νεοελληνική ταυτότητα

Στο λησμονημένο περιθώριο της νεοελληνικής ιστορίας

σινιόσογλου

 ~. ~

Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ μιλάει στον ΓΙΩΡΓΟ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~ . ~

Ο Αλλόκοτος ελληνισμός είναι το τρίτο σας βιβλίο, και διαφέρει από τα δύο προηγούμενα ως προς το είδος και τη γλώσσα. Τα προηγούμενα βιβλία σας ήταν επιστημονικές πραγματείες γραμμένες στα αγγλικά. Αντίθετα, ο Αλλόκοτος ελληνισμός είναι δοκίμιο γραμμένο πρωτότυπα στα ελληνικά. Επομένως, έχουμε δύο μεγάλες αλλαγές στη γραφή σας: από την ακαδημαϊκή γραφή περνάτε στη δοκιμιακή και από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική. Το πρώτο ερώτημα λοιπόν που θέλω να σας θέσω είναι αν συνδέονται αυτές οι δύο αλλαγές και, αν ναι, με ποιο τρόπο.

Το πέρασμα από την ιστορία της φιλοσοφίας στο δοκίμιο, και από τα αγγλικά στα ελληνικά συνέπεσε με την επιστροφή μου στην Ελλάδα το 2013. Ύστερα από έντεκα χρόνια στο εξωτερικό επέστρεψα για τα καλά, την στιγμή που πολλοί από τους ικανότερους νέους ανθρώπους έφευγαν ή σκέφτονταν να φύγουν (ιδίως το 2013 σημειώθηκε μία από τις υψηλότερες μεταναστευτικές εκροές Ελλήνων). Όμως, δεν είχα γυρίσει στον γενέθλιο τόπο από φιλοπατρία, ούτε για οικογενειακούς λόγους, κι ούτε είχα καμιά πίστη, εργασία εξασφαλισμένη ή σχέδιο να με κρατά, μάλλον είχα κινηθεί παρορμητικά. Κάπως έτσι βρέθηκα στην Ελλάδα της κρίσης. Την προσοχή μου τράβηξε μία πλευρά της χώρας που δεν έμοιαζε καθόλου να επηρεάζεται από την κρίση, κι η οποία μόνο για λύπηση δεν είναι. Θα την περιέγραφα ως ένα κράμα, ανθεκτικό σαν ανθρακόνημα, παρατεταμένης χυδαιότητας και αδικαιολόγητης έπαρσης: είναι η Ελλάδα που συνδυάζει την αντοχή του γερο-σάτυρου με το θράσος της επαρχιώτισσας σταρλέτας. Αυτή η Ελλάδα είναι τόσο μες στην δηθενιά, ώστε αφομοίωσε ακόμη Αλλόκοτος ελληνισμόςκαι την ρητορική της κρίσης προς όφελός της. Κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω τον Αλλόκοτο ελληνισμό, χωρίς να τα έχω ακόμη ξεκαθαρίσει όλα αυτά. Ήξερα μόνον πως το προσκήνιο της εποχής με αηδίαζε, ενώ στο λησμονημένο περιθώριο της νεοελληνικής ιστορίας έβρισκα μεγαλύτερη εντιμότητα και ακεραιότητα.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν χωρίς να πολυέχω τον έλεγχό τους: μέσα σε λίγα χρόνια βρέθηκα σχεδόν αποξενωμένος από την παλαιότερη δουλειά που είχα κάνει στο εξωτερικό, αλλά κι από μια γλώσσα –τα αγγλικά– που είχα αγαπήσει πολύ. Τα ελληνικά πάλι, τα είχα τώρα μπρος μου. Όμως, η σχέση μου μαζί τους ήταν ανέκαθεν δύσκολη. Τόσα χρόνια τριβής με κείμενα αρχαία και μεσαιωνικά, και μάλιστα εκτός Ελλάδας, είχαν ως αποτέλεσμα να νιώθω εντελώς ξένη την συνήθη γραφή των «νέων» Νεοελλήνων λογοτεχνών, η οποία μου φαίνεται αβασάνιστη μάλλον, παρά συνειδητά λιτή. Στο κάτω κάτω, η σπουδαιότερη νεοελληνική λογοτεχνία γράφτηκε στην καθαρεύουσα –η οποία προϋποθέτει μια γερή γλωσσική κατάρτιση–, κι όχι στην καχεκτική αστική δημοτική των εφημερίδων. Το ζήτημα του ύφους με ταλαιπώρησε λοιπόν πολύ όταν έγραφα τον Αλλόκοτο ελληνισμό και λύθηκε μόνον καθ’ οδόν, χάρις σε ένα σχήμα «μεικτό, αλλά νόμιμο» και χάρις στον φυσικό υβριδισμό της δοκιμιακής φόρμας. Η γλώσσα είναι φύσει αισιόδοξη, και συνήθως καλύτερη από τον τόπο της.

Ποιες είναι οι διαφορές ακαδημαϊκής και δοκιμιακής γραφής και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να εγκαταλείψετε τη μία και να στραφείτε στην άλλη;

