Ξάνθος Μαϊντάς

Ξάνθος Μαϊντάς, Η παλιά υπηρέτρια

Singer
              
                     Στέκεται στην γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι του σπιτιού,
άξια για εργασία ακόμη
όμως κανείς δεν την καταδέχεται.
Γιατί κανείς δεν ξέρει
τις ικανότητές της.
 
Στέκεται μόνη,
παλιά σεβάσμια υπηρέτρια,
που οφείλει σύντομα να πεθάνει
για να αδειάσει τη γωνιά,
τον τόπο της.
Κι ας την θαυμάζουν όλοι,
τα παλιά έχουν χάρη.
Η χρήση τα έχει εξευγενίσει .
 
Στέκεται μόνη
η παλιά μας Singer.
Η αιωνόβια.

                ~.~

Τα λεφτά μου τα έβγαλα
ένα δαμάλι του παππού του Θεοχάρη
κι ένα τάλιρο ακόμη.
Έραψα παντελονάκια των μικρών
εσώρουχα με δαντέλες
μα και νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι εγγονές.
Στην κατοχή κρύφτηκα
από τους Ιταλούς,
μαζί με το πιστόλι του παππού.
Σκέβρωσε το καπάκι, το ντύσιμό μου
μα εγώ στη θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι όλα εντάξει.
 
Τους έραψα, τους έντυσα
κι ακόμα αξίζω,
μα αυτοί με παραπέταξαν θαυμαστικά
γιατί είναι αυτοί που δεν μπορούν
ούτε κλωστή στην τρύπα να περάσουν
κι αν την περάσουν τι;
ούτε τη ρόδα με το χέρι να γυρίσουν
ούτε ένα χάδι στο πανί,

ένα στριφώνι ή ένα γάζωμα.

Έτσι ανήμποροι,
εύκολοι αγοραστές του έτοιμου,
δήθεν ωραίου
χαζεύουν το σχήμα και τη γραμμή
το στέρεο μέταλλο της ρόδας μου
και το αστραφτερό ατσάλι της βελόνας,
καθώς με παίζουν και με περιπαίζουν,
εκεί στη γωνιά του σπιτιού τους
άχρηστη και διακοσμητική. 

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Advertisements

Ο Καρούζος του Πατίλη

NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988 τμήμα 2Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος αποτελεί ένα σύγχρονο Αισθητικό Δοκίμιο, όπου μέσα σε περίπου 100 σελίδες ο συγγραφέας καταθέτει  ένα πλήρες σύνολο προτάσεων, κατηγορήματα ύψους, ώστε να γίνει δυνατή η ανάλυση και διερεύνηση του δύσκολου έργου του Νίκου Καρούζου.

Και αυτό ο Γιάννης Πατίλης το επιτυγχάνει με τον πλέον εντελή τρόπο. Συγχρόνως η δύναμη αυτού του δοκιμιακού έργου είναι τέτοια, ώστε μπορούμε αβίαστα να προβλέψουμε ότι στο μέλλον θα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στην ανάλυση και μελέτη της ποίησης.

Από τα αξιόλογα σημεία ακτινοβολίας του έργου, που παράγουν ένα ευρύτατο φάσμα αισθητικών καταθέσεων, θα εστιάσω την προσοχή μου, στο παρόν large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;

Φαίνεται πως χρειάστηκε η ψηλάφηση ενός τόσο στιβαρού σύγχρονου ποιητικού έργου και ο κατάλληλος ιχνηλάτης-ερευνητής για να αναδειχθεί μέσα στο μεγάλο έργο της αρχαιότητας η αδυναμία. Έτσι ο Γιάννης Πατίλης στα περί ύψους κατηγορήματα του Λογγίνου προτείνει μια νέα διάσταση του υψηλού. Ας την παρακολουθήσουμε από τον ίδιο.  Είναι το τέλος του κεφαλαίου του με τον τίτλο “Σώμα” από την εισαγωγή του βιβλίου.

Συγγραφέας του πρώτου χριστιανικού αιώνα, πατώντας και με τα δυο του πόδια στον παγανιστικό κόσμο και βαθιά ριζωμένος στην καλύτερη πνευματική του παράδοση, ο λαμπρός σε κριτική φιλολογική σκέψη και πολιτική σοφία δημιουργός του Περί Ύψους δεν παραλείπει να θεολογεί. Μολοντούτο, το αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο από τον ίδιο κύρος της πολιτιστικής του αγωγής και παράδοσης, και η πιθανότατη απουσία σχετικής προσωπικής εμπειρίας και διαίσθησης για τα νέα τεκταινόμενα του καιρού του, δεν του επέτρεψαν να αντιληφθεί μια νέα διάσταση του υψηλού που μόλις γεννιόταν γύρω του: αυτήν που, όπως στον συγκλονιστικό πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί, αντικρίζει στραμμένη προς τα κάτω με συντριβή, την τραγωδία του ανθρώπου από το ύψος της αγωνίας του Σταυρού.

