μετάφραση

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Το ανεπούλωτο

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ίσως επειδή ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, έγραψε ένα ποίημα με το οποίο απευθύνεται στους συγχρόνους του που θα ζήσουν μετά από αυτόν: «Την ηλικία της αγάπης την άφησα στα πειθαρχικά κελιά/ Οι αρυτίδωτοι πόθοι της/ Τα φλογερά μάτια, τα καστανά μαλλιά/ Όλα μου τα έσβησε και τα ξερίζωσε η φυλακή/ Εκεί αναζητήστε τη χαμένη μου νιότη/ Τα όνειρά μου στάχτες και σκόνη». Σε αυτούς τους στίχους ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική αλήθεια που υπερκερνά τις παραπάνω εμβαθύνσεις σχετικά με τις στιγμές της απογοήτευσης και της εναντίωσής του στις επιβουλές του κακού που εντοπίζουμε σε μερικά ποιήματα ή της διαυγούς ταύτισης της τύχης με την επιλογή που εντοπίζουμε σε μερικά άλλα. Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, τα χρόνια που έζησε στη φυλακή -πάνω από τη μισή του ζωή- θα πρέπει να πέρασαν από μπροστά του σαν ένα βαθύ ρήγμα εντός του οποίου κατρακύλησαν σα σκόνη και στάχτες τα όνειρά του. Με αυτούς τους στίχους μοιάζει να μας απευθύνει έκκληση να στρέψουμε το βλέμμα μας στα βάθη αυτού του ρήγματος που είναι ακόμη εκεί. Αυτοί οι στίχοι μας προτείνουν να σκεφτούμε πως η ζωή δεν είναι απλώς ό,τι έκανε μέσα στα χρόνια ο άνθρωπος, ούτε ακόμη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι αναμνήσεις που αποκομίζουμε στο διάβα της. Η ζωή είναι επίσης όλα όσα ο κάθε άνθρωπος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, η ζωή είναι και τα όνειρα που κουβαλά τόσο καιρό και έχουν συνθλιβεί χρόνο με το χρόνο στη μυλόπετρα της «πορείας προς το θάνατο» και έχουν καταβυθιστεί σε αυτό το ρήγμα.

[…] (περισσότερα…)

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Βενιαμίν Φραγκλίνος, Ηθική τελείωση

Βενιαμίν Φραγκλίνος

Ηθική τελείωση

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

Memoirs_of_Franklin.jpgΠερίπου την ίδια εποχή συνέλαβα την τολμηρή και σοβαρή πρόθεση, να επιδιώξω την ηθική μου τελείωση. Ήθελα να κατορθώσω να ζω δίχως να διαπράττω ποτέ κανένα σφάλμα. ήθελα να υπερβώ κάθε τι το εκπορευόμενο από την παρακίνηση της φυσικής έφεσης, της συνήθειας ή της κοινωνίας. Επειδή ήξερα ή πίστευα ότι ήξερα τι είναι το σωστό και το λάθος, δεν έβλεπα γιατί δεν θα μπορούσα να κάνω πάντα το ένα και να παραλείπω το άλλο. Όμως σύντομα διαπίστωσα ότι είχα μπροστά μου μια αποστολή κατά πολύ δυσκολότερη απ’ όσο την είχα φανταστεί. Ενόσω επιστράτευα όλη μου την επιμέλεια για να φυλαχτώ από το ένα σφάλμα, ένα άλλο ερχόταν συχνά να με αιφνιδιάσει. η συνήθεια έπαιρνε το πάνω χέρι μέσω της απροσεξίας και η έφεση ήταν συχνά ισχυρότερη από τη λογική. Ήρθα τελικά στο συμπέρασμα ότι η θεωρητική και μόνο πεποίθηση, πως είναι προς το συμφέρον μας να είμαστε απόλυτα ενάρετοι, δεν επαρκεί για να μας προφυλάξει απ’ τις κακοτοπιές και ότι έπρεπε να καμφθούν οι αντίθετες έξεις, να αποκτηθούν και να εμπεδωθούν στη θέση τους νέες καλές, προτού μπορέσουμε να επαφεθούμε με εμπιστοσύνη σε μια αγαθοεργή αλλαγή διαρκή και ομοιόμορφη. Για τούτο τον σκοπό επινόησα την ακόλουθη μέθοδο:

Στις διάφορες απαριθμήσεις των αρετών και των ηθικών προσόντων, όσες συνάντησα κατά τις μελέτες μου, βρήκα τον κατάλογό τους περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένο, ανάλογα με το αν οι εκάστοτε συγγραφείς είχαν συνοψίσει περισσότερες ή λιγότερες έννοιες κάτω απ’ το ίδιο όνομα. Η λιτότητα, για παράδειγμα, περιοριζόταν από τον ένα μόνο στο φαγητό και το ποτό, ενώ από άλλους διευρυνόταν τόσο, ώστε σήμαινε τον μετριασμό κάθε άλλης απόλαυσης, επιθυμίας και πόθου, κάθε ροπής ή πάθους σωματικού ή πνευματικού, αγγίζοντας μάλιστα και αυτό το πνεύμα και την φιλοδοξία μας. Αποφάσισα λοιπόν, χάριν σαφηνείας, ότι είναι καλύτερο να χρησιμοποιώ περισσότερες λέξεις συνδεδεμένες με λιγότερες ιδέες, αντί για λίγες λέξεις με πολλές ιδέες. Έτσι συνόψισα κάτω από δεκατρείς αρετές όλα όσα μου φαίνονταν εκείνη την εποχή αναγκαία ή επιθυμητά, και πρόσθεσα στη κάθεμιά τους ένα σύντομο επιμύθιο, που εξέφραζε την πλήρη έκταση που προσέδιδα στο περιεχόμενό της.

Οι ονομασίες των αρετών μαζί με τις εξηγήσεις τους ήταν:

  1. Λιτότητα. – Μην τρως μέχρι σκασμού, μην πίνεις μέχρι μέθης.
  2. Σιωπή. – Λέγε μόνο ό,τι μπορεί να οφελήσει τους άλλους ή εσένα τον ίδιο.απόφευγε ασήμαντες συνομιλίες.
  3. Τάξη. – Κάθε τι πρέπει να έχει τη θέση του, και κάθε μια από τις υποθέσεις σου την ώρα της.
  4. Αποφασιστικότητα. – Βάλε σκοπό σου να εκτελείς όσα οφείλεις να κάνεις.ολοκλήρωνε δίχως παραλείψεις ό,τι έβαλες σκοπό.
  5. Ολιγάρκεια. – Μην ξοδεύεσαι παρά μόνο για να κάνεις κάτι καλό σε άλλους ή στον εαυτό σου: τούτεστιν μην κάνεις σπατάλες.
  6. Φιλοπονία. – Φείδου χρόνου.κατάγινε πάντοτε με κάτι το χρήσιμο.απόφευγε κάθε ανώφελη δραστηριότητα.
  7. Φιλαλήθεια. – Μη καταφεύγεις σε επιβλαβείς εξαπατήσεις.να σκέπτεσαι άδολα και δίκαια, και όταν μιλάς, να μιλάς ανάλογα.
  8. Δικαιοσύνη. – Μη βλάπτεις κανέναν κάνοντάς του κακό ή παραλείποντας τις ευεργετικές πράξεις που αποτελούν χρέος σου.
  9. Μετριοπάθεια. – Απόφευγε τα άκρα.φυλάξου από το να παίρνεις τις προσβολές περισσότερο σοβαρά και να τις αισθάνεσαι περισσότερα βαθιά, απ’ όσο κατά την κρίση σου αξίζουν.
  10. Καθαριότητα. – Μην ανέχεσαι ακαθαρσία στο σώμα, τα ρούχα ή την κατοικία σου.
  11. Αταραξία. – Μη θορυβείσαι για μικροπράγματα ή για συνηθισμένα ή αναπόφευκτα ατυχήματα.
  12. Εγκράτεια. – Να επιδίδεσαι σπανίως σε γενετήσιες περιπτύξεις, μόνο για λόγους υγείας ή τεκνοποιητικούς, ποτέ μέχρι αναισθησίας ή αδυναμίας ή εις βάρος της δικής σου ή ξένης ψυχικής ηρεμίας ή καλής φήμης.
  13. Ταπεινοφροσύνη – Να μιμείσαι τον Ιησού και τον Σωκράτη.

TMM1_009_fc3337e6-e2f7-4d26-b475-a94411f278a0Επειδή η πρόθεσή μου ήταν να κάνω κτήμα μου όλες αυτές τις αρετές, θεώρησα σωστό να μην διασκεδάσω την προσοχή μου, αποπειρώμενος να τα κάνω όλα μονομιάς, αλλά να στρέφω κάθε φορά και για συγκεκριμένο διάστημα το βλέμμα μου μόνο σε μία απ’ αυτές, και μόνο αφού την κατακτούσα να προχωρώ σε μία άλλη και ούτω καθεξής, μέχρις ότου εξαντλήσω και τις δεκατρείς. Επειδή όμως η προηγούμενη ιδιοποίηση ορισμένων από αυτές τις αρετές, θα μπορούσε να διευκολύνει την απόκτηση και κάποιων άλλων, τις ταξινόμησα μ’ αυτήν την επιδίωξη με την σειρά που έχουν πιο πάνω. Η λιτότητα στην κορυφή, επειδή μας βοηθά να κατακτήσουμε εκείνη την νηφαλιότητα και καθαρότητα του νου, η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, όταν κανείς θέλει να μένει άγρυπνος και να έχει τα μάτια του άνοιχτα ενάντια στην ακατάβλητη έλξη των παλαιών συνηθειών και τη δύναμη των μονίμων πειρασμών. Από τη στγμή που η λιτότητα έχει κατακτηθεί και εμπεδωθεί, τότε η σιωπηλότητα γίνεται ευκολότερη.Όμως παράλληλα με την αύξηση της αρετής, η επιθυμία μου απέβλεπε και στην πρόσκτηση γνώσεων, και επειδή είχα συνειδητοποιήσει ότι οι γνώσεις αυτές αποκτώνται κατά τον διάλογο ευκολότερα όταν χρησιμοποιούμε το αυτί παρά τη γλώσσα, και καθώς ήθελα να ξεκόψω από μια έξη που είχα ιδιοποιηθεί, ήτοι της φλυαρίας, του αστεϊσμού και της ευφυολογίας, πράγματα που μ’ έκαναν αποδεκτό μόνο για ασήμαντες συναναστροφές, γι’ αυτό παραχώρησα στη σιωπή τη δεύτερη θέση. Προσδοκούσα ότι η αρετή αυτή και η επόμενη, η τάξη, θα μου άφηναν περισσότερο χρόνο, ώστε να επιδοθώ στις επιδιώξεις και τις μελέτες μου. Η αποφασιστικότητα, άπαξ και μου γινόταν συνήθεια, θα με στήριζε στην προσπάθεια μου να κατακτήσω και τις λοιπές αρετές. η ολιγάρκεια και η φιλοπονία έπρεπε να με απαλλάξουν από το υπόλοιπο των χρεών μου, να μου εξασφαλίσουν ευμάρεια και ανεξαρτησία και να μου καταστήσουν ευκολότερη την άσκηση της φιλαλήθειας, της δικαιοσύνης κ.ο.κ. Με την πεποίθηση ότι, σύμφωνα με την συμβουλή του Πυθαγόρα από τα «Ψήγματα χρυσού», θα ήταν απαραίτητη μια καθημερινή εξέταση, επινόησα την ακόλουθη μέθοδο για να δοκιμάζω τον εαυτό μου:

