Νατάσα Κεσμέτη

Jane Kenyon, Ἄς πέσει τό σούρουπο

*

Μετάφραση ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη
ἀφιερωμένη στήν προσφιλῆ μνήμη
τοῦ Βασίλη Ἠ. Κεφάλα (1979 – 18. 4. 2022)

*

Ἄς πέσει τό σούρουπο

Ἄς ἔρθει τό στερνό φῶς τοῦ δειλινοῦ
ἄς περάσει ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ ἀχυρώνα
στίς μπάλες πάνω, ἀνυψώνοντάς τις καθώς ὁ ἥλιος γέρνει.

Ἄς πιάσει τό τραγούδι τό τριζόνι καθώς τρίβεται
ὅπως γυναίκα πιάνει τίς βελόνες
καί τό νῆμα της. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς μαζευτοῦν δροσοστάλες στήν τσάπα
ἀφημένη πάνω στό ψηλό γρασίδι. Τ’ἀστέρια ἄς ἐμφανιστοῦν
καί τό φεγγάρι ἄς ἀποκαλύψει τό ἀργυρό του κόρνο.

Ἄς ἐπιστρέψει ἡ ἀλεπού στήν ἀμμoυδερή φωλιά της.
Ἄς ξεψυχήσει ὁ ἄνεμος. Ἄς γίνει ἡ ἀποθηκούλα
στό ἐσωτερικό της ὁλοσκότεινη. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Μέχρι τή μποτίλια στό χαντάκι, τή σέσουλα
στή βρώμη, τόν ἀέρα στά πνευμόνια
ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς ἔρθει, ὅπως θέλει, καί μή φοβᾶστε.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει
ἀπαρηγόρητους, λοιπόν ἀφῆστε τό σούρουπο νά πέσει.

ΤΖΕΗΝ ΚΕΝΥΟΝ

*

*

Μαίρη Όλιβερ, Γεθσημανή

*

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ

Τό γρασίδι ποτέ δέν κοιμᾶται.
Οὔτε τά ρόδα.
Τό νερόκρινο δέν ἔχει κάποιο κρυφό βλέφαρο κλειστό ὥς τό ξημέρωμα.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Ἀλλά οἱ μαθητές κοιμήθηκαν.

Ὁ γρύλος ἔχει μιά τόσο λαμπερή οὔγια στά πόδια του,
καί, τό παρατηρήσατε, τραγουδάει μέ ὅλο του τό σῶμα,
κι ἕνας θεός ξέρει ἄν ποτέ κοιμᾶται.

Ὁ Ἰησοῦς εἶπε, περιμένετε μαζί μου. Κι ἴσως τ’ ἀστέρια περίμεναν, ἴσως
ὁ ἄνεμος τυλιγμένος τόν ἑαυτό του σάν ἀσημένιο δέντρο, δίχως νά σαλεύει,
ἴσως
ἡ λίμνη μακριά, ἐκεῖ ὅπου κάποτε περπάτησε λές πάνω σέ
γαλάζιο ὁδόστρωμα,
ἔμεινε ἀκίνητη καί περίμενε, ὁλότελα ἀφυπνισμένη.

Ὤ τ’ ἀγαπημένα σώματα, καμπουριασμένα, καί μέ μάτια κλειστά, ἀνίκανα
νά φρουρήσουν τήν ἐπαγρύπνηση, πόσους λυγμούς θά εἶχαν κλάψει,
τόσο ἀνθρώπινα, γνωρίζοντας πώς κι αὐτό
πρέπει ν’ ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἱστορίας.

MARY OLIVER
Ἀπό τήν ποιητική συλλογή Δίψα, 2006
Πίνακες: Ὀρέστη Κανέλλη (1910, Σμύρνη-1979, Ἀθήνα), Ἐλιές

*

*

Κοχυλάκια

*

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Διαβάζοντας το ωραίο κείμενο «Για την αμετάδοτη γλώσσα. Γράμμα σε παλιό φίλο εκδότη» της Νατάσας Κεσμέτη, στάθηκα μεταξύ άλλων στα Κοχυβαδάκια του Νίκου Φωκά και στο απόσπασμα του Βαλερύ σε επιμέλεια Δημήτρη Αρμάου.

Θα ήθελα να προσθέσω και τις δικές μου συμπτώσεις που με φέρνουν νοερά σ’ αυτή την παραλία με τα κοχύλια (κάπου στη γη ή στο σύμπαν) μέσω των βιβλίων και της πραγματικότητας.

Έτυχε να διαβάσω τώρα τελευταία το παρακάτω: (περισσότερα…)

Γιά τήν ἀμετάδοτη γλώσσα. Γράμμα σέ παλιό φίλο ἐκδότη

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Παλιέ μου φίλε, μέ ὅσα μοῦ ἔγραψες πρίν ἀπό καιρό γιά τίς μετατροπές πού συντελοῦνται μέσα στόν χρόνο, μ’ ἔκανες νά ἀνατρέξω πάλι στόν ἀνθρωπολόγο στοχαστή καί ποιητή, γιά τόν ὁποῖο σοῦ μίλησα παλιότερα, ὅταν μετέφραζα ποιήματα καί ἄλλα κείμενα του. Σοῦ μεταφράζω τώρα ἕνα ἀκόμα ἀπόσπασμα:

Ὁ κόσμος τῆς γεωλογικῆς προφητείας ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Ὑπάρχει μόνον ὁ ἀχανής ἀνήσυχος ποταμός τῆς ζωῆς πού ἐξαπλώνεται σέ κάθε πιθανή ζωφόρο κόγχη, ὀνειρευόμενος τόν δρόμο του πρός κάθε πιθανή μορφή. Ἐξαρχῆς δέν ὑπάρχουν διαλείμματα σ’ αὐτόν τόν ποταμό. Τά ἄϋλα γαλάζια ἀποτυπώματα δέν ἦσαν παρά μιά ψευδαίσθηση δημιουργημένη ἀπό τήν φυσική κάθοδο. Τό ἀσβέστιο στά κόκκαλά μας, τό ἅλας στό αἷμα μας δέν προῆλθαν ἀπό τό εὐθύ χέρι τοῦ Τεχνίτη. Ἀντίθετα, ἦσαν μέρος τῆς κληρονομιᾶς μας ἀπό μιά ἀρχαία καί ξεχασμένη θάλασσα.

