σατιρική ποίηση

Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

x-default

Τζένη La Revolución

[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]

Η μεζονέτα

Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί

Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!

Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε

Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)

Advertisements

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

65515571_1444041142402066_3754095317021097984_n

Απολογισμός

Βαδίσαμε ωραία! Όπως αρμόζει
το βάδισμα σε συνετούς ανθρώπους
κάναμε πού και πού τον καραγκιόζη
όμως κρατήσαμε ένα ήθος, κάποιους τρόπους…

Ψηλά κρατώντας πάντα το κεφάλι
σκοντάφταμε σε λάσπες… σε γκρεμούς…
πέφταμε… σηκωνόμασταν… χαλάλι…
Φτάνει που υπέροχα βαδίσαμε, το ακούς;

Τι κι αν στον δρόμο χάθηκε η πορεία;
Τι κι αν μας πρόδωσε η πυξίδα κατά βάθος;
Τι κι αν πουλήσαμε κι εμείς στα εμπορεία;
Να λες βαδίσαμε υπέροχα… με πάθος…

Μονάχα που… στο τέλειωμα του δρόμου
κάτι έχει μείνει να πονά… να αγκυλώνει…
Και στο ‘χα πει δεν είναι αυτό το νούμερό μου
πάλι στενό πήγες και πήρες παντελόνι.

~.~

Εσύ θα λείπεις

Θα ‘ρθω μια μέρα σπίτι και θα λείπεις
θα φύγεις μόνη ή ένας ξένος θα σε πάρει;
Κι εγώ, θα είμαι για τους άλλους όλους τύποις
αδιάφορος κι ας μέσα έχω σαλτάρει…

Θα αναζητήσω στο σκοτάδι τη μορφή σου
μετά, τις όμορφες καμπύλες σου θα ψάξω
δεν θα τις βρω. Και θα ‘ναι αυτή η μη επαφή σου
λόγος να βγω τρελός στους δρόμους να φωνάξω.

Να φύγω τρέχοντας να πάω στα κανάλια
φωτογραφίες σου να μοιράζω και να κλαίω,
να λέω την έχασα, –την κλέψανε;–, είμαι χάλια,
όλο –την κλέψανε;– την έχασα να λέω…

Θα βγω στο ράδιο – δεν μπορεί κάποιος θ’ ακούσει
κάποιος θα έρθει να με βγάλει από το λούκι.
Θα πω: “το απόγευμα αργά, χθες στο Μαρούσι
χάθηκε –κλάπηκε;– μια μπλε V-Strom Suzuki…”

~.~

Αχέρων Κωκυτός Πυριφλεγέθοντας

Ζωή μουντή ζωή χωρίς ενδιαφέροντα
είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζεις.
Λέω να πάω για rafting στον Αχέροντα
για πείτε, ενδιαφέρεται κανείς;

Πολύ ωραία διαδρομή  όμορφες κλίσεις
κλειστές στροφές κι απίστευτη πορεία,
υπάρχει βέβαια ένα θέμα –αν θα ζήσεις–
μα είναι ασήμαντο μπροστά στην εμπειρία…

Αχέρων – Κωκυτός – Πυριφλεγέθοντας.
Αυτό είναι tour μοναδικό να μην το χάσεις
Χωρίς χαρά –θρήνος φριχτός– τα πάντα καίγοντας
(σε έναν στίχο τρεις –ο πούστης!– μεταφράσεις)

Φεύγουμε απόγευμα –η βάρκα μπήκε εμβόλιμα–
βάσει προγράμματος ελπίζουμε το βράδυ
–αν δεν προκύψει στην πορεία κάποιο κώλυμα–
να κοιμηθούμε στους κοιτώνες μας στον Άδη.

