Νατάσα Κεσμέτη

Ρ. Σ. Τόμας, Τραγούδι

*

Τραγούδι

Διαλέγω τό λευκό, ἀλλά μέ
Κόκκινο πάνω του, σάν τό χιόνι
Τοῦ χειμώνα μέ τά λίγα
Οὔ καί τόν ἕνα

Κοκκινολαίμη, πού εἶναι φωτιά
Νά θερμαίνεσαι καί σάν τόν Χριστό
Ἔρχεται σέ μᾶς μέσα στήν ἀδυναμία του
Ἀλλά μέ ἕνα διαπεραστικό
τραγούδι.

RONALD STUART THOMAS
Κάρντιφ Ουαλίας, 1913-2000

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη
Δεκέμβριος 2022

*

Advertisement

Το δημογραφικό τίς ἡλιόλουστες μέρες

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Τά καλοκαίρια, πρίν τό δύο χιλιάδες, τά κουτσοκαταφέρνανε. Ξέπεφταν καί τίποτα τουρίστες, τούς ἔκαναν χάζι. Κυρίως ὅμως ἔρχονταν προσκυνητές γιά τό σκαλισμένο ναῒδριο βαθιά μέσα στό βράχο. Μιά δυό σχετικά νέες τούς πουλοῦσαν ρίγανη σέ ματσάκια, φασκόμηλο πού ἀφθονοῦσε στίς πλαγιές ὁλόγυρα καί πρός τό φθινόπωρο ξερά κρεμμύδια. Ἀλλά τό χειμώνα ἀλλίμονο ἄν ἔπιανε χιόνι. Ἀποκόβονταν τελείως καί ἕνας Θεός ξέρει πῶς ἐπιζούσανε. «Δέν ἔχει πιά ζωή ἐδῶ πάνω, καθόλου ζωή» λέγανε οἱ κυνηγοί πού δέν μπορούσανε νά βροῦνε οὔτε ταβέρνα οὔτε καφενεῖο, τίποτα νά χωθοῦνε μέσα. Ἀλλά οἱ γέροι, πιό πολύ γριές δηλαδή, δέ λέγανε νά τό κουνήσουν, σά νά τόχανε ὁμαδικά ἀποφασισμένο νά πεθάνουν ἐκεῖ. Καί νά πεῖς πώς κάνανε βεγγέρες ἤ νοιάζονταν ἰδιαίτερα ὁ ἕνας τόν ἄλλον; Μπά, οἱ συνηθισμένοι τσακωμοί, διαφωνίες, γρίνες, λόγια, ἀντιπάθειες καί τά παρόμοια ἐπικρατοῦσαν.

Ὅταν ξάνοιγε ὁ καιρός καί, μ’ ὅλο τό κρύο ἐκεῖ πάνω, πρόβαλλε ὁ ἥλιος, προβάλλανε κι αὐτοί στά κατώφλια τους καί κάθονταν στά σκαλιά τους μέ τά πόδια ἁπλωμένα στή λιακάδα. Πιό πολύ μέ σκούρους λεκέδες μοιάζανε παρά μέ ἀνθρώπους: ἐκεῖνες τίς κηλίδες πού γεμίζουν τά μάτια, ἄν προσηλωθοῦνε ὥρα στό ὁλόλαμπρο φῶς. Οἱ περισσότεροι ὡστόσο ὅλο καί κάποιον εἴχανε νά τούς τηλεφωνήσει, κάποιο παιδί ἤ ἀνήψι, ἐγγόνι ἤ δισέγγονο νά δώσει σημάδι ζωῆς. Τό περιμένανε ἀλλά ὄχι μέ καμιά ἰδιαίτερη λαχτάρα, γιατί στό βάθος φοβόντουσαν τά δυνατά χτυποκάρδια πού φέρνει τόσο ἡ χαρά ὅσο καί τά βάσανα, καί γιατί γνώριζαν πώς καί οἱ πιό ὄμορφες λαχτάρες περνοῦν, κι αὐτοί μένουν πάλι μόνοι καί ξεχασμένοι. Προτιμοῦσαν τήν ὁμοιομορφία τῶν ἡμερῶν, τήν παραίτησή τους, εἶχαν ἐξοικειωθεῖ μέ τούς πόνους τους πού κανείς δέν εἶχε διάθεση νά μοιραστεῖ. Ἡ μοναξιά γι αὐτούς δέν ἦταν θηρίο ἤ τέρας, μονάχα ἀπροσμέτρητα βαθιά ἀποδοχή. Ὅποιος ἔδειχνε σημάδια ἀνυπομονησίας, φόβου ἤ διαμαρτυρίας μᾶλλον εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα του νά φύγει γιά κανένα «ἵδρυμα» ὅπου πολύ γρήγορα θά πέθαινε.

Δυό πράγματα ὡστόσο τούς ἔδιναν μιά ἀνακούφιση πού ἔμοιαζε σχεδόν μέ χαρά. Τό ἕνα ἦταν ἡ ἑβδομαδιαία ἄφιξη τοῦ γιατροῦ πού παρέμενε ἐκεῖ πάνω γι αὐτούς τυλιγμένος στόν ἱερατικό μανδύα παλιῶν ἔνδοξων καιρῶν τῆς Ἱατρικῆς. Τό ἄλλο, τό σπάνιο Κυριακάτικο χτύπημα τῆς καμπάνας, σημάδι πώς θά γινόταν μετά ἀπό μῆνες λειτουργία, ἰδίως ἄν μαζί μέ τόν παπά ἐρχόταν καί μιά γλυκιά χειμωνιάτικη λιακάδα. Τότε θά μποροῦσαν στό σχόλασμα τῆς ἐκκλησίας νά μείνουν μαζεμένοι στό προαύλιο σάν προϊστορικές σαῦρες κάτω ἀπό τόν ἥλιο. Ἀφοῦ ἔλεγαν ὄ,τι εἶχαν νά ποῦν, μένανε σιωπηλοί μέσα στό ζεστό φῶς, ὥσπου κρύωναν τά πόδια καί στήν πλάτη τους ἄρχιζαν νά τρέχουν ρίγη, καί τότε κάποιος ἔκανε τήν ἀρχή νά συρθεῖ νά φύγει. Ἀλλά ὡς ἐκείνη τή στιγμή τά κόκκαλά τους ρούφαγαν τήν ἀνακούφιση τῆς ζεστασιᾶς καί τοῦ φωτός, σάν μιά παραδείσια ὑπόμνηση, ὄχι ἐνός μακρινοῦ παρελθόντος οὔτε μιᾶς μελλοντικῆς ἀφηρημένης ὑπόσχεσης ἀλλά μιᾶς Παρούσας ἁπτῆς ἐλπίδας, πού τό χάδι της ἔφτανε μέχρι τό μεδούλι ὀστῶν ἕτοιμων νά θρυβοῦν… (περισσότερα…)

Ἄνταμ Ζαγκαγιέφσκι, Δύο ποιήματα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Ψυχή

Τό ξέρουμε πώς δέν μᾶς ἐπιτρέπεται νά χρησιμοποιοῦμε τό ὄνομά σου.
Τό ξέρουμε πώς εἶσαι ἀνείπωτη
ἀναιμική, αἰθέρια, καί ὕποπτη
γιά προσβολές μυστηριωδῶν παραπτωμάτων τοῦ παιδιοῦ .
Τό γνωρίζουμε πώς δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά ζεῖς τώρα πιά
στήν μουσική ἤ στά δέντρα τό ἡλιοβασίλεμα.
Τό γνωρίζουμε -τουλάχιστον αὐτό μᾶς εἰπώθηκε-
πώς δέν ὑπάρχεις καθόλου, πουθενά.
Κι ὡστόσο συνεχίζουμε ν’ ἀκοῦμε τήν κουρασμένη φωνή σου
– σέ μιάν ἠχώ, ἕνα παράπονο, τίς ἐπιστολές πού λαμβάνουμε
ἀπό τήν Ἀντιγόνη στήν ἔρημο τῆς Ἑλλάδας.

~.~ (περισσότερα…)

Κρίκοι γιά κρεμασμένα κοριτσάκια

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

«Τώρα τούς φορᾶνε ὅλοι, ἀνεξαρτήτως φύλου, μικρούς καί μεγάλους. Δέν ἦταν ἔτσι τότε. Μόνον ἀρτίστες, θεατρίνες, γυναῖκες σέ μικρογειτονιές λιμανιῶν, στά νησιά. Ὑπῆρχαν πολλά εἴδη καί σχέδια, ἀπό τίς λεπτεπίλεπτες ἀνελέτες ὥς τούς χοντρούς χρυσούς κρίκους. Οἱ μόνοι προσιτοί σέ μένα», διηγήθηκε κάποτε μιά γυναίκα:

«Ἦσαν προσιτοί ἀπό μακριά ἤ μᾶλλον ἀπό ψηλά. Ἔπρεπε νά περιμένω πότε θά κατέβουν οἱ κουρτίνες γιά νά πλυθοῦν. Τότε τούς ἔβγαζαν ἀπό τό μπρούτζινο κοντάρι τους. Ἄλλοτε κατέβαζαν καί τό κοντάρι, ἄλλοτε μόνο τούς κρίκους, κι ἄν εἶχαν μαυρίσει τούς ἔτριβαν μέ μπράσο γιά νά ξαναβροῦν τή λάμψη τους.

Εἶχαν πολύ κοφτερά, χοντροκαμωμένα δόντια γιά νά γραπώνουν τίς κουρτίνες. Μέ κάθε προφύλαξη διάλεγα μερικούς. Δοκίμαζα στά δάχτυλα τά δόντια τους, καί κράταγα τούς δύο πού μοῦ φαίνονταν λιγότερο ἐπικίνδυνοι. Μετά δίπλωνα κάμποσες φορές κομματάκια ἐφημερίδας καί προσπαθοῦσα νά τά κρατήσω στ’ ἀφτιά μου. Πρῶτα στό ἕνα καί μετά στό ἄλλο. Ἄνοιγα ὅσο περισσότερο μποροῦσα τήν ἁρπάγη τοῦ κρίκου καί δάγκωνα μ’ αὐτήν τά διπλωμένα κομμάτια τῆς ἐφημερίδας πού ἄλλοτε σκίζονταν ἀπό τά δόντια, ἄλλοτε ἡ ἁρπάγη γλιστροῦσε ἀπό τά χέρια μου καί ἔκλεινε πιό γρήγορα ἀπ’ὅσο χρειαζόταν, ὁπότε τά ἀφτιά μου ἔμεναν γυμνά… Μέ χίλιες δυό προσπάθειες ἐπέμενα νά ἐπαναλαμβάνω τήν ἴδια διαδικασία καί, καμιά φορά, κατάφερνα ἐπιτέλους νά στερεώσω τόν ἕνα κρίκο. Ὥσπου νά καταφέρω τό ἴδιο καί μέ τόν δεύτερο γιά τό ἄλλο μου ἀφτί, τό πρῶτο ἄρχιζε ἤδη νά πονάει, γιατί τά δοντάκια δέν χωράτευαν στά παιδικά ἀφτιά. (περισσότερα…)

Μαίρη Ὄλιβερ, Οἱ λιμνοῦλες

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΟΙ ΛΙΜΝΟΥΛΕΣ

Κάθε χρόνο
τά νoύφαρα
ἀνθίζουν τόσο ἀψεγάδιαστα
Δέν πιστεύω στά μάτια μου πώς

εἶναι τό φῶς τους αὐτό πού πληθαίνοντας ἀγκαλιάζει
τίς μαῦρες,
λιμνοῦλες τοῦ μεσοκαλόκαιρου.
Κανείς δέν θά μποροῦσε νά τά μετρήσει ὅλα τους –

Τά μοσχοπόντικα κολυμπώντας
ἀνάμεσα στά πέταλα τῶν νούφαρων καί τά χορτάρια
μποροῦν ν’ ἁπλώσουν
τά μυώδη τους μπράτσα καί ν’ ἀγγίξουν (περισσότερα…)

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Silva

*

Τά Δάση καί οἱ Πήλινοι Ἄνθρωποι

Στήν Μαρία Φιλύρα γιά τήν ἀγάπη της στά δάση                                        
Ποιός λήστεψε τά δάση,
Τά δάση τά ἔμπιστα;
Τ’ ἀνύποπτα δέντρα
Ἔβγαλαν τίς κολλιτσίδες, τά βρύα τους
Τήν φαντασία του νά τέρψουν.
Περιεργάστηκε τά στολίδια τους,
Τά ἅρπαξε, τά πῆρε μακριά.
Τό ἱερόπρεπο κώνειο τί
Τό κωνοφόρο ἔλατο τί θά πεῖ;
EMILY DICKINSON

Ἄκουγα τά δάκρυά τους. Ἄκουγα τήν ἥσυχη ἀναπνοή τους. Μοῦ χάϊδευε τό πρόσωπο ἡ σιωπή τους. Καί κάπου κάπου μιά μικρή ἀνατριχίλα-μυρμηγκάκι περπατοῦσε στά μπράτσα μου.

Κλαδιά ἔγερναν καί φύλλα σέρνονταν στό κεφάλι μου, οἱ σκιές τους εἰσχωροῦσαν καί οἱ φωτισμένες πλευρές τους ἔτρεχαν μέσα στόν χάρτη πίσω ἀπό τό μετωπό μου. Φιδωτά ποτάμια κυλοῦσαν ἐκεῖ κι ἅπλωναν ἕνα ἀλλοῦ ἀραιόπλεχτο κι ἀλλοῦ πυκνό δικτύωμα μοναξιᾶς.

Καθόμουν σ’ αὐτές τίς αἰῶρες σάν μιά θηλειά τῆς πλέξης. Ἡσυχία. Ἀόρατοι φίλοι μέ συντρόφευαν χωρίς νά μέ σφίγγουν καί χωρίς νά μ’ ἐγκαταλείπουν. Κλαίγαμε μετά ἄφωνα καί τό εὐωδιαστό πνεῦμα τοῦ δέντρου ἀνέβαινε ἀπό τίς ρίζες ἤ κατερχόταν ἀπό τίς κορφές τοῦ οὐρανοῦ καί τότε ὅλα συγκεντρώνονταν σέ μιάν ἀνάλαφρη φωλιά.

Πάνω της ἔσκυβε αὐτό πού εἶναι λευκό καί πουπουλένιο φυσώντας ρυθμικές ἀναπνοές.

15 Αὐγούστου

(περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Στό φώς τοῦ Σεπτεμβρίου

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ὅταν εἶσαι κιόλας ἐδῶ
παρουσιάζεσαι μόνον σάν
ἕνα ὄνομα πού εἴτε εἶσαι παρόν
εἶτε ὄχι μιλᾶ γιά σένα

καί γιά τήν ὥρα μοιάζει σάν
νά εἶσαι ἀκόμα καλοκαίρι
στό ἀποκορύφωμά του ἀκόμα
οἰκεῖο μας ἀτέλειωτο καλοκαίρι
ὡστόσο μέ μιάν ἀνταύγεια
χαλκοῦ στήν ψύχρα τῶν πρωϊνῶν
καί τ’ ἀργοπορημένα κίτρινα πέταλα
τοῦ φλόμου ἀνεμίζοντας στούς
στάχεις καθώς γέρνουν πάνω
ἀπό τίς θρυμματισμένες τους
σκιές πού διασχίζουν τήν χαρακωμένη γῆ (περισσότερα…)

Βισλάβα Συμπόρσκα, Τό Κρόμμυον

*

Tό Κρόμμυον

Τό κρόμμυον, τώρα εἶναι τό κάτι ἄλλο.
Σωθικά ἀνύπαρκτα.
Μόνον ἁγνή κρομμυωσύνη.
γιά χόρταση τοῦ ἀφοσιωμένου κρομμυολάτρη.
Κρομμυότητα ἐντός
Κρομμυομοιότητα στήν ὄψη ἐκτός.
Ἀκολουθεῖ δικό του κρεμμυδοδαιμόνιον
δίχως ἀνθρωποδάκρυα δικά μας.

Τό δέρμα μας περικάλυμμα μονάχα
γιά κείνη κεῖ τή γῆ ὅπου κανένας δέν τολμᾶ νά πάει,
κολαστήριο ἐσωτερικό
τῆς ἀνατομίας τό ἀνάθεμα. (περισσότερα…)

Κέβιν Τζών Χάρτ, Ἡ Λέξη

*
Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Λέξη

Πές δάσος καί κάθετι εἶναι ξεκάθαρο ξανά.
Τό δάσος εἶναι ὁλόγυρά σου, σάν τήν νύχτα,
Ἀκατόρθωτο νά τό συλλάβεις. Τό στόμα σου σκοτεινό.

Μιά σκλήθρα γρήγορα βρίσκει τόν δρόμο της στό τρυφερό σου δάχτυλο.
Ἐκεῖνο τό γέρικο δέντρο σκισμένο ἀπό τόν κεραυνό δέν θά μετακινηθεῖ.
Ἡ ψιλή βροχή τῆς περασμένης χρονιᾶς στό βάθος τοῦ κορμοῦ κρυστάλλωσε

Καί τώρα μιά μελένια σάρκα λάμπει ἀνάμεσα στόν ραγισμένο φλοιό.
Τό στόμα σου εἶναι σκοτεινό. Προχώρησε βαθιά μέσα στόν ἑαυτό σου,
Ἄσε τήν ἡσυχία νά συγκεντρωθεῖ ἐκεῖ, μετά πές τή λέξη.

KEVIN JOHN HART

*

*