Πήρα ένα μικρό τετράδιο και αφιέρωσα σε κάθε μία των αρετών από μια σελίδα, χώρισα την κάθε σελίδα με ερυθρή μελάνη ώστε να έχει επτά στήλες, μία ανά ημέρα της εβδομάδας, και σημάδευσα κάθε στήλη με τα αρχικά της ημέρας. Διαίρεσα αυτές τις στήλες οριζοντίως με δεκατρεις κόκκινες γραμμές και έθεσα στην αρχή κάθε γραμμής τα αρχικά μιας από τις αρετές, ώστε μετά από επισταμένη εξέταση να μπορώ καθημερινά να σημειώνω εκεί και στην εκάστοτε στήλη μ’ έναν μαύρο σταυρό κάθε σφάλμα που τυχόν θα μου επέρριπτα, ως προς την εκάστοτε αρετή.

Πήρα την απόφαση να αφιερώσω την προσοχή μου διαδοχικά σε κάθε μία από αυτές τις αρετές επί μία ολόκληρη εβδομάδα. Έτσι την πρώτη εβδομάδα προσηλώθηκα κυρίως στην προσπάθεια να αποφύγω κάθε αθέτηση, όσο παραμικρή κι αν ήταν αυτή, του κανόνα της λιτότητας, εγκαταλείποντας τις υπόλοιπες αρετές στη συνήθη τους τύχη και σημειώνοντας μόνο κάθε βράδυ τα παραπατήματα της ημέρας. Αν την πρώτη εβδομάδα κατόρθωνα μ’ αυτό τον τρόπο να κρατήσω δίχως μαύρους σταυρούς την πρώτη μου γραμμή, που είχα αφιερώσει στη λιτότητα, τότε υπέθετα ότι ο εθισμός μου στην άσκηση αυτής της αρετής είναι τόσο ενισχυμένος και το αντίβαρό της τόσο εξασθενημένο, ώστε μπορούσα πια να αποτολμήσω να στρέψω την προσοχή μου στην αμέσως επόμενη και να επιδιώξω να κρατήσω την επόμενη εβδομάδα και τις δύο γραμμές χωρίς σταυρούς. Αν μ’ αυτόν τον τρόπο έφτανα ώς την τελευταία, τότε θα ήταν δυνατό σε δεκατρείς εβδομάδες να συμπληρώσω έναν πλήρη κύκλο και σε μια χρονιά τέσσερις. Και όπως αυτός που έχει να παραμερίσει τα ζιζάνια από τον κήπο του δεν προσπαθεί να απομακρύνει μονομιάς όλα τα αγριόχορτα, πράγμα που θα ξεπερνούσε τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του, αλλά δουλεύει κάθε φορά σε μια μονάχα βραγιά και μόνον αφού τελειώσει μαζί της καταπιάνεται με τη δεύτερη, έτσι κι εγώ, με το να απαλλάσσω σιγά σιγά τις γραμμές μου από τα μαύρα σημάδια, ευελπιστούσα ότι θα δρέψω την ενθαρρυντική ικανοποίηση της προόδου στο αγώνισμα της αρετής, ώσπου στο τέλος, και μετά από κάμποσους κύκλους καθημερινών δοκιμασιών επί δεκατρείς εβδομάδες τη φορά, να είμαι στην ευτυχή θέση να αντικρύζω ένα καθαρό τετράδιο.

Moρφή των σελίδων

koyts.png

 

Γιώργος Κεντρωτής, Laudatio για τον Aχιλλέα Κυριακίδη

Κυριακίδης

~.~

Σε περιστάσεις σαν και τη σημερινή είθισται η laudatio του τιμωμένου προσώπου να εκκινεί, αλλά και να εξικνείται σε λεπτομερείς απαριθμήσεις των συγγραφών και των εν γένει επιτευγμάτων του. Δηλώνω εξ αρχής ότι κάτι τέτοιο, ακόμα και αν το ήθελα, δεν θα το έκανα, διότι ο αρχικός θαυμασμός θα μετατρεπόταν γρήγορα σε πλήξη. Γι’ αυτό προτιμώ να πω απλώς ότι ο Αχιλλέας Κυριακίδης έχει μεταφράσει μέχρι σήμερα 127 βιβλία, έχει συγγράψει 15, έχει συμμετάσχει σε 23 συλλογικά έργα και έχει επιμεληθεί 48 εκδόσεις βιβλίων, μεταφράζει δε από τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα αγγλικά τόσο λογοτεχνικά έργα συγγραφέων που είναι πλέον κλασικοί ή και σύγχρονοί μας, όσο και έργα που έχουν σχέση με τον κινηματογράφο, καθώς ο ίδιος έχει διακριθεί και ως κινηματογραφιστής. Και αφού αναφέρω πρώτα τα ονόματα των Φλωμπέρ, Κορτάσαρ, Χεμινγουέυ, Κενώ, Περέκ, Εσνόζ, Σεπούλβεδα, Μοντιανό, Φουέντες, Ροθ και Κρούμυ, αποσιωπώ πολλά άλλα και κλείνω με το πολυτιμότατο όνομα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, με έργα του οποίου συστήθηκε το 1984 ως μεταφραστής και του οποίου θεωρείται ο κατ’ ουσίαν εισηγητής στην ελληνική επικράτεια των γραμμάτων.

Ο Αχιλλέας Κυριακίδης τιμάται σήμερα εδώ πρωτίστως για το μεταφραστικό του έργο. Η Κέρκυρα και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ως κληρονόμος και συνεχιστής της παράδοσης της Ιονίου Ακαδημίας, τον υποδέχονται με ιδιαίτερη χαρά, διότι στο πρόσωπό του δικαιώνονται απολύτως οι μόχθοι της επτανησιακής γραμματείας, όπως έχουν κατατεθεί ιστορικώς και όπως μελετώνται εμβριθώς μέχρι και τις μέρες μας με ήθος δημιουργικής συνέχειας. Ο Ιάκωβος Πολυλάς, επιστήθιος μαθητής του Διονυσίου Σολωμού, εμπέδωσε εδώ, στην Κέρκυρα, με το μεταφραστικό του έργο εκείνο το σημαδιακό ως διδαχή και ως επιδίωξη in modo misto genuinο του δασκάλου του, μεταφράζοντας εις είδος μιχτό αλλά νόμιμο τα ομηρικά έπη και τις τραγωδίες Άμλετ και Καταιγίδα του Σαίξπηρ και ορίζοντας έτσι, με την ύπατη δυνατή επισημότητα, τις απαρχές της ελληνικής μεταφραστικής. Στη αλυσίδα των σπουδαίων μεταφραστών, που κοσμούν τη νεοελληνική γραμματεία, εκεί που δένονται γερά και ακατάλυτα ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κοσμάς Πολίτης, ο Άρης Αλεξάνδρου και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, έρχεται να προστεθεί και ο κρίκος του Αχιλλέα Κυριακίδη, κι έτσι η πολύτιμη αυτή αλυσίδα γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή.

Και γίνεται ακόμα πιο πολύτιμη και ακόμα πιο γερή, όχι μόνο και όχι επειδή ο Κυριακίδης κομίζει στην οικεία τέχνη (όσο είναι τέχνη η μετάφραση) υψηλής κλάσεως μεταφράσματα, αλλά και πρωτίστως επειδή στα μεταφράσματά του αυτά κρύβονται ποικίλοι ατομικοί τρόποι αναγνώσεως των κειμένων που μεταφράζει. Κομίζει τη ματιά του ο Κυριακίδης στη μετάφραση, κομίζει το αναγνωστικό του ήθος τόσο ως τρόπο (ως modus) όσο και ως συνειδητή επιλογή (ως opinio). Και όπως ο τρόπος δεν είναι μόνο ο δρόμος, αλλά και το μέλος, η μελωδία, η ρυθμική αγωγή, με την οποία περπατιέται ο δρόμος… και όπως η συνειδητή επιλογή δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα αφ’ ενός υποκειμενικής πρόσληψης των ερεθισμάτων, που εκπέμπει το προς μετάφραση πρωτότυπο, και αφ’ ετέρου έλλογης άρθρωσής τους σε άλλο γλωσσικό σύστημα, έτσι και ο Κυριακίδης μάς γνωρίζει στα μεταφράσματά του πώς αυτός ο ίδιος δεξιώνεται ελληνοπρεπώς τα ξένα κείμενα που βρίσκει στους δρόμους που περπατάει. Και επειδή εκτός από τη γλωσσική του αφθονία, διακατέχεται και κυριαρχείται και από κινηματογραφικές τάσεις και από μουσικές διαθέσεις, έτσι οτιδήποτε εντάσσεται σε αυτό που ο Τσόμσκυ και οι θιασώτες του αποκαλούν δεξιότητα, όταν έρχεται η ώρα να αναφανεί το γλωσσικό επιτέλεσμα ως μετάφρασμα, τότε το προϊόν του λόγου είναι θαυμαστό: και, βεβαίως, το μετάφρασμα είναι ο ίδιος ο Κυριακίδης!

