Νίκος Ξανθόπουλος

Νίκος Ξανθόπουλος, Καταφυγή και παρηγορία για τον φτωχόκοσμο

*

τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

(Μὲ ἀφορμὴ τὸ βιβλίο: Νίκος Ξανθόπουλος, Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα, Ἀθήνα, Ἄγκυρα 2005, σελ. 406 ‒ Μὲ ἕναν ψηφιακὸ δίσκο)

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου Ὅσα θυμᾶμαι καὶ ὅσα ἀγάπησα εἶναι ἐκ τῆς προθέ­σεως τοῦ συγγραφέα του —τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ ἐπιλογὴ τοῦ τίτλου— καὶ ἐξ ἀντικειμένου πρωτί­στως αὐτοβιογραφία, κλασικὴ αὐτοβιογραφία, ὅπως τὴν ὁρίζει ἡ γραμματολογία, ἕνα εἶδος γρα­φῆς δηλαδή, ὅπου ὁ συγγραφέας καταγράφει τὰ γεγονότα τῆς ἐποχῆς του, ὅπως τὰ θυμᾶται, προσπαθῶντας, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ ὁμολογεῖ οὔτε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, νὰ δικαιω­θεῖ στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς αὐτοβιογραφίας.

Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Ξανθόπουλου εἶναι ἐπίσης, ἔστω καὶ ἂν αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ πρόθεση τοῦ συγ­γραφέα του, μαρτυρία τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ, ἀπὸ τὰ γεγονότα ποὺ ἀφηγεῖται προκύπτει καὶ ἀναδεικνύεται, ἔστω καὶ πλαγίως φωτιζόμενη, ἔστω καὶ κατὰ ἕνα μέρος μόνο, μιὰ ὁλόκληρη ἐποχή, ἐκείνη ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν πόλεμο τοῦ ’40, περνᾶ ἀπὸ τὴν Κατοχὴ καὶ τὴν Ἀντίσταση, διατρέχει τὸν Ἐμφύλιο καὶ τὴ μετεμφυλιακὴ δυστυχία καὶ φτάνει ὣς τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὰ τωρινά. Μερικὲς φορές, μάλιστα, μαρτυρεῖ καὶ γιὰ παλαιότερα γεγονότα, ὅπως ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφή, ποὺ ὁ συγγραφέας γνωρίζει μόνο ἀπὸ τὶς ἀφηγήσεις τῶν γο­νέων καὶ τῶν συγγενῶν του ἢ ἀπὸ τὶς συνέπειές τους.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ κλήθηκε νὰ διέλθει ὁ Νίκος Ξανθόπουλος, ἕνα φτωχὸ προσφυγόπου­λο δεύτερης γενιᾶς ἀπὸ τὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ καὶ τὴν πορεία του σ’ αὐτὴν ἀφηγεῖται. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀφήγηση, ὀφείλουμε νὰ τὸ ὑπογραμμίσουμε, ἔχει δύο χαρακτηριστικά, τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴ λιτότητα τῆς γραφῆς. Δὲν ἀποκρύπτει πράγμα­τα οὐσιώδη γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς γραφῆς, οὔτε τὰ ἐξωραΐζει, τὰ λέει ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε σ’ ἕνα φίλο του μιὰ μέρα σ’ ἕνα ταβερνάκι τῆς γειτονιᾶς, ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Χωρὶς μεγαλοστομίες, χωρὶς περιττὰ λόγια, χωρὶς λογοτεχνικὲς φιοριτοῦ­ρες, μὲ λόγια ντρέτα καὶ σταράτα. Ὅπως θὰ τὰ ἔλεγε ἕνα παιδὶ τοὺ λαοῦ. Τὸ «παιδὶ τοῦ λαοῦ» τῆς Ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου δὲν εἶναι κάποιος πολὺ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν ἀφηγητὴ Νίκο Ξανθόπουλο. (περισσότερα…)

Advertisement

Νίκος Ξανθόπουλος (14 Μαρτίου 1934 – 22 Ιανουαρίου 2023)

*
ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Νίκο Ξανθόπουλε, κοντεύεις τα ενενήντα
και ΤΟ ΠΑΙΔΙ είσαι ΤΟΥ ΛΑΟΥ μέχρι τα τώρα.
Εξήντα χρόνια κι αν απέχει το εξήντα,
ίδιος λαός κι ακόμα ίδια αυτή η χώρα.

Κι αν όλα «αλλάζουνε το δέρμα σαν το φίδι»₁
– όπως το γράφει ο ποιητής – ίδιο φαρμάκι
πίνει ο λαός, κι ίδια στημένο το παιχνίδι
από την Γαύδο ώς το Ιόνιο κι ώς την Θράκη.

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΥ ξαναρχίζει:
απ’ την Μικρά Ασία πάλι στην Ελλάδα.
Το κύμα δάκρυ αρμυρό, που αίμα αφρίζει,
σαν σε ταινία που ξανάδες και ξανάδα.

Ο ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ κάθε χαμάλης
που κουβαλά μία ζωή όλο το δίκιο
κι όλο το άδικο του κόσμου υπό μάλης
αλλά με μάτια καθαρά και λόγο αντρίκιο.

ΑΠΟΚΛΗΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ, όποιος έχει
ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ καταντήσει.
Κι εγώ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ ΠΟΝΕΣΑ, μα αντέχει
αυτός που ξέρει τον καημό του να γλεντήσει.

Λίγα ΤΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, όποιος προφτάσει.
Όμως Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΣΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΟΝΟ,
μπορεί με μια καλή κουβέντα να χορτάσει
και να ντυθεί με μια ζεστή ματιά σου μόνο.

Φταίει Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ή φταίει η τόση
απανθρωπιά, που «των τεράτων παίρνει όψη»;₂
Ποιος ΑΕΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΩΝ θα σηκώσει
κεφάλι, δίχως ο αφέντης να το κόψει;

Νίκο Ξανθόπουλε, μας έφαγε η κουλτούρα,
τα ειδικά effe, τα τέλειας λήψης πλάνα,
η foul και high-definition σαβούρα,
και λησμονήσαμε εντελώς την λέξη «μάνα»

και «φίλος», φίλος γκαρδιακός, «λόγο» και «μπέσα» –
γίναν ασπρόμαυρα σαν φιλμ μελό, φθαρμένο.
Την κοινωνία μου γαμώ, να χέσω μέσα
στο νέο που ’ν’ απ’ το παλιό πιο παλιωμένο.

Νίκο Ξανθόπουλε, μεγάλωσα μ’ εσένα,
με τις ταινίες, τα τραγούδια σου τα ωραία.
Όλα φτωχά και ταπεινά, μα στο καθένα
υπάρχει η αγάπη, που τα κάνει όλα σπουδαία!

Νίκο Ξανθόπουλε, την ποίηση απαρνιέμαι
στον χρόνο πίσω εάν δέχεσαι να πάμε.
Γίνε πατέρας μου, αφού ορφανός λογιέμαι,
κι εγώ φτωχόπαιδο, όπως ήμουν, θέλω να ’μαι

και να δουλεύω γκαρσονάκι εκεί στο πλάι
του παλαιοβιβλιοπωλείου της ταινίας,
γιατί εδώ που ζω – ο Θεός να με φυλάει! –
είμ’ ο Ξανθόπουλος μιας ξένης κοινωνίας.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
Από το βιβλίο Μαύρη Βίβλος της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, 2021

___________
₁ Μιχάλης Γκανάς
₂ Οδυσσέας Ελύτης

*