πανδημία

Η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Μια κρίση που υποτίθεται ότι είχε παρέλθει αλλά επιστρέφει. Και μια κρίση στην οποία δεν διαφαίνεται κανένα τέλος. Η πανδημία έρχεται ξανά στο προσκήνιο με το πέμπτο (ή έκτο;) κύμα, καθώς τα κάποτε θαυματουργά εμβόλια χάρη στα οποία θα «παίρναμε πίσω τις ζωές μας» αποδεικνύονται ανεπαρκή μπροστά στις νέες παραλλαγές του ιού. Από την άλλη, ο πόλεμος στην Ουκρανία μετατρέπεται σε αυτό που οι περισσότεροι σοβαροί αναλυτές διέβλεπαν από την αρχή, μια αέναη σύγκρουση αυξομειούμενης έντασης. Καθώς οι παράλληλες αυτές κρίσεις εισέρχονται σε πορεία σύγκλισης με πολλαπλές και αλληλοτροφοδοτούμενες επιπτώσεις –πληθωρισμός, ενέργεια, επισιτιστική καταστροφή– το επίσημο αφήγημα προσαρμόζεται και αυτό στην νέα πραγματικότητα. Και είναι οι μεταπτώσεις αυτού του αφηγήματος που αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μεθόδευση άσκησης εξουσίας και πολιτικής σήμερα.

Μπορούμε να δούμε πώς λειτουργεί αυτή η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης σε δυο ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν πολλές αναλογίες: την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και στις δυο περιπτώσεις, έχουμε την ίδια ακολουθία. Πρώτον, ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικής μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση που όχι μόνο απειλεί τον τρόπο ζωής μας, αλλά επιβάλλει να τον αλλάξουμε. Δεύτερον, αν και αρχικά συσπειρώνει γύρω από μια πολιτική εξουσία που μιλάει με λόγο ενωτικό, η κρίση γρήγορα μετατρέπεται σε διαιρετική τομή γύρω από την οποία η εξουσία οικοδομεί μια παράταξη εσωτερικών εχθρών η οποία ορίζεται με μη-πολιτικούς και ηθικολογικούς όρους: «λαϊκιστές», «ψεκασμένοι» κλπ. Τρίτον, μετά την πόλωση έρχεται η ύφεση, κατά την οποία η κρίση μετατρέπεται σε κανονικότητα και η εξουσία αποδέχεται στην πράξη πολλές από τις αντιρρήσεις που μέχρι πρότινος καυτηρίαζε, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως εγγυητή της σταθερότητας απέναντι σε δυνάμεις που η ίδια απελευθέρωσε. (περισσότερα…)

Γιατί μας τρομάζει το λοκντάουν της Σαγκάης;

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η πανδημία του κορωνοϊού τελειώνει όπως ξεκίνησε: με εικόνες ακραίων, σχεδόν σαδιστικών, υγειονομικών μέτρων του κινεζικού κράτους και με τις αντίστοιχες αντιδράσεις ανησυχίας αλλά και αισθήματος ανωτερότητας των δυτικών παρατηρητών. Όπως τον Φεβρουάριο του 2020 βλέπαμε τα λοκντάουν στην Γιουχάν ως κάτι σουρεαλιστικό, έτσι και τώρα βλέπουμε την Σαγκάη ως κάτι εντελώς ξένο προς την δική μας πραγματικότητα. Αυτές οι αντιδράσεις βέβαια παραλείπουν βολικά ότι μεταξύ της Γουχάν και της Σαγκάης μεσολάβησαν δυο χρόνια περιορισμών, μέτρων και λοκντάουν στην καρδιά της λεγόμενης «δημοκρατικής Δύσης».

Κάποιος θα αντιτείνει ότι τα λοκντάουν στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική δεν έφτασαν ποτέ τις υπερβολές των Κινέζων. Ο αντίλογος φυσικά είναι ότι Δύση και Κίνα δεν εκκινούσαν από το ίδιο σημείο. Αυτά που θεωρούμε υπερβολές στην Σαγκάη απέχουν λιγότερο από την κανονικότητα της ζωής υπό το ΚΚ Κίνας από ό,τι τα SMS εξόδου απείχαν από τα ιδεώδη των δικών μας δημοκρατικών συστημάτων. Ένα λοκντάουν στην Κίνα είναι επέκταση ενός ήδη υπάρχοντος συστήματος ελέγχου. Τα λοκντάουν στην Δύση ήταν πλήρης ανατροπή της δημοκρατικής τάξης, ανεξάρτητα από τους όποιους υγειονομικούς λόγους υπήρχαν για αυτά.

