Παγώνα Ξενάκη

Το έργο τέχνης ως χώρος αντίστασης: Η ζωγραφική της Παγώνας Ξενάκη

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

«Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;» αναρωτιόταν κάποτε ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Διαβάζοντας αυτό τον στίχο δημιουργοί και αναγνώστες ίσως να νιώθουν αμηχανία ‒ αμηχανία, μπορεί και κάποια ενοχή. Ο στίχος αποτελείται από ένα ρητορικό ερώτημα, και τα ρητορικά ερωτήματα έχουμε συνηθίσει να μην επιδέχονται απάντηση· εδώ, ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί, αφού το συγκεκριμένο ρητορικό ερώτημα φαίνεται ν’ αξιώνει μια απάντηση, ή, αν όχι μια απάντηση, σίγουρα όμως μια διερώτηση ‒ διερώτηση για ποιο πράγμα; Σε καιρούς χαλεπούς, «μικρόψυχους», που το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο και το παρόν αμφίβολο ‒ αλήθεια, τι ανάγκη έχουμε τους ποιητές, τι ανάγκη έχουμε τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές; Τι ανάγκη έχουμε τελικά την τέχνη; Θα μπορούσαμε να πούμε: δεν την έχουμε ανάγκη. Το λένε εξάλλου ωραία οι Αμερικανοί: «every day above ground is a good day», φράση που ειδικά σήμερα ―με όλη τη διακινδύνευση που αντηχεί αυτό το «σήμερα»― φέρει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Γιατί χωρίς νερό δεν ζούμε, χωρίς φαγητό επίσης, χωρίς την τέχνη όμως ζούμε ‒ ποτέ κανείς δεν πέθανε στερημένος από ποίηση, από έλλειψη ζωγραφικής, μουσικής και πάει λέγοντας. Άρα με μια πρώτη ματιά, η αμηχανία που δημιουργείται από τον στίχο του Χαίλντερλιν ίσως και να λύνεται: η τέχνη είναι πολυτέλεια, οι ποιητές δεν χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς, την τέχνη δεν την έχουμε ανάγκη ‒ ζούμε και χωρίς αυτήν. (περισσότερα…)

Βύρων !

*

Ποιος τάχα θα προσφάιζε τραγιά στη Βαρυμπόμπη,
αντί πουτίγκες ζουμερές στου Κέημπριτζ το λόμπυ;
Μονάχα ένας φιλέλληνας, ο ποιητής ο Βύρων,
πού ’χει του Μάρτη τη θωριά, την ευωδιά των μύρων.

Ο ποιητής ο Βύρωνας από την Αγγλετέρα,
ράχες, ρουμάνια πιλαλά την αυγινήν ημέρα.
Το γιόμα ελαχτάριζε να πίνει ολίγο τσάι,
σ’ ένα λιθάρι τσέστερφιλντ, τη σπάθα του ακουμπάει.

Έπλεκαν τα μαλλάκια του, χρυσοκλωνιάς καρούλια,
να τα φθονούν τα παγανά, να τα ματιάζει η πούλια.
Κάθε γουλίτσα πού ’πινε, εστέναζε «oh, nice!
στίλβωσε, μπάτλερ, τ’ άρματα πριχού πορίσει ο Μάης…»

Τον ποιητή φιλέλληνα από την Εσπερία,
με κάθε έτερο φιλί η Φιλική Εταιρεία,
μέλωνε το κορμάκι του σ’ ένα βαρύ μαράζι
κι έγερνε η φέρμελη στη γη και το χρυσό τσαπράζι.

Δασά δασά οι καστανιές, λιανό τ’ ανεμοβρόχι,
χαρά σ’ εκείνον που έσπειρε σ’ ένα λιακό μετόχι.
Λαχτάραγε η καρδούλα του τη μολυβένια Όσσα,
βάραγε ντέφι η φυλλωσιά με μπακιρένια γρόσα.

Κι ένα πουλί γλυκολαλεί κι ένα πουλάκι λέει,
ξυπνάτε, ορέ κλεφτόπουλα, κάθε σκλαβί του μπέη!
Ανάθεμα τη σπάθα σας, ορέ παλιοζαγάρια,
με μπλάβα ντύσανε τις νιές τ’ αγαρηνά χατζάρια!

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

*

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας!

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Λοιπόν που λέτε, έστεκε κι έστεκε εκεί δα στο μουσείο, κάτω απ’ τις βενέτικες αψίδες, μια χωμάτινη Ταναγραία.

Χρόνια και χρόνια ήτονε θαμμένη στο μούσκιο, στη πηχτή μελάσα της λάσπης, σ’ ένα χέρσο χωραφάκι κεντώντας με τις ώχρινες κλωστές μιας ρίζας.
Μήπως δα, κι’ εκείνη σα κοπέλα, δεν ήθελε να βγει στους εφτά ήλιους ντουρντισμένη με το πήλινο πτυχωτό φουστανάκι της;
Να δει, να τη δουν, να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τη διαλέξουν…
Έτσι είν’ αυτά, μη ντρέπεστε, έτσι είν’ η ζωή.

