Ξάνθος Μαϊντάς

Φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών, Γαβριηλίδης, 2019

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αφανών γυναικών, ο τίτλος της τελευταίας, έκτης, συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά, από τον Γαβριηλίδη. Οι αφανείς γυναίκες της γραφής του είναι οι παλαιές γυναίκες- εμβλήματα μιας αντοχής που έρχεται από ξεχασμένες δεκαετίες της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας αλλά και οι σύγχρονες, έκκεντρες και απέριττα υπαρκτές γυναίκες της αστικής ανωνυμίας. Τις βρίσκεις σε κάτι παλιές ιερατικές φωτογραφίες τοίχου, μια ανθρώπινη ράτσα ανθεκτική και αποσιωπημένη από την ιστορία, αλλά και σε πνιγηρές κουζίνες απόγευμα Κυριακής, στις πιάτσες της οδού Αθηνάς, σε απροσδιόριστα επαρχιακά καταλύματα ως σίβυλλες της μοναξιάς του φύλου τους, σε μια transit ύπαρξη, όπως τη συλλαμβάνει και τη δημιουργεί το βλέμμα του παρατηρητή ή του μνήμονα. Η γραφή του εδώ, πιο μεστή απ’ ο,τι σε παλιότερες δουλειές, είτε σκηνοθετεί ακαριαία στιγμιότυπα σε σύντομες αποτυπώσεις ή, λιγότερο συχνά, συνυφαίνει σε πλατιές ελεύθερες συνθέσεις τον προσωπικό στοχασμό με φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα.

(περισσότερα…)

Αφανών γυναικών ιστορίες

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την έκτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή του Αφανών γυναικών (Γαβριηλίδης 2019), ο πολυσχιδής Ξάνθος Μαϊντάς συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό-υπαρξιακό χώρο. Το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα, προσωπικά, αλλά και συλλογικά βιώματα ερωτισμού και απώλειας και συμπυκνώνουν αισθητικά όχι μόνο τη συναισθηματική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή και δοκιμιογράφου, αλλά και μια γενικότερη θέαση, δηλωτική της ανθρώπινης περιπέτειας. (περισσότερα…)

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Ξάνθος Μαϊντάς, Φυσική: η επιστήμη που αρνείται τον εαυτό της

physics

~.~
Εισαγωγή
Ι. Παλαιά και νέα φυσική
ΙΙ. Η γραφειοκρατική επιστήμη
ΙΙΙ. Τα ελληνικά πανεπιστήμια
Επίλογος
~.~

Εισαγωγή

Από τη σημερινή πρακτική της φυσικής και από το σύνολο των πρόσφατων δεδομένων της απουσιάζει η κριτική σκέψη που θα ήταν ικανή να εκτιμήσει την αξιοπιστία των νεότερων θεωρητικών προτάσεων, οι οποίες από τη δεκαετία του ’80 αφειδώς και πληθωρικά κατατίθενται. Συχνά μάλιστα οι σύγχρονοι συγγραφείς –δόκιμοι ερευνητές με υψηλούς πανεπιστημιακούς τίτλους– αδιαφορούν για την επιβεβαίωση των εργασιών τους, ακόμη και για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων τους, έξω από τα στενά πλαίσια μιας στοιχειώδους αυτοσυνέπειας. Αδιαφορούν για τη μακροβιότητα του πονήματός τους, του οποίου η τύχη σύντομα συνδέεται με το καλάθι της λήθης. Και όλα αυτά μοιάζει να μη βαραίνουν καμιά επιστημονική συνείδηση και να μη φέρνουν καμιά ανησυχία. Επιπλέον, η αξιολόγηση των δημοσιευμάτων από τους εκάστοτε κριτές των περιοδικών αλλά και την παγκόσμια κοινότητα των φυσικών εντάσσεται στο πνεύμα της επικύρωσης των συγκεκριμένων και παραδεκτών δρόμων της πολύ πρόσφατης πορείας της φυσικής, χωρίς όμως να αποτολμά τη συνολική θεώρηση των δρόμων αυτών.

Αποτέλεσμα αυτής της σύγχρονης παραζάλης (περισσότερα…)

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.

Το Τυφλό Άλογο. Πρώτη ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Κορδά

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

«Η ποιητική μεταφορά αποσκοπεί στην άρση των βεβαιοτήτων και σε μια αναζήτηση του αληθούς μέσα στο Άγνωστο, παρά την παγίωση μιας ορθολογικής γνώσης. Και τούτο νομίζω είναι το διακύβευμα της τέχνης».

Με την φράση του αυτή, γραμμένη πριν, από καιρό ο Αλέξανδρος Κορδάς μας προετοιμάζει για το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Το Τυφλό Άλογο. Μας προετοιμάζει μιλώντας για την αγωνία του στην αναζήτηση κάποιων δρόμων –μάλλον ατραπών- στο δάσος του Αγνώστου πέρα από βεβαιότητες, δίπλα ή και μακριά από την παγιωμένη ορθολογική σκέψη. Και οι αναζητήσεις του αυτές ορίζουν το ύψος των ποιητικών πραγμάτων που ο  νέος τολμηρός ποιητής Α.Κ, θα διαπραγματευτεί. Θα είναι οι αναζητήσεις του αυτές μια ποιητική καταβύθιση στην κόλαση ενός έλλογου και συγχρόνως άλογου περιβάλλοντος που οι ίδιες οι λέξεις δημιουργούν; Θα ακολουθήσει τους δρόμους του Τάκη Σινόπουλου, όπως αυτοί ανοίγονται στα τελευταία του κείμενα;

«Έτσι το κείμενο τοποθετείται – απόπειρα να επεκταθεί η δυνατότητα της γλώσσας προωθώντας τις λέξεις από την πρακτική αστυνομική στη μεταφυσική τους  κόλαση.  Με συγχωρείτε εάν».

Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό με μια πρώτη διερεύνηση, θεματική και μορφική, του βιβλίου του.