Το σοκ που νιώθουμε λοιπόν για τις εικόνες της Σαγκάης είναι μάλλον ένας μηχανισμός αντίστασης σε έναν απολογισμό που, αν τον κάναμε, μάλλον δεν θα ήταν και πολύ κολακευτικός για την ευκολία με την οποία αποδεχτήκαμε περιορισμούς στις ελευθερίες μας, ιδιαίτερα σε εποχές που κατά τα άλλα το επίσημο αφήγημα πολιτικής και διανόησης είναι ότι η «δημοκρατία κινδυνεύει». Δηλώνουμε αποτροπιασμό για τις εικόνες της Σαγκάης για να δικαιολογήσουμε τα δικά μας λοκντάουν, που στο κάτω-κάτω «δεν ήταν και τόσο υπερβολικά». (περισσότερα…)

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

Πανδημία, επιστήμη και ρομαντισμός

*

της ΜΑΡΙΑΛΕΝΑΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑ

Από την αρχή της πανδημίας και τη σταδιακή δημιουργία αυτού του τεχνητού πολιτικού δίπολου (εμβολιασμός ή μη, εμβολιασμένος / ανεμβολίαστος), ένα είδος συζήτησης κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, αυτό της επιστήμης. Ή μήπως «επιστήμης»; Διότι ο τρόπος που μιλάμε γι’ αυτήν πιο πολύ παραπέμπει σε κάποια… προβατίνα με το όνομα επιστήμη, που από τότε που την πιάσαμε την περιφέρουμε από εδώ και από εκεί, δείχνοντας ο ένας στον άλλον «να, αυτή είναι η επιστήμη», παρά στο σύστημα γνώσεων που αποκτώνται μέσω της τεκμηρίωσης και της απόδειξης. Πολύ απλά, φαίνεται ότι οι επιχειρηματολογίες που επιζητούν να είναι οι πιο επιστημονικά ορθές, είναι και οι πιο αντιεπιστημονικές. Φράσεις του τύπου «η επιστήμη λέει», «σύμφωνα με την επιστήμη», «αυτό είναι επιστήμη» τοποθετημένες σε πλαίσιο όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται ως αυθεντία, χαράζουν, σβήνουν, τερματίζουν την ίδια φύση του πράγματος το οποίο επικαλούνται. Καλύτερα να μιλούσαμε για την προβατίνα. Η επιστήμη βρίσκεται εκεί που υπάρχει κατάρριψη, διάψευση, αμφισβήτηση, κριτική (αναφορά στα κριτήρια του Πόππερ) και για να υπάρχουν αυτά πρέπει να υπάρχει πλουραλισμός. Όχι μόνο ένας de facto πλουραλισμός απόψεων/πλευρών, αλλά ένας που εκφράζεται και σε προσωπικό επίπεδο, στην στάση μας ως προς τη συζήτηση με διαφορετικά στοιχεία, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Έχω την εντύπωση ότι και τα δύο εκλείπουν. (περισσότερα…)

