πολιτική

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (3/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τλατελόλκο 1968 (Χάιμε Σαμπίνες)

1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.

Ανάγνωση των «ασμάτων του Μεξικού» (Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο)

Ο θρήνος εξαπλώνεται
στάζουν τα δάκρυα
εκεί στο Τλατελόλκο.
(Πώς αλλιώς, αφού τη μέρα αυτή
έγινε μια απ’ τις χειρότερες φρικαλεότητες
που συντάραξαν ποτέ σε αυτή τη γη
τους δύστυχους Μεξικανούς.)

Αφού μαζεύτηκαν όλοι,
οι άντρες με τα σύνεργα πολέμου,
οι άντρες που όλο κάνουν φασαρία,
στο σίδερο λουσμένοι,
βάλθηκαν να κλείσουν διεξόδους,
εισόδους και εξόδους,
να κόψουνε το βήμα.
(Μπροστά παν’ τα σκυλιά τους,
εκείνα προπορεύονται.)
Και τότε ακούστηκε ο κρότος
και τότε υψώθηκαν κραυγές.
Άντρες ψάχνουν τις γυναίκες τους,
άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Προδόθηκαν και σκοτώθηκαν,
πέθαναν δίχως να το μάθουν.

Και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα
και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα.

Πατεράδες και μανάδες θρηνούσαν.
Τους θρήνησαν,
το πένθος των νεκρών τελέστηκε.
Οι Μεξικανοί τρομαγμένοι:
φόβος και ντροπή τούς κυρίευαν.
Και όλα αυτά συνέβησαν σε μας.
Σε τέτοια αξιοθρήνητη τύχη θλιβερή
βρεθήκαμε μπλεγμένοι.
Στο βουνό των στεναγμών,
στους κήπους από κιμωλία
προσφέρονται θυσίες
για το βουνό των αετών,
όπου απλώνεται η ομίχλη των ασπίδων.

Αχ, μες στον πόλεμο γεννήθηκα,
καθότι Μεξικανός.
Υποφέρω, η καρδιά γεμίζει πόνο.
Βλέπω την ερήμωση που σταλάζει στο ναό
σαν πυρώνουν οι ασπίδες στις φλόγες.

Στις στράτες δόρατα σπασμένα,
τα σπίτια δίχως στέγες,
κόκκινοι οι τοίχοι τους,
σκουλήκια γεμίζουνε δρόμους και πλατείες.
Χτυπάμε τη σκόνη από τους τοίχους
και κληρονομιά δεν μένει άλλη από
ένα δίκτυο από τρύπες.
Αυτά επέτρεψε ο Ζωοδότης
εκεί,
στο Τλατελόλκο.

Σεπτέμβριος (Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο)

Μια μέρα,
την ημέρα που δεν με συνέλαβαν,
την ημέρα που δεν με άγγιξαν καν τα χτυπήματα,
αφού ο νόμος και η τάξη
ανέμελα
με περιφρονούσαν
(ήταν απόγευμα κι έβρεχε),
με ξέχασαν.
Ήταν η μέρα που περνούσα
απ’ τη λεωφόρο Ινσουρχέντες
και τα μπλε οχήματα
γέμιζαν το δρόμο
απ’ άκρη σ’ άκρη.

Εκείνη την ημέρα

οι τσέπες μου ήταν γεμάτες
μικρά τσαλακωμένα χαρτάκια.
Σε ενδεχόμενο σωματικό έλεγχο
θα ήταν αδύνατο να εξηγήσω
πώς είχαν γραφτεί
(δύσκολο να εξηγήσεις τέτοια πράγματα),
κάτω από ποιο φως,
με ποιους,
ποιες ώρες της ημέρας
διένειμα τα μικρά μου μίση
με το μίσος το μεγάλο
των χιλιάδων που ήμασταν.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σ’ εκείνους.
Τα χαρτάκια, λέω,
ήταν ποιήματα ή πάλι
ημέρες τρομαγμένες, χαμένες,
χαμόγελα μοιρασμένα
σαν φέιγ βολάν στους δρόμους,

ήταν μικρές ζωγραφιές,
σχεδόν για μένα τον ίδιο,
για να βρω μια θέση στον υπέροχο κόσμο
που ήταν σήμερα η πόλη,
πρωτότυπες διακηρύξεις
για τη συνέργειά μου με τον εαυτό μου,
ή με αυτό που κάναμε.

Αν τότε, εκείνη την ημέρα,
κάποιος ρωτούσε
πού βρέθηκαν;
ποιος τα έφτιαξε;
κι έλεγε
είναι ανατρεπτικά,
αποτυπώνουν το αναρχικό σου πνεύμα,
τη δυσπιστία σου απέναντι στον κόσμο,
τα σεξουαλικά σου προβλήματα,
την απουσία θλίψης,
τη διεφθαρμένη μοναξιά σου,
είναι ένδειξη πως είσαι ακόμη έφηβος
και δεν πιστεύεις στον εαυτό σου…

θα τους απαντούσα με ένα
«άντε μου στο διάβολο,
είναι μόνο ποιήματα,
απλώς ποιήματα,
και αποτυπώνουν
(τίποτα δεν αποτυπώνει)
όλα αυτά μαζί.
Επιπλέον,
όλοι έχουμε χαρτιά στις τσέπες».

Όμως σήμερα ή αύριο,
αν με ρωτήσουν τι απέγιναν,
θα μου είναι δύσκολο να εξηγήσω,
να εξηγήσω πως έμειναν εκεί,
πως κύλησαν στον υπόνομο
καθώς ο συντάκτης τους έτρεχε,
πως έλιωσαν απ’ τον ιδρώτα μες στα δάκτυλα
ή πως βρίσκονται εδώ γιατί τα έχω φυλάξει.
Θα είχε τάχα σημασία;
Αν χρειαζόταν, θα το έκανα και πάλι.

Advertisements

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (2/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Μεξικό: Ολυμπιάδα του 1968 (Οκτάβιο Πας)

Η πάστρα
(ίσως αξίζει τον κόπο
να γραφτεί στην καθαρότητα
αυτής της σελίδας)
δεν είναι διάφανη
(κίτρινη και μαύρη
σωρευμένη χολή)
απλωμένη πάνω στο χαρτί.
Γιατί;
Ντροπή θα πει οργή.
Επίθεση κατά του εαυτού.
Αν
ένα ολόκληρο έθνος ντρέπεται
λιοντάρι γίνεται
που ζαρωμένο παραμονεύει
να επιτεθεί.

(Οι υπάλληλοι του δήμου
ξεπλένουν το αίμα
στην Πλατεία των Θυσιών.)
Τώρα να κοιτάξεις.
Λεκιασμένη
–πριν προλάβεις να πεις κάτι
που να αξίζει τον κόπο–
η πάστρα.

Σε ανάμνηση του Τλατελόλκο (Ροζάριο Καστεγιάνος)

Το σκοτάδι ευνοεί τη βία
και η βία αποζητά το σκοτάδι
για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Γι’ αυτό η δευτέρα Οκτωβρίου κράτησε ώς το βράδυ,
ώστε κανείς μη δει το χέρι να αγκαλιάζει το όπλο,
παρά μόνο την λάμψη που προκάλεσε.

