νεοελληνική φιλοσοφία

Παναγιώτης Νούτσος: Ένας δημιουργικός ταραξίας της φιλοσοφικής σκέψης

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗ*

 

Noutsos-cropΣτις μέρες μας σπανίζουν οι εμβληματικές φυσιογνωμίες, οι οποίες χρησιμεύουν στην αποτίμηση της εικόνας της νεοελληνικής φιλοσοφίας και των διαστάσεών της στον ευρωπαϊκό στοχασμό. Μια από αυτές, και ίσως η προεξάρχουσα, είναι τούτη του Παναγιώτη Νούτσου. Ο Νούτσος, διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων επί σειρά ετών, ανέδειξε με διαύγεια προβλήματα φιλοσοφικής ιστοριογραφίας και συνέβαλε με τον δικό του τρόπο, δηλαδή, με ξεχωριστή κριτική μέθοδο και πνευματική οξύτητα στην αντιμετώπισή τους. Όποιος παρατηρεί τα χρονίζοντα φιλοσοφικά θέματα, ιδωμένα με την επιμελημένη ερμηνεία και τη συγγραφική αγωγή του τιμώμενου καθηγητή, δέχεται τον ευεργετικό αιφνιδιασμό μιας καινούργιας σκέψης. Μιας σκέψης, της οποίας η συνεκτικότητα και η αμφισβητούσα οντολογία, είναι τα προνομιακά στοιχεία της. Πρόκειται για συλλογισμούς των οποίων το νόημα στοχεύει στη βελτίωση, την αποκατάσταση ή και την ανατροπή του ήδη συντελεσμένου. Οι μελετητές φιλοσοφικών έργων, αναμφίβολα, πότε έλκονται και πότε απωθούνται από αυτά. Τα κείμενα που μελετούν τα αισθάνονται, εκτός από ατόφια, ενίοτε σπαραγμένα και διαμελισμένα στο περιεχόμενό τους. Η γραφή, ωστόσο, του Νούτσου, διατηρεί μια πολυφωνική ισορροπία στα όσα διαλαμβάνει. Η συνέχεια και ο ειρμός της ενυπάρχουν στην κινητικότητα των επιχειρημάτων. Αν η γραφή αυτή διατηρεί προσεκτικές αποστάσεις από συρμούς, δόγματα και συλλογικές πεποιθήσεις, το κάνει για να επιτρέψει στον εκφραστή της να μη συγκατατίθεται άνευ όρων στην συμβατικότητα των πραγμάτων. Ας συνεχίσουμε λίγο πιο μεθοδικά, με τις παρακάτω έξι ενότητες: Πολιτική φιλοσοφία, κοινωνική φιλοσοφία, η επικαιρότητα του Μαρξ, επιφυλλιδογραφία και η συμβολή του Π. Νούτσου στα νεοελληνικά γράμματα.

~.~

1. Στην πολιτική φιλοσοφία ο νεοέλληνας φιλόσοφος υπηρετεί σαφώς τη διανόηση και όχι τον διανοητικισμό. Από τον Πολιτικό Σχεδιασμό και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στον Νικολό Μακιαβέλλι μέχρι την Κοινωνική και Πολιτική Αγορατολμία, για να περιοριστούμε μόνον στα έργα αυτά, δείχνεται τι συνιστά πολιτική πρόοδο και τι αποβαίνει ολέθριο για την ίδια την πολιτική. Επίσης υπογραμμίζεται η γνώση είτε ως προβλεπόμενο είτε ως απρόβλεπτο δεδομένο πολιτισμού και η κοσμογονία των αλλαγών, την οποίαν αυτό επιφέρει όταν πάρει τη μορφή της «τεχνικής» επινόησης. Εδώ μαθαίνουμε ότι η μίμηση ενός ιστορικού γεγονότος δεν ισοδυναμεί με μηχανική επανάληψη ενός αξεπέραστου προτύπου, αλλά σηματοδοτεί τον τρόπο με τον οποίον αξιοποιούνται δημιουργικά τα ζωντανά στοιχεία μιας άλλης εποχής. Ιδιαίτερα οι λεγόμενες «κρίσεις» του πολιτισμού, τόσο στον εγχώριο όσο και στον διεθνή απόηχό τους, αποδεσμεύουν δυνατότητές και μας δίνουν την ευκαιρία να ταμιεύουμε χρόνο για να τολμήσουμε να διασαφήσουμε διλήμματα, τα οποία για καιρούς συνιστούσαν αγκυλώσεις. Έτσι, παρόλο που στον στίβο της αγορατολμίας, υφίστανται ο οικονομικός νόμος και το τεχνικό φαινόμενο, ο παράγοντας ο οποίος διατάσσει, ταξινομεί, προσανατολίζει και τροποποιεί τα συμβάντα είναι η σκέψη καθαυτή. Επίσης, η αυτονομία ενός κοινωνικού συστήματος δεν διασφαλίζεται όταν αυτό είναι ερμητικά κλεισμένο στις αντοχές του, αλλά όταν διαστέλλεται χωρίς να χάνει την πρωτογενή ικμάδα του.