Κι ὅμως παρ’ ὅλη αὐτή τήν πλημμυρίδα ἀλλαγῶν, τήν κίνηση καί τήν καταστροφή, ὑπάρχει μιά τεράστια εὐστάθια στά μορφολογικά σχέδια τά ὁποῖα εἶναι ἀποτεθειμένα στά μεγάλα φύλλα τῶν στρωματώσεων τίς μεγάλες κατηγορίες τῆς ζωῆς. Ἔχουν ὅλα, ἤ τά πλεῖστα ἀπό αὐτά ἐπιβιώσει ἀπό τήν πρώτη καταγραφή ἀπολιθώματος. Δέν ἐξαφανίζονται. Τά εἴδη ἀλλάζουν, μπορεῖ νά πεῖ κανείς, ἀλλά ἡ Φόρμα, αὐτό τό μεγαλύτερο ζῶο πού ἁπλώνεται σ’ ὅλο τό μῆκος τῶν δισχιλιετιῶν, ἐπιζεῖ. Ὑπάρχει μιά παράξενη ἀνακούφιση σ’ αὐτήν τήν ἀνακάλυψη.

Παρά τήν ἀνακούφιση τῆς βεβαιότητας πώς ἡ Φόρμα ἤ ἀλλιῶς τό μεγαλύτερο Σχέδιο, εὐρύτερη Μορφή ἐπιζεῖ, ἀναρωτιέμαι ἄν οἱ ἀργές μετατροπές εἶναι μιά ἀντίληψη πού βρίσκει ἀνταπόκριση στούς πολύ νεότερους ἀπό μᾶς. Βρίσκει; Κι ἔπειτα… προλαβαίνουν; Ἄλλά ὄχι μόνον αὐτό. Κάνε λίγη ὑπομονή μαζί μου, θα δεῖς ποῦ θέλω να καταλήξω:

Παλιέ μου φίλε, εὐχαριστῶ πού μοῦ ἔγραψες γιά τίς καταβασίες σου σέ κείνη τήν ἀκτή, ὅπου ἡ μνήμη κοινῶν μας φίλων εἶναι ὀδυνηρά ζωντανή. Ἕνα σημεῖο, ἕνας τόπος συνδέεται τόσο μέ ἕνα πρόσωπο ἤ περισσότερα, πού τελικά μέσα μας… γίνεται ἕνα σύνθετο πρόσωπο, ἕνα ψηφιδωτό ἴσως. Ψηφιδωτό χειρονομιῶν, χαρακτηριστικῶν καί φωνῶν, πολλῶν φωνῶν πού ἀναγνωρίζουμε τί λένε ἤ μᾶλλον τί ἔλεγαν, σέ μιά γλώσσα ἀρκετά οἰκεία γιά μᾶς. Μπορεῖ τώρα νά ἀνακαλύπτουμε ὅτι δέν τούς κατανοήσαμε ὅσο θά ἤθελαν ἤ δέν τούς δώσαμε περισσότερα ἀπό τόν ἑαυτό μας γιά νά μᾶς κατανοήσουν, ἀλλά τό Σχῆμα μιᾶς ἐπαρκῶς συγγενοῦς γλώσσας ἀνάμεσα σε μᾶς καί σέ κείνους παραμένει καί ἐπιζεῖ. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ἀφιερώσεις

*

Κατά τόν τρόπο τοῦ Υβ Μπονφουά

Γιά τίς τσουκνίδες καί τίς πέτρες.
Πλανήθηκα καί χάθηκα. Κι’ οἱ λέξεις βρίσκουν
δύσκολα τόν δρόμο τους μές στή φριχτή σιωπή.
Γιά τίς σωτήριες καί ὑπομονετικές λέξεις. *

Γιά κεῖνο τό μακρινό πού ἄφησε μιά χρυσή οὔγια λύπης σάν σύννεφο τῆς Δύσης.

– Γιά τούς φίλους πού ἄργησαν κι ὅταν ἦρθαν γέμισε ὁ κῆπος σκιές.

– Γιά τόν γρύλο καί τό τριζόνι πού δέν κάηκαν καί περίμεναν τήν ἡσυχία τοῦ Ὀκτωβρίου.

– Γιά τό φῶς ἀνάμεσα στά κλαδιά τῆς κυπαρισσιᾶς γαλανό.

– Γιά τή φλογέρα καί τό σουραύλι κάτω ἀπό τήν κεκαυμένη ζώνη. Φυσᾶνε ἀνάσες μέσα ἀπ’ τά φιλντισένια ὀστά τῶν νεκρῶν. (περισσότερα…)

Τσέσλαφ Μίλος, Αφιέρωση

001

~.~

Ἕνα ἀναπάντητο ἐρώτημα καί ἕνας αἰνιγματικός στίχος

Μετάφραση-Σχολιασμός: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἐσύ πού δέν κατάφερα νά σέ σώσω
Ἄκουσέ με.
Προσπάθησε νά κατανοήσεις αὐτόν τόν ἁπλό λόγο, θά ντρεπόμουν κάθε ἄλλον.
Ὁρκίζομαι: στό βάθος μου δέν σκαρφίζομαι μαγικά κόλπα μέ τίς λέξεις.
Σοῦ μιλῶ μέ σιωπή ὅπως ἕνα σύννεφο ἤ ἕνα δέντρο.

Ὅ,τι στάθηκε ἰσχύς γιά μένα, γιά σένα ἦταν θανάσιμο.
Mπέρδεψες τόν ἀποχαιρετισμό μιᾶς ἐποχῆς μέ τήν ἀρχή μιᾶς ἄλλης,
Τήν ἔμπνευση ἀπό μίσος μέ τή λυρική ὀμορφιά·
Τήν τυφλή δύναμη μέ τήν πραγματοποιημένη μορφή.