Μα ήρθαν καιροί και σαν τη βρήκαν οι εργάτες (θάχει να το παινεύεται), της φέρθηκαν καθώς αρμόζει σε μια κυρία.
Θυμάται πώς αφέθηκε φιλάρεσκα πάνω στις αγορίστικες παλάμες τους κι αυτοί, τί την ένιψαν, τί της σάρωσαν τα χώματα με καστορένιο βουρτσάκι, τί τη θαύμασαν:
Φτού! φτού!… μη μου άπτου, την είχαν σας λέγω.

Και τώρα, εδώ στο μουσείο μιας μικρούτσικης πόλης, με μια απαλή υπόκλιση, παίζει ολημερίς με τα σπασμένα όστρακα της προθήκης.
Από το τοξωτό το παραθύρι, σκαρφαλώνει και στραφταλίζει ένα απαλότατο φωσάκι.
Ώρες ώρες πάλι, ένα ψαλιδισμένο αέρι.
Καμιά φορά, στα φυσερά τα κρύα, γλιστρά έστω λίγη βροχή…
Δόξα σοι ο Θεός.

Ένα χινόπωρο ήταν θυμάμαι, που μπήκε λαχανιασμένο σα πολυάσχολος δικηγόρος ένα φτερούδι και τη ρίπισε απαλά. Τι να ήθελε; τι της είπε; Δε ρώτησα.

Άκουγε απ’ όξω τη βοή της πόλης και τις τσιρίδες των παιδιών που έσβηναν καθώς λιγοθυμούσε η μέρα κι έπειτα τις νύχτες πια, έβλεπε το πυκνότατο μαύρο πίσω από τα σιδερένια κάγκελα που έμοιαζαν τώρα σα φουρκέτες σε στιλπνά μαλλιά.
Κι η νύχτα η ελεούσα με την ευρύχωρη καρδιά, πάντα της πέταγε από τη τιάρα της ένα μικρό πετράδι κ’ αυτό, γκλον!, κατρακυλούσε πάνω στο πάγκο με τα ρωμαικά νομίσματα.
Κι έτσι, όμορφα όμορφα, πέρναγε ο καιρός.

Μα σας το λέγω από τα πριν, να κάνετε κι εσείς το κουμάντο σας:
Τούτο δω το παραμύθι, δεν έχει περιπέτειες, δράκους , βουνά και λόγγους, τίποτα δεν έχει.
Όλα αυτά, θέλουν το χρόνο να τρέχει σαν υφαντή κορδέλα στον αργαλειό της μοίρας, μα εδώ στο μουσείο ο χρόνος είναι στεκάμενος.
Τα αγάλματα θυμούνται βέβαια, αναχαράζουν, μα έχουν πολλά να θυμηθούν δε θέλουν άλλα. Όχι.

Όμως η Ταναγραία μας, δεν είναι σα τ’ άλλα αγάλματα. Όταν τη έπλασαν και την έβαλαν στο καμίνι να ψηθεί, τότε μια μικρή φωτίτσα γλίστρησε και φώλιασε για πάντα στη ψυχή της.
Κι έτσι, όλα αυτά γύρω της, της φαίνονται σαν τίποτα. Τι είναι άλλωστε;
Σκόνες του αγέρα, αγάλματα, αγάλματα και φαφούτικα ψηφιδωτά.

Αντίκρυ της όμως –βάι μανούλα μου– άραζε τεμπέλικα πάνω σε ψαθωτή καρέκλα, ολοζώντανος ο φύλακας του μουσείου….
Πεσίχαρος ήτονε κι ακόμη πιο χαρούμενος σαν έμπαιναν επισκέπτες και σοφοί περιηγητές από ξένες χώρες.
Τα μεσημέρια, τον έκανε χάζι που προσφάιζε ορεξάτα ό,τι τούβανε η μάνα του στο σεφερτάσι: ψωμάκι, τελεμέ, σαρμαδάκια (ανάλογα το βρισκάμενο ) και πάντα, πάντα στο τέλος , δρόσιζε και μοσχομύριζε τα χειλάκια του, ροκανίζοντας ένα άλικο μήλο.

Τις νύχτες, σαν τον έπαιρνε ο ύπνος στη καρέκλα του, μπορούσε πια να τον μελετά ώρες και ώρες με την ησυχία της.
Τότε, το λεπίδι του φεγγαριού κυλούσε απαλά και χάδευε για μια στιγμή τα μάγουλά του, λες και ήθελε να του ξουρίσει τ’ ανάρια γένια.
Της φαίνοταν απαράλλαχτος μ’ αυτό το κεφαλάκι στη μεσιανή ροζέτα του δαπέδου.
Άχ… ευτυχώς δε λες καλύτερα, που δεν έφερνε σ’ αυτόν τον ακατάδεχτο τον Ερμή, που είναι τόσο ξάσπρος και μάργαρος κι αρμονικός σα λεπτοδουλεμένο σαπουνάκι.
Ά πα…πα…

Ο φύλακάς μας, ήτανε καμωμένος μελαχροινάκι, κομμάτι χλωμός σα σιμιγδαλόπιτα και καθώς κοιμόταν, μια μικρούτσικη σταγόνα σάλιου λαμπίριζε άκρη άκρη στα μισάνοιχτα χείλη του. Αυτό, έκανε τη Ταναγραία να τον αγαπά περισσότερο.