Στο τελευταίο μέρος της συλλογής, που είναι σε μορφή πεζού κειμένου, ένα Δωμάτιο μιλάει για τον εαυτό του, για το περιεχόμενό του και για το άγνωστο που υπάρχει πέρα απ’ αυτό. Ας το παρακολουθήσουμε

«Μόλις καταλάβεις ότι υπάρχεις, την στιγμή ακριβώς αυτή, το πρώτο πράγμα που θα κάνεις είναι να εξετάσεις με την μεγαλύτερη δυνατή προσοχή τα πράγματα. Στην αρχή όλα είναι τόσο όμοια, που δεν θα πετύχεις και πολλά. Μην ανησυχείς, αργά ή γρήγορα θα τα καταφέρεις και τότε με έκπληξη θα διαπιστώσεις κάτι, κάτι που κινείται. Και θα γεννηθεί μέσα σου ο λόγος και θα ψιθυρίσεις πρώτη φορά: ο Άλλος.

Είμαι ένα δωμάτιο και σκέφτομαι όλα εκείνα που απασχολούν τα δωμάτια.»

Και αφού εξαντλήσει την διερεύνησή του εσωτερικού του, αφού γνωρίσει και τον άνθρωπο που το κατέχει, το δωμάτιο ξεκινάει την ψηλάφηση του άγνωστου εσωτερικού χώρου. Και το κείμενο καταλήγει:

«Δεν θα ’θελα να υπάρχουν παράθυρα και πόρτες, θα ήθελα να υπάρχω μόνο εγώ και ο άλλος. Κλεισμένος μέσα μου, κλεισμένος μόνο μέσα μου, δίχως πόρτες –το είπα;– δίχως παράθυρα. Μόνο τοίχοι. Θα ήθελα να υπάρχουν μόνο τοίχοι! Εκείνος φεύγει και που πάει δεν ξέρω. Μακριά φαίνεται το σαλόνι. Δεν έχω ιδέα τι υπάρχει πέρα απ’ το σαλόνι. Ίσως απλώς άλλο ένα δωμάτιο, ίσως χιλιάδες… Τι υπάρχει πέρα απ’ την πόρτα; Το ξέρει κανείς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ; »

Μ’ αυτό το κείμενο ο Α.Κ. προσδιορίζει τις άγνοιες που ξανοίγονται μπροστά μας και την αδυναμία του ορθού λόγου να προσεγγίσει τον κόσμο που μας περιβάλλει. Διάχυτη στο βιβλίο η αγωνία του, ολοκληρώνεται στο τελικό κείμενο με ένα σκληρό ερωτηματικό που μας απευθύνει για τον άγνωστο χώρο που κρύβεται πέρα από το γυμνό δωμάτιο. Με τον τρόπο αυτό στήνει έναν ποιητικό συμβολισμό όπου το σκεπτόμενο δωμάτιο, φέρει το βάρος της ανθρώπινης σκέψης και της ποιητικής αναζήτησης.

Το «Δωμάτιο» του Α.Κ. έχω την αίσθηση ότι συνομιλεί με επίσης πεζό κείμενο άλλου ομοτέχνου του που δημοσιεύτηκε προ δεκαετίας. Εκεί ο σκοπευτής στοχεύει μια λευκή διδιάστατη επιφάνεια, την επιφάνεια ενός τοίχου πάνω στην οποία υπάρχει ένα παράθυρο, στόχος. Ο σκοπευτής βρίσκεται όμως  έξω από το δωμάτιο. Όταν θα καταφέρει να εστιάσει, μετά από επίμονη και δύσκολη προσπάθεια, θα αναγνωρίσει το στόχο του που ωστόσο έχει μετατοπισθεί στο σκοτεινό, άγνωστο τρισδιάστατο χώρο του εσωτερικού. Τότε θα καταλάβει πως είχε αγγίξει το αδύνατο.

«Το βλέμμα του έπεφτε πλέον σ` ένα ακλόνητο σκοτεινό υλικό και μόνο ελάχιστο μέρος του χώρου μπορούσε , ύστερα από πολύ προσπάθεια να ερευνήσει.  Ο σκοπευτής είχε αγγίξει τα όριά του . Εκείνο όμως που του προκαλούσε θλίψη ήταν η απόδειξη της ανυπαρξίας του ιδεώδους αποτελέσματος . Σε κάθε απόπειρα του ένας νέος απόμακρος στόχος εμφανίζονταν και αυτό αναιρούσε την αναμενόμενη από την αναμέτρηση ευτυχία.»

Από το «Δωμάτιο» τελευταίο κείμενο της συλλογής μετακινούμαστε σ’ ένα επίσης πεζό κείμενο «Το άλογο» όπου διαβάζουμε:

«Μια πόρτα ανοίγει, βγαίνει το τυφλό άλογο. Πήγαινε να ξυριστείς μου λέει, αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του, κι έπειτα: Είσαι πλασμένος αιρετικός, θα γίνεις τυφλός όπως εγώ. Κοφτερό το άλογο, τυλίγεται σε σφαίρα βρίζοντας και χλιμιντρίζει».

Στο κείμενο αυτό συνυπάρχουν το τυφλό άλογο, ο τυφλός ποιητής, τα μουσκεμένα οροπέδια των γλωσσών, ο τυφλός ουρανός και τέλος ο άλογος Θεός.

«Αλίμονο σ’ εκείνον που θα πέσει στα χέρια του άλογου Θεού. Πίσω μου ακούστηκε ένα γέλιο κι ένα γέλιο ακόμη. Ήταν το τυφλό άλογο, με παρότρυνε να ξεχάσω ό,τι είχα δει και να ξυπνήσω. Αυτή είν’ η ώρα του αχώνευτου ύπνου, μου είπε, και διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη».

Στα δύο κείμενα που προαναφέραμε μεγάλο ρόλο διαδραματίζουν, όπως φάνηκε, το άλογο στοιχείο και δεν σπανίζουν οι συμβολισμοί. Και παρ’ όλα αυτά, ξεχωριστή παρατήρηση που οφείλουμε να καταθέσουμε, δεν είναι δυσανάγνωστα ή ακατανόητα στον αναγνώστη.

