Νέο Πλανόδιον

Μνήμη Κ. Παπαγιώργη

Παπαγιώργης, Αφίσα

 

Το Νέο Πλανόδιον συνδέθηκε απὀ γεννησιμιού του με τον Κώστή Παπαγιώργη – από το πρώτο του τεύχος, που του ήταν αφιερωμένο. Η βάσκανος τύχη το θέλησε και τα δυο κεφάλαια Περί Εαυτού, του ιδιαίτερου, εντελώς προσωπικού, και ίσως προϊδεασμένου για τα μετέπειτα, βιβλίου που ετοίμαζε, να είναι τα τελευταία που πρόλαβε να δημοσιεύσει. Το ίδιο ισχύει και για τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, αποσπάσματα της οποίας μπήκαν στο ίδιο τεύχος – κι αυτή έμελλε να αποδειχθεί η τελευταία του. Όταν τυπώθηκε εγώ και ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος του το πήγαμε στην εντατική του Υγεία, όπου νοσηλευόταν.

Αλλά και με το «μητρικό» Πλανόδιον, και το προγενέστερο περιοδικό Κριτική και Κείμενα του Γιάννη Πατίλη, ο Παπαγιώργης είχε σχέση στενή εξ αρχής. Εκτός από τα δικά του, στο μεταξύ πασίγνωστα, δοκίμια που πρωτοείδαν το φως εκεί, περίφημα έμειναν τα δηκτικά κριτικά σημειώματα που υπέγραφε με τα ψευδώνυμα Κίμων Νησιώτης και Κ. Πλάνης. Σπανίως η βιβλιοκριτική στην Ελλάδα υπήρξε τόσο ελευθερόστομη, τόσο θαρραλέα – και τόσο διεισδυτική.

Αυτή τη Δευτέρα, δύο χρόνια, δύο μήνες και δύο μέρες από την εκδημία του στις 21.3.2014, και δυο μέρες μετά την ονομαστική του που πάντοτε τη γιόρταζε, το Νέο Πλανόδιον μνημονεύει ξανά Παπαγιώργη. Αυτή τη φορά, όχι με ομιλίες και περισπούδαστες εισηγήσεις γι’ αυτόν, αλλά αφήνοντας τον ίδιο και τον λόγο του να ακουστεί. Σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγγραφείς, παλιοί και αγαπημένοι φίλοι και συνοδοιπόροι του Κωστή ανθολογούν και διαβάζουν αποσπάσματα από το έργο του. Στο σαξόφωνο, την ανάγνωσή μας θα συνοδεύσει μουσικά ο Δημήτρης Χουντής. Δευτέρα 23 Μαΐου 2016, στις 8:30 μμ. στο Ρομάντσο, Αναξαγόρα 3-5, Ομόνοια.

Συμμετέχουν:

Γιάννης Αστερής ~ Σπύρος Γιανναράς ~ Πόπη Γκανά ~ Μιχάλης Γκανάς ~ Σωτήρης Γουνελάς ~ Σοφία Δρόσου ~ Ζυράννα Ζατέλη ~ Κατερίνα Ζαχαροπούλου ~ Δημήτρης Καράμπελας ~ Θανάσης Καστανιώτης ~ Μαρία Κελέση ~ Αντώνης Κιούκας ~ Άννα Κοκκίνου ~ Θανάσης Κόρρας ~ Όλια Λαζαρίδου ~ Περικλής Λιανός ~ Άννα Λυδάκη ~ Ρίτα Λυτού ~ Γ.-Ι. Μπαμπασάκης ~ Μάρια Μπαχά ~ Έλλη Μπουμπουρή ~ Ξενοφών Μπρουντζάκης ~ Ηρώ Νικοπούλου ~ Νίκος Ξυδάκης ~ Νίκος Παναγιωτόπουλος ~ Αλεξάνδρα Παντελάκη ~ Τάσης Παπαϊωάννου ~ Γιάννης Πατίλης ~ Κωνσταντίνος Πουλής ~ Μαριαλένα Σπυροπούλου ~ Γιάννης Σταθόπουλος ~ Λεωνίδας Σταματελόπουλος ~ Γιώργος Σταματόπουλος ~ Κατερίνα Σχινά ~ Ζαχαρίας Σώκος ~ Μελίνα Τανάγρη ~ Πέτρος Τατσόπουλος ~ Δημήτρης Τομαράς ~ Τζούλια Τσιακίρη ~ Θανάσης Χατζόπουλος

Προλόγισμα: Κώστας Κουτσουρέλης
Σαξόφωνο: Δημήτρης Χουντής
Βίντεο: Θανάσης Ταμβακίδης
Το γύρισμα έγινε στο εργαστήριο
του Μιχάλη Κατζουράκη

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Advertisements

Συμπόσιο Κονδύλη: Οφειλές & ευχαριστίες

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Και τις δύο μέρες του Συμποσίου για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι γενικές εντυπώσεις ήταν εξαίρετες. Ζωηρή και έντονη συζήτηση, πρωτότυπες και ουσιαστικές εισηγήσεις, αθρόα προσέλευση και αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού. Ίσως η αποστροφή εκείνη του Νίκου Ξυδάκη ότι τόσοι και τόσοι άνθρωποι από τους πιο διαφορετικούς χώρους, συγγραφείς και πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες και επιστήμονες, αφιερώσαμε ένα Σαββατοκύριακο για να μιλήσουμε για το έργο του Κονδύλη και την σημερινή Ελλάδα μέσα στην παρούσα συγκυρία, να συνοψίζει το πνεύμα της εκδήλωσης.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους, ο Μιχάλης και η Πόπη Γκανά, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος, ο Θεοφάνης Τάσης, η Παναγιώτα Βάσση, ο Βασίλης Ξυδιάς, ο Σωτήρης Μητραλέξης, ο Σπύρος Κουτρούλης, ο Διονύσης Σκλήρης, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Ζωή Μπέλλα, η αδελφή του τιμωμένου Μέλπω Μπούμπουλη-Κονδύλη, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Άγγελος Καλογερόπουλος και ο Γιώργος Κοκκόλης, αντιδήμαρχος Ραφήνας, που προήδρευσαν σε τρεις από τις συνεδρίες μας και άλλοι πολλοί – ζητώ συγγνώμη απ’ όσους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τους 16 συνολικά εισηγητές, για την επιτυχία της εκδήλωσης εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι και με ποικίλους τρόπους. Πρώτα απ’ όλα όσοι είχαν την πρωτοβουλία του προγράμματος και του σχεδιασμού: ο Γιώργος Αντωνιάδης, που σήκωσε αγόγγυστα το μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος και έκανε το περισσότερο τρέξιμο, ο Κυριάκος Κωσταρέλος (οι φωτογραφίες εδώ είναι δικές του), ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος· οι εθελοντές του ΙΝΣΠΟΛ και οι συνεργάτες του Νέου Πλανόδιου (ειδική μνεία από μέρους μου στην Ειρήνη Γιαννάκη)· οι άνθρωποι του Δήμου Αθηναίων στην 7η Δημοτική Κοινότητα γύρω από την αεικίνητη, υποχρεωτικότατη και πάντοτε ευδιάθετη Σύμβουλο κ. Δάφνη Γαβρίλη· η κινηματογραφική ομάδα του Αντιφώνου και του Κωνσταντίνου Βεργή και άλλοι.

Προς όλους και όλες, και από τη θέση αυτή, τις θερμές μας ευχαριστίες!

Οι εισηγήσεις του Συμποσίου, εμπλουτισμένες με συνεισφορές συνεργατών που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν, όπως λ.χ. εκείνην της καθηγήτριας Ιωάννας Τσιβάκου την οποία θα προδημοσιεύσουμε προσεχώς στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου, προβλέπεται να δημοσιευτούν την επόμενη χρονιά. Θα προηγηθεί κάποια στιγμή διαδικτυακώς η βιντεοσκόπηση όλης της εκδήλωσης.

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Print

Συμπόσιο για τον Π. Κονδύλη

Αφίσα Συμποσίου α

Δελτίο Τύπου

«Η σκέψη είναι από τη φύση της πολεμική»
ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΝΔΥΛΗ

«Δεν υπάρχουν ιδέες. Υπάρχουν μόνον ανθρώπινες υπάρξεις μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις… οι ιδέες ούτε νικούν ούτε νικιούνται, παρά η νίκη ή η ήττα τους εκπροσωπεί συμβολικά την επικράτηση ή την καθυπόταξη ορισμένων ανθρώπινων υπάρξεων.»
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ, Ισχύς και Απόφαση, 1984

ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ του κορυφαίου Έλληνα στοχαστή, και με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά της μελέτης του Συντηρητισμός: Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015), η εξαμηνιαία επιθεώρηση λόγου και ιδεών Νέο Πλανόδιον σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής διοργανώνουν στην Αθήνα συμπόσιο αφιερωμένο στη σκέψη του. Μετέχουν πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, παλαιότεροι και νεώτεροι μελετητές οι οποίοι θα θίξουν ποικίλες πλευρές της: ζητήματα πολιτικά, οικονομικά, ιστορικά αλλά και αμιγώς φιλοσοφικά. Ιδιαίτερο βάρος θα τεθεί σε θέματα που αφορούν την νεοελληνική ιστορία και την παρούσα κρίση.

Το Συμπόσιο θα έχει διήμερη διάρκεια και θα λάβει χώρα στην αίθουσα του Διαμερισματικού Συμβουλίου του Δήμου Αθηναίων, Πανόρμου 59, στις 9 και 10 Απριλίου 2016.

Στις 9 Απριλίου, ημέρα Σάββατο, και ώρα 19.00, το Συμπόσιο θα ανοίξει με συζήτηση στρογγυλής τραπέζης και θέμα:

2010-2016: Ευκαιρίες και χίμαιρες
Η ελληνική διανόηση απέναντι στην Κρίση

Μετέχουν οι:
– Ανδρέας Ανδριανόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Διπλωματίας του Αμερικανικού Κολλεγίου της Ελλάδος, πρώην υπουργός
– Γιάννης Κιουρτσάκης, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος
– Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
– Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος, ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας
– Νίκος Ξυδάκης, Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, δημοσιογράφος, τεχνοκριτικός
Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής του Νέου Πλανόδιου.

Στις 10 Απριλίου, σε τέσσερις πρωινές και απογευματινές συνεδρίες ακολουθούμενες από συζήτηση με τους παρισταμένους και το κοινό, θα εισηγηθούν οι:

Α’ συνεδρία: Φιλόσοφοι και ιδέες (11.00 – 12.20)
– Σωτήρης Γουνελάς, συγγραφέας, πρώην διευθυντής περιοδικού Σύναξη («Ο Μαρξ, ο Κονδύλης και η Αρχαία Ελλάδα»)
– Γιώργος Ξηροπαΐδης, καθηγητής, κοσμήτωρ Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Είναι-προς-θάνατον: Κονδύλης και Χάιντεγγερ. Μια κριτική θεώρηση»)
– Πέτρος Πολυμένης, συγγραφέας, διδάκτωρ φιλοσοφίας («Διαθλάσεις ηδονισμού»)

Β’ συνεδρία: Διεθνής και ευρωπαϊκή πολιτική (12.40 -14.00)
– Κώστας Μελάς, καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου («Το Οικονομικό στην προβληματική του Π. Κονδύλη. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης»)
– Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής περιοδικού Νέο Πλανόδιον («‘…ο συγκλονιστικότερος και τραγικότερος της ανθρώπινης ιστορίας’. Ο Π. Κονδύλης και ο 21ος αιώνας»)
– Κυριάκος Μικέλης, λέκτορας Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Μακεδονίας («Το Διεθνές και οι Ιδέες στον Παναγιώτη Κονδύλη»)

Γ’ συνεδρία: Περί μεθόδου, συγκριτικής και προσλήψεως (17.00-18.20)
– Λεωνίδας Σταματελόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Πλανόδιου («Ο Παναγιώτης Κονδύλης ως ιστορικός των ιδεών και το πρόβλημα της μεθόδου»)
– Γιώργος Αντωνιάδης, διεθνολόγος, διευθύνων εταίρος του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής: («Finis Graeciae ή Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας: Γιανναράς και Κονδύλης»)
– Δημήτρης Δικαίος, νομικός, πολιτικός επιστήμονας («Η πρόσληψη του Παναγιώτη Κονδύλη από τη γερμανική διανόηση»)

Δ’ συνεδρία: Ζητήματα νεοελληνικής ιστορίας (18.40-20.00)
– Ηλίας Παπαγιαννόπουλος, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς («Σκόρπιες μνήμες σε παράμερο τόπο: Ο Παναγιώτης Κονδύλης και το αίτημα της νεοελληνικής ιστορικότητας»)
– Κώστας Χατζηαντωνίου, συγγραφέας, ιστορικός («Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός: η παρακμή ως εθνική ενότητα»)
– π. Ευάγγελος Γκανάς, θεολόγος («Κράτος και Εκκλησία. Ιστορία και προοπτικές μιας περίπλοκης σχέσης: ένα σχόλιο υπό την προοπτική του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη»)

Η είσοδος είναι ελεύθερη. Για τους ενδιαφερόμενους θα διατεθούν βεβαιώσεις συμμετοχής. Οι εισηγήσεις του Συμποσίου θα συγκεντρωθούν προσεχώς σε ειδικό αφιερωματικό τεύχος του Νέου Πλανοδίου.