Ο μεταφραστής αποκωδικεύει το πρωτότυπο όχι με λεξικά και με μεταφραστικά εργαλεία, όπως πιστεύουν διάφοροι αφελείς και κατά κανόνα άπραγοι περί τα μεταφραστικά, αλλά με την προσληπτική ικανότητά του να αντιλαμβάνεται το ξένο ως οικείο και με την εν γένει κουλτούρα του, την οποία έχει ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμη, να ριχτεί στον αγώνα της μετατροπής του ξένου σε οικείο. Ο ορίζοντας της προσδοκίας τού μεταφραστή γίνεται στα χέρια του και ορίζοντας προσδοκίας του αναγνωστικού κοινού, καθώς ο μεταφραστής βλέπει μακρύτερα και διακρίνει καθαρότερα τα πράγματα, και τα εξηγεί, και τα ερμηνεύει. Λειτουργεί, δηλαδή, ως Ερμής: ως λόγιος και ως μεταφορέας, ως κοινωνός και μετακοινωνητής. Λειτουργεί με λέξεις, με verba που ομιλούνται σε κείμενα, τα οποία, όταν είναι μεταφράσματα, εμπεδώνουν αλλαγές, μεταβολές. Και μιας και αναφερθήκαμε στον Μπόρχες, μπορούμε εδώ να διαβάσουμε μαζί του τις δύο τελευταίες αράδες από τις Mutaciones, από τις Μεταλλαγές του, εκεί που λέει «no hay en la tierra una sola cosa que el olvido no borre o que la memoria no altere y […] nadie sabe en qué imágenes lo traducirá el porvenir»: «δεν υπάρχει στη γη ούτε ένα πράγμα», μας λέει ο Μπόρχες «που να μην το σβήνει η λήθη ή που να μην το μεταβάλλει η μνήμη, και […] κανείς δεν ξέρει σε τι εικόνες θα ρθεί να το μεταφράσει το μέλλον».

Η πρωτοτυπία του μεταφραστή Κυριακίδη έγκειται στο ότι έχει σαφή γλωσσική αντίληψη των σχέσεων που δημιουργούν τα πράγματα μες στις συναρτήσεις της λήθης και της μνήμης και προσπαθεί… και πολεμάει, καλύτερα, με όλη του τη λογοτεχνική ικμάδα και με την εν γένει παιδεία του να το μεταφράσει έγκυρα και να το αφήσει να ευδοκιμήσει, γνωρίζοντας ότι το απειλούν –και δεν θα πάψουν ποτέ να το απειλούν– οι άγρυπνες εχθρικές δυνάμεις του μέλλοντος χρόνου. Αγωνίζεται να επιβάλλει –για να αναφερθούμε και πάλι στον Μπόρχες– su música verbal, τη ρηματική μουσική του, αυτή τη μουσική που παράγεται από φθόγγους που απαρτίζουν λέξεις και ονόματα και δομούν τον λόγο του Φλωμπέρ ή του Καπότε ή του Αδόλφο Βιόυ Κασάρες όχι πλέον στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά, αλλά στα ελληνικά. Πρόκειται για τις μεταφράσεις του, για έργα διακριτά, που έχουν συγγραφέα, ναι συγγραφέα, το μεταφράζον υποκείμενο που τις επιτελεί, τον Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σε αυτή την επισήμανση έχοντας φθάσει θα θέλαμε να καταθέσουμε τις σκέψεις που μας έχουν γεννηθεί –ομολογουμένως εδώ και πολύ καιρό– μελετώντας μεταφράσματα σαν αυτά του Ιακώβου Πολυλά ή του Άρη Αλεξάνδρου ή του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Η μετάφραση είναι επιστήμη στο μέτρο που μπορεί να προσεγγισθεί επιστημονικά το αποτέλεσμα της, το κάθε μεμονωμένο μετάφρασμα δηλαδή, και να περιγραφεί με τους γενικώς ισχύοντες κανόνες της οικείας επιστήμης, που δεν είναι άλλη από τη Γλωσσολογία. Δεν συνιστά, όμως, επιστήμη –ούτε μπορεί να γίνει ποτέ– ως προς την εκπόνηση κανόνων του μεταφράζειν, που θα ισχύουν μάλιστα κατά παραδοχή γενικώς και διαχρονικώς. Ένας είναι ο Πολυλάς, ένας είναι ο Αλεξάνδρου, ένας είναι ο Κυριακίδης – για να μείνουμε στο παράδειγμά μας. Τούτο εξηγείται από το ότι στη μεταφραστική διαδικασία εμπλέκονται αποκλειστικώς και μόνο μία σταθερά, ήτοι το πρωτότυπο κείμενο, και άγνωστος μεν, μέγας δε αριθμός παραμέτρων, που σημαδεύουν καθοριστικά το μετάφρασμα και που –ενδεικτικώς και αδρομερώς– αφορούν αφενός τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες οπού επιτελείται η μετάφραση και αφετέρου το πρόσωπο του καθέκαστον μεταφραστή – πρόσωπο μοναδικό και μη αντικαταστατό μεν, αλλά μονίμως εν εξελίξει, μονίμως εν διαμορφώσει. Αλλά ακόμη και η σταθερά του υπαρκτού και αμετάβλητου πρωτοτύπου απολύει την ατρεπτότητά της από τη στιγμή που καθορίζεται από τον τρόπο αναγνώσεως του κειμένου από τον κάθε μεταφραστή, και ο οποίος τρόπος είναι δυνατόν να ποικίλλει ανά φυσικό μεταφραστή αναλόγως του είδους τού προς μετάφραση κειμένου. Έτσι ο Μπόρχες του Κυριακίδη είναι εν όλω ο Μπόρχες του Κυριακίδη, παναπεί ο ίδιος ο Κυριακίδης.

Η μεταφραστική διαδικασία, προϋποθέτουσα γλωσσική δεξιότητα, τείνει στην άρθρωση γλωσσικών επιτελεσμάτων, που έχουν αυστηρά ατομικό χαρακτήρα: αποτελούν γλωσσικά επιτελέσματα αφορώντα συγκεκριμένον κάθε φορά μεταφραστή, καθόσον μέσα στην κάθε γλωσσική κοινότητα ούτε λειτούργησε ποτέ ούτε λειτουργεί παραλλήλως κάποια μεταφραστική κοινότητα. Ο μεταφραστής είναι μονάδα· συλλογική μετάφραση δεν νοείται, ειμή μόνο κατ’ εξαίρεση – αλλά και εκεί τον ρόλο του μοναδικού μεταφραστή τον παίζει η συνισταμένη της εκπεφρασμένης συναίνεσης των μεταφραστών επί του τελικού μεταφράσματος.

Για τη μετάφραση έχουν, ως γνωστόν, διατυπωθεί πλείστοι όσοι ορισμοί, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει ότι δεν υφίσταται γενικώς ισχύων ορισμός της. Αποτελεί αφόρητη κοινοτοπία μεν, πλην όμως αντικατοπτρίζει πιστά την αλήθεια ο στεγνός και στενότατος εκείνος ορισμός που θέλει τη μετάφραση έγγραφη μεταφορά ενός ήδη υπάρχοντος κειμένου από μια φυσική γλώσσα σε μία άλλη φυσική γλώσσα. Όσο άγευστος και αν είναι ο ορισμός αυτός, τόσο επιβεβαιώνει (και με τη λιτότητά του) την ορθότητα περί τα πράγματα τα μεταφραστικά. Αν μπορεί να προστεθεί κάτι σε αυτόν, χωρίς να του καταστρέφει τη στρογγυλότητα είναι τούτο: η μετάφραση αφορά μεν κείμενο συνταγμένο στη γλώσσα αφετηρίας, επιτελείται όμως σύμφωνα με τους κανόνες της γλώσσας αφίξεως. Επειδή, όμως, και τούτο το τελευταίο δεν είναι απόλυτο, μπορούμε να πούμε ότι η ισχύς του εκτείνεται όσο του επιτρέπει η έκφραση «κατά κανόνα». Αφοριστικά, αλλά καθόλου μακριά από την ορθότητα και την αλήθεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μετάφραση είναι «έργον μεταφραστού», κάτι που ήδη τονίσαμε, για να το εξάρουμε, σε περιπτώσεις σαν αυτή του Αχιλλέα Κυριακίδη. Μέσα στην εγγενή πλατωνικότητα του ειρημένου αφορισμού χωράει, ωστόσο, πλήθος μέγα προσεγγίσεων, ακόμα και των πλέον ετερόκλητων, από την μαρξική ιστορικοϋλιστική κοινωνική ουσίωση ενός κειμένου και σε άλλη γλώσσα πλην αυτής του πρωτοτύπου του, έως και την βιτγκενστάινεια γλωσσοπαιγνιώδη παγίωση ενός γλωσσικού αγώνα – αρκεί να βρεθεί ο επί τούτω κατάλληλος μεταφραστής, επιστήμων και τεχνικός, αλλά και μητιόεις χειριστής… δηλαδή ο μαγγιώρος χειριστής των ήδη υφισταμένων λεξικών εργαλείων, αλλά και επινοητής νέων μέσων που θα (του) διευκολύνουν την επανάρθρωση του χρονικώς παλαιότερου πρωτοτύπου κειμένου σε φρέσκο μετάφρασμα, προκειμένου να καταστήσει εφικτή την επικοινωνία του κοινού αφίξεως με γλωσσογενή προϊόντα που έχει ήδη γνωρίσει ιστορικώς το κοινό αφετηρίας.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να διαβάσουμε, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη από το Ιστορίας Πρότυπον του Ραιημόν Κενώ το ακόλουθο απόσπασμα, διευκρινίζοντας ότι όπου ακούμε τη λέξη «Ιστορία», μπορούμε να την αντικαθιστούμε με τη λέξη «Μετάφραση». Ιδού τι μας λέει ο Κενώ:

Η Ιστορία δεν επιτρέπει το προβλέπειν, το ενεργείν, το επηρεάζειν τα γεγονότα. Δεν είναι επιστήμη. Παραμένει σ’ ένα επίπεδο ποιοτικό, αλχημικό, αστρολογικό. Δεν είναι παρά μια απλή αφήγηση, που συνοδεύεται από ποιοτικές κρίσεις και μια τυφλή αναζήτηση αιτίων. Είναι μια συγκεχυμένη επιστήμη. Μόνο αν διευρύνεις αυθαίρετα τον όρο «επιστήμη», μπορείς να τη χαρακτηρίσεις έτσι.