Ηθικά ζητήματα σχετικά με την απόρριψη των εμβολίων

*

του MICHAEL KOWALIK

Πρόλογος-Μετάφραση Ηλίας Αλεβίζος

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους στο περιοδικό Journal of Medical Ethics, που εκδίδεται υπό την αιγίδα του ομίλου που κυκλοφορεί το British Medical Journal (BMJ), ένα από τα παλαιότερα ιατρικά περιοδικά υψηλού κύρους. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή άρθρα του Journal of Medical Ethics, με βάση τα στατιστικά των τελευταίων μηνών. Συγγραφέας του είναι ο Michael Kowalik, ανεξάρτητος φιλόσοφος από την Αυστραλία, ο οποίος, πέρα από το αυστηρά ακαδημαϊκό του έργο, διατηρεί και την ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα https://culturalanalysisnet.wordpress.com/. Από γλωσσική άποψη, πρόκειται για ένα μάλλον στρυφνό κείμενο, τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την κατά βάση αγγλοσαξωνική παράδοση της πραγμάτευσης φιλοσοφικών (ακόμα και ηθικών) ζητημάτων με έναν παροιμιωδώς ψυχρό και ανηλεώς αναλυτικό τρόπο. Κάτι που ωστόσο δεν φαίνεται να μειώνει την αναμφισβήτητη και σαφώς αξιέπαινη παρρησία με την οποία διατυπώνονται οι θέσεις του συγγραφέα – αν και σε κάποιες περιπτώσεις, για όσους μπορούν να διαβάσουν, η λογική κατάληξη της συλλογιστικής του συγγραφέα φαίνεται να διατυπώνεται έμμεσα και πίσω από τις γραμμές, λίγο πριν αγγίξει πολύ ευαίσθητα ζητήματα. Το «μειονέκτημα» της στρυφνότητας παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται, από μια άλλη άποψη, και ως το κύριο προτέρημα του άρθρου και ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέχθηκε να μεταφραστεί. Ξεδιπλώνει συστηματικά (ακόμα και φορμαλιστικά κατά τόπους) και με συνέπεια, με σταθερό τόνο που δεν υψώνεται σε κραυγές, τις λογικές πλευρές του ζητήματος περί του ηθικώς νόμιμου ή μεμπτού των υποχρεωτικών εμβολιασμών. Ακόμα κι αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε επιμέρους τοποθετήσεις ή ακόμα και στο γενικό του συμπέρασμα, οφείλει, αν μη τι άλλο για λόγους διανοητικής εντιμότητας, να αναπτύξει επιχειρήματα με εξίσου σφιχτή δομή, χωρίς εύκολες προχειρότητες και λογικές εκπτώσεις. Ποιότητες που δεν αποκλείουν βέβαια το πάθος ή ακόμα και την πολιτική στράτευση, αλλά που έχουν καταστεί ακριβοθώρητες πλέον στον δημόσιο διάλογο (σε ό,τι έχει απομείνει από αυτόν), παραχωρώντας τη θέση τους στην ιδεολογική καψούρα, στον κομματικό αμανέ και σε αρκετές δόσεις θρασύδειλης επιθετικότητας που τόσο εύκολα πολλαπλασιάζεται στις εργαστηριακές συνθήκες του διαδικτύου, έχοντας ως μαγιά 280 χαρακτήρες, ειδικά όταν κανείς (νομίζει ότι) έχει τις πλάτες της εξουσίας. Το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, σε καμμία περίπτωση δεν εξαντλεί όλες τις πλευρές του θέματος και σίγουρα έχει αδυναμίες, ιδίως από τη στιγμή που αγνοεί σχεδόν παντελώς τις καθόλου δευτερεύουσες και μάλλον πιο σημαντικές εν τέλει πολιτικές, ιστορικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος – μόνο μερικές νύξεις γίνονται εν παρόδω. Κάτι που ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αρκεί να διατυπώσουμε το πρόβλημα υπό τους όρους μιας characteristica universalis λαϊμπνίτειας έμπνευσης και να περιμένουμε υπομονετικά την αλγοριθμική μηχανή να μας δώσει στην έξοδο το ορθό συμπέρασμα. Έστω κι έτσι όμως, το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα ανεβάζει τον πήχη της συζήτησης, για όσους στέκονται στο απαραίτητο ύψος για να τον διακρίνουν. Οι υπόλοιποι είναι βέβαιο ότι θα περάσουν από κάτω του χωρίς καν να τον αντιληφθούν, με τη γνωστή μακαριότητα και αλαζονεία που απλόχερα χαρίζει η άγνοια.

  (περισσότερα…)

Πανδημία 2021

panic

Ηγέτες κορδωτοί και ζαρωμένα πλήθη,
κοπάδια ανθρώπινα στημένα στην ουρά,
απ’ τις οθόνες το κουκί και το ρεβύθι:
«Πες τους, γιατρέ, πως το εμβόλιο δεν πονά».

Πάνε δυο χρόνια που μαρμάρωσαν τα πάντα
(«καλέ, μας τσάκισε ο άτιμος ο ιός»),
μ’ ένα χαχάνισμα στ’ αυτιά («καλά σαράντα…»)
σύγκορμος τρέμει της Προόδου ο Υιός.

Μα πού ακούστηκε, ένα τοσοδούλι πλάσμα
κι εμπρός του πέφτουν οι λαοί του θανατά,
του υποδεκάμετρου ανεπαίσθητο ένα κλάσμα
που πίσω σέρνεται από εννιά μηδενικά.

Μόνο αποκούμπι μας η Σώτειρα Επιστήμη,
σταυροκοπιούνται στα κανάλια οι ευλαβείς.
—Ποιος είσαι, κύριε; Είσαι ειδήμων; Μη βλασφήμει!
Δικό σου χρέος έχεις ένα: να σωθείς.

—Α! μας χρειάζεται επειγόντως χαλινάρι…
—Οι αιρετικοί να παταχθούν ανηλεώς!
—Αδιανόητο ο καθείς να σουλατσάρει…
Στους ουρανούς χαμογελά ο τέως Θεός.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Πανδημία, εμβόλια, επιστήμη: Το νέο ρήγμα

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Στην ταινία του 1974, Υπόθεση Παραλλάξ, ο πρωταγωνιστής, τον οποίο υποδύεται ο Γουόρεν Μπίτι, ανακαλύπτει την ύπαρξη μίας πανίσχυρης ιδιωτικής εταιρείας που οργανώνει πολιτικές δολοφονίες έχοντας εξυφάνει ένα τεράστιο συνωμοτικό δίκτυο στην πολιτική, την αστυνομία και τα ΜΜΕ. Η ταινία είχε προβληθεί στο αποκορύφωμα της Υπόθεσης Ουώτεργκεητ, η οποία, ιδιαίτερα για την γενιά που είχε ανδρωθεί κατά την διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, επιβεβαίωνε την υποψία ότι τα πάντα ελέγχονται από ένα «βαθύ κράτος» μυστικών υπηρεσιών και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Το Χόλλυγουντ αποτύπωσε αυτό το κλίμα στο «σινεμά της παράνοιας» της δεκαετίας του 1970, όχι μόνο με την Υπόθεση Παραλλάξ αλλά και με ταινίες όπως το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου, Οι Τρεις Ημέρες του Κόνδορα κ.ά.

