Ντίκενς

Σκρουτζ, ένας βικτωριανός Καθένας

Σκρουτζ

~.~

της ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΝΤΟΚΟΥ

Charles Dickens,
Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία,
μετάφραση Μαρία Σ. Μπλάνα,
Κουκούτσι, 2018

Η τελευταία επαφή που είχα με το πρωτότυπο έργο του Ντίκενς ήταν τον περασμένο αιώνα, και συγκεκριμένα το Δεκέμβριο του 1997, όταν ήμουν υποψήφια διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο PennState στις ΗΠΑ.

Λάβαμε μία πρόσκληση που έλεγε ότι πριν το τέλος του εξαμήνου για τα Χριστούγεννα θα γινόταν μία βραδυνή ανάγνωση της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας στη λέσχη των καθηγητών αποκλειστικά για διδακτικό προσωπικό και διδακτορικούς φοιτητές/φοιτήτριες. Η αίθουσα ήταν ιδανική για ένα τέτοιο γεγονός, βιβλιοθήκες γύρω-γύρω, παχιές μοκέτες στο πάτωμα, ζεστή σοκολάτα και μπισκοτάκια για το ακροατήριο και, ως φόντο για την βαθιά βικτωριανή πολυθρόνα του αφηγητή, ένα πελώριο αναμμένο τζάκι, που η θαλπωρή του έκανε ακόμα πιο ευχάριστο το πυκνό χιόνι που έπεφτε έξω. Γνωρίζοντας την τάση των Αμερικανών για πρακτικά σύντομες απολαύσεις, θεώρησα ότι η ανάγνωση θα αφορούσε αποσπάσματα από το κείμενο, αλλά όταν έφτασα εκεί αντιλήφθηκα ότι ο φιλόλογος-καθηγητής που είχε αναλάβει χρέη αφηγητή θα μας διάβαζε ολόκληρη τη νουβέλα, και ψιλοδυσανασχέτησα γιατί είχα και δουλειές να κάνω… Κι όμως, παρότι όλοι οι παρευρισκόμενοι γνωρίζαμε το τέλος, παρότι η ανάγνωση ήταν όντως μαραθώνιος, παρόλο που η ώρα πήγε αργά, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, δεν ακούστηκε κιχ! Κανένας δεν κουνήθηκε, κανένας δεν ξεφύσησε, κανένας δεν φταρνίστηκε καν—και φυσικά, κανένας δεν κοίταξε το κινητό του, γιατί τον προηγούμενο αιώνα αυτή η κατάρα δεν είχε ακόμα πλήξει την ανθρωπότητα. Ακούγαμε όλοι και όλες συνεπαρμένοι σαν μικρά παιδιά τον Σκρουτζ να άγεται και να φέρεται από πνεύμα σε πνεύμα με το χτύπημα της ώρας, τον Μπομπ Κράτσιτ να δίνει κουράγιο στην οικογένειά του, τους καλεσμένους να διασκεδάζουν στα χριστουγεννιάτικα πάρτυ τους, και τέλος, γίναμε μάρτυρες όλοι της σκηνής μπροστά από τον ανοιχτό τάφο, τη δωδέκατη ώρα, όπου ο τσιγκούνης και σκληρόκαρδος Σκρουτζ, μπρος στην αγωνία του δικού του θανάτου, μετανοεί και μεταμορφώνεται σε ζωντανό πνεύμα των Χριστουγέννων, σκορπίζοντας παντού τη χαρά και την ευεργεσία. Μην με ρωτήσετε να σας πω πόσο ακριβώς κράτησε εκείνη η ανάγνωση, γιατί δεν είχε καμία σημασία: για όση ώρα κράτησε η αφήγηση, όλοι εμείς ζούσαμε σε ντικενσιανό χρόνο.