Ο μεταφραστής γίνεται έτσι, λοιπόν, όχι μόνο ρέκτης και πλάστης γλωσσικών αγαθών από γλώσσα σε γλώσσα, αλλά και χαλδαίος καταλύτης της απαραίτητης «χημικής» αντίδρασης που πρέπει να γίνεται, όποτε έρχονται σε επαφή δύο γλώσσες. Εδώ θα πω ότι όποιος έχει διαβάσει τις «Ασκήσεις ύφους» του Ραιημόν Κενώ, όπως τις μετάφρασε ο Κυριακίδης, γνωρίζει ότι τα λόγια που ακούστηκαν ώς τώρα δεν είναι καθόλου υπερβολικά. Επί πλέον, το ότι κάποιος γνωρίζει –όσο καλά και αν γνωρίζει– μία ξένη γλώσσα, αυτό δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι ο συγκεκριμένος γνώστης είναι και καλός μεταφραστής. Το ότι απαιτείται η καλή γνώση της «ξένης» γλώσσας δεν αμφισβητείται· παραλλήλως, όμως, απαιτείται όπως συμπίπτουν στο πρόσωπο του μεταφραστή και αρκετές ικανότητες που εξικνούνται πέραν της απλής καλής γνώσεως μιας ξένης γλώσσας. Ο μεταφραστής πρέπει να ξέρει να βλέπει την ξένη γλώσσα μέσα στο σύστημα της δικής του, της μητρικής του γλώσσας: να είναι σε θέση να προβαίνει σε συντακτικές συστοιχήσεις, να αναγνωρίζει πραγματολογικά δεδομένα, να επινοεί υφολογικές αποκρίσεις και, εν πάση περιπτώσει, να υπηρετεί με κατά περίπτωση επιστρατευόμενη εφευρετικότητα, και όχι με πρεταπορτέ συνταγές, την ισοσθένεια των κειμένων του πρωτοτύπου και του μεταφράσματος ενεργοποιώντας αποκωδικεύσεις του πρωτότυπου κειμενικού υλικού και συντονίζοντας ανακωδικεύσεις του στο μετάφρασμα, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη του όλο το πλέγμα της κουλτούρας αφίξεως και των ευρύτερων δυνατοτήτων που επί τόπου του παρέχει. Τέτοιος αποκωδικευτής / ανακωδικευτής είναι ο Αχιλλέας Κυριακίδης.

Γι’ αυτό και, τούτων ούτως εχόντων, με τη γραφίδα και το πληκτρολόγιο τού Κυριακίδη η μετάφραση, ως διαδικασία και αποτέλεσμα, αναδεικνύεται σε πολιτιστικό συμβεβηκός και αποτελεί εμπέδωση του αλλότριου γλωσσικού κειμένου σε οικείο και ομιλούν γλωσσικό κείμενο, που μιλάει τη γλώσσα και επικοινωνεί με τη γλώσσα του μεταφραστή, του διακριτού και μοναδικού μεταφραστή: του Αχιλλέα Κυριακίδη εν προκειμένω.

Ο ιδεϊκός μεταφραστής δεν υπάρχει, ούτε τον έχει ανάγκη –αν μπορούμε να το διατυπώσουμε έτσι– η μετάφραση. Όπως επίσης δεν υπάρχει ο παμμεταφραστής. Υπάρχει απλώς ο καθέκαστον μεταφραστής, το ατομικώς ομιλούν και μεταφράζον υποκείμενο, το οποίο κινεί ένα πολιτιστικό δρώμενο με πρώτιστο τελικό σκοπό του, όπως εκφραστεί αυτό το ίδιο, και επί μέρους σκοπούς πάρα πολλούς, που όμως δεν είναι σχεδόν ποτέ ορατοί. Εκφραζόμενος δια της μεταφράσεως ο μεταφραστής εκφράζεται ως sujet parlant, ως ομιλούν υποκείμενο, και δη επεμβαίνοντας (του παίζειν χάριν) με το γλωσσικό του όργανο και τις όποιες δυνατότητές του στην ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα, προκειμένου να την αλλάξει… να τη μεταλλάξει. Στο μεταφραστικό παιχνίδι του δεν εμπλέκονται μόνο οι νεολογικές του συνεισφορές, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε εδώ κάποιος να υποθέσει, αλλά και οποιαδήποτε λογική δράση του, επιτυχής ή ατυχής, ορθή ή εσφαλμένη, κανονική ή κατ’ εξαίρεσιν, μέσα στον σωρό των λεξικεύσεων ή άπαξ κ.ο.κ. Έτσι ο μεταφραστής γίνεται αρωγός του γλωσσολόγου, αν όχι και γλωσσολόγος ο ίδιος.

Η κάθε μετάφραση, ως υλικό μετάφρασμα, προσφέρει στον γλωσσολόγο πλούτο γλωσσικών επιτευγμάτων που παρήχθησαν όχι πρωτογενώς, αλλά από αφορμή ενός πρωτογενώς παραχθέντος κειμένου. Ο γλωσσολόγος, πέρα από τις όποιας φύσεως αντιπαραβολικές συγκρίσεις, στις οποίες μπορεί να επιδοθεί, έχει μπροστά του το αποτέλεσμα ενός διαγλωσσικού διαλόγου και καλείται να το εκτιμήσει εν όλω ή εν μέρει, αναλόγως τού προς τα πού ο ίδιος κατευθύνει τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του. Οποιαδήποτε κατεύθυνση, όμως, και αν επιλέξει, δεν μπορεί παρά να έχει ως σημείο εκκινήσεώς του την κάθε λέξη του μεταφράσματος, τόσο χωριστά όσο και στη συνύφανσή της στο κειμενικό περιβάλλον όπου έχει ενταχθεί, αλλά και στην αναφορά της στο εν γένει πολιτιστικό περιβάλλον που την έχει υποδεχθεί… που τη δεξιώνεται ως εν τοις πράγμασι απόδοση μιας συγκεκριμένης ξένης λέξης ή φράσης ή πρότασης.

Η μετάφραση αποτελεί παγκόσμια πρακτική – από αιώνων δε. Απλώς κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεφύγει σχεδόν τελείως από τις προδιαγραφές ενός ειδικού ενδιαφέροντος ή μιας οσοδήποτε «επιστημονικής» ενασχόλησης και έχει γίνει και επάγγελμα και παραγωγική διαδικασία. Και έτσι όμως παρουσιάζει επιστημονικό ενδιαφέρον. Με μεταφραστές σαν τον Κυριακίδη, μάλιστα, φτάνει στην παραγωγή έργων τέχνης… πρωτότυπων έργων λόγου. Η πολυπλοκότητα του χαρακτήρα της τρομάζει μόνο τους αφελείς και τους μη συνειδότες. Οι νηφάλιοι μελετητές του μεταφραστικού φαινομένου γνωρίζουν ότι οι όποιες μεταφραστικές νεοπλασίες και τα όποια μεταφραστικά «λάθη» επ’ ουδενί απειλούν την γλώσσα αποδοχής, ιδίως επειδή αναλογίζονται πόσα και πόσα λάθη (και μεταφραστικά) έχουν καταστεί από αιώνων γλωσσική χρήση και δεν ενοχλούν το γλωσσικό αίσθημα κανενός χρήστη. Όπως επίσης γνωρίζουν ότι καμία γλώσσα δεν απειλείται από την δια της μεταφράσεως εισαγωγή ξένων τρόπων συντάξεως – η δια της ξενιστικής οικείωση και η απόρριψη όσων από αυτούς δεν καταφέρουν να γίνουν χρήση απλουστεύει τελείως τα πράγματα. Νόμος της ζωής, άρα και της γλώσσας είναι η επανάληψη και η αδιάλειπτη αλλαγή: η πρώτη σαν μίμηση και η δεύτερη σαν αδιάκοπη ροή. Μας το θύμισε παραπάνω ο Μπόρχες. Η μετάφραση συντελεί στην αλλαγή αυτή δια της καταθέσεως λεκτικού (διάβαζε: πολιτιστικού) πλούτου που είτε θα επενδυθεί και θα πιάσει τόπο είτε θα σπαταληθεί χωρίς αποτέλεσμα. Σημασία έχει να υπάρχει γλωσσικό χρήμα προς χρήσιν και να ρέει. Κανονικώς όλα τα άλλα είναι εκ περισσού και μπορούν να ληφθούν υπόψη ή να απαλειφθούν αζημίως.