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Εξαμηνιαία επιθεώρηση
λόγου και ιδεών
Στ. Κουμανούδη 3, 11474 Αθήνα
τηλ.: 210 6442386, 6982713957
neoplanodion@gmail.com
http://www.neoplanodion.gr
http://www.facebook.com/NeoPlanodion

Γιῶργος Ἀράγης: Ἐπιστολὴ γιὰ τὸν «Φάκελο Λογοκλοπή»

ARAGIS

Από τον κριτικό Γιώργο Αράγη λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από δημοσίευμα του δεύτερου τεύχους μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Ἀγαπητό Νέο Πλανόδιον

Καλή σταδιοδρομία καί μακροημέρευση.

Σχετικά μέ τό θέμα «Φάκελος λογοκλοπή», πού ἄνοιξες μέ τό πρῶτο τεῦχος σου καί ἀκολούθησε συζήτηση στό δεύτερο τεῦχος, θά ἤθελα νά πῶ τά ἀκόλουθα.

α) Ἀσφαλῶς τό θέμα ἔχει σχέση μέ τήν ἐντιμότητα καί τό ἦθος τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀποτελεῖ κυρίως, καθώς πιστεύω, ἀντικείμενο αἰσθητικῆς πραγμάτευσης. Κι ἐδῶ χρειάζεται προσοχή στό τί λέμε, γιατί πρόκειται γιά ζήτημα ἀρχῶν πού πρέπει νά ἰσχύουν πέρα ἀπό τίς περιστάσεις καί τά πρόσωπα.

β) Ἡ συζήτηση περί λογοκλοπῆς δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ μόνο στήν ποίηση καί μάλιστα μόνο σέ ξενόγλωσσα κείμενα, γιατί δέν βασίζεται πουθενά μιά τέτοια διάκριση.[1] Σημαίνοντα καί σημαινόμενα ἔχουμε καί στήν πεζογραφία καί στό δοκίμιο καί στήν κριτική, καί στήν ἐπιστήμη, ὅπου τό κλεψίδι παίρνει καί δίνει. Ὅμως ἄς περιοριστοῦμε στά πρῶτα, ἀφήνοντας στήν ἄκρη τήν ἐπιστήμη. Ποίηση λοιπόν, πεζογραφία, δοκίμιο, κριτική. Μά, θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ ποίηση ἀποτελεῖ εἰδολογική ἰδιαιτερότητα μέ συναφή παρεπόμενα. Πράγματι, ἀλλά αὐτό δέν ἀλλάζει τόν κοινό παρονομαστή μέ τά ἄλλα τρία εἴδη, ἀφοῦ σέ ὅλα ἔχουμε πρόβλημα γλωσσικῆς ἔκφρασης.

γ) Ὅταν μιλοῦμε γιά λογοκλοπή ἤ ὄχι, ἔχει σημασία νά ἐλέγχουμε τήν ἀκρίβεια τῶν ἐπιχειρημάτων μας. Ἡ ὁλωσδιόλου ἀφηρημένη, θεωρητική, πραγμάτευση τοῦ θέματος μπορεῖ νά ὁδηγεῖ κάποτε σέ εὐλογοφανεῖς πλάνες. Ἡ γνώμη π.χ. τῶν Παλαμᾶ-Βαγενᾶ ἤ, καλύτερα, τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ ὅτι στή μετάφραση τῆς ποίησης αὐτό πού παίρνει κάποιος ἀπό τό ξένο κείμενο εἶναι «ἰδέες», ἀποτελεῖ, ὅπως θά φανεῖ παρακάτω, θεωρητικό ἀτόπημα.

Ἄς πᾶμε στά ἀρχικά στάδια τῆς γλώσσας. Τό πράγματα (ὅπως καί τά φαινόμενα καί ἀργότερα οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες), καθώς εἶναι εὐνόητο, προϋπῆρξαν. Ὕστερα ἡ ἀνάγκη γιά συνεννόηση ἀνάμεσα στά μέλη μιᾶς φυλῆς ὁδήγησε στά ὀνόματα (σημαίνοντα) τῶν πραγμάτων (σημαινομένων). Ἔκτοτε αὐτά τά δυό, τά σημαίνοντα καί τά σημαινόμενα, συνδέοντα μέ τήν ἐμπειρική χρήση τους «συνειρμικά»,[2] ὥστε τό ἕνα νά παραπέμπει αὐτόματα στό ἄλλο καί ἀντίστροφα. Ὡστόσο οἱ διάφοροι λαοί πού ἀνάπτυξαν διαφορετικές γλῶσσες δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν μεταξύ τους, ὄχι γιατί τά πράγματα διέφεραν τόσο, ἀλλά γιατί διέφεραν τά ὀνόματα. Χάρη ὅμως στήν κοινή πείρα τῆς ζωῆς τους κατάφεραν νά ἐπικοινωνοῦν στοιχειωδῶς μέ παντομίμα καί πληρέστερα μέ τή μετάφραση. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ σημερινές μεταφράσεις βασίζονται στήν κοινή πείρα τῶν λαῶν, χωρίς τήν ὁποία καμιά μετάφραση δέν θά ᾿ταν ἐφικτή. Γιατί ἡ κοινή πείρα ἐπιτρέπει νά μαθαίνει κανείς λ.χ. δυό γλῶσσες χάρη στίς ταυτοσημίες ὀνομάτων, ρημάτων κ.λπ. πού προφέρονται (καί γράφονται) διαφορετικά. Π.χ. τό ἀγγλικό ὄνομα ‘water’ εἶναι σημασιολογικά, ἀλλά ὄχι φωνητικά καί ὀπτικά, ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘νερό’, τό ἀγγλικό ‘rocks’ εἶναι ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘βράχια’ κ.ο.κ. Αὐτές οἱ ἀντιστοιχίες ὀνομάτων ἤ σημαινόντων ἐκδηλώνονται ἔκτοτε αὐτόματα, χωρίς δηλαδή νά σκέφτεται κανείς τό πράγμα κι ἔπειται νά βρίσκει τό ὄνομά του στή γλώσσα του. Αὐτόν τόν αὐτοματισμό ἐννοοῦν οἱ καθηγητές ξένων γλωσσῶν, ὅταν λένε στούς μαθητές τους νά μή σκέφτονται στή γλώσσα τους, ὅταν μιλοῦν τήν ξένη γλώσσα πού θέλουν νά μάθουν. Ὁ ἴδιος αὐτοματισμός ἰσχύει βέβαια καί γιά τους μεταφραστές ποιητικῶν ἤ ὁποιωνδήποτε ἄλλων ἔργων.

Ἄς μείνουμε γιά τήν ὥρα στήν ξενόγλωσση ποίηση. Παραθέτω στά ἀγγλικά τήν πρώτη στροφή ἀπό τό ποίημα «Marina» τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ καί δύο μεταφράσεις της στά ἑλληνικά.

«What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through fog
what images return
O my daughter.» [3]

Γ. Σεφέρης μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα ποιοί γιαλοί ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Καί ποιό νερό γλύφοντας τήν πλώρη
καί τό ἄρωμα τοῦ πεύκου κι᾿ ἡ τσίχλα τραγουδώντας μέσα στοῦ δάσους τήν καταχνιά
Ποιές ζουγραφιές γυρίζουν
Ὦ κόρη μου.» [4]

Κ. Κύρου μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα, ποιές ἀκρογιαλιές, ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Ποιό νερό βρέχοντας τήν πλώρη
Κι ἡ εὐωδιά τοῦ πέφκου καί τοῦ λόγγου ἡ τσίχλα κελαϊδώντας μές ἀπ᾿ τήν καταχνιά
Ποιές εἰκόνες ξαναγυρνοῦν
Ὦ κόρη μου.» [5]

Εὔκολα παρατηρεῖ κανείς πώς οἱ δυό μεταφράσεις ἤ, ἀλλιῶς, τά δυό δευτερογενή κείμενα εἶναι σχεδόν πανομοιότυπα.[6] Τοῦτο δεν εἶναι τυχαῖο βέβαια, ἀντίθετα ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τά δύο δευτερογενή κείμενα εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό πρωτογενές κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στά δευτερογενή ἔχουμε σέ πολύ μεγάλο βαθμό ἀντιστοιχίες σημαινόντων. Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω θέση τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ, ὅταν ὁ Ἕλληνας μεταφραστής συναντάει μέσα στό ἀγγλικό κείμενο τό σημαῖνον ‘rocks’ ξεχωρίζει τό σημαινόμενό του (τήν «ἰδέα») καί μέ βάση αὐτό τό σημαινόμενο ἄγεται σέ ἑλληνικό σημαῖνον τῆς ἐκλογῆς του.

Τέτοιοι διαχωρισμοί μπορεῖ νά γίνονται στό ἐπίπεδο τῆς ἀφηρημένης θεωρίας, στήν πράξη ὅμως, σύμφωνα μέ τήν κοινή ἐμπειρία, δέν ἰσχύει. Στήν πράξη δηλαδή, ὅταν ὁ μεταφραστής συναντήσει τό ἀγγλικό σημαῖνον ‘rocks’, καθώς τοῦ εἶναι γνωστά τά σημαίνοντα τῆς γλώσσας του, ἀνακαλεῖται αὐτόματα μέσα του καί χωρίς κάν τή θέλησή του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘βράχια’. Ἄν δέν συνέβαινε αὐτό, ὁ Σεφέρης καί ὁ Κύρου, δέν θά συναντιόνταν τόσο πολύ στά ἀντίστοχα ἑλληνικά σημαίνοντα τῆς παραπάνω ἀγγλικῆς στροφῆς. Θά μετάφραζε ὁ καθένας διαφορετικότερα τό ἀγγλικό κείμενο. Τό λεγόμενο συνεπῶς ὅτι ὁ μεταφραστής «ἁλιεύει» πρῶτα τό ἀγγλικό σημαινόμενο καί μετά κάθεται καί βρίσκει τό ἑλληνικό σημαῖνον ἰσχύει μόνο γιά τους ἀρχάριους μαθητές τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας. Αὐτοί πού ξεκινοῦν μέ τίς εἰκόνες τῶν σημαινομένων. Στήν πραγματικότητα τά σημαίνοντα-σημαινόμενα, ἤ πιό ἁπλά οἱ λέξεις, ἑνός πρωτογενοῦς κειμένου ὁδηγοῦν τόν ἑκάστοτε μεταφραστή στά ἀντίστοιχα σημαίνοντα-σημαινόμενα τῆς δικῆς του γλώσσας. Κάποτε ὡστόσο, ἀλλά ὄχι σπάνια, δέν ἕχουμε τίς ἴδιες λεξικές ἀντιστοιχίες, ὁπότε οἱ μεταφραστές καταφεύγουν σέ περιφραστικές λύσεις. Καί σ᾿ αὐτή ὡστόσο τήν περίπτωση ἡ μετάφραση γίνεται μέ ὁδηγό τό ἀντίστοιχο πρωτογενές ἐδάφιο καί μέ βάση τήν κοινή πείρα. Ἐρώτημα. Αὐτή ἡ ἠχητική καί ὀπτική διαφορά τῶν σημαινόντων, ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στό δευτερογενές ἤ μεταφρασμένο ποιητικό κείμενο, δέν ἔχει ρυθμικές καί προσωδιακές συνέπειες; Ἀσφαλῶς ἔχει. Ἡ διαφορετική πολιτισμική καί ποιητική παράδοση τοῦ πρωτογενοῦς κειμένου δέν ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ καμιά ἄλλη παράδοση. Πράγμα πού ἀφήνει κάποια -σχετικά καί ὄχι ἀπεριόριστα- περιθώρια σ᾿ ἕναν ἄξιο μεταφραστή νά αὐτενεργήσει δημιουργικά, νά περάσει δηλαδή στό δευτερογενές του κείμενο -κατά τό δυνατόν- τή δική του πολιτισμική καί ποιητική παράδοση. Ἔτσι πού τό μεταφρασμένο κείμενο νά μοιάζει ὡς ἕνα βαθμό σάν νά βγαίνει ἀπευθείας ἀπό τήν παράδοση τοῦ μεταφραστῆ. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ καί σπανίως συμβαίνει, παράδειγμα οἱ μεταφράσεις τοῦ Καρυωτάκη, ὅμως ποτέ δέν παύει μιά δημιουργική μετάφραση νά εἶναι ἕνα δευτερογενές κείμενο πού ὀφείλει τήν ὕπαρξή του σέ ὁρισμένο πρωτογενές. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο οἱ μεταφραστές, ἀπό τ᾿ ἀρχαῖα χρόνια, παντοῦ σ᾿ ὅλον τον κόσμο, δηλώνουν, ἀπό αἴσθημα χρέους, τό ὄνομα τοῦ ποιητῆ στόν ὁποῖο ὀφείλεται τό πρωτογενές κείμενο. Σέ ἀντίθετη περίπτωση, ἄν κάποιοι παρουσιάζουν μιά μετάφρασή τους ὡς δῆθεν ἀνεξάρτητο πρωτογενές ἔργο καί ἄρα ὡς ἀπόλυτα δικό τους δημιούργημα, τότε ἔχουμε ἀσφαλῶς ἀθέμιτη ἐνέργεια, ἤ, ἀλλιῶς, λογοκλοπή.