dickensΣε τί συνίσταται όμως ακριβώς η μαγεία της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας, που σταματά το χρόνο όχι μόνο κατά την ανάγνωσή της, αλλά και όσον αφορά στην δημοφιλία της, 175 χρόνια τώρα με αδιάλειπτες επανεκδόσεις, μεταφράσεις, μεταφορές σε θέατρο, κινηματογράφο, όπερα, μέχρι και μπαλέτο και παντομίμα; Οπωσδήποτε το απαράμιλλο συγγραφικό ταλέντο του Ντίκενς παίζει το ρόλο του: ελάχιστοι μπόρεσαν να αποδώσουν, όπως αυτός, την εποχή του με τόση ζωντάνια αλλά και τόσο απολαυστικό λόγο, μεστό αλλά και χιουμοριστικό, αυθεντικό αλλά και ακριβή. Εδώ θα πρέπει να εξάρω τη μετάφραση της Μαρίας Μπλάνα στην παρούσα έκδοση, η οποία όχι μόνο αποδίδει με έντεχνη φυσικότητα τα λεκτικά ιδιώματα του σύμπαντος του Ντίκενς, αλλά και μας παραθέτει πλούσιες και χρησιμότατες υποσημειώσεις που γεφυρώνουν το χάσμα του χρόνου, φωτίζοντας το κείμενο. Όμως και άλλα κείμενα είναι καλογραμμένα χωρίς να έχουν το συναισθηματικό αντίκτυπο της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας. Είναι μήπως τότε η κοινωνική ευαισθησία του συγγραφέα, που ταιριάζει τόσο με το αγαθοεργό πνεύμα των Άγιων Ημερών, που μας γοητεύει; Ξέρουμε ότι όταν ο Τσάρλς Ντίκενς μιλάει για το αγόρι Άγνοια και το κορίτσι Ανέχεια που ξεπροβάλλουν, αποσκελετωμένα και αποκτηνωμένα, από τις πτυχές του μανδύα της καλοπέρασής μας, δεν το παίζει απλά πονόψυχος: έχει ζήσει τη φτώχεια στο πετσί του, όταν δώδεκα χρονών παιδάκι είδε τον πατέρα του να σέρνεται στη Φυλακή των Χρεωστών μαζί με την οικογένειά του, και ο ίδιος αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά σε εργοστάσιο βερνικιών, καίγοντας τα πνευμονάκια του στις αναθυμιάσεις της μαύρης μπογιάς για πενταροδεκάρες. Είδε τους Αφροαμερικανούς σκλάβους να μαρτυρούν για την ευμάρεια της Αμερικής όταν ταξίδεψε εκεί, είδε αυτά τα αγόρια της Άγνοιας και τους Μικρούληδες Τιμ στην επίσκεψή του στη Σχολή των Κουρελήδων του Field Lane, και ορκίστηκε να γράψει τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία ως ράπισμα ενάντια σε κάθε μορφής δουλεία, σωματική, οικονομική ή και διανοητική. Τα λόγια του μας αγγίζουν γιατί είναι αληθινά. Όμως τη δυστυχία των άλλων, για να είμαστε ειλικρινείς, την αντέχουμε κατά κανόνα μόνο σε μικρές δόσεις, και ποτέ σε επανάληψη 175 ετών.

Οπότε κάπου αλλού έγκειται η μαγεία… Στο χάπυ εντ ίσως; Σε όλους μας αρέσει το αίσιο τέλος, κυρίως τα εορταστικά—και ανακουφιζόμαστε όταν μαθαίνουμε ότι τελικά ο ανάπηρος Μικρός Τιμ δεν πεθαίνει, αλλά γιατρεύεται και ζουν όλοι όχι απλά καλά, αλλά εξαιρετικά μέσα στον πακτωλό χαράς και αφθονίας που εξαπολύει η ξαφνική μεταστροφή του—βολικά πάμπλουτου—Σκρουτζ, «και ο Θεός να μας έχει όλους καλά!», αμήν. Όμως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας δεν είναι ο Μικρούλης Τιμ, ούτε ο ταλαίπωρος μισθοσυντήρητος με υποκατώτατο πείνας Μπομπ Κράτσιτ—αν και πολλές ψυχές του ιδιωτικού τομέα θα ταυτίζονταν με αυτόν—ούτε ο καλόκαρδος ανηψιός. Είναι ο Σκρουτζ, ο σπαγγοραμμένος, κακότροπος, αχώνευτος, μίζερος μπαμπόγερος. Όχι ό,τι θελκτικότερο υπάρχει στο συγγραφικό σύμπαν, αν το καλοσκεφτεί κανείς—κι όμως, γιατί δεν μπορούμε να πάρουμε την προσοχή μας από πάνω του;

Η απάντηση—ή έστω μία απάντηση—στο μυστήριο αυτό δεν βρίσκεται στην εποχή του ίδιου του Ντίκενς, αλλά σε μία πολύ προγενέστερη. Ο Ντίκενς, κατά την ταπεινή μου άποψη, αντλεί τη γοητεία της Ιστορίας του από έναν από τους παλαιότερους και γνωστότερους λαϊκούς μύθους της Αγγλίας, ο οποίος αποτελεί με τη σειρά του εκδοχή ενός από τους παλαιότερους μύθους της ανθρωπότητας: την ιστορία του Καθένα, γνωστή και ως Everyman, η οποία αντιτάσσει στον πιο αρχέγονο φόβο του ανθρώπινου είδους, το φόβο του θανάτου, την ιδέα της χριστιανικής εξιλέωσης.