Δικαίως και παναξίως τιμάμε σήμερα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον άοκνο μεταφραστή, τον Ερμή και ζωντανό θρύλο της μετάφρασης, απονέμοντάς του τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορος του Τμήματος Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας. Και είμαστε υπερήφανοι που από του νυν τον έχουμε εταίρο μας. Αλλά, προτού κλείσουμε, ας τον αφήσουμε να μας μιλήσει για τότε που πρωτοδιάβασε τον Μπόρχες στα αγγλικά:

[…] άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου [των Λαβυρίνθων], προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

Ήδη η μισή μεταφραστική δουλειά είχε γίνει – με τρόπο εικαστικό! Η άλλη μισή έγινε με καταβολή τεράστιου μόχθου. Και ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μπόρχες, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, από τον σημαδιακό Επίλογο του El hacedor, του Δημιουργού:

Ένας άνθρωπος βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους, καράβια, νησιά, ψάρια, σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του.

Ecce homo – ο Αχιλλέας Κυριακίδης!

Κέρκυρα, 5 Δεκεμβρίου 2018

~.~

Κεντρωτής

Υπέρ Κεντρωτή λακτίζειν

κεντρωτ

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Ως συνήθως, η τελευταία μετάφραση του Κεντρωτή προκάλεσε πυρ ομαδόν. Ώς και καθηγητές της μετάφρασης ή της φιλολογίας βάλθηκαν να επιχειρηματολογούν ότι χρειάστηκαν λεξικό (των ελληνικών) για να παρακολουθήσουν τη μετάφραση, αλλά και ότι ο Κ. κάνει επιλογές που δεν δικαιολογούνται από «το λεξικό» (των γαλλικών).

Θα ήταν δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι ο Κ. καταφεύγει συστηματικά σε λογής-λογής ιδιωματικούς τύπους, συχνά αναντίστοιχους με το ύφος του πρωτοτύπου. Είναι όμως αξιοπερίεργο πώς τόσοι και τόσοι φιλαναγνώστες και φιλολογούντες δεν εννοούν να εννοήσουν ότι αν όχι ρητά, τουλάχιστον προγραμματικά ο Κ. δίνει μεταφράσεις σε στυλ παρόμοιο με εκείνο των δικών του ποιημάτων. Θα έπιανε κανείς με την ίδια άνεση να κατακρίνει γι’ αυτό και παλιούς λογοτέχνες «του Κανόνος»; ‘Η μόνον οι νεκροί δεδικαίωνται για τέτοιες ιδιοτροπίες, οπότε θα πρέπει να … πεθάνει ο άνθρωπος για να αξιολογηθούν οι μεταφράσεις του σε σχέση με το καθαυτό λογοτεχνικό του έργο;

Πέρα όμως από την ιδιαίτερη περίπτωση του λογοτέχνη που κάνει και μεταφράσεις, τίθεται ένα ευρύτερης εμβέλειας ερώτημα: όλοι όσοι μεταφράζουν σήμερα γνωστά, «κλασικά» κείμενα που έχουν ήδη μεταφραστεί (και θα μεταφραστούν ξανά και στο μέλλον) οφείλουν δηλαδή να μοιράζονται τα ίδια μεταφραστικά ιδεώδη πιστότητας, ακρίβειας, οικειότητας και κοινοχρησίας; Αν κάποιες μεταφράσεις που ήδη υπάρχουν και κυκλοφορούν είναι πιο κοντινές τόσο στο πρωτότυπο όσο και στο τρέχον γλωσσικό αίσθημα, όπως γράφεται, μα … ακριβώς, ένας λόγος παραπάνω για να γίνονται και μεταφράσεις με στοχεύσεις διαφορετικές, μεταφράσεις που παρεκκλίνουν από ένα consensus το οποίο ήδη υπηρετείται, υποτίθεται, ικανοποιητικά.

Αυτά όμως φαντάζουν υψηλές θεωρίες μπροστά στα επιχειρήματα δίκην αυτοτρικλοποδιάς που βλέπουμε να αντιτείνονται. Είναι δυνατόν επαγγελματίες του λόγου να ισχυρίζονται σοβαρά ότι χρειάζονται λεξικό για λέξεις όπως (επιλέγω από παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, από αξιόλογη μάλιστα ομότεχνο του κρινόμενου) μπαίγνιο, ξεδιψάστρα, άμιχτη, νέρινη, κατάρατες, σκιώσεις, ασκημιά, δισκοποτήρι, ντροπαλότη, γεροσύνη, αβυσσωμένα, αστερωμένα, ανάπνια, εχτύπαε, εκάπναε, ήμπαν, εγέλααν, πλέχουν, ευώδα, όμμα, βένθη, χορεία, δεσμωτεία, φιλόψογα, έμφοβα, αείζωο, πανόλβιος, ασπαίρον, έμπλεες, πυρφόρες, ατύπτως, αδολέσχως, επειράσθη, εκπτύσσεται, συγχρώνται, μαρμαίρουν, μεθύσκει, στίζει, σπένδουν, εμπεδούνται; Ο άλλος δε ισχυρισμός, ότι ανοίγουμε λεξικό και για το «μπονζούρ», δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι οφείλουμε κατόπιν και να το μεταφράσουμε μόνο με ό,τι βρούμε στο λήμμα: το λεξικό δεν το φτιάχνουν τίποτα θεότητες, αλλά ακόμα κι αν έχει ερμηνεύματα σπάνιας ευστοχίας, θα έχει αυτονόητα και περιορισμούς λόγω του όποιου μεγέθους του. Είναι αφελές να περιμένει κανείς ότι ένα λεξικό, ακόμα και το πληρέστερο και πλέον έγκυρο, θα καταγράφει όλες τις δυνατές σημασίες ή αποχρώσεις που μπορεί να πάρει μια λέξη ή έκφραση, ώστε να μπορεί να ανακηρυχθεί κύφων πομπεύσεως ατάκτων μεταφραστών.

Η πληθωρική ανακυκλοφόρηση ξεχασμένων τύπων, που ως επί το πολύ εγγράφονται πλέον στο λεγόμενο παθητικό λεξιλόγιο των περισσότερων αναγνωστών, ασφαλώς δεν συνιστά πρακτική που θα πρέπει να ακολουθήσει για οποιαδήποτε κείμενα σύσσωμη η μεταφραστική κοινότητα. Όμως προέχει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επίκληση ενός προτάγματος στυλιστικής ομοιογένειας, μέσω της αλγοριθμικής τυποποίησης της μετάφρασης, εκβάλλει σε έναν γλωσσικό ορίζοντα όπου η πολλή συμμόρφωση θα γίνει στενός κορσές.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

ΥΓ. Όχι, δεν με ενθουσιάζουν οι μεταφράσεις του Κεντρωτή, όμως φρονώ πως ζητούν άλλη αντιμετώπιση, έστω και μόνον ως παράρτημα του έργου ενός από τους καλύτερους σημερινούς ποιητές μας.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Ημερολόγιο: Επιλογή κειμένων (2/3)

(Επιλογή κειμένων, Μετάφραση: Χρήστος Γροσδάνης)

Για το διανθρώπινο και τη φόρμα.

Γκομπρόβιτς

Ι. Εξηγούσα μια μέρα σε κάποιον ότι, για να καταλάβει το πραγματικά κοσμικό νόημα που έχει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, πρέπει να φανταστεί την παρακάτω σκηνή: βρίσκομαι απολύτως μόνος στην έρημο· δεν έχω δει ποτέ ένα ανθρώπινο ον, δε διανοούμαι καν ότι η ύπαρξη ενός άλλου ανθρώπου είναι δυνατή. Τότε, στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται ξαφνικά ένα ον ανάλογο το οποίο, χωρίς να είναι εγώ, είναι η ίδια αρχή ενσαρκωμένη σ’ ένα ξένο σώμα, κάποιος απαράλλακτος κι όμως διαφορετικός· και να που εγώ αρχίζω να αισθάνομαι μ’ έναν μαγικό τρόπο πλήρης και ταυτόχρονα επώδυνα διχασμένος. Εντούτοις, τα πάντα είναι υποταγμένα σε μια μοναδική αποκάλυψη: ιδού που βρήκα το φως, έγινα απρόβλεπτος για μένα τον ίδιο, όλες μου οι δυνατότητες πολλαπλασιάστηκαν από την επαφή μου με αυτήν τη νέα δύναμη, ξένη και ταυτόχρονα όμοια, που με πλησιάζει σαν εγώ, ερχόμενος από έξω, να πλησίαζα τον εαυτό μου.

ΙΙ. Εάν το Φερντυντούρκε[1] αντιστέκεται τόσο πολύ στην ερμηνεία, αυτό συμβαίνει επειδή το βιβλίο μου εκφράζει μια ιδιαίτερη εικόνα του ανθρώπου. Πώς αυτοί – οι κριτικοί μου – αντιλαμβάνονται τον γκομπροβιτσιανό άνθρωπο στο έργο μου; Κι εγώ, πώς τον αντιλαμβάνομαι; Λένε – και έχουν δίκιο – ότι στο Φερντυντούρκε ο άνθρωπος δημιουργείται από τους ανθρώπους. Αλλά αυτό το εννοούν ως μια εξάρτηση του ατόμου από μια κοινωνική ομάδα η οποία του επιβάλλει τις συνήθεις της, το ύφος της, τις συμβάσεις της… Φτάνουν μάλιστα μέχρι να παρατηρήσουν ότι αυτό είναι μια αλήθεια τελείως αδιάφορη, μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνει πράγματα γνωστά.