Είναι λοιπόν ο τρόπος του ποιητή και στοχαζόμενου ανθρώπου Νίκου Καρούζου. Είναι η συνάντησή του με το πνευματικό σημείο Χριστός καθώς και το χερουβικό μέρος της ταυτότητάς του. Συγχρόνως είναι η δυναμική ανάλυση του Γιάννη Πατίλη που δίνουν στο Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου νέα διάσταση. Μια αναγκαία διόρθωση λεπτής υφής.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

1494_10

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Αντιγόνης αντίλογος

Mark Rothko, Antigone (1941)

~ . ~

Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Την πρότασή σου για συμβιβασμό
την είχα προμαντεύσει, κι αυτό
μπορώ να πω το είχα απολαύσει.
Ναι την περίμενα. Αδύνατος εσύ
να στέκεις πιέζοντας και παζαρεύοντας
μελοδραματικά για εύκολη λύση.

Μου ζήτησες -το ήξερα αυτό,
μέρες τώρα το ήξερα- στη θέση
του νεκρού αδερφού μου Πολυνείκη
έναν άλλο δύσμοιρο απ’ τους νεκρούς
-έχοντας μεθύσει τους φρουρούς- να βάλεις
κι εγώ τον αδερφό μου από σένα
κρυφά την ίδια νύχτα, σε άνομη συναλλαγή
να πάρω και κάνοντας ότι χρειαστεί,
μακριά από της πολιτείας το σήμα
σε άγνωστο μέρος να τον θάψω.

Κι όλα αυτά για να φανείς στην πόλη,
εσύ Κρέοντα κι ο λόγος σου ο βασιλικός.

Αδιάφορος για την αλήθεια, τους λαβυρίνθους
και για τους δρόμους της τους σκοτεινούς.
Καταπατώντας τους ίδιους σου τους νόμους,
άπολις εσύ, της πολιτείας πολίτης πρώτος
πνιγμένος απ’ το βάρος της συναλλαγής.
Άπολις όχι μόνο εγώ, αλλά εσύ κυρίως.

Μάθε τώρα πώς έγιναν τα πράγματα
και τότε ίσως καταλάβεις
γιατί είναι οι ίδιες σου οι πράξεις
που σ’ έχουνε καταδικάσει.
Α! Τι θλιβερή εικόνα στους υπηκόους σου
θα δείξεις. Σ’ αυτούς που βασανισμένοι
από τις άγριες συνθήκες των καιρών
έχουν ακόμη στην ψυχή το βάρος
του εμφύλιου πόνου. Κι εσύ άθλιους
και πονηρούς και κακορίζικους
τους χλευάζεις και ισχυρίζεσαι
πως ήσυχοι και νωθροί κοιμούνται.

Νύχτα και όχι μόνη μου
έχοντας, πράγμα εύκολο, μεθύσει
τους φρουρούς,
έκλεψα κι έσυρα μακριά το πτώμα
του νεκρού Πολυνείκη. (Αίματα ξεραμένα
πρόσωπο φαγωμένο απ’ τα σκυλιά.)
Κρυφά τον έπλυνα, τον στόλισα,
τότε τον έθαψα και σ’ όλη τη Θήβα
το έκανα γνωστό.

Ω! Τι θεσπέσια νίκη, που μεγαλώνει
σαν σκέφτομαι τις πλάγιες ειρωνικές ματιές
και τα σαρδόνια χαμόγελα των υπηκόων σου.
Την θλιβερή εικόνα σου μπροστά τους,
το κύρος σου το καταρρακωμένο.
Αλλά κυρίως σαν σκέφτομαι
το τέχνασμά σου της συναλλαγής
που έχει καταρρεύσει.

Το θάνατό μου τον προσμένω,
ίσως και να τον έχω αποζητήσει
με όλα αυτά.

Γιατί μια τέτοια πράξη, αντίθετη
στις διαταγές και τους νόμους σου,
που σέβεται τους άγραφους κανόνες
της ζωής
(και μην βαυκαλίζεσαι πως μόνο
τους θεούς του Άδη λατρεύω)
μια τέτοια πράξη με θάνατο πληρώνεται.