Ἐδῶ εἶναι μιά κοιλάδα ρηχῶν πολωνικῶν ποταμῶν. Καί μιά τεράστια γέφυρα
Πού βγάζει σέ λευκή ὁμίχλη. Ἐδῶ εἶναι μιά καταστραμμένη πόλη·
Κι ὁ ἄνεμος σκορπίζει τούς κρωγμούς τῶν γλάρων πάνω στόν τάφο σου
Ὅταν μιλάω μαζί σου.

Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει
Ἔθνη ἤ λαούς;
Συνέργεια μέ ἐπίσημα ψεύδη,
Τραγούδι μέθυσων πού τό λαρύγγι τους θά κλείσει σέ μιά στιγμή,
Ἀναγνώσεις σέ δευτεροετῆ κορίτσια.
Πώς ποθοῦσα  τήν καλή ποίηση χωρίς νά τήν γνωρίζω,
Πώς ἀνακάλυψα, ἀργοπορημένα, τόν σωτήριο σκοπό της,
Σ’ αὐτό καί μόνο σ’ αὐτό βρίσκω ἀπολύτρωση.

Στούς τάφους ἄλλοτε ἔριχναν κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως ἐπέστρεφαν μεταμφιεσμένοι σέ πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Bαρσοβία 1945

.~.

~.~

Ἄν καί ποτέ δέν εἶναι κανείς ἐπακριβῶς σίγουρος γιατί, μιάν ὁρισμένη χρονική στιγμή στρέφεται σ’ ἕναν ποιητή ἤ θυμᾶται ἕναν συγγραφέα, εἶναι πιθανόν πώς ὅσα τραγικά συμβαίνουν ἐκ νέου στά σύνορα Λευκορωσίας-Πολωνίας, μέ ἔκαναν νά ἀνατρέξω στόν Μίλoς. Τό παραπάνω ποίημα του «Ἀφιέρωση» πού μετέφρασα ἀπό τή δική του μετάφραση στά ἀγγλικά, ἴσως εἶναι ἀπό τά πιό δημοφιλῆ του. Ἕνα ἐρώτημα πού μοιάζει παρωχημένο, ἐντούτοις παραμένει κρίσιμο ἀλλά ἀναπάντητο, καί μαζί ὁ καταληκτικός, ἀκατανόητος γιά μένα στίχος του, μέ ὤθησαν σέ μιά μικρή ἔρευνα. Τά ἀποτελέσματα ἐλπίζω νά εἶναι καί γιά τόν ἀναγνώστη ἐνδιαφέροντα. Ὁ ἰσχυρισμός πώς τό ποίημα τά λέει ὅλα, καί ἄρα κάθε περαιτέρω ἀναζήτηση δέν εἶναι περισσότερο ἀπό μιά, λίγο ἤ πολύ, αὐθαίρετη προσθήκη, δέν ἀποτελεῖ δογματικό κανόνα. Ἤδη στό κάθε μεταφραστικό ἐγχείρημα εἰσέρχονται ἐπιπλέον, ἄν ὄχι ξένα, στοιχεῖα. Τό θέμα τῆς ἑρμηνείας βρίσκεται πάντοτε ἐνώπιον τῶν ἐπιλογῶν μας.

Σ’ ἕνα δοκίμιο, λοιπόν, μέ τόν τίτλο: Ἡ ἐπιλογή τοῦ Μιλός· Μιά ἔρευνα γιά τήν Συναισθηματικότητα* ὁ συγγραφέας του Στῆβεν Ο’ Κόνορ ἔγραψε: «Ἕξι χρόνια Ναζιστικῆς κατοχῆς, αἱματηρή καταστολή τοῦ Πολωνικοῦ κινήματος ἀντίστασης στήν Βαρσοβία, ἡ ἐπακόλουθη ἔξοδος ἀπό τήν πόλη περισσότερων ἀπό ἕνα ἑκατομμύριο κατοίκων της, ἡ καταστροφή ὅλων τῶν κτιρίων πού εἶχαν ἀπομείνει ὄρθια, καί ἡ «ἀπελευθέρωση» ἀπό τήν Σοβιετική στρατιά… Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες γράφτηκε ἡ «Ἀφιέρωση». Εἶναι σ’αὐτό ἀκριβῶς τό ποίημα πού τίθεται τό ἐρώτημα γιά τό σωτηριῶδες ἤ ὄχι τῆς ποίησης γιά ἔθνη καί λαούς(!) ἀπό τόν Μίλος, ἕναν ἀπό τούς γίγαντες τῆς Πολωνικῆς λογοτεχνίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα. Ποιός ἦταν; Τί τόν βασάνισε; Πῶς ἔζησε;