Ζωή μουντή ζωή χωρίς ενδιαφέροντα
είναι ζωή που δεν αξίζει να τη ζεις
λέω να πάω για rafting στον Αχέροντα
αν την παλεύεις έλα να με βρεις…

~.~

Ο ξερόλας

Κάθε οικογένεια κάθε παρέα κάθε σπίτι
έχει –να δεις πως τονε λεν;– έναν ξερόλα
από την Θράκη βόρεια μέχρι κάτω την Κρήτη
υπάρχει κάποιος που τα ξέρει πάντα όλα

Πολιτική, Ιατρική, Κοινωνικά, ταινίες
Ψυχολογία, ερωτικά, διατροφή, Ιστορία
τραγούδι, τέχνες, μουσική, θέατρο, φιλοσοφίες
διά πάσα νόσο ειδικός και πάσα μαλακία

Δε θα μπορούσε –ασφαλώς– και το δικό μου σόι
να αποτελέσει εξαίρεση σε τούτο τον κανόνα
υπάρχει κάποιος ευφυής –ποιος Έκο ποιος Τολστόι–
εδώ μιλάμε έχουμε τον Γνώστη του Αιώνα

Τα πάντα ξέρει ο άτιμος! Όλα τα αναλύει
γιατί η γη είναι στρογγυλή πόσο πηδά ο ψύλλος
γιατί μυρίζει η πορδή ο ήλιος γιατί δύει
γιατί νιαουρίζει το γατί γιατί γαβγίζει ο σκύλος

Κι είναι μεγάλη μου χαρά και περηφάνεια επίσης
να κάθομαι απέναντι να ακούω να θαυμάζω
όλες αυτές τις φοβερές που κάνει αναλύσεις
και στον καθρέφτη άπειρες ώρες να τον κοιτάζω

~.~

Ρομαντικό δείπνο

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σε αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δεν σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
Ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
Και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
–η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια–
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
Τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… σου πιάνω το χέρι
σε αγαπώ και γι αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

luna park

Oh Captain my Captain!
 
Στέκεσαι αγέρωχος με βλέμμα ονειροπόλο
και νιώθεις το μπαλκόνι σα μια πλώρη
που ταξιδεύει και γυρνά τον κόσμο όλο
«Βίρα τις άγκυρες σαλπάρει το βαπόρι!»
 
Captain εσύ και πλήρωμα δυο πολυθρόνες
από μπαμπού, στον πρώτο όροφο –εκεί πάνω-
(Οι Κύκλωπες με Ray Ban και οι Λαιστρυγόνες
με τις Σειρήνες τραγουδάνε… Μητροπάνο)
 
«Captain my Captain» για πηδάλιο μια βρύση
και για πανί ανοίγει –αυτόματη– η τέντα
(Στον ήλιο δίνεις διαταγή να πάει να δύσει.
Μετά, μια fisherman στο στόμα –γεύση μέντα–)
 
Κι αρχίζεις να φωνάζεις. «Πάμε! Βίρα!
Έχουμε Πόλεμο!» Φωνάζεις… ολοένα
Αν δε σε ήξερα, θα ’λεγα φταίει η αλμύρα
πολύ φοβάμαι όμως πως φταίνε τα… ληγμένα!
~ . ~
Επετειακό
 
(…Αν είχε φανταστεί σε τι πατρόν
θα ράβανε τον κόσμο έτσι ωραίο
αντί για λάβαρο θα σήκωνε ο Πατρών
αυθόρμητα το δάχτυλό του το μεσαίο…)
 
Η Πίτσα από τα Γκράβαρα
βλέπει καυλιά για λάβαρα
σε κόσμο wash and go
και θα ’ναι απόλυτα ευτυχής
αν την πηδήξουνε δυο τρεις
και μπει σε talent show
 
Κι ο Σάκης απ’ το Φάληρο
τα βράδια ένα τάληρο
πουλά την κάθε στύση
Σε ένα τζακούζι τρία χι
και σε μοντέρνα εκδοχή
μα… δε μπορεί να χύσει
 
Όνειρα cabrio Και Jeep
κι από φαιά ουσία ντιπ
μες στο κεφάλι
Αρκεί να πέφτουν τα Ευρώ
να χαλαρώνει των νευρώ-
νων μας το χάλι
 
