προσφυγικό

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

 

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν.

Αναγνωρίζετε στην προσφυγική πολιτική της Γερμανίας και ορισμένες ρίζες στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος; Θα μπορούσαμε π.χ. να πούμε, ότι η Γερμανία ενστερνίστηκε με άτεγκτο τρόπο την κατηγορική προστακτική του Καντ; (Οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους, όπως θέλουμε εμείς να μας μεταχειρίζονται οι άλλοι.)

Ο Καντ ήταν βέβαια ιδιαζόντως ευφυής και διατύπωσε την κατηγορική προστακτική ως ηθική απαίτηση που απευθύνεται στο άτομο. Δεν θα του ερχόταν ουδέποτε η ιδέα στο μυαλό, να εγείρει αυτή την απαίτηση και για το κρατικό υποκείμενο. Ότι η πολιτική, ιδίως στην διεθνή αρένα, πρέπει να λειτουργήσει με μία τελείως διαφορετική λογική, δηλαδή με την λογική της κρατικής, συλλογικής βούλησης αυτεπιβεβαίωσης, αυτό ήταν για τον Καντ απολύτως ξεκάθαρο. Ο Καντ ήταν επίσης πεπεισμένος, ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ένα παγκόσμιο, οικουμενικό κράτος, κι ότι ο κόσμος θα συνεχίσει επίσης να ομαδοποιείται περαιτέρω σε μία ποικιλομορφία από κράτη. Λέγει βέβαια, ότι θα ήταν επιθυμητό για την αιώνια ειρήνη, αν θα υπήρχε μόνο ένα κράτος,αλλά για αυτό δεν αξίζει να πονοκεφαλιάζει κανείς, διότι αυτό το παγκόσμιο κράτος δεν θα υπάρξει ούτως ή άλλως ποτέ. Οι άνθρωποι υπάρχουν μέσω των γλωσσών και των πολιτισμών τους σε μεμονωμένα, ατομικά αυθύπαρκτα τμήματα.

Βλέπετε κάποιες παραλληλίες ανάμεσα σε αυτή την ουτοπία του ειρηνικού παγκόσμιου  κράτους και στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης;

Ναι, και εδώ επανερχόμαστε πάλι σε ένα τυπικά γερμανικό πρόβλημα. Η Γερμανία μετά το 1945 βρήκε διέξοδο διαφυγής στην ιδεολογία της Ευρώπης. Λέγω συνειδητά ιδεολογία, διότι εκεί υπήρχε η υπερβολική προσδοκία, ότι θα μπορούσαμε να διαλύσουμε την παλαιά Ευρώπη των διαφορετικών εθνών και να πλάσουμε από την παλιά Ευρώπη σύμφωνα με το πρότυπο των ΗΠΑ ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής μας ελίτ και η σκεπτόμενη κοινή γνώμη στη Γερμανία έβλεπε στην Ευρώπη ένα μέσο, για να απαλλαγεί από τον κακόφημο εθνικισμό. Αυτή η ιδέα δεν έφτασε στην πραγματικότητα ποτέ στον λαό. Εκεί το έβρισκαν απλά μονάχα ωραίο, ότι δεν υπήρχαν πια συνοριακοί έλεγχοι και ότι στην δυτική Ευρώπη επικρατούσε ειρήνη – κι αυτό ήταν πραγματικά το κυριότερο. Όσον αφορά τον λοιπό ευρωπαϊκό κανονιστικό οίστρο, μπορούμε πραγματικά να κάνουμε και δίχως αυτόν. Μονάχα ζημιά προκαλεί.

Η αντίληψη ήταν: Όταν υπερβούμε τον εθνικισμό, τότε υπερβαίνουμε τον πόλεμο.

Η πρόθεση ήταν ειλικρινής. Για αυτό η γερμανική πολιτική ήταν όλο και πιο πρόθυμη να μεταβιβάσει κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Το αργότερο με την ελληνική κρίση φάνηκε όμως, ότι στην Ευρώπη –πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά– τα εθνικά κράτη διατήρησαν το ειδικό τους βάρος. Μονάχα η Γερμανία το έβλεπε πάντοτε έτσι, ωσάν οι άλλοι να έκαναν «απιστίες» στην Ευρώπη των οραμάτων και των επιθυμιών μας.

Η Γερμανία επιθυμεί να μοιράσει τους πρόσφυγές της σε όλη την Ευρώπη. Πρόκειται μάλλον για μία απατηλή απαίτηση.

