Νίκος Καζαντζάκης

Η καζαντζακική Οδύσσεια στη γλώσσα του Δάντη (2/2)

Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα η ενθουσιώδης υποδοχή στο εξωτερικό ενός έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όμως η έκδοση της καζαντζακικής Οδύσσειας μεταφρασμένης στα ιταλικά από τον Νικόλα Κροτσέττι (Nikos Kazantzakis, Odissea, Introduzione e traduzione di Nicola Crocetti, Crocetti Editore, Νοέμβριος 2020) έτυχε τέτοιας, τόσο από την κριτική της γειτονικής χώρας όσο και από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Το μικρό αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου στο εκδοτικό αυτό γεγονός αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο, που αναρτήθηκε στις 4.2., η Μαρία Φραγκούλη κατέγραψε την απήχηση της κυκλοφορίας της Odissea και μετέφρασε ενδεικτικά το κριτικό σημείωμα με το οποίο την δεξιώθηκε η εφημερίδα Repubblica. Στο παρόν δεύτερο, ο μεταφραστής Νικόλα Κροτσέττι συζητά με τον Κώστα Κουτσουρέλη για το μεγάλο του εγχείρημα. 

 

~ . ~ (περισσότερα…)

Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

(περισσότερα…)

Τι είπε ο παπαγάλος στον Καζαντζάκη;

Damayanti choosing a Husband - Warwick Goble, Indian Myth and Legend:

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Τα παλιά χρόνια στη μακρινή Ινδία ένας φιλήδονος κι ελαφρόμυαλος νέος, ο Μαδάνας, παντρεύτηκε μια εξ ίσου φιλήδονη κι ελαφρόμυαλη γυναίκα, την Πραββαβατή. Λίγο (ή πολύ) καιρό μετά τον γάμο τους, ο Μαδάνας έφυγε για ταξίδι κι η Πραββαβατή έμεινε μόνη της. Ωστόσο, η Πραββαβατή δεν ανήκε στις γυναίκες που μένουν για πολύ καιρό μόνες τους ή που οι άντρες τις αφήνουν μόνες τους.

Φαίνεται πως η Πραββαβατή ήταν μια πολύ γοητευτική γυναίκα. Οι επίδοξοι, λοιπόν, εραστές της άρχισαν να την πολιορκούν επίμονα. Στο σπίτι της κατέφταναν μαυλίστρες κι έχυναν, αλειμμένο με λόγια μελιστάλακτα, το δηλητήριο της διαφθοράς στα αυτιά, κι από εκεί στην καρδιά, της Πραββαβατής. «Τους άντρες μας», της έλεγαν, «τους αγαπάμε όσο ζουν ή είναι κοντά μας. Σαν πεθάνουν ή φύγουν, σβήνεται κι η αγάπη. Απόλαυσε τα νιάτα σου, γιατί τα νιάτα γρήγορα περνούν». Η Πραββαβατή δεν ήταν, βέβαια, Πηνελόπη και δεν άργησε να ενδώσει σε τόσο δελεαστικές και πειστικές προτάσεις. Έτσι ένα βράδυ ντύθηκε και στολίστηκε για να συναντήσει τον αγαπητικό της (που ακόμα δεν είχε γίνει αγαπητικός της).

Στον απερίσκεπτο νεόνυμφο, ωστόσο, η προνοητική συμπάθεια κάποιου βραχμάνα είχε χαρίσει μια κίσσα κι έναν παπαγάλο – σανσκριτιστί Σούκα. Καθώς η Πραββαβατή ετοιμαζόταν να βγει, άκουσε να της μιλά ο Σούκας (τα παλιά χρόνια στην Ινδία οι παπαγάλοι κι όλα γενικώς τα ζώα μιλούσαν): «Πήγαινε», της είπε , «μα πρώτα σκέψου αν έχεις την εξυπνάδα της Λαξμής». «Και ποια είναι η Λαξμή;», ρώτησε η Πραββαβατή. «Άκου, λοιπόν, την ιστορία της», της αποκρίθηκε ο Σούκας. «Κάποτε ο Μαχάνας, ένας έμπορος, ερωτεύθηκε τη γυναίκα ενός άλλου εμπόρου, την Λαξμή. Για να καταφέρει την Λαξμή, ο Μαχάνας της έστειλε μια πανούργα μαυλίστρα, την Πουρνά την Μασοπαβασινή. Η Λαξμή ήταν πιστή στον άντρα της και στην αρχή απέρριπτε τις εκκλήσεις της Μασοπαβασινής. Πες-πες όμως κάμφθηκαν οι αντιστάσεις της και δέχθηκε να συναντήσει τον Μαχάνα. Για κάποιον ωστόσο λόγο, ο Μαχάνας δεν μπόρεσε να έρθει. Τότε η οιστρηλατημένη Λαξμή πρόσταξε τη μαστροπό να της φέρει όποιον άντρα βρει. Εκείνη κατά λάθος της έφερε τον δικό της. Μόλις τον αντίκρισε η Λαξμή προσποιήθηκε τη χολωμένη και τον κατσάδιασε στα γερά: »Παλιάνθρωπε, μου ’λεγες πως μ’ αγαπάς και δεν σ’ αρέσει καμιά άλλη. Τώρα πια σε ξέρουμε». Κι αυτός την καθησύχασε και γύρισαν σπίτι».