Οἱ γονεῖς του, ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν ἀναταραχῶν στήν πατρίδα τους, κατέφυγαν στήν Seteiniai, τή σημερινή Λιθουανία, ὅπου καί γεννήθηκε. Πρωτοεμφανίστηκε στά πολωνικά γράμματα τό 1930 μέ δύο τόμους ποίησης. Τότε ἐργάσθηκε στό Ραδιόφωνο. Ἔζησε τόν Δεύτερο Παγκόσμιο στήν Βαρσοβία γράφοντας σέ παράνομα, Σαμιζντάτ, ἔντυπα. Στίς ἀρχές τοῦ 1945 ἐργαζόταν στή Διπλωματική Ὑπηρεσία, καί γιά νά ξεφύγει ἀπό τό κομμουνιστικό καθεστώς κατέφυγε στήν Γαλλία τό 1951, ὅπου ἔγραψε ἀρκετά βιβλία. Τό Πανεπιστήμιο τῆς Καλιφόρνιας τόν κάλεσε τό 1960, νά διδάξει ὡς Καθηγητής Σλαβικῶν Γλωσσῶν καί Λογοτεχνίας στό Μπέρκλεϋ, ὅπου ἐγκαταστάθηκε παραμένοντας ἐκεῖ μέχρι τήν ἀπελευθέρωση τῆς Πολωνίας τό 1989, ὁπότε καί ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του. Πολλοί Πολωνοί διανοούμενοι, ἐξοργισμένοι μαζί του, ποτέ δέν τόν συγχώρησαν γιά τήν καταφυγή του στή Δύση, μέχρι τήν πτώση τοῦ Σιδηροῦ Παραπετάσματος. Μπορεῖ νά ὑπέθεταν πώς ὁ Σολτζενίτσιν, ὁ Μπρόντσκι ἤ ὁ Μίλος ἔνιωθαν ἰδιαιτέρως τυχεροί πού ἔγιναν δεκτοί στήν Ἀμερική. Ὅμως γιά τόν γεννημένο στήν Λιθουανία Μίλος, ἐπρόκειτο γιά ἐξορία. Ἡ ἀποξένωση ἀπό τούς δικούς του καί τό οἰκεῖο του περιβάλλον ἐπέτεινε τήν καταθλιπτική του φύση. Ὅταν βρισκόταν στό Παρίσι, σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τοῦ Andrzej Franaszek στήν βιογραφία τοῦ ποιητῆ, ὁ Μίλος ἔφτασε στά ὅρια τῆς πλήρους νευρικῆς κατάρρευσης καί τῆς αὐτοκτονίας. Εἶχε χάσει, μαζί μέ πολλούς συγγραφεῖς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα (ἀνάμεσά τους ὁ Σολτζενίτσιν καί ὁ Μπρόντσκι), τήν ἀνταπόκριση πού ἔβρισκε στό ἀναγνωστικό του κοινό. Τά ἔργα αὐτῶν τῶν συγγραφέων, πολύ πρίν τίς ἐπίσημες ἀναγνωρίσεις, ὅπως τήν ἀπονομή τοῦ Νόμπελ, εἰσέδυαν στόν ἱστό τῆς κοινωνικοπολιτικῆς ζωῆς σέ πολλαπλά ἐπίπεδα, ἀνταποκρινόμενα στήν ἐξαπλωμένη πείνα γιά ἐλευθερία ἀνάμεσα σέ διαφορετικούς λαούς. Γιά τόν Μπρόντσκι τόν Σολτζενίτσιν, τόν Μίλος, καί πολλούς ἄλλους ἡ ἀποκοπή τους ἀπό τούς παραλῆπτες τῶν λόγων τους ἦταν καταβολή ὑψηλοῦ προσωπικοῦ κόστους: ὅπως συνέβη καί μέ τόν Σολντζενίτσιν, ἡ προσαρμογή στήν Ἀμερική ἦταν ἐξαιρετικά ὀδυνηρή. Καί οἱ δυό τους ἀπεχθάνονταν τόν ὑλισμό στήν καθημερινότητα τῆς Ἀμερικάνικης ζωῆς, τόν ἐθισμό στήν τηλεόραση καί τόν ἐθνικό ἐπαρχιώτικο πολιτισμό, ὅπως τόν ἐξελάμβαναν. Ὁ Μίλος συνέχιζε νά γράφει στά πολωνικά, ἄν καί κυρίως δημοσίευε σέ Εὐρωπαϊκά περιοδικά. Τό ἔργα του ἐμφανίστηκαν στήν Ἀμερική, μόνον ὅταν βρέθηκαν μεταφραστές. Συχνά ἀναλάμβανε ὁ ἴδιος τίς μεταφράσεις τῶν ἔργων του, κι ὅπως ἦταν ἀκούραστος συγγραφέας, τά δοκίμια, τά μυθιστορήματα καί τά ποιήματά του ἄρχισαν νά ἐκδίδονται. Αὐτό πού κυρίως τοῦ προσέφερε τό Νόμπελ στά 1980 ἦταν ἡ αὔξηση, διεθνῶς, τοῦ σεβασμοῦ τῶν φοιτητῶν Λογοτεχνίας. Ὅσο γιά τούς συγγραφεῖς, ἀνάμεσα σ’ ἐκείνους πού τούς προσέλκυσε συγκαταλέγονται ἡ Σούζαν Σόνταγκ, ὁ Τόμας Μέρτον καί ὁ Ἰρλανδός Σέημους Χήνυ (Νόμπελ 1995).

Ὁ Χήνυ ἔγραψε γι’ αὐτόν πώς ὡς «ποιητής σορρόπησε νάμεσα στόν Λυρισμό καί τήν Μαρτυρία». Ὁ ἴδιος ὁ Μίλος στό Μαρτυρία τς Ποίησης ἔγραψε πώς: «Μιά ἰδιαίτερη συγχώνευση τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ ἱστορικοῦ συνέβη, πράγμα πού σημαίνει ὅτι γεγονότα βαρύνοντα στή ζωή μιᾶς ὁλόκληρης κοινότητας προσλαμβάνονται ἀπό τόν ποιητή μέ τόν πιό προσωπικό τρόπο ἀγγίζοντάς τον βαθιά. Τότε ἡ ποίηση παύει νά εἶναι ἀλλοτριωμένη».

~.~

.~.~

Ὁ Χήνυ ἀναφορικά μέ τήν ποιητική δύναμη τοῦ Μίλος διατύπωσε τό ἑξῆς συμπέρασμα: «,τι κτινοβολε στήν ποίησή του καί ἐπιβάλλεται στόν ναγνώστη εναι ποιότητα τς σοφίας […] φωνή εναι κείνη πού μεταφέρει τό κάθε τί καί προσφέρει ασθηση ἐγγύησης (γιά τό ἀληθές). κόμα καί στή μετάφραση, κόμα κι ταν γίνεται φανερή μιά διδακτική φλέβα του, καί τότε ἐξακολουθεῖ τό ασθημα τῆς ὕπαρξης ἑνός ὑπόγειου ρεύματος φωνῆς πού λέει, πώς τό ποίημα εναι ἕνα ἁλίευμα, κι χι πλς κουβεντολόι».