Τριάντα χρόνια αργότερα, στο πολιτικό ντοκιμαντέρ Φαρενάιτ 9/11 ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ διατύπωνε διάφορες θεωρίες σχετικά με τις αμερικανικές εκλογές του 2000 και τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις της οικογένειας Μπους με την Σαουδική Αραβία. Αν και οι εν λόγω θεωρίες δεν βασίζονταν σε απτά στοιχεία, η ταινία έκανε παγκόσμια επιτυχία, αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Στις ΗΠΑ, το Φαρενάιτ 9/11 είχε αναχθεί σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής συζήτησης στη χρονιά των εκλογών κατά την οποία τελικά ο Τζωρτζ Μπους επανεξελέγη.

Αυτά τα παραδείγματα μας θυμίζουν ότι στις δυτικές δημοκρατίες, μέχρι ακόμα και σχετικά πρόσφατα, η βεβαιότητα ότι η πολιτική κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και η καχυποψία ότι «κάτι μας κρύβουν» είχαν ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσημο από αυτό που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Στην εποχή μας, η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας συσχετίζεται κυρίως με την λαϊκιστική ακροδεξιά. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια όμως, οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι. Οι άνθρωποι που πίστευαν στους θεσμούς – το κράτος, την θρησκεία, τα ΜΜΕ, την επιστήμη – ήταν κυρίως συντηρητικοί. Η αμφισβήτηση των κάθε είδους ελίτ ξεκίνησε την δεκαετία του ’60 από τα αριστερά, και όταν αυτή απέτυχε «να αλλάξει τον κόσμο», διοχετεύτηκε σε συνωμοτικές απόψεις που βρήκαν διέξοδο στην ποπ κουλτούρα των επόμενων δεκαετιών.

Η αμφισβήτηση των μέτρων κατά της πανδημίας, από τα λοκντάουν στα εμβόλια, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ιδεολογικής αντιστροφής. Ενώ σε σχετικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα οι σχολιαστές επικεντρώνουν μονίμως στην χρήση θρησκευτικών συμβόλων από τους διαδηλωτές, καταδικάζοντας τον «σκοταδιστικό» και «οπισθοδρομικό» χαρακτήρα τους, το αντιεμβολιαστικό και αντιατρικό κίνημα έχει πολύ διαφορετικές απαρχές, στα new age κινήματα της Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’70, που θεωρούσαν την κατεστημένη ιατρική όργανο των φαρμακευτικών εταιρειών. Αυτά τα κινήματα, από τα οποία ξεκίνησαν κι άλλες μόδες όπως η γιόγκα και η οργανική διατροφή, μπόρεσαν να διεισδύσουν στην Τέχνη (ιδιαίτερα το Χόλλυγουντ) και κατόπιν στις εταιρείες νέας τεχνολογίας που αναπτύσσονται ραγδαία από την δεκαετία του ’80 στην δυτική ακτή των ΗΠΑ. Η σημερινή αντιεμβολιαστική υστερία αποτελεί απόρροια αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν από τους άλλοτε αντιρρησίες του συστήματος, οι οποίοι ωστόσο απαρτίζουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, κομμάτι των νέων, προοδευτικών ελίτ.

Επομένως στην εποχή μας η αμφισβήτηση δεν προέρχεται από τα αριστερά αλλά από τα δεξιά, διατυπώνει δηλαδή αιτήματα λαϊκής χειραφέτησης όχι με όρους υλικής ισότητας και ατομικής απελευθέρωσης αλλά εθνικολαϊκής κυριαρχίας και επιβίωσης παραδοσιακών αξιών. Αυτό συμβαίνει γιατί πλέον και η νομιμοποιητική ρητορική του κατεστημένου – της πολιτικής, της επιστήμης, της διανόησης – διαφέρει πολύ από τις συντηρητικές ιεραρχίες προηγούμενων δεκαετιών. Παραδοσιακές αξίες όπως το έθνος, η θρησκεία και η πυρηνική οικογένεια, που κάποτε αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, πλέον στιγματίζουν τους – σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της Χίλλαρυ Κλίντον – «deplorables» (άθλιους, οικτρούς) που επιμένουν να τις ασπάζονται. Αντίθετα, η άνευ όρων αποδοχή ολοένα και πιο ριζοσπαστικών ιδεών αποτελεί πλέον διαβατήριο για την προσχώρηση στις νέες ελίτ.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η παράδοση υιοθετείται ως εργαλείο αντίστασης όσων βρίσκονται «από κάτω» απέναντι στην κοινωνική, οικονομική και ιδεολογική αλλαγή που τους συνθλίβει, ενώ η χειραφέτηση χρησιμοποιείται «άνωθεν» ως εργαλείο πειθάρχησης. Όπως έχει γράψει ο Βρετανός σχολιαστής Εντ Γουέστ στο συντηρητικό διαδικτυακό περιοδικό Unherd, το νέο κατεστημένο δεν διαφέρει σε ό,τι αφορά την πυγμή της επιβολής του από το παλιό, αυτό που γνώρισαν οι γονείς και οι παππούδες μας. Παρά την φαινομενικά ανανεωτική ρητορική του, αυτό το νέο κατεστημένο φροντίζει, για παράδειγμα, να αστυνομεύει την γλώσσα ακριβώς όπως και το παλαιό. Η πολιτική ορθότητα, τιμωρώντας και το παραμικρό γλωσσικό παραστράτημα που μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστικό ή ομοφοβικό, ενέχει ρόλο περιφρούρησης της δημόσιας σφαίρας, όπως και οι νόμοι περί προσβολής των θείων σε περασμένες εποχές. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι αμφισβητίες του συστήματος δεν είναι πια οι ροκ σταρ, αλλά πολιτικοί όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που σκανδαλίζουν την καθώς πρέπει κοινωνία με την ελευθεροστομία τους.

