Ντίνος Σιώτης

Κώστας Λάνταβος: Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών

του ΚΩΣΤΑ ΛΑΝΤΑΒΟΥ

Κώστας Λάνταβος

Από τον ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβο λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από άρθρο δημοσιευμένο στο δεύτερο τεύχος μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρομαι πιο κάτω έχει να κάνει με τη μετάφραση μου του Αντίνοου του Φερνάντο Πεσσόα και την περιπέτεια που είχε μέχρι να εκδοθεί το 2006 από τις Εκδόσεις Αρμός και το οποίο σχετικά σύντομα έκανε και δεύτερη έκδοση. Το παραδίδω για προδημοσίευση (αποτελεί ένα κεφάλαιο από βιβλίο μου που φιλοδοξώ να εκδώσω στο μέλλον και θα αφορά τα παραλειπόμενα της εμπειρίας στα Γράμματα) με αφορμή την αναφορά του φίλου ποιητή Ντίνου Σιώτη στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού («Δημιουργική λογοκλοπή», ΝΠ2, σ. 234-236). Το συμβάν είναι γνωστό στη συντεχνία, αλλά θεωρώ χρήσιμο ν΄ ακουστεί και δημόσια. Αφορμή για το γεγονός που περιγράφω στάθηκε η απόφαση και η θέλησή μου να μεταφράζω, αλλά δεν είχα – ατυχώς – για μένα την άδεια του Βλαβιανού, ο οποίος μάλλον θα πρέπει να χορηγεί πιστοποιητικά αγγλικής γλωσσομάθειας, χωρίς βέβαια να έχει ανακοινωθεί στον Τύπο ότι έχει επίσημη αρμοδιότητα επ΄ αυτού. Και επισημαίνω ότι αναφέρομαι στον μεταφραστή Βλαβιανό, τις μεταφράσεις του οποίου τιμώ (και είναι η μόνη του προσφορά στα ελληνικά γράμματα κατά τη δική μου κρίση), αλλά δεν αναφέρομαι διόλου στον ποιητή Βλαβιανό, διότι (παρά την επιείκεια του Ντίνου Σιώτη, που λέγει πως «αν έχει γράψει κάνα δυό ποιήματα») , θεωρώ, πάντα κατά την δική μου κρίση (και η κρίση μου αυτή είναι αυστηρά αισθητικού χαρακτήρα), πως ο Βλαβιανός δεν είναι ποιητής.

Την μετάφραση του Αντίνοου την δούλεψα σχεδόν ενάμισυ χρόνο, και πριν την παραδώσω στον εκδότη μου την διάβασα στον φίλο μου Μάκη Λαχανά. Μου έδωσε λύσεις σε κάποια σημεία που είχα αμφιβολίες και στο τέλος του Αυγούστου του 2001 οριστικοποίησα το τελικό κείμενο. Ιδού λοιπόν τι επακολούθησε.

«Αφού είχα έτοιμο το βιβλίο κατέβηκα στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους με σκοπό να το προτείνω στον εκδότη μου προς έκδοση. Ο οποίος – όπως πάντα – δέχτηκε με προθυμία. Τις ίδιες εκείνες μέρες, εντελώς τυχαίως, συνάντησα τον ποιητή και εκδότη του περιοδικού Δέντρο Κώστα Μαυρουδή, σε κάποιο κτήριο του υπουργείου Πολιτισμού, κάπου πίσω απ το Μουσείο. Εκείνος πήγαινε να δει την κ. Άλκηστη Σουλογιάννη, διευθύντρια τότε του Τμήματος Μορφωτικών(;) Υποθέσεων ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων, κι εγώ να συναντήσω συγγενικό μου πρόσωπο, υψηλόβαθμο στέλεχος επίσης του υπουργείου. Τα είπαμε στα γρήγορα και, ως είθισται μεταξύ λογοτεχνών όταν έχουν καιρό να τα πουν, με ρώτησε τι γράφω ή αν έχω κάτι έτοιμο. Με τον Κώστα είχαμε καλή σχέση, είχα δημοσιεύσει κάμποσες φορές στο περιοδικό του και τον εμπιστευόμουν γενικώς. Του είπα πως είχα έτοιμη μια μετάφραση, τον Αντίνοο του Πεσσόα και πως θα εκδιδόταν από τον Αρμό. Τον παρακάλεσα να μην το αναφέρει σε κανέναν και οπωσδήποτε όχι στον μεταφραστή Χάρη Βλαβιανό, γιατί είχα διαβάσει πως επρόκειτο να μεταφράσει Πεσσόα και φοβόμουν μήπως συμπέσουμε. Μου πρότεινε μάλιστα να δημοσιεύσει ένα μέρος στο επόμενο τεύχος του Δέντρου –όπως και έγινε– και τον ευχαρίστησα για την ευγενική του πρόταση. Δυστυχώς, με τον εκδότη μου δεν λάβαμε υπ΄ όψιν τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα, γεγονός που το βρήκαμε μπροστά μας δεδομένου ότι με την αλλαγή της νομοθεσίας τα συγγραφικά δικαιώματα παύουν να ισχύουν όταν συμπληρωθούν εβδομήντα πέντε χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα.