Θέτοντας ὅμως τό ἐρώτημα γιά τίς ἐπιλογές τοῦ Μίλος, ὁ Ο΄Κόνορ παρατηρεῖ πώς σ’ ὅλο τό ἔργο του λειτουργεῖ ἕνα εἴδος διπλοπροσωπίας: «ἀφ’ ἑνός ἡ βεβαιότητα γιά τό ἀνέφικτο, τό ἀπλησίαστο καί ἄφταστο, ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀπελπισμένη ἐπιθυμία στέρεης κατανόησης τοῦ πραγματικοῦ. Τό μόνο πού συμβαίνει ἐντούτοις εἶναι τό καθόλικό ἀγκίστρωμα σέ ψευδαισθήσεις. Ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνει τήν τέχνη του». Μέ τά λόγια τοῦ ποιητῆ: «Ἀπό τήν ἴδια μας τήν αὐταπάτη γεννιέται ἡ ποίηση πού ὁμολογεῖ τό ψεγάδι της». Γι’ αὐτόν τό κάθε τί ἀποτελεῖ ἕνα Ὡς ἐάν (As If).

Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τοῦ Ο’ Κόνορ, παρά τήν πίστη του στή θεϊκή Παρουσία, συχνά στήν ποίησή του ἐκδηλωνόταν ἡ ἀπελπισία πώς τελικά θά κυριαρχοῦσε «ἡ ἀνυπαρξία», καί τό κατρακύλισμα τῶν πάντων στή λήθη. «Ἡ ἀπόγνωσή του εἶναι ψηλαφητή σ’ ὅλο τό ἔργο του· ἀποτελεῖ ἀντιστάθμισμα γιά κάθε τρεμόφεγγη στιγμή ὀμορφιᾶς καί χαρᾶς καί ὑφέρπει ὑποδηλώνοντας τόν τόνο πού κάνει τή γραφή του σπαρακτική καί πλούσια. Ἐντούτοις, ἐπιλέγει νά ἑστιάζει τήν προσοχή του στήν παράδοξη, ἀμφίσημη καί ἐφήμερη ἐπιμονή τοῦ ὡραίου καί τοῦ μή πραγματικοῦ».

Μέχρι τόν θάνατό του (2004) στό σπίτι του στήν Κρακοβία τίς νύχτες ἔγραφε ποιήματα. Μετέφραζε ἐπίσης στά πολωνικά τήν Βίβλο. Ὅμως στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ σεβασμός ἀπέναντι στίς λογοτεχνικές του προσπάθειες ἔφθινε σταθερά. Γενιές νέων Πολωνῶν συνηθισμένων σέ διαρκῶς αὐξανόμενες συνθῆκες ἐλευθερίας καί εὐημερίας εἶχαν ἤδη ἀνδρωθεῖ. Καί μαζί τους, ποιητές ἀδιάφοροι πρός λογοτεχνικά ἐπιτεύγματα πού ἀπαίτησαν ὀδυνηρές ἐπιλογές καί προσωπικές θυσίες. Τά ἐρείπια ἀνθρώπινων ζωῶν μαζί καί πόλεων, ἡ πείνα γιά ἐλευθερία, δέν σπηρούνιζαν τήν ἀλλοτινή ἀγωνία. Τί ἀπήχηση μποροῦσε νά ἔχει ἕνα ἀκατανόητο σωτηριολογικό αἴτημα, ὅπως αὐτό πού ἐκφράζεται στήν «Ἀφιέρωση»; Πιθανόν, ἐκπηγάζοντας ἀρχικά ἀπό τή Μυστικιστική Ἀνάβλυση τοῦ Οὐίλλιαμ Μπλαίηκ, οἱ λεπτές φλέβες μιᾶς μυστικῆς πνευματικότητας μπορεῖ νά συνδέονται μέ τό ποιητικό ἰδεῶδες γιά τό ὁποῖο ἀναρωτιέται ἀλλά καί ποθεῖ: τήν ὕπαρξη σωτηριολογικῆς ἐπίγνωσης ἀπό πλευρᾶς ποιητῆ, καί τήν ἐκπλήρωσή της ἀπό τήν ποίησή του (καί τήν ποίηση γενικῶς). Ἡ ἀνάπτυξη τοῦ θέματος ὅμως ξεπερνᾶ κατά πολύ τά ὅρια τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ. Τί ἀπήχηση ὅμως μποροῦσε νά ἔχει καί τότε καί, ἀκόμη περισσότερο, σήμερα τό ἐρώτημά του; Πρός τί μιά ποίηση πού δέν σώζει ἔθνη ἤ λαούς;

Παραμένει ὄντως ἀναπάντητο, ἀλλά ἐπιμένει ὡς διαρκής ἐκκρεμότητα γιά τίς ληθαργικές συνειδήσεις. Ἀπωθεῖται ὡς ἕνα νεκρό ἀντικείμενο. Ἀλλά τά νεκρά ἀντικείμενα δέν μένουν ποτέ ἀνενεργά**, οὔτε στά ἄπατα βάθη τοῦ συλλογικού ὅσο καί τοῦ προσωπικού ἀσυνειδήτου. Βάζοντας τό ἐρώτημα, μαζί μέ ὅλες τίς συνέπειές του στό κέντρο ἑνός ὑποθετικοῦ κάντρου, τό πλαίσιο καί τό πεδίο καθορίζονται τώρα ἀπό τά ἐγκλωβισμένα πλήθη διαφόρων ἐθνοτήτων καί λαῶν στά σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας.