Το θεατρικό έργο The Somonyng of Everyman ή Το Κάλεσμα του Καθένα, γνωστό απλά ως Ο Καθένας, είναι ένα θεατρικό έργο του 15ου αιώνα που ανήκει στο είδος γνωστό ως «ηθικό δράμα»: λαϊκά, απλοϊκά μεσαιωνικά θεατρικά που παιζόντουσαν  από μπουλούκια είτε πάνω σε περιφερόμενα κάρα-σκηνές είτε, λόγω του ηθικοπλαστικού χριστιανικού περιεχομένου τους, μέσα σε εκκλησίες. Χαρακτηριστικό τους, η αλληγορική τους φύση, καθώς στη σκηνή εμφανιζόντουσαν προσωποποιημένες διάφορες χριστιανικές έννοιες, όπως η Αρετή, η Κακία, τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, η Φιλανθρωπία, η Κατήχηση, ο Φύλακας-Άγγελος, και ως γκεστ-σταρ, ο Θεός και ο Σατανάς. Ο Καθένας θεωρείται από τα αριστουργήματα του είδους και είναι τόσο γνωστό στο Αγγλικό κοινό, που η έκφραση «ο Καθένας» χρησιμοποιείται ευρέως στο καθημερινό λεξιλόγιο για να δηλώσει τον μέσο απλό άνθρωπο. Η υπόθεση έχει ως εξής: ο Καθένας—χαρακτήρας που αντιπροσωπεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα—ζει αμέριμνος μέσα στα πλούτη του, χωρίς να σκέφτεται την ψυχή του. Ο Θεός, οργισμένος, στέλνει τον Θάνατο να τον πάρει, όμως ο Καθένας, πανικόβλητος, παζαρεύει για λίγο ακόμα χρόνο. Ο Θάνατος αρνείται, αλλά του επιτρέπει να βρει έναν ταιριαστό συνοδοιπόρο για το ταξίδι του προς τον άλλο κόσμο και την Θεία Κρίση. Ο Καθένας καλεί κατά σειρά τους Καλούς Φίλους, τους Συγγενείς, και τα Πλούτη—όμως οι δύο πρώτοι, αν και αρχικά ορκίζονται να μην τον εγκαταλείψουν ποτέ, λακίζουν όταν μαθαίνουν τον τελικό προορισμό, ενώ τα Πλούτη θεωρούν ότι ο Καθένας θα έδινε κακή εντύπωση ιδιοτέλειας αν εμφανιζόταν παρέα τους ενώπιον του Θεού. Τότε ο Καθένας, απελπισμένος, στρέφεται σε μία διαφορετική παρέα: τις Καλές του Πράξεις, τη Γνώση, την Εξομολόγηση, τα Λογικά, τη Φρόνηση, την Ψυχική Ομορφιά και Δύναμη. Οι Καλές Πράξεις υπόσχονται να τον συνοδέψουν, αλλά είναι πολύ ασθενικές, και βρίσκουν τη δύναμη μόνο όταν ο Καθένας, ειλικρινά μεταμελημένος, αυτομαστιγώνεται και εξομολογείται τα κρίματά του, λαμβάνοντας άφεση αμαρτιών. Καθαρός πια, με τη νέα του συνοδεία, ο Καθένας φτάνει στο τέλος του ταξιδιού του, στο χείλος ενός τάφου, πέρα από τον οποίο όμως κανείς δεν μπορεί να τον ακολουθήσει, πέρα από τις Καλές Πράξεις. Με αυτές, και αυτές μόνο συντροφιά του, μπορεί να πεθάνει και να εμφανιστεί ενώπιον του θρόνου του Θεού, και χάρις σε αυτές κρίνεται άξιος της αιώνιας ζωής στο αίσιο τέλος του έργου.