Η γερμανική πολιτική δεν θέλει να κατανοήσει, τι συμβαίνει στις ανατολικοευρωπαικές χώρες: Αυτές οι χώρες μόλις έχουν ξεφύγει από το κνούτο της Σοβιετικής Ένωσης και θέλουν τώρα μάλλον να απολαύσουν την νεοαποκτηθείσα εθνική κυριαρχία τους. Δεν επιθυμούν να παραδώσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους αμέσως πάλι στις Βρυξέλλες, απλώς επειδή η Γερμανία το επιθυμεί και το προωθεί δυναμικά με το όνειρό της για την Ευρώπη.Οι Γερμανοί διαγράφουν απλά από τον αισθητήρα τους και το ιστορικό υπόβαθρο της αμυντικής στάσης και των αμυντικών ανακλαστικών στην ανατολική Ευρώπη: η Βουλγαρία ήταν μέχρι το 1908 υπό την οθωμανική επικυριαρχία. Οι Τούρκοι έστεκαν μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενώπιον των πυλών της Βιέννης. Η ισλαμική, οθωμανική αυτοκρατορία είχε προωθηθεί βαθιά μέσα στην καρδιά των Βαλκανίων. Αυτό είναι παρόν στην συλλογική μνήμη αυτών των χωρών. Και όπως και να το κάνουμε, τα μεγάλα ρεύματα προσφύγων έρχονται προπάντων από τον ισλαμικό κόσμο.

Δεν είναι φυσιολογικό το γεγονός, όταν ισχυρά κράτη θέλουν να επιβάλλουν στα λιγότερο ισχυρά κράτη τις αξιακές τους αντιλήψεις και προτιμήσεις;

Η παλιμπαιδίζουσα αλλοκοσμία, που εκφράζεται στον μοραλισμό, είναι ήδη πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο γερμανικό φαινόμενο. Η Μεγάλη Βρεττανία, ακόμα και η Γαλλία είναι όσον αφορά αυτό το ζήτημα πολύ πιο ώριμες χώρες. Γνωρίζουν π.χ. ότι σε ένα κυρίαρχο κράτος ανήκει και ο έλεγχος των συνόρων του. Όταν μία ηγέτις ενός κράτους όπως η Αγγέλα Μέρκελ δηλώνει: «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε πια τα σύνορα», μας αυτοτοποθετεί ανάμεσα στα καταρρέοντα, αποτυχημένα κράτη, όπως εκείνα εκεί στην Αφρική. Ένας Βρεττανός ή ένας Γάλλος δεν θα το έλεγε ποτέ και ασφαλώς ούτε και ένας Ελβετός πολιτικός.

Υπερτιμάτε τους Ελβετούς πολιτικούς…

Εν πάση περιπτώσει τέτοιες δηλώσεις θα έπρεπε να μας κάνουν πολύ σκεπτικούς.

Ανήκετε στους λίγους διανοουμένους, που εκφράζονται κριτικά σε σχέση με την προσφυγική, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε αυτά τα θέματα επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους της κουλτούρας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης μία τεράστια, κομφορμιστική πίεση: Όποιος αποκλίνει έστω και κατ΄ ελάχιστον από την «ρητορική του καλωσορίσματος των προσφύγων», παρουσιάζεται ως απάνθρωπο κτήνος, ως εμπρηστικός δημαγωγός, πιθανώς και ως ακροδεξιός. Από πού προέρχεται αυτό;

Η αριστερή και αριστεροφιλελεύθερη πολιτική σκηνή έχει μία συμπλεγματική σχέση με το έθνος. Η ανάγκη του έθνους για αυτεπιβεβαίωση και διαιώνιση προϋποθέτει όμως μία μη συμπλεγματική σχέση με αυτό ακριβώς το έθνος. Στους Γερμανούς διανοουμένους υπάρχει κάτι σαν μία εθνική αυταπέχθεια, ένα ούτως ειπείν εθνικό μίσος του εαυτού, ένα μίσος που δραπετεύει σε έναν ηθικό ουνιβερσαλισμό που είναι ξένος προς την πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπως η Γερμανία, που έχει φορτώσει στον εαυτό της τόσο μεγάλη και άφατη ενοχή, επιτρέπεται η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων μονάχα όταν μπορεί να παρουσιασθεί ως ηθική αποστολή ή ως ευρωπαική ιδεολογία. Γι αυτό υπάρχουν και οι διάφορες multikulti (πολυπολιτισμικές ) αντιλήψεις και ιδέες. Πριν από μερικά χρόνια, όταν ερχόντουσαν ήδη πολλοί οικονομικοί πρόσφυγες στη χώρα, στην αριστερά κυκλοφορούσε το σκαμπρόζικο ρητό: «Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς». Στην αυτοπεριφρόνηση ανήκει και ένα ιστορικό κοσμοείδωλο, που κατανοεί μεγάλα τμήματα της γερμανικής ιστορίας μονάχα ως προϊστορία του 1933, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ. Αυτή η πεποίθηση οδηγεί κατόπιν σε αξιώσεις όπως εκείνη του Γιόσκα Φίσερ, ότι το Άουσβιτς όφειλε να είναι ο ιδρυτικός μύθος για την διαμόρφωση της γερμανικής ταυτότητας. Η ιδεολογία αυτή όμως οδηγεί και σε παράλογες καταστάσεις όπως στην περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγγερ, που είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επειδή ήταν πράγματι εθνικοσοσιαλιστής, υπάρχουν πολλοί ανάμεσα στους νεώτερους διανοουμένους, που λένε ότι τον Χάιντεγγερ δεν μπορούμε πλέον να τον διαβάζουμε, δεν μπορούμε να διαβάζουμε, ούτε το ιδιοφυές βασικό του έργο από το έτος 1927, δηλαδή το Είναι και ο Χρόνος. Άνθρωποι, που δεν έχουν διαβάσει ούτως ή άλλως ποτέ Χάιντεγγερ, μπορούν τώρα να νιώθουν ωραία και λένε, ότι είναι μολυσμένος, και ότι απαγορεύεται να τον πιάνουμε τρόπον τινά στα χέρια μας.