Και με αυτό το φως, το σύντομο, θαμπό, ποιος;
Ποιος σκοτώνει;
Ποιοι εναγώνια πορεύονται στο θάνατο;
Ποιοι το σκάνε δίχως παπούτσια;
Ποιοι θα καταλήξουν στο υπόγειο μιας φυλακής;
Ποιοι θα εξαχνιστούν σε νοσοκομεία;
Ποιοι θα μείνουνε για πάντα σιωπηλοί από τον τρόμο;

Ποιος; Ποιοι; Κανένας. Την επομένη, κανένας.
Η πλατεία είδε το νέο φως της μέρας καθαρή.
Οι εφημερίδες έγραφαν, ως κύρια είδηση, για τον καιρό.
Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο σινεμά,
καμία αλλαγή προγράμματος,
καμία σχετική αναγγελία
ούτε καν ενός λεπτού σιγή στο επίσημο γεύμα.
(Γιατί το φαγοπότι συνεχίστηκε κανονικά.)

Μην αναζητάς ό,τι δεν υπάρχει: ίχνη και πτώματα −
τα πάντα δόθηκαν προσφορά σε μια θεά,
την Περιδρομιάστρα Περιττωμάτων.
Μην σκαλίζεις στα αρχεία, αφού έγγραφα δεν θα βρεις.

Να όμως, εδώ που αγγίζω, μια πληγή: η μνήμη.
Πενθώ. Κι ύστερα αληθεύει. Αίμα για το αίμα.
Κι αν δικό μου το πω, τότε όλους τούς προδίδω.

Θυμάμαι, θυμόμαστε.
Αυτός είναι ο τρόπος να ξημερώσει
πέρα από τόσες κηλιδωμένες συνειδήσεις,
πέρα από κείμενα οργισμένα,
πέρα από διάπλατα κιγκλιδώματα,
και πρόσωπα μασκαρεμένα.
Θυμάμαι, θυμόμαστε –
ώσπου η δικαιοσύνη να βρεθεί ανάμεσά μας.

Ανάγνωση του Σαίξπηρ (Γκαμπριέλ Σαΐντ)

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα, αρνούμαι να ζήσω.
Να βλέπω τη Συνείδηση αναγκασμένη σε επαιτεία,
την Ελπίδα διάτρητη από τον Κυνισμό,
την Αγνότητα ανεπιθύμητη σαν εφιάλτη,
την Ανησυχία ως μόνο κέρδος καιροσκόπων,
την Πίστη ηττημένη σε όνειρα του καφέ,
τον Πρωτογονισμό ανυψωμένο σε Αρετή,
το Διάλογο ανάμεσα σε ξιφολόγχες και σώματα,
την Αλήθεια καλυμμένη από το Δάχτυλο,
τη Σταθερότητα με άρωμα από στάβλο,
και τη Διαφθορά, τυφλή από οργή, σε δυο γροθιές:
με ζυγαριά και ξίφος.

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα,
θα προτιμούσα το θάνατο,
Μαρία,
αν δεν ήταν για τα μάτια σου,
και για την πατρίδα που μου ζητούν.

******

Εν καιρώ ειρήνης

Ακόμη αγανακτισμένος
κύριε Πρόεδρε;
Προς θεού,
δεν αξίζει
την ηρεμία του να χάνει κανείς
για κάμποσους νεκρούς
που ήδη προκαλούν χασμουρητά
και στα σκουλήκια ακόμη.
Τα πάντα
είναι δυνατά
εν καιρώ ειρήνης.

Του φόβου και της συμπόνοιας (Εφραίμ Ουέρτα)

Στους φίλους και συντρόφους του Πολυτεχνείου
24 Νοεμβρίου 1971

Στις 5:30 ώρα πρωίας
τη δεκάτη του μηνός
έλαμπα σαν και τον τελευταίο μελλοθάνατο.
Δεν βλέπω ούτε μήνα ούτε χρονιά
ούτε μυστικά σκορπισμένα
ούτε σιωπές σπασμένες, παρά διαρκείας,
σαν γυμνοσάλιαγκες και σκουλήκια.

Σήμερα η επανάληψη του φόβου μου
η ρωγμή του πανικού μου
η πράσινη ακτή των γυμνών μου ποδιών 
σε δρόμους ταπεινωτικούς.

Γλυκά στην απομόνωση απαρνιέμαι τη μάνα μου,
αφού εγώ ΟΝΤΩΣ πάλεψα, παλεύω για κάτι,
καρκινικός αγωνιστής
-κατεστραμμένο συκώτι, τσιμεντέρνια νεύρα-
αγωνιστής για τους νεκρούς και τη μιζέρια,
ζωντανός νεκρός, επικήδειος ποιητής,

γεννημένος Ιούνιο, έναν Ιούνιο νεκρό,
μάρτυρας και μνημείο,
να πονάω μέχρι αηδίας,
να καίγομαι απ’ τα παιδιά μου και
τα ξυλοκοπημένα μου αδέρφια
που τα δολοφόνησαν.

Ο Θεός να μας φυλάει,
τη δεκάτη και κάθε δέκα του Ιούνη,
εμάς τους δεκάδες παντοτινούς θεούς.
Και ας συμπονέσουμε κι εμείς το Θεό
που ούτε εκείνος είδε κάτι.

 

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (1/3)

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!»*

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Υπήρξε και στο Μεξικό ένας ‘Μάης του ’68’, μια ‘Άνοιξη της Πράγας’ ή το δικό μας ‘Πολυτεχνείο’, το οποίο βέβαια έλαβε χώρα πέντε χρόνια αργότερα. Αν και μια συγκριτική μελέτη των παραπάνω κινημάτων βάσει των διαφοροποιητικών στοιχείων καθενός θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν θα ανήκε ούτε στον τομέα ειδίκευσής μας ούτε στη θεματική του παρόντος αφιερώματος. Στόχος μας εδώ είναι αφενός η συνοπτική παρουσίαση ενός λιγότερο γνωστού στο ευρύ κοινό ‒αλλά εξαιρετικά σημαντικού‒ κινήματος για την πορεία του Μεξικού, αφετέρου η αποτύπωσή του στη λατινοαμερικανική ποίηση από ποιητές όπως ο Οκτάβιο Πας, ο Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο, ο Χάιμε Σαμπίνες, ο Γκαμπριέλ Σαΐντ, η Ροζάριο Καστεγιάνος, ο Εφραίμ Ουέρτα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο.

«Η κριτική στον Καίσαρα δεν είναι κριτική στη Ρώμη.
Η κριτική στην κυβέρνηση δεν είναι κριτική στη χώρα.»
(Κάρλος Φουέντες, με αφορμή τα γεγονότα)

 Το Μεξικό θα διοργάνωνε τον Οκτώβριο του ’68 τους 19ους Ολυμπιακούς Αγώνες, αν και το κλίμα, τόσο σε διεθνές όσο και εθνικό επίπεδο ήταν βαρύ και τεταμένο λόγω του Ψυχρού Πολέμου. Η διεθνής συγκυρία, κρίσιμη: ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαινόταν, ο ρατσισμός και οι εμφύλιοι στη Νότια Αφρική βρίσκονταν στο απόγειό τους, ενώ είχαν προηγηθεί το φοιτητικό κίνημα στο Παρίσι, το Μάη του ’68, και η αιματοβαμμένη ‘Άνοιξη της Πράγας’ τον Αύγουστο. Οι Ολυμπιακοί του Μεξικού τελικά πραγματοποιήθηκαν, μεταξύ 12 και 27 Οκτωβρίου 1968, και ο τότε Πρόεδρος, Γκουστάβο Ντίας Ορντάς, είχε το θράσος να τους χαρακτηρίσει κατά την τελετή έναρξης «Ολυμπιάδα της Ειρήνης». Είναι το πρόσωπο, του οποίου ο ρόλος παραμένει αίνιγμα στην αιματηρή εκκαθάριση των εκατοντάδων νεκρών και χιλιάδων τραυματιών και αγνοουμένων που είχε λάβει χώρα στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, σφραγίζοντας τη μεξικανική ιστορία για πάντα.