~.~

~.~

Τήν ἐξήγηση ὅμως τοῦ, ἀρχικά ἀκατανόητου, στίχου στό τέλος τῆς «Ἀφιέρωσης», τή βρῆκα καί ἡ ἀνακάλυψη εἶναι ὠφέλιμη, γιατί φωτίζει τό ποίημα, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά τά πεῖ ὅλα, σέ μή Πολωνούς πάντως. Ξαναγράφω τήν τελευταία στροφή, θυμίζω πώς μετέφρασα ἀπό τήν ἀγγλική μετάφραση τοῦ Μίλος, καί τονίζω τόν καταληκτικό στίχο:

Ἄλλοτε ἔριχναν στούς τάφους κεχρί ἤ σπόρους παπαρούνας
Νά θρέψουν τούς νεκρούς πού ἴσως γύριζαν μεταμφιεσμένοι πουλιά.
Βάζω τοῦτο τό βιβλίο ἐδῶ γιά σένα, πού κάποτε ἔζησες
Γιά νά μήν χρειάζεται νά μᾶς ἐπισκέπτεσαι πιά.

Ἡ σχέση τῶν Πολωνῶν μέ τούς νεκρούς προγόνους καί προπρογόνους μέχρι σήμερα, γιά λόγους ἱστορικούς ἀλλά καί μυθολογικούς εἶναι φορτισμένη μέ τό φόβο μιᾶς ἐπιστροφῆς τους, κατά τήν ὁποία θά διεκδικήσουν τήν ἐκ νέου ἐγκατάστασή τους στήν πατρώα γῆ.*** Μέ διαφορετικές μορφές ἐπιβιώνουν πολλά παγανιστικά κατάλοιπα καί σ’ αὐτά ριζώνει ἡ ἐπίσημα θεσμοθετημένη ἐτήσια ἑορτή τῆς 1ης Νοεμβρίου μέ τό ὄνομα Zaduszki. Ὁλόκληρη τή μέρα μέχρι ἀργά τό βράδυ, ἀπό παντοῦ συρρέουν στά κοιμητήρια πλῆθος συγγενῶν καί φίλων τῶν κεκοιμημένων, ταξιδεύοντας ἀκόμη καί ἀπό ἄλλες χῶρες, μέ σκοπό νά προσευχηθοῦν γιά τούς νεκρούς. Τά κοιμητήρια εἶναι φωταγωγημένα καί ὁ σκοπός τῆς ἑορτῆς εἶναι πρωτίστως ἀποτρεπτικός: νά τιμηθοῦν ὅλοι οἱ προπάτορες, νά μείνουν ἱκανοποιημένοι ἀπό τίς προσευχές καί προσφορές, ἀπό τόν σεβασμό στήν παρουσία τους ἀνάμεσα στούς ζῶντες, ἔτσι ὥστε νά μήν χρειάζεται νά ἐπιστρέψουν.

Τώρα ὁ στίχος εἶναι φανερός, τό κλειστό αἴνιγμα ἀνοίγει σάν ἀνοιξιάτικη παπαρούνα.

Τό ἀνάθημα τοῦ ποιητῆ δέν εἶναι σπόροι, ἀλλά ὁ πνευματικός ἄρτος τῆς γλώσσας, πού, χωρίς καταφυγή σέ μαγικά τερτίπια καί ξόρκια μέσα στήν ἁγνή προθετικότητα τοῦ ποιητῆ, ξεπερνᾶ τά σύνορα ζωῆς καί θανάτου τρέφοντας ζῶντες καί κεκοιμημένους· κυρίως ὅμως ἀποκαθιστᾶ τή σωτηριώδη λειτουργία τῆς ποίησης. Τά ζωτικά σύμβολα ἀναγεννῶνται στήν ψυχική ἐνδοχώρα καί τό ποιητικό γεγονός μεταμορφώνεται σέ πολύπλευρη ἀπολυτρωτική πράξη. Ἄλλωστε ὁ Μίλος «ἐκτός ἀπό πολύ σπάνιες στιγμές, ἐπέλεγε νά μήν συγκεντρώνει τήν προσοχή του (καί τή δική μας) στήν ἄβυσσο, ἀλλά, ἀντιθέτως, νά τήν ἑστιάζει σέ κεῖνες τίς περιπτώσεις τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καί ὡς αύταπάτη, λοιδωρεῖ τήν ἄβυσσο. Γιόρταζε μιά τέτοια αὐταπάτη. Τήν ἁποκαλοῦσε «πολύτιμη».****

~.~

~.~
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΠΙΝΑΚΕΣ
Zaduszki candle, photo: Jan Morek / Forum
Powązki Cemetery in Warsaw, photo: Jacek Marczewski / AG
John Nash – Ironbridge, Shropshire,1956
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/1/10/Destroyed_Warsaw%2C_capital_of_Poland%2C_January_1945_-_version_2.jpg
Marion Adnams, «Spring in the Cemetery» (1956)
~.~
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
*https://www.stephenoconnor.net/milosz_s_choice__an_investigation_of_sentimentality_86842.htm
** Δημήτρης Α. Κυριαζής, Ἡ Διεργασία τοῦ «ψυχικοῦ θανάτου» στήν Κλινική Ψυχανάλυση. Σύναξη 158 (2021), σσ. 39-48.
***https://culture.pl/en/article/powazki-cemetery-warsaw-sculpture-gallery
**** Ὁ ἀναγνώστης πού θά ἤθελε νά γνωρίσει βαθύτερα ἕναν ποιητή μέ τό προνόμιο τῆς ἐποπτείας σέ ὅλο τό πανόραμα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, μπορεῖ νά ἀνατρέξει στό ἀφιέρωμα μέ ἐπιλεγμένες ἐργασίες γιά τά ἑκατόχρονά του, ἐδῶ :
http://pamietnik-literacki.pl/wp-content/uploads/2017/02/Mi%C5%82osz-in-Pami%C4%99tnik-Literacki-Literary-Memoir.pdf

Τό παράδειγμα τῆς Μαίρης Ὄλιβερ καί ἡ αἱμομεικτική κακοποίηση μικρῶν παιδιῶν στήν ποίηση