Σύμφωνα με την λογική αυτή τώρα δεν θα επιτρεπόταν να μιλήσω μαζί σας, διότι σε τελευταία ανάλυση ιδρύσατε το 1970 μαζί με άλλους το μαοϊστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

Ναι, φυσικά. Αυτό έγινε στα συνεπακόλουθα του Μάη του 1968. Μία πολύ ενδιαφέρουσα, ερεθιστική εποχή. Θέλετε πραγματικά να τα ακούσετε;

Μάλιστα, με πολλή χαρά.

Στην αρχή του κινήματος του 1968 υπήρχε το ξεκίνημα για νέες όχθες, η καυτή νέα μουσική από την Αγγλία και την Καλιφόρνια, η αντίθεση στις αυθεντίες, τα καινούρια βιβλία, η ερωτική απελευθέρωση – όλα τούτα ήταν μεγαλειώδη και πολύ ερεθιστικά πράγματα. Μετά ήλθε η τομή, μία αυτοδογματίζουσα σκλήρυνση με τις κομμουνιστικές ομάδες, που ήταν πραγματικές κομμουνιστικές σέκτες. Κι εγώ ήμουν σε μία σέκτα. Αυτές οι ομάδες προσανατολίζονταν στον Μάο και στην κινεζική πολιτιστική επανάσταση. Φυσικά αυτό γινόταν, επειδή δεν είχαμε ιδέα, τι πράγματι γινόταν εκεί στην Κίνα. Το βρίσκαμε απίστευτα γοητευτικό, πώς ένας κομματικός ηγέτης καλεί υποτίθεται τις μάζες σε εξέγερση ενάντια στον ίδιό του τον κομματικό μηχανισμό. Ο τύραννος Μάο δηλαδή, ως εμβληματική φιγούρα της αντιαυταρχικότητας! – μία σκανδαλώδης παρανόηση. Στην Γαλλία ηγέτες αυτής της κίνησης ήταν οι φιλόσοφοι Αντρέ Γκλυκσμάν και Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ. Σε μένα όλο αυτό σταμάτησε, δόξα σοι ο Θεός, μετά τέσσερα χρόνια. Όλα τούτα ήταν σε γενικές γραμμές ένα σημάδι μίας πολύ τραυματισμένης, πολιτικής κριτικής ικανότητας. Μού είναι λίγο οδυνηρό και ντροπιαστικό, αλλά ανήκει κι αυτό στην ζωή μου.

Πώς επηρέασε τούτη η εμπειρία την σκέψη σας;

Ξέρω πολύ καλά τώρα τι είναι ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού. Συνολικά όμως, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κουκλοθέατρο, δεν ήταν τραγωδία, αλλά ήταν μία κωμωδία. Ένα στέλεχος της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος μού είπε αργότερα κάτι πολύ σωστό: Αυτοί οι μαοικοί, που έστεκαν με το χάραγμα της αυγής καλά οργανωμένοι μπροστά από τις πύλες των εργοστασίων και μοίραζαν στους εργάτες φυλλάδια, δεν τους ανησύχησαν ποτέ, ήταν έτσι ή αλλιώς ομάδες με μεγάλο αίσθημα αυτοπειθαρχίας. Αυτό ήταν αλήθεια, δουλεύαμε πραγματικά πολύ, στις έξι η ώρα το πρωί στέκαμε στις πύλες των εργοστασίων, παρά το γεγονός ότι οι εργάτες σε γενικές γραμμές δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα για μας ή από εμάς. Κάποιοι από αυτές τις ομάδες του Μάη του 1968 πήγαν αργότερα στην τρομοκρατία, αλλά αυτό δεν ήταν πια πραγματικά η δική μας υπόθεση. Αυτό που είχαμε κάνει εμείς ήταν ένα είδος δημοσιουπαλληλίας, στον κομματικό μηχανισμό που είχαμε δημιουργήσει οι ίδιοι για να επιφέρουμε την παγκόσμια επανάσταση.