~.~

2. Μεταφερόμενοι στην κοινωνική φιλοσοφία και μάλιστα στις δυνατότητες πρόσληψης και επεξεργασίας των σοσιαλιστικών ιδεών από τη δική μας κοινωνία, σταθμό συνιστά το έργο του Παναγιώτη Νούτσου, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα, δημοσιευμένο από τις εκδόσεις Γνώση. Εδώ μας δίνονται: μια σημασιολόγηση της ιστορίας του ελληνικού σοσιαλισμού, οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί αλλά και τα ενοποιά συστατικά της φυσιογνωμίας των διανοουμένων εκείνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στη γένεση και τη διάδοση του σοσιαλιστικού κινήματος. Επίσης διακριβώνονται οι ιστορικές ιδιαιτερότητες της παραγωγής του ημεδαπού σοσιαλιστικού λόγου και οι συσχετίσεις του με την ξένη διανόηση. Στο ίδιο έργο, μελετώνται οι προπαρασκευαστικές ιδέες και οι κινήσεις για την οικονομική και την πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης και αυτή καθαυτή η δυναμική των εργατικών ενώσεων. Ένα μέρος του πραγματολογικού υλικού της συγγραφής που μνημονεύουμε, χρησιμοποιήθηκε, στο πλαίσιο συμμετοχής του πονήσαντα, σε δύο ερευνητικά προγράμματα. Το πρώτο είναι: «Determinants in the Development of Working Class Movements» και το δεύτερο πρόγραμμα είναι «The Role of Ethnic and Religious Minorities in the Genesis and Development of the Socialist Movement in Turkey», τα οποία συντόνιζε το Διεθνές Ινστιτούτο Σοσιαλιστικής Ιστορίας του Άμστερνταμ. Σημειωτέον ότι τα ανθολογούμενα κείμενα, και στους τέσσερις τόμους της Σοσιαλιστικής Σκέψης στην Ελλάδα, αναδημοσιεύονται χωρίς καμία επέμβαση ενώ στη συνέχεια καταχωρίζονται τα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων τους, τα κυριότερα έργα τους, τα διαθέσιμα αρχεία, οι πιθανολογούμενες πηγές της σκέψης τους, και η αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία. Από την εν λόγω έρευνα, δεν λείπει η κατάδειξη των κατευθύνσεων της και η επισήμανση των ερευνητικών χασμάτων για την υπόδειξη νέων εργασιών.

~.~

3. Η καθαυτό μαρξιστική φιλοσοφία εκτιμάται σε τέτοιες διαστάσεις της, ώστε να υπογραμμιστεί από τον Π. Νούτσο η πεμπτουσία της. Μέσω του συγγραφικού εγχειρήματος του νεοέλληνα στοχαστή, αναδύονται οι συνθήκες ιστορικής πλαισίωσης του μαρξιστικού έργου, οι γνώσεις που τελικά διαθέτουμε για αυτό καθώς και οι τρόποι πρόσληψής του, από τη δημοσίευσή του μέχρι σήμερα. Έτσι διαμορφώνεται μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στον Γερμανό φιλόσοφο και το ανήσυχο πνεύμα των ημερών μας, αποκλείοντας, στο μέτρου του εφικτού, την άκριτη θεώρησή του Μαρξ ως ινδάλματος. Για τον Νούτσο, η αποκατάσταση της σοφιστικής και δη του κινήματος του Διαφωτισμού, έχει επιχειρηθεί ήδη από τον Χέγκελ, ο οποίος ενδιαφέρθηκε να αντικρούσει τη «γενική κατακραυγή» εις βάρος της, διαπιστώνοντας τη συσχέτισή της με τον Διαφωτισμό των νεοτέρων χρόνων. Έτσι τα δύο αυτά κινήματα, Σοφιστική και Διαφωτισμός, καταφέρνουν να κλονίσουν την ευστάθεια της πίστης και να συμβάλλουν στην αμφισβήτηση της περιεκτικότητάς της. Η προσπάθεια αυτή, έχει ως γνώμονα την επιστροφή του πνεύματος, από την αντικειμενικότητα, στον ίδιο του τον εαυτό. Ο Νούτσος, μας υπενθυμίζει τη θέση του Μαρξ, από τον «Πρόλογο» της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας ότι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, την πολιτική και την πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν προσδιορίζει, με άλλα λόγια, η συνείδηση το είναι των ανθρώπων, αλλά αντίθετα το κοινωνικό μας είναι προσδιορίζει τη συνείδησή μας. Αυτό, ωστόσο, το οποίο ο Νούτσος τονίζει εδώ, είναι ότι οι μαρξικοί όροι: «πραγματική ζωή», «παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής ζωής», προϋποθέτουν την ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής χωρίς να έχουν εφαρμοστεί ποτέ ως αφηρημένες σχηματοποιήσεις του ιστορικού γίγνεσθαι. Θα μας καταθέσει μάλιστα την άποψη του Ένγκελς κατά την οποία «…δυστυχώς στη Γερμανία, συνηθίζεται να γράφεται η ιστορία των επιστημών σαν αυτές να πέσανε από τον ουρανό».