Εἰσαγωγή, Μετάφραση, Ἐπίμετρο, Νατάσα Κεσμέτη

Ἐπειδή τό θέμα τῶν ποιημάτων πού ἀκολουθοῦν εἶναι περισσότερο ἀπό ἀκανθῶδες, θεώρησα πώς πρέπει νά προηγηθοῦν οἱ λόγοι πού μέ ὁδήγησαν στό νά τά διαλέξω, καί κατόπιν νά ἀκολουθήσουν οἱ μεταφράσεις. Μπορῶ νά βεβαιώσω τόν ἀναγνώστη πώς οὔτε ἡ εἰλικρίνεια τῆς Ἀμερικανίδας ποιήτριας, οὔτε ἡ γενναιοδωρία τῆς καρδιᾶς της, οὔτε ἡ διακριτική λεπτότητα τῆς πνευματικότητάς της κινδυνεύουν νά θιγοῦν ἀπό τούτη τήν εἰσαγωγή. Οὔτε ἐπίσης θά χαθεῖ τό ξάφνιασμα πού μᾶς προκαλεῖ ἡ καλή ποίηση, μέ ὅποιο θέμα κι ἄν ἔχει νά κάνει. Καθώς ὅμως ἡ ἐλαφρότητα μέ τήν ὁποία προσεγγίζονται σήμερα, ἴσως ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τά ζοφώδη μυστήρια τοῦ ἀνθρώπου, αἰσθάνομαι πώς ὀφείλω νά τονίσω πώς δέν εἶναι τοῦ καθενός νά προχωρεῖ στίς μεγάλες σκοτεινιές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, πόσο μᾶλλον νά τίς ἐκθέτει γράφοντας γι’ αὐτές – καί δή ποιήματα!


Θεώρησα ἀκόμη πώς μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὁδοδεῖκτες σ’ἕνα ἐπίφοβο καί κρημνῶδες μονοπάτι, πρωτίστως ἀποτρέποντας τούς ἀνέτοιμους καί ἀνώριμους νά τό πάρουν, μιμούμενοι, ἴσως, τό παράδειγμά της. Ἡ πρώτη ἀποτροπαϊκή λειτουργία ἀφορᾶ στήν προληπτική φροντίδα τοῦ ἀποπειρώμενου νά χειριστεῖ μοιραῖες πληγές ὡς ὑλικό ποίησης, κάτι ἐπισφαλές γιά τήν ψυχική του ἰσορροπία, ἰδιαίτερα στούς καιρούς μας. Ἡ δεύτερη ἀποτροπαϊκή προειδοποίηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διασφάλιση τοῦ ποιητικοῦ γεγονότος – τήν ἴδια τήν ποιητική πράξη. Καί τοῦτο, ἐπειδή τά βογγητά τῆς ὀδύνης καί τοῦ μίσους μπορεῖ νά δίνουν μικρή ἀνακούφιση σέ ἐξόχως ἀλγεινά τραύματα, δέν δημιουργοῦν ὅμως ἀπό μόνα τους τέχνη. Μᾶλλον τήν καταστρέφουν. Τό διατύπωσε θαυμάσια ὁ Φρόστ. (περισσότερα…)

Ντόναλντ Τζάστις – Ρόμπερτ Μπλάυ: Ἕνα παντούμ, ἕνα γκαζάλ

 

Μετάφραση καί σχολιασμός ἀπό τήν ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΖΑΣΤΙΣ

Παντούμ της Μεγάλης Ύφεσης 

Οἱ ζωές μας ἀπέφυγαν τό τραγικό.
Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας,
Δίχως σκοπό, καί δίχως νόημα φανερό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, μικρές καταστροφές.

Ἁπλῶς προχωρώντας καί προχωρώντας
Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά τό ἡρωϊκό.
Ὤ, ὑπῆρξαν θύελλες, κάποιες καταστροφές.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς μικρολεπτομέρειες.

Τά κουτσοκαταφέρναμε. Καμιά ἀνάγκη γιά ἡρωϊσμό.
Συνηθισμένες οἱ γιορτές, συνηθισμένος πόνος.
Δέν θυμᾶμαι ὅλες τίς λεπτομέρειες.
Πέρ’ ἀπ’ τόν φράχτη, οἱ γείτονες ἦσαν δικός μας χορός. (περισσότερα…)

Φίλιπ Λάρκιν, Tό Χορτοκοπτικό

 

 

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σαράντα μέρες ἀπό τήν τελευτή τοῦ Ποιητῆ Νίκου Φωκᾶ
Στήν ἀγαπημένη μνήμη του.

Τό χορτοκοπτικό σταμάτησε, δυό φορές· γονατίζοντας βρῆκα
Ἕνα σκατζόχοιρο καταπληγωμένο ἀνάμεσα στίς λεπίδες,
Σκοτωμένος. Ζοῦσε στό ψηλό γρασίδι.

Τόν εἶχα ξαναδεῖ, καί μάλιστα μιά φορά τόν τάϊσα.

Τώρα τόν ταπεινό του κόσμο εἶχα πλήξει
Ἀνεπανόρθωτα. Καμιά γιατρειά μέ τήν ταφή:

Τό ἄλλο πρωί ἐγώ σηκώθηκα, κι ἐκεῖνος ὄχι.
Ἡ πρώτη μέρα μετά ἀπό ἕνα θάνατο, ἡ νέα ἀπουσία
Πάντοτε ἴδια· καλύτερα νά εἴμαστε προσεχτικοί

Ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός
Ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον σπλαχνικοί.