Πώς καταλαβαίνει κανείς ότι έχει εμπλακεί σε μία ιδεολογική πλάνη; Συμβαίνει αυτό αργά και σταδιακά, ή είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς ξαφνικά;

Σε μένα προσωπικά ήταν μία ύπαρξη σε δύο κόσμους, στον ένα κόσμο πέραν των ορίων της σέκτας συνέχισα να διαβάζω Προύστ, Σοπενχάουερ και τα λοιπά. Μπορούμε να έχουμε δύο κόσμους σε ένα κεφάλι, αυτό μου συνέβαινε ακόμα και στην παιδική μου ηλικία, όταν η πιετιστική, θρήσκα γιαγιά μου ήθελε να με οδηγήσει με χείραν σιδηράν στην Εκκλησία, ενώ την ίδια στιγμή ο πατέρας μου επεδείκνυε ακάματα τον αθεισμό του. Προφήτης δεξιά, προφήτης αριστερά, εγώ αισθανόμουν καλά στην μέση, στο κέντρο ως παιδί του κόσμου. Έτσι ήταν όμως κιόλας: Από ένστικτο αποδεχόμουν και τον ένα και τον άλλο κόσμο. Είχα λοιπόν μεγάλη άσκηση στην πνευματική διπλή ζωή, όταν τη μέρα διάβαζα τον Μαρξ και τον Μαο και το βράδυ διάβαζα τον Προύστ και τον Σοπενχάουερ. Όταν τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα αποστασιοποιήθηκα από την αριστερή σκηνή, τότε ανοίξαμε μαζί με κάποιους ομοιδεάτες φίλους ένα περιοδικό, τα Μπερλίνερ Χέφτε (Τετράδια του Βερολίνου), όπου αναστοχαζόμασταν με βαθύνοια αλλά και πολύ κέφι όλη αυτή την τρελή ιστορία, από την οποία είχαμε μόλις αποχωριστεί: ήταν κι αυτό ένα κάποιο είδος διευθέτησης και απεμπλοκής από το παρελθόν μας. Είναι φανερό ότι στη Γερμανία είμαστε πολύ καλοί στο συγκεκριμένο  άθλημα.

Σας θεωρούσαν εξωμότη ή προδότη;

Ναι, κάτι σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά μου ήταν αδιάφορο, γιατί εν τω μεταξύ θεωρούσα την όλη υπόθεση γελοία. Και δεν είχα και άδικο, διότι μεγάλη ζημιά δεν κάναμε, εκτός από το να βλάψουμε τις δικές μας επαγγελματικές προοπτικές. Από τότε είμαι σε θέση να τρέφω μία περιφρόνηση για τους καριερίστες.

Από τότε δεν στρατευθήκατε πια πολιτικά, αλλά όμως κάνατε πολιτικές παρεμβάσεις. Πριν από μερικά χρόνια είχατε πει: «Το ιστορικό παρελθόν έχει διαμορφωθεί αποφασιστικά από το γεγονός ότι οι διάφοροι, μεμονωμένοι πολιτισμοί είχαν ξεχωρίσει ο ένας από τον άλλο μέσα στην απαράλλακτη διαφορετικότητά τους». Σήμερα αυτή η ρήση ακούγεται σαν μία συνηγορία υπέρ του κλεισίματος των συνόρων.

Ναι, έτσι το βλέπω ακόμα και σήμερα. Το ωραίο στα άτομα είναι βέβαια, ότι το καθένα έχει την ατομική του, ξεχωριστή μοναδικότητα. Το τρομακτικό είναι ο κομφορμισμός, όταν ο καθένας είναι όπως ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Για όλα αυτά παρεμπιπτόντως γράφω τώρα ένα βιβλίο: για το άτομο. Ό,τι ισχύει για το άτομο, ισχύει επίσης και για τους πολιτισμούς. Δεν είναι επιθυμητό ή επιδιωκτέο να εφεύρουμε τεχνητά έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ευρωπαϊκό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά κράτη, πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί. Αυτό είναι ο πλούτος της Ευρώπης. Είναι εκπτώχευση όταν επιδιώκουμε κατά κάποιο τρόπο να ανάγουμε αυτή την πολυμορφία σε έναν κοινό παρονομαστή. Το έλλειμμα στη σημερινή λογοτεχνία, φιλοσοφία ή στη ζωγραφική είναι ότι εν τω μεταξύ υπάρχει πολύ λίγο ένας ιδιαίτερος, ξεχωριστός  δρόμος, ότι όλα είναι έτσι όπως είναι παντού. Πόσο θαυμαστά διαφορετική ήταν η κατάσταση για παράδειγμα την εποχή του ρομαντισμού ή του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Νίτσε, αλλά και ο Βάγκνερ είναι απαράλλακτα προιόντα της γερμανικής πολιτισμικής χλωρίδας, όπως είναι για την γερμανόφωνη Ελβετία ο Ιερεμίας Γκόττχελφ ή ένας Γκόττφρηντ Κέλλερ. Τα βιβλία μου είναι μία απόπειρα, να κάνω ορατά τα ισχυρά στοιχεία της γερμανικής κουλτούρας, στο καλό ή και στο κακό. Πρέπει να στοχεύουμε στο ιδιαίτερο και στο προσωπικό, για να μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι με καθολική ισχύ.