Τέλη Ιουλίου του 1968, το φοιτητικό κίνημα αρχίζει να κάνει εμφανή την παρουσία του στο Μεξικό, στο πλαίσιο κοινωνικών αγώνων μακράς ιστορίας με ζητούμενα τον εκδημοκρατισμό του κράτους, την πάταξη της διαφθοράς και την εξάλειψη της φτώχειας. Αστυνομία και στρατός εισβάλλουν σε σχολές, προβαίνουν σε συλλήψεις και καταπνίγουν το κίνημα, το οποίο αποδίδουν σε κομμουνιστική υποκίνηση και ταραξίες.

«Για όλα φταίει η μίνι φούστα»
(Λεοπόλδο Γκαρσία Τρέχο, ταχυδρομικός υπάλληλος)

Την 1η Αυγούστου, ο Πρύτανης του Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (ΑΠΜ -UNAM), Χαβιέρ Μπάρρος Σιέρρα, καταδικάζει τις πράξεις βίας και ζητά την αποφυλάκιση των φοιτητών, τους οποίους χαρακτήρισε  «πολιτικούς κρατούμενους». Για πρώτη φορά ακούγεται το σύνθημα «Λαέ ενώσου!», ένα από τα κυρίαρχα συνθήματα του μεξικανικού φοιτητικού κινήματος. Στις 3 Αυγούστου η κυβερνητική προπαγάνδα φροντίζει για σειρά συκοφαντικών δημοσιευμάτων εναντίον των φοιτητών, οι οποίοι όμως δεν πτοούνται. Αντιθέτως, κοινοποιούν σειρά αιτημάτων: την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων, την κατάργηση άρθρων που νομιμοποιούσαν τη βία και την καταπάτηση δικαιωμάτων, την κατάργηση του Σώματος των ΜΑΤ, την απόλυση των αρχηγών της αστυνομίας, την ασυλία των οικογενειών των θυμάτων, των τραυματιών και των συλληφθέντων, καθώς και την απόδοση ευθυνών στους υπαίτιους των αιματηρών γεγονότων που είχαν προηγηθεί.

Το απόγευμα της 27ης Αυγούστου πραγματοποιείται μαζική διαδήλωση 30.000 πολιτών (ο αριθμός αναφέρεται αλλού υψηλότερος καθώς δεν υπάρχουν σαφή κι αξιόπιστα νούμερα), με κατεύθυνση την κεντρική πλατεία της πόλης του Μεξικού. Υπό την υποκίνηση του Σώκρατες Κάμπος Λέμους, ο οποίος εκ των υστέρων αποδείχτηκε δάκτυλος της κυβέρνησης, 3.500 φοιτητές πείθονται να παραμείνουν στην πλατεία μετά το πέρας της πορείας.

Τα χαράματα της 28ης Αυγούστου κάνουν την εμφάνισή τους στην πλατεία τα τανκς. Οι φοιτητές φωνάζουν «Μεξικό, λευτεριά! Μεξικό, λευτεριά!» και κάποιοι προσπαθούν να εμποδίσουν τη διέλευση των τανκς. Τις επόμενες ώρες, στρατιώτες και ελεύθεροι σκοπευτές από το Ξενοδοχείο Ματζέστικ ανοίγουν πυρ κατά των διαδηλωτών.

«Λαέ, μη μας εγκαταλείπεις! Έλα και εσύ μαζί μας!»
(Σύνθημα σε διαδήλωση της 13ης Αυγούστου 1968)

Ο Σεπτέμβριος είναι κι αυτός μήνας αναταραχών, με σχεδόν καθημερινά επεισόδια. Στις 7 του μήνα πραγματοποιείται η «Διαδήλωση με τις δάδες» και στις 13, η «Πορεία της σιωπής». Στις 18 ο στρατός εισβάλλει στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού και στις 23 του ίδιου μήνα ο Πρύτανης παραιτείται.

«Αυτοί είναι οι υποκινητές: Πείνα, Άγνοια, Μιζέρια»
(Πανό σε διαδήλωση της 13ης Σεπτέμβρη)

 Την 1η του Οκτώβρη ο στρατός αποσύρεται από το Πανεπιστήμιο και από το απόγευμα της επόμενης μέρας κόσμος συρρέει στην Πλατεία των Τριών Πολιτισμών στο Τλατελόλκο. Το συγκεντρωμένο πλήθος αποτελείται στην πλειοψηφία του από φοιτητές, οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στους 50.000. Ο στρατός παρίσταται όπως και σε άλλες διαδηλώσεις, αυτή τη φορά όμως συνεπικουρούμενος από δύο ελικόπτερα και μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’ (‘όργανα της τάξης’ με πολιτική ενδυμασία κι ένα λευκό γάντι ή μαντίλι στο αριστερό χέρι). Στις 6 το απόγευμα εκτοξεύονται φωτοβολίδες που δίνουν το σήμα εκκίνησης στα μέλη του Σώματος ‘Ολύμπια’, διάσπαρτα μες στο πλήθος, να ανοίξουν πυρ κατά των στρατιωτών. Με αυτή την αφορμή, ο στρατός ανοίγει πυρ αδιακρίτως κατά του συγκεντρωμένου πλήθους. Η πλατεία γεμίζει παπούτσια, ρούχα και προσωπικά αντικείμενα. Όσους συλλαμβάνουν, τους μεταφέρουν σε κοντινά κτίρια, όπου τους γδύνουν και τους υποβάλλουν σε ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια.

«Συνεχώς μας λένε ‘είστε το μέλλον της χώρας’,
αλλά μας αρνούνται κάθε ευκαιρία πολιτικής συμμετοχής στο παρόν.
Εμείς όμως θέλουμε και ΜΠΟΡΟΥΜΕ να συμμετέχουμε τώρα, όχι στα εξήντα.»
(Γκουστάβο Γκορντίγιο, φοιτητής οικονομικών στο ΑΠΜ)

«Οι νέοι είναι θυμωμένοι (…)και με το δίκιο τους. (…)
Η προίκα μας είναι κακή και η στάση μας απέναντι στη ζωή ακόμη χειρότερη.
Δημιουργήσαμε μια νεολαία επαναστατική, που δεν την κατανοούμε,
και δεν μπορεί να επιλέξει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον της.»
(Πέδρο Ταμάρις, καθηγητής)

Ο ακριβής αριθμός των νεκρών της 2ας Οκτωβρίου 1968 παραμένει μυστήριο. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία, ώστε να παραμείνει άγνωστος ο αριθμός τους. Οι επίσημες αρχές, ψευδόμενες, έκαναν τότε λόγο για 20 νεκρούς. Στο βιβλίο της Η νύχτα του Τλατελόλκο η Ελένα Πονιατόφσκα περιλαμβάνει τη μαρτυρία μιας μητέρας που έψαχνε για τη σορό της κόρης της σε ένα δωμάτιο με τουλάχιστον 65 πτώματα.