Αργότερα, λίγους μήνες μετά – δε θυμάμαι ακριβώς – και ενώ βρισκόμουν στο σπίτι μου στη Λάρισα, νομίζω ήταν μεσημέρι, δέχτηκα ένα απρόσμενο και λίαν αγενές τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Βλαβιανός, ο οποίος χωρίς καν με χαιρετίσει με ρώτησε με οργίλο ύφος και στον ενικό: «δε μου λές που τα έμαθες εσύ τα αγγλικά και τολμάς να μεταφράζεις Μπλέηκ, Πάουντ και τώρα Πεσσόα;» Πριν καλά-καλά συνέλθω απ΄ τον αιφνιδιασμό και τη θρασεία αγένεια του συνομιλητή μου, με ρώτησε ακόμα «έχεις ζήσει στην Αγγλία;» Όχι, του απάντησα. «Έ, τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μεταφράζεις από τα αγγλικά». Η έκπληξη μου – ή μάλλον η αποπληξία που υπέστην- ήταν τέτοια που πριν προλάβω να συνέλθω και ν΄ αρθρώσω έναν λόγο, μου έκλεισε στα μούτρα το τηλέφωνο.

Να σημειώσω εδώ ότι τον κύριο αυτόν δεν τον είχα συναντήσει ποτέ, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, δεν ήξερα καν πως είναι σαν ανθρώπινη φιγούρα. Τον γνώριζα από τις μεταφράσεις του και από τις αναφορές του Τύπου στο πρόσωπό του. Μπορεί να φαντασθεί κανείς πώς ένοιωσα. Κάθισα στον καναπέ και προσπάθησα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Πρώτον, σκέφτηκα, από πού άντλησε ο άνθρωπος αυτός το δικαίωμα να συνομιλήσει μαζί μου αφού ούτε καν με γνώριζε; Δεύτερον, πόσο αλήθεια ενοχλήθηκε για να φτάσει στο σημείο να αναζητήσει και βρει τον αριθμό του τηλεφώνου μου για να με επιπλήξει για κάτι που δεν τον αφορούσε άμεσα, ούτε προσέβαλε τα συμφέροντά του; Τρίτον, τον είχε διορίσει κανείς τοποτηρητή της μεταφραστικής τύχης των έργων του Μπλέηκ, του Πάουντ και του Πεσσόα; Τέταρτον, αγνοούσε μήπως το γεγονός πως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες, μείζονες και ελάσσονες είχαν μεταφράσει ξένους ποιητές και πεζογράφους χωρίς να έχουν ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό με πρώτον και καλύτερο τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη; Αγνοούσε ότι ο Γιώργος Κοροπούλης μετέφρασε ποίηση Μπόρις Πάστερνακ με την βοήθεια ρωσομαθούς που έκανε την κατά λέξη μετάφραση κι εκείνος ανέλαβε να της δώσει ποιητική φόρμα; Πέμπτον, όποιος μεταφράζει και δημοσιεύει τις μεταφράσεις του εκτίθεται δημοσίως και πως ο καθένας που έχει τις αντιρρήσεις του ή τις ενστάσεις του για την ποιότητα των μεταφράσεων μπορεί να τις εκφράσει γραπτώς και δημοσίως και να κατακεραυνώσει τον μεταφραστή; Ο ποιητής Νίκος Φωκάς είχε ήδη δημοσιεύσει αρνητική κριτική για την μετάφρασή μου στον Μπλέηκ, γιατί δεν έκανε κι εκείνος το ίδιο; Δόξα τω Θεώ και περιοδικό διηύθυνε και πρόσβαση στον ημερήσιο Τύπο είχε. Γιατί δεν έγραφε ό,τι απαξιωτικά μου είπε, παρά μου τηλεφώνησε –ως μη όφειλε– και έδειξε έναν χαρακτήρα που δεν υποπτευόμουν πως είχε;