Σε τέτοιες περιόδους ακόμα και η επιστήμη παύει να θεωρείται ως αυτονόητη αυθεντία, κάτι στο οποίο ο κόσμος πιστεύει με τον ίδιο τρόπο που εμπιστευόταν άλλοτε τους πολιτικούς ηγέτες του ή τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης. Ο αρχιεπιδημιολόγος των ΗΠΑ Άντονι Φάουτσι δήλωσε πρόσφατα ότι αν υπήρχαν fake news στα χρόνια της επιδημίας της ευλογιάς, η νόσος δεν θα είχε εξαλειφθεί. Ξέχασε να αναφέρει ότι οι μεγάλες εκστρατείες εμβολιασμού του 20ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν σε κοινωνίες έντονου θρησκευτικού συναισθήματος και πίστης σε παραδοσιακές αξίες, σε βαθμό σαφώς μεγαλύτερο από ό,τι σήμερα. Εντούτοις αυτές οι ίδιες αξίες εγκαλούνται σήμερα για το ακριβώς αντίθετο – τη δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια. Δεν είναι άρα ο λαός που έχει αλλάξει, αλλά το ίδιο το κατεστημένο, που βλέπει τον λαό ως μία οντότητα που αδυνατεί να συγχρονιστεί με τις νέες τάσεις και άρα πρέπει να τιθασευτεί.

Μπορούμε να βρούμε ενδιαφέρουσες αναλογίες μεταξύ της εποχής μας και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, οπότε η αστική τάξη αμφισβητούσε την κυριαρχία των παραδοσιακών μοναρχικών και αριστοκρατικών ελίτ. Όπως είχε εξηγήσει στο σπουδαίο βιβλίο του Η εποχή της Επανάστασης ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, ετερόκλητα αιτήματα φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης αντιπαλεύονταν τότε το κατεστημένο χωρίς να συγκροτούν ένα ενιαίο κίνημα ανανέωσης. Μάλιστα, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα αυτά τα κινήματα είχαν περιορισμένη λαϊκή απήχηση, καθώς οι μάζες παρέμεναν προσκολλημένες στην θρησκεία και το στέμμα. Όταν οι νέες δυνάμεις καταλάμβαναν κάποια στιγμή την εξουσία, οι «υποσχέσεις» για ίσα δικαιώματα και εθνική απελευθέρωση εκπληρώνονταν σε πείσμα του λαϊκού αισθήματος, πολλές φορές με τρόπο βίαιο. Χρειάστηκε να περάσει ένας ακόμα αιώνας για να αποκτήσουν τέτοιες ιδέες αυθεντική μαζικότητα, συγκεκριμένα μόλις το νεωτερικό κράτος άρχισε να υιοθετεί τον εθνικισμό ως νομιμοποιητική ιδεολογία και η νέα βιομηχανική εργατική τάξη να ασπάζεται τον σοσιαλισμό.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα είχαμε στην Ευρώπη την οικοδόμηση ενός νέου τύπου κράτους στην βάση καινούργιων ιδεών, σήμερα βιώνουμε μία άλλη διαδικασία οικοδόμησης κράτους (state building), όπου η εξουσία επιδιώκει να αναλάβει νέους τρόπους διακυβέρνησης μπροστά σε περίπλοκες προκλήσεις όπως οι ψηφιακές τεχνολογίες, η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές πιέσεις και η οικονομική ανισότητα. Οι ελίτ καλούνται πλέον να «εκπολιτίσουν» τις ίδιες τις κοινωνίες τους, τους σύγχρονους «αγρίους», οι οποίοι πρέπει να αποδεχτούν την πρόοδο και την επιστήμη «για το καλό τους», έστω και αναγκαστικά. Με τον ίδιο τρόπο, χωρικοί πριν από 200 χρόνια μάθαιναν ξαφνικά ότι είναι «πολίτες» και έχουν «δικαιώματα» αλλά με το αζημίωτο: επιβολή νέων φόρων, υποχρέωσης κατάταξης στον εθνικό στρατό και εκμάθησης μιας νέας εθνικής γλώσσας αντί της τοπικής διαλέκτου, εξοβελισμός παραδοσιακών θρησκευτικών εθίμων από την ζωή τους κ.λπ.