Πρόσφατη έρευνα του BBC Λονδίνου το 2005 –λαμβάνοντας υπόψη και την ανάμειξη της CIA στα γεγονότα–, έκανε λόγο για 200-300 νεκρούς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα εκατοντάδες άψυχα σώματα κάηκαν ή ρίχτηκαν σε απορριμματοφόρα προκειμένου να εξαλειφθούν τα οποιαδήποτε ίχνη και στοιχεία. Η πλατεία καθαρίστηκε με μάνικες υψηλής πίεσης από την πυροσβεστική, έτσι ώστε το επόμενο πρωί να μην υπάρχει ίχνος των φρικαλεοτήτων που είχαν συμβεί τη νύχτα.

Ο ρόλος των γυναικών στο κίνημα του ’68 στο Μεξικό ήταν σπουδαίος και είχε διπλό χαρακτήρα: αφενός οι γυναίκες συμμετείχαν ενεργά στα τεκταινόμενα, αφετέρου βίωναν και συνειδητοποιούσαν και οι ίδιες τη διεύρυνση του κοινωνικού τους ρόλου, ως πολιτών και γυναικών. Καθώς οι γυναίκες αποκτούσαν ολοένα περισσότερο έδαφος στο φοιτητικό κίνημα, άρχισαν να εξαπλώνονται φεμινιστικές ιδέες. Η κυβέρνηση, διαπιστώνοντας αυτή την τάση και προσπαθώντας να την ανακόψει, έδειχνε αδιαφορία απέναντι στις γυναίκες και εστίαζε ‒ακόμη και για τις διώξεις‒ στους άνδρες του κινήματος. Έτσι, μετά την καταδίωξη κι εξόντωση των πρωτεργατών, οι γυναίκες ήταν εκείνες που ανέλαβαν τη συνέχιση του αγώνα. Μεταξύ εκείνων των γυναικών ανήκουν η Αξεχάντρα Χερρέρα, η Βίδα Βαλέρο και η Μερσέντες Περεγιό.

«Ποτέ μην ξεχνάτε το όνομα ενός στρατιωτικού ονόματι Πράδο»
(Ιδέα Βιλαρίνιο, «Δεν πέθανε λέω», Καημένε κόσμε, 1966)

Μέχρι σήμερα, οι πραγματικοί ένοχοι για το «Μακελειό του Τλατελόλκο» με τους εκατοντάδες νεκρούς και τους χιλιάδες τραυματίες δεν έχουν εντοπιστεί. Τα ΜΜΕ, υπό τον έλεγχο της μεξικανικής κυβέρνησης, φρόντιζαν για την παντελή αποσιώπηση γεγονότων και αριθμών. Ο Πρόεδρος Ντίας συνέχισε κανονικά τη θητεία του και δεν αποδείχτηκαν ποτέ ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος του. Αντιθέτως, ο Οκτάβιο Πας, πρέσβης τότε του Μεξικού στην Ινδία, παραιτήθηκε από το αξίωμά του κι έγραψε το πρώτο ποίημα του παρόντος αφιερώματος. Μόλις το 2011 ορίστηκε η 2α Οκτωβρίου «εθνική επέτειος» στη μνήμη των «μαρτύρων για τη δημοκρατία». Όμως ήδη εδώ και δεκαετίες, κάθε 2 του Οκτώβρη, οι μανάδες των αγνοουμένων συγκεντρώνονται στην πλατεία στο Τλατελόλκο με πλακάτ και φωτογραφίες των ‘αγνοούμενων’ παιδιών τους: «Ζωντανούς τους είχαμε, ζωντανούς τους θέλουμε!».

«Δεν είμαι πλέον ο ίδιος. Κανένας μας δεν είναι.
Υπάρχει ένα Μεξικό πριν το Φοιτητικό Κίνημα κι ένα άλλο, μετά το ’68.
Το Τλατελόλκο είναι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δυο μορφές του Μεξικού».
(Λουίς Γκονζάλες ντε Άλμπα, φοιτητής Φιλοσοφίας του ΑΠΜ,
πρώην κρατούμενος στις φυλακές Λεκουμπέρι.)

Η «σφαγή του Τλατελόλκο» δεν είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης ή βίαιες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, αντιθέτως μια παθητική παράλυση που προκύπτει κάθε φορά που προσπαθεί κανείς να συνειδητοποιήσει τα αδύνατα. Έπρεπε να περάσουν χρόνια, ώσπου να συνειδητοποιήσει ο μεξικανικός λαός τι είχε συμβεί και να αποκτήσει σταδιακά ισχυρότερη δημοκρατική συνείδηση. Απότοκος βέβαια των γεγονότων της 2ας Οκτωβρίου ήταν η εμφάνιση αριστερών (κάποτε ριζοσπαστικών) κινημάτων, όπως η Ένωση της 23ης Σεπτεμβρίου (Liga del 23 de septiembre) ή το Κόμμα των Φτωχών (Partido de los Pobres) που αποτέλεσαν προπομπούς του Σοσιαλιστικού Κόμματος στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η 2α Οκτωβρίου έχει χαραχτεί στη μνήμη του μεξικανικού λαού και, σύμφωνα με τον Αλμπέρτο Πουλίδο Αράντα που έζησε εκείνες τις μέρες, συνέβαλε ώστε «η ποίηση να γίνει πιο ώριμη, η πολιτική πιο ανοιχτή και οι δημοκρατικοί χώροι για τους αγώνες και την αλλαγή περισσότεροι».

«Αφού το Φοιτητικό Κίνημα κατόρθωσε να ξεμπροστιάσει την Επανάσταση
και να δείξει ότι δεν ήταν παρά μια γριά πόρνη, άρρωστη και διεφθαρμένη,
έχει ήδη δικαιωθεί. Δε χρειάζεται άλλου είδους δικαίωση.»

(Εστέμπαν Σάντσες Φερνάντες, οικογενειάρχης)

 

Καθότι όμως ο άνθρωπος δεν μαθαίνει από τα λάθη του και η ιστορία κύκλους κάνει, μόλις το 2014 ‘εξαφανίστηκαν’ ως δια μαγείας 43 φοιτητές στην Αγιοτσινάπα του Μεξικού. Η τύχη τους ακόμη και σήμερα αγνοείται, ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί, και όλα καλά και όλα ωραία.

Ας δούμε όμως πώς επεξεργάστηκαν τα συμβάντα του ’68 σπουδαίοι εκπρόσωποι της λατινοαμερικανικής ποίησης. (Συνέχεια αφιερώματος, Τετάρτη 3 και Παρασκευή 5 Μαίου)

*Σύνθημα κατά τις διαδηλώσεις του κινήματος του ’68 στο Μεξικό.