Τι είναι εκείνο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα της γερμανικής σκέψης;

Η κλίση προς την μεταφυσική. Το γεγονός ότι βλέπουμε κάτι που είναι μεγαλύτερο από τον ρεαλισμό, ότι διανοίγουμε μία παραπέρα σφαίρα, πέραν της καθεστηκυίας θρησκείας. Ιδίως στην εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού διεκδικούσαν οι διανοητές την ελευθερία για στοχαστική υπέρβαση των ορίων, για την υπερβατικότητα. Αυτή η θαυμαστή γερμανική ιδιότητα, συνδέεται με ένα έλλειμμα, που εμφαίνεται και επιδρά πάνω από όλα στον τομέα της πολιτικής: δηλαδή με την απουσία του ρεαλισμού. Τούτο το μεταφυσικο-ρομαντικό στοιχείο έχει βλάψει την πολιτική, κριτική ικανότητά μας. Αγαπώ τον ρομαντισμό, αλλά δεν αγαπώ καθόλου τον πολιτικό ρομαντισμό.

Μπορούμε να συνοψίσουμε έτσι: Μετά την ανακήρυξη του θανάτου του Θεού από τον Νίτσε, αναζητήσαμε το υπεραισθητό σε άλλες όχθες, πράγμα που μας οδήγησε σε έναν υπερβολικό ρεαλισμό;

Ναι, φυσικά. Παραπέμπω εδώ στον Μαξ Βέμπερ, που έκανε την διάκριση μεταξύ ηθικής της πεποίθησης και ηθικής της ευθύνης. Ως άτομα μπορούμε να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι απέναντι στην ηθική της πεποίθησης και να επιθυμούμε να βοηθήσουμε όλους τους πρόσφυγες – αν και σε αυτούς που εκτίθενται δημόσια για αυτό το ζήτημα, τις πιο πολλές φορές πρόκειται μάλλον για ρητορική και μόνον. Η πολιτική όμως πρέπει να ενεργεί με βάση την ηθική της ευθύνης. Προς το παρόν όμως στην πολιτική σημαίνει η μεγάλη ώρα της ηθικής της πεποιθήσεως, όπως την εκπροσωπεί παραδειγματικά η Μέρκελ. Ακόμα και τώρα που προσπαθεί να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Με αυτούς τους τεράστιους αριθμούς προσφύγων θα έχουμε σε λίγο μία ισλαμική παράλληλη κοινωνία, με όλες τις μοιραίες συνέπειες.

Ο πολιτικός πρέπει λοπόν να μπορεί να διαχωρίζει ανάμεσα στην προσωπική του συναισθηματική κατάσταση και σε αυτό, που θα είναι μακροπρόθεσμα καλό για την ίδιά του τη χώρα.

Ο Νίτσε σε μία από τις καλύτερες στιγμές του συνηγορεί για αυτόν ακριβώς τον διαχωρισμό, που τον περιέγραψα στο βιβλίο μου το «Σύστημα των δύο συγκοινωνούντων δοχείων». Έλεγε: Από την μια πλευρά πρέπει να ταίζουμε με κάρβουνο την μηχανή του πλοίου του πολιτισμού, από την άλλη μεριά πρέπει όμως να ψύχουμε την μηχανή του πλοίου με τα μέσα της πολιτικής τέχνης. Η ηθική αποστολή και επιταγή πρέπει σύμφωνα με αυτή την οπτική να καταψύχεται στα όρια του πολιτικά πραγματοποιήσιμου και πολιτικά υπεύθυνου. Αυτό θα ήταν τελικά αυτό που ονομάζουμε πολιτική ωριμότητα.