(… Α ρε κόσμε φουκαράκο
τζάμπα σούβλισες το Διάκο
και στη σούβλα πλάι –τι φρίκη!–
μια πιατέλα με τζατζίκι…)
~ . ~
Δοτική
 
Ενώ έκανα το μάγκα
πείστηκες κι εσύ –ανάγκα–
–βλέπεις ανωτέρα βία–
και με άφησες… συμβία
 
Με πονά η απουσία
μου στερεί τη συνουσία
εμένα –που– άμα τη εμφανίσει
πάντα έβρισκα τη λύση
 
Εν αδίκω ή εν δικαίω
παραπονεμένος κλαίω
το πουλί μου εν συγχύσει
θέλει να κελαηδήσει
 
Και τελών εν διεγέρσει
λέω ωραία που ’ταν πέρσι
που καμιά φορά –εν μέρει–
άγγιζα και κωλομέρι
 
Αναμένω εν εξάρσει
του εμπάργκο σου την άρση
γιατί εν πάση περιπτώσει
έχω –λίγο– μαραζώσει
 
Τι να κάνω που καμία
δεν υπάρχει εν εφεδρεία
λίγο να με ανακουφίσει
τώρα που τελώ εν στύσει
 
Έτσι που είναι εν αχρηστία
σκέφτομαι συχνά στ’ αστεία
–ελαφρά τη συνειδήσει–
την παράτολμη τη λύση
 
Αναλώμασι δικής μου
και απουσία της καλής μου
(ποιος τις χέζει τις δαπάνες)
να το ρίξω στις πουτάνες…
 
Μόνος μου –πια– εν Αθήναις
κι ενώ λείπεις κάποιους μήνες
σκέφτομαι εν κατακλείδι
σε ποιο να σε γράψω… αρχίδι
~ . ~
Luna Park
 
Ανακυκλώνω σκέψεις, συναισθήματα
–πώς έχει γίνει μια ζωή ένα κουβάρι–
θα φύγω και θα πάω στο φεγγάρι
να στέλνω προς τη γη ραδιοκύματα
 
Θα φτιάξω μια κεραία (πιάτο) τέλεια
και θα τη στήσω μέσα στους κρατήρες
θα κάθομαι αραχτός να πίνω μπίρες
χαζεύοντας του κόσμου τη συντέλεια
 
Η γη, θα –γύρω από τον ήλιο– περιφέρεται
κι εγώ, θα –γύρω– περιφέρομαι απ’ τη γη
το Luna Park μου, μια σπουδαία διαφυγή
από έναν κόσμο που, ό,τι θυμάται χαίρεται
 
Θα γίνω φίλος με αστέρια και κομήτες
Θα κάνω σχέση με την αστρική τη σκόνη
πια –η βαρύτητα– δε θα με καθηλώνει
και θα πηγαίνω στων δαχτύλων μου τις μύτες
 
Κι όσο θα ζω μέσα στο πάρκο της Σελήνης
μόνος, κυρίαρχος, τη φέξη και τη χάση
όταν οι άλλοι πια θα με έχουνε ξεχάσει
εσύ θα το ’θελα λιγάκι να επιμείνεις…
~ . ~
Βάλε Ντίνο
 
Με τρύπια κάλτσα και παπούτσι φέτα σόλα
Θέλεις να μπω σε εστιατόριο κυριλέ
να μανουβράρω με νυστέρι τη μπριζόλα
απολαμβάνοντας εκστατικά το μποζολέ
 
Εγώ δεν ξέρω το κρασί να δοκιμάζω
με Σομελιέ δεν έχω μάθει να μιλάω
και θέλω όταν τον κατάλογο διαβάζω
να παίρνω πρέφα τι προσφέρεται να φάω
 