Κώστας Κουτσουρέλης: Ένας εύθραυστος κόσμος

catastroph

Πόσο στραβά μπορούν να πάνε τα πράγματα, το διαισθανθήκαμε ίσως για πρώτη φορά την άνοιξη του 2011. Εκείνο τον Μάρτη, τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες της 11ης του μηνός, ο πεντάλεπτης διάρκειας σεισμός των 9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ που εκδηλώθηκε υποθαλάσσια στα ανατολικά της νήσου Χονσού της Ιαπωνίας ξεσήκωσε ένα γιγαντιαίο τσουνάμι που σάρωσε μεγάλο τμήμα των ακτών της χώρας στον Ειρηνικό ωκεανό. Με τη σειρά του το τσουνάμι έθεσε εκτός λειτουργίας το σύστημα ψύξεως των αντιδραστήρων του πυρηνικού σταθμού στη Φουκουσίμα και οι απανωτές εκρήξεις που ακολούθησαν, προκάλεσαν μαζική έκλυση ραδιενέργειας συγκρίσιμη μόνο με εκείνη του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνόμπιλ.

Σχεδόν 200.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι ιαπωνικές αρχές κατόρθωσαν να θέσουν τελικά υπό τον έλεγχό τους την διπλή αυτή καταστροφή. Αυτό όμως δεν απέτρεψε την κατακρήμνιση των χρηματιστηριακών δεικτών σ’ όλο τον κόσμο, την πιστοληπτική υποβάθμιση της χώρας και την παγκόσμια ανησυχία. Η Φουκουσίμα απέχει μόλις 250 χιλιόμετρα από το Τόκιο, στην μητροπολιτική περιοχή του οποίου και στη γειτονική Γιοκοχάμα κατοικούν σχεδόν σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι. Αν αυτή η μεγάπολη, η πολυπληθέστερη του κόσμου, παρουσιαζόταν ανάγκη άμεση να εκκενωθεί, όπως υπήρξε για μια στιγμή κίνδυνος, όχι μόνο η ιαπωνική και η ασιατική, η ίδια η πλανητική οικονομία θα βρισκόταν εμπρός στο φάσμα μιας κατάρρευσης τόσο αποτρόπαιας που θα έκανε την τρέχουσα κρίση να φαντάζει συγκριτικά επεισόδιο αμελητέο.

Βλέπει κανείς πώς ένα φυσικό φαινόμενο, ένα γαιοτεκτονικό συμβάν στην άκρη της αιτιακής αλυσίδας, μπορεί να προκαλέσει μια ασύλληπτη και, το κυριότερο, ολότελα απρόβλεπτη αναταραχή στο άλλο της άκρο. Ο διεθνοποιημένος, δικτυωμένος, διασυνδεδεμένος μας κόσμος είναι ένας κόσμος εύθραυστος, εύθρυπτος, περισσότερο ευάλωτος ίσως από οποιονδήποτε άλλο στο πρόσφατο ή το απώτερο παρελθόν. Στον χάρτη του δεν υπάρχουν πλέον στεγανά, ζώνες ασφαλείας ή ουδετερότητος, σημεία μεταβατικά, παρθένα ή άδηλα – άρα ούτε και περιοχές που θα μπορούσαν να μείνουν αλώβητες αν μια μείζων κρίση επισυμβεί. Δεν ζούμε πια τον καιρό που η κατάρρευση ακόμη και της ίδιας της Ρώμης δεν διατάρασσε δραματικά τη ζωή στην Κωνσταντινούπολη, πόσο μάλλον στην πρωτεύουσα των Σασσανιδών ή εκείνη των Κινέζων. Ο ένας, ολικός, ενιαίος μας κόσμος είναι πρωτίστως ένας κόσμος χωρίς εφεδρείες, χωρίς ασφάλειες, χωρίς εξόδους κινδύνου και διαφυγής.

Μολονότι η κλίμακα των γεγονότων έχει προφανώς αλλάξει, η ιστορία έχει κι εδώ να μας προσφέρει το ανάλογο. Κατά τα τέλη της εποχής του χαλκού, υποστηρίζουν στα πορίσματά τους πολύ πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες, στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου και ανάμεσα στα ποικίλα κράτη της εποχής που τη μοιράζονταν, είχαν αναπτυχθεί αξιοσημείωτοι δεσμοί. Ανάμεσα στους Έλληνες και τους Χεττίτες, τους Αιγύπτιους και τους Χουρρίτες, ανάμεσα σε πόλεις όπως η Μέμφιδα και η Δαμασκός, η Νινευή και οι Μυκήνες, η Βαβυλώνα και η Κνωσός είχαν καλλιεργηθεί διά του εμπορίου και των πολιτικοστρατιωτικών επαφών στενές σχέσεις συγκρίσιμες με αυτές της εποχής μας.

Η σχεδόν ταυτόχρονη κατάρρευση όλων αυτών των κρατών γύρω στο 1200 π.Χ. στάθηκε για ενάμιση περίπου αιώνα ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα, από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας. Τα αίτιά της αποδόθηκαν κατά καιρούς στους πιο ετερόκλιτους παράγοντες: σε εισβολείς «λαούς της θάλασσας», σε εκρήξεις ηφαιστείων, σε λιμούς και πολέμους, σε κοινωνικές αναταραχές ή κλιματολογικές μεταλλάξεις. Τώρα πλέον, έχουμε ενδείξεις ότι οι γενεσιουργοί της παράγοντες ήταν στην πραγματικότητα άλλοι.

Τα ευρήματα των αρχαιολόγων μάς αφηγούνται μια απρόσμενη ιστορία. Κατά κάποιον τρόπο, υποστηρίζουν οι μελετητές, την Ανατολική Μεσόγειο της εποχής με τα κράτη και τις πόλεις της την συνείχε μια, avant la lettre, παγκοσμιοποίηση, μια πρώιμη οικουμενική τάξη που στο επίκεντρό της είχε την παραγωγή και την διακίνηση των πρώτων υλών, ιδίως των μετάλλων. Για έναν κόσμο όπου η κατοχή των πολύτιμων αυτών υλικών έκρινε την ικανότητα των ηγέτιδων τάξεών του να επιβιώσουν, ιδίως η πρόσβαση στα αποθέματα του χαλκού ήταν ζωτικής σημασίας. Και πράγματι, πολλά συνηγορούν ότι ήταν ο εντεινόμενος ανταγωνισμός για τα περιορισμένα αποθέματα που προκάλεσε την κρίση και απελευθέρωσε το ήδη υφιστάμενο συγκρουσιακό δυναμικό.

Τα θεόρατα οχυρωματικά έργα της εποχής, που άφηναν έκθαμβους τους μεταγενέστερους, οι περίκλειστες μυκηναϊκές ακροπόλεις, οι πανομοιότυπες καταπώς φαίνεται ιεραρχίες και κάστες που δρούσαν στο εσωτερικό τους, μαρτυρούν πόσο επίπονος πρέπει να ήταν ο αγώνας των αριστοκρατικών εκείνων κοινωνιών να αποκρούσουν την εξωτερική επιβουλή. Αλλά και πόσο απομονωμένες, πόσο ξεκομμένες ήταν από τον, προφανώς εχθρικότατο, άμεσο, πληβειακό τους περίγυρο. Έχοντας αναπτύξει ένα εκλεπτυσμένο δίκτυο οικονομικών και στρατιωτικών συμμαχιών, χάρη στη σπουδαία διοικητική τους γραφειοκρατία και τα ανεπτυγμένα μέσα επικοινωνίας που είχαν στη διάθεσή τους, οι λαμπροί αυτοί ανακτορικοί πολιτισμοί κατόρθωσαν για καιρό να κρατήσουν μακριά τους την απειλή και να ακμάσουν. Όταν όμως ο πρώτος απ’ αυτούς λύγισε υπό το βάρος της έξωθεν απειλής, ήταν θέμα χρόνου να τον ακολουθήσουν και οι άλλοι.