Ἄς κάνουμε ἤδη ὁρισμένη ὑπόθεση. Ἄς ὑποθέσουμε πώς ἕνας προικισμένος Νεοέλληνας μεταφραστής θέλει νά μεταφράσει, κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση, ὁρισμένο ἀγγλικό ποίημα ὑψηλῆς στάθμης. Στήν περίπτωση αὐτή, σύμφωνα μέ τόν Βαγενᾶ, τό πρῶτο πού κάνει εἶναι νά πάρει, νά «ὑπεξαιρέσει», τά σημαινόμενα τῶν ἀγγλικῶν λέξεων -τίς «ἰδέες» τους. Νά πάρει δηλαδή σκέτα σημαινόμενα. Ἄς ὑποθέσουμε πώς αὐτό εἶναι δυνατό κι ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι «ὑπεξαιρώντας» λ.χ. τό σημαινόμενο τοῦ ἀγγλικῆς λέξης ‘water’ ἔρχεται αὐτόματα στόν νοῦ του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘νερό’. Ἄς ὑποθέσουμε ἀκόμα πώς τόν αὐτοματισμό αὐτόν δέν μᾶς τόν δίδαξε ἀρκετά ὁ Σωσσύρ κι ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ καθενός μας εἶναι λαθεμένη. Ἄς ὑποθέσουμε τέλος ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός, ἔχοντας σκέτα σημαινόμενα στό χέρι του, ἐπιμένει νά μεταφράσει τό ἀγγλικό ποίημα κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση. Καί τό κάνει «ἀναπλάθοντας» τά σημαινόμενα ἔτσι ὥστε νά φτάσει σ᾿ ἕνα κείμενο διαφορετικό ἀπό τό πρωτογενές. Ὅμως πόσο διαφορετικό μπορεῖ νά εἶναι τό κείμενο αὐτό; Θέλω νά πῶ τί περιθώρια «ἀνάπλασης» τῶν σημαινομένων ἔχει; Ἔχει περιθώρια ἀπεριόριστα; Κι ἄν, τραβώντας τό σκοινί, ξεπεράσει κάθε ὅριο ἀντιστοιχίας μέ τό πρωτογενές κείμενο θά καταλήξει σέ κατανοητό ἀποτέλεσμα ἤ τό ἀντίθετο; Ἄς τό ἔχουμε ὑπόψη μας ὅταν διαβάζουμε ὅτι μπορεῖ νά συμβαίνει (στή μετάφραση) «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [7] μιᾶς ἄλλης γλώσσας».[8] Αὐτό τό «πλήρης ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων», καί μάλιστα χωρίς ἀντιστοιχίες σημαινόντων, στήν πράξη ἀποτελεῖ ἐφικό ἤ ἀνέφικτο ἐγχείρημα; Κι ἐπειδή πρέπει κανείς νά παίρνει τήν εὐθύνη τῶν λόγων του, θά πρέπει ὁ Βαγενᾶς ἤ νά ἐπαληθέψει ὁ ἴδιος πρακτικά τήν παραπάνω ἄποψή του ἤ νά ὑποδείξει μία τουλάχιστο περίπτωση ὅπου ἔχει πραγματωθεῖ αὐτή. Μία ἔστω περίπτωση ὅπου ἔχει συμβεῖ σέ μετάφραση «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [ποιούς ἀκριβῶς] μιᾶς ἄλλης γλώσσας». Ἀλλιῶς, ἄν δέν μπορεῖ νά παρουσιάσει μιά τέτοια περίπτωση, τότε τά λεγόμενά του εἶναι ἀνεφάρμοστα.

Ἕνα ἄλλο ζήτημα. Ἔχουμε καμιά διαφορά ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ ἕνα βίωμα πού προκύπτει ἀπευθείας ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει, νομίζω, ὁρισμένη διαφορά. Τό ἀναγνωστικό βίωμα δέν εἶναι πρωτογενές, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχει ἤδη προκύψει σέ κάποιον ἄλλο. Ἔχει ἀσφαλῶς -γιά τόν ἀναγνώστη- τή σημασία ἑνός γνήσιου βιώματος, ἀλλά καί τό χαρακτηριστικό ὅτι προκύπτει ἀπό μιά πραγματωμένη γλωσσική ἔκφραση. Ἔχει συνεπῶς γλωσσική μορφή τήν ὁποῖα τό ἀπευθείας ἀπό τά γεγονότα τῆς ζωῆς βίωμα δέν ἔχει. Ἔχουμε δηλαδή διαφορά ὡς πρός τήν ἔκφραση. Τό ἀναγνωστικό βίωμα τό ἀφομοιώνουμε ὡς ἐκφρασμένη σύνθεση σημαινόντων-σημαινομένων, ἐνῶ τό μη ἀναγνωστικό ὡς ἀπευθείας ψυχικό συμβάν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἕνα ξενόγλωσσο ἀναγνωστικό βίωμα, ἄν θέλει κανείς νά τό μεταφέρει στη γλώσσα του, ἕχει ὁδηγό του τήν δοσμένη ἔκφραση στην ξένη γλώσσα. Ἄν θέλει ὅμως νά ἐκφράσει ἕνα βίωμα πού δημιουργήθηκε ἀπό τίς περιστάσεις τῆς ζωῆς του, θά πρέπει νά τό ἐκφράσει χωρίς ὀδηγητικό προηγούμενο, ἀρχίζοντας ἀπό τό μηδέν. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στό ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ αὐτό πού δεν εἶναι ἀναγνωστικό γίνεται πιό αἰσθητή, ὅταν μεσολαβεῖ θέμα μετάφρασης τοῦ πρώτου καί ἀπευθείας ἔκφρασης τοῦ δεύτερου. Καί κάτι ἀκόμα. Τό ἐκφρασμένο βίωμα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἐκφρασμένο, εἶναι διαθέσιμο πρός «ἀναβίωση», ἐνῶ τό «περιστασιακό» δεν εἶναι καί θα πρέπει νά τό ἀνασύρει κανείς ἀπό τήν ἄμορφη ὑπόστασή του. Ἔτσι ἡ ἀφομοίωση ἑνός ἐκφρασμένου βιώματος γίνεται μέ εὐνοϊκότερους ὅρους ἀπό ὅ,τι ἑνός μή ἀναγνωστικοῦ.

Τά παραπάνω ἰσχύουν ὅταν ὁ μεταφραστής μεταφέρει στή γλώσσα του ὁλόκληρα ποιήματα. Δέν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια περίπτωση ἐκείνου πού χρησιμοποιεῖ μία λέξη, μία μικρή φράση ἤ ἔστω ἕναν ὁλόκληρο στίχο μεταφρασμένο μέσα σέ δικό του ποίημα. Γιατί στήν περίπτωση αὐτή προκύπτει συμφραστικό σύμπλεγμα ἀνάμεσα στό μεταφρασμένο καί στό πρωτότυπο λεκτικό περιβάλλον. Ἄν αὐτή ἡ σύμφραση πετυχαίνει ἤ ὄχι εἶναι ἕνα ζήτημα ἐξεταστέο. Γιατί μιά τέτοια ἐνέργεια εἶναι δημιουργική μόνο ὡς προϊόν ἔμπνευσης, πράγμα πού δέν εἶναι φαινόμενο ρουτίνας. Ἔχει συνεπῶς μιά τέτοια μέθοδος τά ὅριά της. Ἄρα δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖται ὡς πανάκεια, καταχρηστικά καί ἀσύδοτα. Τότε προκύπτουν εὔλογα ἐρωτηματικά. Πάντως, ὅσο μικρότερο εἶναι τό μεταφρασμένο κομμάτι, τόσο λιγότερο διεκδικεῖ τήν αὐτοτέλειά του, γεγονός πού εὐκολύνει τόν ποιητή νά φτάσει στή ζητούμενη ὀργανική σύμφρασή του. Ἐνῶ, ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τά μεταφρασμένο κείμενο, τόσο μεγαλύτερη ἀντίσταση παρουσιάζει στή σύμφραση, καθώς διεκδικεῖ ἔντονα τήν αὐτοτέλειά του. Ἐρώτημα: πρέπει νά δηλώνει ὁ ποιητής τήν πηγή ἀπό τήν ὁποία παίρνει τό μεταφρασμένο τμῆμα;[9] Πέρα ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ χρέους στόν δημιουργό τοῦ δάνειου, δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ἡ αἰσθητική πλευρά τοῦ ζητήματος. Γιατί, ὅταν τό δηλώνει, δίνει τή δυνατότητα στόν ἀναγνώστη νά δεῖ πῶς συμπεριφέρεται τό συγκεκριμένο παράθεμα μέσα στά δύο λεκτικά περιβάλλοντά του.[10] Ἔτσι ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά ἔχει ἕνα στοιχεῖο παραπάνω νά σταθμίσει τό συμφραστικό ἐπίτευγμα ἤ ὄχι τοῦ ποιητῆ.

Ἄς δοῦμε τώρα ἕνα παράδειγμα μετάφρασης ἀπό πρωτογενές δοκιμιακό κείμενο. Ἀπό κείμενο τοῦ Ἔλιοτ πάλι. Ἔχει τίτλο «Ἡ μουσική τῆς ποίησης» καί ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο καί τή Μαρία Λαϊνᾶ. Θά χρησιμοποιήσω μόνο μερικές φράσεις. Πρῶτα στήν ἀγγλική τους μορφή.

«The poet who did most for the English language is Shakespeare: and he carriet out, in one short lifetime, the task of two poets. […] The first period […] is from artificiality to simplicity, from stifness to suppleness. […] The late Shakespeare is occupietd with the other task of the poet – that of experimenting to see how elaborate, how complicated, the music could be made without losing touch with colloquial speech altogether, and without his characters ceasing to be human beihgs.»[11]

Τ. Σινόπουλος μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού τό περισσότερο δούλεψε γιά τήν ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: ἔφερε σέ πέρας μές στό σύντομο διάστημα μιᾶς ζωῆς τήν προσπάθεια δύο μαζί ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] προχωρεῖ ἀπό τό τεχνητό στήν ἁπλότητα, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐστροφία. […] Στά ὄψιμα ἔργα του ὁ Σαίξπηρ πραγματοποιεῖ τή δεύτερη προσπάθεια τοῦ καλλιτέχνη: […] ἐπιχειρεῖ ἕνα πειραματισμό πού θά τοῦ ἐπιτρέψει νά καθορίσει ὡς ποιό βαθμό σύνδεσης καί λεπτότητας ἡ μουσική μπορεῖ νά πετύχει, χωρίς ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ πολύ ἀπό τήν καθομιλούμενη γλώσσα, νά παραστήσει ἀνθρώπινα ὄντα.»[12]

Μ. Λαϊνᾶ μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού πρόσφερε τά πιό πολλά στήν Ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: κι ἔκανε, μέσα σέ μιά λιγόχρονη ζωή, τή δουλειά δύο ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] εἶναι ἀπό τήν ἐπιτήδευση στήν ἁπλούστευση, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐκαμψία. […] Ὁ Σαίξπηρ τῶν τελευταίων χρόνων ἀσχολεῖται μέ τήν ἄλλη δουλειά τοῦ ποιητῆ -τή δουλειά τοῦ πειραματισμοῦ γιά νά δεῖ πόσο περίτεχνη, πόσο περίπλοκη μπορεῖ νά γίνει ἡ μουσική χωρίς νά χάσει ὀλότελα τήν ἐπαφή μέ τήν καθομιλούμενη γλώσσα, καί χωρίς νά παύουν οἱ χαρακτῆρες νἆναι ἀνθρώπινα πλάσματα.»[13]

Παρατηροῦμε κι ἐδῶ ὅτι τά δυό μεταφρασμένα ἀποσπάσματα εἶναι παρόμοια, γιά τόν λόγο ὅτι εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό ἀντίστοιχο κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Στά μεταφρασμένα ἀποσπάσματα ἔχουμε μικροδιαφορές, ἀλλά καί τά δυό παίρνουν γραμμή ἀπό τό πρωτογενές ἀπόσπασμα καί τείνουν νά εἶναι ὅσο γίνεται πιστότερα σ᾿ αὐτό. Φυσικά στή στάθμη τῶν σημαινόντων ὑπάρχει ἠχητική καί ὀπτική διαφορά. Ταυτόχρονα ὅμως καί τά ἀγγλικά καί τά ἑλληνικά ἐκτελοῦν τήν ἴδια σημαντική λειτουργία: σημαίνουν τά ἴδια σημαινόμενα μέ τά ὁποῖα ἔχουν ἄρρηκτο δεσμό. Ἔτσι ἡ μετάφραση τοῦ πρωτογενοῦς ἀποσπάσματος μέ βάση μόνο τά σημαινόμενά του θά συνιστοῦσε ἁπλῶς περιττό πήγαιν᾿-ἔλα. Θά πεῖ κανείς ὅτι λέω πράγματα αὐτονόητα. Ἄς εἶναι, δέν πειράζει νά λέμε κάποτε καί τά αὐτονόητα ἄν εἶναι νά ἀποφεύγονται στοιχειώδεις παρανοήσεις.