Ενώ τα πιο διαυγή είναι τα δύο μόνα ελευθερόστιχα ποιήματα της συλλογής: «Η θεία λειτουργία» και «Η ανάδοχη πατρότητα του Δόκτορος Λακάν» .

Σκέφτομαι πως δεν μισώ όλους τους ανθρώπους.

Πως τώρα, που όλοι φεύγουν

και  όλα καταστρέφονται,

ίσως υπάρχει λίγος ακόμα χρόνος,

όχι για να σωθώ,

μα για να γνωρίσω καλύτερα

τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας.

Στο Τυφλό Άλογο περιέχονται 18 κείμενα, από τα οποία 6 πεζά, 2 ελευθερόστιχα ποιήματα και 10 παραδοσιακά, 7 εκ των οποίων είναι σονέτα γραμμένα κυρίως σε ιαμβικό μέτρο. Πως εξηγείται αυτή η ποικιλία, αυτή η εναλλαγή διαφορετικών τρόπων έκφρασης; Συνδέεται με την θεματολογία του; Η πρόκειται για τυχαίο γεγονός που χαρακτηρίζει την πρώτη έκδοση του Α.Κ; Πριν επιχειρήσουμε οποιαδήποτε προσέγγιση, ας καταθέσουμε τους στίχους ενός σονέτου της συλλογής:

 

Η ΑΡΑΧΝΗ

 

Απλώνει τον ιστό της στις γωνίες,

μ’ απόλυτη αρμονία υφασμένο.

Κάνει τα σχέδια χωρίς παρατυπίες,

ότι θα πιάσει μύγα το ’χει δεδομένο.

 

Φρόνιμε παρατηρητή των επιγείων

η αράχνη είναι πλάσμα που γελιέται,

γιατί ελπίζει στην επάρκεια των σχεδίων,

μα με μια κίνηση ο ιστός χαλιέται.

 

Κι αυτή, με μάτια καμωμένα από σκοτάδι,

παρατηρεί τα δευτερόλεπτα, τον χρόνο,

όπου θ’ απλώσει το καινούργιος της υφάδι,

 

πάνω απ’ τον άμβωνα, στον θόλο του ιερού,

για να κατέλθει πονηρά στο βράδυ,

να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού.

 

Κι ενός δεύτερου ποιήματος γραμμένου με τον τρόπο του Γ. Σκαρίμπα:

 

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

 

Με μια ψυχή Σαβοναρόλα,

και με τ’ ανάβλεμμα του Ιωάννη,

του σκότους μου αρχινάω βαρκαρόλα,

κι Έρημη Χώρα δεν με φτάνει.

 

Προφήτης, μα με πνεύμα γυρολόγου,

κρύβω στις τσέπες μου διαβήτες,

και μέσα στην κοιλιά του μπόγου,

τσάτσαρες και κερένιες μύτες.

 

Την θλίψη μου την ζήλεψαν αγύρτες,

κι οι ποιητές δεν με γνωρίζουν,

μα εγώ τους δείχνω σιδηροπυρίτες

και άλλα μέταλλα που μαγνητίζουν.

 

Λειψός κι αλαφροΐσκιωτος, κι ακόμη,

της Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,

κι όσοι με ζώσαν οραμάτων τρόμοι,

τους φτύνω στίχους μες στα πανηγύρια.

 

Η αράχνη που κατεβαίνει από τον θόλο του Ιερού για να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού είναι κι αυτή ένα τυφλό άλογο που ταράζει την σκέψη γιατί η αναζήτηση θα φτάσει -απαιτεί ο ποιητής να φτάσει- πολύ μακριά, στα βάθη του σκότους, εκεί που και  η Έρημη Χώρα δεν φτάνει γιατί δεν είναι επαρκής. Ενώ στον «Κύκλο», ένα επίσης ομοιοκατάληκτο ποίημά του μας λέει.

 

ΚΥΚΛΟΣ

 

Η αγάπη ειν’ το κακό που μας συνθλίβει,

βίδα που μπήγεται στον νου μας και γυρίζει.

Ό,τι είναι όμορφο σ’ αυτόν τον κόσμο θλίβει,

με χέρι σάπιο ο θάνατος τ’ ορίζει.

 

Έτσι, λοιπόν, τα εγκόσμια εγκαταλείπω,

πλανιέμαι πάνω από λίμνες υδραργύρου·

για να γλυτώσω απ’ του παράλογου τον χτύπο,

έπεσα μες στον ίσκιο του ονείρου.

 

Μίλησα χθες με το φεγγάρι και μου είπε:

Την Λύπη σου μην την φορέσεις, ξεντύσου.

Άνθη αθάνατα στείλε της νύχτας κήπε,

για να φωτίσουν τις χοάνες της αβύσσου.

 

Έχει, βεβαίως, κι ο ουρανός ερήμους,

σκοτεινά κι αποτρόπαια μέρη,

βρομερούς κι αποπνικτικούς δήμους,

που ούτε ο Θεός θέλει να ξέρει.

 

Μια τέτοια πόλη είναι κι η Αθήνα.

Η ανάσα εδώ βουλιάζει στο τσιμέντο.

Δυο χέρια θέλουν να ενωθούν, τα είδα·

μα πέφτουν κάτω ασώματα,

σε κύκλο δίχως κέντρο.

 

Είναι αυτή η κίνηση-αναζήτηση του ποιητή που στην κορύφωση της αγωνίας του πραγματοποιείται σε κύκλο που δεν έχει κέντρο. Ό,τι πιο άλογο δεν μπορεί παρά να εκφραστεί γεωμετρικά μ’ αυτό το σχήμα.

Και είναι η θεματική του Α.Κ. (θυμίζω: το άγνωστο, οι αβεβαιότητες, η άρνηση του παγιωμένου ορθού λόγου, η καταβύθιση στην κόλαση των λέξεων, το τυφλό άλογο) που προσδιορίζει τις τρεις διαφορετικές μορφές στο έργο του. Με τα πεζά κείμενα, πιο ελεύθερος και ευσταθής, αλλά όχι τόσο ποιητικός, ξεκαθαρίζει καλύτερα τις σκέψεις του. Ενώ με τα ομοιοκατάληκτα ποιήματά του, κυρίως με τα σονέτα, ακουμπάει στην παράδοση, που την σέβεται, για να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα τις σκέψεις του, (αφήνοντας πίσω του αγαπημένη  που δεν θέλει ωστόσο να αποχωριστεί). Κάπου ανάμεσα στέκουν τα ελευθερόστιχά του.