Ξέρω, κανόνισες να κάνεις τα μποτέ σου
–μαλλί στην τρίχα και νυχάκι γαλλικό–
κούκλα θα είσαι αλλά δε σκέφτηκες ποτέ σου
πως εκεί μέσα εγώ παθαίνω πανικό
 
Δεν ξέρω ποιο πιρούνι ποιο μαχαίρι
δεν ξέρω ούτε που μπαίνει η πετσέτα
δεν ξέρω το κουτάλι σε ποιο χέρι
δεν ξέρω επίσης πώς να κόβω με φαλτσέτα
 
Σα να χουν βάλει στο τραπέζι, εκεί, ρουφιάνο
καταλαβαίνουν πότε αδειάζει το κρασί
και σού γεμίζουν το ποτήρι πάλι ως πάνω
να γίνεις ντίρλα να πληρώσεις και ταξί…
 
Κι εκείνη η άλλη η μαλακία στην τουαλέτα
που η βρύση αν δεν τη χαιρετήσεις δε σκαμπάζει
και για να βγει έξω –γαμημένη μια– πετσέτα
χαιρέτα πάλι το κουτάκι που τις βγάζει
 
Δεν ξέρω αν θες, ειλικρινά, να κάνω σχέσεις
ξανά με είδη υγιεινής και με νιπτήρες
μα εγώ δεν πάω πάλι εκεί που να με δέσεις
και να μου καις τις φτέρνες με αναπτήρες
ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα


Geza Farago reception 1910s

Φουρκέτα

Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες

Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας

Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα

Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ‘μαι  χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω –τι χάρη!– κοντά σου

Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ –την καρδιά– μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω

~.~

Σωσίας

Ας κάνω μια υπόθεση εργασίας
ας πω πως πια εγώ δεν είμαι εγώ
ας πω πως –μου– είμαι απλά ένας σωσίας
που βρέθηκα –στην τύχη– να είμαι εδώ

Να κάνω –σπάσε πλάκα– ό,τι κάνω
να σκέφτομαι ό,τι σκέφτομαι -τι αστείο!-
να περπατάω όπως βαδίζω -ίδιο πλάνο-
και να ‘ναι η φάτσα μου της μούρης μου εκμαγείο

Τέτοια υπόθεση ας κάνω. Έτσι ας τρέξω
το νου για λίγο, σα να μην υπήρξα καν
σα να –τυχαία– εδώ προέκυψε να παίξω
(το) σωσία κάποιου που τρομάζει στα γκρο πλαν…

~.~

Η σκέψη του αιώνα

Παραδομένος εντελώς στη θερινή ραστώνη
με το δεξί ποδάρι μου να εξέχει απ’ το σεντόνι
και με το μάτι μου γλαρό το άπειρο να ατενίζει
μασώντας –δεν το ξέρετε– ένα κλαράκι ρύζι
ενοχλημένος από αυτούς που λεν καλό χειμώνα
ήρθε μες στη νιρβάνα μου η σκέψη του αιώνα

Κι έτσι γεμάτος με χαρά –κάτι που σπάνια έχω–
τη γνώση αυτή δεν είν’ σωστό μόνος να την κατέχω
σκέφτηκα, και τσακίστηκα να σηκωθώ επιτόπου
να πω τι μου ‘ρθε στο μυαλό, στο γένος του ανθρώπου
Μα απ’ την πολλή τη φούρια μου στο ανέβασμα της βράκας
σκόνταψα, κι όπως έπεσα, την ξέχασα ο μαλάκας

~.~

Κι εγώ Φανφάρας

Γέννημα θρέμμα κι εγώ της φάρας
που ίδρυσε ο ποιητής Φανφάρας
κρατώ το ύφος
άλλοτε κάνω απαγγελίες
κλέβοντας λέξεις απ’ αγγελίες
κι άλλοτε… τζίφος

Σηκώνω μύτη όπως αρμόζει
στους ποιητές –κι ας Καραγκιόζη
με λένε όλοι–
κι όταν οι άλλοι κρατάν ομπρέλλες
πιάνω κουβέντα με τις «Νεφέλες»
πάνω απ’ την πόλη