Ἰδού τώρα κάτι διαφορετικό. Παραθέτω:

«Ὅταν ἀναλογιστοῦμε τήν κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γλώσσας τή δεκαετία τοῦ 1920, θ᾿ ἀντιληφτοῦμε πώς ἡ προσπάθεια πού ἀνέλαβε ὁ Σεφέρης -νά ξαναδώσει στήν ἑλληνική ποίηση τό σφρίγος καί τήν ἐνάργεια τῶν καλύτερων στιγμῶν της καί, ταυτόχρονα, νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας-δέν ἦταν ἔργο ἑνός ἀλλά δύο ποιητῶν. Τό δεύτερο δε θά μποροῦσε νά τό ἐπιτύχει κανείς σέ βάθος χωρίς τό πρῶτο, καί ἀπόδειξη γι᾿ αὐτό ἦταν, γιά τόν Σεφέρη, ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη.»[14]

Τό ἀπόσπασμα αὐτό παρουσιάζεται ὡς πρωτογενές κείμενο, ὡς προσωπική ἐργασία. Ὄχι συνεπῶς ὡς μετάφραση. Κι ἀλήθεια εἶναι πώς δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς μετάφραση κάποιου ξένου κειμένου. Μολαταῦτα παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποιεῖ σχεδόν κατά λέξη δύο σημεῖα τοῦ παραπάνω ἀγγλικοῦ ἀποσπάσματος: «ἔργο […] δύο ποιητῶν» («task of two poets») καί «νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας» («touch of colloquial speech»). Δέν ἐξετάζω ἄν εὐσταθεῖ ἤ ὄχι, ἀναφορικά μέ τόν Σεφέρη, ἡ παραπάνω γνώμη. Ἐκεῖνο πού θέλω νά ἐπισημάνω εἶναι ὅτι ναί μέν δέν ἔχουμε μετάφραση τοῦ ἐλιοτικοῦ ἀποσπάσματος, ἔχουμε ὡστόσο μετάφραση δύο ἰδιαίτερης σημασίας φράσεών του. Τί κάνουμε σ᾿ αὐτή τή περίπτωση; Θεωροῦμε ὅτι πρόκειται γιά μιά διαβολική σύμπτωση ἤ θεωροῦμε ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἀπίθανο καί ἄρα ἔχουμε νά κάνουμε μέ λογοκλοπή; Τί λέει ὁ ἴδιος ὁ Βαγενᾶς; Λέει, σύμφωνα μέ ὅσα ἔχει ὑποστηρίξει θεωρητικά, ὅτι ἡ φράση του π.χ. ‘ἔργο δύο ποιητῶν»’, ἐπειδή σχηματίζεται ἀπό ἑλληνικά γράμματα πού προφέρονται διαφορετικά ἀπό τά ἀγγλικά τῆς φράσης τοῦ Ἔλιοτ «task of two poets», εἶναι πρωτότυπη καί δέν ὀφείλει τίποτα στόν Ἔλιοτ;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

* * *

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Θυμίζω τόν σάλο πού ξέσπασε καί τί συνέπειες εἶχε, ὅταν τά παιδιά τῆς φοιτητικῆς Πανσπουδαστικῆς ἀποκάλυψαν τίς δοκιμιακές λογοκλοπές ἀπό ξένα κείμενα τοῦ Κ. Δεδόπουλου, τό 1963 ἄν θυμοῦμαι καλά.
2. F. De Saussure, Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, μετάφραση-σχόλια-προλογικό σημείωμα Φ.Δ. Ἀποστολόπουλου, Ἐκδόσεις Παπαζήση, Ἀθήνα 1979, σ. 100.
3. The Waste Land and other poems, by T.S. Eliot, Faber and Faber, London 1972, p. 67.
4. Θ.Σ. Ἔλιοτ, Ἡ Ἔρημη Χώρα καί ἄλλα ποιήματα. Εἰσαγωγή, σχόλια, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1949, σ. 73.
5. Τόμας Στέρνς Ἔλιοτ, Ἡ Τετάρτη τῶν Τεφρῶν, Τά τραγούδια τοῦ Ἄριελ, Τέσσερα Κουαρτέτα, μεταφράζει ὁ Κλεῖτος Κύρου, Ρόπτρον (δεύτερη ἔκδοση), Ἀθήνα 1988, σ. 31.
6. Ὁ ἀριθμός τῶν μεταφράσεων θά μποροῦσε νά ᾿ναι μεγαλύτερος. Τό ποίημα π.χ. τοῦ Χάινε «Λορελάη» ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό ἑφτά διαφορετικούς μεταφραστές μέ παρόμοιο ἀποτέλεσμα.
7. Τί σημαίνει ἀκριβῶς ἐδῶ ἡ λέξη «ὅρους»; Γιατί ξαφνικά ξεχνοῦμε τά σημαίνοντα-σημαινόμενα καί χρησιμοποιοῦμε μιά λέξη μέ γενικό καί ἀόριστο, περιεχόμενο;
8. Νάσος Βαγενᾶς, «Ποίηση καί λογοκλοπή», Νέο πλανόδιον, τεῦχος 2, Καλοκαίρι 2014, σ. 203.
9. Ἀπό ἄλλη ὀπτική γωνία εἶχα θίξει τό θέμα αὐτό στό κείμενό μου «Κώστας Πασβάντης», Νέα Ἑστία, τεῦχος 1848, Ὀκτώβριος 2011, σ. 507, σημείωση 2.
10. Αὐτός εἶναι φαντάζομαι, ὁ λόγος πού πολλοί μεταφραστές παραθέτουν ἀντικριστά στη μετάφρασή τους τό μεταφραζόμενο ξενικό κείμενο.
11. T.S. Eliot, «The music of poetry», On poetry and poets, by Faber & Faber, London, 1957, σσ. 35-36.
12. Τ. Σινόπουλος, «Thomas S. Eliot, Ἡ μουσική τῆς ποίησης», Ποιητική Τέχνη, Μάρτιος 1947-Δεκέμβριος 1948, τόμος 1, Ἀθήνα 1949, σ. 487.
13. Ἑφτά δοκίμια γιά τήν ποίηση τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ, μετάφραση Μαρία Λαϊνᾶ, Κλεψύδρα, Ἀθήνα 1971, σ. 28.
14. Νάσος Bαγενᾶς, Ὁ ποιητής κι ὁ χορευτής. Μιά μελέτη τῆς ποίησης καί τῆς ποιητικῆς τοῦ Σεφέρη, Κέδρος, Ἀθήνα 1979, σσ. 133-134.

 

Λογοκλοπή: Ο κλέψας του κλέψαντος («Τα Νέα», 1.11.2014)

του ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗ
εφ. ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Page_528817$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg Page_528818$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg

Λογοκλοπή

Ο κλέψας του κλέψαντος

Οι υποθέσεις «κλοπής» μεταξύ συγγραφέων, ερευνητών και ιστορικών θα μπορούσαν να αποτελούν υλικό για αστυνομικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Αλλωστε, σύμφωνα με μια παλιότερη καταγγελία εντός του σιναφιού, και αυτός έχει πέσει θύμα από έλληνα «συνάδελφο»

Mundus vult decipi, ergo decipiatur. Ο κόσμος επιθυμεί να εξαπατηθεί, άφησέ τον λοιπόν να εξαπατηθεί. Η φράσις του ρωμαίου συγγραφέα Γαΐου Πετρωνίου, που έζησε λίγο μετά τον Χριστό, είναι ενδεικτική μιας κυνικής νοοτροπίας που κατακλύζει τον κόσμο αρκετών ελλήνων λογίων.

Ηδη θα αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής. Θέλει να πει ότι καθ’ όλα αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με λαμπρές ακαδημαϊκές περγαμηνές, καθηγητές, ακαδημαϊκοί, έχουν συλληφθεί  να κλέπτουν οπώρας – τουτέστιν τον πνευματικό, ερευνητικό ή δημιουργικό κόπο άλλων. Πρόσωπα που συχνά περιβάλλονται τον μανδύα κηνσόρων, αποδεικνύονται αδύναμα μπροστά στο δέλεαρ ενός επιπλέον credit… Ματαιοδοξία; Πιθανόν. Αλλά επενδεδυμένη κυνισμό και περιφρόνηση αρχών. Κι όταν, αν, αποκαλυφθεί η λαθροχειρία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι καταφέρνουν να βρίσκονται και από πάνω. Μετερχόμενοι είτε των σχέσεών τους είτε της εξουσίας τους, οχυρωνόμενοι στην αμνησία που ως κουρνιαχτός επικάθηται επί του δημοσίου λόγου συνεχίζουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο.

Εχοντας επιστρέψει προσφάτως από ένα ακαδημαϊκό σαββατικόν διαρκείας ενός έτους, συναντήθηκα τις προάλλες με νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές παιδαγωγικού τμήματος. Μιλήσαμε για τις εργασίες τους και με έκπληξή μου άκουσα ότι η κυρίαρχη τάση είναι να αναζητάς στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη παλαιότερες εργασίες παλαιότερων μεταπτυχιακών τις οποίες, είτε παραφράζοντάς τες είτε και παραθέτοντάς τες αυτούσιες, παίρνεις με ασφάλεια το πολυπόθητο χαρτί. Με τη μικρότερη προσπάθεια.

Η κουλτούρα της αντιγραφής

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο ανθεί η κουλτούρα της αντιγραφής. Οικειοποιείσαι τη δουλειά άλλου, την παρουσιάζεις για δική σου, «ξεχνώντας» όλως τυχαίως ασφαλώς τον υπομνηματισμό και τις παραπομπές. Καμιά φορά αντιγράφεις «από τα ξένα» (αν δύνασαι να διαβάσεις κάτι στα ξένα και να το μεταφέρεις στα δικά μας), αλλά δεν είναι ασύνηθες να «μεταφράζεις» και από τα δικά μας. Πολύ πρόσφατα, παράγων του ελληνικού πανεπιστημίου, με επιθυμία παρεμβάσεως στη δημόσια ζωή και αντιμνημονιακή ρητορική, προκειμένου να προαχθεί είχε αντιγράψει σχεδόν ολόκληρο προγενέστερο βιβλίο επιστημολογίας συναδέλφου του. Η υπόθεση θα κατέληγε στα αστικά δικαστήρια, ώσπου ο κλέψας οπώρας προσέπεσεν γονυπετής στους πόδας των κατόχων του πρωτοτύπου και των δικηγόρων τους. Εκείνοι τον ελυπήθηκαν, εκείνος απέσυρε το βιβλίο, αλλά κέρδισε την προαγωγή – ίσως με ένα άλλο βιβλίο, που έγραψε γρήγορα, προφανώς θεία εμπνεύσει. Σημασία έχει ότι ο προαχθείς συνεχίζει να αρθρογραφεί εναντίον των μεταρρυθμίσεων και του βάρβαρου Μνημονίου.

Αλλά σε μια χώρα όπου η κουλτούρα της αντιγραφής κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι δίδεται η δυνατότης της διασταυρώσεως και προβολής περιπτώσεων, η αντιγραφική μέθοδος των οποίων έχει διαρρεύσει. Οι κλέπται πνευματικών οπωρών είναι αρκετοί – και έχουν ονοματεπώνυμο. Τις περιπτώσεις δε ορισμένων εξ αυτών συγκέντρωσε, προσφάτως, το περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (τχ. 1, χειμώνας 2014). Εξ ανάγκης, θα σταχυολογήσω τις σοβαρότερες – και ιδιαιτέρως αστείες – προσθέτοντας αναφορές.