Συγγραφέας είναι ο μυθιστοριογράφος ή ο δοκιμιογράφος, συγγραφέας είναι και ο ιστορικός της φιλοσοφίας. Υποτίθεται πως διαφέρει ο βαθμός της προσωπικής εμπλοκής. Και λέω πως «υποτίθεται», επειδή η καλή επιστημονική γραφή έχει προσωπικό ύφος και παίρνει ρίσκα, είναι εμπνευσμένη και προκύπτει ως τόλμημα – κάτι που δεν είναι διόλου αυτονόητο πια στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Τα δύο μου βιβλία στα αγγλικά –ιδίως το Radical Platonism– πήγαν την «ακαδημαϊκή» γραφή στο ακρότατο όριο που μπορούσα να την φτάσω χωρίς radical-platonismνα βγω από το αυστηρότατο πλαίσιο των μεγάλων πανεπιστημιακών εκδόσεων του εξωτερικού, υπό την έννοια πως πρόκειται για ιστορικοφιλοσοφικές πραγματείες με έκ-κεντρα, ανεπίκαιρα, προσωπικά ή αποκλίνοντα στοιχεία, τόσο ως προς την μέθοδο, όσο και ως προς το ύφος. Είναι μεγάλη άσκηση να προσπαθεί κανείς να διαστείλει τα όρια της «ακαδημαϊκής γραφής» και μαζί την ακαδημαϊκή ορθότητα, χωρίς όμως να τις καταργεί. Όμως, μετά από τα δυο αυτά βιβλία κουράστηκα να παλεύω με μια «ακαδημαϊκή γραφή» που καταντάει όλο και πιο ευνουχισμένη, και ευνουχιστική. Τους λόγους του φαινομένου αναλύει πολύ όμορφα ένας σύγχρονος φιλόσοφος που εσείς τον γνωρίζετε καλά, ο Μιχαήλ Επστάιν. Εδώ, αρκεί να πούμε πως η ακαδημαϊκή ανέλιξη απαιτεί να παίρνεις ελάχιστα ρίσκα και να διαθέτεις ευλύγιστη μέση – με την σειρά του, αυτός ο συνδυασμός επιβάλλει ελάχιστες αποκλίσεις από την ομοιομορφία του τρέχοντος «ακαδημαϊκού» ύφους. Γι’ αυτό, τα περισσότερα papers παράγονται «φασόν», ως προϊόντα μιας ανώδυνης γραφής, η οποία ωστόσο διασφαλίζει την δημοσίευσή τους. Θαυμάζω τους πανεπιστημιακούς που βρίσκουν τρόπους να ξεγελούν ή να αδιαφορούν για τους μηχανισμούς αυτούς και να παραμένουν συνάμα αλώβητοι, όμως δεν γνωρίζω πολλούς τέτοιους, και έχω την αίσθηση πως ο αριθμός τους μειώνεται. Ο τύπος του ιδιοφυή scholar με την κομψή πρόζα εκλείπει, όπως άλλωστε συμβαίνει με τον τύπο του φιλοσόφου και του στοχαστή.

Το δοκίμιο τώρα, νομίζω πως είναι το πιο ποιητικό είδος του λόγου μετά την ποίηση, κι αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, επειδή στην ποίηση και στο δοκίμιο κορυφώνεται η συνομιλία με τον εαυτό. Απουσιάζουν οι αφηγηματικές σκαλωσιές, άρα ο εαυτός αναφαίνεται σχεδόν γυμνός. Η ατόφια σκέψη είναι μοναχική σαν στίχος. Κάθε «δοκιμή της σκέψης» δείχνει αμέσως την ωμότητά της χωρίς το άλλοθι μιας αφήγησης ή ενός μύθου, σου φανερώνεται όπως το ψάρι έξω από το νερό, όλο ένταση να ζήσει και να χτυπηθεί με τον κόσμο. Ο δεύτερος λόγος που το δοκίμιο τόσο προσεγγίζει την ποίηση είναι ο εξής: το χαρακτηριστικό του δοκιμιογράφου (το λέει ωραία ο Αντόρνο) είναι η συναισθηματική και ψυχική «υπερεπένδυση» που αυτός αποτολμά, η υπερβάλλουσα, αν προτιμάς, έμφαση σε ένα στοιχείο που αυτόν μεν τον συναρπάζει, ενώ ο επιστήμονας απλώς αναφέρει εν παρόδω, ή μετατρέπει σε υποσημείωση, ή πάντως το εντάσσει σε ένα ευρύτερο, τάχα αποστασιοποιημένο σχήμα. Άρα, ο δοκιμιογράφος εστιάζει την ματιά του μιλώντας βιωματικά, προσωπικά, δημιουργικά, την ίδια στιγμή που παρενδύεται μια λογοτεχνική κατασκευή ορθολογική και συνεπή, πειθαρχημένη και στοχαστική. Λοιπόν, η πάλη του αυτή με τους υφολογικούς περιορισμούς του δοκιμίου κάνει το βιωματικό στοιχείο να περιελίσσεται με κινήσεις ανεπαίσθητες Montaigne-Dumonstier.jpgκαι λεπτές, εξόχως ποιητικές. Τα δοκίμια του Μονταίνιου είναι λεπτεπίλεπτα τολμήματα, δοκιμές κυριολεκτικές (essais, από το essayer), σαν του εξερευνητή που δοκιμάζει να προχωρήσει σε έναν τόπο τον οποίο δεν γνωρίζει. Αλήτικο δεν γίνεται ποτέ το δοκίμιο, διατηρεί τους τρόπους του, όμως είναι φύση απρόβλεπτη. Τόσο λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην δοκιμή και στην μορφή, τέτοιες εντάσεις ανάμεσα στο τόλμημα και στην στοχαστική πειθαρχία δεν θα βρει κανείς σε κανένα άλλο είδος του λόγου. Γι’ αυτό κι ο χειρισμός τους απαιτεί τα περισσότερα εφόδια. Διόλου τυχαία, λίγοι επιλέγουν το δοκίμιο ως την κύρια εκφραστική τους δίοδο, κι από αυτούς οι καλύτεροι διακρίνονται για τις ποιητικές τροπές του λόγου τους.