Το βιβλίο του Α.Κ. έχει ενότητα θέματος και ύφους. Αποτελεί ένα τρίλογο έργο (πεζά κείμενα, ελευθερόστιχα,  και έμμετρα ποιήματα) που διαπραγματεύονται το ίδιο θέμα, θέτει πολύ ψηλά τον πήχη κι αυτό το υποδέχομαι με χαρά, περιμένοντας στα δύσβατα μονοπάτια των ποιητικών αναζητήσεών του την καλή συνέχεια.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι τσακαράντες της οδού Αθηνάς

Οἱ ὡραιότερες τσακαράντες τῆς πόλης μας βρίσκονται στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ τῆς Βαρβακείου ἀγορᾶς καὶ τοῦ Μοναστηρακίου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ κάποτε ἦταν στέκι κοριτσιῶν τῆς νύχτας. Συλλογιζόμουνα πόσες φορὲς ἀκούμπησαν τὴν κουρασμένη τους πλάτη στὸν κορμὸ τῶν δέντρων γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Εἶμαι σίγουρος πὼς μ’ αὐτὴ τὴν ὤσμωση δώσανε χρῶμα στὸ λουλούδι.
 
Τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου εἶναι ΤσακαράνταἸακαράνδη ἡ μιμηλήφυλλος (Jacaranda mimosifolia). Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος καταθέτω τὰ ἑξῆς: «Μιμηλός» εἶναι ὁ μιμητικός.
 
Μιμηλήφυλλος εἶναι, λοιπόν, γιατὶ ὅλα τὰ φύλλα εἶναι ἴδια (μονόσχημα), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἕνα μιμεῖται τὸ ἄλλο. Οἱ τσακαράντες ἀνθίζουν καὶ βγάζουν θυσάνους μὲ χιλιάδες μπλὲ λουλούδια, ποὺ κρατᾶνε λίγες μόνον ἡμέρες τὸν Ἰούνιο.
 
 
ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
 
Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες
 
αὐστηρὰ σκυθρωπές,
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
 
Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων,
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.
 
Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρί
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς
 
ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντά κι ἡδονή.
 
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Προσωπικό λυρικό ανακάλημα

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ἡ στοργικὴ ἐνασχόληση τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ μὲ τὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ἔχει ἤδη ἐγγραφεῖ μὲ τρόπο συστηματικὸ καὶ πολύπλευρο  στὸ διαφοροποιημένο ἀπὸ τὴν ποίηση  εἶδος τῆς δοκιμιακῆς μελέτης μὲ τὸ βιβλίο: Τὸ μεγάλο μαῦρο φῶς, Ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος (Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση: Ξάνθος Μαϊντᾶς), ποὺ ἐξέδωσε τὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης στὴ σειρὰ «Δυὸ αἰῶνες Νεοελληνικῆς Ποίησης».

Τριλογία 17 εἶναι  μία προσωπικότερη, λυρικότερη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως συγκινητικὴ κατάθεση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἀγάπης καὶ τῆς βαθιᾶς ἐκτίμησης γιὰ τὸν ποιητὴ τοῦ Νεκρόδειπνου. Ἡ συλλογὴ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ κειμένου  δραματικῆς λειτουργίας καὶ εἶναι χωρισμένη σὲ τρία κεφάλαια ἢ σὲ  τρεῖς λόγους. Ἡ τριμερὴς αὐτὴ  διαίρεση σὲ ἐπιμέρους ἑνότητες («Νυχτερινό», «Ἰωάννα», «Κάθοδος»), συνδεδεμένες ὡστόσο μεταξύ τους, συγκροτεῖ μιὰν ἑνιαία  ποιητικὴ σύνθεση.

Συνολικὰ ἡ Τριλογία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀλιγοσύλλαβους στίχους, συχνὰ ἰαμβικοὺς μὲ κυριαρχία τοῦ ὀκτασύλλαβου (89 τέτοιοι στίχοι ἐπὶ συνόλου 360 τοῦ ποιήματος), οἱ ὁποῖοι συνοδεύονται ἀπὸ 9σύλλαβους καὶ 7σύλλαβους καὶ ἀρθρώνονται, σὲ λίγες περιπτώσεις, σὲ παραδοσιακοὺς 15σύλλαβους.

Ὁ σκηνικὸς χῶρος εἶναι κοινός. Πρόκειται γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Τάκη Σινόπουλου. Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς κατορθώνει νὰ ἀναπαραγάγει μία ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ζόφου καὶ θλίψης, παρόμοια ἐκείνης ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου. Τὸ βροχερὸ τοπίο ἐπιτείνει τὴ διάχυτη μελαγχολία.

Ἡ συνομιλία τῆς Τριλογίας μὲ τὴν  ποίηση τοῦ Τάκη Σινόπουλου συνιστᾶ ἕνα ποιητικὸ ἀνακάλημα τοῦ ποιητῆ ποὺ ἡ σκιὰ του ἐνοικεῖ μονίμως στὸν τόπο τῆς  πάλαι ποτὲ κατοικίας του. Διεύθυνση, ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε: Ὁδὸς Ναζλῆ 22,  ὅπως ἀναγράφεται στὴν Τριλογία:

Μένω Ναζλῆ 22
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ  βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη
Εἶναι βαθιὰ  νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

(Σήμερα πλέον ὁδὸς Τάκη Σινόπουλου 22, χῶρος ὅπου —κατὰ συγκινητικὴ συγκυρία— στεγάζεται τὸ ὁμώνυμο τῆς ὁδοῦ Ἵδρυμα καὶ Ἐργαστήρι Ποίησης,  μὲ πρόεδρο τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ).

Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη, ὅπως κι ἐγώ, νὰ διδάσκουν  στὸ Ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος εἶναι αὐτήκοοι μάρτυρες αὐτῆς τῆς μονότονης συναυλίας  ποὺ δίνουν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ μποροῦν νὰ νιώσουν ἔτσι τὸ  ρίγος τῆς αἴσθησης πὼς αὐτὸς ὁ ἦχος, βίωμα κοινὸ καὶ ἐπαναλαμβανόμενο γιὰ τὸν Σινόπουλο,  τὸν Ξάνθο  καὶ τοὺς νέους ποιητὲς ποὺ φοιτοῦν στὸ Ἵδρυμα, μπορεῖ νὰ γίνει μία γέφυρα γιὰ νὰ περάσει κανεὶς ἀπέναντι διαβαίνοντας τὸν Ἀχέροντα, τὸν χρόνο καὶ τὸν θάνατο.

Μιὰ τέτοια ἐμπειρία, τοποθετημένη στὰ ὅρια τῆς μεταφυσικῆς, βιώνει καὶ ὁ Μαϊντᾶς, ὅταν ἤδη στὴν πρώτη ἑνότητα τῆς συλλογῆς, ποὺ ἐπιγράφεται «Νυχτερινό»,  συναντᾶ τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ συνομιλήσει μαζί του μέσα σὲ κλίμα οἰκεῖο,  φιλικὸ καὶ ἄμεσο,  ποὺ τὸ δημιουργοῦν καὶ τὸ ἐνισχύουν τὸ δεύτερο γραμματικὸ πρόσωπο καὶ ἡ κυριαρχία τῶν ρηματικῶν τύπων.

Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς σκοπίμως ἐπιγράφει τὴν πρώτη αὐτὴ ἑνότητα «Νυχτερινὸ» γιὰ νὰ παραπέμψει  ἔτσι στὸ Νυχτολόγιο τοῦ Σινόπουλου,  ὕστερο κείμενο τοῦ ποιητῆ,  —ἐξομολογητικὸ καὶ ἀπολογητικὸ— ὑβριδικό, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ —κινούμενο δηλαδὴ μεταξὺ ἡμερολογιακῆς καταγραφῆς καὶ ποιητικῆς λειτουργίας.

Ἡ συνάντηση πραγματοποιεῖται νύχτα,
ἐνῷ ἡ βροχὴ δυναμώνει.
Ὁ ἦχος τῆς σκληρὸς
ἀκούγεται στὰ ρημαγμένα
κεραμίδια τοῦ προσφυγικοῦ,
ποὺ τώρα τρίζουν
καθὼς τὰ γδέρνει τὸ νερό. (σ.12).

ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ καταβάλλει  ὡς προμήνυμα  θανάτου τὸν ὥριμης πιὰ ἡλικίας Σινόπουλο ὁ βαθὺς πόνος στὸ στῆθος,

ἄλγος
στηθαγχικό, διέγνωσες σωστὰ

………………………………………

ἐπιμένει
αὐξάνοντας μία γραμμὴ θανάτου στὸ νυχτολόγιό σου.

Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μετατρέπεται σὲ ἀφετηρία δημιουργίας.

Ἡ Ἱστορία, μονίμως παροῦσα ὡς  ἀνεπούλωτο τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου,  περιορίζει στὴν ἑνότητα τὴν παρουσία της  στὴν  πικρὴ μνήμη τοῦ βαριὰ πληγωμένου  Θωμᾶ,  ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῆς ποίησής του («Ἡσύχασε μωρὲ Θωμᾶ, δὲν εἶναι τίποτα…» γράφει ὁ Σινόπουλος στὸ Νυχτολόγιο). Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἐσὺ συλλογιζόσουνα τὸν Θωμᾶ
Τὰ μάτια του θολώνανε—
τὴν κάθοδό σου στὴ γραμμὴ
—ποτὲ δὲν μάθαμε τί ἀπόγινε—
γραμμὴ πυρὸς ἢ κόλαση
—τοῦ σκούπισες στὸ μέτωπο—
Τὸ βράδυ ἔπαιζες στὰ χέρια
τὸ βρόμικο μαντήλι.

Ὁ τόπος εἶναι πάντα  τὸ  σπίτι τοῦ Σινόπουλου,  τὸ παλιὸ χαμηλοτάβανο  προσφυγικὸ μὲ τὴν κεραμοσκεπή, περικυκλωμένο  σήμερα  ἀπὸ  πολυώροφες πολυκατοικίες, σὰν νὰ ἀπηχεῖ  τὴ βαριὰ ἀνάσα τῆς ποίησης μέσα στὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ἐνὸς ἀπρόσωπου ἄστεως.

Ὁ τόπος τῆς συνάντησης (τὸ σπίτι) εἶναι τὸ πραγματικὸ στοιχεῖο, ἡ βάση καὶ ἡ ἀφετηρία γιὰ νὰ γίνει ἡ χρονικὴ ὑπέρβαση καὶ νὰ μετατραπεῖ σταδιακὰ καὶ ὁ χῶρος σὲ μίαν ἰδιότυπη νέκυια.

Ἡ ἑνότητα ἀναπαράγει αὐτούσια τὴν κοινὴ ἀγωνία γιὰ τὴ γραφή, οἰκεία καὶ στοὺς δυὸ ποιητές:

Ἀνοίγω τὸ Νυχτολόγιο
σελίδα τρακόσια δέκα.
Καὶ ὑπῆρχαν μέσα μου κραυγές.
Ὁ στίχος σου ὀρθώνεται
ἀπὸ τὸ χάος ποὺ συνθέτουν
Κραυγὲς τοῦ ὀνείρου
καὶ τοῦ φόβου.

Πρόκειται γιὰ τὸ ψυχικὸ πάθος τοῦ συγγραφέα  ποὺ τὸ ἀνταγωνίζεται τὸ ἄλγος τοῦ σώματος.

Τὸ ποίημα ἔβγαινε μισοφώτιστο
ἀνάμεσα στὸ περίπου φῶς
καὶ στὸ σκοτάδι τῶν λέξεων.
Στὸ μεταίχμιο.