Μια ξένη γλώσσα αρκεί

Ο Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης (1917-2010) ήταν γνωστός μαθηματικός, με μεγάλη διδακτική εμπειρία σε ελληνικά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 2000, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, εξέδωσε την ογκώδη «Ιστορία των μαθηματικών» (781 σελίδες) που, τέσσερα χρόνια μετά, μεταφράστηκε στα αγγλικά. Ωστόσο, το 2005, ο Σεθ Μπρέιβερ, από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνας, κατήγγειλε το βιβλίο ως προϊόν λογοκλοπής, ανάλογης εργασίας του μαθηματικού Μόρις Κλάιν. «Ο Αρτεμιάδης δεν συνόψισε μόνο τη σκέψη τού Κλάιν, δίχως να παραπέμψει σε εκείνον, την αντέγραψε αράδα προς αράδα» σημείωνε ο Μπρέιβερ. Οι εκδότες, αφού επιβεβαίωσαν την καταγγελία, απέσυραν από την κυκλοφορία το βιβλίο. Στην Ελλάδα, πάντως, μπορείτε ακόμα να βρείτε το βιβλίο στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Είναι έκδοση της έγκυρης Ακαδημίας Αθηνών.

Ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης, της αριστερής τάσεως της ΔΗΜΑΡ (πρώην ΠΑΣΟΚ αλλά και, στο παρελθόν, υποψήφιος υπερνομάρχης Αθηνών – Πειραιώς του ΣΥΡΙΖΑ), έχει κατηγορηθεί ότι, τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής καριέρας του, οικειοποιήθηκε «την εισήγηση που έκανε ο άγγλος καθηγητής Λώρενς Ρέιτνα στο Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης» του Μιλάνου, 1976, για ένα άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Πολίτης». Η αρχική καταγγελία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», ο ιδεολογικά συγγενής «Πολίτης» ωστόσο, διά του εκδότου Αγγελου Ελεφάντη, παραδέχθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση ότι υπήρξε «πρωτότυπο απ’ όπου ο κ. Πανούσης έχει «δανειστεί» το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος του άρθρου του» (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 15/5/1992). Ο καθηγητής, σε απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι σε ανάτυπο του ίδιου άρθρου που κυκλοφόρησε ιδίοις αυτού αναλώμασι παρέπεμπε έξι φορές στον Ρέιτνα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Μικέλας Χαρτουλάρη για «ΤΑ ΝΕΑ» (15/5/1992), στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 22/2/1989, ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ «κατήγγειλε […] τον δημοσιογραφικό αστέρα Στέλιο Κούλογλου ότι το βιβλίο του «Εγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» (Νέα Σύνορα) αποτελεί «πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή» του βιβλίου «Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή» του διάσημου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, το οποίο […] είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά (Μέδουσα) μόλις ενάμιση χρόνο πριν». Ο κατηγορηθείς δεν απάντησε ποτέ, ενώ το βιβλίο συνεχίζει να κυκλοφορεί σε νεότερη έκδοση. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος εξέδωσε σε έναν τόμο υλικό από συνεντεύξεις ιστορικών προσώπων της Αριστεράς, για την εκπομπή του «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» («Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία, 2005). Δυο δημοσιογράφοι που είχαν δουλέψει εκεί, η Ζαννίνα Βώβου και η Μαρίλια Παπαθανασίου, έστειλαν εξώδικο στον οίκο, με το επιχείρημα ότι σχεδόν τις μισές συνεντεύξεις τις είχαν λάβει αυτές, αλλά δεν υπήρχε πουθενά αναφορά στη συμβολή τους. Ο οίκος αποδέχθηκε την αιτίασή τους και πρόσθεσε με αυτοκόλλητο τα ονόματά τους στο στοκ του βιβλίου.

Ο μεταμοντερνισμός που δανείζεται

Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχει κατηγορηθεί επωνύμως όχι μόνο μία φορά στο παρελθόν για ιδιοποίηση ξένων στίχων είτε και ποιητικών αποφθεγμάτων. Σύμφωνα με τους ερευνητές του «Νέου Πλανόδιου», «ο όγκος των ποιητικών «δανείων» του Βλαβιανού είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων από τις συλλογές του […] πολλά ποιήματα που ο Βλαβιανός στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις των συλλογών παρουσίαζε ως δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ή παροδηγούσε τον αναγνώστη να τα εκλάβει ως τέτοιες), πλέον αποδίδονται ρητώς ή εμμέσως στους αρχικούς τους δημιουργούς. Ανάμεσά τους, ποιήματα των Σίμιτς, Ασμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στήβενς, Μπάχμαν, […] έργα της Κάρσον […] και του Λόνγκλεϋ […] και άλλων». Η πιο πολυσυζητημένη τέτοιου τύπου καταγγελία έχει δημοσιευθεί στο «Βήμα» (3/1/2008), στη στήλη των επιστολών. Ο καταγγέλλων, Παύλος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνει ότι στο βιβλίο του Βλαβιανού «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007, αλλά πλέον δεν υπάρχει στην αγορά), ένα απόσπασμα ήταν μετάφραση «από το πολύ γνωστό δοκίμιο «Can poetry matter?» του αμερικανού ποιητή Ντέινα Τζόια». Ο Βλαβιανός, με επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα (8/1/2008), παραδέχθηκε ότι τα πράγματα είχαν γίνει ακριβώς έτσι και δικαιολογήθηκε πως, όταν αντέγραφε το απόσπασμα στις σημειώσεις του, αμέλησε να γράψει το όνομα του Τζόια, με αποτέλεσμα, όταν αργότερα το ενέταξε στο βιβλίο, να το περάσει για δικό του. Επικαλείται, πάντως, τη ρήση του Γέιτς «είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα».

Με την παραπάνω άποψη του Γέιτς, φαίνεται ότι συμφωνεί και ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (που επίσης έχει κατηγορηθεί, από τον εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, ότι οικειοποιήθηκε ποιήματα του Οκτάβιο Πας ή του Μπόρχες, βλ. «Νέο Πλανόδιον», τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Ποιητής αλλά και μεταφραστής ο ίδιος, έχει υποστηρίξει ότι αφού «το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό […] η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή». Στο χαλαρό αυτό κριτήριο, ο ίδιος εντάσσει μόνο την ποίηση, ενώ δεν το επεκτείνει και σε όλη την υπόλοιπη παραγωγή πνευματικών προϊόντων. Ετσι, στο «Βήμα» της 30ής Σεπτεμβρίου 1990, είχε στολίσει τον Μιχάλη Νικολιδάκη, το βιβλίο του οποίου «Νεοελληνικά. Επισκόπηση νεοελληνικής λογοτεχνίας – Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία» ήταν συρραφή κειμένων άλλων, του Ελιοτ και του Παπανούτσου, του Λουκάτου ή του Γεωργίου Θέμελη. Ο Βαγενάς εγκαλούσε, τότε, επί μεταμοντερνισμώ, καθηγητές όπως ο Δημήτριος Μαρκής ή ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, που με εκείνο το βιβλίο προήγαγαν τον Νικολιδάκη σε επίκουρο, σχετικοποιώντας την έννοια της πρωτοτυπίας. Σήμερα, έχει ο ίδιος προσχωρήσει στους μεταμοντέρνους.

Η Φωτεινή Τομαή, εμπειρογνώμων πρεσβευτής σύμβουλος α’, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών και, στις τελευταίες ευρωεκλογές, υποψήφια με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ, κατηγορήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Κεφαλοπούλου και τον σκηνοθέτη Αρη Φωτιάδη ότι «δανείστηκε» αυτούσιο υλικό από δική τους δουλειά για το βιβλίο της «Αληθινές ιστορίες 1, 2, 3,.. 11 ολυμπιονικών» (Παπαζήση, 2004), που κυκλοφόρησε ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας. Επειτα από μακρά αναμονή, το πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 525/2013 απόφαση καταδίκασε την κυρία Τομαή για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων του βιβλίου και της επέβαλε να αποδώσει στους κατηγόρους της 20.000 ευρώ, καθώς και να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες – απόφαση που επικυρώθηκε και στο Εφετείο. Η κυρία Τομαή, μετά το πέρας της υπόθεσης, ανακοίνωσε ότι θα έκανε αίτηση αναίρεσης στον Αρειο Πάγο.

«Τίθεται ζήτημα εξαπάτησης του κοινού»

Όταν το εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ έκανε θέμα τη λογοκλοπή, κανείς δεν πίστευε ότι εκόμιζε γλαύκα ες Αθήνας. Λίγο-πολύ, στον κλειστό κύκλο των Γραμμάτων και του πανεπιστημίου, οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν πασίγνωστες. Ωστόσο, η συζήτηση ξέφυγε από το μικρής κυκλοφορίας έντυπο για μεμυημένους και έφθασε να σχολιαστεί στο περιοδικό κριτικής βιβλίου «The Athens Review of Books», με το οποίο ο κατηγορηθείς Χάρης Βλαβιανός είναι συνεργάτης. Ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, με προσεκτική επιστολή του, υπερασπίστηκε τον Βλαβιανό κάνοντας λόγο για ξεθυμασμένη και απαντημένη ιστορία, ενώ ο εκδότης του περιοδικού, με ένα οργίλο κείμενο, κατηγόρησε όσους ανακινούν το ζήτημα, ως «παρέες κηνσορίσκων» που διεξάγουν «αυριανικού τύπου εκστρατείες».

Αναζητήσαμε τον εκδότη του ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ, Κώστα Κουτσουρέλη, και του ζητήσαμε να κρίνει αυτές τις απαντήσεις. Αντί απαντήσεως, μας έθεσε υπ’ όψιν επιστολή που απέστειλε στο περιοδικό, το οποίο, αν και συχνά επικαλείται το δημοκρατικό πνεύμα διαλόγου το οποίο υποτίθεται ότι προάγει, αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής*:

«Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι προσωπική, βεντέτα δική μου και δική του. Η έρευνα στο «Νέο Πλανόδιον» είναι ομαδική δουλειά αφού συνέδραμαν σ’ αυτήν άλλοι τρεις συνεργάτες (Κ. Πουλής, Γ. Βαρθαλίτης, Ελ. Σταγκουράκη), ενώ τη συμπεριφορά του Βλαβιανού έχουν ψέξει δημοσίως κατά καιρούς και αρκετοί ακόμη συγγραφείς (Α. Βιστωνίτης, Ντ. Σιώτης, Π. Θεοδωρίδης, Σ. Παστάκας, Γ. Πατίλης, Β. Λαλιώτης κ.ά.). Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι συνηθισμένη, μια ακόμη μες στον σωρό. Ποσοτικά, διότι τα «δάνειά» του είναι παρμένα από δεκάδες συγγραφείς και έχουν έκταση από πολλές σελίδες έως λίγες γραμμές. Ποιοτικά, διότι αφορούν πολλά είδη του λόγου (ποίηση, δοκίμιο, φιλολογική μελέτη, αφορισμό, απόφθεγμα). Χρονικά δε, τα στοιχεία δείχνουν έναν κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή δράστη σε δημοσιεύματά του από το 1990 έως σήμερα. Η υπόθεση Βλαβιανού δεν είναι ξεθυμασμένη, «κουτσουκέλα» του παρελθόντος. Λίγα μόνο περιστατικά είναι ευρέως γνωστά και έχουν υποχρεώσει τον Βλαβιανό να απαντήσει (Τζόια, Κάρσον). Στο «Νέο Πλανόδιον» φέραμε στο φως και πολλά άλλα, είτε με δική μας έρευνα είτε από πηγές που σήμερα δεν είναι πλέον προσιτές.

Η περίπτωση Βαγενά διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του Βλαβιανού, αφορά μόνο την ποιητική λογοκλοπή. Στο πεδίο αυτό όμως είναι ακραία αφού στην πράξη νομιμοποιεί οποιονδήποτε σφετερισμό του ξένου κόπου στο όνομα της υψηλής θεωρίας. Το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα δεν είναι τόσο θέμα ιδιοκτησιακό, κλοπή ξένων δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα εξαπάτησης του κοινού για την πραγματική πατρότητα των κειμένων, δημιουργία μιας πλαστής συγγραφικής ταυτότητας. Και η συστηματική σιωπή του Τύπου αποτελεί είτε σκάνδαλο συγκάλυψης είτε θλιβερό δείγμα δειλίας και προληπτικής αυτολογοκρισίας».