~.~

Σημείωση της μεταφράστριας

Πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά λίγα ποιήματα τοῦ Larkin πού γράφτηκαν ἀνάμεσα στήν ἔκδοση τῆς συλλογῆς High Windows τό 1974 καί τόν θάνατό του τό 1985. Σ’ ἕνα γράμμα τῆς 20ης Μαϊου 1979 στή φίλη του Judy Egerton, ἔγραψε: » Τό Πάσχα βρῆκα ἕνα σκατζόχοιρο νά βολτάρει στόν κῆπο μου, ὁλοφάνερο πώς εἶχε μόλις ξυπνήσει ἀπό τή νάρκη του: δέχτηκε γάλα, ἀλλά γύρισε στόν ὕπνο του ὑποθέτω, καί ἔκτοτε δέν τόν ξανάδα». Στίς 10 Ἰουνίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς ἔγραψε στήν Egerton: » Αὐτή ἡ μέρα ἦταν μᾶλλον καταθλιπτική: σκότωσα ἕνα σκατζόχοιρο καθώς ἔκοβα τό γρασίδι, φυσικά κατά τύχη. Ἔχω ἀναστατωθεῖ.» Τό Χορτοκοπτικό γράφτηκε στίς 12 Ἰουνίου.
Ἡ Betty Mackereth, πού ἐργαζόταν μαζί μέ τόν Larkin στήν Βιβλιοθήκη Brynmor Jones University of Hull, ἔγραψε γιά τό ποίημα: «Θυμᾶμαι πολύ καλά τόν Φίλιπ νά μοῦ λέει γιά τόν θάνατο τοῦ σκατζόχοιρου, στό γραφεῖο του τό ἑπόμενο πρωί, μέ δάκρυα νά κυλοῦν στό πρόσωπό του.» ( Τhe Philip Larkin Society Website, May 2002). Ἡ ἐκτίμηση τοῦ μακαριστοῦ Νίκου Φωκᾶ στό πρόσωπο καί τήν ποίηση τοῦ φίλου του Philip Larkin εἶναι γνωστή.
Τά ἔργα ποὺ κοσμοῦν τήν ἀνάρτηση εἶναι τοῦ Γεώργιου Προκοπίου («Ἀθάνατα»).

 

 

 

Διασχίζοντας τον βάλτο

 

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μικρό σχόλιο στό ποίημα τοῦ Olav H. Hauge «Διασχίζοντας τόν βάλτο»

Ἐδῶ εἶναι οἱ ρίζες ὅλων τῶν δέντρων πού πέθαναν,
γιά νά μπορεῖς νά βαδίζεις ἀσφαλῶς
πάνω στά ὑδαρῆ σημεῖα πού ὑποχωροῦν.
Ρίζες σάν αὐτές κρατοῦν τήν σταθερότητα, εἶναι
πιθανόν νά βρίσκονται ἐδῶ αἰῶνες.
Κι ὑπάρχουν ἀκόμα κάποια μαῦρα
ὑπολείμματά τους κάτω ἀπ’ τά βρύα.
Ὑπάρχουν ἀκόμα στόν κόσμο καί σέ
στηρίζουν γιά νά μπορέσεις νά φτάσεις στό τέλος.
Κι ὅταν σπρώχνοντας βγεῖς πέρα στήν βουνίσια λίμνη,
ψηλά, νιώθεις πῶς ἡ μνήμη
ἐκείνου τοῦ παγωμένου προσώπου
πού πνίγηκε κάποτε ἐδῶ
βοηθᾶ νά μένει στήν ἐπιφάνεια ἡ εὔθραυστη βάρκα σου.
Αὐτός, πραγματικά τρελός, ἐμπιστεύθηκε τή ζωή του
στό νερό καί τήν αἰωνιότητα.

Δοκίμαζα νά τό γυρίσω στή γλώσσα μας, ἀπό τά ἀγγλικά βέβαια, τίς μέρες πού καιγόταν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὁ τόπος πάλι. Σκεπτόμουν πώς ὁ Νορβηγός, πού λάτρευε τά δέντρα, στεκόταν μέ εὐγνωμοσύνη ἀκόμα καί πρός τίς ἀρχαῖες τους ρίζες, αὐτές πού εἶχαν ἀπομείνει στόν βαλτότοπο. Θαυμάζοντας παρατηρεῖ πώς τά μισοβυθισμένα κούτσουρα σέ στηρίζουν νά τόν διαβεῖς. Δέν εἶναι δύσκολο νά δοῦμε τήν κυρίαρχη μεταφορά τοῦ ποιήματος: πορεία ζωῆς μ’ ἕνα εὔθραστο σκάφος, τό σῶμα, πάνω σέ ἀνασφαλές ἔδαφος, ἕναν κινούμενο βάλτο. Μόνον ὅταν βγεῖς στά Τερπνά Βουνά, στά ὁποῖα προσέβλεπε καί προσδοκοῦσε ὁ ἥρωας στό μεσαιωνικό Ταξίδι τοῦ Προσκυνητῆ, μπορεῖς νά διακρίνεις τή βοήθεια πού πῆρες ἀπό τίς παλιές ρίζες. Εἶναι ἴσως πράξη τρέλας νά ἐμπιστεύεσαι κι ἐσύ, σάν τόν παλιό πνιγμένο, τό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά τί θ’ ἀπογίνεις χωρίς καμιά ἐμπιστοσύνη στίς ρίζες κι ἔχοντάς τις ὅλες κάψει; Ποιός εἶναι ὁ τρελός ;

Πᾶμε τώρα νά καλύψουμε μέ λέξεις τά ἐγκαύματα τῶν Δέντρων. Τίς χιλιάδες μαῦρες πληγές τῶν Δασῶν πού ἀνοίξαμε. Πᾶμε τώρα νά κρυφτοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις. Νά ὑποκριθοῦμε πώς ἀναπνέουμε ὀξυγόνο. Μασκοφόροι, πᾶμε νά φτιάξουμε αἰσιόδοξα χειροποίητα προγράμματα: «Νά πάρουμε πίσω τη ζωή μας…» Λές ἡ ζωή εἶναι ἐνέχυρο. Τό ἄχυρο τῆς ζωῆς μας τό Ἀχειροποίητο.

Ἄν πνιγοῦμε στόν βάλτο μας, Ὄλαφ, δέ θά ’μαστε οἱ τρελοί πού ἐμπιστεύθηκαν τή ζωή τους στό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Θά εἴμαστε κάποιοι ἀπαθεῖς μέ παγωμένα πρόσωπα. Τά νεκρά μούσκλια καί βρύα πᾶνε τώρα νά σαβανώσουν τά Πλάσματα στά Δάση.

Νά ξεχαστοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις, μπορεῖ. Νά κρυφτοῦμε ἀπό τά ἀνομήματά μας, ἀδύνατον.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