Το βιβλίο σας ασχολείται με εφτά ιδιαίτερους στοχαστές: Αγκωνίτης, Πλήθων, Ταρχανιώτης, Καΐρης, Παμπλέκης, Σοφιανόπουλος, Σιμωνίδης. Είναι στοχαστές που διαφέρουν πάρα πολύ ο ένας από τον άλλο. Όλοι τους όμως θέτουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας. Ποια είναι η προσωπική σας άποψη για το ζήτημα; Το νεοελληνικό έθνος είναι ένα πρόσφατο δημιούργημα εκ του μηδενός ή η απόληξη μια μακραίωνης διαδικασίας;

Τι συμβαίνει λοιπόν και ακόμη νομίζουμε πως «το νεοελληνικό έθνος είναι πρόσφατο δημιούργημα»; Πρώτον, ότι συχνά παραγνωρίζουμε την σημασία των ατόμων που προηγούνται του κανόνα, τα μεμονωμένα πρόσωπα που λειτουργούν ως εμπροσθοφυλακή των ιδεών, τόσο χρονικά, όσο και συνειδησιακά. Δηλαδή, κρίνουμε με γνώμονα το πότε μια ιδέα φτάνει
«στην βάση», κοιτάμε την μαζικότητα μιας ιδέας. Νομίζω πως πρόκειται για σφάλμα μεθοδολογικό και συγχρόνως για λάθος κατηγορικό, όπως λέμε στην φιλοσοφία. Διότι οι ιδέες δεν είναι η δημόσια απήχησή τους. Οι ιδέες ξεκινούν από πρόσωπα, κάποιες από αυτές εμψυχώνουν συλλογικότητες και κοινότητες, κι εντέλει εκφυλίζονται σε μια -ότητα ή σε έναν -ισμό. Εν προκειμένω, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει πως οι εθνικισμοί της Δύσης αναδύονται κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με αφορμή την Σύνοδο της Κωνσταντίας (1414/8). Την ίδια περίοδο στέλνει ο Πλήθωνας τα Υπομνήματά του, και αργότερα λόγιοι και ποιητές που βρέθηκαν εκτοπισμένοι στην Ιταλία αναζήτησαν μία νέα ελληνική ταυτότητα Ταρχανιώτηςπου δεν είναι Βυζαντινή, αλλά ούτε Δυτική. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, κινούνται προς μια νεοελληνική αυτοσυνειδησία γράφοντας στα νεολατινικά, πράγμα που βρίσκω εκπληκτικό ακόμη και από ψυχολογική άποψη: H απώλεια του γενέθλιου τόπου κι η απώλεια της μητρικής γλώσσας παρωθούν σε μια εκδοχή της ελληνικότητας που δεν είναι Ορθόδοξη και οικουμενική, αλλά εξίσου θέλει να διαφέρει από τον Ουμανισμό των Δυτικών. Εφόσον διαπιστώνουμε το αίτημα των προσώπων αυτών, και τον πόθο τους, τότε εξίσου υφίσταται η σύστοιχη ιδέα που αυτοί πρόταξαν: της συγκρότησης μιας νεοελληνικής πολιτικής κοινότητας με διακριτά σύνορα, δικό της νόμισμα, και δική της αυτοσυνειδησία, αν όχι κοσμοαντίληψη. Ας σημειώσουμε, πάντως, πως η έκφραση Νέοι Έλληνες εμφανίζεται γύρω στα 1675, και πως τους νεολογισμούς νεοελληνικός και Νεοέλληνες χρησιμοποιεί ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος στα 1815.

Κατά τα άλλα, νομίζω πως το νεοελληνικό έθνος είναι η απόληξη μιας διαδικασίας που είναι ταυτοχρόνως μακραίωνη και εκφυλιστική. Η ιστορία του είναι μια ιστορία ανολοκλήρωτων συνθέσεων, εν ενί λόγω η ιστορία μιας αποτυχίας, ή μάλλον ενός αλλόκοτου υβριδισμού και μακελειού. Όπως το νεοελληνικό κράτος είναι ένα failed state, έτσι και το νεοελληνικό έθνος είναι ένα έθνος που με ταντάλειες παλινδρομήσεις διαρκώς αποτυγχάνει να αποκτήσει αυτοσυνειδησία (κι αφού δεν την βρήκε ως τώρα, μάλλον δεν θα την βρει ποτέ). Βεβαίως, ένα τέτοιο έθνος είναι οργανισμός που αντέχει σχεδόν τα πάντα, μπορεί να συνεχίζει στρεβλωμένο για αιώνες κι ακατάβλητο χωρίς να χαμπαριάζει τίποτα. Ως γνωστόν, ευάλωτες είναι οι πολύπλοκες και υψηλές φύσεις.

Στο βιβλίο σας αναδεικνύετε τη μακροχρόνια ένταση ή και σύγκρουση μεταξύ της χριστιανικής και της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Δείχνετε ότι η λεγόμενη ελληνοχριστιανική σύνθεση ήταν μια φενάκη. Πώς πιστεύετε ότι εκδηλώνεται αυτή η ένταση σήμερα και πόσο μας αφορά;

Υπάρχει ένα παλιό ψυχιατρικό ανέκδοτο που λέει πως ο νευρωσικός χτίζει παλάτια στον αέρα, ο ψυχωσικός ζει μέσα σε αυτά κι ο ψυχίατρος εισπράττει το νοίκι. Η κουβέντα για την σχέση ελληνικής φιλοσοφίας και Χριστιανισμού εξελίχθηκε για δεκαετίες με όρους νευρωσικούς, το δε νοίκι εισέπραξαν ολίγοι οργανικοί διανοούμενοι που έχτισαν εν μέρει την καριέρα τους υπομνηματίζοντας ad nauseam όψεις της κουβέντας αυτής. Διότι οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν ξεκάθαρη θέση για το ζήτημα, δηλαδή πως η ελληνική φιλοσοφία και η Ορθοδοξία είναι διακριτοί τρόποι ύπαρξης, κι ότι είναι σφάλμα να νομίζει κανείς πως η ομοιότητα της λέξεως συνεπάγεται ταύτιση με τον νοῦν των κειμένων. Σήμερα πια, η κουβέντα έχει –επιτέλους– κορεστεί. Η εκτίμησή μου είναι πως στο εγγύς μέλλον το ζήτημα της σχέσης ελληνικής φιλοσοφίας και Ορθοδοξίας θα εκκρεμεί αδιάφορο σαν απονευρωμένο δόντι.

