρα
να μ’ ακούσει κι άλλη χώρα;»
 
ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ
 

 

Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

x-default

Τζένη La Revolución

[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]

Η μεζονέτα

Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί

Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!

Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε

Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

65515571_1444041142402066_3754095317021097984_n

Απολογισμός

Βαδίσαμε ωραία! Όπως αρμόζει
το βάδισμα σε συνετούς ανθρώπους
κάναμε πού και πού τον καραγκιόζη
όμως κρατήσαμε ένα ήθος, κάποιους τρόπους…

Ψηλά κρατώντας πάντα το κεφάλι
σκοντάφταμε σε λάσπες… σε γκρεμούς…
πέφταμε… σηκωνόμασταν… χαλάλι…
Φτάνει που υπέροχα βαδίσαμε, το ακούς;

Τι κι αν στον δρόμο χάθηκε η πορεία;
Τι κι αν μας πρόδωσε η πυξίδα κατά βάθος;
Τι κι αν πουλήσαμε κι εμείς στα εμπορεία;
Να λες βαδίσαμε υπέροχα… με πάθος…

Μονάχα που… στο τέλειωμα του δρόμου
κάτι έχει μείνει να πονά… να αγκυλώνει…
Και στο ‘χα πει δεν είναι αυτό το νούμερό μου
πάλι στενό πήγες και πήρες παντελόνι.

~.~

Εσύ θα λείπεις

Θα ‘ρθω μια μέρα σπίτι και θα λείπεις
θα φύγεις μόνη ή ένας ξένος θα σε πάρει;
Κι εγώ, θα είμαι για τους άλλους όλους τύποις
αδιάφορος κι ας μέσα έχω σαλτάρει…

Θα αναζητήσω στο σκοτάδι τη μορφή σου
μετά, τις όμορφες καμπύλες σου θα ψάξω
δεν θα τις βρω. Και θα ‘ναι αυτή η μη επαφή σου
λόγος να βγω τρελός στους δρόμους να φωνάξω.

Να φύγω τρέχοντας να πάω στα κανάλια
φωτογραφίες σου να μοιράζω και να κλαίω,
να λέω την έχασα, –την κλέψανε;–, είμαι χάλια,
όλο –την κλέψανε;– την έχασα να λέω…

Θα βγω στο ράδιο – δεν μπορεί κάποιος θ’ ακούσει
κάποιος θα έρθει να με βγάλει από το λούκι.
Θα πω: “το απόγευμα αργά, χθες στο Μαρούσι
χάθηκε –κλάπηκε;– μια μπλε V-Strom Suzuki…”

~.~

Αχέρων Κωκυτός Πυριφλεγέθοντας

Ζωή μουντή ζωή χωρίς ενδιαφέροντα
είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζεις.
Λέω να πάω για rafting στον Αχέροντα
για πείτε, ενδιαφέρεται κανείς;

Πολύ ωραία διαδρομή  όμορφες κλίσεις
κλειστές στροφές κι απίστευτη πορεία,
υπάρχει βέβαια ένα θέμα –αν θα ζήσεις–
μα είναι ασήμαντο μπροστά στην εμπειρία…

Αχέρων – Κωκυτός – Πυριφλεγέθοντας.
Αυτό είναι tour μοναδικό να μην το χάσεις
Χωρίς χαρά –θρήνος φριχτός– τα πάντα καίγοντας
(σε έναν στίχο τρεις –ο πούστης!– μεταφράσεις)

Φεύγουμε απόγευμα –η βάρκα μπήκε εμβόλιμα–
βάσει προγράμματος ελπίζουμε το βράδυ
–αν δεν προκύψει στην πορεία κάποιο κώλυμα–
να κοιμηθούμε στους κοιτώνες μας στον Άδη.

Ζωή μουντή ζωή χωρίς ενδιαφέροντα
είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζεις
λέω να πάω για rafting στον Αχέροντα
αν την παλεύεις έλα να με βρεις…

~.~

Ο ξερόλας

Κάθε οικογένεια κάθε παρέα κάθε σπίτι
έχει –να δεις πως τονε λεν;– έναν ξερόλα
από την Θράκη βόρεια μέχρι κάτω την Κρήτη
υπάρχει κάποιος που τα ξέρει πάντα όλα

Πολιτική, Ιατρική, Κοινωνικά, ταινίες
Ψυχολογία, ερωτικά, διατροφή, Ιστορία
τραγούδι, τέχνες, μουσική, θέατρο, φιλοσοφίες
διά πάσα νόσο ειδικός και πάσα μαλακία

Δε θα μπορούσε –ασφαλώς– και το δικό μου σόι
να αποτελέσει εξαίρεση σε τούτο τον κανόνα
υπάρχει κάποιος ευφυής –ποιος Έκο ποιος Τολστόι–
εδώ μιλάμε έχουμε τον Γνώστη του Αιώνα

Τα πάντα ξέρει ο άτιμος! Όλα τα αναλύει
γιατί η γη είναι στρογγυλή πόσο πηδά ο ψύλλος
γιατί μυρίζει η πορδή ο ήλιος γιατί δύει
γιατί νιαουρίζει το γατί γιατί γαβγίζει ο σκύλος

Κι είναι μεγάλη μου χαρά και περηφάνεια επίσης
να κάθομαι απέναντι να ακούω να θαυμάζω
όλες αυτές τις φοβερές που κάνει αναλύσεις
και στον καθρέφτη άπειρες ώρες να τον κοιτάζω

~.~

Ρομαντικό δείπνο

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σε αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δεν σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
Ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
Και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
–η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια–
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
Τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… σου πιάνω το χέρι
σε αγαπώ και γι αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)