«Όλα τα διαθέσιμα τεκμήρια», γράφει ο Αμερικανός μελετητής της Αρχαιότητας Έρικ Κλάιν, «διαμορφώνουν μια γενική εικόνα που μιλά για μια κατάρρευση συστημική, πυροδοτημένη από τις πολλαπλασιαστικές συνέπειες ποικίλων αναμεταξύ αλληλένδετων συμβάντων – για καταστροφές αλληλοεπιδεινούμενες και με αλληλοτροφοδοτούμενο αντίκτυπο διαρκώς δριμύτερο… για ένα φαινόμενο του ντόμινο κατά το οποίο η πτώση ενός πολιτισμού επέσυρε την κατάρρευση του αμέσως επομένου.»

Ζούμε άραγε τέτοιες εποχές; Η εποχή των ανθρακονημάτων και των τρισδιάστατων εκτυπωτών βρίσκει άραγε την προτύπωσή της στις αρχαϊκές κοινωνίες του χαλκού, που υπήρξαν τόσο οχυρές κι όμως αποδείχτηκαν εντέλει τόσο απροστάτευτες; Που ο εντυπωσιακός πλούτος και τα μέγαρά τους, οι στρατηλάτες και οι γραφείς τους έμελλε να σβηστούν από τα μάτια του κόσμου τούς μετέπειτα σκοτεινούς, άσημους αιώνες, για να ανασυρθούν και πάλι ως θρύλοι από τη συλλογική μνήμη την εποχή του Ομήρου;

Ουδείς μπορεί να το γνωρίζει με ασφάλεια. Η ιστορία αρέσκεται να επαναλαμβάνεται από καιρό σε καιρό, σαν το Leitmotiv σε μια μουσική φράση που είσαι βέβαιος ότι θα το ακούσεις ξανά, όχι όμως και πότε. Σε κάθε περίπτωση, τα προμηνύματα γύρω μας για μια τέτοια, συστημική, κατάρρευση πυκνώνουν. Όσο μαθημένοι κι αν είμαστε να χαμογελάμε πειθήνια στον φακό της αισιοδοξίας, για πόσο θα παριστάνουμε ακόμη ότι δεν τα έχουμε λάβει;

KΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ: Η πολιτική είναι η τέχνη του ανέφικτου

politi

ΣΤΑ­ΓΟ­ΝΑ ΣΤΟΝ Ω­ΚΕ­Α­ΝΟ

τοῦ ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ.

Πρα­κτι­κὴ λύ­ση δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ τὸ πρό­βλη­μα τοῦ πε­ρι­ο­δεύ­ον­τος ἐμ­πό­ρου. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις, πρέ­πει νὰ ἀρ­κε­στοῦ­με σὲ λύ­σεις κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση. Ἐπ’ αὐτοῦ, οἱ μα­θη­μα­τι­κοὶ ἔ­χουν ἐ­πι­νο­ή­σει μιὰ σει­ρὰ τε­χνά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου γί­νον­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πι­ὸ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­να. Ἔ­τσι πλη­σι­ά­ζουν ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν στό­χο τους, ἀλ­λὰ ποτὲ δὲν τὸν πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πό­λυ­τα. Πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λί­ες ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν καὶ οἱ φυ­σι­κοί, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὶς δίνες στὴ μπα­νιέ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ μας. Κα­μι­ὰ μα­θη­μα­τι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψει ἐ­πα­κρι­βῶς. Λί­γες στα­γό­νες βρο­χῆς στὴν κα­το­πτρι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α τῆς θά­λασ­σας ρυ­τι­δώ­νουν τὸ νε­ρὸ μὲ μιὰ δυ­να­μι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ ὑ­πο­λο­γί­σου­με. Τοῦ κοι­νοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, δὲν τοῦ πέ­φτει λό­γος γιὰ τὸν ὑ­πο­α­το­μι­κὸ κό­σμο τῶν κβάν­των.

Ἀ­κό­μα πι­ὸ δυ­σά­ρε­στα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὶς προγνώσεις του μέλ­λοντος. Ὣς σήμερα, κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ προ­βλέ­ψει τὸν ἑ­πό­με­νο σει­σμὸ ἢ μιὰ ἡ­φαι­στει­α­κὴ ἔ­κρη­ξη. Καὶ ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὅ­ποιος σχε­δίασε κάποτε ἕ­να τα­ξί­δι ἀ­να­ψυ­χῆς, ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­λύ­τε­ρη πρό­γνω­ση τοῦ και­ροῦ τῆς ἐρ­χό­με­νης ἑ­βδο­μά­δας λίαν συν­τόμως μπορεῖ νὰ δι­α­ψευσθεῖ. Οἱ φυ­σι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ ξέ­ρουν, για­τὶ γνω­ρί­ζουν τὰ κου­σού­ρια τῶν σύν­θε­των συ­στη­μά­των. Ἕ­νας μό­νο κόκ­κος ἄμ­μου ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ σω­ρια­στεῖ ἕνα κομμάτι μιᾶς ψη­λῆς θί­νας. Ὅμως τὸ πό­τε μπαίνουμε στὴν κρί­σι­μη καμ­πή, συ­χνὰ μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ μό­νο ὅ­ταν εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά. Καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­λύ­σει ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐλ­λο­χεύ­ουν ἕ­να σω­ρὸ νέ­α ἐ­ρω­τή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ὑ­πάρ­χουν ἑτοι­μοπαράδοτες ἀ­παν­τή­σεις. Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται ὄχι μόνο δὲν μει­ώ­νον­ται λοι­πόν, ἀλλὰ αὐ­ξά­νον­ται. Οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς δὲν ἔ­χουν λό­γο νὰ φο­βοῦν­ται τὶς ἀ­να­δου­λειές.