Ένας άνθρωπος λοιπόν επιλέγεται έτσι απλά για μία θεϊκή παρέμβαση. Αναγκάζεται να επανεξετάσει ολόκληρη τη ζωή του, ώστε να παραδεχτεί στο τέλος ότι τα πλούτη μάλλον βλάπτουν παρά ωφελούν, και στρέφεται μεταμελημένος στην αγαθοεργία ως το μόνο τρόπο να σωθεί από το φόβο του θανάτου, που δεν περιλαμβάνει μόνο το άγνωστο και τη φθορά, αλλά και τον μέγα τρόμο μπροστά στην ιδέα της Θείας Κρίσεως και της αιώνιας Κόλασης. Οι ομοιότητες με την ιστορία του Σκρουτζ, που επιλέγεται αυθαίρετα από ένα φάντασμα και τρία Πνεύματα για να σωθεί στην ύστατη φάση της ζωής του, είναι νομίζω προφανείς, και δίνουν μία βαθύτερη σημασία στο έργο του Ντίκενς, καθώς το εντάσσουν όχι μόνο στη σφαίρα της λογοτεχνίας, αλλά και της αθάνατης λαϊκής και μυθολογικής παράδοσης, ως απάντησης στις θεμελιώδεις υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπινου είδους. Γι’ αυτό το λόγο πιστεύω ότι και ο Ντίκενς επιλέγει ως τίτλο της νουβέλας του το A Christmas Carol, κυριολεκτικά Χριστουγεννιάτικα κάλαντα», καθώς αφενός τα κάλαντα, από τον ύμνο σωτηρίας “God Rest Ye Merry Gentlemen” ως το “Good King Wenceslas,” τον θρύλο του αγαθοεργού βασιλιά Γουένσεσλας δηλαδή, όλα μιλούν για την εξιλέωση και την ανανέωση της ψυχικής ζωής μέσω των καλών πράξεων. Αφετέρου, το άνοιγμα του Ντίκενς στη σφαίρα του θρύλου αναβιώνει το αρχέγονο νόημα της γιορτής των Χριστουγέννων, που ουσιαστικά επενδύει με την ιστορία της Γέννησης του Ιησού ένα πιο αρχαίο δρώμενο, αυτό της επίκλησης της ανανέωσης της ζωής της φύσης στο πιο δύσκολο σημείο της, κατά το θερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου, την πιο μικρή μέρα και πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου. Στην καρδιά δηλαδή του κρύου, σκοτεινού και, για τις παλαιότερες κοινωνίες, συχνά θανατερού χειμώνα, τα αγγλοσαξωνικά έθιμα στήνουν μία παντομίμα του καλοκαιριού, στολίζοντας ένα αειθαλές δέντρο με στολίδια που συμβολίζουν τους καρπούς, ανταλλάζοντας δώρα που συμβολίζουν την ευμάρεια που φέρνει η καρπερή γη, και ανάβοντας φωτάκια για να ζητήσουμε από το καλοκαιρινό φως του ήλιου να επιστρέψει, φέρνοντας μαζί του τα δώρα της φύσης. Επικαλούμαστε, με άλλα λόγια, μέσα από την αέναη αναγέννηση της φύσης και τη δική μας αναγέννηση, σωματική και ψυχική, για να νικήσουμε για ακόμα μια φορά το φόβο του θανάτου και της ανθρώπινης αδυναμίας. Και μπορεί μεν η μεταστροφή του Καθένα Σκρουτζ να γίνεται δια της κατατρομοκράτησης—κυριολεκτικά, «τα λεφτά σου ή τη ζωή σου»—όμως αυτό ακριβώς είναι που συνδέει όλους και όλες μας με αυτόν τον εξοργιστικό γερό-τσιφούτη, γιατί όλοι μας βιώνουμε την ύπαρξή μας με ενσωματωμένο μέσα μας το φόβο του θανάτου και τη λαχτάρα να απαλλαγούμε από αυτόν, όσο δύσκολο κι αν είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε. Όλοι μας θα θέλαμε να έχουμε τη δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω από το χείλος του σκοτεινού τάφου που μας ρουφάει και να ξυπνήσουμε όχι μόνο ζωντανοί, αλλά Χριστούγεννα πρωί με τις καμπάνες! Όλοι μας θα θέλαμε να συγχωρεθούν τα λάθη και οι ανομίες μας και να κάνουμε μια νέα αρχή, όπου θα είμαστε συνεχώς χαρούμενοι και θα έχουμε αγάπη και σεβασμό. Όλοι θα θέλαμε να βγούμε από τη μοναξιά μας, τις έννοιες της δουλειάς, και να ενωθούμε με φίλους και γνωστούς μέσα σε μια φωτεινή, χαρούμενη γιορτή, με καλούδια και τραγούδια. Και ο Καθένας μας αυτό εύχεται στον Καθένα, κάθε Χριστούγεννα, αναβιώνοντας το πνεύμα του Ντίκενς εσαεί.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΟΚΟΥ

Ομιλία από την παρουσίαση του βιβλίου (18 Δεκεμβρίου 2018, Polis Art Café, Στοά του Βιβλίου).

dicke

Advertisements