Αλλά αυτό που δεν είδαν είναι ότι στο Φερντυντούρκε η διαδικασία διαμόρφωσης του ανθρώπου από τους άλλους ανθρώπους έχει συλληφθεί με τρόπο απείρως πιο μεγαλειώδη. Δεν αρνούμαι την εξάρτηση του ανθρώπου από το περιβάλλον του· όμως αυτό που είναι για μένα πολύ πιο σημαντικό και δημιουργικό στο καλλιτεχνικό πεδίο, βαθύτερο στο ψυχολογικό επίπεδο, πιο ανησυχητικό τέλος στο φιλοσοφικό πεδίο, έγκειται στο ότι ο άνθρωπος είναι το έργο ενός ατόμου, κάποιου άλλου, που μπορεί να συναντήσει τυχαία, την οποιαδήποτε στιγμή. Στο βαθμό που εγώ είμαι μονίμως για τον άλλο, δημιουργημένος για να με δει ο άλλος, προικισμένος με μια οριστική ύπαρξη μόνο από κάποιον και για κάποιον, και όπου υπάρχω ως φόρμα διαμέσου του άλλου. Δεν πρόκειται λοιπόν να πούμε ότι ένα συγκεκριμένο περιβάλλον μου επιβάλλει τις συμβάσεις του ή ακόμα, όπως το θέλει ο Μαρξ, ότι ο άνθρωπος είναι το προϊόν της κοινωνικής του τάξης· πρόκειται να δείξουμε την επαφή του ανθρώπου με τον όμοιο του και τον ξαφνικό, τυχαίο, άγριο χαρακτήρα αυτής της επαφής, να κάνουμε κατανοητό πώς από αυτές τις αναπάντεχες σχέσεις γεννιέται η Φόρμα, συχνά τελείως απρόσμενη, παράλογη. Εγώ ο ίδιος δεν έχω καθόλου ανάγκη τη Φόρμα, αυτή χρησιμεύει μονάχα στον άλλο για να με αντιληφθεί, να με νιώσει, να με δοκιμάσει. Δεν καταλαβαίνετε ότι μια τέτοια Φόρμα είναι πολύ πιο δυναμική από μια απλή κοινωνική σύμβαση; Ότι είναι ένα στοιχείο αδύνατο να κυριαρχηθεί; Όσο θα βλέπετε στο Φερντυντούρκε μια μάχη ενάντια στις συμβάσεις, το βιβλίο μου, ήρεμος ίππος, θα ακολουθεί την πεπατημένη· αλλά μόλις νιώσετε ότι σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει η δημιουργία του ανθρώπου από έναν άλλον άνθρωπο μέσα στους σπασμούς του βιαιότερου εναγκαλισμού, τότε θα εκτιναχτεί χλιμιντρίζοντας από το σπιρούνιασμα και θα σας μεταφέρει στη χώρα του Απροσμέτρητου. Φερντυντούρκε είναι περισσότερο μια φόρμα-ενέργεια και λιγότερο μια φόρμα-σύμβαση.

Λένε επίσης ότι στο Φερντυντούρκε (και στα άλλα βιβλία μου) μάχομαι το ψέμα και την υποκρισία… Ας το παραδεχτούμε. Αλλά αυτό δεν είναι εκ νέου μια απλοποίηση του ανθρώπου μου και των προθέσεων μου;

Διότι επιτέλους, ο άνθρωπος που προτείνω είναι δημιουργημένος από έξω, είναι στην ίδια του την ουσία μη-αυθεντικός, επειδή δεν είναι ποτέ ο εαυτός του, τίποτα περισσότερο από μια φόρμα που γεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους. Το «εγώ» του του δίνεται στη σφαίρα του «διανθρώπινου». Είναι ένας ηθοποιός αιώνιος, αλλά ένας ηθοποιός φυσικός, επειδή ό,τι τεχνητό έχει του είναι έμφυτο, αυτό είναι μάλιστα ένα από τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατάστασης· το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι είναι ηθοποιός, σημαίνει ότι προσομοιώνει τον άνθρωπο, ότι «κάνει σαν» να ήταν άνθρωπος δίχως στο βάθος να είναι, το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι υποδύεται τον άνθρωπο. Σ’ αυτές τις συνθήκες πώς να εννοήσουμε τη μάχη του Φερντυντούρκε μου ενάντια στη φάτσα και τη γκριμάτσα. Δεν πρόκειται καθόλου να συμβουλεύσουμε τον άνθρωπο ν’ αφαιρέσει τη μάσκα του (όταν πίσω από αυτήν τη μάσκα δεν υπάρχει πρόσωπο)· αυτό που μπορούμε να του ζητήσουμε είναι να συνειδητοποιήσει την απουσία αυθεντικότητας της κατάστασής του και να το ομολογήσει. Εάν είμαι καταδικασμένος σε τεχνάσματα, όλη μου η ειλικρίνεια συνίσταται στο να ομολογήσω ότι δεν έχω πρόσβαση στον εαυτό μου. Εάν αδυνατώ να είμαι ο εαυτός μου, δεν μπορώ να σώσω την προσωπικότητά μου παρά μονάχα μέσω της θέλησης μου να είμαι αυθεντικός, μιας επίμονης επιθυμίας που με ωθεί να δηλώσω ενάντια σε όλους «θέλω να είμαι ο εαυτός μου» και που αποτελεί μια εξέγερση τραγική και απελπισμένη ενάντια στην παραμόρφωσή μου. Δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου και όμως το θέλω, το οφείλω: είναι μια από αυτές τις αντιφάσεις που δεν κατορθώνουμε ποτέ να επιλύσουμε ούτε ν’ αμβλύνουμε… Εξάλλου μην περιμένετε από εμένα γιατρικά σε αρρώστιες αθεράπευτες. Το Φερντυντούρκε αρκείται στη διαπίστωση του εσωτερικού ξεσκίσματος του ανθρώπου – τίποτα περισσότερο.

~.~

Για την Πολωνία

 Η στάση μου απέναντι στην Πολωνία προκύπτει από τη στάση μου απέναντι στη φόρμα: θέλω να γλυτώσω από την Πολωνία, όπως γλυτώνω και από τη φόρμα, θέλω να υπερίπταμαι πάνω από την Πολωνία όσο και πάνω από το ύφος μου: εδώ, όπως και εκεί, η αποστολή μου είναι η ίδια.

Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνομαι Μωυσής. Διασκεδαστική, αλήθεια, αυτή η τάση της φύσης μου. Στα όνειρα μου φουσκώνω σα διάνος. Και γιατί λοιπόν, θα με ρωτήσετε, πιστεύτε ότι είστε ο Μωυσής; Πριν από εκατό περίπου χρόνια, ο Λιθουανός ποιητής[2] είχε σφυρηλατήσει τη φόρμα του πολωνικού πνεύματος· σήμερα, εγώ, ως άλλος Μωυσής, ελευθερώνω τους Πολωνούς από τις αλυσίδες αυτής της αρχαίας φόρμας, αναγκάζω τον Πολωνό να βγει από τον εαυτό του…

Η μεγαλομανία μου μ’ έκανε να γελώ μέχρι δακρύων! Εντούτοις, μια τέτοια αντινομία θεωρητικά δεν είναι τελείως αθεμέλιωτη, και θα ήμουν περίεργος να μάθω πόσοι εκλεκτοί από τα ωραία πνεύματα της ιντελιγκέντσια μας θα μπορούσαν να διαισθανθούν το αληθινό νόημα αυτής της διαδικασίας. Ότι δηλαδή αν ένας Πολωνός – ακριβώς επειδή μετά από μεγάλες προσπάθειες είναι υπερβολικά Πολωνός και τίποτα άλλο από Πολωνός – θέλησε ν’ απελευθερωθεί κατηγορηματικά από την «πολωνικότητα» του, μια τέτοια ιδέα διαμετρικά αντίθετη μονάχα ανάμεσά μας μπορούσε να γεννηθεί, λόγω της εξοργιστικής τυφλότητας που μας κάνει να παραμένουμε εθνικιστές. Αναρωτιέμαι επίσης, πόσα από τα προαναφερθέντα ωραία πνεύματα θα μπορούσαν ν’ αγκαλιάσουν τις τεράστιες δυνατότητες που μια τέτοια επανάσταση ανοίγει μπροστά μας, με την προϋπόθεση να βρούμε ανθρώπους αρκετά αποφασισμένους, αρκετά γενναίους για να την πραγματοποιήσουν. Τι ελευθερία αυτή η ειλικρινής δυναμική θεμελιωμένη σε μια ανανεωμένη στάση του Πολωνού απέναντι στον εαυτό του! Ονειρεύομαι καμιά φορά να βρω υποστηριχτές ικανούς να με διογκώσουν στα όρια ενός γεγονότος της ιστορίας μας, και δηλώνω ότι αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο: για μένα, πράγματι, η εμβέλεια του έργου εξαρτάται τόσο από αυτόν που το διαβάζει όσο και από αυτόν που το γράφει. Τα βιβλία θα μπορούσαν να ηχήσουν σαν τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, αν οι άνθρωποι ήθελαν να τα υψώσουν όρθια στον αέρα και να τ ’ακουμπήσουν στα χείλη τους! Κοιμήσου, τρομπέτα μου, εγκαταλειμμένη πάνω στην κοπριά απραγματοποίητων δυνατοτήτων!

Η κοπριά. Ιδού το πρόβλημα : στην κοπριά σας βρίσκονται οι ρίζες μου. Είμαι η ηχώ όλων των υπολειμμάτων που έχετε απορρίψει ανά τους αιώνες. Εάν η φόρμα μου είναι παρωδία φόρμας, τότε το πνεύμα μου είναι παρωδία του πνεύματος, το πρόσωπό μου παρωδία προσώπου. Φαίνεται πράγματι ότι δεν αποδυναμώνουμε τη φόρμα φέρνοντάς την αντιμέτωπη με μια άλλη φόρμα, αλλά απλά χαλαρώνοντας τη στάση μας απέναντί της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αν, τη στιγμή ακριβώς που χρειαζόμασταν επειγόντως έναν ήρωα, γεννήθηκε ένας κλόουν, ένας γελωτοποιός. Ένας γελωτοποιός συνειδητοποιημένος, άρα σοβαρός. Στη μάχη σας με το πεπρωμένο παίρνατε για πολύ καιρό τα πράγματα κατά γράμμα, ήσασταν υπερβολικά αφελείς. Ξεχάσατε ότι άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του, άλλα ότι παριστάνει τον εαυτό του. Ό,τι μέσα σας ήταν θέατρο και παιχνίδι ηθοποιού το πετάξατε στην κοπριά, προσπαθήσατε να το ξεχάσετε και ορίστε που σήμερα, κοιτώντας από το παράθυρο, βλέπετε ότι το δέντρο που φύτρωσε στην κοπριά είναι παρωδία δέντρου.