Σαν ο Σούκας τελείωσε την διήγησή του, η Πραββαβατή ήταν κουρασμένη και αποκοιμήθηκε. Έτσι κάθε νύχτα, μέχρι την επιστροφή του Μαδάνα, ο παπαγάλος της έλεγε κι από μια ιστορία. Της είπε για την ανδρομανή Ραμββικά, που πίστευε πως όποιον δεν στέργει τη γυναίκα που λιώνει από έρωτα κι έρχεται, επειδή το θέλει, τον αφανίζει ο αναστεναγμός της και τον στέλνει στα Τάρταρα, για τον Μουλαδέβα, τον άτυχο θνητό που οι δαίμονες Καράλας και Ουτάλας όρισαν κριτή για την ομορφιά των γυναικών τους κι εκείνος ανακήρυξε ομορφότερη στον κόσμο αυτή που αρέσει στον άντρα της, για τον γιο του Σάνδρα που ο πατέρας του τον έστειλε σε μια πορνοβοσκό για μάθει τις ραδιουργίες και τις παγίδες των εταιρών (τους ψευδείς όρκους, τους πλαστούς λόγους, τον πλαστό ακκισμό, τα πλαστά δάκρια, τον πλαστό γέλωτα, την πλαστή λύπη και χαρά, το επίπλαστο φίλτρο), μα που κι αυτόν τον ξεγέλασε πόρνη, της είπε για τον αήττητο στην ερωτική αντοχή Βισνουσαρμάν, για την στρίγγλα Καραγαρά, για τον Σουβουδή και τον Κουβουδή, για την αφοσιωμένη Σαντικά, για τον Δαρμαβουδή και τον Δουστουραβή, για τις γυναίκες του Κουχάνα…

Οι Ιστορίες του Παπαγάλου ή η Νυκτερινές Μυθολογίες του Ψιττακού, όπως απέδωσε τον τίτλο του έργου ο πρώτος μεταφραστής του στα ελληνικά και γενικότερα σε ευρωπαϊκή γλώσσα Δημήτριος Γαλανός, είναι μια σειρά ευτράπελων διηγημάτων γραμμένων στα σανσκριτικά. Το βιβλίο μοιάζει με εγκόλπιο γυναικείων ερωτικών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών. Ένα επιδερμικό άρτυμα ηθικοπλαστικών γνωμικών δεν καταφέρνει να καλύψει τον σκαμπρόζικο χαρακτήρα του.

Στον μεσαίωνα τα ινδικά διηγήματα αγαπήθηκαν και διαδόθηκαν πολύ. Ενσωματώθηκαν στις Χίλιες και μια νύχτες», πλανόδιοι παραμυθάδες τα αφηγούνταν σ’ όλη την ανατολή, έφτασαν μέχρι και το Βυζάντιο. Εκεί ο Συμεών Σηθ, ιατρός, μάγιστρος και πρωτοσπαθάριος εξ Αντιοχείας, στις μέρες του Ανδρονίκου και του Μιχαήλ Δούκα, εξελλήνισε, υπό την ονομασία Στεφανίτης και Ιχνηλάτης, από τα αραβικά, μια άλλη περίφημη συλλογή ινδικών μύθων, την Χιτοπαδάσσα. Φαίνεται πως οι ιστορίες του Στεφανίτη και Ιχνηλάτη υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλείς στους Βυζαντινούς.

Ολίγα τινά και εγκυκλοπαιδικά τώρα περί Δημητρίου Γαλανού. Ο Γαλανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1760. Σπούδασε στο Μεσολόγγι και την Πάτμο πλάι σε ονομαστούς δασκάλους του υπόδουλου ελληνισμού. Τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη και του πρότειναν να γίνει ιερωμένος. Αλλά η δίψα του Γαλανού για μάθηση ήταν αστείρευτη. «Οι δε σοφοί των Ινδών», γράφει σε επιστολή του, «λέγουσιν, ότι ο φρόνιμος άνθρωπος αφίησι και οικίαν και περουσίαν και φίλους και ξενιτεύει και κακοπαθεί δια ζήτησιν και εύρεσιν μαθήσεως». Προτίμησε να φύγει για την Ινδία, όπου μελέτησε τη Σανσκριτική και άλλες ανατολικές γλώσσες. Αφού απέκτησε αξιόλογη περιουσία, αποσύρθηκε στο Μπεναρές, την ιερή πόλη των Ινδών, ντύθηκε τη στολή των βραχμάνων και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη θεωρία. Μετέγραψε στα ελληνικά ολόκληρη σειρά έργων της σανσκριτικής γραμματείας, τα οποία εκδόθηκαν, λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χάρη στις φροντίδες ενός άλλου φωτισμένου λόγιου, του Γεωργίου Τυπάλδου.

