μεταφρασμένη ποίηση

Μεταφρασμένοι άνθρωποι

*

του ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Ο δρ Μάικλ Παράσκος διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Κέντρο Γλωσσών, Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Imperial College στο Λονδίνο. Στις 5 Απριλίου 2022, παρουσίασε το βιβλίο Giorgos Christodoulides: Selected Poems 1996-2021 (Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή, Εκδόσεις Αρμίδα, 2021) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην αγγλική πρωτεύουσα. Γιος Κύπριου και Αγγλίδας, ο Μ. Paraskos αφουγκράζεται τον απόηχο της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη, στην αγγλική της μετάφραση, για «μεταφρασμένους ανθρώπους» σαν κι εκείνον. Με τρόπο αιφνίδιο, συναρπαστικό και ενίοτε αιρετικό, η εισήγηση του Παράσκου προτείνει συσχετισμούς ανάμεσα στην ποίηση του Χριστοδουλίδη και στους Άγγλους Ρομαντικούς ή στον πιο σύγχρονο Φίλιπ Λάρκιν, ενώ προβάλλει την πεποίθηση ότι η μεταφρασμένη ποίηση αποτελεί υβριδικό τεκμήριο συμφιλίωσης των μυριάδων θραυσμάτων που συναποτελούν τον κόσμο και τον εαυτό μας.

(περισσότερα…)

Αλίσια Στόλινγκς, Τρία ποιήματα για τον Κάτω Κόσμο

Εἰσαγωγὴ-Μετάφραση: Εἰρήνη Λουλακάκη-Μούρ

Ἡ Ἀλίσια Στόλινγκς γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴν Ἀμερική. Ἀπό τό 1999 ζεῖ στὴν Ἑλλάδα μὲ τὸν σύζυγό της, δημοσιογράφο Γιάννη Ψαρόπουλο καί τὰ δυό τους παιδιά. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στὴν Ἀμερική καὶ στήν Ὀξφόρδη καὶ ἔχει δημοσιεύσει τέσσερις ποιητικές συλλογές.  Ἡ τελευταία της συλλογή Like (2018)[i] ἦταν ὑποψήφια γιά τό βραβεῖο Πούλιτζερ, ἐνῶ καί οἱ προηγούμενες, Ἐλιὲς (Olives, 2012), Ἅπαξ (Hapax, 2000) καὶ Ἀρχαϊκὸ Χαμόγελο (Archaic Smile, 1999), ἔλαβαν ἀπό τήν πρώτη στιγμὴ διακρίσεις καὶ βραβεῖα γιὰ τὸν ξεχωριστό τους χαρακτήρα. Ἡ μετάφρασή της τοῦ Περὶ τῆς Φύσεως τῶν Πραγμάτων τοῦ Λουκρήτιου τό 2007, γιὰ τὴν κλασικὴ σειρὰ τῶν Πένγκουιν, σὲ πρωτότυπους δεκατετρασύλλαβους μὲ ὁμοιοκαταληξία, ἀποτελεῖ μοναδικὸ μπὲστ σέλλερ ποὺ ὁ Πῆτερ Στόθαρτ του Times Litterary Supplement δὲν δίστασε νὰ χαρακτηρίσει ὡς μιὰ ἀπὸ τὶς «πιὸ ἐντυπωσιακὲς κλασικὲς μεταφράσεις τῶν τελευταίων χρόνων»[ii]. Γιὰ τὸ σύνολο τῆς δημιουργικῆς της παραγωγῆς ἡ Ἀλίσια Στόλινγκς ἔχει λάβει διακρίσεις καί ὑποτροφίες ἀπό ἱδρύματα ὅπως τό Γκούγκενχαϊμ, καθώς καὶ τὴν διαπρεπὴ «Χορηγία Ἱδιοφυΐας» τοῦ ἱδρύματος Μακάρθουρ γιὰ τὴν πρωτοτυπία καὶ τὶς δυνατότητες τοῦ ἔργου της. Τό 2018 ἀπό τήν ἴδια σειρά τῶν ἐκδόσεων Πένγκουιν ἐξέδωσε τά Ἔργα καὶ Ἡμέρες τοῦ Ἡσίοδου ἐνῶ τό 2019 μετέφρασε μὲ παιγνιώδη εὐρηματικότητα καὶ τὴν ψευδο-Ὁμηρικὴ Βατραχομυομαχία.