Μα τα στιχάκια που καλουπώνω
και αλφαδιάζω με τόσο πόνο
–σπουδαία τα λάχανα–
Αντί να φέρουν κάποια έστω μνεία
στην ποίησή μου –άκου ειρωνεία–
φέρνουνε χάχανα

~.~

Cartoon

Αφού δε συμβαίνει / και κάτι σπουδαίο
να αλλάξει τη ρότα / στη σκέψη στο νου
θα γράφω στιχάκια / βλακείες θα λέω
γεμίζοντας μόνο  / γωνίτσες κενού

Το υπόλοιπο χάσμα / δε λέει να γεμίσει
τα μάτια σου ούτε / κι αυτά δεν αρκούν
σαν ξύλο το σώμα / πριονίδια η φύση
κι εγώ μες στη μέση / θλιμμένο καρτούν

τα πάντα εδώ πέρα / του γκρι αποχρώσεις
σαν ξύλο το σώμα /  πριονίδια ο νους
κι ενώ ξέρεις ότι / μπορείς να με σώσεις
φωνάζω μα κάνεις / πως δε με ακούς

Και όλο φωνάζω / γι’ αυτά και για τα άλλα
γι’ αυτά που ενώ φύγαν / γυρίσαν ξανά
μα εσύ στη γωνιά σου / –μεγάλη κουφάλα!–
αυξάνεις τους όγκους / από τα κενά

Κι αυξάνονται οι όγκοι / μπροστά τους μικραίνω
ασήμαντος χάσκω / –τελίτσα στο πλάνο–
το βάζω όμως πείσμα / και δες ανεβαίνω
ελιά –αχ!– να γίνω / στο στήθος σου επάνω

Μαζί σου για πάντα / –εγώ μια κουκκίδα–
στο αφράτο σου στήθος /  τελίτσα εκεί δα
μα απέμεινα χάνος / που ούτ’ άκουσα ούτ’ είδα
να έχει από κάτω /  καρδιά να χτυπά…

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

Εἰκαστικὸ ἔργο τῆς Géza Faragó

Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Don_Quijote.png

Μπουρνάζι

Σε γνώρισα ένα βράδυ δακρυσμένο
(βροχή είχε αρχίσει)
Είχες παράνομα το αμάξι σταθμευμένο
και με είχες κλείσει

Άφησα post it στον υαλοκαθαριστήρα
νεύρα γεμάτο
μα όταν σε είδα έδειξα άλλο χαρακτήρα
πιο πιπεράτο

Γέλασα και σου είπα δεν πειράζει
θα περιμένω
Έτσι όπως έχει γίνει το Μπουρνάζι
καταλαβαίνω

Μου γέλασες κι εσύ πίσω απ’ το τζάμι
(κόπηκε η ανάσα)
Βρήκατε κίνηση καθόλου στο ποτάμι;
(ρίχνω την πάσα)

Δείχνεις διάθεση να συνεχίσεις την κουβέντα
(Τράβηξα άσσο!
Κοίτα να δεις που απόψε έχω ρέντα
μη με ματιάσω…)

Σκοπεύετε να βγείτε από το αμάξι;
(Θεέ μου ευφράδεια!)
Πριν απαντήσεις ήδη είχα αρπάξει
χωρίς καν άδεια

την πόρτα και τραβούσα σαν τανάλια
που είχε σφίξει
Δεν άνοιγε… Αν δε βγάλω την ασφάλεια
λες δε θ’ ανοίξει…

Α! Η ασφάλεια λέω αμήχανα λιγάκι…
Και κοκκινίζω
Βλέπεις εγώ οδηγάω μηχανάκι
Πού να γνωρίζω…

–Τι!!! Δεν είναι δικιά σου η SLK?
Σε άλλον ανήκει;
–Σε άλλον ασφαλώς. Εγώ έχω χρέη
Κι ούτε για… νοίκι…