Δεν μπορούσα να εννοήσω τί τον οδήγησε σε τέτοια συμπεριφορά, ποιες αγωνίες και ανασφάλειες πιθανώς κουβαλούσε, τί νόμιζε πως θα επιτύχει. Και αδυνατώντας να κατανοήσω την αδιανόητη για καλλιεργημένο άνθρωπο συμπεριφορά, αρκέστηκα στη γνωστή διαπίστωση: «άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», προσθέτοντας το δικό μου συμπέρασμα, πως δηλαδή «πιο άβυσσος δεν γίνεται». Κάποιος άλλος θα μπορούσε να προσθέσει πως επρόκειτο για μια αναιδέστατη συμπεριφορά ενός επηρμένου αθηναίου πολίτη προς έναν «υποτελή επαρχιώτη»…

Η ιστορία αυτή είχε δυστυχώς συνέχεια και πολύ δυσάρεστη. Ο εν λόγω μεταφραστής μετέφερε τα νέα του Αντίνοου στη Μάγδα Κοτζιά, εκδότρια του Εξάντα, η οποία είχε αγοράσει τα συγγραφικά δικαιώματα των έργων του Πεσσόα για την ελληνική γλώσσα. Αυτή τη λεπτομέρεια, ουσιώδη όμως, δεν την γνώριζε ούτε ο εκδότης μου. Εκ των υστέρων και κάνοντας τους αριθμητικούς υπολογισμούς (ο Πεσσόα είχε πεθάνει το 1935 και ήδη εξέπνεε το 2001) δεν καταλάβαινα προς τί αυτή η αγορά δικαιωμάτων, αφού το 2005 συμπληρώνονταν τα 75 χρόνια που προέβλεπε η διεθνής νομοθεσία και το έργο του Πεσσόα θα μπορούσε πλέον να το εκδώσει όποιος εκδοτικός οίκος το επιθυμούσε. Κι ακόμα πιο περίεργο μου φαινόταν όλο αυτό, δεδομένου ότι ο Εξάντας δεν είχε εκδώσει ακόμα κανένα βιβλίο του Πεσσόα. Αυτές οι σκέψεις όμως απασχολούσαν προφανώς μόνο τη δική μου λογική.

Η εκδότρια λοιπόν του Εξάντα αφού έμαθε τα νέα απ΄ το φιλόδοξο μεταφραστή της, τηλεφώνησε στον Γ. Χατζηϊακώβου κι ούτε λίγο ούτε πολύ τον απείλησε πως αν τολμήσει να εκδώσει τον Αντίνοο θα προβεί σε ασφαλιστικά μέτρα για να εμποδίσει την κυκλοφορία του. Φυσικά και είχε δίκιο σύμφωνα με το νόμο, κι έτσι ο Αντίνοος έμεινε στο συρτάρι μέχρι το 2006, οπότε εξεδόθη, πήγε καλά εμπορικά και σχετικά συντόμως έκανε και δεύτερη έκδοση. Οφείλω εδώ να σημειώσω τη στάση του Κώστα Μαυρουδή μετά την ατυχή έμπνευσή του να μεταφέρει στον Βλαβιανό όσα τον είχα παρακαλέσει να μην πει. Ο Κώστας όταν τον ενημέρωσα σχετικώς, αμέσως μετά το ανήκουστο τηλεφώνημα που δέχτηκα, ένοιωσε πολύ άσχημα, πρώτον γιατί δεν σεβάστηκε την επιθυμία μου, δεύτερον διότι δεν κράτησε τον λόγο του και τρίτον και χειρότερο για την βάρβαρη τηλεφωνική επίθεση που δέχτηκα. Μου ζήτησε συγνώμη, την δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και ομολογώ πως δεν μου έμεινε καμία πικρία γιατί είμαι πεπεισμένος πως δεν μπορούσε να προβλέψει μια τέτοια εξέλιξη.