Ἂν ὅ­μως στὶς ἀ­κρι­βεῖς ἐ­πι­στῆ­μες ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­σφα­λής, πό­σο πι­ὸ θο­λὰ δὲν πρέπει νὰ εἶ­ναι τὰ πράγματα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μας νὰ προ­σα­να­το­λι­στοῦμε στὸν βι­ο­τι­κό μας κό­σμο… Καὶ ἐ­κεῖ βέ­βαι­α ση­μει­ώ­νε­ται πρό­ο­δος, ὅ­που καὶ ἐ­ὰν στρέ­ψου­με τὸ βλέμ­μα μας. Ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ βελ­τι­στο­ποι­εῖ­ται ὣς ἕνα βαθ­μό. Ὁ ἀνεφοδιασμὸς ἐξασφαλίζει τὴν ἀ­πρό­σκο­πτη ρο­ή της. Οἱ ἔ­λεγ­χοι ἀ­σφα­λεί­ας ἐπιδιώκουν νὰ ἐ­λα­χι­στο­ποι­ή­σουν τοὺς κιν­δύ­νους. Οἱ προ­δι­α­γρα­φές, ἂν ἔ­χου­με τύ­χη, κα­θι­στοῦν τὰ μη­χα­νή­μα­τα μεταξύ τους συμ­βα­τά, κ.ο.κ. Μό­λις ὅμως ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἀν­θρώ­πους καὶ ὄ­χι μὲ μη­χα­νές, ὁ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμὸς φτά­νει στὰ ὅ­ρι­ά του καὶ τὸ χά­ος στέ­φε­ται νι­κη­τής. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὰ ἀλ­λά­ξουν οὔ­τε τὰ ταχύτερα προγράμματα λογισμικοῦ οὔ­τε οἱ πι­ὸ προ­ηγ­μέ­νες στα­τι­στι­κὲς μέ­θο­δοι οὔ­τε τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα μον­τέ­λα ὑ­πο­λο­γι­σμοῦ πι­θα­νο­τή­των.

Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πεν­δύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο χρῆ­μα καὶ κό­πος, ἡ γε­λοι­ο­ποί­η­ση εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πιρ­ρε­πεῖς εἶ­ναι οἱ χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρές. Σ’ ἕ­να καὶ μό­νο φύλ­λο μιᾶς ἐ­φη­με­ρί­δας δι­α­βά­ζου­με συμ­βου­λές, συ­στά­σεις, προ­ει­δο­ποι­ή­σεις ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σύμβουλοι κε­φα­λαιακῶν τοποθετήσεων δὲν τὰ πη­γαί­νουν κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν τυ­χαῖ­ο δεί­κτη τῶν με­το­χῶν. Κυ­ρί­ες μιᾶς κά­ποιας ἡ­λι­κί­ας τὰ λέ­νε πί­νον­τας τὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κα­φε­δά­κι τους καὶ βγά­ζουν νὸκ ἄ­ουτ τὸν κα­λύ­τε­ρο σύμ­βου­λο ἐ­πεν­δύ­σε­ων. Τὸ με­σο­σταθ­μι­κὸ πο­σο­στὸ εὐ­στο­χί­ας τῶν εἰ­δι­κῶν προ­σεγ­γί­ζει ἐκεῖνο μιᾶς γεν­νή­τρι­ας τυ­χαί­ων ἀ­ριθ­μῶν. Αὐ­τὸ πά­λι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σύμ­πτω­ση, ἔγ­κει­ται στὴ φύ­ση τῶν πραγ­μά­των. Συ­στή­μα­τα ὅ­πως ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη οἰ­κο­νο­μία, ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν κά­ποιο βαθ­μὸ πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ἁ­πλῶς παύ­ουν νὰ εἶ­ναι προ­βλέ­ψι­μα. Μέ­νει κα­νεὶς ἄ­ναυ­δος ἐμπρὸς στὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῶν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νων ἀ­να­λυ­τῶν, ποὺ μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴν ἑ­πό­με­νη πλά­νη τους, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἀμ­φι­βάλλουν γιὰ τὸ ἀ­λά­θη­τό τους.

Οἱ πο­λι­τι­κοί, ποὺ συ­νή­θως ἀ­μεί­βον­ται πο­λὺ χει­ρό­τε­ρα, δὲν εἶ­ναι σὲ κα­λύ­τε­ρη μοί­ρα ἀ­πὸ τοὺς νε­ρο­κου­βα­λη­τὲς τοῦ κε­φα­λαί­ου. Εἶ­ναι ὅ­μως πο­λὺ πι­ὸ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τοι, για­τὶ ἐξα­ναγ­κά­ζον­ται νὰ παίρνουν ἀ­πο­φά­σεις μὲ ἄ­δη­λες συ­νέ­πει­ες. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις ἐδῶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες με­τα­βλη­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σθε­ώ­ρη­τες, οἱ πα­ρε­νέρ­γει­ες καὶ οἱ ἀ­να­δρά­σεις τῶν πα­ρεμ­βά­σε­ών τους σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­σα­φεῖς. Σὲ ἀν­τί­θε­ση ὅ­μως μὲ τοὺς ἐμ­πό­ρους, φέ­ρουν πο­λι­τι­κὴ εὐ­θύ­νη γιὰ τὶς πρά­ξεις τους. Οἱ ψη­φο­φό­ροι οὔ­τε ποὺ δι­α­νο­οῦν­ται νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ ἐ­πι­λύ­σι­μα ἀ­πὸ τὰ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς πρέ­πει δι­αρ­κῶς νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἔ­χει τὰ πάν­τα ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο. Δηλώσεις ὅπως «ἰδέ­α δὲν ἔ­χω», «νὰ δοῦ­με τί θὰ προ­κύ­ψει», «θὰ τὸ προσπαθήσουμε καὶ ὁ Θε­ὸς βο­η­θός», πρέ­πει πάση θυσία νὰ ἀ­πο­φεύ­γονται, ἰδίως ὅ­ταν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀντ’ αὐτῶν, οἱ ἰ­θύ­νον­τες καταφεύγουν ὅ­λο καὶ πι­ὸ συ­χνὰ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμό: «Δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή!», ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­κλεί­ει κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α, πα­ρ’ ό­λο ποὺ σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται γιὰ ἀπορία σὲ τελικὴ ἀνάλυση φι­λο­σο­φι­κὴ ἢ γιὰ ξε­κά­θα­ρη ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ δὲν εἶ­ναι στὸ χέ­ρι τους νὰ τὶς δι­α­σκε­δά­σουν. Μιὰ τέ­τοια ὁ­μο­λο­γί­α θὰ ἀ­πο­δυ­νά­μω­νε τὴ θέ­ση τους στὴν πο­λι­τι­κὴ σκα­κιέ­ρα.

Κα­τὰ συ­νέ­πει­α, μιὰ κυ­βέρ­νη­ση δὲν ἔ­χει τὴν πο­λυ­τέ­λει­α νὰ κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας αὐ­ξά­νουν ὅ­σο προ­σε­κτι­κό­τε­ρα τὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με. Τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα δὲν λεί­πουν. Κά­θε ὑ­πουρ­γὸς ὑ­γεί­ας τὸ ἔχει μάθει αυτὸ στὸ πετσί του. Ὄ­χι μό­νο ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τα πα­ρά­πο­να πο­λι­τῶν ἀν­τὶ νὰ ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴν ὑ­γεί­α τους, καὶ συνεπῶς εἶ­ναι ἀ­νά­ξι­ος του τί­τλου του. Εἶ­ναι καὶ ἐ­λά­χι­στα ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τος, για­τὶ τὸ σύ­στη­μα τὸν ὑ­περ­φορ­τί­ζει ἀ­πελ­πι­στι­κά. Ὅ­λες οἱ με­ταρ­ρυθμιστικὲς ἀπόπειρες σκον­τά­φτουν σ’ ἕ­να συρ­μα­τό­πλεγ­μα ἀ­πὸ δι­α­πλε­κό­με­να συμ­φέ­ρον­τα. Νο­σο­κο­μεῖ­α, για­τροί, ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ τα­μεῖ­α, φαρ­μα­κο­βι­ο­μη­χα­νί­ες ὑ­πη­ρε­τοῦν ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ἐπιδιώξεις. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ δυ­στυ­χὴς ὑ­πουρ­γός μας πρέ­πει νὰ λά­βει ὑ­πό­ψη του ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α ἀ­σθε­νεῖς, μιὰ ὄ­χι εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη στρατιὰ ψη­φο­φό­ρων. Τὸ ρα­γδαῖα αὐ­ξα­νό­με­νο κό­στος τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν ὅποι­ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμὸ καταρτίζει καὶ τὰ δη­μο­γρα­φι­κὰ δε­δο­μέ­να ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ δι­α­λύ­σουν συ­θέ­με­λα τὸ σύ­στη­μα. Τοῦ ἀ­πο­μέ­νει μό­νο ἡ προ­σπά­θει­α νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα ὅ­πως ὅ­πως, νὰ κερ­δί­σει χρό­νο, καὶ ὁ συμ­βι­βα­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶλ­λον ἐνισχύει τὸ σύ­στη­μα παρὰ ἐ­πι­λύ­ει τὶς ἀν­τι­φά­σεις του.

