ολοκαύτωμα

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*

 

 

Advertisement

Michele Montorfano, Μνημοσύνη

*

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

*

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Θάλαμος των προλεγόμενων: Arbeit macht frei

I
Το σώμα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια
ενώ χειρίζονται τις πληγές.
Οι μουσούδες δένονται με λαβίδες,
τα μάτια μ’ εγκαύματα από το αλάτι, ανοιχτά.

Και βλέπουν τα στόματα των λεόντων
αναποδογυρισμένα στη γη.

II
Άκουγαν τον μυελό να ταλαντεύεται
να ουρλιάζει από χαμηλά,
να υποχωρεί.

Οι γαλαξίες στέκονταν γυμνοί πάνω από ξύλινες μορφές
στερεωμένες στο στόμα από κελύφη που έσπαζαν έρποντας.
Καθετί ήταν εν αναμονή του αίματος.

IX
Το αιώνιο επιστρέφει μες στο νερό που τα κοιτάει να πέφτουν στο κατώφλι.
Σώματα παρασυρμένα στον αφανισμό, διαλύονται σαν χαρτί
ούτε ατμόσφαιρα ούτε ουρανός τα περιβάλλει. Δεν υπάρχει μέρα ή νύχτα,
μόχθος ή ανάπαυση. Δεν υπάρχει οίκτος στο σύμπαν.

Καμιά λύτρωση παρά μόνο από το τίποτα.

(περισσότερα…)