Φαίνεται όμως η δράση του μυθοπλάστη παπαγάλου δεν σταμάτησε και πως έκανε για μιαν ακόμη φορά την εμφάνισή του στα γράμματά μας. Πρόσφατα, άνοιξα τυχαία, στο γραφείο ενός φίλου, τον Αλέξη Ζορμπά, που είχα να τον διαβάσω από την εφηβεία. Έπεσα στο κομμάτι, όπου ο Ζορμπάς εξιστορεί τις συμβουλές που του έδωσε ένας χότζας στη Σαλονίκη. Παραθέτω όλο το χωρίο: «Ο χότζας ήρθε και με βρήκε. — Μωρέ ρωμιόπουλο, μου κάνει, έλα μαζί μου!» —«Δεν έρχουμαι, του λέω, πού θα με πας;» —«Μια χανούμη, μωρέ ρωμιόπουλο, σαν τα κρύα νερά, σε περιμένει στον οντά της, έλα!» Μα εγώ ήξερα πως σκότωναν τους χριστιανούς στους τουρκομαχαλάδες τη νύχτα. —«Όχι, δεν έρχουμαι!» του κάνω. —«Και δεν φοβάσαι το Θεό, γκιαούρη;» —«Γιατί να τον φοβηθώ;» —«Γιατί, μωρές ρωμιόπουλο, όποιος μπορεί να σμίξει με μια γυναίκα και δε σμίγει, κάνει μεγάλο κρίμα. Να σε φωνάξει, μωρέ, μια γυναίκα στο στρώμα της και να μην πας, χάθηκε η ψυχή σου. Η γυναίκα αυτή θ’ αναστενάξει στη μεγάλη κρίση του Θεού κι ο στεναγμός αυτής της γυναίκας, θα σε γκρεμίσει, όποιος και νάσαι, όσα καλά κι αν έχεις καμωμένα, στην Κόλαση!»

Έ, λοιπόν, ναι: Χωρίς αμφιβολία, ο Καζαντζάκης έχει παραφράσει τα λόγια της Ραμββικάς, απ’ τις Ιστορίες του Παπαγάλου και τις έχει βάλει στο στόμα του προξενητή-χότζα του. Μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο πως ο βιβλιοφάγος Καζαντζάκης γνώριζε το συγκεκριμένο έργο, είτε στη μετάφραση του Γαλανού, είτε σε κάποια άλλη σε σύγχρονη ευρωπαϊκή γλώσσα. Άλλωστε, το μνημονεύει κι ο ίδιος στο κεφάλαιο για την ινδική φιλολογία, που συνέγραψε για το ευρύτερο λήμμα Ινδία ή Ινδίαι του εγκυκλοπαιδικού λεξικού του Ελευθερουδάκη: «Περιφανής υπήρξεν η τέχνη των Ινδών εις την διασκευήν μύθων· αι ονομαστότεραι συλλογαί μύθων είνε η Πανσατάντρα και η Χιτοπαδέσα». Παρεμπιπτόντως, το εκτενές μέρος του ίδιου λήμματος, που συνέταξε ο Καζαντζάκης, δείχνει όχι μόνον πόσο ο συγγραφέας του Ζορμπά ενδιαφερόταν για τον κόσμο και τη σκέψη της Ινδίας –αυτό το ξέρουμε κι από αλλού– αλλά και πόσο καλά είχε διαβάσει τα θεμελιώδη έργα της ινδικής γραμματείας.

Φυσικά, για να επανέλθουμε στον Αλέξη Ζορμπά, κανένας χότζας δεν θα έδινε τέτοιες συμβουλές. Ο Καζαντζάκης, εν τούτοις, βάζει στο στόμα ενός ιεροδιδασκάλου αυτά τα λόγια, αποκυήματα ενός επικουρικού πνεύματος, για να τονίζει εκείνη την αντιστροφή της συμβατικής θρησκευτικής ηθικής που εκφράζουν παρόμοιες ηδονιστικές θεωρήσεις. Μιλάω για την ηθική που συναντούμε, φέρ’ ειπείν, στις βιβλικές Παροιμίες, όπου αφθονούν οι παραινέσεις προφύλαξης από την «ξελογιάστρα» μοιχαλίδα, που παρασύρει το άρρεν σαν «βουν επί σφαγήν». Πολύ παραστατικά ζωγραφίζεται εκεί η γυναίκα αυτού του τύπου και τα τεχνάσματά της: «Ποθούσα το σον πρόσωπον εύρηκά σε… ελθέ και απολαύσωμεν φιλίας έως όρθρου, δεύρο και εγκυλισθώνεν έρωτι· ου γαρ πάρεστιν ο ανήρ μου εν οίκω, πορεύεται δε οδόν μακράν». Πρόκειται, βέβαια, για το γνωστό θέμα του πειρασμού και της υπερνίκησής του, που ο Ερίκ Ρομέρ θα το διαπραγματευτεί, σε σύγχρονη εκδοχή του, στη Νύχτα με τη Μώντ. Σύμφωνα, όμως με την ηθική του χότζα του Καζαντζάκη, αμαρτία δεν είναι να ενδώσεις στον πειρασμό αλλά να μην ενδώσεις. Να μια άλλη πτυχή της κατά Νίτσε –δασκάλου του Καζαντζάκη– «μεταξίωσης των αξιών»!