Πιο σημαντικό είναι πως τελικά ούτε η αρχαία φιλοσοφία, ούτε η Ορθοδοξία εντάχθηκαν σε κάποια τέλος πάντων αναγνωρίσιμη μορφή νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας, και ότι οι ιδεολογικές τους χρήσεις πολύ γρήγορα κατέληξαν παρδαλές και φαιδρές. Γενικώς, η λεγόμενη «νεοελληνική ταυτότητα» ασφυκτιά μες στις συλλογικές δομές, κι όποτε πάει να πάρει κάποια επίσημη ή θεσμική μορφή εκτρέπεται στην γραφικότητα. Πιθανόν, αυτό ισχύει για κάθε ταυτότητα κατά το μάλλον ή ήττον, ας πούμε για την γερμανική ή την αγγλική.

Μια πρόταση για το πως μπορεί κανείς να κινηθεί αφ’ ης στιγμής συνειδητοποιήσει το μάταιο του πράγματος, είναι η αντιστροφή της σχέσης ατόμου (προσώπου) και κοινότητας. Αντί να ορίζεται κανείς από την όποια landauerκοινότητα, ας δοκιμάσει να την ξεγεννήσει από μέσα του. Ένας ελάσσων φιλόσοφος που μου αρέσει πολύ, ο Γκούσταφ Λαντάουερ, λέει το εξής: πως η κοινότητα, όταν την ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος κινούμενος ως άτομο, όταν την ανασύρεις από βαθιά μέσα σου, είναι ισχυρότερη από την κοινότητα που σου είχε ετοιμάσει το Κράτος, κι ισχυρότερη από κάθε εκφυλισμένη παράδοση. Υπάρχει μια κοινότητα με τους ανθρώπους και τον κόσμο πίσω από τις κοινότητες. Οι αρμοί της είναι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι από τους εξωτερικούς της εκάστοτε κοινωνίας. Όσο πιο βαθιά επαναπατρίζομαι στον εαυτό μου, τόσο εντονότερα τους γνωρίζω και συνάμα τους φτιάχνω. Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, πως οι λέξεις που τελικά κάνουν την μεγάλη διαφορά στην ζωή μας, και οι οποίες εντέλει ορίζουν την σχέση μας με τους άλλους, λέξεις όπως «ευχαριστώ», «παρακαλώ», «συγγνώμη», ακτινοβολούν την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα της ατομικά βιωμένης εμπειρίας. Είναι αυτή η αντιστροφή της οπτικής και της φοράς των πραγμάτων που πλέον σπανίζει στον Δυτικό κόσμο, και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο, όπως άλλωστε σπανίζει η προσωπική στάση.

Τον τελευταίο καιρό γράφετε μια νέα σειρά κειμένων* με θέμα τις περιπλανήσεις στις πόλεις, κυρίως στην Αθήνα. Η αγάπη σας για τη flânerie είναι έκδηλη και στον Αλλόκοτο ελληνισμό. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για την προσωπική σας σχέση με την αστική περιπλάνηση; Τι σας κινεί το ενδιαφέρον σε αυτή την ενασχόληση;

Τα κείμενα αυτά είναι ένα πείραμα μεγάλης διάρκειας, για όσα χρόνια θα αντέχω να περπατώ, να σκέφτομαι και να αισθάνομαι. Κάθε εβδομάδα καταγράφω εικόνες, συνειρμούς και σκέψεις που προκύπτουν σε συνθήκες αστικής περιπλάνησης, αλλά και σχόλια πάνω σε κείμενα που αφορούν την flânerie. Η αστική περιπλάνηση είναι πράξη και συνάμα θεωρία. Είναι ένας προσωρινός αποχωρισμός από τους συμπολίτες και τα πράγματα, η διάνοιξη ατομικών προοπτικών που ίσως, όμως, αφορούν εντέλει και άλλους. Σε θεωρητικό επίπεδο με έχουν επηρεάσει οι Ζίμμελ, Κρακάουερ, Μπένγιαμιν, Ντεμπόρ. Όμως, γρήγορα ανακάλυψα πως η Αθήνα είναι πιο σκληρή πόλη από όσες εκείνοι περιέγραψαν, και πολύ πιο δυνατή, μια πρόκληση για κάθε ικανό φλανέρ, λόγω της βάναυσης πολεοδομίας και της βάναυσης ψυχής της: αρκεί να αναλογιστεί κανείς την σπανιότητα αρχιτεκτονημάτων από την βυζαντινή, την οθωμανική και την νεώτερη περίοδο, λες και η πόλη υπάρχει μόνον στα άκρα της, ως Αθήνα αρχαία και Αθήνα σύγχρονη (από την άποψη αυτή, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με καλύτερη συνέχεια), ή τον sui generis μοντερνισμό της Αθήνας, για να το θέσω ευφημιστικά. Ή μάλλον, για να το πω ανοιχτά, πότε πότε, η πόλη αυτή μοιάζει με έναν αιφνίδιο εμετό από νοθευμένα μείγματα τσιμέντου που χύθηκαν διαμιάς ανάμεσα στα αρχαία ερείπια και σε όλα τ’ άλλα, μια τεράστια εμετική Πομπηΐα. Νά με τι καλούνται ο φλανέρ κι ο ψυχογεωγράφος να αναμετρηθούν, και τι Benjaminπασχίζουν να μετασχηματίσουν, τριγυρνώντας σε μια πόλη ιστορικά και ψυχολογικά τσιμεντωμένη. Δεν υπάρχουν παριζιάνες arcades στην Αθήνα, για να τους γλυκάνουν. Αναγκάζεται κανείς να πάει πέρα από τον Μπένγιαμιν. Η νεοελληνική αθλιότητα είναι συναρπαστικό θέμα, και με εμπνέει πολλαχώς. Εξίσου με συναρπάζει η περιπλάνηση εν μέσω ερειπίων, αρχαίων και σύγχρονων – κάτι αρκούντως ελληνικό σκιρτά εδώ, σκέφτομαι το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, όπου η πλάνη γίνεται σε έναν κόσμο θραυσμάτων, ενόσω θραύεται μαζί κι ο ίδιος ο πλάνης (Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη / τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν / ἀκρωτηριασμένα).