Ὅμως σήμερα
-εἶν᾿  ἄλλο αὐτό-
ἀγγίζεις τὴ στιγμή.
Ἀγγίζεις τὸ πέρασμα
ἄπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο.
ἕνα ἀπλησίαστο ὅριο σκοτεινό.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα («Ἰωάννα») ἀρχίζει  μὲ ἐπανάληψη τῶν πρώτων στίχων τῆς πρώτης γιὰ νὰ σηματοδοτήσει τὸ κοινὸ  ποιητικὸ κλίμα μὲ τὴν πρώτη. Ὁ τόπος (τὸ σπίτι) παραμένει ὁ ἴδιος μὲ ὅλες τὶς συμβολικὲς συνδηλώσεις τῆς ἐρείπωσής του.

Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις
βαθιὲς εἶν᾿  οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της
ἴδιες ρυτίδες

Ἡ συνομιλία συνεχίζεται μέσα στὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα μιᾶς ὑπερβατικῆς ἐμπειρίας. Ἐδῶ μιὰ ἀναδρομή,  ἐγκιβωτισμένη στὴν ἤδη ἐν ἐξελίξει ἀναδρομικὴ  ἀφήγηση,   ἐπιτρέπει τὴν εὐπρόσδεκτη εἴσοδο τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου ποὺ ξεπροβάλλει πρῶτα μέσα ἀπὸ τὸν  ζόφο τοῦ Νεκρόδειπνου κομίζοντας τὴ λάμπουσα ὀμορφιὰ τῆς Μάγδας: ἔφυγε ἡ Μάγδα, στὰ μαλλιὰ τῆς πίσω φέγγος ὀρφανό, γράφει ὁ Σινόπουλος. Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἡ Μάγδα αἷμα ζεστὸ
στοὺς κοιμισμένους λαβυρίνθους
τοῦ μυαλοῦ μας.

Στιγμιαία παρουσία ἡ φεύγουσα μορφὴ τῆς ἀστραφτερῆς Ἑλένης, σηματοδοτούμενη ἀπὸ ἕνα μετέωρο ἐρωτηματικό:

Θεέ μου τί εἶναι ἀγάπη.

γιὰ νὰ κυριαρχήσει ἐν τέλει, σφραγίζοντας μὲ τὸ ἀστραφτερὸ ἐρωτικὸ κάλλος τὴν παρουσία της,  ἡ Ἰωάννα. Μαζί της εἰσβάλλει στὴν Τριλογία καὶ ἕνας αἰσθησιασμὸς καταγόμενος  ἀπὸ  τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ποιητικῆς τοῦ Σινόπουλου: τὸν σφοδρὸ ἔρωτα ποὺ διαπερνᾶ  τὶς σελίδες τοῦ ἔργου του ἀποφορτίζοντάς τες ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ ζόφου καὶ τὸ μαῦρο τοῦ θανάτου. Ὁ Μαϊντᾶς τὸν  ἀναγνωρίζει καὶ τὸν οἰκειώνεται. Παράλληλα  μὲ τὸ  ὑπερβατικὸ μνημονικὸ ἀνακάλημα τοῦ Σινόπουλου, ἐνσωματώνει δικές του ὁλότελα προσωπικές ἐρωτικὲς μνῆμες, ἀναγόμενες στὰ νεανικά του χρόνια,  οἱ ὁποῖες συγχωνεύονται καὶ συνείρονται στὸ πρόσωπο τῆς Ἰωάννας, ποὺ εἶναι ἄλλοτε πραγματική, ὅπως στὴν παλιὰ φωτογραφία ἄπ᾿  τὰ γυμνασιακὰ χρόνια τοῦ Μαϊντᾶ:

Εἶναι ξυπόλυτη
μὲ τὴ φούστα ὣς τὸ γόνατο
φοράει ἄσπρο πουκάμισο
Ἀτημέλητη καὶ πρόθυμη ἐρωτικὰ
σκέφτομαι

καὶ ἄλλοτε κειμενικὴ παραπέμποντας στὴ ἐμβληματικὴ ἡρωίδα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου:

Ἦταν ρευστὴ σὰν χείμαρρος
ποὺ τρώει τὶς ὄχθες
ἀνοίγοντας πάντοτε
τὸν δικό της δρόμο.
Ἡ Ἰωάννα εἶναι ἕνα ποτάμι
δύσκολο νὰ τὸ διαβεῖς
ἢ καὶ νὰ μετρηθεῖς μαζί του.

Landscape_in_Scotland_Dore.jpg

Ἡ Τρίτη ἑνότητα μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο «Κάθοδος» ἐπαναφέρει τὴ συλλογὴ  μετὰ ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ἰντερμέδιο στὸ μελαγχολικὸ κλίμα τῆς νέκυιας ποὺ συντελεῖται ὅμως  καὶ στὸν ἐπάνω κόσμο, στὴ σύγχρονη πραγματικότητα τῆς συνοικίας τοῦ Περισσοῦ.

Προσωπικὸς ἐδῶ καὶ ἐξομολογητικὸς ὁ Μαϊντᾶς φαίνεται σὰν νὰ ἔχει παράλληλα μεταμορφωθεῖ σὲ περσόνα τοῦ Σινόπουλου  καὶ σὰν νὰ ἔχει ἀναλάβει  νὰ συνεχίσει, μεταθανάτια, τὴν ὅραση τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε ἐκεῖνος.

Βαδίζω στοὺς δρόμους
τοῦ Περισσοῦ
καὶ πᾶνε χρόνια, πολλὰ χρόνια
ποὺ ἔχεις φύγει.

Στὸ βάθος ἡ Ἁγία Ὄλγα
φωτισμένη ἡ Ἁγία Ἀναστασία.
Μελαγχολικὲς ὄψεις τῆς νύχτας
βουβοὶ ἀναγνῶστες
τοῦ θανάτου.