Σκέφτομαι πως μια τέτοια μεταξίωση εισηγείται κι ο Σικελιανός, όταν προτάσσει στα «σεξουαλικά του ποιήματα», όπως τα λέει ο ίδιος, τη φράση από τον συροσιναϊτικό κώδικα, «το γαρ πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα. Και πώς υμείς λέγετε, ότι η σαρξ ουδέν ωφελεί;», που αντιστρέφει το νόημα της ευαγγελικής ρήσης, «το πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα· η σαρξ ουδέν ωφελεί». Βέβαια, σήμερα αυτές οι αντιστροφές σε ζητήματα ερωτικής ηθικής έχουν κάπως ξεθωριάσει, έχουν χάσει την επαναστατικότητά τους….

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

 

«Λοξές ματιές»: Ιστορίες λογοτεχνίας

400px-Reimmann_hist-lit_1710

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Κάποια κείμενα λειτουργούν σαν καθρέφτες αν τα βάλουμε σε αντιπαραβολή, το ένα απέναντι από το άλλο. Και μάλιστα σαν παραμορφωτικοί ή διαθλαστικοί καθρέφτες. Πολλές φορές, κάτω από την μύτη μας, ενεργοποιούν κανάλια μυστικής επικοινωνίας, επισημαίνοντας συνάφειες και τονίζοντας ασυμφωνίες. Αυτή η αυτονομία/αυτοβουλία των κειμένων γεννά κάποτε τον θαυμασμό του τυχαίου αναγνώστη, ενώ άλλοτε περνάει εντελώς απαρατήρητη.

Υπάρχει μια τομή στην Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας του Καζαντζάκη, αυτή τη συναρπαστική τοιχογραφία προσώπων, βιογραφικών δεδομένων, εργογραφικών λεπτομερειών και ιστορικών συμβάντων, που διαπερνά και το λαοφιλές (!) αριστούργημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο Η Ναζιστική Λογοτεχνία στην Αμερική. Ποια είναι αυτή η τομή; Σίγουρα δεν γίνεται ευδιάκριτη με την πρώτη ματιά. Έχουμε από την μια πλευρά μια λογοτεχνική – ιστορική μελέτη και από την άλλη ένα έργο καθαρής, αμιγούς μυθοπλασίας. Αμφότερα, βέβαια, τα έργα φαίνονται να καταπατούν, ασμένως, τα περιοριστικά σύνορα του είδους τους και να εισβάλλουν σε αλλότρια εδάφη.

Ας επισημάνουμε κάποια γενικά χαρακτηριστικά των δύο έργων.

Στο δοκίμιο του Καζαντζάκη γίνεται απόπειρα μιας συνολικής εξέτασης και αποτίμησης της ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας από το σημείο μηδέν[1] της γέννησής της μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Παράλληλα ο συγγραφέας προβαίνει στην δική του ιδιότυπη ανάλυση των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ δεν παραλείπει να συνδέει την εξέλιξη των λογοτεχνικών τάσεων και ροπών με σημαντικές ιστορικές καμπές. Έμφαση δίνεται σε συγγραφείς και ποιητές του 19ου αιώνα. Και όχι άδικα, αν αναλογιστούμε ότι κατά την διάρκεια αυτού του αιώνα εμφανίστηκε και μεγαλούργησε το απαύγασμα των ρωσικών γραμμάτων, Πούσκιν, Λέρμοντοφ, Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκι, Τουργκιένεφ, Τολστόι, Γκόρκι κ.α. Εντύπωση προκαλούν κάποια βιογραφικά δεδομένα των εξιστορούμενων προσώπων ή ίσως ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας να τα φωτίσει. Πολλοί από τους αναφερόμενους συγγραφείς πέρασαν από εξορία και φυλακή, ενώ οι περισσότεροι απεβίωσαν νεότατοι. Αυτό το πανταχού παρόν και τα πάντα πληρόν άχθος, η σκιά του θανάτου, η σφραγίδα μιας δυσβάσταχτης μοίρας, υπερθεματίζονται από τον Καζαντζάκη. Η πνευματική εξέλιξη της Ρωσίας παρουσιάζεται μέσα από το έργο και την ζωή αυτών των μαρτύρων των σλαβικών γραμμάτων σαν μια ασυνείδητη διαδικασία συλλογικής κάθαρσης και εξύψωσης. Τέτοιου τύπου διαπραγματεύσεις αποτελούν κοινό τόπο και σε άλλα βιβλία του κρητικού συγγραφέα. Τα αγαπημένα ιδεολογικά μοτίβα του Καζαντζάκη κάνουν λοιπόν και εδώ αισθητή την παρουσία τους: η πάλη του παλιού με το καινούργιο, το αίτημα για κοινωνική χειραφέτηση, η κατάργηση πεπαλαιωμένων θεσμών και αντιλήψεων, ο αγώνας για πολιτική και προσωπική ελευθερία, η ανατρεπτικότητα, η επαναστατική διάθεση.