Εάν γεννήθηκα – τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο –, γεννήθηκα για να ξεσκεπάσω το παιχνίδι σας. Τα βιβλία μου δεν έχουν στόχο να σας πουν «γίνε αυτός που είσαι!», αλλά «παριστάνεις ότι είσαι αυτός που είσαι». Θα ήθελα μέσα σας να γίνει γόνιμο αυτό ακριβώς που είχατε θεωρήσει μέχρι τώρα τελείως στείρο, ακόμα και ντροπιαστικό. Εάν μισείτε σε τέτοιο βαθμό το παιχνίδι του ηθοποιού, αυτό συμβαίνει επειδή το φέρετε μέσα σας· για μένα, το παιχνίδι του κωμωδού γίνεται το κλειδί της αλήθειας και της ζωής. Εάν η ανωριμότητα σας προκαλεί αποστροφή, αυτό συμβαίνει επειδή τη φέρετε μέσα σας· για μένα η πολωνική ανωριμότητα καθορίζει όλη μου τη στάση απέναντι στην κουλτούρα. Από το στόμα μου σας μιλά η νιότη σας και η επιθυμία σας να παίξετε, η ευλυγισία σας, ό,τι μέσα σας είναι ελαστικό, φευγαλέο, ακαθόριστο… αυτό που μισείτε, αυτό που απαρνείστε…, ενώ μέσα μου ελευθερώνεται ο κρυμμένος Πολωνός, το alter ego σας, η ανάποδη όψη του νομίσματός σας, η κρυμμένη μέχρι σήμερα πλευρά της σελήνης σας. Πόσο θα ήθελα να σας δω συνειδητούς ηθοποιούς στο παιχνίδι τους!


[1] Πρώτο μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς δημοσιευμένο το 1937. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ.

[2] Εννοεί τον Μιτσκιέβιτς ( 1799-1855), Πολωνό ποιητή λιθουανικής καταγωγής.

~.~

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος ακολουθεί στις 16/11. Δείτε το πρώτο μέρος εδώ)

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Ημερολόγιο: Επιλογή κειμένων (1/3)

download

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΡΟΣΔΑΝΗ

~.~

Το έργο του Βίτολντ Γκομπρόβιτς είναι γνωστό στη χώρα μας. Τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του, μεταφρασμένα από τα Αγγλικά ή τα Γαλλικά, κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Το Ημερολόγιο του αντιθέτως, με εξαίρεση κάποια αποσπάσματα μεταφρασμένα από τον Δημήτρη Δημητριάδη υπό μορφήν προλόγου στην Πορνογραφία,[i] παραμένει άγνωστο. Η παρούσα μετάφραση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Να παρουσιάσει δηλαδή μια επιλογή κειμένων του Ημερολογίου, στα οποία ο μεγάλος Πολωνός μυθιστοριογράφος αποδεικνύεται εξίσου μεγάλος στοχαστής.

Το Ημερολόγιο αποτελεί καρπό της συνεργασίας του Γκομπρόβιτς με το πολωνικό περιοδικό Kultura, που εκδιδόταν στο Παρίσι από Πολωνούς μετανάστες. Η συγγραφή του ξεκίνησε το 1953 στο Μπουένος Άιρες και ολοκληρώθηκε στη Βανς της Γαλλίας το 1969. Απαγορευμένο στην Πολωνία επί κομμουνισμού, θα εκδοθεί στη χώρα του συγγραφέα του μόλις το 1986 – αν και κυκλοφορώντας παράνομα μέχρι τότε θα ασκήσει καταλυτική επίδραση στα πολωνικά γράμματα. Μεταφρασμένο σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες, κατέχει ξεχωριστή θέση στην ευρωπαϊκή γραμματεία του 20ου αιώνα.

Το  Ημερολόγιο μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός σ’ όλους αυτούς που γοητεύτηκαν και πιθανότητα χάθηκαν στο ομολογουμένως δύσκολο λογοτεχνικό έργο του Πολωνού συγγραφέα. Ο Γκομπρόβιτς δεν προτείνει φυσικά ερμηνείες των έργων του· «η τέχνη», γράφει στο Ημερολόγιο, «θέτει ερωτήματα, δε δίνει απαντήσεις». Εξηγεί πάντως κάποιες βασικές ανθρωπολογικές αντιλήψεις, οι οποίες διαπερνούν τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά του. Η κυριότερη από αυτές αφορά τη διανθρώπινη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης: ο άνθρωπος δε μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από την σχέση του με τον Άλλο. O Ρενέ Ζιράρ στο χώρο της λογοτεχνίας και ο Τζβετάν Τοντόροφ στο χώρο των ιδεών έδειξαν ότι κυρίαρχη τάση της σύγχρονής δυτικής σκέψης είναι να παραβλέπει το διανθρώπινο και να εκλαμβάνει το άτομο ως αυτόνομη και ανεξάρτητη μονάδα. Ορισμένοι μόνο μυθιστοριογράφοι και στοχαστές  συνειδητοποίησαν και πρόβαλλαν στο έργο τους το ρόλο που παίζει ο Άλλος στη συγκρότηση του υποκειμένου.[ii] Μεταξύ αυτών θα πρέπει να κατατάξουμε και τον Γκομπρόβιτς· η μυθιστορηματική του σκέψη του σε αυτό το πλαίσιο βρίσκει τη θέση της και γίνεται καλύτερα κατανοητή.

Έχοντας ως αρχή την παραπάνω ανθρωπολογική θέση, ο Γκομπρόβιτς διηγείται στο Ημερολόγιο τη διανοητική του περιπέτεια. Την ταραγμένη του σχέση με την Πολωνία, τις σκέψεις του για τη θρησκεία, την επιστήμη, την τέχνη, τη γλώσσα, τη νιότη και την πραγματικότητα. Την αμφιθυμία του απέναντι στα ρεύματα σκέψης που διαμόρφωσαν την εποχή του: κομμουνισμός, υπαρξισμός, στρουκτουραλισμός. Την απέχθειά του για τους μηχανισμούς της κουλτούρας οι οποίοι, θεοποιώντας την τέχνη και τον καλλιτέχνη, μετατρέπονται σε μηχανισμούς αλλοτρίωσης. Η ενότητα πίσω από την πραγμάτευση τόσο διαφορετικών θεμάτων θα πρέπει να αναζητηθεί τόσο στη γκομπροβιτσιανή ανθρωπολογία, για την οποία έγινε ήδη λόγος, όσο και σε μια άλλη θεμελιώδη τάση του έργου του: την απόσταση απέναντι στη Φόρμα. Σ’ οτιδήποτε (ιδεολογία, φιλοσοφία, στάση ζωής) επιβάλλει παγιωμένη μορφή σε σκέψεις, επιθυμίες, συμπεριφορές. Απόσταση που δεν αποσκοπεί να διασώσει κάποια υποτιθέμενη αυθεντικότητα στην οποία ο Γκομπρόβιτς δεν πιστεύει, αλλά ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος λίγη περισσότερη ελευθερία και ελαστικότητα συνειδητοποιώντας όλα όσα διαπερνούν και πλάθουν ακατάπαυστα την ύπαρξή του. «Μάταια ο Καμύ θέλει να βαθύνω τη συνείδησή μου» γράφει σχολιάζοντας τον Επαναστατημένο άνθρωπο, «Το πρόβλημά μου δεν είναι να την τελειοποιήσω, άλλα να ξέρω πριν απ’ όλα σε ποιο βαθμό η συνείδησή μου είναι δίκη μου».

Κάθε σελίδα του Ημερολογίου εμψυχώνεται από το διανοητικό θάρρος, τον φανατικό ρεαλισμό και την ακούραστη υπεράσπιση του ανθρώπινου εγώ ενάντια σε όλες τις παραμορφώσεις και τις αφαιρέσεις που το απειλούν. Χαρακτηριστικά που το καθιστούν ανάγνωσμα εξαιρετικά συναρπαστικό κι ωφέλιμο.

XΡΗΣΤΟΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ

[i] Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Η πορνογραφία, Νεφέλη, 2007.

[ii] Ρενέ Ζιράρ, Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια, μτφ. Κ. Κολλέτ, Ίνδικτος, 2001 |  Tzvetan Todorov, La vie commune. Essai d’anthropologie générale, Seuil, 1995. Σύμφωνα με τον Τοντόροφ, ο στοχασμός πάνω στο διανθρώπινο ξεκινά από τον Ρουσσώ, συνεχίζεται στο έργο του Χέγκελ και του Φόιερμπαχ και εκφράζεται κατά τον 20ό αιώνα,  μεταξύ άλλων, στο έργο του ψυχολόγου Άλφρεντ Άντλερ, του φιλοσόφου Μάρτιν Μπούμπερ, με τον οποίο ο Γκομπρόβιτς είχε σύντομη αλληλογραφία, και των κριτικών λογοτεχνίας Ρενέ Ζιράρ και Μιχαήλ Μπαχτίν.


~.~

(Επιλογή κειμένων, Μετάφραση: Χρήστος Γροσδάνης)

Witold-Gombrowicz-Diary-Cover-Image

α. Πρώτη εγγραφή στο Ημερολόγιο.