Βεβαίως το περιστατικό αυτό έγινε γνωστό σε αρκετούς ανθρώπους της συντεχνίας, οι περισσότεροι των οποίων, όπως δήλωσαν, δεν εξεπλάγησαν για την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μεταφραστή διότι είχαν υπ΄ όψιν τους και άλλες απροσδόκητες συμπεριφορές του. Ερμήνευαν δε αυτές τις συμπεριφορές ως προϊόντα της αγωνίας που τον διακατείχε να κατακτήσει διασημότητα και να ασκήσει εξουσία στο συνάφι. Όπως και να ΄χει, παρόμοια συμβάντα μου προξενούν μόνον θλίψη…

Αν αναφέρω το γεγονός αυτό, δεν το κάνω για να στηλιτεύσω μια άδικη, τουλάχιστον, συμπεριφορά, αλλά για να πω στον αναγνώστη πως άλλο πράγμα είναι το έργο –μεγάλο ή μικρό– ενός καλλιτέχνη και άλλο πράγμα η προσωπικότητα κι ο χαρακτήρας του. Και ότι η ιδιότητα του καλλιτέχνη δε σημαίνει απαραίτητα και εξαίρετο άνθρωπο. Το έργο μπορεί να είναι μέγα και ο καλλιτέχνης ως άνθρωπος να είναι απαίσιος έως και άθλιος. Υπάρχου πολλά παραδείγματα μεγάλων καλλιτεχνών με τεράστιο έργο που ως άνθρωποι όμως δεν ήταν και ό,τι το καλύτερο. Ο μέγας Βίκτωρ Ουγκώ συμπεριφέρθηκε με τον πιο σκληρό τρόπο στην θυγατέρα του διότι διαφώνησε με την ερωτική της επιλογή. Μια πράξη που ουδόλως ταίριαζε στον λογοτεχνικό του μύθο. Γι΄ αυτό συνιστώ στον αναγνώστη να μην μυθοποιεί ποτέ λογοτέχνες, ζωγράφους και πάσης φύσεως καλλιτέχνες, διότι όταν αργότερα –μέσω βιογραφιών ή άλλων ντοκουμέντων– μάθει τα της προσωπικής των ζωής, η απογοήτευση τον περιμένει στη γωνία. Ας περιοριστεί ο άδολος αναγνώστης στο να θαυμάζει το έργο τέχνης που τον συγκινεί κι ας λησμονήσει εντελώς τον άνθρωπο που το δημιούργησε. Εξάλλου το έργο τέχνης μένει, ο καλλιτέχνης ως όναρ παρέρχεται…»

ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΝΤΑΒΟΣ

Advertisements

ΛΟΓΟΚΛΟΠΙΑΣ ΤΙΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ 2

ΚΑΙ Ο κ. ΠΑΣΤΑΚΑΣ…

Το πράγμα γίνεται όλο και πιο κωμικό. Μετά τον κ. Βασίλη Λαλιώτη (αλλέως Γιώργο Μίχο) και την προσπάθειά του να ελαφρώσει τη θέση του Χ. Βλαβιανού από τη σωρεία τεκμηριωμένων λογοκλοπών που τον βαραίνουν (βλ. ΝΠ1 και άρθρο του Ντ. Σιώτη στην Καθημερινή της 13.4.), τη σκυτάλη παίρνει πλέον ο κ. Σωτήρης Παστάκας, διευθυντής του Ποιείν…

Η στάση του Ποιείν και του κ. Παστάκα έναντι του Βλαβιανού τα προηγούμενα χρόνια είναι τοις πάσι γνωστή. Με σειρά δημοσιευμάτων τους (βλ. ενδεικτικά τις αναρτήσεις του Ποιείν στις 21.9.2007, 5.1.2008 , 9.1.2008) συνοδευόμενων από πάμπολλα σχόλια (άλλοτε τεκμηριωμένα και άλλοτε εμπαθή ή και ευθέως υβριστικά – ανάμεσά τους ξεχωρίζουν εκείνα του Μίχου), Ποιείν και Παστάκας είχαν επιδοθεί σε σταυροφορία όχι μόνο κατά του Βλαβιανού και των λογοκλοπών του αλλά και των υποστηρικτών του στον Τύπο και την κριτική, ιδίως του Ευριπίδη Γαραντούδη.

