Ποίηση

1821 : Το θείο χέρι που φλόγα κράταε κι ευλόγα

Πρόλογος-Ανθολόγηση-Σχόλια
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Το να συνεορτάσουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 χωρίς καμία επίμονη ματιά στη σημερινή κοινωνία μας, μόνο ως φολκλόρ και γελοιότητα μπορεί να ακουστεί. Αν και αυτό δεν απέχει πολύ από τις σημερινές κυβερνητικές επιλογές και επιδιώξεις.

Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες που οι εορταστικές εκδηλώσεις της 25ης Μαρτίου είχαν αποκλειστικά τον χαρακτήρα της εθνοπατριωτικής υποκρισίας, όπου οι μετεμφυλιοπολεμικοί ηγέτες του τόπου στις βροντώδεις ανοησίες τους μαγάριζαν, όταν τα έπιαναν στο στόμα τους, καί το Έθνος των Ελλήνων καί την πτωχή Πατρίδα. Και φυσικά το άλλο άκρο καιροφυλακτούσε. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης και της ευτυχισμένης μας ένταξης στην Ευρώπη, με την υπόσχεση της καταναλωτικής ευμάρειας ―της μόνης υπόσχεσης που μπορούσε να δοθεί σε πιστό υποτελή― ήρθαμε αντιμέτωποι με το αντιδιαμετρικό αίσχος. Εθνοαποδόμηση αντί για εθνοπατριωτισμό. Στο σωρό της αποδομητικής επιχειρηματολογίας τους, το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο αλλά όχι το μόνο, εμφανίζεται με το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και την ιδιαίτερη αναφορά του στο ’21. Αντί λοιπόν για κριτική σκέψη, αντί για συνεχή θεώρηση και αναθεώρηση, αντί για τίμια στάση απέναντι στο γεγονός μιας μεγάλης επανάστασης, είχαμε την ευκολία της αποδόμησης. Και μάλιστα όπως αυτή υπαγορευόταν και υπάκουα μεταφερόταν στην ελληνική πολιτική και πανεπιστημιακή ζωή, από τα ακαδημαϊκά επιτελεία ιδιαίτερα της αγγλικής ιστορικής σχολής. Μαζί στην προσπάθεια αυτή υπήρξαν οι νεοφιλελεύθεροι μιμητές ό,τι ξένου και οι δήθεν προοδευτικοί του θολού διεθνισμού. Απόπειρα τελικά, μιας αεθνικής πολιτικής που έδειχνε να συγκλίνει με οτιδήποτε άνοιγε, χωρίς όρους και όρια, σύνορα και πόρτες στα επαχθέστερα των σύγχρονων συμφερόντων. Η Δημοκρατία αναιρούταν μέσα στις ίδιες τις Δημοκρατίες. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, κάθε χρόνο γιορτάζαμε την ημέρα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Α ρε Μακρυγιάννη, να μας βλέπεις, να μας φτύνεις και πάλι ν’ ανοίγουν και να αιμορραγούν οι εφτά πληγές σου. (περισσότερα…)

Νικολέτα Κούτη, Γεύμα στο πάρκο

800px-Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Γεύμα στο πάρκο

Ένας ποιητής, σκυφτός στην άκρη του εστιατορίου
Πίνοντας μια κόκκινη γουλιά
Αναλογίζεται
Πώς να ηχούν οι ήχοι από τα μαχαιροπίρουνα
Στ’ αυτιά εκείνου του αστέγου που ευτυχώς πρόλαβε τη θέση στο παγκάκι.
Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχει τα τζιτζίκια παρέα το καλοκαίρι,
Και ίσως να πιάνουν και καμιά ψιλοκουβέντα.
Ξέρει πάντως πως όταν σηκωθεί από το μαγαζί,
Θα διασχίσει το πάρκο γυρνώντας το βλέμμα του γρήγορα,
Και θα ψάξει την χώνεψη από το φιλέ μινιόν
Σ’ ένα στέκι με ακριβό ουίσκι
Και άλλους διανοούμενους να συζητούν
Την αδικία της ζωής.
Έπειτα θα επιστρέψει σπίτι του,
Και θα γράψει
Ένα θριαμβευτικό ποίημα για την βαριά μελαγχολία του στην όψη εκείνου του ανθρώπου.
Βέβαια δεν θα αναφέρει ότι ούτε την μυρουδιά του δεν άντεξε
Ούτε τα άπλυτα μαλλιά του να κοιτάξει.
Σίγουρα όμως εκτελεί το χρέος του,
Και γι’ αυτό, θα ανάψει ένα πούρο σκεπτόμενος.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ


(Πίνακας: Edouard Manet, Le déjeuner sur l’herbe)