Στο βιβλίο σας για το Κακό, γράφετε: «Το Κακό είναι το κόστος της ελευθερίας.» Δεν ανήκει στο παράπλευρο κόστος της ελευθερίας το γεγονός, ότι τώρα έρχονται πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη, που δεν επιθυμούν να ξέρουν τίποτα για την ελευθερία υπό την δική μας έννοια;

Η ελευθερία περιλαμβάνει μέσα της σε πολύ μεγάλο βαθμό την δυνατότητα της καταστροφής της. Για να μπορούμε να ζούμε σε μία ελευθεροκρατούμενη κοινωνία, πρέπει να περάσουμε από ένα μείγμα εθιμικής και παιδευτικής εκπαίδευσης. Πολλοί μουσουλμάνοι δεν διαθέτουν αυτό το φορτίο στις αποσκευές τους. Και η χώρα μας είναι πολύ λίγο συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, ούτως ώστε να είναι σε θέση να παραγάγει μία πειστική πίεση για ενσωμάτωση. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων είναι νεαροί άνδρες στα καλύτερα χρόνια τους, και απορώ γιατί δεν χρησιμοποιούν την ανδρική τους ενεργητικότητα και δύναμη για να φέρουν την χώρα τους σε μία τάξη. Μερικοί από αυτούς πολέμησαν εκεί ο ένας εναντίον του άλλου, και θα μεταφέρουν τις φιλονικίες τους εδώ σε μας, για να συνεχίσουν εδώ υπό πολύ πιο άνετες συνθήκες τις μάχες και τους αγώνες τους. Ακούω ήδη κάποιους να εγείρουν την κατηγορία της ισλαμοφοβίας. Αλλά το πολιτικό Ισλάμ πρέπει πράγματι να το φοβόμαστε, εαν δεν το πολεμάμε αποφασιστικά εκεί, όπου είναι εχθρικά διατεθειμένο απέναντί μας. Αν δεν προσέξουμε – και η παρούσα πολιτική ηγεσία δεν προσέχει – θα εισπράξουμε τα προβλήματα της Γαλλίας, μαζί με την τρομοκρατία και τον ισλαμικό αντισημιτισμό. Αυτός είναι μία απειλή και για τους εβραίους συμπολίτες μας.

Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, όπου η ενσωμάτωση έχει επιτύχει.

Σίγουρα, και τότε αυτή η ανάμειξη είναι ένας εμπλουτισμός. Έχουμε όμως ανάγκη από μία πιο ρεαλιστική στάση: Δεν επιτρέπεται οι ισλαμικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη να είναι πολύ μεγάλοι, διότι τότε από την καλή πρόθεση θα γεννηθεί μία πολύ κακή έκπληξη. Μία υγιής καχυποψία είναι απαραίτητη σε μετακινήσεις πληθυσμών μιας τέτοιας κλίμακας, αυτό μας το δείχνει η Ιστορία.

Τι είναι μία «ρεαλιστική στάση»;

Σε καταστάσεις σαν κι αυτή σήμερα όπου νιώθουμε αβοήθητοι έχει παρεισφρύσει η κιτς έκφραση ότι δήθεν πρέπει να καταπολεμήσουμε το πρόβλημα «στην αιτία του». Χαρακτηρίζω αυτή την έκφραση κιτς, επειδή είναι ψευδής, διότι οποία αυτοϋπερτίμηση υπάρχει σε μία τέτοια πρόταση! Οι αιτίες αυτής της γιγαντιαίας κατάρρευσης στην Εγγύς Ανατολή είναι τόσο περίπλοκες, που είναι απολύτως αδύνατο να τις παραμερίσεις από τα έξω. Μία ώριμη και ρεαλιστική κριτική ικανότητα θα έφθανε στο εξής συμπέρασμα: ΄Ολα αυτά είναι διαδικασίες κατάρρευσης, στις οποίες οι περισσότερες παρεμβάσεις έξωθεν, όπως οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Λιβύη κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο χειρότερη. Την πυρκαγιά δεν θα μπορέσουμε να την σβήσουμε, θα έχουμε πετύχει πολλά, αν τουλάχιστον προστατεύσουμε προσωρινά από αυτήν το δικό μας σπίτι.

