νεοφιλελευθερισμός

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

Advertisement

Ελάχιστες σκέψεις περί λαϊκισμού και αντιλαϊκισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

1.

Μια από τις βασικές αναλυτικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού.

Στην περίοδο που διανύουμε, τα τελευταία περίπου 30-40 χρόνια, η έννοια είναι φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη[1] αναφέρεται η διάκριση μεταξύ λαϊκισμού και λαϊκότητας:

Οι δύο λέξεις αποτελούν όψεις της έννοιας «λαϊκός» : την εύσημη, που είναι η λαϊκότητα, δηλ. το γνήσιο λαϊκό στοιχείο με χαρακτηριστικά την απλότητα και τη λιτότητα, και την κακόσημη πλευρά, που είναι ο λαϊκισμός, δηλ. το ψεύτικο, φτιαχτό λαϊκό στοιχείο, που μιμείται τη συμπεριφορά του λαού, για να εκμεταλλευθεί (πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά κ.τ.λ.). Μιλούμε με θετικό πνεύμα για τη λαϊκότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων του λαού, αλλά με αρνητική χροιά για τον λαϊκισμό στην πολιτική, στα συνθήματα, στη σκέψη, στη συμπεριφορά ανθρώπων, που, χωρίς να προέρχονται από τον απλό λαό, επιζητούν να τον κολακεύουν, για να αποκομίσουν προσωπικά, πολιτικά ή άλλα οφέλη.

Όπως σημειώνει ο Α. Ελεφάντης[2]

Ο λαϊκισμός είναι μια αρνητική ιδεολογία […] Αυτή η αρνητική, η μειωτική σημασία του λαϊκισμού δεν είναι άσχετη από την ίδια την ορολογία, τη λέξη που χρησιμοποιήθηκε και επικράτησε για να προσδιορισθεί ένα σύνολο πολιτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα της παραποίησης και της παραφθοράς αποτυπώνεται στην ίδια τη λέξη. Το ονομάζει η λέξη. Ο όρος populism προέρχεται από το popolo, τη λατινική ρίζα του λαού και καταδηλώνει ιδεολογίες ενύπαρκτες στο λαό, απορρέουσες από το λαό, του λαού ή «το φρονείν ως ο λαός» (Κατά τον ορισμό του Σ. Κουμανούδη. Βλ. Συναγωγή Νέων Λέξεων, Ερμής, 1980, που εντοπίζει τον όρο για πρώτη φορά στην Ακρόπολη, 2.4.1887). Η ακριβής του μετάφραση στα ελληνικά θα έπρεπε να ξεκινά από το ουσιαστικό “λαός”, όπως στις λατινογενείς γλώσσες απ’ όπου και προέρχεται κι όχι από το παραγόμενο επίθετο “λαϊκός”. Η αφετηρία από το επίθετο λαϊκός για να φτιαχτεί ο όρος λαϊκισμός με την κατάληξη -ισμός παραπέμπει ευθέως σε ένα παραποιητικό περί λαού λόγο, σε μια παραφθορά, μίμηση και εκπτώχευση επομένως του λαϊκού λόγου.

Επομένως η παραγωγή της λέξεως λαϊκισμός από το επίθετο λαϊκός, στην Ελληνική γλώσσα, σηματοδοτεί ευθέως την αρνητική σημασία της λέξεως όπως παραπάνω έχει αναφερθεί. Με τον επιθετικό προσδιορισμό στην ελληνική γλώσσα, τα πράγματα γίνονται καθαρά εξαρχής. (περισσότερα…)

Το κυριαρχικό περιεχόμενο της έννοιας του εξορθολογισμού

 

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Επιχείρημα. Ο ρόλος του δεν είναι να πείθει θετικά ή να μεταπείθει, αλλά να απομακρύνει εσφαλμένες ιδέες και προκαταλήψεις.
ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ

Η έννοια «εξορθολογισμός» συνοδεύει οποιαδήποτε ενέργεια των σύγχρονων πολιτικών αρχηγεσιών που έχουν ασκήσει εξουσία τα τελευταία 25 χρόνια στην χώρα. Πρόκειται για έννοια η οποία χρησιμοποιείται ως το αλάθητο θεωρητικό σχήμα το οποίο προσεγγίζει εξ αντικειμένου την αλήθεια και συνεπώς επιβάλλει την πρέπουσα και αναγκαία λύση σε κάθε κατάσταση της πραγματικότητας. Έχει την χρήση ενός μοναδικού κλειδιού το οποίο ανοίγει με μαγικό τρόπο όλες τις κλειδωνιές. Στο μυαλό των περισσότερων απ’  όσους χρησιμοποιούν την έννοια αυτή με τον συγκεκριμένο τρόπο, δημιουργείται η πεποίθηση ότι κατέχουν ένα φοβερό και α-μαχητό επιχείρημα με το οποίο κατατροπώνουν τους αντιπάλους τους. Όμως κανένας από τους προτάσσοντες το φοβερό αυτό επιχείρημα δεν σκέφτηκε να ανατρέξει στο περιεχόμενο της έννοιας το οποίο επί της ουσίας την περιγράφει και την καθορίζει. Εκτός και αν υπάρχει η εντύπωση ότι το περιεχόμενο της έννοιας της ορθολογικότητας υπάρχει εξ αντικειμένου, διαχρονικά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε θεώρηση. Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά το ζήτημα[1].