Βεβαίως, η αστική περιπλάνηση έχει προεκτάσεις πολύ πέρα από την σάρκα της πόλης. Μήπως ο Πλάτων και ο Νίτσε δεν είδαν την αλήθεια ως περιπλάνηση και παιχνίδι; Και με πιο αυστηρούς όρους ισχύει μία ακόμη διάκριση: πως η αλήθεια είναι ίσως ένα αποκορύφωμα του «γίγνεσθαι», ο θρίαμβος και το απόγειό του, μια στιγμή ισορροπίας και ηρεμίας· ενώ η διαδικασία της περιπλάνησης είναι μια αλήθεια που αποτυγχάνει, μια αλήθεια χωλή, μισή, αεικίνητη. Την διάκριση αυτήν την έμαθα από έναν άνθρωπο που επηρέασε κάποτε τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην φιλοσοφία, τον Κώστα Αξελό, ο οποίος άλλωστε θέτει το κρίσιμο ερώτημα: «Είναι η εξορία η πατρίδα της σκέψης;». Τούτο το ερώτημα νομίζω πως οφείλουμε να θέσουμε εκ νέου, όμως κατά μόνας και πλάνητες (άλλωστε, μόνοι είμαστε με την γέννηση και τον θάνατό μας), χωρίς τα φασκιά ενός νεοελληνικού τάχα «εμείς», κι έτσι πια να πορευθούμε – κατάμονοι, κι άρα μαζί.

~ . ~

sinios_am.jpg

 

* Η σειρά των κειμένων «Flânερειπie» του Νικήτα Σινιόσογλου εδώ.

 

 

 

Advertisements

Ποίηση εν κινήσει: Ο Νικόλαος Κάλας στα ερείπια της Ακρόπολης

NicolasCalas

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

γράφει η ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια.
Νικόλαος Κάλας

Το 1976, ο Οδυσσέας Ελύτης, προλογίζοντας την πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Νικόλαου Κάλας (Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, 1977), θα γράψει: «Στην ιστορία όμως της Λογοτεχνίας, όχι αυτήν που καταρτίζουν οι ειδικοί αλλά την άλλη, που η πυξίδα της δεν υπάκουει πάντοτε στον βορρά, μου άρεσε ανέκαθεν να παρακολουθώ τις παλινδρομικές αποτιμήσεις του χρόνου: που τον βλέπεις να προωθεί άξαφνα μια συγκίνηση του 1931 στα 1976 και αντίθετα, μιαν ευαισθησία δήθεν σημερινή να την απωθεί –με χαιρεκάκεια θα’ λεγα– σαράντα χρόνους πίσω. Αλλά όταν η γοητεία μπαίνει στη μέση, αλλάζουν όλα. Επειδή η γοητεία μοιάζει με τη θάλασσα· κι ευτυχώς».

Για πολλούς και ποικίλους λόγους –πέρα από την αδιαφιλονίκητη γοητεία του Νικόλαου Κάλας, τόσο της προσωπικότητας όσο και του έργου του– θα μπορούσε να επιδιώξει κανείς να επιστρέψει σήμερα, άλλα σαράντα έτη μετά και την Νικήτα Ράντου, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, προσπαθώντας να ανακαλύψει κάτι από αυτήν τη συγκίνηση που θα κάνει τον Ελύτη στον ίδιο πρόλογο παρακάτω να προειδοποιήσει για τα εν λόγω ποιήματα: «Τρέμεις μην εκραγούν στα χέρια σου».

Τον Οκτώβρη του 1932, εκδίδονται στην Αθήνα από τις εκδόσεις «Πυρσός» (στο εξώφυλλο αναγράφεται ως έτος έκδοσης το 1933) και με το ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος  τα Ποιήματα του κατά κόσμον Νικόλαου Καλαμάρη. Η ποιητική ενασχόληση όμως δεν είναι παρά μόνο μία από τις πολλές πλευρές της δραστηριότητας του πολυώνυμου και πολυσχιδή Καλαμάρη. Ο λάβρος από τις σελίδες των αριστερών περιοδικών της εποχής νεαρός κριτικογράφος Μ. Σπιέρος (εμπνευσμένος από τον επαναστάτη Μαξιμιλιανό Ροβεσπιέρο), το μαχητικό μέλος της «Φοιτητικής συντροφιάς» και υποστηρικτής του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» του Γληνού, ο αποστάτης της μεγαλοαστικής του καταγωγής ανένταχτος μαρξιστής και κατευθυνόμενος προς τον τροτσκισμό διανοούμενος, ο πρωτοπόρος υπερρεαλιστής ποιητής Νικήτας Ράντος –από τους πρώτους που χρησιμοποίησαν ελεύθερο στίχο στην Ελλάδα–, ο συνοδοιπόρος των σουρρεαλιστών στους κύκλους του Παρισιού της δεκαετίας του ’30 και ο καταξιωμένος μεταπολεμικά στην Αμερική ρηξικέλευθος θεωρητικός της τέχνης Nicolas Calas, είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, αυτός που ο Αντρέ Μπρετόν στα Προλεγόμενα του τρίτου μανιφέστου του σουρρεαλισμού, θα αποκαλέσει ως ένα από «τα πιο διαυγή και τολμηρά πνεύματα» της εποχής του. Ο μοντερνιστής, αμφισβητίας και πολύ μπροστά από την εποχή του Νικόλαος Κάλας, όπως τελικά επικράτησε να λέγεται, ασφαλώς χρειάστηκε να καταβάλει και το ανάλογο κόστος που όλα αυτά συνεπάγονται: Ψόγοι, λοιδορίες, εμπαιγμοί και εν τέλει πλήρης σιωπή και απαξίωση για το ποιητικό του έργο στα καθ’ ημάς.