Ο Juvenalis, 55-135 μ.Χ., ήταν ρωμαίος σατιρικός ποιητής

 * Σημ. του ΝΠ: Από παραδρομή της εφημερίδας τα λεγόμενα του ΚΚ αποδίδονται εσφαλμένα στο κείμενο της επιστολής που αποστείλαμε και, επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους, δεν δημοσίευσε η ARB. Το σωστό είναι ότι πρόκειται για μια ελεύθερη συνόψιση του περιεχομένου της επιστολής εκείνης. Το πλήρες κείμενο της απάντησής μας δημοσιεύεται εδώ.

Κώστας Κουτσουρέλης: Οι λογοκλόποι, η ομερτά και η «γενναιοδωρία»

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το κείμενο αυτό εστάλη αρχικά στην Athens Review of Books
ως απάντηση σε δημοσίευμά της. Η διεύθυνσή της αρνήθηκε να
το δημοσιεύσει με τον ισχυρισμό ότι είναι «νομικώς επιλήψιμο».

Όχι με ένα αλλά με δυο της κείμενα απανωτά κατακεραυνώνει η Αthens Review of Books στο φύλλο της του Σεπτεμβρίου το περιοδικό Νέο Πλανόδιον και τον υποφαινόμενο. Και το μεν πρώτο απ’ αυτά, που υπογράφει η διεύθυνσή της, δεν σηκώνει σχόλιο. Το αψίθυμο κατηγορώ του κ. Βασιλάκη («παρέες κηνσορίσκων», «αυριανικού τύπου εκστρατείες» κ.ο.κ.) πιο πολύ σύγχυση και ταραχή προδίδει παρά ανωτερότητα και αφ’ υψηλού καταδίκη. Κρίμα! Στο Νέο Πλανόδιον έχουμε περί πολλού την παθιασμένη πολεμική, και θα μπορούσαμε να την ανεχτούμε ακόμη κι αν ήταν μονόπλευρη ή κραυγαλέα – φτάνει νά ’χε όντως κάτι να πει.

Η επιστολή του κ. Σταύρου Πετσόπουλου αντίθετα, ανθρώπου διακεκριμένου των γραμμάτων μας και δημιουργού των Εκδόσεων Άγρα, καθότι ευπρεπής και νηφάλια, σηκώνει και παρασηκώνει και σχολιασμό και αντίκρουση. Με τον τρόπο της, εγείρει ζητήματα καίρια και ουσιώδη για τη λεγόμενη πνευματική μας ζωή. Χαίρομαι λοιπόν για την ευκαιρία που μου παρέχει να ξεκαθαρίσω τη θέση μας ως προς αυτά.

Από τα γραφόμενά του συνάγω ότι ο κ. Πετσόπουλος αγνοεί το περιεχόμενο της έρευνάς μας για τη λογοκλοπή («Φάκελος Λογοκλοπή», Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014). Και ότι η εικόνα που έχει σχηματίσει γι’ αυτήν είναι μάλλον από δεύτερο χέρι, πρωτίστως από τα άρθρα του τρέχοντος τεύχους («Φάκελος Λογοκλοπή: Ο κριτικός απόηχος», ΝΠ, τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Όμως αυτά τα τελευταία έχουν να κάνουν με το ειδικό ζήτημα της ποιητικής λογοκλοπής και δεν αφορούν την λογοκλοπή εν γένει. Τώρα, επειδή η ποιητική λογοκλοπή έχει καταστεί εδώ σε μας περίπου συνώνυμη με το πρόσωπο του Χάρη Βλαβιανού, και επειδή οι τρεις από τους πέντε αρθρογράφους του δεύτερου τεύχους μας αναφέρονται όντως σ’ αυτόν (δευτερευόντως ωστόσο, το βασικό θέμα εκεί είναι άλλο: οι θεωρητικές απόψεις του Νάσου Βαγενά), δεν είναι ίσως παράξενο ότι ο επιστολογράφος αφήνεται να παρασυρθεί σε βεβιασμένο συμπέρασμα. «Δυο τεύχη του νέου καλού περιοδικού με μεγάλο αφιέρωμα σε μια μπαγιάτικη ιστορία», ισχυρίζεται, «είναι πολύ».

Είναι όντως έτσι; Ας δούμε το πράγμα από πιο κοντά. Στο ΝΠ1 η έρευνα περί λογοκλοπής καλύπτει 21 σελίδες – περίπου 7000 λέξεις. Σ’ αυτήν εκτίθενται διεξοδικά οι νομικές, φιλοσοφικές, αισθητικές όψεις του θέματος και επιχειρείται αναδρομή στην ιστορία της λογοκλοπής στην Ελλάδα από τις αρχές του 19ου αιώνα έως σήμερα. Από τα σκάνδαλα που βγήκαν στο φως τα τελευταία χρόνια, εκτενής λόγος γίνεται για τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου, τον μαθηματικό, παλαιό πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Νικόλαο Αρτεμιάδη, τον πανεπιστημιακό και βουλευτή Γιάννη Πανούση. Ακόμη μνημονεύεται η εντελώς πρόσφατη υπόθεση της Φωτεινής Τομαή, διευθύντριας του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, και πολλές άλλες, παλαιότερες και καινούργιες.

Η υπόθεση Βλαβιανού καλύπτει γύρω στις πεντέμισι σελίδες – έκταση ασφαλώς σημαντική, στην πραγματικότητα όμως περιορισμένη, αν αναλογιστεί κανείς το πλήθος των ευρημάτων που είχαμε στη διάθεσή μας. Διότι, ας τονιστεί, τα περισσότερα από τα στοιχεία που δημοσιεύουμε για τον Βλαβιανό είτε παρουσιάζονται για πρώτη φορά, όντας προϊόντα δικής μας αυτοτελούς έρευνας· είτε είχαν αναρτηθεί πρόσκαιρα σε ολιγοσύχναστα διαδικτυακά μέσα, αφαιρέθηκαν όμως κατόπιν και παραμένουν ώς σήμερα άγνωστα· είτε, τέλος, είναι όντως οικεία μας από τις φήμες και τις διαδόσεις που κυκλοφορούν, ουδέποτε όμως βρέθηκε έντυπο διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει. Κάνει λάθος επομένως ο κ. Πετσόπουλος όταν γράφει ότι η ιστορία την οποία αφηγούμαστε είναι παρωχημένη, μια παλιά «κουτσουκέλα» του Βλαβιανού, για την οποία τάχα «έδωσε εξηγήσεις».

Ως «κουτσουκέλα» εικάζω ότι ο Σταύρος Πετσόπουλος εννοεί μάλλον το εκτενές ποίημα της Καναδής Ανν Κάρσον για τη ζωή της Αχμάτοβα, που ο Βλαβιανός δημοσίευσε ως σύνθεση δική του το 2003. Ή, ίσως, το δοκίμιο του Αμερικανού ποιητή Ντέηνα Τζόια, αποσπάσματα του οποίου ενσωμάτωσε σιωπηρά σε δικό του βιβλίο το 2007. Για τις δύο αυτές υποθέσεις, ο Βλαβιανός όντως επεχείρησε να δώσει εξηγήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ισχυριζόμενος πάνω κάτω το γνωστό εκείνο ότι «οι μεγάλοι ποιητές κλέβουν…»· στη δεύτερη, παραδεχόμενος μεν την ακρίβεια της καταγγελίας, αλλά αποδίδοντάς την σε παραδρομή.

Τώρα, αν ο κ. Πετσόπουλος είχε λάβει όντως υπ’ όψιν του τα τεκμήρια της έρευνάς μας, θα ήξερε αυτή τη στιγμή ότι, εκτός από τα κείμενα της Κάρσον και του Τζόια, ο Βλαβιανός τα τελευταία 25 χρόνια έχει ιδιοποιηθεί έργα κάμποσων δεκάδων (!) ακόμη συγγραφέων. Φιλολόγων και μελετητών λ.χ., όπως ο Φρανκ Κερμόουντ και ο Ουίλλιαμ Κούκσον· δοκιμιογράφων και αποφθεγματιστών όπως ο Γκαίτε, ο Βαλερύ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Οκτάβιο Πας· διανοητών όπως ο Μονταίνιος, ο Βιττγκενστάιν, ο Παναγιώτης Κονδύλης· δραματουργών και μυθιστοριογράφων όπως ο Σαίξπηρ, ο Ντεφόου, ο Εμίλ Σιοράν – για να μείνουμε μόνο στα εκτός της ποιήσεως είδη του λόγου. Τα «δάνεια» αυτά, όπως δείξαμε, εκτείνονται κάποτε σε σελίδες ολόκληρες, όπως στην περίπτωση της πραγματείας του Κούκσον για τον Έζρα Πάουντ (A Guide to the Cantos, σ. 157-165) που ο Βλαβιανός κοπιάρει στη δική του παουντική έκδοση (Σχεδιάσματα και αποσπάσματα των Κάντος CX-CXX, Νεφέλη 1991, και ήδη παλαιότερα στο Πλανόδιον, τχ. 12, Ιούνιος 1990, σ. 402-409). Άλλοτε πάλι πιάνουν λίγες γραμμές, όπως στην περίπτωση των πάμπολλων ξένων στοχασμών και αφορισμών τους οποίους ο Βλαβιανός παρουσιάζει ως αυτοτελή δικά του αποφθέγματα. Γράφει λ.χ. ο Παναγιώτης Κονδύλης: «από το θράσος των ημιμαθών προτιμώ τη ματαιοδοξία των πεπαιδευμένων»; «Από την αναίδεια και το φτηνό γούστο των ημιμαθών ποιητών, προτιμώ την αλαζονεία των πεπαιδευμένων», επαναλαμβάνει ο Χ.Β. Αποφαίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Beauty reveals everything, because it expresses nothing»; «Η ποίηση αποκαλύπτει τα πάντα, γιατί δεν εκφράζει τίποτε», διαπιστώνει ο Χ.Β. Βρίσκει ο Βαλερύ ότι «L’avenir n’est plus ce qu’il était»; «Το μέλλον δεν είναι πια όπως ήταν», μεταφράζει επί λέξει ο Χ.Β. Το «Sehe mit fühlendem Aug, fühle mit sehender Hand» του Γκαίτε γίνεται απαράλλακτα «Να βλέπεις με μάτι που αισθάνεται. Να αισθάνεσαι με χέρι που βλέπει» – κ.ο.κ., κ.ο.κ. Ακόμη και ξένες παροιμίες γνωστές προτείνονται στον Έλληνα αναγνώστη ως πρωτότυποι δικοί του αφορισμοί.

Ένα ολόκληρο βιβλίο του (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε χαϊκού, Πατάκης 2011) έχει αίφνης κοινή τη συστατική του ιδέα με το έργο ενός Νεοζηλανδού συγγραφέα που είχε δημοσιευτεί κάμποσα χρόνια προηγουμένως στο διαδίκτυο (Dick Whyte, A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format, 2008). Όσο για τις ποιητικές συλλογές του Βλαβιανού, ώς και το εν τρίτον (1/3) του όγκου τους καλύπτεται από αδήλωτα ή εντέχνως συγκεκαλυμμένα «δάνεια» – ποιήματα ακέραια ή παραλλαγμένα των Σίμικ, Αρρέγκι, Φέντον, Ζαμπές, Μπάχμαν και πλείστων άλλων. Σταματώ εδώ. Όποιος ενδιαφέρεται για τις πλήρεις παραπομπές, ας τις αναζητήσει στο πρώτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου.

Αναρωτιέμαι λοιπόν: Σε τι απ’ όλα αυτά απάντησε ποτέ ο Χ.Β.; Και τι εξηγήσεις θα μπορούσε τάχα να δώσει; Κι αν διαθέτει όντως τέτοιες εξηγήσεις, τι περιμένει για να τις εκθέσει; Το βέβαιο είναι ότι έως ότου το πράξει, η «υπόθεση Βλαβιανού» όχι μόνο δεν θα είναι «μπαγιάτικη» και ξεθυμασμένη, όπως εικάζει ο Σταύρος Πετσόπουλος, αλλά, αντιθέτως, οσμηρότατα φρέσκια και επίκαιρη.