Αααα λες εσύ απότομα με ύφος
σκοτεινιασμένο
και αφού το έπιασα το νόημα πως τζίφος
δεν επιμένω

Γυρίζω σπίτι. Βρέχει! Ματαιώθηκε
το όνειρο πως θα ’μαστε μαζί
Και το παπάκι σάμπως να πληγώθηκε
με άφησε στο δρόμο από μπουζί…

~ . ~

Passa Tempo

Δεν τον ενδιέφερε τι θ’ απογίνει
Όλοι του λέγανε να κάνει κράτει
μα εκείνος νόμιζε πως είχε σμήνη
μπροστά τα χρόνια του και ασέλωτο άτι

για να καλπάσει στης γης τα πέρατα
και να γνωρίσει άλλους ανθρώπους
(λες και δεν το ’ξερε πως απ’ τα κέρατα
ο ταύρος πιάνεται σ’ όλους τους τόπους…)

Θεριό ανήμερο! Χέρια τεράστια
και με ένα πείσμα που λυγίζει ατσάλι
Απ’ τα παράλια ως τα προάστια
ολοι τον ξέρανε. Τον μάθαν κι άλλοι…

Τα βράδια σέλωνε το μαύρο άλογο
Και το ξημέρωμα άραζε λίγο
Έκανε μόνος του κάποιο διάλογο
Κι ύστερα έλεγε: «ώρα να φύγω»

Θέριζε θάλασσες, όργωνε όρη
Ετρωγε γλένταγε χόρευε κι όταν
σπάνια έφτανε στο «μη προχώρει»
σαν τους ληστές κι αυτός λαγοκοιμόταν

Σπηλιές κατοίκησε και ουρανοξύστες
Το κρύο ρούφαγε κι έβγαζε λίβα
«Κόλλησε» κάποτε με κάτι αρτίστες
(μάλιστα τα ’μπλεξε και με μια diva)

Παιδιά δεν έκανε (ή δεν του το ’πανε)
–και να του λέγανε, αυτός χαμπάρι–
(κάποτε του ’πε μια «δικό σου κόπανε»
μα έλεγε ψέματα να τον τουμπάρει)

Μα αυτά τα ζόρικα γίναν’ παλιότερα
Τα χρόνια φύγανε σαν τους τουρίστες
Κι αυτός –στον κάμπο πια– θυμάται κότερα
Και τους που είπαμε –πιο πριν– αρτίστες

Σε κάποια -ήντα του στροφή επιτόπια
Και τόσο που άντεξε; – τι λέτε τώρα!–
καλλιέργεια έβαλε με ηλιοτρόπια
«Το πα-σα-τέ-μπο σου να φεύγει η ώρα…»

Και ψάχνει μόνος του να βρει το φταίξιμο
Φταίει που δεν άκουσε τι λέγαν’ οι άλλοι;
Όμοια κατάσταση (Θε μου τι μπλέξιμο)
Κι εμένα σήμερα με βρήκε πάλι…

Εκεί που μόνος μου έτρωγα ηλιόσπορους
(παππού τα τσίμπησες πάλι στο αλάτι…)
πώς αναζήτησα θάλασσες, Βόσπορους
κι ένα ξεσέλωτο που είχα άτι…

~ . ~

Θησαυρός

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Τον έχω χάσει.
Ψάχνοντας χρόνια να τον βρω
έχω γεράσει.

Ανοίγω χάρτες και κοιτώ
τα άστρα πάνω.
Τόσο, που μοιάζει περιττό
ό,τι κι αν κάνω.

Έχω στα χέρια μου σφιχτά
–σα να φοβάμαι–
φανό. Και φώτα ανοιχτά
όταν κοιμάμαι.

Διανύω ασθμαίνοντας κι εγώ
όνειρα, λύπες
και ψάχνοντας φωταγωγό
ανοίγω τρύπες…

Τρύπες στα χέρια. Στο κορμί.
Στο πρόσωπό μου.
Μέχρι να έρθει μια  ρωγμή
σα ριζικό μου.