Ένα θεμελιώδες στοιχείο της ποίησής του, όπως επισημαίνει ο Mario Vitti στη μελέτη του για τη Γενιά του ’30, είναι η «κίνηση»: «ο Ράντος καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, λίγο μετά το 1930, για να συγκροτήσει μία ποίηση κίνησης, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό το σκοπό ένα ανάλογο υλικό σε έντονη κίνηση, καθώς και ένα λόγο γοργά εναλλασσόμενο, σε στενή συνάρτηση με τη γενική κίνηση. Ήταν και αυτός ένας τρόπος να αντιδράσει ο νέος ποιητής στη λυρική ακινησία, στον αδρανή ναρκισσισμό που ακινητοποιεί εκείνα τα χρόνια την ελληνική ποίηση». Μα και ο ίδιος ο Κάλας άλλωστε βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει και εν εγρηγόρσει, όχι μόνο γιατί ταξιδεύει για πολλά χρόνια, πριν καταλήξει να εγκατασταθεί οριστικά μετά το 1940 στη «Μανχατανή Βαβυλώνα» του, με μία ταυτότητα που αδιάλειπτα μεταβάλλεται, μεταπηδώντας από το ένα πεδίο δράσης στο άλλο, αλλά κυρίως γιατί παραμένει πάντα ανήσυχος, αεικίνητος, ασυμβίβαστος, μία ρευστή ύλη που εμπεριέχει αντιφάσεις και ρήξεις, μεταπτώσεις και αντιθετικές συνθέσεις.

Στην πρώτη του συλλογή, τα Ποιήματα του 1932, (θα επανεκδοθεί μαζί με άλλα μεταγενέστερα από τις εκδόσεις Ίκαρος στη συλλογή Γραφή και Φως το 1983), που έχει έντονες μαρξιστικές και φουτουριστικές επιρροές και στην ενότητα με τον τίτλο «Βουή», θα εντάξει το ποίημα «Ακρόπολη», όπου πίσω από ένα σατιρικό προκάλυμμα χλευάζει τη στερεότυπη ωραιοποιημένη εικόνα της Ακρόπολης και την αθρόα τουριστική της εκμετάλλευση, όπως συνετέλεσαν σε αυτήν ξένοι φιλέλληνες και καλλιτέχνες, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους:

ΑΚΡΟΠΟΛΗ

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

Εικονοκλαστικά εδώ, ο Κάλας παρουσιάζει έναν Παρθενώνα νεκρό και ρημαγμένο και σε μία κινηματογραφικής κίνησης αλληλουχία, ξεδιπλώνει τους πρωταίτιους αυτής της καταστροφής. Διακωμωδεί τη μεταγραφή στη δημοτική «Παρθενός» του Ψυχάρη, εμφανίζει τον Φρεντ Μπουασονά ως νεκροθάφτη του Παρθενώνα, αποδοκιμάζοντας την ειδυλλιακή απεικόνισή του στις πασίγνωστες φωτογραφίες του στις αρχές του 20ού αι., και σαρκάζει τον Ερνέστο Ρενάν για την περίφημη «Προσευχή» του «πάνω στην Ακρόπολη», επιφυλάσσοντας γι’ αυτόν τη θέση του καντηλανάφτη. Ύστερα, ρίχνει τους προβολείς του στις γυμνές χορεύτριες της Νέλλης που βρήκαν καινούργιο παρκέ στα πεντελικά μάρμαρα, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στη φήμη του μνημείου ενώ από την αιχμή της πένας του δεν ξεφεύγουν ούτε οι ονομαστοί οδηγοί του Καρλ Μπέντεκερ, το ταξιδιωτικό ευαγγέλιο της εποχής για τους πάσης φύσεως περιηγητές. Και εν γένει εκτοξεύει τα βέλη του προς όλους όσους είδαν τον Παρθενώνα σαν μία ευκαιρία για να προβάλουν μία λουστραρισμένη εικόνα της αρχαιότητας και τον κατέστησαν αντικείμενο επίδειξης, αξιοποίησης, προβολής.

Η Ακρόπολη είναι νεκρή κατά τον Κάλας και την θανάτωσαν όλοι αυτοί που υποτίθεται την εξυψώνουν. Αλλά η μεγαλύτερη πρόκληση στο ποίημα συνίσταται στην αντιπαραβολή της καταστροφής του Παρθενώνα από τις βόμβες του Μοροζίνι, κατά τον ενετοτουρκικό πόλεμο του 1687, όταν ο ναός είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη, με την «καταστροφή» που επιφέρουν στο μνημείο τα φιλμ των φωτογράφων, οι κινηματογραφικές μηχανές και οι εκτυφλωτικοί προβολείς των εκθέσεων. Φιλέλληνες και αρχαιολάτρες που εφορμούν για να το απαθανατίσουν, το τραυματίζουν ανεπανόρθωτα, ίσως χειρότερα και από την οβίδα του Μοροζίνι. «Δεν είμαι διόλου βέβαιος εάν στην ομορφιά του Παρθενώνα δεν συνετέλεσε πάρα πολύ κι ο Μοροζίνι», προβοκατόρικα θα δηλώσει, περίπου την ίδια περίοδο, στο δοκίμιό του «Γύρω στην Μοντέρνα Τέχνη» (1931). Πολλά χρόνια πριν τον Ντάνιελ Μπούρστιν, τον αμερικανό ιστορικό που στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στο εμβληματικό έργο του για την αμερικανική –και όχι μόνο– κουλτούρα “The Image” μίλησε για τα απατηλά «ψευδο-γεγονότα» που παράγει η τουριστική βιομηχανία, ο Κάλας διαβλέπει εδώ την επερχόμενη έκρηξη της ψευδαισθησιακής πραγματικότητας που σκηνοθετεί ο τουρισμός. Οι ξένοι επισκέπτες της Ακρόπολης που ανεβαίνουν στον ιερό βράχο δεν βλέπουν τον αρχαίο ναό όπως είναι στην πραγματικότητα αλλά το παραμορφωμένο είδωλο της κατασκευασμένης εικόνας, όπως φτάνει σ’ αυτούς.