Η συμβατική πολιτική διαπάλη του οριζόντιου άξονα δεξιάς-αριστεράς επομένως αποκρύπτει την πραγματική διαιρετική τομή μεταξύ ενός κατεστημένου που προσπαθεί να ανανεώσει την ιδεολογία του και ενός ασύντακτου λαϊκού υποκειμένου που ασπάζεται ακόμα παραδοσιακές αξίες αλλά έχει χάσει προ πολλού την πίστη του στους θεσμούς. Για να επιστρέψουμε στις αντιυγειονομικές διαδηλώσεις, το εντυπωσιακό με την χρήση θρησκευτικών συμβόλων σε κάποιες από αυτές είναι ότι γίνεται χωρίς την έγκριση της επίσημης εκκλησίας, δείγμα αν μη τι άλλο της αποσύνδεσης του λαϊκού αισθήματος από κάθε είδους κατεστημένη ιεραρχία. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της ΔιαΝέοσις, μόλις το 0.6% των μη-εμβολιασμένων πολιτών στην Ελλάδα δικαιολόγησε την επιλογή του με βάση θρησκευτικά πιστεύω. Άλλωστε, όταν ακόμα και προαιώνιοι θρησκευτικοί θεσμοί υιοθετούν την ρητορική των νέων ελίτ για την μετανάστευση (Βατικανό) ή τις νέες ταυτότητες (Αγγλικανική Εκκλησία), οι μάζες καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν πλέον πουθενά αλλού να στραφούν παρά στο περιθώριο, σε αυτοσχέδιες θεωρίες και σωτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, η εμμονική σύνδεση της αντίθεσης στα λοκντάουν και τα εμβόλια με την «λαϊκιστική ακροδεξιά» που επιχειρούν σχολιαστές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ λέει περισσότερα για την απέλπιδα προσπάθεια των ταγών να αποσείσουν τις ευθύνες τους παρά για την πραγματική πηγή της πόλωσης. Το ότι η «κακιά ακροδεξιά» πείθει τον κόσμο να μην εμβολιαστεί θα ήταν μια κάποια παρηγοριά, θα ξέραμε τουλάχιστον τον «κακό» της υπόθεσης. Αυτό το αφήγημα όμως παραγνωρίζει π.χ. ότι σε πρόσφατη συγκέντρωση υποστηρικτών του ο Ντόναλντ Τραμπ άκουσε αποδοκιμασίες όταν προέτρεψε τον κόσμο να εμβολιαστεί (άλλωστε ο ίδιος είχε εγκρίνει το κατά γενική ομολογία επιτυχημένο πρόγραμμα εμβολιασμού των ΗΠΑ), ή ότι πρόσφατες διαδηλώσεις εναντίον εμβολίων και λοκντάουν στην Ευρώπη έχουν ένα τελείως θολό ιδεολογικό στίγμα, ανάλογο αυτού των Κίτρινων Γιλέκων πριν κάποια χρόνια. Όπως και η Μαρίν Λε Πεν τότε, η ακροδεξιά σε χώρες όπως η Γερμανία σήμερα δεν δημιουργεί την αμφισβήτηση, αλλά αντίθετα τρέχει εναγωνίως και αυτή να ψαρέψει ψήφους σε θολά νερά που ούτε και η ίδια ξέρει από πού πηγάζουν και πού θα εκβάλουν.

Τα παραπάνω δεν δικαιολογούν τις αντιεπιστημονικές εμμονές και την άρνηση των εμβολίων, υπενθυμίζουν όμως ότι η τελετουργική καταδίκη των «ψεκασμένων» σε καθημερινή βάση από τα επίσημα κανάλια της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν συντελεί σε τίποτα άλλο παρά την εμβάθυνση του νέου ρήγματος που προκύπτει από την ιδεολογική-αξιακή περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας από ένα πολιτικό σύστημα σε διαδικασία ιδεολογικής μετάβασης. Η ιστορική εμπειρία βέβαια δείχνει ότι σε βάθος χρόνου, εξουσία και μάζες κάποτε επαναστοιχίζονται, όμως αυτό συμβαίνει μόνο αφού η επίσημη νομιμοποιητική ιδεολογία εγκολπώνεται κάποιες από τις λαϊκές αξίες και παραδόσεις.

Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Ευρώπης του 19ου αιώνα, η αυθεντική μαζικοποίηση των νέων ιδεών είχε ως προϋπόθεση την ιδεολογική μετάβαση από τον ελιτίστικο και αλαζονικό Διαφωτισμό στον συνεπαρμένο από τις λαϊκές παραδόσεις, τα τραγούδια και παραμύθια Ρομαντισμό, την μήτρα του εθνικισμού και του σοσιαλισμού, των πραγματικά χειραφετητικών ιδεολογιών των επόμενων 150 ετών. Όσο τα πολιτικά συστήματα σήμερα δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε πόλεμο με τις ίδιες τους τις κοινωνίες, τόσο η επίλυση προκλήσεων που απαιτούν μεγάλο βαθμό πολιτικής και εθνικής ομοψυχίας, όπως είναι η πανδημία αλλά και η κλιματική αλλαγή που πλέον μπαίνει και αυτή βίαια στην ζωή μας, θα γίνεται πηγή νέων διχασμών. Εν αναμονή ενός νέου πολιτικού ρομαντισμού, επομένως.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Μία ἀνώτερη γλώσσα

*

ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΓΛΩΣΣΑ
—ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους—

 *

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ χάνει τὴν ἀξία του σὲ μία κοινωνία ἡ ὁποία ἄγεται καὶ φέρεται ἀπ’ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται στερρῶς ἀπὸ κάποιον ἐθνικὸ σχεδιασμό, μία κοινωνία ποὺ ζῆ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ὅραμα ―ἢ ἀκόμη χειρότερα σιτίζει τὸ σαρκίον της μὲ εὐτελῆ junk food ἰδεολογήματα― εἶναι δυστυχῶς ἡ γλώσσα. Ὅταν οἱ λέξεις παύουν νὰ βγάζουν νόημα καὶ κοῦφοι νεολογισμοὶ ἀναδύονται ὅλο καὶ πυκνότερα γιὰ νὰ προσδώσουν περιεχόμενο σὲ ἀντίστοιχες κοῦφες θεωρητικὲς πομφόλυγες (φαινομενικὰ μεγάλες ἀλλὰ πλήρεις κενοῦ), τότε ὁπωσδήποτε κάτι συμβαίνει[1]. Ἡ γλώσσα ἀρχίζει νὰ μεταμορφώνεται σὲ κάτι δύσκαμπτο, ἐχθρικό, ξένο. Καὶ ἂν δεχτοῦμε τὴν (αὐθαίρετη) ἀρχὴ ὅτι ἡ γλώσσα διαρκῶς ἐξελίσσεται[2], τότε σίγουρα μποροῦμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἔχει ἀγγίξει ἀνώτερα ἐπίπεδα ἐκφραστικῆς ἱκανότητας ἀπόδοσης τῶν πιὸ λεπτεπίλεπτων νοηματικῶν ἀποχρώσεων ― ἐπίπεδα τὰ ὁποῖα ἐμεῖς οἱ κοινοὶ θνητοὶ σπανίως δυνάμεθα νὰ συλλάβουμε.