Να καταπιεί όσα μπορεί
ώστε ένα βράδυ
να εκβάλει ο Αχέροντας με ορμή
καίγοντας λάδι

καίγοντας μνήμες καταργώντας
μέλλον κάποιο
να με εκβάλει εκεί γελώντας
τρύπιο. Σάπιο.

Κι εκεί μετά την εκβολή
σε κάθε τρύπα
λουλούδι –σαν παραβολή–
για ό,τι δεν είπα.

Είχα παλιά ένα θησαυρό.
Φωτιές μου βγάζει.
Τώρα, ακόμα κι αν τον βρω
πια δε με νοιάζει…

~ . ~

Τι τού κάναν του Μάη

Στην απέναντι όχθη
κάποιοι απρόσωποι μόχθοι παράμερα
δε γκρινιάζουν καθόλου
και γιορτάζουν του κώλου τα εννιάμερα

(Οι σιωπές ολοένα
με φλερτάρουν –ωϊμένα– αδυσώπητα
την καρδιά μου θα σφίξω
και μετά θα τους ρίξω χυλόπιτα)

Κι ένα ολόμαυρο πλοίο
σαν του Απρίλη αστείο (ε)μπάρκαρε
μα με άφησε –άκου–
να φωνάζω του κάκου «μια βάρκα ρε!»

Τα υπερπόντια ταξίδια
θα τα κάνω με ξύδια στο σπίτι μου
κι όταν γίνω κουρούπα
θα περάσω δυο ούπα στη μύτη μου

να κρεμάσω στεφάνι
–Αχ! βρε Μάη ποιος σε πιάνει και χαίρεται;–
Ποιος αγύρτης ζητιάνος
Ποιος θεός τσαρλατάνος. (Τον ξέρετε; )

(Η σιωπή περισσεύει
Όλο λέξεις μου κλέβει και πάει
Τις σκορπάει τις πετάει
κι έτσι δεν απαντάει
τι του κάναν’ του Μάη και βρομάει…)

~ . ~

Αχ Πατέρα!

Θα ανέβω ψηλά να κοιτάξω καλά προς τα κάτω
Ο καιρός πάει αλλιώς μη γνωρίζοντας ποιος πιάνει πάτο
Το δικό μου σταυρό καρφωμένο όταν βρω σε ένα λόφο
Με σκισμένο βρακί να ανέβω εκεί έχω στόχο

Από κάτω οι πιστοί –κάποιοι θα ’χουν πιαστεί– κάποιοι άλλοι
Θα κοιτάζουν ψηλά για να δούνε καλά ποιο κεφάλι
ποιο κεφάλι αδειανό –αιωνίως κενό– με στεφάνια
δίνει τόπο εκεί που ο –ποιος λες;– κατοικεί στην αφάνεια

Κι όταν όλοι μαζί –άντε πάλι χαζοί– βγάλουν άκρη
Το ένα μάτι μου θα επιλέξει ορθά κάποιο δάκρυ
να αφήσει να βγει μπας και ανθίσει στη γη άλλο χρώμα
που τα τόξα αυτηνής δεν αρκούν –τι να πεις μάταιο στόμα…–

Με τα χέρια ανοιχτά τα ποδάρια πλεχτά σαν κουλούρι
Την κοιλιά μου γυμνή –τέτοιο ωραίο κορμί κελεπούρι–
Ταλαντώσεις στο φως η εντολή του πατρός μία κι έξω
Δεν το ήθελα μα κοίτα τώρα –που να!– πάω να μπλέξω

Το στεφάνι εκεί. Βασιλιάς –μου αρκεί τόσο λίγο;–
Με ένα θαύμα μικρό –πριν με πάρουν νεκρό– λέω να φύγω
Δίπλα δυο –κι εγώ τρεις– σχηματίζουμε ευθύς μια τριάδα
Τρεις σταυροί –κι όποιος βρει τι σημαίνει– θα πιει λεμονάδα