Οι πρόσφυγες είναι τώρα όμως καθ΄ οδόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να συγκρατήσουμε αυτά τα τεράστια ρεύματα; Είμαστε σε θέση ολωσδιόλου να τα συγκρατήσουμε;

Πρέπει να φτιάξουμε κοντά στις περιοχές των εμφυλίων πολέμων ζώνες, όπου θα μπορούσαν οι πρόσφυγες να παραμένουν ασφαλείς, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει. Είναι απλά αδιανόητο, να έλθουν όλα αυτά τα οκτώ εκατομμύρια, που δραπετεύουν από την περιοχή στη Γερμανία. Το δικαίωμα ασύλου δεν είχε σχεδιασθεί για τέτοιες μετακινήσεις λαών, δεν μπορούμε λοιπόν μακροπρόθεσμα να το διατηρήσουμε, υπό την σημερινή του μορφή. Δεν αρκεί να μιλάμε για περιορισμό του αριθμού των εισροών, πρέπει στην ανάγκη να κλείσουμε και τα σύνορα. Τότε θα μεγαλώσει και η πίεση για να δημιουργήσουμε ζώνες ασφαλείας κοντά στην χώρα από την οποία προέρχονται οι πρόσφυγες, οι καταυλισμοί των οποίων θα έπρεπε να υποστηριχθούν οικονομικά με μεγάλα οικονομικά μέσα εκ μέρους της Ευρωπαικής Ένωσης.

Ελκύσατε την προσοχή πριν από λίγο καιρό, με την δήλωση ότι θα θέλατε να ερωτηθείτε ως πολίτης, πριν η χώρα πλημμυρίσει  με πρόσφυγες.

Η κ. Μέρκελ δεν έχει απλούστατα τη δημοκρατική εντολή, να αλλάξει μία χώρα κατά τον τρόπο που τούτη θα αλλάξει, αν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εισέλθουν εκατομμύρια μουσουλμάνοι μέσα σε αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, η Μέρκελ, κατά την ανάληψη του αξιώματός της, ορκίστηκε να προφυλάξει τον γερμανικό λαό από τέτοιες ζημίες.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Η «κουλτούρα του καλωσορίσματος» ήταν στην αρχή πολύ εντυπωσιακή, διότι ο κόσμος αυθόρμητα προέβη σε πράξεις και χειρονομίες γενναιοδωρίας. Αργότερα όμως, με την υποδαύλιση των ΜΜΕ, όλα αυτά έγιναν πολιτικό κιτς – μοραλιστικό πολιτικό κιτς, δίχως συναίσθηση ευθύνης και χωρίς ρεαλισμό. Έλλειψη ή κατάργηση συνόρων υπάρχει μόνο πάνω από τα σύννεφα, στην χαμοζωή του γήινου βίου μας όμως, τα σύνορα έχουν μία απολύτως στοιχειακή σημασία – αυτό θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα από τα γεγονότα που ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας.

μετάφραση: ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΤΖΑΚΗΣ

Advertisements

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Κώστας Κουτσουρέλης: Η μοίρα του Αδράστου

prosfyges

 

Πρόσφυγας, διωγμένος από τη Φρυγία, ο Άδραστος (μας διηγείται ο Ηρόδοτος) προσέφυγε ικέτης και βρήκε άσυλο στην Αυλή του Κροίσου, του Λυδού βασιλιά. Για να ξεπληρώσει στον μονάρχη τη χάρη, πρόθυμα δέχτηκε να αναλάβει χρέη σωματοφύλακα του γιου του, Άτη, που στ’ όνειρό του ο Κροίσος είχε δει πως κινδύνευε. Αλλά ο οιωνός βγήκε αληθινός και ο Άτης γρήγορα έπεσε νεκρός από σιδερένιο όπλο – χτυπημένος κατά λάθος απ’ τον ίδιο τον Άδραστο.

«Άδραστος», ήδη στον Όμηρο, είναι αυτός που δεν μπορεί να αποδράσει, να γλιτώσει από τη μοίρα του. Και η μοίρα του πρόσφυγα, η διπλή τραγωδία του, αναρίθμητες φορές στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η ίδια: θύμα ο ίδιος, να κάνει εντέλει άθελά του κακό σ’ αυτόν που τον ευεργέτησε. Πρόσφυγες, διωγμένοι από τους Ούννους, οι Γότθοι θα καταλύσουν τη Ρώμη και το αιωνόβιο κράτος της που τους πρόσφερε άσυλο. Πρόσφυγες, κυνηγημένοι απ’ τον Χίτλερ και τον βαθύρριζο αντισημιτισμό της Ευρώπης, οι Εβραίοι θα εκτοπίσουν τους Άραβες της Παλαιστίνης από την πατρική τους γη. Πρόσφυγες στην ουσία, οικονομικούς μετανάστες θα τους λέγαμε σήμερα, άνθρωποι πάμπτωχοι και ταλαιπωρημένοι στην πλειοψηφία τους, οι λευκοί έποικοι της αμερικανικής και αυστραλιανής ηπείρου εξολόθρευσαν τους γηγενείς πληθυσμούς. Οι προθέσεις, οι καλές προαιρέσεις, οι όρκοι εδώ δεν μετρούν – η ιστορία τραβάει τον δρόμο της.