Η ιδέα της καταστροφής της Ακρόπολης και γενικά αρχαιοτήτων και μνημείων του παρελθόντος που έχουν καταλήξει αβάσταχτο φορτίο και τροχοπέδη, είναι μία μηδενιστική μεν γοητευτική δε μέσα στην αιρετικότητά της σύλληψη, με πολλούς εκφραστές· όπως στην ντανταϊστικής πνοής «Διακήρυξη Υπ. Αριθμόν 1», του Σ.Α.Σ.Α (Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων) που κυκλοφόρησε ο παραγνωρισμένος αυτόχειρας συγγραφέας Γιώργος Μακρής το 1944 και καλούσε σε «ανατίναξη των αρχαίων μνημείων, προπαγάνδα ενάντια στις αρχαιότητες και σε κάθε αντικείμενο που δε μας αρέσει». Μία προσωπικότητα και μία ιστορία που εγκιβωτίζει επιτυχώς ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος στην αναθεωρημένη έκδοση της νουβέλας του «Ο Βομβιστής του Παρθενώνα» το 2010. Αλλά και τα προτάγματα του φουτουρισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Κάλας, προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν. Στο ιδρυτικό του Μανιφέστο, ο Μαρινέττι μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε ένδειξη προγονολατρείας και ζητεί την κατεδάφιση μουσείων και βιβλιοθηκών.

Διαχωρίζοντας ασφαλώς τη θέση μας από όποια μηδενιστική εμπρηστική διάθεση ενυπάρχει σε τέτοια οράματα, ας επιμείνουμε στην αξία της ποιητικής μεταφοράς: τα απομεινάρια μίας παρελθούσης δόξας προβάλλουν ως άχθος βαρύ ενώ ο εκμηδενισμός τους ως εν δυνάμει όχημα αναγέννησης προκειμένου να ανακοπεί μία φθίνουσα πορεία. Η ποίηση μπορεί να φέρει το βάρος αυτού του σοκ. Η ποίηση μπορεί να αφυπνίσει, η ποίηση διαθέτει το καύσιμο υλικό για να διασπείρει «εστίες πυρκαγιάς» (όπως το ομότιτλο σημαίνον θεωρητικό έργο του Κάλας “Foyers d’ Ιncendie”), σαν αυτές που άφηνε πίσω της η ερεθιστική σκέψη του.

«Το ποίημα δεν ακούει, ούτε βλέπει. Ξαναδιαβάζεται» λέει ο Κάλας. Και η καινούρια ανάγνωση φυσικά προϋποθέτει και μία διαφορετική ερμηνεία, ένα νέο πρίσμα που θα φωτίσει ό, τι στον καιρό του υποτιμήθηκε. Το ποίημα στέκει αδιάφορο και αγέρωχο απέναντι στις κριτικές, στις εποχές, στις προθέσεις του ίδιου του ποιητή· και το έργο του Κάλας, το πλέον πρόσφορο σε τέτοιου είδους αναγνώσεις. Τον ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, με πλήρη συνείδηση ότι εδώ υπάρχουν πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σκέψης και προσδοκώντας τη στιγμή που θα κατακτήσει τη θέση που δικαιούται, σύμφωνα και με την εισαγωγική παρατήρηση του Ελύτη για τα καπρίτσια του θαυματοποιού χρόνου και την «παλινδρομική αποτίμησή» του.

Ο Κάλας, ως γνωστόν, αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση της Γενιάς του ’30, ενώ κινήθηκε αρκετά μακριά από τον ελληνοκεντρισμό της και δεν συνομολόγησε σε όλα αυτά που οι βασικοί εκπρόσωποί της συνόψισαν υπό τον όρο «ελληνικότητα». Αλλά υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης στον στοχασμό του με τον «ελληνικό ελληνισμό» του Σεφέρη, όπως διαφαίνεται και στο ποίημα «Ακρόπολη», και αυτό είναι το αίτημα αποτίναξης ενός παρελθόντος όπως το διαμόρφωσαν οι Ευρωπαίοι κι εμείς βολικά ενστερνιστήκαμε, δίχως να το υποβάλουμε στη βάσανο της επεξεργασίας. Ο νεοκλασικισμός και ο άκριτος θαυμασμός του Βίνκελμαν για την αρχαία ελληνική Τέχνη, τα ρομαντικά ιδεώδη του Γκαίτε και του Σίλλερ, η Ελλάδα ως μούσα του Σατωμπριάν και του Χαίλντερλιν, πόση σχέση είχαν όλα αυτά με μία αυθεντική ελληνική ταυτότητα και πόσο τάχα δεν ανταποκρινόντουσαν και σε ανάλογους ευρωπαϊκούς πόθους για το κλέος της γηραιάς ηπείρου; Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν παρεμβαίνουν μόνο στη ναυμαχία του Ναβαρίνου αλλά μέσω του φιλελληνικού κύματος που ενσκήπτει στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος και στην αναβίωση ενός ένδοξου παρελθόντος, όχι απλώς ως ιστορική μνήμη αλλά ως συμπαγές ιδεολόγημα. Οι παραζαλισμένοι από την απότομη μετάβαση στη νεωτερικότητα Βαλκάνιοι χωριάτες έπρεπε να πεισθούν ότι όχι μόνο είναι απευθείας απόγονοι του Περικλή αλλά και Ευρωπαίοι ή άλλως «Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα αποχωρητήριο χτισμένο από φιλέλληνες πάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού», σύμφωνα με τον γνωστό αφορισμό του Κονδύλη.

Η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου παρελθόντος, ενός «Μεταχθές», όπως είναι ο όρος που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημά του, είναι μία προβληματική που απαντάται συχνά στο έργο του Κάλας και όχι μόνο το ποιητικό. «Δε μπορώ να ζήσω αν δε βρεθεί για μένα κάποιο άλλο παρελθόν» λέει στη Νικήτα Ράντου. Η σχέση μας με τον Παρθενώνα σήμερα δεν έχει διαφοροποιηθεί και πολύ από το 1932: Ένα αειθαλές σύμβολο που αντέχει κόντρα σε αλλαγές, καταστροφές, παραμορφώσεις και στην ιστορική ασυνέχεια αλλά παράλληλα παραμένει αμετακίνητο μέσα στη στασιμότητα του νοήματός του και ιερό ταμπού, ένα μέτρο τελειότητας που κανείς δεν φτάνει αλλά που δεν χάνει και ευκαιρία να το επικαλείται, ξένος ή γηγενής. Ο κοινότοπος  επαναλαμβανόμενος τρόπος θαυμασμού, η ανύψωσή του σε βάθρο που απέχει παρασσάγγας από το παρόν, εμποδίζει τη διαλεκτική με το μνημείο. Όπως δηκτικά σημειώνει σχετικά ο Αλέξανδρος Αργυρίου: «σκέπτομαι […] μήπως είναι λογικό να προσθέσουμε στα αποδεκτά συμπλέγματα και το σύμπλεγμα του Παρθενώνα».

Το μείζον ζήτημα που αναδύεται από την «Ακρόπολη» του Κάλας είναι αυτό του πολυσυζητημένου επαναπροσδιορισμού της νεοελληνικής ταυτότητας, ένα αίτημα που στα χρόνια της κρίσης ασφαλώς προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ. Πολλές δεκαετίες πριν, ο μετέπειτα διανοούμενος της διασποράς, αποκαθηλώνοντας το πλέον εμβληματικό μνημείο της Αθήνας, ουσιαστικά αναρωτιέται: «Ποιοι είστε;» «Ποιοι είστε;» αναρωτιόντουσαν και οι ορδές των φιλελλήνων και περιηγητών που συνέρρεαν από όλες τις γωνιές της Ευρώπης στην επαναστατημένη οθωμανική επαρχία, συνεπαρμένοι από τα αρχαιοελληνικά ιδανικά, αλλά δεν συναντούσαν τους Κούρους και τους Απόλλωνες που φαντασιώνονταν. «Ποιοι είστε;» αναρωτιούνται σήμερα και τόσοι όψιμοι φιλέλληνες που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικαλούνται τα «φώτα» της Ελλάδας για να την υπερασπιστούν, για να ζητήσουν την επιείκεια των ισχυρών και για να υπενθυμίσουν πόσα της χρωστάει η Δύση, καταφεύγοντας συχνά σε γραφικότητες, όπως το περίφημο ποίημα του Γκύντερ Γκρας, με αφορμή την ελληνική κρίση, «Η ντροπή της Ευρώπης». Πάλι ένα παρελθόν μέσα από τα μάτια των ξένων, πάλι μία αλλοτινή αίγλη, σπάνια θα ακούσει κανείς να επικαλείται το σήμερα, αυτόν τον αιώνα, το παρόν.

«Ποιοι είστε;», μοιάζει να αναρωτιέται τις νύχτες κι ο απαστράπτων Παρθενώνας, που στέκει αινιγματικός μέσα στο θάμβος που προκαλεί και ως άλλη Σφίγγα μας καλεί να λύσουμε το σύγχρονο αθηναϊκό αίνιγμα. Στην πραγματικότητα, είναι αυτός που μας παρατηρεί κι όχι εμείς αυτόν. Σε μια πόλη που κείται πάνω στα λείψανα ενός δανεικού μεγαλείου, ανυψώνεται από τα σπλάχνα της, τόσο υπεράνω, τόσο απομακρυσμένος από αυτήν, ξένο σώμα αλλά και τόσο οικειοποιημένο και σίγουρα όχι αρκετή παρηγοριά για το ζόφο μιας κοινωνίας που όζει από τη στασιμότητα. «Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι / με ό, τι απομένει από την δόξα αυτή» γράφει στο ποίημα «Αθήνα 1933» ο Κάλας. Και τα απομεινάρια αυτής της «δόξας» είναι πια βάρος που πρέπει να αποτιναχθεί, κόμπος που πρέπει να λυθεί, αλλά και ευκαιρία για να αναγεννηθεί εκ τέφρας το νόημά της.

Ο Παρθενώνας παραμένει πάντα πεδίο πρόσφορο για κρίσεις που αφορούν τη συλλογική μας ταυτότητα, τις αγκυλώσεις και την παρελθοντολαγνεία μας, τη σχέση μας με τους ξένους, τη θέση μας στην ιστορική διαχρονία. Παραμένει όμως πάντα έδαφος γόνιμο και για το χτίσιμο μιας νέας σχέσης. Μπορούμε να διαλεχθούμε μαζί του υπό νέους όρους; Μπορούμε να οικοδομήσουμε έναν νέο συμβολισμό πάνω στα συντρίμμια της κακοπαθημένης από την υπερπροβολή εικόνας της Ακρόπολης; Μπορούμε να ορίσουμε μία νέα ταυτότητα, απαλλαγμένη από ψευδαισθησιακά ιδεολογήματα και ξενοκίνητες φαντασιώσεις; Μπορούμε να εκκινήσουμε προς το μέλλον, αν δεν απεγκλωβιστούμε από τα δεσμά ενός βαρύτιμου παρελθόντος, για το οποίο δεν κοπιάσαμε και που η προστατευτική αγκάλη του μας εμποδίζει να ενηλικιωθούμε; Μπορούμε να εφεύρουμε ένα νέο παρελθόν, όπως έλεγε ο Κάλας, παρατηρώντας πλέον εμάς στον καθρέφτη και όχι εμάς μέσα από το πώς μας βλέπουν οι άλλοι; Τα ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά και μάλλον θα παραμείνουν ως έχουν για πολύ καιρό ακόμα.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

ΠΟΙΗΣΗ  ΕΝ  ΚΙΝΗΣΕΙ: Αναγνώσεις, αναδιφήσεις, ιχνηλασίες στο παρελθόν, όμως με το βλέμμα στραμμένο στα σημάδια που αφήνει πάνω στο παρόν  – μια στήλη για την ποίηση από την Ειρήνη Γιαννάκη. Γιατί, καθώς λέει ο Μπόρχες, η ποίηση δεν είναι ξένη αλλά, όπως και η ζωή, παραφυλάει στη γωνία και μπορεί να μας αιφνιδιάσει ανά πάσα στιγμή.