~.~

4. Στην επιφυλλιδογραφία του στις εφημερίδες, ο Παναγιώτης Νούτσος, προβληματίζεται για την ανθρώπινη επικοινωνία, εν μέσω της τεχνολογίας αιχμής, για την ανθρωπογεωγραφία της σημερινής πολιτικής τέχνης, αλλά και για το δυναμικό υπόβαθρο των σημερινών, και, εκ των πραγμάτων, ρευστών, γεωπολιτικών αποτιμήσεων. Οι απόψεις του αφυπνίζουν ένα και ολοένα αυξανόμενο ευαίσθητο κοινό, για την πραγματική φύση της Δυτικής, και όχι μόνο, δύναμης. Για αυτό και οι παρατηρήσεις του είναι από ανατομικά επίκαιρες έως και καυστικές για τις λεγόμενες «ορθόδοξες» απόψεις, περί της κυρίαρχης παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας. Για την τεκμηρίωση όλων αυτών, προσφεύγει σε συμπαγές υλικό καταγεγραμμένων γεγονότων, όπως και στη συμπλεγματικότητα των διεθνών συγκυριών. Εκτός των άλλων, ο Νούτσος υπεισέρχεται στη λογική των μητροπόλεων, οι οποίες παράγουν και διασπείρουν: βία, κλίμα συγκρούσεων (conflict climate), και ασύμμετρους εχθρούς. Γνωρίσματα τα οποία, δεν τα αντιλαμβάνεται ως αυθύπαρκτα μεγέθη, αλλά ως συναρτήσεις των παραγόντων: έδαφος, πόροι, κοινότητα, πληθυσμός. Έτσι αποκαλύπτονται, αγνοούμενες ή λανθάνουσες, σύνθετες πάντως, βιοπολιτικές νομοτέλειες. Ακόμα και κοινόλεκτες έννοιες όπως «εναλλακτικός τουρισμός», «αναψυχή», «μαζική κουλτούρα», «εργάσιμος και ελεύθερος χρόνος», δεν εξετάζονται μόνο στην αποσπασματικότητά τους, αλλά και στη συνάφειά τους με τα νοηματικώς αντίθετά τους μεγέθη. Μετά μάλιστα από ανάλογες αναλύσεις, ο Νούτσος φτάνει στο σημείο σχεδόν να συγκατατεθεί στην πρόβλεψη ότι «ο ελεύθερος χρόνος και όχι ο χρόνος εργασίας συνιστά το μέτρο του πλούτου».