Πραγματικός πρωταγωνιστής και δεσπόζον πρόσωπο μέσα σε αυτή την εντυπωσιακή διαδοχή μειζόνων και ελασσόνων[2] λογοτεχνικών μορφών αποδεικνύεται ο κριτικός Μπελίνσκι. Το όνομά του εμφανίζεται και επανεμφανίζεται σε πολλά κεφάλαια και αναμφιβόλως φαίνεται να σφραγίζει με το πνευματικό του εκτόπισμα και τις αδέκαστες κριτικές του ετυμηγορίες το πρώτο μισό του πολύπαθου 19ου αιώνα. Συνδέεται με τόσα διακλαδωμένα λογοτεχνικά πεπρωμένα ο εν λόγω κριτικός που κάποιες φορές έχουμε την εντύπωση ότι ενσαρκώνει κάποια άχρονη και αθάνατη εωσφορική φιγούρα, που δεν υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς και της απωλείας.

Διαβάζοντας την Ιστορία της Ρωσικής Λογοτεχνίας του Νίκου Καζαντζάκη θαυμάζουμε -όπως είναι αναμενόμενο- την εντυπωσιακή ευρυμάθεια, τον ιδεολογικό πλούτο αλλά και την εκφραστική ρώμη που διακρίνει την γραφίδα του. Σε τι έγκειται όμως η ανίερη σύνδεση που κάναμε αρχικά με την Ναζιστική Λογοτεχνία της Αμερικής του Ρομπέρτο Μπολάνιο; Η σύζευξη ακούγεται αυθαίρετη και μοιάζει να γίνεται χάριν προκλήσεως και μόνο. Όσον αφορά το βιβλίο του Μπολάνιο δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια μελέτη, αλλά με γνήσιο λογοτέχνημα. Εν τούτοις, αν η διατριβή του Καζαντζάκη αποτελεί μια εκτενή και εμβριθή μελέτη της ιστορίας της ρωσικής λογοτεχνίας και είναι αυτό που λέει ο τίτλος του, το έργο του Μπολάνιο είναι επίσης αυτό που δηλώνει ο τίτλος του – με όλον τον σαρκασμό και την ειρωνεία που μπορεί να συμπαραδηλοί.

Η Ναζιστική Λογοτεχνία της Αμερικής (αλήθεια τι ευφάνταστος τίτλος!) περιγράφει τον βίο και την πολιτεία μιας πλειάδας φανταστικών συγγραφέων που έδρασαν στην λατινική (κυρίως) Αμερική τον προηγούμενο αιώνα (κάποιοι βέβαια συνεχίζουν την δράση τους ακόμα και σήμερα, ενώ λίγες βιογραφίες επεκτείνονται και στο μέλλον). Πολλά και ενδιαφέροντα έχουν γραφεί για αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα και ο ενδιαφερόμενος μπορεί με μια πρόχειρη αναζήτηση στο ίντερνετ να βρει σχετικό υλικό (στα ελληνικά, αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά κ.ά.). Ένα επιμέρους στοιχείο που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και επισημαίνεται σε πολλές και διαφορετικές αναλύσεις, είναι η ταύτιση του ίδιου του Μπολάνιο με τον τελευταίο μυθιστορηματικό του ήρωα, ονόματι Κάρλος Ραμίρες Χόφμαν. Ο φανταστικός αυτός συγγραφέας, γεννημένος τρία χρόνια πριν τον δημιουργό του, πεθαίνει κιόλας λίγα χρόνια πριν τον πραγματικό θάνατο του Μπολάνιο, πράγμα που μας κάνει να πιστέψουμε ότι η γραμμή της ζωής στην παλάμη και των δύο είχε σχεδόν το ίδιο μήκος. Βεβαίως δεν είναι τούτο το μοναδικό σημείο ταύτισης. Ο Ραμίρες Χόφμαν είναι και ο ίδιος Χιλιανός και τελειώνει την ζωή του στην Ισπανία, όπως και ο Μπολάνιο.