(περισσότερα…)

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Δώδεκα ποιήματα γιὰ προχωρημένο Νοέμβρη
γυρισμένα ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ στὰ ἑλληνικὰ
ἀπὸ τὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ τὸν Γιάννη Πατίλη
στὴ μνήμη τῆς φίλης τους ποιήτριας
Ἕλενας Στριγγάρη (1950-2020)

Ἔγρα­ψε κά­πο­τε ὁ Ρί­τσαρντ Κὶνγκ (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Richard King Huskinson, 1879-1947) σ΄ ἕ­να βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Δί­πλα στὸ Τζά­κι μὲ Ἀ­μί­λη­τους Φί­λους (1921) τὸ πα­ρα­κά­τω :

Με­ρι­κὲς φο­ρὲς θαρ­ρῶ πὼς ­κεῖ­νος ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­πε ­τι « δρό­μος γιὰ τὴν κό­λα­ση εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ κα­λὲς προ­θέ­σεις» θὰ πρέ­πει νὰ τὸ εἶ­πε Νο­έμ­βριο! Τὸ Φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι γε­μά­το κα­λὲς προ­θέ­σεις­πως ­νοι­ξη εἶ­ναι γε­μά­τη γι­ορ­τὲς καὶ ἐλ­πί­δα καὶ τὸ Κα­λο­καί­ρι θερ­μό­τη­τα καὶ dolce far niente. ­μως ­πως τὴν πρώ­τη ζε­στὴ μέ­ρα τοῦ ­ου­λί­ου νι­ώ­θεις γε­μά­τος ­νέρ­γεια ποὺ σὲ κά­νει νὰ νο­μί­ζεις πὼς πρέ­πει νὰ ζή­σεις αἰ­ώ­νια, ­τσι καὶ τὸ Φθι­νό­πω­ρο σὲ κά­νει νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πὼς ζω­ φτε­ρου­γί­ζει μα­κριὰ καὶ νοῦς δὲν ­χει φτά­σει ­κό­μη στὴν πλή­ρη του ­ρι­μό­τη­τα οὔ­τε στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς φι­λό­δο­ξης δι­α­νο­η­τι­κῆς του καρ­πο­φο­ρί­ας. ­σως εἶ­ναι τὸ ἄγ­γιγ­μα τοῦ χει­μώ­να ­λό­γυ­ρα στὴν ­τμό­σφαι­ρα ποὺ σὲ κά­νει νὰ σχε­διά­ζεις δι­ά­φο­ρα με­γα­λό­πνο­α γιὰ τὰ ­τέ­λει­ω­τα βρα­δι­νά του Νο­εμ­βρί­ου, δει­λι­νὰ ποὺ τό­σο μα­κραί­νουνΘὰ μά­θεις ­σως Ρω­σι­κά, κά­τι πιὸ ξωτικό­ρα­βι­κά, θὰ δι­α­βά­σεις ­λα τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπαλ­ζάκ­νει­ρα πὼς θὰ με­λε­τή­σεις Περ­σι­κὰ μὲ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ πρό­θε­ση νὰ με­τα­φρά­σεις τὰ Ρουμ­πα­γιὰτ τοῦ ­μὰρ Κα­γιὰμ στὰ μα­κριὰμα­κριὰ σού­ρου­πα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου

Τὰ ποι­ή­μα­τα γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο ποὺ δι­α­λέ­ξα­με —ἀ­νά­με­σα στὰ τό­σα πολ­λὰ— δὲν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σαν τὰ πα­ρα­πά­νω, λό­για κά­ποι­ου μᾶλ­λον χι­ου­μο­ρί­στα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τή­ρη­σή του γιὰ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ὅ­λοι μοι­ρα­ζό­μα­στε ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διά: τὸν Νο­έμ­βρη σκο­τει­νιά­ζει πο­λὺ νω­ρὶς καὶ πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἐ­νῶ τὰ σού­ρου­πα μοιά­ζουν νὰ σέρ­νον­ται ἀ­τέ­λει­ω­τα. Τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς ἀν­θό­λο­γη­σης, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­μη­λό­φω­να, ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­να­τρι­χιά­σμα­τα, ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­παρ­ξια­κὸ ρί­γος – κι ἂς εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς οἱ ἐ­πο­χές, οἱ ἡ­λι­κί­ες καὶ τὸ φύ­λο τῶν ποι­η­τῶν. Ὁ Ἔν­του­αρντ Τό­μας, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­γρα­ψε σ’ ἕ­να πε­ζό του γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο, μιὰ μέ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κι ἐ­ρη­μι­κὸ σπι­τά­κι γνω­στό του ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι ὅ­ταν ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο πα­πα­ροῦ­νες. Τώ­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά, ὅ­πως καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λου­λού­δι, κι ὁ κό­σμος was very little in a lasting mist… Ση­μεί­ω­σε λοι­πὸν στὴ συ­νέ­χεια τῶν στο­χα­σμῶν του:

Κοι­νό­το­πο πὼς κα­θέ­νας μας εἶ­ναι μό­νος, πὼς κά­θε κομ­μα­τά­κι γῆς ὅ­που κά­θε ἄν­θρω­πος στέ­κε­ται εἶ­ναι ἕ­να ἔ­ρη­μο νη­σὶ μὲ πα­τη­μα­σι­ὲς ἄ­γνω­στων πλα­σμά­των σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­κτή. Μιὰ ἢ δυ­ὸ φο­ρὲς σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζωὴ ἀ­να­φω­νοῦ­με πὼς γνω­ρί­ζου­με τὰ πα­τή­μα­τα· βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ βάρ­κες ξέ­νων κα­θὼς βγαί­νουν στὴν ἀ­κτή· δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­χλὺ ἕ­να γει­το­νι­κὸ νη­σί, κι ἀν­θρώ­πους ποὺ μᾶς μοιά­ζουν νὰ κι­νοῦν­ται ἐ­κεῖ πέ­ρα. Τὴν ἴ­δια νύ­χτα ἡ πλημ­μυ­ρί­δα εἶ­χε σβή­σει κά­θε ἴ­χνος, καὶ νι­ώ­σα­με ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, δί­χως νὰ ση­κώ­σου­με κά­ποι­ο νω­θρὸ τη­λε­σκό­πιο κα­τὰ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, οὔ­τε κὰν μὲ σπου­δὴ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὴν ἄμ­μο στὰ πό­δια μας. (Ἀ­πὸ τὸ «St. Martin’s Summer», στὸ The Heart of England [J. M. Dent 1906], σελ. 131-132.)

Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ τοῦ Φθι­νό­πω­ρου, σὰν μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κα­τα­βα­σία πρὸς τὸν Ἅ­δη, εἶ­ναι ὁ μή­νας-μύ­η­ση στὸ ἐ­περ­χό­με­νο σκο­τά­δι τοῦ Χει­μώ­να, ποὺ στοι­χεῖ στὸ τέ­λος τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου τῶν αἰ­σθη­τῶν, στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς, τῆς ζω­ῆς μας. Αὐ­τὴ τὴν ἀ­πώ­λεια, στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς τοῦ Ἀν­θο­λο­γί­ου μας, τὴν ντύ­νουν εἰ­κό­νες τῆς φθί­νου­σας φθι­νο­πω­ρι­νῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς δη­λώ­νε­ται κά­πο­τε ρη­τὰ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ἴ­διας της ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ποὺ ἄλ­λο­τε ση­μαί­νε­ται πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ σὰν μιὰ ἐ­πι­στρο­φή, τοῦ πάν­τα συγ­κε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που, στὴ μη­τέ­ρα γῆ, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Χά­ου­σμαν γιὰ τὸν φί­λο του Ντίκ, καὶ ἄλ­λο­τε μὲ τὸν ψυ­χρὸ μη­δε­νι­σμὸ ἑ­νὸς τέ­λους δί­χως τί­πο­τε με­τά ποὺ μά­ται­α τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ «that’s life» προ­σπα­θεῖ νὰ ξορ­κί­σει, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ γιὰ τὴν για­γιὰ τοῦ φί­λου του.

Γιὰ τοὺς ἴ­διους τοὺς ποι­η­τές, ποὺ μο­να­δι­κή τους σχε­δὸν πα­ρη­γο­ριὰ ἔ­χουν τῶν στί­χων τους μιὰ ζω­ με­τὰ στὴ μνή­μη τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ δι­κός μας Τά­σος Λει­βα­δί­της εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, κα­θὼς ὁ «Ἄ­νε­μος τοῦ Νο­εμ­βρί­ου» στὰ Χει­ρό­γρα­φα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου του, συμ­πα­ρα­σύ­ρει στὸ πέ­ρα­σμά του καὶ ὅ­λα τα γρα­πτὰ ση­μά­δια τῆς ὕ­παρ­ξής τους:

Τώρα ὅμως βράδιασε. Ἂς κλείσουμε τὴν πόρτα κι ἂς κατεβάσουμε τὶς κουρτίνες
γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τῶν ἀπολογισμῶν. Τί κάναμε στὴ ζωή μας; Ποιοί εἴμαστε; Γιατί ἐσὺ καὶ ὄχι ἐγώ;

Καιρὸ τώρα δὲ χτύπησε κανεὶς τὴν πόρτα μας κι ὁ ταχυδρόμος ἔχει αἰῶνες νὰ φανεῖ. Ἄ, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
ποὺ τὰ πῆρε ὁ ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου […]

Ὥσπου στὸ τέλος δὲ μένει παρὰ μιὰ θολὴ ἀνάμνηση ἀπὸ τὸ παρελθὸν (πότε ζήσαμε;)
καὶ κάθε ποὺ ἔρχεται ἡ ἄνοιξη κλαίω γιατί σὲ λίγο θὰ φύγουμε καὶ κανεὶς δὲ θὰ μᾶς θυμηθεῖ.

(«Ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου»)

Κα­νείς;

Ὄ­χι! Θὰ φω­νά­ξει μιὰ ζεί­δω­ρη ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια, ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νό­πνευ­στο Ἄ­κρον τοῦ Ὀ­χά­ι­ο, ἡ Ρί­τα Ντάβ, ὅ­ταν ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ μιᾶς γερ­μα­νι­κῆς ποι­η­τι­κῆς μαυ­ρί­λας προ­γεύ­ε­ται μὲ τὸ κορ­μὶ καὶ τὴν ψυ­χή της τὸ Ἄ­κρον μιᾶς ἐ­περ­χό­με­νης Ἄ­νοι­ξης τοῦ με­τά καὶ τὸ ὑ­μνεῖ

μὲ ἕ­να φορ­τί­ο σαν­τού­ρια…

Ἔ­τσι τώ­ρα καὶ ἀ­πὸ μᾶς γιὰ τὴν Ἔ­λε­να:
ἂς εἶναι ἡ Ἄ­νοι­ξη τῆς Μνή­μης!

Ν.Κ. & Γ.Π.

(περισσότερα…)