προδημοσίευση

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Ιωάννα Τσιβάκου, Συναίσθημα και ορθολογικότητα. Η ελληνική εμπειρία (προδημοσίευση)

Εισαγωγικά

Ο «συναισθηματικός» Έλληνας, έναυσμα και σκοπός

Συχνά, διανοούμενοι και πολιτικοί, ως και άνθρωποι της τέχνης, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό «συναισθηματικό». Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, θα έλεγα, πως χρησιμοποιούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό για να εξηγήσουν τον κατά τη γνώμη τους έντονο αυθορμητισμό που διακρίνει τους Έλληνες, την έλλειψη τάξης στις πράξεις και σκέψεις τους, όπως και το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα τους. Παρόμοιες συμπεριφορές είτε αποδίδονται σε γεωγραφικά και γενετικά αίτια συνδεδεμένα με τη φυλή, είτε, πράγμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε μακρο-κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες συνδεδεμένους με την οικογενειακή δομή και θρησκεία. Ακούγεται συχνά, πως το ελληνικό άτομο, αναθρεμμένο μέσα σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους, κυρίως της οικογένειας και μικρών κοινωνικών ομάδων –εντοπιότητας ή προσωπικών φιλικών σχέσεων–, αναπτύσσει ψυχισμό ρέποντα προς συναισθηματικές και όχι ορθολογικές κρίσεις και αποφάσεις για τη ζωή του όπως και για τα κοινά. Υπ’ αυτήν την οπτική, το συναίσθημα ερμηνεύεται ως η άλλη όψη όχι της αναισθησίας, αλλά του ορθολογισμού. Με τον τελευταίον όρο υπονοούνται συμπεριφορές και στάσεις ζωής εγκαθιδρυμένες κατά τους Νέους Χρόνους, όταν απέναντι στον μεσαιωνικό άνθρωπο του δυτικού κόσμου ορθώθηκε από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη το εκλογικευμένο άτομο. Το υποκείμενο που πρόβαλε τότε στη σκηνή των δυτικών κοινωνιών, δεν έπαψε να είναι φορέας συναισθημάτων, όμως, όπως υποστηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα του δυτικού στοχασμού, η κύρια συνιστώσα του θεωρήθηκε ο έλλογος νους, ο οποίος όφειλε να καλλιεργείται έτσι, ώστε ο μακρόπνοος σχεδιασμός του βίου του και, κατά ακολουθίαν, η δράση του να διακρίνονται από ορθολογικότητα. Συνεπώς, όταν γίνεται αναφορά στον συναισθηματισμό των Ελλήνων, η έννοια εκφέρεται υποτιμητικά, καθώς, υπόρρητα, συγκρίνεται με τον ορθολογισμό που κατά τη γνώμη τους εξακολουθεί να διέπει τα άτομα των δυτικών κοινωνιών, κυρίως όσων έχουν βιώσει την περίοδο της νεωτερικότητας.

ΕξώφυλλοΤσιβάκου.jpgΜεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.

Είναι αλήθεια πως ο δυϊσμός που παρατηρήθηκε από πολιτικούς διανοητές στις ελληνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές αναφερόταν στην πολιτική κουλτούρα και όχι γενικά στο μοντέλο πολιτισμού της κοινωνίας, γι’ αυτό και η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και κοινωνίας ακολουθεί μια συστημική οπτική, παλαιότερα εγκαθιδρυμένη από τον Πάρσονς και μεταγενέστερα από τον Λούμαν, όπου η κοινωνική διαφοροποίηση είναι οριζόντιας μορφής, βασισμένη στην υποδιαίρεση των κοινωνικών λειτουργιών σε αυτόνομα, αυτοαναφερόμενα συστήματα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως οι υποστηρικτές του εκσυγχρονισμού της πολιτικής κουλτούρας γνωρίζουν πως η τελευταία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τη γενικότερη κουλτούρα της κοινωνίας, όπως και από το μακροπρόθεσμο πολιτισμικό της πρότυπο, μιας και αναφέρεται σε ιδεώδη και αξίες, όπως και στις παραδόσεις και ιστορικές μνήμες ενός λαού. Αυτόν τον λόγο τον θεωρώ επαρκή προκειμένου να επεκτείνω την οπτική του πολιτικού εκσυγχρονισμού σε όλη την κοινωνία, και να θεωρήσω πως, στο βάθος, αφορά στο σύνολο των ελληνικών κοσμοαντιλήψεων. (περισσότερα…)

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.