Ιδού λ.χ. σχόλιο του Παστάκα της 22.9.2007:

«Εκεί έσπειρε κι εκεί θέρισε ο Βλαβιανός και τα πληρωμένα του αντρείκελα, δες Γαραντούδης και σία…Πολύ χώρο τους αφήσαμε και πως τους τον παίρνεις πίσω… Από την άλλη είναι να την ζηλεύεις τέτοια προσήλωση… 15 χρόνια τώρα ο Γαραντούδης δεν απέκτησε καινούρια αγάπη,,,ό,τι του συγχωρήσαμε το ΄97 δεν του το συγχωρνάμε τώρα…Επιμένει με προσήλωση γκάμπλερ στα πρόσωπα της νεότητάς του αν και γνωρίζει ο ίδιος πως ο Βλαβιανός είναι ζήροξ, ο Μπουκάλας ανύπαρκτος, ο Καψάλης μέτριος, ο Χατζόπουλος…..θολός κι ο ίδιος ο Γαραντούδης σε διεταταγμένη υπηρεσία.»

http://web.archive.org/…/archives/1420/index.html (βλ. σχ. 24, σήμερα διεγραμμένο)

Και ιδού πώς πρόβαλαν τότε το σκάνδαλο των λογοκλοπών (σήμερα όλο το ποστ είναι διεγραμμένο): http://web.archive.org/…/www…/archives/1719/index.html

Ωστόσο, από ένα χρονικό σημείο και μετά, Παστάκας και Ποιείν κάνουν στροφή 180 μοιρών. Από κήνσορες και τιμητές γίνονται προβολείς και προωθητές του Βλαβιανού. Οι παλιές επικριτικές αναρτήσεις τους και σχόλια όπως το παραπάνω είτε μετριάζονται είτε διαγράφονται εντελώς. Από το 2012 και εντεύθεν ο Βλαβιανός φιλοξενείται στο Ποιείν τρεις φορές με δικά του κείμενα ή παρουσιάσεις του έργου του (βλ. αναρτήσεις στις 16.1.2012, 13.12.2012, 18.1.2014). Παράλληλα, ο Παστάκας συνεργάζεται με την Ποιητική, το έντυπο περιοδικό του Βλαβιανού. Στις 13.12.2012 μάλιστα, ως επισφράγιση της νέας τους φιλίας, ο Βλαβιανός συμπαρουσιάζει βιβλίο του Παστάκα σε εκδήλωση στο Polis Café στην Αθήνα…

Το να αλλάζει κανείς φίλους και προτιμήσεις είναι δικαίωμά του. Δικαίωμά του επίσης αναφαίρετο είναι να γλείφει όπου προηγουμένως έφτυνε, όσο απωθητικό κι αν φαντάζει αυτό σε ορισμένους από εμάς… Το να έρχεται όμως χθες, 16.4.2014, ο κ. Παστάκας και να ισχυρίζεται ότι κατά του Βλαβιανού

«δεν υπήρξε καμία επίθεση του περιοδικού μας. (το ποιείν είναι θέση κι όχι αντίθεση).»

http://www.poiein.gr/archives/date/2014/04/16

προκαλεί το λιγότερο γέλωτα. Για να μην πούμε ότι ασεβεί κατά του πνεύματος των Παθών και της Μεγάλης Πέμπτης…

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΥΓ. 1 Με τον κ. Παστάκα προσωπικά δεν έχω να χωρίσω τίποτα. Ούτε γνωρίζω τον άνθρωπο. Έως τον Σεπτέμβρη του 2009 που απρόκλητα με προσέβαλε με σχόλιό του στο Ποιείν, έτυχε να δημοσιεύσω τρεις ή τέσσερις φορές κείμενά μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό του, συνήθως με πρωτοβουλία της Σοφίας Κολοτούρου, τότε συνεργάτιδας του περιοδικού. Είναι πρόδηλο ότι ο κ. Παστάκας μου επιτίθεται επειδή φαντάζεται ότι έτσι πλήττει τον Γιάννη Πατίλη, του οποίου για κάποιο λόγο με θεωρεί φερέφωνο. Και τον οποίο Γιάννη Πατίλη, για λόγους εξίσου ανεξιχνίαστους, εδώ και λίγα χρόνια αυτός και ο κ. Λαλιώτης/Μίχος θεωρούν εχθρό τους και του επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία, παρότι παλαιοί συνεργάτες του αμφότεροι στο Πλανόδιον. Δεν έχω καμιά διάθεση να υπεισέλθω στα καθέκαστα αυτής της παράδοξης σχέσης, ο Πατίλης δεν έχει χρεία συνηγόρου… Η στάση του καθενός, η σταθερότητα των φίλων και των πεποιθήσεών του εν προκειμένω, τα λέει για όλους όλα.