Το ποτήρι βαθύ –τώρα πώς και γιατί να το αδειάσω–
με μια μπίρα ξανθιά –πιο καλά θα ’ταν να– ξεδιψάσω
Μα εσύ δυστυχώς μια ζωή αυστηρός δε με αφήνεις
Τι κατάλαβες –πες– –Έχεις μάτια; Για δες πού με δίνεις–

Μαλακία εντολή και αυτή η στολή που φοράω
με ενοχλεί αρκετά γιατί πρέπει σφιχτά να κρατάω
το πανί που εκεί έχω αντί για βρακί πέρα ως πέρα
Τι θα πουν οι πιστοί -αν ότι έχω χεστεί– δουν πατέρα;

ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ (ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗΣ)

cf83cf84ceb9cf87ceaccebaceb9ceb1cf82-ceb3ceb9ceaccebdcebdceb7cf82-cebccf80ceb5cebbceb5cf83ceb9cf8ecf84ceb7cf821

Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

ηδξ

~ ~ ~

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.

~ ~ ~

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ

Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.

(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)

~ ~ ~

ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ

Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.

~ ~ ~

ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ

Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.

~ ~ ~

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.

~ ~ ~

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »

~ ~ ~

ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ

Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.

Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.

― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.

~ ~ ~

ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ

Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.

Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.

Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !

Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.

Το σατιρικό έργο του Γιάννη Μπελεσιώτη, αλλέως «Στιχάκια»

Στιχάκιας (Γιάννης Μπελεσιώτης)

Η παρακμή της σατιρικής ποίησης στην Ελλάδα ξεκίνησε με τον μοντερνισμό. Τίποτα δεν αντιστρατεύεται το πνεύμα της σάτιρας περισσότερο από το ιδεώδες της «καθαρής ποίησης» που μέσω του συμβολισμού σφράγισε και τους νεωτερικούς. Η σάτιρα είναι εξ ορισμού «ακάθαρτη», επικαιρική, βέβηλη και γειωμένη – πολύ μακριά από το αποσαρκωμένο ίνδαλμα της Ιδέας που λάτρεψαν οι poètes puristes. Επιπλέον, η μοντέρνα στροφή στον ελεύθερο στίχο στέρησε από τους σατιρικούς το σπουδαιότερο ίσως όπλο τους – τη διαβρωτική ομοιοκαταληξία.

Με πρώτα της δείγματα τα «μανουσοφασσικά» του Μανόλη Αναγνωστάκη και την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα τελευταία χρόνια η σατιρική ποίηση έχει εντυπωσιακά ανακάμψει. Ποιητές όπως ο Γιώργος Κεντρωτής, ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Νάσος Βαγενάς, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου κ.ά. έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής που ανανεώνουν κατά τρόπο γόνιμο το είδος. Σημαντική είναι η συμβολή μιας ομάδας νεώτερων που είτε πρωτοξεκίνησε να δημοσιεύει απευθείας στο διαδίκτυο είτε έχει και διατηρεί σ’ αυτό αξιόλογη παρουσία. Ο Δημήτρης Σολδάτος, ο Θεοδόσης Βολκώφ, η Σοφία Κολοτούρου και ο Στιχάκιας ανήκουν σ’ αυτήν.

Στο επικείμενο τρίτο τεύχος του το Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει για πρώτη φορά εκτενώς «επί χάρτου» έναν από αυτούς τους ποιητές, τον Στιχάκια, κατά κόσμον Γιάννη Μπελεσιώτη. Ο Κώστας Κουτσουρέλης ανθολογεί το έργο του ενώ ο Γιώργος Πινακούλας το σχολιάζει στο επίμετρο.

Ρομαντικό δείπνο

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σ’ αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί

Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
και κορμί που νεκρούς ανασταίνει

Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια

Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
– η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια –
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια

Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… Σου πιάνω το χέρι
σ’ αγαπώ και γι’ αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι