Νατάσα Κεσμέτη

Νατάσα Κεσμέτη, Κόχυλας ἀπό τό Ulvik ὥς τήν Ἐρεσσό

Olav
Στόν Συμεών Σταμπουλοῦ                      

Σπίτι χτίζεις γιά τήν ψυχή σου,
καί περήφανα περιπλανιέσαι
στήν ἀστροφεγγιά
μέ τό σπίτι στή ράχη σου
σάν σαλιγκάρι.
Κίνδυνος ὅταν πλησιάζει
Τρυπώνεις μέσα
κι ἀσφαλής εἶσαι
κρυμένος καλά

Καί ὅταν δέν ὑπάρχεις πλέον
τό σπίτι θά
συνεχίζει νά ζεῖ,
μαρτυρία
στήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς σου.
Κι ἡ θάλασσα τῆς μοναξιᾶς σου
Θά τραγουδᾶ μέσα
Βαθιά
              ‒ «Κόχυλας»

Ἔμοιαζε, ἀλλά δέν ἦταν ἀπέραντο. Οἱ στοιχημένες μηλιές καί κερασιές, μόλις ἄρχιζες νά περπατᾶς ἀνάμεσά τους, σοῦ δημιουργοῦσαν αὐτή τήν ψευδή ἐντύπωση τοῦ ἀπεριόριστου: πώς θά κάλυπταν ὅλους τούς λόφους καί τίς κοιλαδοῦλες ἀνάμεσά τους ὥς τήν ἄκρη τοῦ κύματος. Παράξενες ψευδαισθήσεις καί ἐπίμονες. Ἡ λευκή, γκρίζα, καί τόπους τόπους πράσινη κηλίδα πέρα, αὐτή ἦταν πού σχημάτιζε στήν καρδιά σου τήν προσδοκία τῆς ἀνοιχτῆς θάλασσας ἤ τῆς πλατιᾶς λίμνης. Ὅμως τά ἐλαφριά κυματάκια στά χείλη τῆς ἀκτῆς δέν ἔρχονταν οὔτε ἀπό τόν ὠκεανό, οὔτε ἀπό κάποια μεγάλη λίμνη.

Οἱ μηλιές καί οἱ κερασιές καμπύλωναν γαλήνιους θόλους γιά νά περπατᾶς ἀπό κάτω χωρίς νά σέ νοιάζει ποῦ θά φτάσεις, ἄν καί ὅλοι γνωρίζαμε τόν προορισμό μας. Τό ξύλινο σπιτάκι τοῦ Ὄλαφ, ὅταν ξεπρόβαλε ἀνάμεσα στά δέντρα πού τό ἀγκάλιαζαν ἕνα γύρω ἀφήνοντας ἕνα μικρό πλάτωμα νά τό περιβάλλει, φάνηκε πιό μικρό ἀπ’ ὅσο τό περιμέναμε. Ὁ Ὄλαφ ἔλειπε ἀλλά ἡ πόρτα του ἦταν ξεκλείδωτη. Δέ χωρούσαμε ὅλοι στό μοναδικό δωμάτιο, φορτωμένο βιβλία ἀπό τό πάτωμα ὥς τήν ὀροφή σέ ὅλους τούς τοίχους. Μερικοί προτίμησαν νά τόν περιμένουν ἔξω, στά ξύλινα καθίσματα πού εἶχε σκαλίσει σέ κάθε λογῆς κούτσουρα. Αὐτό τό ξέραμε: πώς ὁ Ὄλαφ ζεῖ ἀπό τά χέρια του καί μέ τά χέρια του. Ὄχι μόνον χρησιμοποιώντας ἐργαλεῖα καλλιέργειας καί φροντίδας τῶν δέντρων του, ὄχι μόνο γιά νά κρατᾶ τά μολύβια του καί νά γράφει, ἀλλά γιά νά κατασκευάζει ἐπίσης τά μικρά καί μεγάλα του ξυλόγλυπτα.

Προτίμησα νά κάτσω στήν κουνιστή του πολυθρόνα γιά νά τόν περιμένω, νανουρισμένη ἀπό τίς σιγανές ὁμιλίες. Γιά κάποιο λόγο, ὅλοι χαμήλωσαν τόν τόνο τῆς φωνῆς τους. Οἱ ὡραῖοι κελαηδισμοί καί οἱ μιλιές τῶν φύλλων, γρήγορα προέτρεψαν σέ σιωπή τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ὄλαφ. Μπορεῖ νά ἀποκοιμήθηκα – δέν ξέρω. Ὅταν ὅμως ἄνοιξα τά μάτια μου, ἀπέναντί μου καθόταν ἕνας ξερακιανός ἄνδρας πού μέ κοίταζε μέ βαθύ καί ἀπόμακρο βλέμμα. Οἱ ἄλλοι εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Δοκίμασα νά τοῦ χαμογελάσω, ἀλλά δέν ἀνταποκρίθηκε. Μᾶλλον δέν ἔδωσε σημασία στήν ἀπόπειρά μου. Συνέχισε νά μέ κοιτάζει μ’ ἕναν τρόπο… Σάν νά βρισκόμουν σέ μιά γυάλινη θήκη, κι αὐτός μέ παρατηροῦσε ἀπ’ ἔξω· ὄχι ζωντανή ἐκεῖ ἀπέναντί του.

‒ Σίγουρα, δέ μιλᾶς τή γλώσσα μου, εἶπε κάποτε κι ἕνα σωρό ρυτίδες σχηματίσθηκαν σ’ ὅλο τό πρόσωπό του.

Λίγο ἀκόμα καί θά τρόμαζα, γιατί ἀστραπιαῖα πέρασε πάνω ἀπό τή μορφή του, ἡ μορφή τοῦ Βαρλαάμ Σαλάμοφ. Ἀλλά ἔσβησε, δίχως ν’ἀφήσει κανένα ἴχνος ἀγριάδας, τίποτα ἀνατριχιαστικά, φοβερό. Στά δικά του μάτια ἕνα θαμπό, σχεδόν γλυκό φῶς, ἄναβε ὅπως αὐτό τῶν χρυσῶν ἀγρῶν πού ἤξερα πώς τόσο εἶχε κοιτάξει: γιά ὧρες, γιά χρόνια, μέ βυθισμένη σ’αὐτούς τή νόηση κι ὄχι μόνον τήν ὅρασή του. Ἀναρωτήθηκα ἄν πέρα, πολύ μακριά, διέκρινε μέσα στή χρυσή ἅλω τῶν ἀγρῶν τούς ἐλαιῶνες τοῦ Ὁμήρου. Καί, λίγο χαμένη κι ἡ ἴδια, πρίν προλάβω ν’ ἀπαντήσω γιά τή γλώσσα μου, μοῦ ἔδειξε κάποιους τόμους.

‒ Πάρε, μοῦ εἶπε. Εἶναι οἱ μεταφράσεις πού μοῦ ἔκανε ὁ Robert Bly , ὁ Robert Hedin, ὁ Fultton καί μερικοί ἄλλοι.

Ξαφνικά ἕνα πλῆθος ἐρωτήσεων μέ κατέκλυσε, ἀλλά ἡ ντροπή πού ἔνιωθα ἦταν πιό μεγάλη ἀπό τήν ἐπιθυμία νά ρωτήσω καί νά μάθω. Δέν ἦταν ἁπλά συστολή, ἦταν μιά ἀνεξήγητη, μαθητική ντροπαλοσύνη.

‒ Διάβασε ὅπως θέλεις, ἀλλά δυνατά, εἶπε εὐγενικά καί κοφτά φέρνοντας πιό κοντά μου τό κάθισμά του.

Ξεκίνησα διστακτικά στή γλώσσα μου, ἀλλά λίγο-λίγο ἀναθάρρησα:

Ἄς ξεκινήσουμε
Μή μοῦ δίνεις τήν πᾶσα ἀλήθεια
Μή μοῦ δίνεις ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια,
μή μοῦ φέρεις τόν ὠκεανό γιά τή δίψα μου,
οὔτε τόν οὐρανό ὅταν ζητάω φῶς,
ἀλλά δῶσε μου μια λάμψη, μιά νοτισμένη τούφα, ἕναν κόκκο,
ὅπως τά πουλιά φέρνουν σταγόνες ἀπό τό λουτρό τους,
κι ὁ ἄνεμος ἕνα σπυρί ἁλάτι.  

Σήκωσα τά μάτια μου. Μοῦ ἔνευσε νά συνεχίσω…

«Καλύβες ἀπό φύλλα καί Χιονόσπιτα»

Τοῦτα τά ποιήματα δέ μετρᾶνε
πολύ, μόνο μερικές λέξεις ριγμένες μαζί
στήν τύχη.
Κι ὡστόσο
γιά μένα
ὑπάρχει κάτι καλό
καθώς τά φτιάχνω, εἶναι
σάν νά ἔχω σ’ αὐτά γιά
λίγο ἕνα σπίτι.
Σκέφτομαι τά παιχνιδόσπιτα
καμωμένα ἀπό κλαδιά πού κτίζαμε
σάν ἤμασταν παιδιά:
νά χωθοῦμε μέσα, νά κάτσουμε

ἀκούγοντας τή βροχή,
μόνοι σ’ἕναν ἄγριο τόπο,
νά ψηλαφοῦμε τίς σταγόνες στή μύτη σου
καί στά μαλλιά σου _
ἤ χιονόσπιτα τά Χριστούγεννα,
νά χωνόμαστε καί μετά νά κλείνουμε τό ἄνοιγμα
μ’ ἕνα σακί,
ν’ ἀνάβουμε ἕνα κερί, να ‘μαστε κεῖ
σ΄ὅλα τά μακριά παγωμένα ἀπογεύματα.

Ἀπότομα σηκώθηκε. Τά χέρια του ψηλάφισαν τά μαλλιά καί τό πρόσωπό μου. Τραχειά. Ἀναστέναξε, ἀπομακρύνθηκε, πῆγε πρός τήν πόρτα.

‒ Εὐχαριστῶ, μοῦ εἶπε, πρίν φύγει. Δίστασε λίγο κ’ὕστερα πρόσθεσε:

‒ Εἶσαι καί σύ Conch

Μέσα βαθιά

                                   Κόχυλας,

Μουρμούρισα.      

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δέν συνηθίζεται νά δίνονται εἴτε στοιχεῖα , εἴτε ἡ ἴδια ἡ πηγή ἑνός διηγήματος, λές κι εἶναι ἐπίφοβο, μήπως καί χάσει τήν ἐπάξια ὀνομασία του «διήγημα». Θά παραβλέψω τήν ἀνησυχία, δίκαιη ἤ ἐπιπόλαιη ἤ πονηρή. Δέν αἰσθάνομαι κανένα κίνδυνο. Στό «πάνσοφο» ὅλες οἱ προθέσεις φανερώνονται, κι εἶναι ἀστεῖο νά μήν πῶ ἐξαρχῆς πώς τόν Ὄλαφ τόν γνωρίζω καί δέν τόν γνωρίζω, χωρίς καί νά τόν ἔχω κατασκευάσει,ὅπως ἀκριβῶς καί τόν Φώτη μου, ἀπό τόν ὁποῖο μόνον τό Φ ἦταν δικό του. Ἄν κι αὐτό δέν σημαίνει πώς… σώνει καί καλά ἦταν ἀληθινό. Ὑπάρχει κανείς σίγουρος γιά τό τί εἶναι καί τί δέν εἶναι ἀληθινό στήν λογοτεχνία; Κάποιος πού νά τραβάει μιάν ἴσια γραμμή σάν ἀδιάβλητο και αἰώνιο Σύνορο; Ὁ Ὄλαφ σ’ἕνα ποίημα του ἔγραψε πώς ἡ ἀλήθεια εἶναι αἰσχυντηλή. Ὁ νοῦς μας αὐθόρμητα πάει στήν μιμόζα, ὅμως ἐκεῖνος μιλοῦσε γιά τά πουλιά.

Τά παραπάνω καμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τίς κλεψιές. Ἡ ἠθική ἤ ἀνήθικη προαίρεση τοῦ συγγραφέα εἶναι πού μετράει πάνω ἀπ’ ὅλα. Τά πιό μύχια κίνητρά του εἶναι ἡ Φλεγόμενη Βάτος μιᾶς Πυροβασίας ὅπου καιγόμαστε ὡς ἄφρονες ἤ στεκόμαστε ἀνυπόδητοι καί τρέμοντες μπροστά σέ Τόπο Φοβερό ἤ σπανίως πέφτει πάνω μας, τήν τελευταία στιγμή, ἡ κάπα τοῦ Ἠλία ἐνῶ αὐτός μέ τά πυριφλεγῆ του ἄλογα διασχίζει τήν Τροπόσφαιρα, τήν Στρατόσφαιρα και ὅλα τά στρώματα τῆς Γήϊνης Ἀτμόσφαρας, πέρα κι ἀπό τήν Ἐξώσφαιρα, τήν Ὁμοιόσφαιρα, τήν Ἑτερόσφαιρα· χάνεται ἀπό τά μάτια μας, πού εἶναι πιά Θεραπευμένα.

Ὁ Ὄλαφ ἔζησε ἀπό τό 1908 ὥς τό 1994 – τότε πού ἔγραφα τόν Φώτη τό Ἕλκηθρο καί τίς Δυόμισι Καλύτερες· ἥρωάς μου εἶχε ἀπρόσμενα γυρίσει ἀπό τή Νορβηγία . Ὀ Νορβηγός Ὅλαφ εἶναι πολύ γνωστός στήν Εὐρωπαϊκή λογοτεχνία, ποιητής, μεταφραστής. Καί ποιά σπουδαῖα ἔργα  δέ μετέφρασε στην γλώσσα του. Ὁ Χαίλντερλιν τόν μάγεψε, μπῆκε τόσο βαθιά στήν ψυχική του ζώνη ,πού κάποτε ἔχανε το ἔδαφος κάτω ἀπ’τά πόδια του. Ὅταν συνέβαινε, ὑπέφερε ἀπό ψυχωτικά ἐπεισόδια, καί στά εἴκοσί του ἔζησε κάμποσα χρόνια σέ ψυχιατρικές κλινικές.

Για τόν Φώτη μου δέν ξέρω πῶς πέρασε το μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς πού ἤμασταν χώρια, οὔτε ὅταν ξαναγύρισε στούς Ἐσκιμώους. Ὀ Ὄλαφ ζοῦσε μόνος του, σ’ ἕνα σπιτάκι γεμάτο βιβλία καί ἦταν στά 1978 πού νυμφεύθηκε μιά καλλιτέχνιδα, τήν Bodil Cappele. Ἀγαποῦσε τόσο πολύ τά βιβλία πού ἤθελε νά τά μοιράζεται μέ τούς γείτονες του, ἀγρότες καί ἐργάτες δίχως ἐλεύθερο χρόνο γιά διάβασμα. Ἐντούτοις, ὅποτε κάποιος τους ἐρχόταν στό σπιτάκι του, τραβοῦσε ἕνα βιβλίο ἀπό το ράφι λέγοντας « Σίγουρα αὐτό θά τό ἔχεις διαβάσει…».

Καθώς εἶχε ἐκπαιδευτεῖ στήν κηπουρική, φρόντιζε ἕνα μικρό περιβόλι. Ἄν και ἡ οἰκογένειά του κατεῖχε ἕνα μεγάλο ἀγρόκτημα, κατά τό Νορβηγικό ἐθιμικό δίκαιο τά περισσότερα στρέμματα τά ἔπαιρνε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός. Ἔτσι ὁ μικρότερος Ὄλαφ ἔλαβε μόνο τρία στρέμματα, ὅπου καλλιεργοῦσε κυρίως μηλιές. Ἀγαποῦσε τά μῆλα, τήν λογοτεχνία ὅμως τήν ἀγαποῦσε πολύ περισσότερο.

Δημοσίευσε τά πρῶτα του ποιήματα ὅταν ἦταν 38 ἐτῶν. Μαγεύτηκε κι ἀπό τά ποιήματα τοῦ Κινέζου Λί Πό βρίσκοντας σ’ αὐτά ἀναλογίες με το μεγαλειῶδες τῶν πράσινων βουνῶν τῆς δυτικῆς Νορβηγίας. Κράτησε Ἡμερολόγια ἀπό το 1924 μέχρι το 1994, τά ὁποῖα ἐκδόθηκαν μετά τόν θάνατό του. Σ΄ αὐτά ἀποκαλύφθηκε ἕνας ἄνθρωπος ἀσυνήθιστα εὐρείας παιδείας.

Σάν πέθανε, τό σκήνωμά του μεταφέρθηκε πάνω σ’ ἕνα κάρο πού τό ἔσερνε ἕνα ἄλογο μέχρι τήν κορυφή τοῦ λόφου, ὅπου βρισκόταν τό κοιμητήρι τοῦ Ulvik. Ἐκεῖνοι πού παραβρέθηκαν στήν κηδεία, ἀνέφεραν πώς τό κάρο τό συνόδευε ἕνα πουλάρι μέ τή μητέρα του τριποδίζοντας χαρούμενα δίπλα στο φέρετρο, σ’ ὅλο τον ἀνήφορο ὥς ἐπάνω. Ἀργότερα, ἕνας μεταφραστής ,πού ἀγάπησε τά ἔργα τοῦ Ὄλαφ, ἔγραψε γιά κείνη τή μέρα: Ἴσως ὁ Λί Πό νά ἦταν μαζί τους ἐν πνεύματι… 

Ὁ Φώτης μου ἀρχίζει ἀπό Φ, ὁ Ὄλαφ μου τελειώνει σέ Φ.

Καί τά δύο ὁρίζουν τήν ἀρχή καί τό τέλος τῆς Φωτιᾶς. Σ’ αὐτήν οἱ ψεῦτες καίγονται. Εἶναι οἱ πρῶτοι πού καίγονται. Ὁ Θεός να μᾶς φυλάει ἀπό τίς ψευτιές μας. Ὁ Νορβηγός μου κηπουρός καί περβολάρης ἔγραψε πώς Truth is a shy bird. Θά ἤθελα νά γνώριζα Νορβηγικά γιά νά τόν μεταφράσω στά Ἑλληνικά. Ἀλλά κι ἔτσι ὁ Ὄλαφ εἶναι ὁ Φώτης μου:

«Ἐκεῖνο τό Ὄνειρο»

Εἶναι τό ὄνειρο πού κρατᾶμε
πώς κάτι θαυμαστό θά συμβεῖ,
πώς πρέπει νά συμβεῖ _
πώς ὁ χρόνος θά ἀνοίξει,
πώς οἱ καρδιές μας ἴσως ἀνοίξουν,
πώς οἱ πόρτες θ’ἀνοίξουν,
καί τά βουνά θ’ἀνοίξουν
πώς οἱ πηγές θά ἀναβρύσουν _
πώς τό ὄνειρό μας θά ἀνοίξει,
καί πώς ἕνα πρωϊνό ἁπαλά θά γλιστρήσουμε
σ’ ἕναν ὁρμίσκο πού δέν γνωρίζαμε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

19/12/2019 – 23/6/2020

 

Olav

Olav Håkonsson

 

 

Νατάσα Κεσμέτη, Στή λάβρα ἑνός ἀπογεύματος

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Ἄν καί ἡ μύτη της ἦταν καλοκαμωμένη τά ρουθούνια της ἦταν πλατιά, ἀνοιχτά πρός τά πλάγια καί παίζανε διαρκῶς τά πτερύγιά τους σάν νά ρούφαγαν μαζί μέ τόν ἀέρα καί μιάν ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἡδονή τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ὀσμισθοῦν, νά ἐντοπίσουν μέ μανία.

Ὅση ὥρα ἡ διήγησή της κρατοῦσε τήν προσοχή τῶν ἀκροατῶν της ἀδιάπτωτη, τά ρουθούνια της κάπως ἡσυχάζανε. Ἀλλά μόλις τά μάτια τῆς ὁμήγυρης παύανε νά στρέφονται πρός τό μέρος της ἀνεξάρτητα ἄν ἐξερευνούσανε τό σῶμα της, τή στάση της, τίς κινήσεις τῶν χεριῶν ἤ τό πρόσωπό της, τά ρουθούνια της ἀρχίζανε ἀστραπιαία νά παίζουνε γρήγορα καί τά χέρια της αὐξάνανε τήν ἔνταση καί τήν ἐκφραστικότητά τῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες συνόδευε τήν διήγησή της.

Ἦταν πολύ παράξενο: ἀπό τή μέση καί κάτω ἔμενε ἀκίνητη στή θέση της, τά πόδια της βιδώνονταν εἴτε ἁπλωμένα εἴτε χαριτωμένα ἀκουμπώντας τό ἕνα πίσω ἀπ’ τ’ ἄλλο στούς ἀστραγάλους σπανίως ἕως ποτέ σταυροπόδι. Ἀπό τή μέση καί κάτω ἦταν μιά ἐξαιρετικά καθωσπρέπει καί ἀπολύτως ἐλεγχόμενη κυρία, γιά τήν ὁποία θά μποροῦσε νά φανταστεῖ ὁ θεατής της πώς ἐπιδείκνυε μ’ ἕναν πολύ ἀξιοπρεπή τρόπο τίς γάμπες της καί κυρίως τά βαμμένα νύχια τῶν ποδιῶν της. Παρά τά χρόνια της τό μεσαῖο τους δάχτυλο στόλιζε ἕνας σχετικά χοντρός, διπλός, ἀσημένιος κρίκος. Θά μποροῦσε ἀκόμα νά κάνει κανείς τή σκέψη πώς θά τῆς εἶχαν χρειαστεῖ πρόβες καί πρόβες ὥσπου νά πετύχει αὐτή τήν συγκεκριμένη ἀξιοπρεπή στάση. Κάθε φορά πού μετακινοῦσε ἔστω καί ἐλάχιστα τίς γάμπες της γιά νά τίς ξεκουράσει ἤ νά ξεμουδιάσει ἡ μετακίνηση γινόταν πολύ ἀνάλαφρα, γιά νά μήν πεῖ κανείς κατά μαγικό τρόπο ἀόρατα.

Αὐτό ὅμως πού συνέβαινε ἀπό τή μέση καί πάνω ἦταν συναρπαστικό. Ὁ κορμός καί κυρίως τά χέρια βρίσκονταν σέ συνεχῆ δραστηριότητα. Ἡ Ναριμά  ἦταν μιά χορεύτρια τῆς πολυθρόνας. Ζωγράφιζε στόν ἀέρα ὅλα της τά συναισθήματα καί μαζί αὐτά τῶν ἡρώων τῆς διήγησής της ἐνῶ ταυτόχρονα τά μάτια της ἄλλαζαν σχήμα ἀνάλογα μέ τήν δραματική ἤ κωμική  ἐξέλιξη τῶν ἐξιστορούμενων. Στό μεταξύ τά κυνηγιάρικα ρουθούνια της ἀκολουθοῦσαν τό ἔνστικτο πού τά εἰδοποιοῦσε γιά τήν κατάσταση τῶν θηραμάτων: ἄν εἶχαν λασκάρει ἤ παρέμεναν γιά τά καλά μαγκωμένα στήν παγίδα.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα ἡ Ναριμά ἀναστέναξε μόλις τῆς ἄνοιξαν τήν πόρτα καί μπῆκε στό θέμα της χωρίς πολλά πολλά:

«Καλά πού σᾶς βρῆκα γιατί θά ἔσκαγα νά μήν τά πῶ»

Τό μεγάλο λάθος τῶν φίλων της ἦταν πώς τό ἀναστατωμένο της ὕφος τούς ξεγέλασε σέ βαθμό νά ἀκυρώσει τήν πεῖρα τους μαζί της και, τό χειρότερο, τούς ἔσπρωξε νά ποῦν ὅ,τι ἀκριβῶς ποθοῦσε ἡ Ναριμά: πώς ἡ ἐμπιστοσύνη πού πάντα τούς δείχνει εἶναι τιμητική γι’ αὐτούς ,ὅπως καί ἡ παλιά τους φιλία πού διαρκεῖ παρά τά τόσο πολλά χρόνια καί τίς ἀλλαγές πού φέρανε στήν ζωή ὅλων τους.

Ἦταν ἕνα καφτό καλοκαιρινό ἀπόγευμα καί ὅλοι πλήττανε θανάσιμα. Στό βάθος τῆς πλήξης τους σάλευε ὡστόσο ἕνας ἀπαίσιος τρόμος καθώς ἡ πόλη ἦταν τριγυρισμένη ἀπό πυρκαγιές. Ὅλα τά πανάρχαια βουνά πού τήν στεφάνωναν κάποτε μέ τά πυκνά τους δασωμένα φαράγγια καί οἱ λόφοι μέ τούς κυπαρρισῶνες, ἐδῶ καί μέρες, λιανίζονταν ἀπό ἀμέτρητες παμφάγες φλόγες.

Ἡ Ναριμά λάτρευε νά ἀναποδογυρίζει τά πράγματα. Ὅταν στά δεκαεννιά της ἐγκαταστάθηκε στή τότε Ροδεσία (καί νῦν Ζιμπάμπουε) τό πρῶτο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό ὄνομά της. Τό ὅτι κατά κάποιο τρόπο τό ἐξισλάμισε, δέν τήν πείραξε καθόλου. Τό ἔβρισκε πιό σύμφωνο μέ τό νέο της περιβᾶλλον κι ἄλλωστε ἀπό παιδί δέν ἦταν καί καμιά ἀφοσιωμένη χριστιανή. Κανείς στό σπίτι της δέν πάταγε στήν ἐκκλησία. Ἄν τήν ἐνδιέφερε κάτι ἦταν τά ἔθιμα σάν εὐκαιρίες γιά συγκεντρώσεις, τίποτα παραπάνω. Οἱ ὀνομαστικές γιορτές ἔτσι κι ἀλλιῶς εἴχανε χάσει κάθε νόημα πρό πολλοῦ στήν ἴδια τήν πατρίδα της, ὄχι στήν Ἀφρική ὅπου δέν βρῆκε καί καμιά ἀξιόλογη κοινότητα. Οἱ περισσότεροι ἦσαν Γάλλοι, Βέλγοι, Ὀλλανδοί.

Ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς ἐπανάστασης ἐκεῖ μετακόμισε μέ τόν ἄντρα της καί τίς ἐπιχει- ρήσεις τους στό Πράσινο Ἀκρωτήρι, τό ἀμέσως ἑπόμενο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό γάμο της. Δέν πῆρε διαζύγιο, γιά νά μή διαταράξει τίς ἤδη ταρακουνημένες ἐπιχειρήσεις τους, ἀλλά ἀποφάσισε νά διατηρήσει τόν τύπο τοῦ γάμου τους ἀκυρώνοντας κάθε οὐσία. Ὁ ἄντρας της βρέθηκε σύμφωνος στόν διακανονισμό γιά δικούς του λόγους. Μπορεῖ νά εἶχε ἐξαντληθεῖ στήν προσπάθεια νά εἶναι πρόθυμος ἀκροατής καί θεατής της, μπορεῖ νά μήν εἶχε καθόλου χρόνο γιά παιγνίδια κανενός εἴδους πιά. Εἶχε νά σώσει πολύ πιό σπουδαῖα πράγματα γι αὐτόν ἀπό ἕναν γάμο πού ἔγινε τόσο νωρίς καί τόσο βιαστικά, ὥστε νά μή δεῖ κανένας τους τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅσα θαμπώνουν τήν πρώτη ματιά. Στήν περίπτωσή του, ἡ Ναριμά τόν εἶχε καθηλώσει ἀπό τή μέση καί κάτω γιά τήν συμμαζεμένη στάση της, τή διακριτική της κομψότητα, τή σεμνότητά της πού ποτέ δέν θά τόν ἔφερνε σέ δύσκολη θέση στή Μαύρη Ἥπειρο. Ἀκόμα καί μετά τό χωρισμό τους, τό ρουθούνισμα τῆς ἀπληστίας της τοῦ ἔμεινε ἀθέατο. Τήν παραδεχόταν ὅμως γιά τήν ἐπιχειρηματικότητά της καί κυρίως γιά τό ἔνστικτό της στίς καλές ἐπενδύσεις.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα πού τά βουνά καίγονταν, οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νά ἀμπαρώσουν τά παράθυρα γιά τόν καπνό καί τίς στάχτες, κλείσανε ἐπίσης τόν κλιματισμό, γιατί ἡ ἑταιρεία Ἠλεκτρισμοῦ ἔκανε ἔκκληση γιά οἰκονομία καί μείνανε μέ τούς ἀνεμιστῆρες, ἡ Ναριμά μίλαγε πέντε ὧρες ἀκατάπαυτα.

Στήν πόρτα πρίν φύγει γύρισε καί εἶπε στούς φίλους της:

«Ἐγώ τώρα εἶμαι μιά χαρά. Ξαλάφρωσα ἐντελῶς» καί διέγραψε μέ τά μπράτσα της μιά ἁπλωτή κίνηση σάν τό πλανάρισμα ἑνός γλάρου.

«Ἐσεῖς, δέν ξέρω, μπορεῖ νά χρειάζεστε καί ψυχίατρο!»

Ἦταν ἀντιπαθητική ἡ Ναριμά, ἐπειδή ἤξερε ἀκριβῶς τί θέλει, ποιά ἀκριβῶς εἶναι κάθε φορά ἡ συγκεκριμένη της ἀνάγκη, πῶς νά ἀπαιτήσει τήν ἱκανοποίησή της καί ἀπό ποῦ;;

Ὅταν ξεφούσκωνε ἐντελῶς τό ἀσκί πού κουβαλοῦσε πίσω ἀπό τά ρουθούνια της ὡς μέσα στά πνευμόνια της, ἔπαυε νά κοιτάζει τούς ἀκροατές της. Ἡ ματιά της ἔχανε ὅλη της τή λάμψη, γινόταν θαμπή, σχεδόν θολή. Στύλωνε τά μάτια της ἀφηρημένα στό πάτωμα ἤ μάλλον στά δάχτυλα τῶν ποδιῶν της, καί γιά πολύ λίγο γινόταν ἑνιαία. Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή, ὅσες ὧρες διηγιόταν, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεπεταγόταν ἀπό τά μάτια της, τά χέρια της καί τόν κορμό τοῦ σώματός της. Μήπως ἦταν ἕνα κρυμμένο ταλέντο ὑποκριτικῆς; Μιά ἀνάπηρη ἠθοποιός καθηλωμένη στήν πολυθρόνα, ὑποχρεωμένη νά παίζει μέ ὅλα τά ἄλλα πιθανά καί ἀπίθανα μέσα της;

Ὅταν ὅμως ξεφούσκωνε ἐντελῶς ἀπό ὅλα ὅσα εἶχε στριμωγμένα μέσα της, ἕτοιμα νά μποῦν σέ λόγια καί κάθε λογιῶ τινάγματα ἤ στριφογυρίσματα τῶν ὤμων, ὑψώσεις ἥ σουφρώματα τῶν φρυδιῶν καί κάθε εἴδους ταχυδακτυλουργική κίνηση τῶν μυῶν μέχρι τή μέση της, γινόταν, γιά ὅσο διαρκοῦσε ἡ σιωπή της, ἕ ν α ς ἄνθρωπος.

Δέν τήν ἐνδιέφερε καθόλου πιά ἄν ἀποσποῦσε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν της, ἄν μονοπωλοῦσε τήν προσοχή τους ἀνεβαίνοντας ἄπληστα μιά δική της προαποφασισμένη καί χιλιοδοκιμασμένη κλίμακα ὥσπου νά τούς φέρει στήν κορύφωση: τό δικό της κρεσέντο· νά τούς νιώθει κυριολεκτικά κρεμασμένους ἀπό πάνω της.

Ἀλλά ὅταν ἔπαυε ὁριστικά, τό κάθε τι πάνω της ἔμοιαζε νά πέφτει πρός τά κάτω, πρός τά κεῖ πού κοίταζαν μ’ ἕνα νεκρό βλέμμα οἱ βολβοί τῶν ματιῶν της. Αὐτό κρατοῦσε ἐλάχιστα ,ἀλλά ἀρκετά γιά νά δεῖ κανείς ἕνα ἄδειασμένο σακκί ριγμένο στήν πολυθρόνα, ἐκεῖ πού πρῶτα μιά ὁλόκληρη παράσταση, καί μάλιστα πρεμιέρα, δοξαζόταν.

***

Τό λάβρο ἀπόγευμα τό εἶχε διαδεχτεῖ μιά ἀνυπόφορη νύχτα. Λίγο πρίν τούς καληνυχτίσει ἡ Ναριμά εἶπε:

«Τί τυχερή πού ἤμουνα νά σᾶς βρῶ. Θά ἔσκαγα μόνη μου μέ τέτοια κάψα. Ἄν καί μοῦ φαίνεται πώς σᾶς ἔφερα τό ποδήλατο στό κεφάλι» – καί ἔσκασε στά γέλια.

Κοιτάχτηκαν ἀπορημένοι, ἀλλά δέν τολμοῦσαν νά ρωτήσουν μήπως καί ἀρχίσει, ἐκεῖ στήν ἔξοδο ἀνάμεσα στά σύννεφα τοῦ καπνοῦ πού ὅρμαγαν πάνω στήν πόλη καί στίς στάχτες πού ἔβρεχε ὁ οὐρανός, νά μιλάει γιά ἄλλες πέντε ὧρες.

Κάποτε σταμάτησε τό νευρικό της γέλιο καί εἶπε:

«Ἧταν σάν τώρα καλοκαίρι. Δυό φίλες μου πού ἦσαν καί συγγενεῖς μου τρέχανε μ’ ἕνα ξύλινο ποδηλατάκι πότε ἡ μιά πότε ἡ ἄλλη στό πεζοδρόμιό μας. Καθισμένη στό σκαλοπάτι τοῦ σπιτιοῦ μου, τίς κοίταζα χαυνωμένη καί πέθαινα ἀπό ζήλεια, ἀλλά ἀκόμα κι ἄν μέ σκότωναν δέν θά καταδεχόμουν νά παρακαλέσω γιά μιά βόλτα. Τότε ἡ πιό μικρή, πού ἦταν μεγάλη τσούχτρα, εἶπε στήν ἄλλη ξαφνικά δείχνοντάς με:

Ἄς δώσουμε καί σ’ αὐτό τό κακόμοιρο νά κάνει μιά βόλτα …

Τ ό   κ α κ ό μ ο ι ρ ο !

Πετάχτηκα, καί ,πρίν προλάβει καμιά τους νά κάνει κίχ, ἅρπαξα τό ποδηλατάκι καί τό ἀναποδογύρισα στό κεφάλι τῆς μικρῆς. Τόσπασα στό κεφάλι της, καί ἤμουνα τόσο εὐχαριστημένη πού συνέχισα νά τήν κλωτσάω μέ λύσσα, χωρίς νά δίνω τήν παραμικρή σημασία στό χαμό πού γινόταν γύρω μου.»

Τίναξε τό κεφάλι πρός τά πίσω κοκέτικα καί τούς γύρισε τήν πλάτη, χωρίς νά δώσει καμιά σημασία πού τούς εἶχε ἀφήσει ἄφωνους μέσα στίς καπνιές.

«Τί Ναριμάν καί ἌχουραΜάσδα!», ξέσπασε τή φούρκα του ὁ ἕνας φίλος της ξαφνικά.

«Ζωροάστρης θά γίνω στό τέλος… Τό Μαρινάκι, μιά ζωή μᾶς περνάει ψιλό γαζί»!

Καί κλώτσησε φρενιασμένος τίς στάχτες μέ τά πέδιλά του.

Σύρα, 17/07/2007- Ἀθήνα, Μάης 2020

 

 

 

 

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Β΄

IVA-5-196~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Δεύτερο

 

8.

«Τὸ αὐτοκρατορικὸ κέντρο»

῍Αν ἐπέμενα στὴ λεπτομερειακὴ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν δύο περικοπῶν εἶναι γιατὶ θεώρησα πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς εὔστοχη εἰσαγωγὴ σὲ μιὰ βαθύτερη ἐξέταση τῆς φυσιολογίας τοῦ κεσμέτειου Πνεύματος, ποὺ ἡ συγγραφέας παρομοιάζει μὲ ῎Εσοπτρο/Μυστηριώδη ᾿Οθόνη. Νομίζω πὼς εἶναι ὁλοφάνερη ἡ διφυὴς φύση αὐτῆς τῆς ᾿Οθόνης. ῾Υφέρπει ζωτικὴ σὲ ὅλο τὸ βιβλίο καὶ κυκλοφορεῖ ζωηρὴ στὶς ὑγιέστατες φλέβες τῆς συγγραφέως. ῾Η Νατάσα Κεσμέτη/᾿Οθόνη δὲ χάνει εὐκαιρία νὰ ἀντικαθρεφτίζει τὸ ἀπατηλὸ εἴδωλό της. Καθαρὰ καὶ θαμπά, ταυτόχρονα. Μὲ μιὰ τραγικὴ συναίσθηση πάντα γιατὶ μολονότι αὐτὴ ἡ ζώσα Διττότητα εἶναι ὅλο τὸ Εἶναι της, δὲν παύει νὰ εἶναι ἐντέλει καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις Μορφὴ μιᾶς ᾿Ιτιᾶς Κλαίουσας. ῍Ας ἐξηγηθῶ ὅμως περισσότερο. (περισσότερα…)

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Α΄

IVA-1-200

~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Πρῶτο

 

1.

«῞Ο,τι δὲ μοιράζεται, δὲν ὑπάρχει»

Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια (2017) ἡ Νατάσα Κεσμέτη δημοσίευσε ἕνα τελευταῖο ἔργο της, μιὰ «μυθιστορία», μὲ τίτλο «IVA» καὶ ὑπότιτλο «ΕΣΟΠΤΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΟΥΣ ΟΘΟΝΗΣ». Τὸ βιβλίο, ποὺ ἐκτείνεται σὲ 416 σελίδες, δὲν εἶναι οὔτε εὔβατο, οὔτε εὔληπτο, οὔτε εὐανάγνωστο. ῾Η ἐντύπωση ποὺ σχημάτισα διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας τὶς σελίδες του ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πὼς ἡ συγγραφέας μᾶς χάρισε ἕνα ξεχωριστὸ κείμενο ποὺ δὲ μοιάζει μὲ «μυθιστόρημα» μὲ τὴ γνωστὴ σημασία τοῦ ὅρου. ῾Υπῆρξαν στιγμὲς ποὺ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς ὅ,τι διάβαζα δὲν ἦταν «κανονικὸ βιβλίο», (περισσότερα…)