Σ’ αὐ­τὸ ὁ ὑ­πουρ­γός μας δὲν εἶ­ναι μό­νος του. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς εἰδικευμένος σὲ ζητήματα παι­δεί­ας, ποὺ ἡ δουλειά του θὰ ἦ­ταν νὰ πα­ρέ­χει ἴ­σες εὐ­και­ρί­ες σὲ ὅ­λους τους μα­θη­τὲς καὶ νὰ δώ­σει τέ­λος στὴν ἀ­τα­ξί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὸν το­μέ­α του. Ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς οἰ­κο­νο­μι­κῶν ποὺ θὰ εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ ρί­ξει ἄ­πλε­το φῶς στὴν πα­ρά­λο­γη ζούγ­κλα τοῦ φο­ρο­λο­γι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἕ­νας καγ­κε­λά­ρι­ος ποὺ θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σφί­ξει τὰ λου­ριὰ στὶς χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρὲς – ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ ἀν­τι­πά­λους ἔναν­τι τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν πο­τὲ νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν.

Γιὰ τοὺς μα­θη­μα­τι­κοὺς τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πι­ὸ εὔ­κο­λα. Μπο­ροῦν νὰ ἐξηγήσουν λογικὰ για­τὶ ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα δὲν ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση. Ὅμως αὐ­τοῦ τοῦ εἴδους ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμὸς εἶ­ναι ξέ­νος στὶς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Ὁ σχε­δι­α­σμὸς ποὺ ἔ­χει ἐγ­κρι­θεῖ μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες ὅ­λων τῶν ἁρ­μο­δί­ων ὀρ­γά­νων κλο­νί­ζε­ται, ὅ­ταν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν κρί­σι­μο ἀ­ριθ­μὸ ψη­φο­φό­ρων. Ξαφ­νι­κὰ ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ κοινοῦ ἐξαφανίζεται, καὶ οἱ καταθέτες κάνουν ντοὺ στὶς τρά­πε­ζες. Ἀρ­κεῖ μιὰ κα­τα­στρο­φὴ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ ἤ­δη ἐ­δῶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται τὰ χά­πια ἰ­ω­δί­ου. Ἀρ­κεῖ μιὰ ἀ­νό­η­τη συ­νέν­τευ­ξη γιὰ νὰ ἀλλάξει στάση ἡ κοι­νὴ γνώ­μη καὶ οἱ ἐκλογὲς νὰ πᾶνε πε­ρί­πα­το. Καὶ φταῖ­χτες εἶναι ἀ­σφα­λῶς πάν­τα οἱ ἄν­θρω­ποι, εἶναι πάντα ἐκεῖνοι ποὺ χα­λᾶ­νε τὴ σού­πα. Κά­θε προσπάθεια σκον­τά­φτει στὴ δική τους ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη.

Τὸ συμ­πέ­ρα­σμα εἶ­ναι λοι­πὸν ἕ­να, καὶ μό­νον ἕ­να. Ἡ πο­λι­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ τέ­χνη τοῦ ἀνέ­φι­κτου. Ὅ­ποιος προ­σβλέ­πει σὲ εὐ­νό­η­τες, ἐ­πί­πε­δες, μο­νο­σή­μαν­τες λύ­σεις καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναζητήσει ἄλλο ἐπάγγελμα. Ἐ­ὰν ἔχει με­γά­λες ἀ­ξι­ώ­σεις, ἡ θε­ω­ρί­α τῶν ἀ­ριθ­μῶν θὰ ἦ­ταν γι’ αὐτὸν δε­λε­α­στι­κὸ πε­δί­ο ἐρ­γα­σί­ας· ἐ­ὰν πάλι ἀρ­κεῖ­ται σὲ λι­γό­τε­ρα, μπορεῖ νὰ σκοτώσει τὸν χρό­νο του ρί­χνον­τας πα­σιέ­ντζες – μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι κά­ποια ἀπ’αὐτὲς θὰ τοῦ βγεῖ χαρίζοντάς του μιὰ ὡ­ραί­α, ἔ­στω καὶ πρό­σκαι­ρη ἐ­πι­τυ­χί­α.

Ὅ­ταν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ ἀν­θρώ­πους, νι­κᾶ τὸ χά­ος.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΠ2, σ. 243-246

Μετάφραση :
Μάχη Μαλακάτα – Σίλικα Ρηγοπούλου

Γιάννης Καλιόρης, Το κεκτημένο και το ιδεατό

Kalioris

«Όταν ένα αγαθό το έχουμε αυτονόητα κεκτημένο, δεν το εκτιμούμε θετικά, ακριβώς επειδή το βιώνουμε σαν αυτονόητη φυσική κατάσταση, σαν τον αέρα που αναπνέουμε και τον ήλιο που μας φωτίζει. Και μόνον όταν χάνεται ή κινδυνεύει νιώθουμε την ανεκτίμητη αξία του – εκ των υστέρων και εξ αντιδιαστολής. Έτσι, αντί όσο το κατέχουμε να το χαιρόμαστε και να αγωνιζόμαστε για την ουσιαστικότερη εννοημάτωση, την κατά δύναμιν βελτίωση και περαιτέρω διεύρυνση και προαγωγή του, και φυσικά να το υπερασπιζόμαστε από κάθε επιβουλή και αλλοίωση -διότι τίποτα δεν είναι διασφαλισμένο εις το διηνεκές, αλλά απαιτείται αδιάπτωτη εγρήγορση, κατ’ εξοχήν στον σημερινό ταραγμένο κόσμο-, αντί γι’ αυτό, λοιπόν, του προσδίδουμε πρόσημο αρνητικό στο πλαίσιο μιας στάσης μαξιμαλιστικής, όπου εν ονόματι ενός ιδεατού απολύτου απαξιώνουμε και το ήδη κεκτημένο πολύτιμο σχετικό.»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΙΟΡΗΣ
«Το ξεχείλωμα των λέξεων»
(στο ΝΠ3 που επίκειται)