ΥΓ. 2 Πλήρη τα αρχικά δημοσιεύματα του Ποιείν, του κ. Παστάκα και του κ. Μίχου/Λαλιώτη βρίσκονται πάντα αναρτημένα στο Διαδίκτυο. Ο κυβερνοχώρος τίποτα δεν ξεχνάει – για όποιον γνωρίζει να τα αναζητεί φυσικά… Επειδή ο κ. Παστάκας έφτασε να με απειλεί –κατά τρόπο ομολογουμένως διασκεδαστικό– με… ποινική δίωξη («η αφέλειά του εμπίπτει σε ποινικό αδίκημα, αλλά δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω μαζί του, επειδή η ηλιθιότητα του νέου διευθυντή του ψευδεπίγραφου νέου περιοδικού είναι πασιφανής»), καθυβρίζοντάς με παράλληλα, θα του θυμίσω εδώ την πρώτη αράδα από τον «Υπέρ αδυνάτου» λόγο, που δεν μπορεί, θα τη θυμάται απ’ το σχολείο…

ΥΓ. 3 Στο Νέο Πλανόδιον δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Η κωμωδία της «πνευματικής» μας ζωής δεν υπολείπεται σε τίποτα από το θέατρο που βλέπουμε καθ’ ημέραν στο πολιτικό σανίδι: Το έργο δεν αξίζει δεκάρα. Όμως αν θες να ξέρεις το γιατί, μερικές φορές πρέπει να κάτσεις να το υποστείς…

ΛΟΓΟΚΛΟΠΙΑ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ

ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΣΙΩΤΗ (Καθημερινή της Κυριακής, 13.4.2014)

​Η​ ανατριχίλα τού να κλέβεις. Η χαρά τού να οικειοποιείσαι κάτι που δεν είναι δικό σου, κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλον. Η γλύκα της αμαρτίας. Η μεγαλομανία αναγνώρισης για κάτι που δεν το αξίζεις. Εδώ είναι η ρίζα της λογοκλοπίας, η οποία ήταν σε έξαρση το 2013. Ο ποιητικός κόσμος δοκιμάστηκε από επιδημία λογοκλοπής τον περασμένο χρόνο. Στο έγκυρο και έγκριτο περιοδικό Poetry, με έδρα το Σικάγο, η Ruth Graham πρόσφατα δημοσιεύει άρθρο για τούτο ακριβώς το θέμα: τα πολλά κρούσματα ποιητικής λογοκλοπής που καταγράφηκαν και πιστοποιήθηκαν το 2013 στη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Οχι ότι έχει μείνει πίσω η Ευρώπη. Συχνά πυκνά διαβάζουμε ότι στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και αλλού, όχι μόνο ποιητές και πεζογράφοι, αλλά και πανεπιστημιακοί και πολιτικοί και δημοσιογράφοι κλέβουν διατριβές, βιβλία και ιδέες και τις πλασάρουν για δικές τους. Το αποτέλεσμα; Αφού αποκαλυφθούν, οι λογοκλόποι ρίχνονται στην πυρά, εξοστρακίζονται από το σινάφι, επιστρέφουν βραβεία, χάνουν τις δουλειές τους. Διαβάζουμε στο άρθρο της Ruth Graham για έναν ποιητή στην Αγγλία, τον Christian Ward, που πήρε ένα ποίημα της Paisley Rekdal, το άλλαξε κάπως και το δημοσίευσε σαν να ήταν δικό του. «Ηταν προφανές ότι το έργο ήταν μια απάτη και όχι ένα εννοιολογικό παιχνίδι. Αυτό εξόργισε την ποιήτρια. Εάν είχε απλώς κλέψει το ποίημά της και το δημοσίευε με το δικό του όνομα, θα την ενοχλούσε λιγότερο. Οταν είδε ότι ο λογοκλόπος ήθελε να συμμετάσχει στη δημιουργία ενός πράγματος που είχε φτιάξει μόνη της και να ισχυριστεί ότι ήταν δικό του, αισθάνθηκε κατά κάποιο τρόπο βιασμένη», γράφει η Ruth Graham.