Ἐξάλλου τὸ τοπίο παραμένει βροχερὸ τροφοδοτώντας ἀέναα  ἕνα συμβολικὸ ποτάμι, ὄχι ζείδωρο, ἀλλὰ φερμένο ἀπὸ τὸ Χρονικὸ τοῦ Σινόπουλου, («Τὸ ποτάμι ἀργὰ κατεβάζοντας μὲ τὶς ὦρες τὰ πτώματα/ ἑκατομμύρια πτώματα» Χρονικό, «Σημειώσεις»), γεμάτο λάσπη καὶ πέτρες καὶ πτώματα.

Στὴν ἴδια ἑνότητα ἀνακαλεῖται  καὶ ἕνα ὄνειρο τοῦ ἀφηγητῆ τῆς Τριλογίας ποὺ ἀφορᾶ μιὰν ἀγωνιώδη  περιπλάνηση  στοῦ λαβυρίνθου τὶς στοές, ὅπως ἀναφέρει,   ἀπὸ τὸ ὁποῖο  ἐξέρχεται γιὰ νὰ ἀντικρύσει ἐπιτέλους τὴ σμίξη τῶν νερῶν. Πρόκειται γιὰ ὑπαινικτικὴ φιλοσοφικὴ ταύτιση μὲ τὸ γνωστὸ ἀπόφθεγμα,  τοῦ σκοτεινοῦ Ἐφέσιου, ἐξόχως ἀγαπητοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιητές:

λέγει που Ἡράκλειτος ὅτι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει καὶ ποταμοῦ ῥοῆι ἀπεικάζων τὰ ὄντα λέγει ὡς δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα διόλου δὲν αἴρει τὴν εἰκόνα μιᾶς ἀπερήμωσης, ψυχικῆς καὶ πραγματικῆς. Εἶναι ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα τῆς κρίσης:

Στὸν Περισσὸ ἀχνὰ φωτίζει.
Μόνος.—Κι ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο ποιητὴ
ἐσὺ ἔχεις  φύγει—
Μόνος ξεμακραίνω.
Ἄδειες ὑφαντουργίες
δρόμοι λασπωμένοι
ἡ Μουταλάσκη καὶ τὸ Τρία Ἄλφα.
Τὸ πρωινὸ τραῖνο μόλις ἀκούστηκε.
Συλλογίζομαι
τοῦ λαβυρίνθου τὶς στοὲς
(ὄνειρο ἦταν)
τὴν ἔξοδο στὴ σμίξη
(κι αὐτὸ ὄνειρο)

Ἡ σύνθεση ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ Σινόπουλου  στὸν κόσμο τοῦ ἐπέκεινα  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ἡ σκιά του, γιὰ νὰ συνομιλήσει φιλικὰ μὲ τὴν  Τριλογία τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ.

Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε στὴν τελευταία εἰκόνα  μὲ τὴν ὁποία κλείνει καὶ ἡ ποιητικὴ σύνθεση:

Μ᾿ ἕνα χρυσὸ
νόμισμα στὸ χέρι
ξυπόλυτος, τὸ παντελόνι
πάνω ἀπ᾿ τὰ γόνατα
ψάχνοντας ἰσορροπία
στὶς γλιστερὲς πέτρες
μόνος, ἀντίθετα στὸ ρεῦμα
ἀνηφόρισες τὸ μεγάλο ποτάμι.

Πρόκειται γιὰ ἀνατροπὴ τῆς καθοδικῆς εἰς Ἅδου πορείας ποὺ προαναγγέλλει ἡ Τρίτη ἑνότητα. Τὸ νόμισμα ποὺ κρατάει ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι γιὰ τὸν περατάρη  Χάροντα, ἀλλὰ διαβατήριο ποὺ ὁδηγεῖ (χαρακτηριστικὸ τὸ ρῆμα ἀνηφόρισες) στοὺς οὐρανοὺς τῆς ποιητικῆς ἀθανασίας.

Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τιμὴ ποὺ ὑπαινικτικὰ ἀποδίδει στὸν Τάκη Σινόπουλο ἡ Τριλογία 17, ἐνῶ παράλληλα κατορθώνει να ὑπερβεῖ το πλαίσιο μιᾶς ἐξαρτημένης ποιητικῆς συνομιλίας και νὰ αὐτονομηθεῖ σὲ μιὰ σύνθεση ποὺ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς φωνῆς του δημιουργοῦ της, Ξάνθου Μαϊντᾶ.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ για το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη από την ίδια βραδιά. 

Ποιητική αλληλεγγύη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε σε χρονιά σημαδιακή για την πολιτική και άλλη ιστορία του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω αν τα νούμερα προοιωνίζονται τη ζωή των ανθρώπων όπως κάποιοι μυστικιστές και αριθμολόγοι φρονούν, όμως το 1917 και οι απώτερες προεκτάσεις του αποδείχτηκαν πράγματι οιωνός βαρύς για εκείνον. «Ποιητή του αίματος, του αδελφικού αίματος, του Εμφυλίου», τον αποκάλεσε ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, και για να τον διακρίνει από τους ποιητές της Αριστεράς που την πλατιά εκείνη σύρραξη την είδαν από την στενή οπτική της ποίησης της ήττας, συμπληρώνει: «Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια αισχύλεια τόλμη».

Εύλογο λοιπόν ένα βιβλίο που του απευθύνεται, να τη μνημονεύει εκείνη τη δυσοίωνη γενέθλια χρονιά, προετοιμάζοντας ήδη από το εξώφυλλο τον αναγνώστη: Τριλογία 17 λοιπόν. Με τρία ποιήματα, όσα και τα μέρη του βιβλίου του, διαλέγεται με τον Σινόπουλο, ο Ξάνθος Μαϊντάς. Και μάλιστα η συνάντησή τους αυτή είναι, μπορεί να πει κανείς, η τρίτη. Προηγήθηκε η θεσμική της ανάλογη, στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, πρόεδρος του οποίου εδώ και κάμποσα χρόνια είναι ο Μαϊντάς, με θητεία ουσιαστική και ευδόκιμη. Ακολούθησε το 2016 στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το Μεγάλο μαύρο φως: Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) η διεξοδική μελέτη και ανθολόγηση από το έργο του που του αφιέρωσε, στο πλαίσιο της σειράς του Ιδρύματος Σινόπουλου για τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές των τελευταίων δύο αιώνων. Και έπεται τρίτη τούτη εδώ, η ποιητική, που είναι ασφαλώς η πιο μύχια, και η πιο προσωπική.