Εσύ κρατήσου στην εξουσία
αν μόνο αυτό σε νοιάζει.
Να φαίνεσαι ισχυρός στους υπηκόους
κι ας είσαι έντρομος κι αδύναμος
μια και φοβάσαι.
Μα να το ξέρεις πως κάθε πράξη σου
ανέντιμη, κάθε ψέμα
όλο και πιο πολύ σε βυθίζει,
όλο και πιο κοντά στο θάνατο σε φέρνει
απροετοίμαστο, άβουλο και φοβισμένο.
Η εξουσία είναι κακός της γενναιότητας
δάσκαλος.

Κι αν σκέφτομαι τον Οιδίποδα τώρα,
αν με δάκρυα και θυμό φέρνω στη μνήμη
αυτόν που αφού σκότωσε τον πατέρα του
στης μάνας του το νυφικό κρεββάτι ανέβηκε
– και μη μου πεις πως όλα αυτά
δεν τα γνώριζε. Τα είχε καλά στο μυαλό του.
Ήταν από τον Απόλλωνα δοσμένα
κι ας έκανε πως δεν καταλάβαινε.

Αν τον Οιδίποδα σκέφτομαι τώρα
είναι γιατί σου μοιάζει. Ίδιο τέρας,
αλλοπαρμένος από την δική του εξουσία,
τυφλός πριν ο ίδιος τα μάτια του βγάλει,
άμυαλος και κουφός. Υπαίτιος για τη συμφορά
που έφερε στην πόλη.

Ανίκανος να δώσει τέλος στη ζωή του,
όχι μόνο τότε που έγινε το κακό,
αλλά και όταν βγήκε από το μαντείο,
εκείνο το μεσημέρι, με τον φρικτό χρησμό.

Αν ήθελε να μην επαληθευτεί
η θεϊκή προσταγή,
αν ήθελε να μην σκοτώσει τον πατέρα του
και να μοιχεύσει με την μάνα του,
θα μπορούσε να το είχε κάνει.
Βγαίνοντας από το ιερό θα μπορούσε
να είχε σκοτωθεί επί τόπου.

Πόσο βαριά είναι η αλήθεια
κι οι θεοί πόσο μακριά στέκονται
αβοήθητους αφήνοντας εμάς
τους ανθρώπους.
Μόνοι, λοιπόν στα μονοπάτια
της αναζήτησης, χωρίς θεούς
και σίγουρα χωρίς εσένα
ή τον πατέρα μου τον Οιδίποδα.

Κρέοντα αυτή ήταν η απόφασή μου
κι οι επακόλουθες πράξεις.
Το τέλος μου το γνωρίζω.
Πως, ίσως όχι μόνη, θα βρεθώ
σε νυφικό τάφο.

Μένει εσύ τώρα. Πρέπει να απολογηθείς
στην αγορά.
Αποφάσισε γιατί ήδη ακούγονται,
σε κατατρέχουν.

~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Αντίλογος της Αντιγόνης έπεται του Κρέοντα του Κώστα Κουτσουρέλη και συνομιλεί μαζί του.
2. Μερικοί στίχοι προς το τέλος του ποιήματος έχουν την προέλευσή τους στο Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου.

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Εν Κνίδω, Δ΄ π.Χ. αιώνας

afroditi

~ . ~

Στην πόλη έγινε γνωστό πως συνευρέθη με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αξιοθαύμαστη, του νέου επισκέπτη, η τρέλα και το πάθος
να αισθανθεί την ιερή σάρκα, όμως η θεϊκή η δύναμή της
κι η σύνεση της πολιτείας τιμώρησαν το ανίερό του λάθος.

Καμία έπαρση στην πράξη του αυτή
σαν θέλησε να νοιώσει δική του την άψυχη την πέτρα
και ν’ απολαύσει ολύμπια ηδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχέ της καλλιπύγιας εραστή, του κάτεργου τις μέρες τώρα μέτρα.

Ω! πόσο βέβηλοι οι αιώνες που πέρασαν αλλάζοντας τα ήθη.
Φάνηκε, ναι φάνηκε αυτό στο ξέφραγο των Παρισίων Λούβρο
στην ξιπασιά μεσήλικα που χάιδευε χλευαστικά της απαράμιλλης θεάς τα στήθη.

Και δεν κατάλαβε κανείς πως άλλο ο θλιβερός του αιώνα μας επιδειξίας
(που είχε κακάσχημο το απαράδεκτό του μούτρο)
και άλλο ο ερωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιάς της θεϊκής Κνιδίας.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