Προσωπικά, δεν αμφιβάλλω ότι αν ο κ. Πετσόπουλος είχε προλάβει να ρίξει μια ματιά σ’ όλα αυτά, θα προφύλαττε τον εαυτό του από τη μίζερη απόπειρα να υποβαθμίσει το ζήτημα σε προσωπική υποτίθεται διένεξη, δική μου με τον Βλαβιανό. Και δεν θα μου απέδιδε «κάκιωμα», όπως γράφει, υποδαυλιζόμενο μάλιστα από το ότι εγώ κι εκείνος είμαστε ομότεχνοι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί το θέμα δεν είναι υπόθεση δύο ανθρώπων – ποτέ δεν ήταν. Ο Φάκελος Λογοκλοπή στο ΝΠ1 υπήρξε προϊόν συλλογικής εργασίας όπου συνέβαλε όλη σχεδόν η συντακτική ομάδα του περιοδικού – πλην εμού, ο Γιώργος Βαρθαλίτης, ο Κωνσταντίνος Πουλής και η Έλενα Σταγκουράκη. Στο δεύτερο τεύχος μας, την περίπτωση Βλαβιανού καυτηριάζουν επιπλέον ρητά τόσο ο Γιάννης Πατίλης όσο και ο Ντίνος Σιώτης. Στο ίδιο τεύχος ο Νάσος Βαγενάς, μολονότι δίνει θεωρητικό συγχωροχάρτι στον Βλαβιανό για τα αμιγώς ποιητικά «δάνεια», εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ότι οι λοιπές καταγγελίες εναντίον του στοιχειοθετούν όντως λογοκλοπή. Παλαιότερα, για το ίδιο ζήτημα, τον Βλαβιανό είχαν επιτιμήσει δημόσια συγγραφείς όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης, ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Σωτήρης Παστάκας, ο Βασίλης Λαλιώτης κ.ά. – κάποτε δε με ειρωνικό ή διόλου αβρό τρόπο. Ο Δημήτρης Σολδάτος («Τον Βλαβιανό με παρρησία / κλέψε και πες: κρυπτομνησία!») και ο Στιχάκιας («Ό,τι δεν είναι κανενός / θα τό ’χει γράψει ο Βλαβιανός») έγραψαν ποιήματα που τον σατιρίζουν. Για χρόνια η λογοτεχνική πιάτσα βοά. Έχουν όλοι αυτοί προσωπικά με τον άνθρωπο; Είναι όλοι φθονεροί ομότεχνοι που τον εποφθαλμιούν; Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι τα κίνητρά τους είναι ταπεινά – τι αλλάζει αυτό στην ουσία των καταγγελιών;

Γενικά, η αντίληψη του Σταύρου Πετσόπουλου ότι ένας ποιητής δεν επιτρέπεται να εκφέρει λόγο επικριτικό προς ομότεχνο για να μη θεωρηθεί επίβουλος και φθονερός στο σινάφι, μου φαίνεται άκρως παράδοξη. Αν δεν δικαιούνται να κρίνουν οι κατά τεκμήριο ειδήμονες, τότε ποιοι μπορούν να το κάνουν; Ή μήπως η κριτική έχει το ελεύθερο μόνον να επαινεί; Εκτός όμως από παράδοξη, ας μου επιτραπεί να το πω, η αντίληψη αυτή είναι και κάτι άλλο, απείρως χειρότερο: άκριτα και θλιβερά συντεχνιακή. «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει», λέει ο λαός για το πάρε-δώσε στο εσωτερικό των συντεχνιών, την ομερτά που σκεπάζει τις συναλλαγές των μελών τους. Και ειλικρινά απορώ: σε μια εποχή όπου η χώρα όλη στενάζει από τα κατορθώματα των κάθε λογής συντεχνιών, είναι δυνατόν ένας καταξιωμένος πνευματικός άνθρωπος να υποστηρίζει τη γενική αμνήστευση των παραβατών, έναν άλλο «νόμο περί ευθύνης υπουργών» τρόπον τινά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα ορισμένων; Και είναι δυνατόν να υποστηρίζει μια λογική συμψηφιστική, του τύπου «ε, αφού ο εν λόγω έχει έργο μεταφραστικό και εκδίδει κι ένα περιοδικό μέσες άκρες αξιόλογο, συγχωρεθήτωσαν αι αμαρτίαι αυτού;» Είναι δυνατόν ο Σταύρος Πετσόπουλος να μη βλέπει ότι ακριβώς μέσω του περιοδικού του ο Βλαβιανός, και μέσω των σχέσεων που καλλιεργεί με τον εκδοτικό κόσμο και τον Τύπο, εξαγοράζει τη σιωπή και την ανοχή που χρειάζεται για να κάνει όσα κάνει; Για έναν τέτοιον ζητάει τη γενναιοδωρία μας;

Όπως του απάντησε ήδη ο Κωνσταντίνος Πουλής, μέλος της συντακτικής μας ομάδας: «Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά».

Αντίθετα μ’ αυτά που ιδιοτελώς κηρύσσονται εν Ελλάδι, η λογοκλοπή δεν είναι Kavaliersdelikt – παραστράτημα αριστοκρατικό και ανώδυνο με το οποίο διασκεδάζουμε μια στις τόσες. Η λογοκλοπή είναι απάτη. Θύμα του λογοκλόπου δεν είναι τόσο ο αρχικός δημιουργός – αυτή είναι η στενή, ιδιοκτησιακή όψη του πράγματος. Θύμα του είναι πρωτίστως ο αναγνώστης· εκείνου την καλοπιστία καταχράται, αυτόν προσπαθεί να εξαπατήσει ο λογοκλόπος, επιδεικνύοντάς του τον ξένο κόπο ως δικό του κι επιχειρώντας παντί σθένει να φανεί στα μάτια του σημαντικότερος απ’ ό,τι είναι. Καμιά συγγραφική κοινότητα, καμιά λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της δεν μπορεί να ανέχεται για πολύ τέτοια φαινόμενα στους κόλπους της, αν δεν θέλει να ξεπέσει εντελώς στην ανυποληψία.

Όσο τώρα για τον Βλαβιανό, ως δημόσιο πρόσωπο που είναι, υπόκειται φυσικά σε δημόσιο έλεγχο. Και τέτοιον τού ασκήσαμε – ευθαρσώς και εμπεριστατωμένα. Όσοι δυσανασχετούν μ’ αυτό, ας αναλογιστούν ότι η υποκριτική σιωπή και η μεθοδευμένη συγκάλυψη δεν συνιστούν κριτική στάση. Όπως δεν συνιστούν κριτική στάση η ακούραστη ιδιωτική καταλαλιά ή τα ελεεινά χτυπήματα κάτω απ’ τη ζώνη. Αν η ΑRB κόπτεται τόσο για τις «αυριανικού τύπου εκστρατείες», ας στρέψει την προσοχή της σ’ εκείνους που τις υποκινούν.

Θα κλείσω μ’ ένα απόσπασμα ακόμη από το κείμενο του Πουλή, που μας εκφράζει όλους στο Νέο Πλανόδιον: «Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.»

Πρώτη δημοσίευση: The Press Project, 8.10.2014

Κωνσταντίνος Πουλής: Μια πρώτη απάντηση στον Σταύρο Πετσόπουλο

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΥΛΗ

Μετά την αναφορά του Νέου Πλανόδιου στον Χάρη Βλαβιανό, στο αφιέρωμα για τη λογοκλοπή, εμφανίστηκαν τουλάχιστον δύο επιφανείς υπερασπιστές του: ο Νάσος Βαγενάς και ο Σταύρος Πετσόπουλος. Στον Βαγενά ‒που ισχυρίστηκε ότι ποιητική λογοκλοπή από ξένη γλώσσα είναι αδύνατη‒ απάντησε πειστικά ο Κουτσουρέλης στο δεύτερο τεύχος, λοιπόν το αφήνω. Ο Σταύρος Πετσόπουλος τώρα στην Athens Review of Books γράφει ότι από τόσα καλά που έχει κάνει ο Βλαβιανός επιλέγουμε να ασχοληθούμε με κάτι παλιά ατοπήματα, ότι μας λείπει η γενναιοδωρία. Η γενναιοδωρία προς τον πλούσιο όμως λέγεται κολακεία, και δεν είναι αρετή. Για ποιον λόγο να έχει ανάγκη τη γενναιοδωρία μας ένας άνθρωπος σαν τον Βλαβιανό; Χάθηκαν τόσοι άλλοι πιθανοί αποδέκτες της γενναιοδωρίας μας (ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, όσο μπορεί να βοηθηθεί κανείς από αυτήν); Να την κρατήσουμε για τον άνθρωπο που πιάνεται με το χέρι στο μέλι και εμφανίζονται προσωπικότητες των γραμμάτων μας να πουν ότι καλά κάνει; Εκτιμώ ότι αυτή είναι μια περίπτωση που απαιτεί όχι γενναιοδωρία, αλλά το θάρρος να πεις δημόσια αυτό που όλοι λένε μόνο ιδιωτικά.

Όσο για τον προσανατολισμό του περιοδικού: η φιλονικία με έναν ανταγωνιστή εκδότη περιοδικού είναι όντως πολύ μικρός στόχος για να ξοδέψει κανείς όλο το μελάνι του. Για την ακρίβεια θ α ή τ α ν, αν αυτό κάναμε. Ο καλόπιστος αναγνώστης ας διαβάσει εδώ μια εναλλακτική εξήγηση για την επιλογή να υπάρξει πάντως εκτενής αναφορά σε κάποια ατοπήματα. Στο περιβάλλον μας σχεδόν κανείς δεν λέει δημόσια αυτό που πιστεύει. Ανεξάρτητα από την περίπτωση Βλαβιανού, που όσο τον υπερασπίζονται τόσο περισσότερο πείθομαι ότι έχει νόημα η κριτική, ο στόχος αυτός μου φαίνεται σημαντικός και άξιος. Αν η επιθυμία να έχεις ντε και καλά εχθρούς σε κάνει αχώνευτο και γρουσούζη, ο φόβος να μην έχεις κανέναν εχθρό σε κάνει δειλό, ενδεχομένως κόλακα και, αν αυτά δεν αρκούν, μακροπρόθεσμα οπωσδήποτε αναξιόπιστο. Η γραμμή πλεύσης που έχουμε επιλέξει είναι να μη μετράμε φίλους και εχθρούς πριν να μιλήσουμε. Και αυτή τη χειρονομία την καμαρώνουμε, γιατί αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Κατά τα λοιπά, όπως δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας ενοχλεί, έτσι δεν σωπαίνουμε όταν κάτι μας συγκινεί και προκαλεί τον θαυμασμό μας.

Κωνσταντίνος Πουλής


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΝΠ:

Αναλυτική απάντηση του Νέου Πλανόδιου έχει σταλεί στην ARB εδώ και μέρες. Η διεύθυνσή της δεν μας έχει ενημερώσει αν προτίθεται να τη δημοσιεύσει. Ελπίζουμε ότι για λόγους προφανείς δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα το πράξει. Από την πλευρά μας θυμίζουμε ότι η επιστολή Πετσόπουλου φιλοξενήθηκε σε στήλη τιτλοφορούμενη «Διάλογος».

ΛΟΓΟΚΛΟΠΙΑΣ ΤΙΜΗΤΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΗΓΟΡΟΙ 2

ΚΑΙ Ο κ. ΠΑΣΤΑΚΑΣ…

Το πράγμα γίνεται όλο και πιο κωμικό. Μετά τον κ. Βασίλη Λαλιώτη (αλλέως Γιώργο Μίχο) και την προσπάθειά του να ελαφρώσει τη θέση του Χ. Βλαβιανού από τη σωρεία τεκμηριωμένων λογοκλοπών που τον βαραίνουν (βλ. ΝΠ1 και άρθρο του Ντ. Σιώτη στην Καθημερινή της 13.4.), τη σκυτάλη παίρνει πλέον ο κ. Σωτήρης Παστάκας, διευθυντής του Ποιείν…

Η στάση του Ποιείν και του κ. Παστάκα έναντι του Βλαβιανού τα προηγούμενα χρόνια είναι τοις πάσι γνωστή. Με σειρά δημοσιευμάτων τους (βλ. ενδεικτικά τις αναρτήσεις του Ποιείν στις 21.9.2007, 5.1.2008 , 9.1.2008) συνοδευόμενων από πάμπολλα σχόλια (άλλοτε τεκμηριωμένα και άλλοτε εμπαθή ή και ευθέως υβριστικά – ανάμεσά τους ξεχωρίζουν εκείνα του Μίχου), Ποιείν και Παστάκας είχαν επιδοθεί σε σταυροφορία όχι μόνο κατά του Βλαβιανού και των λογοκλοπών του αλλά και των υποστηρικτών του στον Τύπο και την κριτική, ιδίως του Ευριπίδη Γαραντούδη.