Κάποια στιγμή, σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο παντογνώστης αφηγητής, που περιγράφει κατά κανόνα σε τρίτο πρόσωπο τα τεκταινόμενα, μετέρχεται (για μία και μοναδική φορά) πρώτο πρόσωπο. Το ποιητικό εγώ εισβάλλει ξαφνικά, αλλά και τόσο όψιμα, στην δράση, παρεμβαίνει σε όσα γίνονται, επηρεάζεται από αυτά. Στη συνέχεια καταγράφονται τα εγκλήματα του θηριώδους συγγραφέα, καλυμμένα όμως από την αμφισημία μιας επαμφοτερίζουσας περιγραφικότητας, ήτοι μιας περιγραφικότητας που τείνει να λησμονεί λεπτομέρειες και να εκφράζει αβεβαιότητα για την εκδοχή του κάθε πράγματος. Αυτός ο ετερώνυμος του Μπολάνιο λοιπόν πέρα από τα εγκλήματα που διαπράττει, γράφει και ποιήματα. Και μάλιστα με έναν πολύ πρωτοποριακό και πειραματικό τρόπο: χαράσσει τους στίχους του στον ουρανό, με τους καπνούς που βγαίνουν από την μηχανή του αεροπλάνου που οδηγεί. Ο ίδιος ο Μπολάνιο παρατηρεί και διαβάζει τους στίχους μέσα από τον αυλόγυρο της φυλακής, στην οποία έχει κλειστεί. Οι θνησιγενείς αυτοί στίχοι, που χαρίζουν δόξα και τιμές στον δημιουργό τους, εκτεθημένοι στα ουράνια ρεύματα, είναι βέβαια καταδικασμένοι να σβήσουν εντός μερικών δευτερολέπτων. Ο Ραμίρες Χόφμαν, λαθροπροσωπία του Μπολάνιο, γίνεται, με την ακραία ποιητική του και με τον οριακό βίο του, ο καταλύτης σε όλες σχεδόν τις ιστορίες που προηγήθηκαν και αποτελεί την επιτομή τους. Στην ταύτισή του με τον Μπολάνιο δεν μπορούμε να μην εντοπίσουμε και στοιχεία μιας λογοτεχνίας της ενοχής. Ολες οι συντεταγμένες του “κακού” και του αρνητικού που ανιχνεύονται στο βιβλίο υποδεικνύουν και χαρτογραφούν μια αχανή περιοχή πόνου, τύψεων, αδυναμίας, βασανισμού, απραγίας, αβουλίας που καταλαμβάνει εδάφη στις ψυχές πολλών ανθρώπων. Η άσκηση του λογοτεχνικού επαγγέλματος (αυτού του “μη αποδεδειγμένης χρησιμότητας επαγγέλματος” κατά τα άλλα) δεν απενοχοποιεί τα υποκείμενα, αλλά παρέχει μια, επισφαλή έστω, δυνατότητα εκ νέου νοηματοδότησης του βίου. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για κάποιου είδους κολυμπήθρα του Σιλωάμ που ξεπλένει τα ανομήματα και αποκαθαίρει την ψυχή και το σώμα. Είναι όμως ένα έρεισμα ζωής με ρίζες πέρα από το καλό και το κακό. Συγχρόνως μέσα στο βλάσφημο πλαίσιο όπου έχει τοποθετηθεί, η λογοτεχνία, παρά την  ιερή της αποστολή (ή και εξαιτίας της…) λοιδωρείται, εκβαραθρώνεται, γίνεται αντικείμενο χλεύης και σαρκασμού.

Ας γυρίσουμε όμως στο αρχικό θέμα της μικρής προβληματικής μας. Δεν συγκρίνουμε εδώ δύο Ιστορίες Λογοτεχνίας, αφού προφανώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Ούτε εξετάζουμε δυο τόσο διαφορετικά έργα με απώτερο σκοπό να αναδείξουμε συνάφειες και ταυτίσεις που ενδεχομένως να προκαλέσουν κατάπληξη στον αναγνώστη. Επίσης επ’ ουδενί δεν υπάρχει πρόθεση να προβληθεί κάποια αναιδής θεωρία αγκυλώσεων ή να προαχθεί η ιδέα ότι τα δύο άκρα ταυτίζονται κτλ., κτλ. (δεν μιλάμε καν για σοβιετική λογοτεχνία, ο Καζαντζάκης σταματάει την μελέτη του λίγο πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση). Αλλά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αμφότερα τα βιβλία παραβιάζουν, όπως είπαμε, τα στεγανά της ειδολογικής οριοθέτησης και ανοίγουν δημιουργικό διάλογο με  άλλες μορφές λόγου. Έτσι ο Καζαντζάκης αν και αποπειράται να γράψει σε στεγνό δοκιμιακό στυλ, αδυνατεί να κωφεύσει στις σειρήνες της λογοτεχνικότητας που στοιχειώνουν αδιαλείπτως τα γραπτά του. Το αποτέλεσμα όπως είπαμε αποζημιώνει πλουσιοπάροχα τον αναγνώστη. Ο δε Μπολάνιο αποδίδει σπονδές στο φαιδρό ύφος του ψευδοδοκιμίου, εμπλουτίζοντας την πρόζα του -την ούτως ή άλλως υπερενισχυμένη από στυλιστική πληθωρικότητα και γλαφυρότητα- με την σοβαροφάνεια του τεκμηριωμένου λόγου. Η απόλαυση του αναγνώστη γίνεται διπλή.