Στὸν βωμὸ αὐτῆς τῆς ἀνωτερότητας παρατηροῦμε, ἐδῶ καὶ μερικὲς ἑβδομάδες, νὰ θύουν οὐκ ὀλίγοι τηλεοπτικοὶ ἱερεῖς προκειμένου νὰ δικαιολογηθεῖ τὸ ἀνεπίτρεπτο μέτρο περὶ διαχωρισμοῦ τῶν πολιτῶν σὲ ἐμβολιασθέντες καὶ μη-ἐμβολιασθέντες (μὲ τὴ δαιμονοποίηση τῶν δευτέρων). Ἡ προσέγγισή μου (καὶ ἔνσταση) δὲν εἶναι νομικοῦ χαρακτῆρος. Ἂς ὑπερασπιστοῦν οἱ νομικοὶ τὴν ἐπιστήμη τους. Εἶναι καθαρῶς γλωσσική. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὡς μαθηματικὸς ποὺ ἔχει μάθει νὰ λέει τὰ πράγματα ἁπλά, καθαρὰ καὶ ξάστερα[3] ἀπαιτῶ κατ’ ἐλάχιστον σαφήνεια στὸν προφορικό (ἀλλὰ καὶ γραπτό) λόγο ποὺ χρησιμοποιεῖται ὅταν εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ πολίτες γιὰ πολιτικὲς ἀποφάσεις ποὺ λαμβάνονται. Νομίζω δὲν ζητάω πολλά. Πῶς ὅμως νὰ μὴν δυσφορεῖ κανεὶς ὅταν ἔρχεται ἀντιμέτωπος καθημερινῶς μ’ ἕναν μετα-γλωσσικὸ μηχανισμό, ὁ ὁποῖος μετέρχεται γλωσσικὰ τρὺκ προκειμένου νὰ βαπτίσει, τεχνηέντως, τὸ παράλογο ὡς λογικό, ἄρα καὶ σωστό, ἄρα καὶ ἠθικό! «Δὲν ὑπάρχει ζήτημα προνομίων. Ὑπάρχει ζήτημα λογικῆς», μᾶς ἐξηγεῖ σοβαρῶς ἕνας ὑπουργὸς ἀπὸ κάποιο τηλεοπτικὸ παράθυρο. Καὶ γιὰ νὰ θέσει ἔτι περαιτέρω τὸ θέμα στὴ σωστή του βάση, σὲ ἄλλη του συνέντευξη, μᾶς ἐνημερώνει (καὶ καθησυχάζει) ὅτι ὅποιες ἀποφάσεις παρθοῦν καθόλου δὲν θὰ ἀφοροῦν στὸν περιορισμὸ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν μη-ἐμβολιασθέντων ἀλλὰ θὰ εἶναι «περισσότερο βαθμοὶ ἐλευθερίας τῶν ἐμβολιασμένων σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀνεμβολίαστους» ― οἱ ὁποῖοι (ἐμβολιασμένοι) «θὰ μποροῦν νὰ κινοῦνται πιὸ ἐλεύθερα σὲ περισσότερους χώρους», σύμφωνα πάντοτε μὲ τὸν ὑπουργό.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Κόβω ὅμως τὸ κεφάλι μου ὅτι ἀνάλογα λογικὰ ἐπιχειρήματα θ’ ἀκούγονταν καὶ στὴ Γερμανία, τὶς παραμονὲς τοῦ 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, ὅταν ξεφύτρωναν πινακίδες στὰ καταστήματα τοῦ Βερολίνου ἀπαγορεύοντας τὴν εἴσοδο στοὺς Ἑβραίους. Στὴν Τσεχία, μετὰ τὸν Νοέμβριο τοῦ ’40, οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπισκέπτονται θέατρα, κινηματογράφους, καφετέριες, βιβλιοθῆκες ἐνῶ ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κάθονται στὸ τελευταῖο βαγόνι τῶν ἀστικῶν συγκοινωνιῶν[4]. Στὸν κακόβουλο ἀναγνώστη ποὺ θὰ σπεύσει νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι αὐτὸ συνιστοῦσε παράφορη καταπάτηση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων μποροῦμε πλέον ν’ ἀπαντήσουμε ―μετὰ ἀπὸ χρόνια κερδισμένης σοφίας!― πὼς ἀσφαλῶς καὶ ὄχι. Ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ γενναία ἀπόδοση τινῶν βαθμῶν ἐλευθερίας στοὺς μη-ἑβραίους πολίτες· τίποτε περισσότερο. Οἱ δὲ Ἑβραῖοι (γιὰ δικό τους καλό) θὰ ἔπρεπε νὰ φέρουν σὲ εὐκρινὲς σημεῖο τὸ ἀστέρι τοῦ Δαυίδ. Σήμερα, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, αὐτὸ ἀντικαθίσταται ἀπ’ τὶς μάσκες καὶ τὰ rapid test (γιὰ τοὺς μη-ἐμβολιασμένους μόνο). Διότι, ὅπως πολὺ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ προαναφερθεὶς ὑπουργός, «ἐφόσον ἐσὺ ἔχεις ἀποφασίσει νὰ κινδυνεύεις περισσότερο (=νὰ μὴν ἐμβολιάζεσαι) ὀφείλουμε νὰ ἔχουμε μέτρα ποὺ θὰ σὲ προστατεύσουν ἀπὸ τὴν ἐπιλογή σου». Γιὰ τὸ καλό σου, θὰ συμπληρώναμε ἐμεῖς.[5]

Ἴσως ν’ ἀκούγονται ἐκτὸς πραγματικότητας τὰ παραπάνω· ἱστορίες ἀπὸ κάποιο παράλληλο σύμπαν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται γιὰ μιὰ μικρὴ δόση ὑπερρεαλισμοῦ στὴν καθημερινότητά μας. Ὅπως στὴν ταινία Ἡ ζωὴ εἶναι ὡραία τοῦ Ρομπέρτο Μπενίνι ὅπου τὸ παιδὶ ρωτάει τὸν πατέρα του γιατί στὸν φοῦρνο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Ἑβραίους καὶ στὰ σκυλιά (σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιγραφή). Καὶ ὁ πατέρας, προσπαθώντας ν’ ἀπαλύνει τὸ παιδικὸ τραῦμα, τοῦ λέει μὲ ἀπόλυτη φυσικότητα ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἕνας καταστηματάρχης παρακάτω δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσοδο στοὺς Ἱσπανοὺς καὶ στ’ ἄλογα· ἢ στὸ φαρμακεῖο τῆς γειτονιᾶς, ὅπου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος στοὺς Κινέζους καὶ στὰ καγκουρώ. Καὶ ὅτι στὸ ἑξῆς, στὸ δικό τους βιβλιοπωλεῖο, καλὸ θὰ ἦταν ν’ ἀρχίσουν ν’ ἀπαγορεύουν τὴν εἴσοδο στὶς ἀράχνες καὶ στοὺς Βησιγότθους.[6] (περισσότερα…)

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)