Ιδού λ.χ. σχόλιο του Παστάκα της 22.9.2007:

«Εκεί έσπειρε κι εκεί θέρισε ο Βλαβιανός και τα πληρωμένα του αντρείκελα, δες Γαραντούδης και σία…Πολύ χώρο τους αφήσαμε και πως τους τον παίρνεις πίσω… Από την άλλη είναι να την ζηλεύεις τέτοια προσήλωση… 15 χρόνια τώρα ο Γαραντούδης δεν απέκτησε καινούρια αγάπη,,,ό,τι του συγχωρήσαμε το ΄97 δεν του το συγχωρνάμε τώρα…Επιμένει με προσήλωση γκάμπλερ στα πρόσωπα της νεότητάς του αν και γνωρίζει ο ίδιος πως ο Βλαβιανός είναι ζήροξ, ο Μπουκάλας ανύπαρκτος, ο Καψάλης μέτριος, ο Χατζόπουλος…..θολός κι ο ίδιος ο Γαραντούδης σε διεταταγμένη υπηρεσία.»

http://web.archive.org/…/archives/1420/index.html (βλ. σχ. 24, σήμερα διεγραμμένο)

Και ιδού πώς πρόβαλαν τότε το σκάνδαλο των λογοκλοπών (σήμερα όλο το ποστ είναι διεγραμμένο): http://web.archive.org/…/www…/archives/1719/index.html

Ωστόσο, από ένα χρονικό σημείο και μετά, Παστάκας και Ποιείν κάνουν στροφή 180 μοιρών. Από κήνσορες και τιμητές γίνονται προβολείς και προωθητές του Βλαβιανού. Οι παλιές επικριτικές αναρτήσεις τους και σχόλια όπως το παραπάνω είτε μετριάζονται είτε διαγράφονται εντελώς. Από το 2012 και εντεύθεν ο Βλαβιανός φιλοξενείται στο Ποιείν τρεις φορές με δικά του κείμενα ή παρουσιάσεις του έργου του (βλ. αναρτήσεις στις 16.1.2012, 13.12.2012, 18.1.2014). Παράλληλα, ο Παστάκας συνεργάζεται με την Ποιητική, το έντυπο περιοδικό του Βλαβιανού. Στις 13.12.2012 μάλιστα, ως επισφράγιση της νέας τους φιλίας, ο Βλαβιανός συμπαρουσιάζει βιβλίο του Παστάκα σε εκδήλωση στο Polis Café στην Αθήνα…

Το να αλλάζει κανείς φίλους και προτιμήσεις είναι δικαίωμά του. Δικαίωμά του επίσης αναφαίρετο είναι να γλείφει όπου προηγουμένως έφτυνε, όσο απωθητικό κι αν φαντάζει αυτό σε ορισμένους από εμάς… Το να έρχεται όμως χθες, 16.4.2014, ο κ. Παστάκας και να ισχυρίζεται ότι κατά του Βλαβιανού

«δεν υπήρξε καμία επίθεση του περιοδικού μας. (το ποιείν είναι θέση κι όχι αντίθεση).»

http://www.poiein.gr/archives/date/2014/04/16

προκαλεί το λιγότερο γέλωτα. Για να μην πούμε ότι ασεβεί κατά του πνεύματος των Παθών και της Μεγάλης Πέμπτης…

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

ΥΓ. 1 Με τον κ. Παστάκα προσωπικά δεν έχω να χωρίσω τίποτα. Ούτε γνωρίζω τον άνθρωπο. Έως τον Σεπτέμβρη του 2009 που απρόκλητα με προσέβαλε με σχόλιό του στο Ποιείν, έτυχε να δημοσιεύσω τρεις ή τέσσερις φορές κείμενά μου στο ηλεκτρονικό περιοδικό του, συνήθως με πρωτοβουλία της Σοφίας Κολοτούρου, τότε συνεργάτιδας του περιοδικού. Είναι πρόδηλο ότι ο κ. Παστάκας μου επιτίθεται επειδή φαντάζεται ότι έτσι πλήττει τον Γιάννη Πατίλη, του οποίου για κάποιο λόγο με θεωρεί φερέφωνο. Και τον οποίο Γιάννη Πατίλη, για λόγους εξίσου ανεξιχνίαστους, εδώ και λίγα χρόνια αυτός και ο κ. Λαλιώτης/Μίχος θεωρούν εχθρό τους και του επιτίθενται σε κάθε ευκαιρία, παρότι παλαιοί συνεργάτες του αμφότεροι στο Πλανόδιον. Δεν έχω καμιά διάθεση να υπεισέλθω στα καθέκαστα αυτής της παράδοξης σχέσης, ο Πατίλης δεν έχει χρεία συνηγόρου… Η στάση του καθενός, η σταθερότητα των φίλων και των πεποιθήσεών του εν προκειμένω, τα λέει για όλους όλα.

ΥΓ. 2 Πλήρη τα αρχικά δημοσιεύματα του Ποιείν, του κ. Παστάκα και του κ. Μίχου/Λαλιώτη βρίσκονται πάντα αναρτημένα στο Διαδίκτυο. Ο κυβερνοχώρος τίποτα δεν ξεχνάει – για όποιον γνωρίζει να τα αναζητεί φυσικά… Επειδή ο κ. Παστάκας έφτασε να με απειλεί –κατά τρόπο ομολογουμένως διασκεδαστικό– με… ποινική δίωξη («η αφέλειά του εμπίπτει σε ποινικό αδίκημα, αλλά δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω μαζί του, επειδή η ηλιθιότητα του νέου διευθυντή του ψευδεπίγραφου νέου περιοδικού είναι πασιφανής»), καθυβρίζοντάς με παράλληλα, θα του θυμίσω εδώ την πρώτη αράδα από τον «Υπέρ αδυνάτου» λόγο, που δεν μπορεί, θα τη θυμάται απ’ το σχολείο…

ΥΓ. 3 Στο Νέο Πλανόδιον δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Η κωμωδία της «πνευματικής» μας ζωής δεν υπολείπεται σε τίποτα από το θέατρο που βλέπουμε καθ’ ημέραν στο πολιτικό σανίδι: Το έργο δεν αξίζει δεκάρα. Όμως αν θες να ξέρεις το γιατί, μερικές φορές πρέπει να κάτσεις να το υποστείς…

ΛΟΓΟΚΛΟΠΙΑ ΚΑΙ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ

ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΣΙΩΤΗ (Καθημερινή της Κυριακής, 13.4.2014)

​Η​ ανατριχίλα τού να κλέβεις. Η χαρά τού να οικειοποιείσαι κάτι που δεν είναι δικό σου, κάτι που ανήκει σε κάποιον άλλον. Η γλύκα της αμαρτίας. Η μεγαλομανία αναγνώρισης για κάτι που δεν το αξίζεις. Εδώ είναι η ρίζα της λογοκλοπίας, η οποία ήταν σε έξαρση το 2013. Ο ποιητικός κόσμος δοκιμάστηκε από επιδημία λογοκλοπής τον περασμένο χρόνο. Στο έγκυρο και έγκριτο περιοδικό Poetry, με έδρα το Σικάγο, η Ruth Graham πρόσφατα δημοσιεύει άρθρο για τούτο ακριβώς το θέμα: τα πολλά κρούσματα ποιητικής λογοκλοπής που καταγράφηκαν και πιστοποιήθηκαν το 2013 στη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Οχι ότι έχει μείνει πίσω η Ευρώπη. Συχνά πυκνά διαβάζουμε ότι στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και αλλού, όχι μόνο ποιητές και πεζογράφοι, αλλά και πανεπιστημιακοί και πολιτικοί και δημοσιογράφοι κλέβουν διατριβές, βιβλία και ιδέες και τις πλασάρουν για δικές τους. Το αποτέλεσμα; Αφού αποκαλυφθούν, οι λογοκλόποι ρίχνονται στην πυρά, εξοστρακίζονται από το σινάφι, επιστρέφουν βραβεία, χάνουν τις δουλειές τους. Διαβάζουμε στο άρθρο της Ruth Graham για έναν ποιητή στην Αγγλία, τον Christian Ward, που πήρε ένα ποίημα της Paisley Rekdal, το άλλαξε κάπως και το δημοσίευσε σαν να ήταν δικό του. «Ηταν προφανές ότι το έργο ήταν μια απάτη και όχι ένα εννοιολογικό παιχνίδι. Αυτό εξόργισε την ποιήτρια. Εάν είχε απλώς κλέψει το ποίημά της και το δημοσίευε με το δικό του όνομα, θα την ενοχλούσε λιγότερο. Οταν είδε ότι ο λογοκλόπος ήθελε να συμμετάσχει στη δημιουργία ενός πράγματος που είχε φτιάξει μόνη της και να ισχυριστεί ότι ήταν δικό του, αισθάνθηκε κατά κάποιο τρόπο βιασμένη», γράφει η Ruth Graham.

Οι λογοκλόποι ποιητές λένε ότι φταίει η διακειμενικότητα, η μετακειμενικότητα και η υπερκειμενικότητα. Επίσης αναφέρονται και στην Conceptual Poetry, κίνημα σχετικά πρόσφατο, που γεννήθηκε στις παράγκες των Ανθρωπιστικών Σπουδών και που προσδιορίζεται ως είδος «μη-δημιουργικής γραφής». Στο κίνημα αυτό o σφετερισμός χρησιμοποιείται από τους λογοκλόπους ως μέσο για τη δημιουργία νέων «έργων». Στην Ελλάδα, όταν αποκαλύπτεται κάποιος «κλέπτων οπώρας», δεν ανοίγει ρουθούνι. Αυτό το θέμα, του μη ανοίγματος ρουθουνιού, πραγματεύεται με αδιάσειστα στοιχεία ομάδα νέων δοκιμιογράφων και ποιητών στο πρώτο τεύχος του τολμηρού λογοτεχνικού περιοδικού «Νέο Πλανόδιον». Και είναι να τρίβεις τα μάτια σου βλέποντας την ατιμωρησία την οποία απολαμβάνουν οι λογοκλόποι στη χώρα μας: γνωστός καθηγητής πανεπιστημίου (χρημάτισε και πρύτανης), που έκλεψε άρθρο συναδέλφου του από το εξωτερικό, είναι σήμερα βουλευτής! Πασίγνωστος ποιητής, που έχει κλέψει ολόκληρα ποιήματα ξένων ποιητών από πολλές γλώσσες, είναι σήμερα καθηγητής κολεγίου! Γνωστός δημοσιογράφος, που έγραψε «μυθιστόρημα» που δεν ήταν δικό του, παραμένει δημοσιογράφος-σταρ, μέλος της ΕΣΗΕΑ! Και οι τρεις πιάστηκαν στα πράσα!

Γίνεται ολοένα και πιο έκδηλο ότι η λογοκλοπία είναι αποδεκτή στην Ελλάδα, αφού ακόμη και το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω» δόθηκε πριν από μερικά χρόνια σε συλλογή που ανήκε σε ποιητή του οποίου μεγάλο μέρος του δημοσιευμένου έργου του είναι προϊόν λογοκλοπής. Και αυτό σε βάζει στον πειρασμό να σκεφτείς: μήπως ούτε καν τα μέλη της επιτροπής κριτών του «Διαβάζω» διαβάζουν ποίηση;

Στον πολιτισμένο κόσμο η αποκάλυψη της λογοκλοπής είναι ο απόλυτος εξευτελισμός του συγγραφέα. Στη χώρα μας, όμως, οι λογοκλόποι δεν καλούνται να λογοδοτήσουν. Αντί τιμωρίας, χαίρουν εκτίμησης και τυγχάνουν συμπαράστασης, μια και υπάρχει ένα δίχτυ ασφαλείας, ένα πλέγμα προστασίας και ατιμωρησίας, αποτελούμενο από διευθυντές εφημερίδων, δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς, κριτικούς λογοτεχνίας, εκδοτικούς οίκους, εκδότες και διευθυντές λογοτεχνικών περιοδικών. Προς τι αυτή η διαπλοκή; Γιατί προστατεύονται οι λογοκλόποι; Τι κερδίζουν οι προστάτες; Μ’ αυτόν τον τρόπο οι εκδοτικές και πανεπιστημιακές δυνάμεις της χώρας, καταμεσής της κρίσης, διαφυλάσσουν και προστατεύουν το πολιτισμικό αγαθό που λέγεται «λογοτεχνικό έργο»; Ετσι διαμορφώνουν τα νέα ήθη;

Ο sui generis ποιητής ενώ, λογικά, θα έπρεπε να κρύβεται από ντροπή ως σίριαλ λογοκλόπος, στην Ελλάδα θριαμβολογεί σαν ήρωας για το έργο του, διευθύνει περιοδικό για την ποίηση, είναι στέλεχος μεγάλου εκδοτικού οίκου και αρθρογραφεί σε διάφορα έντυπα, βγάζοντας τον Σεφέρη ανεπαρκή μεταφραστή, τον Ρίτσο δειλό κομφορμιστή, τον Ελύτη ακροδεξιό, τους Αραγκόν και Χικμέτ ρηχούς, ενώ μέμφεται και τη Δημουλά που συνεχάρη νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό. Δεν είμαστε, άραγε, άξιοι καλύτερων ποιητών;

http://www.kathimerini.gr/762122/article/politismos/8eatro/2013-etos-logoklopias-kai-atimwrhsias

1653342_673940432644355_1987990896_n