~.~

5. Ως νεοελληνιστής, ο Νούτσος γράφει βιβλία τα οποία επέχουν θέση κοινωνικού φροντιστηρίου. Σε αυτά, διδασκόμαστε – χωρίς κατ` ανάγκη να κατηχούμαστε ιδεοληπτικά – για την πορεία των ιδεών της «γενιάς των ιδεών», η οποία και υπόκειται σε «θεματική ανατομία». Μέσω της θεματικής αυτής εξέτασης, πληροφορούμαστε για τον δοκιμιακό λόγο της γενιάς του `30, καθώς και για την ιδεολογία και τη μυθολογία της . Στο πλαίσιο των συλλογισμών τούτων, ο Νούτσος διερωτάται κατά πόσον η διανόηση ως «πρωτοπορία» είναι «απολιτική και ακοινώνητη». Εδώ υπεισέρχεται το ζήτημα όχι μόνον της αξίας του πρωτείου αλλά και της διαδοχής, σε έναν στίβο προβαδίσματος ιδεών. Παράλληλα ο ηπειρώτης στοχαστής, με τον δικό του τρόπο, ανασυγκροτεί το κοινωνικό πεδίο της λογοτεχνίας. Μάλιστα οι Προστρίψεις, ως πεδίο ανάδυσης συγκεκριμένων σχέσεων ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο των λογοτεχνικών έργων, δίνουν το στίγμα της εγρήγορσης του υποκειμένου στο να ελέγχει όσα αναπαράγονται ως «κοινοί τόποι», στα έργα αυτά. Σε ξεχωριστή πάλι μονογραφία, ο Νούτσος θα συζητήσει κατά πόσον η «ιστορική αίσθηση», παραμένει ως «έκτη αίσθηση» του ανθρώπινου όντος και από τι ακριβώς συντίθεται το «ιστορικώς εννοείν». Αναπόδραστα λοιπόν η ανάλογη ιστορικο – κριτική ανάλυση στρέφει το κείμενο προς το «συγκείμενο». Το κείμενο, με άλλα λόγια, ως εστία συμφραζομένων εννοιών, συνθηκών ή καταστάσεων, αποκτά πληρέστερο νόημα εάν συνεξεταστεί με ό,τι σύγκειται ή περίκειται. Με τα ποιήματά του, πάλι, ο Νούτσος δεν αναπτύσσει μόνο μια παράλληλη φιλοσοφία, στο διαφωτιστικό περιθώριο δηλαδή της επίσημης ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, την οποίαν ασκεί, αλλά και μια ιδιόμορφη φιλοσοφία, η οποία απευθύνεται σε ορισμένους επιλέγοντας τους αναγνώστες και τους έμπιστούς της. Εδώ πρόκειται εκ νέου για μια πολυμήχανη συνείδηση, χωρίς περιδέραια φράσεων και ψιμυθιωμένες κυριολεξίες, η οποία ακροβατεί στις νοήσεις και τις παρα -νοήσεις. Βλέπουμε ανεπιτήδευτη φυσική ειρωνεία και ζωηρό ύφος, να δίνουν όλη την αμφισημία ενός παιγνίου. Και όμως τα δημιουργήματα του ειρωνευόμενου, κάθε άλλο παρά συνθηματικά είναι. Αντίθετα, συνιστούν αφορμές ενός περάσματος ∙ από την πλαστικότητα των προτάσεων στη συνοπτική και περιεκτική μορφή τους ή το αντίθετο.

~.~

Gorleston Psalter, England 14th century (British Library, Add 49622, fol. 193v)Στις γραμμές που προηγήθηκαν, προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό τμήμα από τον συγγραφικό και ερευνητικό πυρήνα του ομότιμου καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου. Ένας πυρήνας, οποίος συνεπάγεται τη διαλεκτική εμπλοκή, αντλεί δύναμη από τα ερευνώμενα αντικείμενα και προσανατολίζεται στη διέγερση της ατομικής και κοινωνικής συνείδησης. Ο Νούτσος, πέραν της ex nihilo δημιουργίας, δεν καταστρέφει κάτι πριν το αναδημιουργήσει. Το αποδομεί, απελευθερώνοντας τα στοιχεία εκείνα, τα οποία ασφυκτιούν σε λιμνάζουσες και αβασάνιστες διαμεσολαβήσεις, χωρίς να ο ίδιος να φθείρει το γενεσιουργό τους κύτταρο. Επιπλέον, η επιστήμη του στοχαστή μας, ελλιμενίζεται, σε έναν νοηματικά κατάμεστο εμπειρικό κόσμο, περιγράφοντας όλες τις δομές του, με τις οποίες καταπιάνεται. Ο ίδιος, ως θεράποντάς της φιλοσοφικής πειθαρχίας,, δεν ασχολείται μόνον με μείζονες μορφές σκέψης, αλλά μας εφιστά την προσοχή σε φιλοσοφικά ζητήματα, που παραβλέπονται από την παραδοσιακή λογική, χωρίς να αποστατεί από προβληματικές, που, εξ ορισμού, έχουν δύσκολη έκβαση. Αυτή ήταν η μικρογραφία του φιλοσοφικού σύμπαντος του Παναγιώτη Νούτσου. Ενός σύμπαντος, ανθεκτικού αλλά και πολύσημου σε μια δυνητικά επερχόμενη διανοητική λαίλαπα.

ΠΕΤΡΟΣ ΦΑΡΑΝΤΑΚΗΣ


* Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του Π. Νούτσου από την διεπιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών «Φιλοσοφία – Τέχνη – Θεραπεία» την 1η Φεβρουαρίου 2019 στην Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. 

Advertisements

Στέλιος Ράμφος: Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

[ ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ]

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.