Όσοι εξακολουθούν να μιλούν για «ανοιχτά σύνορα» (εξαιρώ εδώ τους πολιτικάντηδες) μια μόνο δικαιολογία έχουν, έξω από την καλή τους καρδιά: την απόλυτη άγνοια. Το κύμα των προσφύγων από τις αραβικές χώρες που κατακλύζει αυτή τη στιγμή την Ευρώπη δεν είναι μια «κρίση», μια έκτακτη κατάσταση, το φρικτό προϊόν μιας φρικτής συγκυρίας. Είναι μόνο η αρχή. Δανείζομαι τα στοιχεία σχεδόν αυτολεξεί από άρθρο του Γκούνναρ Χάινζον, κορυφαίου ερευνητή δημογράφου: Από το 1950 έως το 2015 ο πληθυσμός της υποσαχάριας Αφρικής αυξήθηκε από τα 180 στα 980 εκατομμύρια. Το 2050 θα ξεπεράσει τα 2 δισ. Πάνω από 600 εκατομμύρια από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν καν ηλεκτρικό ρεύμα, 390 εκατομμύρια ζουν σήμερα με λιγότερο από δύο (2) δολλάρια τη μέρα, 110 εκατομμύρια περισσότεροι απ’ ό,τι το 1990. Ήδη το 2009, το Ινστιτούτο Gallup εκτιμούσε ότι το 38% του πληθυσμού επιθυμεί να μεταναστεύσει. Αυτό μας κάνει σήμερα 390 εκατομμύρια ανθρώπους, που το 2050 θα έχουν αυξηθεί σε 840 εκατομμύρια.

Είναι αυτά τα νούμερα αρκετά; Αν όχι, εύκολα μπορούν να βρεθούν και άλλα. Στην Ευρώπη σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας, ζουν 140 εκατομμύρια άτομα κάτω των 18 ετών. Το 2050 προβλέπεται μάλιστα να μειωθούν στα 130 εκατομμύρια. Αντίθετα, στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένου του αραβικού βορρά, ο αριθμός αυτός φτάνει σήμερα τα 540 εκατομμύρια και το 2050 θα φτάσει το 1 δισ.

Ο πληθυσμός των αραβικών κρατών αυξήθηκε από τα 70 στα 389 εκατομμύρια μεταξύ 1950-2025. Το 2050 θα φτάσει τα 650 εκατομμύρια. Κατά την ίδια έρευνα του Gallup, του 2009, το 23% αυτών των ανθρώπων ήθελε να μεταναστεύσει. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 35%, φτάνοντας στα 133 εκατομμύρια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όχι απλώς η φτώχεια και η εξαθλίωση, αλλά και οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες είναι λογικά επακόλουθα. Κι αυτό ανεξαρτήτως του τι κάνει ή δεν κάνει η επάρατος Δύση. Μόνο στην υποσαχάριο Αφρική, 18 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά το 1960, μετά το πέρας δηλαδή της αποικιοκρατίας και την εκδίωξη των Ευρωπαίων. Ανατριχιάζει κανείς σκεπτόμενος τι θα συμβεί αν οι παρούσες δημογραφικές τάσεις επιμείνουν και ο πληθυσμός της μαύρης ηπείρου τετραπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισ. ώς το τέλος του αιώνα μας, όπως ο ΟΗΕ προβλέπει.

Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη εμπρός σ’ όλα αυτά; Για τον μεμονωμένο Σύρο ή Αφγανό που χτυπάει την πόρτα της ακόμη πολλά, ίσως και τα πάντα. Για τις μυριάδες που τον ακολουθούν, ας μη γελιόμαστε, πολύ λίγα. Κι επειδή ο μεμονωμένος είναι που σέρνει πίσω του όλες αυτές τις μυριάδες, όπως ο μαγνήτης έλκει ακατανίκητα τα ρινίσματα του μετάλλου ή η ελπίδα το παράτολμο διάβημα, γρήγορα, πολύ γρήγορα και εκείνος θα δει κατ’ ανάγκην να εγείρονται εμπρός του φραγμοί ανυπέρβλητοι. Ήδη το βλέπει. Τέτοιους γιγάντιους και σφριγηλούς δημογραφικά πληθυσμούς, η γηραλέα μας ήπειρος δεν μπορεί να τους αφομοιώσει, πόσω μάλλον να τους καταστήσει κοινωνούς του δικού της τρόπου ζωής. Είναι θέμα χρόνου, απόφαση μιας μόνο στιγμής, ο δρόμος προς τον ικετήριο βωμό να κλείσει. Τη στιγμή αυτή ζούμε. Ακόμη και όσοι σήμερα συμπάσχουν, και συμπάσχουν ειλικρινά, με τον δύσμοιρο Άδραστο, αύριο θα αναγκαστούν να ομολογήσουν πως όχι, την άφευκτη μοίρα του δεν θέλουν να τη συμμερισθούν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