Θα αρχίσουμε την γενική τοποθέτηση υποστηρίζοντας ότι πάντοτε η ορθολογικότητα αποτελεί ένα συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης συμβίωσης. Αποτελεί μια πραγματικότητα που αρχικά συγγενεύει με κάθε πραγματικότητα του κοινωνικού ή ανθρώπινου είναι. Η ορθολογικότητα υπό την ευρύτατη και βασική έννοια είναι το γνώρισμα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα του ζωικού βασιλείου. Είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Ο Λόγος είναι πάντα το πιο κοφτερό όπλο για τον άνθρωπο, αφού ο άνθρωπος ανέκαθεν θεώρησε τον Λόγο ως την απόδειξη της υπεροχής του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα. Υπό αυτήν την άποψη η πραγματοποίησή της δεν απαιτεί ιδιαίτερες προσπάθειες εκ μέρους του ανθρωπίνου είδους. Είναι πανταχού παρούσα στις ανθρώπινες υποθέσεις με αποτέλεσμα να έχει έναν πολύ γενικό χαρακτήρα και κάθε εξειδίκευσή της προς την κατεύθυνση υπαγωγής της σε κανόνες δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από τις πρώτες προσεγγίσεις οι οποίες για να έχουν μια αντικειμενικότητα πρέπει να παραμείνουν σε μη δεσμευτικούς τύπους.

Η πραγμάτωση «της ορθολογικότητας» κατά τρόπο απόλυτο, απαιτείται να στηριχθεί σ’ έναν ορισμό που να μην περιλαμβάνει όρους οι οποίοι να χρήζουν ερμηνείας[2]. Όμως όλες οι θεωρίες της ορθολογικότητας που προτάσσουν αξιώσεις μοναδικότητας και κανονιστικές επιδιώξεις περιέχουν πάντοτε τέτοιους όρους. (περισσότερα…)

Η σοσιαλδημοκρατία επιστρέφει; Ναι, αλλά ποια απ’ όλες;

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

ακριβώς επειδή χάθηκαν κι αναγκάστηκαν
να υποστούν μεταμορφώσεις στην προσπάθεια τους
να επιστρέψουν σ’ ένα ξεχασμένο σημείο πέρα στα χωράφια
JOHN ASHBERY

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που βρέθηκαν στην κυβέρνηση τη δεκαετία του 1990[1], δεν κατέφυγαν σε παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές[2] οι οποίες στηρίζονταν σε εκδοχές της κεϋνσιανής προβληματικής[3]. Στόχος τους ήταν, σε γενικές γραμμές, η πολιτική παρέμβαση για τη διόρθωση των αποτυχιών της αγοράς και την ενίσχυση της οικονομίας μέσω του δημόσιου αγαθού της οικονομικής μεγέθυνσης και της θεσμικής ανάπτυξης.

Η σοσιαλδημοκρατία λειτούργησε ως η ενδιάμεση λύση μεταξύ του μαρξισμού (σχεδιασμός της οικονομίας) και φιλελευθερισμού (απόλυτη λειτουργία της αγοράς). Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία ήταν κάτι περισσότερο από ένα σύνολο πολιτικών, ή ένας συμβιβασμός μεταξύ του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού· ήταν από μόνη της μια ιδεολογία βάση της οποίας ήταν η αποτροπή της λεηλασίας της κοινωνίας από την αγορά[4]. Στο αντιθετικό δίπολο αγορά ή δημοκρατία , οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές απαντούσαν: δημοκρατία. Ανεξαρτήτως των δυσκολιών, των λαθών ή των σκοπιμοτήτων.

Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί που ήλθαν στην εξουσία τη δεκαετία του 1990 ανάφεραν ρητά και απερίφραστα ότι οι πολιτικές του παρελθόντος δεν έχουν θέση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η οποία επιβάλλει σαφείς εξωτερικούς περιορισμούς[5]. Υιοθετήθηκε απερίφραστα η άποψη ότι η οικονομία αποφασίζει εν τέλει για το μέλλον των λαών. Η πολιτική πρέπει να προσαρμοσθεί.

Την περίοδο αυτή θεσμοθετήθηκε, με βάση τις συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ, ολόκληρο το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκαν, αναφορικά με την οικονομία,η λογική και οι αποφάνσεις που προκύπτουν από το νεοκλασικό οικονομικό υπόδειγμα στη σύγχρονη εκδοχή τους – Μονεταρισμός, Νέα Κλασική Μακροοικονομία, Νέα Συναίνεση– συν επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες απόψεις περί ιδιωτικοποιήσεων των πάντων, μείωση μέχρι εξαφάνιση της κρατικής παρέμβασης και επιπλέον παραχώρηση της νομισματικής πολιτικής σε μια Ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα[6].

Αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο οι πολιτικές επιλογές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ακολούθησαν βήμα βήμα όλες τις αποφάνσεις που προκύπτανε από την υιοθέτηση του κυρίαρχου νεοκλασικού οικονομικού υποδείγματος. Εγκαινιάστηκε έτσι μια περίοδος εξαέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, απαρτίωσης του «κράτους πρόνοιας», αύξησης των ανισοτήτων με πρωτεργάτες τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Βρετανίας (Μπλαιρ), Γερμανίας (Σραίντερ), Ιταλίας (Ντ’Αλέμα), Γαλλίας (Μιττερράν, Ολάντ) και Ελλάδας (Σημίτης, Γ. Παπανδρέου, Βενιζέλος). Επίσης τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση και στην ακραία υποστήριξη όλων των πολιτιστικών προτύπων της μεταμοντέρνας μετανεωτερικότητας[7].

Συνοπτικά και χωρίς πολλά λόγια μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:

Ό,τι ονομάσθηκε, εδώ και τρεις δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο πολιτικός εξορθολογισμός ή συναίνεση είναι το απόσταγμα της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης της πολιτικής δράσης σε παρέγχυμα της κερδοσκοπικής δραστηριότητας υπερεθνικών συμμαχιών και πανίσχυρων ομάδων πελατειακών διασυνδέσεων. Προϋποθέτει δε τη ριζική αραίωση του Πολιτικού, δηλαδή των αποστρακισμό των κρίσιμων πολιτικών διακυβευμάτων. Με ιδεολογικό όχημα τον τεχνοοικονομικό ντετερμινισμό οι άρχουσες ελίτ πέτυχαν μια εντυπωσιακή ομοιομορφία της κοινής γνώμης, η οποία αποδέχεται ως «μονόδρομο» ή ακόμα και «πεπρωμένο», με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, όσα δεν είναι παρά ταξική πολιτική, παρενδεδυμένη σε τεχνοδιαχειριστικό δόγμα[8].

Δυστυχώς πρωτεργάτες στην πλήρη εγκατάσταση της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης ήταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ήλθαν στην εξουσία μετά το 1990 και συνεχίζουν να έχουν τις ίδιες απόψεις μέχρι πρόσφατα. Επομένως ποια σοσιαλδημοκρατία, από τις δύο επιστρέφει; Ή μήπως θα επιστρέψει με κάποια άλλη μορφή; Οψόμεθα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

~ . ~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Τη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης ήταν κεντροδεξιές. Ώς το τέλος της δεκαετίας του 1990, 13 από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Συγχρόνως και στις ΗΠΑ είχαμε την εκλογή στην προεδρία του Μπιλ Κλίντον.
[2] Κ. Μελάς, «Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την Πολιτική στη Νεοφιλελεύθερη διαχείριση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[3] Για τα ρεύματα σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της κεϋνσιανής προβληματικής δες: Κ. Μελάς, Τζον. Μ. Κέινς: Μια απαραίτητη επαναφορά, Α. Α. Λιβάνης, 2019.
[4] Sheri Berman, The Primary of Politics. Social Democracy and the Making of Europe’s Twentieth Century, Cambridge University Press, 2006.
[5] Mark Blyth, «Η σοσιαλδημοκρατία και η πολιτική καρτελοποίηση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[6] Κ. Μελάς, «Η ‘‘φιλοσοφία’’ της οικονομικής πολιτικής των ‘‘ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων’’ διαφέρει από την νεοκλασική προσέγγιση;» monthlyreview.gr, Μάρτιος 2007. Βλέπε τώρα στην ιστοσελίδα μου.
[7] Κ. Μελάς-Γ. Παπαμιχαήλ, Το ανυπόφορο βουητό του κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2017, βλ. ιδίως το πρώτο μέρος.
[8] Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 483.

 

 

 

Τί είναι τελικά νεοφιλελευθερισμός;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Α­κού­με και δι­α­βά­ζου­με δια­ρκώς α­πό δι­ά­φο­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς της οι­κο­νο­μί­ας και της πο­λι­τι­κής για τον σύγ­χρο­νο «Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό» και το πώς αυ­τός α­πει­λεί τις κα­τώ­τε­ρες τά­ξεις και σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, την ί­δια τη Δη­μο­κρα­τί­α, ω­στό­σο (σχε­δόν) πο­τέ ως τώ­ρα, α­πό ό­σο εί­μαι σε θέ­ση να γνω­ρί­ζω, δεν έ­χει δο­θεί α­πό τους ί­διους έ­νας σα­φής και ξε­κά­θα­ρος ο­ρι­σμός ως προς το τι εί­ναι «Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός», ποι­οι εί­ναι οι θε­ω­ρη­τι­κοί του και που α­κρι­βώς α­πο­σκο­πεί. (περισσότερα…)