Όποια, όποια αποκοτιά κι αν έκανε ο φύλακας, η Ταναγραία σπάραζε, τρανταζόταν από τα γέλια πάνω στον άξονα που στήριζε το ραγισμένο κορμί της : «αχ…Παναία μου….σε καλό να μας βγει…!»
Προσπαθούσε τότε να του φωνάξει στα ψέματα: « είσαι βλάκας, δε σ’ έχω φίλο μου!» ή να του πει στην αλήθεια χίλια δυο, μα οι άνθρωποι δεν ακούνε τις φωνές των αγαλμάτων.
Άρχιζε τότε από πείσμα, να πιλατεύει τον καημένο τον μπρούτζινο ρωμαίο λεγεωνάριο:
Έι ψιτ… Ρωμαίε, γιατί νάσαι ο Ρωμαίος! Αρνήσου το πατέρα σου! Άλλαξε το όνομά σου!
Κι αν δε μπορείς, ορκίσου μου πολύ πως μ’ αγαπάς κι εγώ δε θάμαι άλλο πια κόρη του Καπουλέττου…
Χα… χα… και δός του γέλια…
Μα ο ρωμαίος ήτανε πικρός, δεν ήξερε από τέτοια. «Ά… όλα κι όλα… ένα κι ένα κάνουν δύο».
Άλλως τε ποιος ξέρει, ποιο ματωμένο σπαθί δεν στέγνωσε ποτέ στο θηκάρι της ψυχής του.

Τέλος η Ταναγραία νύσταζε πια, έγερνε το κεφάλι με το περίτεχνο μυτερό καπελάκι και κοιμόταν κι’ αυτή να φρεσκαριστεί. Ες αύριον τα σπουδαία .

Έτσι λοιπόν, πέρναγε ο καιρός και ένα πρωί, η Ταναγραία άκουσε πως δυο πολιτείες κι ας είναι πολύ μακριά η μια απ’ την άλλη, μπορούνε λέει να γίνουν αδερφάδες, να αλλάξουν τα παιχνίδια τους, πλαγγόνες, αγάλματα λογής λογής, να τα δει κιάλλος κόσμος και κοσμάκης, να θαυμάσει, να μορφωθεί.

Κι έτσι, ένα άλλο πρωί –Δευτέρα αξέχαστη– δίχως να τη ρωτήσουν αν ήθελε ή δεν ήθελε, την έσυραν απ’ το γυάλινο κιόσκι της και την απίθωσαν απαλά σ’ ένα κουτί.
Απ’ τη γραμμή της χαραμάδας, στη στενή φρίζα από λυπημένο φως, έβλεπε πια μόνο το χέρι…ψαχ το χεράκι… του φύλακα, άπραγο, ακουμπισμένο στο γόνυ του.
Μετά πάλι, μήτε κι’ αυτό…
Κι ακόμα, όμως πολύ αργότερα,, ένοιωσε να κυλά στη γαστέρα της ο σάλος της θάλασσας.
Ζαλίστηκε πολύ, πικραχείλησε, μα τι να κάμει; Έγειρε να κοιμηθεί.

Ονειρεύτηκε τότες, παλιά ζαμάνια, χρόνια λησμονημένα, κεντίδια απ’ τις ριζοκλωνιές, τα εργόχειρα, τα αρχαία προυκιά της.
Ένοιωσε, πως κάθε μέρα της ζωής μας είναι μια λέξη μονάχα γραμμένη σε γυάλινη σελίδα.
Τι να πει μια λέξη μοναχή της;
Σαν τελειώσουν οι σελίδες, τις ενώνουμε σ’ ένα μικρό πάκο, το βάνουμε στο φως και να!
Αυτή είναι η ιστορία μας.

Μέρες, μέρες αργότερα στην αδερφάδα πόλη ανοίξανε με χτυποκάρδι τα νιοφερμένα κουτιά.
Ά! να τος ο Ερμής με το κηρύκειο… αλάβωτά του!
Να κι ο ρωμαίος, κοτζαμάν είδωλο με τη γάνα, τη χλόινη σκουριά στ’ απανωχείλι του!
Να και τα ψηφιδωτά απ’ το Καστέλι…
Μα τούτη δω τη κούτα τι τη φέρανε; μια δράκα χώμα έχει μόνο, άργιλος είναι; πηλός της λίμνης;

Ποιος το ξέρει.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

Η εικονογράφηση είναι από έργο της συγγραφέως.

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

Ο γλάρος

Η σπασμένη ορμιά
ένα αγκίστρι περνά
στα χειλάκια του γλάρου (περισσότερα…)