Σηκώνεσαι καὶ βηματίζεις,
κάπου στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ
στεκόμαστε ἀντίκρυ.
Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις,
βαθιὲς εἶν’ οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της,
ἴδιες ρυτίδες.

Gustave_Courbet_018Το βιβλίο του Μαϊντά είναι μαζί μονόλογος, διάλογος και εγκώμιο προς τον πρεσβύτερο ομότεχνο. Μονόλογος, κατ’ αρχάς, γιατί είναι λόγος πρωτοπρόσωπος: το ύφος οικείο, χαμηλόφωνο, εμπιστευτικό, μοιρασμένο σε στίχους κι αυτούς κουβεντιαστούς, σύντομους, κάποτε και κοφτούς, ο ρυθμός φυσικός, συνήθως ιαμβικός. Διάλογος, γιατί τα όσα λέγονται στα ποιήματα αυτά μιλούν, αφορούν, κάποτε και βιογραφούν τον Σινόπουλο: η Ιωάννα και ο Θωμάς και η Μάγδα, ο “Ελπήνωρ” και ο “Νεκρόδειπνος”, ο Περισσός και το σπίτι της οδού Ναζλή 22, της τωρινής Τάκη Σινόπουλου 22. Ένα προσκλητήριο τελείται στους στίχους του Μαϊντά, ο λογοτεχνικός κόσμος του ποιητή, αλλά και ο βιοτικός κόσμος του κατά κόσμον Πάικου Σινόπουλου, ιατρού, από τον Πύργο της Ηλείας, εδώ ανακαλούνται, επιστρέφουν. Κι αν κατά τον περίφημο στίχο του Σινόπουλου ο ποιητής μοιράζεται στα δυο, εδώ, στο βιβλίο του Μαϊντά, ο ποιητής πια δεν μοιράζεται αλλά διπλασιάζεται, οι δύο φωνές ενίοτε ταυτίζονται και γίνονται μία και κοινή:

Μένω Ναζλῆ 22.
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη.
Εἶναι βαθιὰ ἡ νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

Τέλος, εγκώμιο. Είναι μεγάλη βέβαια η παράδοση, μακριά η γραμμή των από ποιητή προς ποιητή εγκωμίων στην γλώσσα μας. Μερικά από τα πιο αβρά, τα πιο τρυφερά, αλλά και τα πιο ρωμαλέα ποιήματα της λογοτεχνίας μας είναι τέτοια. Επιτάφια ως επί το πλείστον νεκρολογήματα, κάποτε και όχι. Τι να πρωτομνημονεύσω; Τον Μαρκορά να αναπολεί εμπρός στην φωτογραφία του Ιάκωβου Πολυλά;

Λὲς καὶ δὲ σ’ ἔχει ὁ θάνατος, χρυσέ μου φίλε, ἀρπάξει.
Ἐδῶ τὸ φῶς εὐτύχησε πιστὰ νὰ σὲ χαράξει.

Τον Παλαμά να αναθυμάται τον νεαρό Μαλακάση;

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι…

Τον Οδυσσέα Ελύτη να προσκυνά με δέος μες στο τριανταφυλλί φως της αυγής τη σκιά του Διονυσίου Σολωμού;

Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ’ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες.

Τι άλλο είναι η παράδοση, είπαν, παρά αλληλεγγύη; Αλληλεγγύη ανάμεσα στους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους. Αυτή την πολύτιμη, αυτή την ακριβή παράδοση έρχεται με τούτο εδώ το βιβλίο του να προεκτείνει άξια ο Ξάνθος Μαϊντάς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ το κείμενο της Τασούλας Καραγεωργίου από την ίδια βραδιά. 

Ξάνθος Μαϊντάς, Η παλιά υπηρέτρια

Singer
              
                     Στέκεται στην γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι του σπιτιού,
άξια για εργασία ακόμη
όμως κανείς δεν την καταδέχεται.
Γιατί κανείς δεν ξέρει
τις ικανότητές της.
 
Στέκεται μόνη,
παλιά σεβάσμια υπηρέτρια,
που οφείλει σύντομα να πεθάνει
για να αδειάσει τη γωνιά,
τον τόπο της.
Κι ας την θαυμάζουν όλοι,
τα παλιά έχουν χάρη.
Η χρήση τα έχει εξευγενίσει .
 
Στέκεται μόνη
η παλιά μας Singer.
Η αιωνόβια.

                ~.~

Τα λεφτά μου τα έβγαλα
ένα δαμάλι του παππού του Θεοχάρη
κι ένα τάλιρο ακόμη.
Έραψα παντελονάκια των μικρών
εσώρουχα με δαντέλες
μα και νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι εγγονές.
Στην κατοχή κρύφτηκα
από τους Ιταλούς,
μαζί με το πιστόλι του παππού.
Σκέβρωσε το καπάκι, το ντύσιμό μου
μα εγώ στη θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι όλα εντάξει.
 
Τους έραψα, τους έντυσα
κι ακόμα αξίζω,
μα αυτοί με παραπέταξαν θαυμαστικά
γιατί είναι αυτοί που δεν μπορούν
ούτε κλωστή στην τρύπα να περάσουν
κι αν την περάσουν τι;
ούτε τη ρόδα με το χέρι να γυρίσουν
ούτε ένα χάδι στο πανί,

ένα στριφώνι ή ένα γάζωμα.

Έτσι ανήμποροι,
εύκολοι αγοραστές του έτοιμου,
δήθεν ωραίου
χαζεύουν το σχήμα και τη γραμμή
το στέρεο μέταλλο της ρόδας μου
και το αστραφτερό ατσάλι της βελόνας,
καθώς με παίζουν και με περιπαίζουν,
εκεί στη γωνιά του σπιτιού τους
άχρηστη και διακοσμητική. 

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