Έχουμε λοιπόν την μια Ιστορία που, ούσα μελέτη, επιχειρεί να περιγράψει με αδρό τρόπο τα χαρακτηριστικά, τις ιδεολογικές και αισθητικές τάσεις μιας εθνικής λογοτεχνίας από την στιγμή της γέννησής της μέχρι και τις απαρχές του εικοστού αιώνα, και μια δεύτερη Ιστορία που αποτελεί ένα μεταμπορχεσιανό ψευδομελέτημα και θίγει με αμείλικτα σαρκαστικό τρόπο ζητήματα λογοτεχνίας (με πρόσχημα την πολιτική ακρότητα). Αυτό πρέπει να ξανατονισθεί: ο Μπολάνιο δεν καταφέρεται τόσο ενάντια στον ναζισμό (ως ιδεολογικο-πολιτικό απόστημα) αλλά ενάντια στην ίδια την… λογοτεχνία! Η αυτοαναφορικότητα (που έχει εξαντλήσει την υπομονή του αναγνωστικού κοινού τις τελευταίες δεκαετίες) σε αυτό το έργο είναι όχι μόνο ανεκτή, αλλά και υπέρ του δέοντος θεμιτή, γιατί υπάρχει σε λανθάνουσα μορφή και πάνω της χτίζεται ένα αφηγηματικό οικοδόμημα ογκώδες και στέρεο. Φυσικά απαιτείται μεγάλη οξύνοια, έπαρση, έμπνευση, ευρύτητα γνώσεων και εωσφορική διάθεση για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Και ο Χιλιανός συγγραφέας αποδεικνύεται επαρκέστατος σε όλα αυτά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι κάποια κομμάτια του έργου του Καζαντζάκη θα μπορούσαν να εμφιλοχωρήσουν σε κεφάλαια του Μπολάνιο και τανάπαλιν. Ο Καζαντζάκης διανθίζει την αφήγηση του με μια εκφραστική δεινότητα που δεν στερείται ειρωνικής διάθεσης. Γράφει παραδείγματος χάριν για τον Τολστόι: “…Περιοδεύει σε Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Ιταλία. Η Ευρώπη και ο πολιτισμός της του έκαναν αποκρουστική εντύπωση”. Οι ήρωες του Μπολάνιο συχνά καταφεύγουν στην Ευρώπη, βλέποντας μέσα από αυτό το ταξίδι προοπτικές κάθαρσης, μύησης σε νέα ιδεολογικά και αισθητικά σχήματα και αυτοπραγμάτωσης. Αργότερα ο Καζαντζάκης αναφέρει για τον Γιεσένιν: “Δεν είχε χαρτί να τυπώσει τα ποιήματά του, για αυτό τα απαγγέλει στους δρόμους, όπου οι περισσότεροι ακροατές του είναι ληστές και πόρνες”. Μια τέτοια φράση θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να τη βρούμε, αυτούσια, στο βιβλίο του Μπολάνιο καθώς αυτό βρίθει από παραβατικούς χαρακτήρες και πόρνες. Σε κάποιο σημείο ο Καζαντζάκης γράφει για τον Σολόβιωφ: “…στην Αποκάλυψή του προφητεύει την εισβολή της κίτρινης φυλής και θεωρεί τον Τολστόι ως τον Αντίχριστο”. Ο δε Μπολάνιο δίνει σε αρκετούς από τους ήρωές του, μυστικιστικές τάσεις, ενώ τους εξοπλίζει επίσης με μεγαλομανία και μεσσιανισμό.

“Είναι παραφροσύνη να σπάζεις το κεφάλι σου για να παραμορφώνεις τη φυσική γλώσσα και να την υποδουλώνεις σε μέτρα” λέει ο Σαλτύκωφ Μιχαήλ, λογοτεχνική φιγούρα που αναφέρεται στην πραγματεία του Καζαντζάκη. Παρεμφερείς, καινοφανείς δοξασίες εκφέρουν και πολλοί από τους ήρωες του Μπολάνιο που αναζητούν την ανανέωση της ποιητικής έκφρασης. Όσο για τον Θεόδωρο Σολοκούμπ, της Ρωσικής λογοτεχνίας και την εξύμνηση του θανάτου που γίνεται μέσα από το έργο του, σχεδόν ταυτίζεται με τον Βραζιλιάνο Αμάντο Κόουτο, στα μυθιστορήματα του οποίου οι πάντες ήταν σκελετοί – δεν υπήρχαν άνθρωποι στην φυσική τους μορφή.

Κάπου αναφέρει ο Καζαντζάκης κάποια λόγια της Σεϊφουλίνα: “Η ζωή είναι μεγάλη. Θα έπρεπε να της αφιερώσουμε ολόκληρους τόμους. Όμως όλα τρέχουν ιλιγγιωδώς. Δεν έχουμε καιρό να γράψουμε και να διηγηθούμε. Καλύτερα να δώσουμε αποσπάσματα”. Πόσο θα συμφωνούσε με μια τέτοια διατύπωση η Λους Μεντιλούσε Τόμσον, ηρωίδα του Μπολάνιο που αυτοκτόνησε, ύστερα από σφοδρή ερωτική απογοήτευση, πέφτοντας με την Άλφα Ρομέο της πάνω σε ένα βενζινάδικο.