Οι λογοκλόποι ποιητές λένε ότι φταίει η διακειμενικότητα, η μετακειμενικότητα και η υπερκειμενικότητα. Επίσης αναφέρονται και στην Conceptual Poetry, κίνημα σχετικά πρόσφατο, που γεννήθηκε στις παράγκες των Ανθρωπιστικών Σπουδών και που προσδιορίζεται ως είδος «μη-δημιουργικής γραφής». Στο κίνημα αυτό o σφετερισμός χρησιμοποιείται από τους λογοκλόπους ως μέσο για τη δημιουργία νέων «έργων». Στην Ελλάδα, όταν αποκαλύπτεται κάποιος «κλέπτων οπώρας», δεν ανοίγει ρουθούνι. Αυτό το θέμα, του μη ανοίγματος ρουθουνιού, πραγματεύεται με αδιάσειστα στοιχεία ομάδα νέων δοκιμιογράφων και ποιητών στο πρώτο τεύχος του τολμηρού λογοτεχνικού περιοδικού «Νέο Πλανόδιον». Και είναι να τρίβεις τα μάτια σου βλέποντας την ατιμωρησία την οποία απολαμβάνουν οι λογοκλόποι στη χώρα μας: γνωστός καθηγητής πανεπιστημίου (χρημάτισε και πρύτανης), που έκλεψε άρθρο συναδέλφου του από το εξωτερικό, είναι σήμερα βουλευτής! Πασίγνωστος ποιητής, που έχει κλέψει ολόκληρα ποιήματα ξένων ποιητών από πολλές γλώσσες, είναι σήμερα καθηγητής κολεγίου! Γνωστός δημοσιογράφος, που έγραψε «μυθιστόρημα» που δεν ήταν δικό του, παραμένει δημοσιογράφος-σταρ, μέλος της ΕΣΗΕΑ! Και οι τρεις πιάστηκαν στα πράσα!

Γίνεται ολοένα και πιο έκδηλο ότι η λογοκλοπία είναι αποδεκτή στην Ελλάδα, αφού ακόμη και το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» δόθηκε πριν από μερικά χρόνια σε συλλογή που ανήκε σε ποιητή του οποίου μεγάλο μέρος του δημοσιευμένου έργου του είναι προϊόν λογοκλοπής. Και αυτό σε βάζει στον πειρασμό να σκεφτείς: μήπως ούτε καν τα μέλη της επιτροπής κριτών του «Διαβάζω» διαβάζουν ποίηση;

Στον πολιτισμένο κόσμο η αποκάλυψη της λογοκλοπής είναι ο απόλυτος εξευτελισμός του συγγραφέα. Στη χώρα μας, όμως, οι λογοκλόποι δεν καλούνται να λογοδοτήσουν. Αντί τιμωρίας, χαίρουν εκτίμησης και τυγχάνουν συμπαράστασης, μια και υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, ένα πλέγμα προστασίας και ατιμωρησίας, αποτελούμενο από διευθυντές εφημερίδων, δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, κριτικούς λογοτεχνίας, εκδοτικούς οίκους, εκδότες και διευθυντές λογοτεχνικών περιοδικών. Προς τι αυτή η διαπλοκή; Γιατί προστατεύονται οι λογοκλόποι; Τι κερδίζουν οι προστάτες; Μ’ αυτόν τον τρόπο οι εκδοτικές και πανεπιστημιακές δυνάμεις της χώρας, καταμεσής της κρίσης, διαφυλάσσουν και προστατεύουν το πολιτισμικό αγαθό που λέγεται «λογοτεχνικό έργο»; Ετσι διαμορφώνουν τα νέα ήθη;

Ο sui generis ποιητής ενώ, λογικά, θα έπρεπε να κρύβεται από ντροπή ως σίριαλ λογοκλόπος, στην Ελλάδα θριαμβολογεί σαν ήρωας για το έργο του, διευθύνει περιοδικό για την ποίηση, είναι στέλεχος μεγάλου εκδοτικού οίκου και αρθρογραφεί σε διάφορα έντυπα, βγάζοντας τον Σεφέρη ανεπαρκή μεταφραστή, τον Ρίτσο δειλό κομφορμιστή, τον Ελύτη ακροδεξιό, τους Αραγκόν και Χικμέτ ρηχούς, ενώ μέμφεται και τη Δημουλά που συνεχάρη νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό. Δεν είμαστε, άραγε, άξιοι καλύτερων ποιητών;

http://www.kathimerini.gr/762122/article/politismos/8eatro/2013-etos-logoklopias-kai-atimwrhsias

1653342_673940432644355_1987990896_n