Ο Αθανάσιος Φετ που έζησε την ζωή του, σύμφωνα με τον Καζαντζάκη, αφοσιωμένος στην καλλιέργεια της γης και στην ποιητική δημιουργία, δεν θυμίζει την Εδελμίρα Τόμσον (την μητέρα της αυτόχειρος) που και αυτή “υποστηρίζει την επιστροφή στις ρίζες και την δουλειά στα χωράφια” και συμμορφώνεται εμπράκτως με τις αρχές της, τουλάχιστον για κάποια περίοδο της ζωή της; (Αυτό το μοτίβο, ποίηση και γεωργία δηλαδή, μας φέρνει στο νου και τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αργύρη Χιόνη!..).

Εδώ μπορεί να μας καταλογισθεί ότι απομονώνουμε ατάκες και περιστατικά και επιχειρούμε αυθαίρετες και βεβιασμένες μίξεις, χωρίς σοβαρή τεκμηρίωση ή απόδειξη. Όντως μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Άλλωστε τι άλλο είναι η λογοτεχνία από μια αυθαίρετη απομόνωση λέξεων, φράσεων, παραγράφων, από μια εσκεμμένη (όσο και μάταιη πολλές φορές) περίφραξη λόγου μέσα στη θάλασσα του γλώσσας;

Συνοψίζοντας πρέπει να πούμε ότι για τον Καζαντζάκη η μακρά παράδοση της ρωσικής διανόησης αποκρυσταλλώνεται σε έναν εσμό εκστατικών και μουσόληπτων ποιητών, συγγραφέων και διανοουμένων που με το βλέμμα προσηλωμένο στην άβυσσο ψάλλουν το φωτεινό τους τραγούδι. Συβαρίτες, ανακρεόντειοι, παθιασμένοι, μονομανείς, ταλαιπωρημένοι, απόμακροι, οραματικοί παρουσιάζονται οι “ήρωές” του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μυθιστορηματικά πρόσωπα που γεννά η φαντασία του Μπολάνιο. Λάτρεις της ελευθερίας οι πρώτοι, αναζητητές προσωπικού ύφους, μοναχικοί προφήτες στις κατακτημένες κορυφές τους, χαρακτηρίζονται από την αγωνία της πολιτικής και υπαρξιακής χειραφέτησης. Τυχοδιώκτες οι δεύτεροι, εγωπαθείς, διεφθαρμένοι, αριβίστες, αλλά εξίσου μονήρεις, παθιασμένοι, εμμονικοί, λάτρεις και θιασώτες της τέχνης του λόγου. Οι ομοιότητες είναι αναπόφευκτες.

Τέλος, αποκλείουμε το ενδεχόμενο ο Μπολάνιο να διάβασε κάποτε την συγκεκριμένη εργασία του Καζαντζάκη, αν και είναι πάρα πολύ πιθανό, σχεδόν βέβαιο, να είχε έρθει σε επαφή με άλλες ανάλογες ανθολογίες και ιστορίες λογοτεχνίας. Είναι γνωστή η μπορχεσιανή (;) ιστορία που ειρωνεύεται την κατάσταση του πλαγιαρισμού και εξυμνεί, παράλληλα, τις ατέλειωτες δυνατότητες του λόγου. Σύμφωνα με αυτήν, αν ένας πίθηκος κάτσει σε μια γραφομηχανή για άπειρο χρονικό διάστημα και χτυπάει τυχαία τα πλήκτρα της, θα γράψει κάποια στιγμή τον Άμλετ. Στα εξεταζόμενα έργα δεν έχουμε να κάνουμε ούτε κατά διάνοια με λογοκλοπή, αλλά με περίεργες και αναπάντεχες συγγένειες οι οποίες προκύπτουν ίσως από την βαθιά μέριμνα των συγγραφέων για τις ιδέες, για τον ίδιο τον λόγο και για τις σχηματοποιήσεις του λόγου.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

[1]           Τι μπορεί να λογισθεί σημείο μηδέν, ποιο είναι το Big Bang ενός λογοτεχνικού σύμπαντος;

[2]           Είναι άραγε δυνατόν σε μία – αναγκαστικά – ευσύνοπτη και επιλεκτική ιστορία λογοτεχνίας να εμφανίζονται και ελλάσσονες λογοτέχνες; Σίγουρα όχι. Η διάκριση γίνεται υπό το πρίσμα της σύγχρονης ελληνικής (sic) οπτικής. Πολλοί από τους συγγραφείς που αναφέρει ο Καζαντζάκης σήμερα είναι παντελώς άγνωστοι. Τουλάχιστον στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Στοιχηματίζω ότι αν ετίθετο ένα ερώτημα όπως: “Ο Αμφιθεατρώφ είναι Ρώσος συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα ή κάποιος χαρακτήρας στο κλασικό κόμικ Αστερίξ;”, οι περισσότεροι από εμάς θα συγκατανεύαμε στο δεύτερο.