Δευτέρα
Εγώ

Τρίτη
Εγώ

Τετάρτη
Εγώ

Πέμπτη
Εγώ

 ~.~

β. Για τον ίδιο

Η ηγεμονικότητα μου, η ανεξαρτησία μου, ακόμα και η χαρούμενη αυθάδεια μου, ο γενικότερος ζαμανφουτισμός μου, η συνεχής προκλητικότητα μου, η αποκλειστική εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, όλα προέρχονται από την κοινωνική και γεωγραφική μου θέση. Ήμουν αναγκασμένος να μη λογαριάσω κανέναν, γιατί κανείς δε με λογάριασε. Διαμορφώθηκα μέσα σε μια απομόνωση σχεδόν απόλυτη· υποθέτω ότι λίγοι συγγραφείς έζησαν κάτι παρόμοιο. Ελάχιστα αναγνωρισμένος, αγνοημένος στην προπολεμική Πολωνία, έπειτα διαλυμένος από τον πόλεμο, στη συνέχεια ενταγμένος στη λίστα των απαγορευμένων συγγραφέων από το κομμουνιστικό καθεστώς, και τώρα, εδώ, στην Αργεντινή, μακριά από κάθε λογοτεχνικό σαλόνι, στερημένος ακόμα και από αυτήν την μικρή ομάδα φίλων καλλιτεχνών στο εσωτερικό της οποίας, στις ευρωπαϊκές πόλεις, ο πιο ασήμαντος μποέμ, καινοτόμος ή μοντερνιστής μπορεί να βρει καταφύγιο. Έγινα τολμηρός, επειδή δεν είχα τίποτα να χάσω: ούτε τιμές, ούτε κέρδη, ούτε φίλους. Έπρεπε να βρεθώ αντίκρυ στον εαυτό μου και να στηριχτώ στον εαυτό μου, γιατί δεν είχα κανέναν για να στηριχτώ. Η φόρμα μου είναι η μοναξιά.

~.~

(Το δεύτερο από τα τρία μέρη του αφιερώματος ακολουθεί στις 9/11. Δείτε το εδώ)

Ηλιόπετρα: Ένα αριστούργημα

του Τομάς Σεγόβια (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

a2f711de2827dc643b0256f8bb07a0e6Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να πει κανείς για την Ηλιόπετρα είναι πως πρόκειται για ένα έργο κορυφαίο, ένα αριστούργημα.

Στις μέρες μας, η δημιουργία ενός αριστουργήματος είναι τόσο δύσκολη όσο και παλιότερα, όμως σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εποχές, είναι επίσης και μια τρέλα. Μια τέτοια φιλοδοξία μπορεί να ενδιαφέρει μερικούς αφελείς, μερικούς χαρωπούς αδαείς, ενώ δεν είναι ούτε αφελής ούτε αδαής στόχος. Tο να θέλει κανείς να γράψει ένα τόσο φιλόδοξο έργο χωρίς να κρύψει τα σχέδιά του είναι κάτι που οι σοβαροί ποιητές αποφεύγουν, εδώ και πολύ καιρό. Φυσικά, καθένας από εμάς θα ήθελε να συγγράψει ένα αριστούργημα, ή και περισσότερα – όμως θα προτιμούσε αυτό να συμβεί ως αθέλητο αποτέλεσμα της εργασίας του, σαν μια κρυστάλλινη βροχή των έργων που πέφτουν από τα χέρια του, μια βροχή που ήρθε όταν ήδη τα έργα δεν ήταν πια στα χέρια του. Θα επιθυμούσαμε να είχαμε δημιουργήσει κορυφαία έργα, αλλά δεν επιθυμούμε να το κάνουμε – ονειρευόμαστε ότι θα γίνουν μόνα τους, χωρίς να λερώσουμε τα χέρια μας.

Η Ηλιόπετρα έχει ολοφάνερα τα σημάδια ενός τέτοιου σχεδίου. Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο σε αυστηρό κλασσικό μέτρο, με συμβολικά προκαθορισμένο αριθμό στίχων και με μια συντακτική δομή που μοιάζει με κύκλο – το ποίημα αυτό δεν προσποιείται μια ευτυχισμένη τύχη, μια δόξα που ο συγγραφέας πάντα δέχεται ως δική του, χωρίς να έχει τίποτα να χάσει αν τυχόν γκρεμιστεί στην αποτυχία. Ο Οκτάβιο Πας ποντάρει τα πάντα, την ίδια του τη ζωή. Ξέρει ότι η καταστροφή που ρισκάρει να πάθει δεν είναι τίποτα μπροστά στην άλλη, την αληθινή καταστροφή: εκείνη του να μην τολμάς να ρισκάρεις.

Αν είναι να σωθεί η Ποίηση, αυτό πρέπει να γίνει κυρίως μέσα από τους ποιητές που τη φέρνουν στη ζωή, γιατί δεν έχει καμία σημασία να σώσουμε μια ποίηση που έχουμε αφήσει να πεθάνει. Η Ηλιόπετρα δεν έχει την πρόθεση να αποτελέσει ένα αριστούργημα που έπεσε από τα σύννεφα, που χαρίστηκε στον ποιητή χωρίς εκείνος να δώσει τίποτα – ούτε όμως διαφεύγει από την άλλη πόρτα, την ψεύτικη πόρτα του θαυματοποιού: εκείνη που αφήνουν ανοιχτή τα έργα μιας προσποιητής βαθύτητας, έργα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα, ιδιωτική περιουσία, χώρος αποκλειστικά για εκείνον, αμόλυντη ξένη χώρα για την οποία δεν έχουμε καν το δικαίωμα να συζητάμε, ούτε βέβαια να μιλάμε την ερμητική της γλώσσα. Η Ηλιόπετρα είναι ένα ποίημα ζωντανό, και γι’ αυτό περιμένει όλη τη χάρη από τον ουρανό, αλλά δεν βασίζεται σ’ αυτήν. Τι άλλο θα ονομάζαμε έμπνευση, αν η λέξη αυτή δεν είχε ήδη καταστραφεί, περιγράφοντας μάταια όνειρα; Ο Οκτάβιο Πας δεν επινοεί τίποτα – ή, για να διασώσω τη λέξη αυτή που εκείνου του αρέσει, δεν επινοεί τίποτα που να μην είναι ανακάλυψη, που να μην οφείλει, ταπεινά, την αποδοχή ή την απόρριψή του στην ίδια του την ύπαρξη, τίποτα που να μην είναι επινόηση τώρα, τίποτα που να μην είναι επιστροφή. Επιστροφή: αυτό είναι πάνω απ’ όλα η Ηλιόπετρα: επιστροφή του βλέμματος πάνω στην ίδια τη ζωή, επιστροφή στη ζωή, επιστροφή στο ξεκίνημα, επιστροφή στη σκέψη για την ίδια μας τη σάρκα.

130paz 1.TIFΚαι όταν εξετάζουμε το ποίημα αυτό ως λογοτεχνική επιτυχία ανάμεσα στα άλλα του είδους του, και πάλι το συναίσθημά που μας προκαλεί είναι πρώτα απ’ όλα εκείνο της επιστροφής: εκείνης του ποιητή μέσα μας, επιστροφή του διαλόγου με τον εαυτό μας, η ποίηση δική μας και πάλι, ποίηση επιστροφής, ποίηση που επιστρέφει. Θα ήταν η επιστροφή αυτή συνώνυμη με υποχώρηση; Είναι ο κύκλος της έλικας, η στροφή που ανεβαίνει. Η ποίηση που συνεχώς απομακρύνεται από εμάς δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνση δεν σημαίνει πάντα προχώρημα και πρόοδο. Αν σήμερα το μυθιστόρημα μπορεί, με λιγότερο κίνδυνο γελοιοποίησης, να ελπίζει στη δημιουργία αριστουργημάτων, είναι γιατί κανείς δεν του απαγορεύει να μιλάει τη γλώσσα μας. Μόλις τώρα αρχίζουμε να μπαίνουμε αληθινά σε αυτόν τον καινούριο κόσμο, που έχει τόσο διαφημιστεί· τώρα που, κοιτάζοντας πίσω, βλέπουμε με αγωνία ότι τα βήματα που κάναμε είναι ήδη μη αναστρέψιμα. Η εποχή αυτή φανερώνεται, μέχρι στιγμής, με αρκετά ανησυχητικά σημάδια. Υπάρχει φόβος ότι τις φανταστικές χαρές μας τις καταναλώνουμε σε μια τρομακτική απομόνωση. Tα μεγάλα μέσα επικοινωνίας είναι σήμερα εντελώς ακυβέρνητα και οι ελιγμοί τους μας πετούν έξω, αντί να μας δείξουν τον κόσμο: πρόκειται για μέσα ορφανά από σκοπό. Το άλμα, μάλιστα, από τον ποιητή στο κοινό του, γίνεται όλο και περισσότερο άλμα θανάτου. Όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο, καθένας νομίζει ότι ο άλλος θα σπάσει το λαιμό του πέφτοντας. Ανόητο επιχείρημα: η ποίηση είναι εκείνη που χάνεται με κάθε πτώση.

~.~

Αυτός ο κόσμος, όμως, θα μπορούσε να είναι ενωμένος, αν δεν πέσει στην παγίδα να γίνει ομοιόμορφος. Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει ποίηση με γεωγραφικά όρια. Η Γη είναι μια σφαίρα, αυτό το ξέρουμε ήδη: το κέντρο της δεν υπάρχει σε κανένα σημείο της επιφάνειάς της· πρέπει να το αναζητήσουμε βαθιά μέσα της. Τα ποιήματα που παλιότερα φαίνονταν εκκεντρικά, πλέον δεν είναι παρά ισαπέχοντα. Πολλά από αυτά έχουν ακόμα φρέσκο αίμα. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι αυτό αποτελεί οπισθοδρόμηση· πάντα θα υπάρχουν λόγοι για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο όπως και για το αντίθετο, όμως το θέμα δεν είναι μόνο οι λόγοι: αν το πούμε αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε. Στην Ηλιόπετρα το αίμα πάλλεται, ο κύκλος είναι κύκλος κυκλοφορίας. Η επιστροφή στη ζωή δεν είναι το φυλογενετικό παρελθόν μιας απελπισίας, είναι αυτή η απελπισία σωσμένη και έρχεται αργότερα. Ο Θάνατος βρίσκεται πάντοτε μπροστά, όμως ο νεκρός μένει πάντα πίσω.

TOMAΣ ΣΕΓΟΒΙΑ (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

(Ο Tomás Segovia, 1927-2011, Ισπανός ποιητής και κριτικός,  έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Μεξικό. Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1965 στο περιοδικό La Cultura en Mexico, τ. 189, σελ. xiii. Η παρούσα μετάφραση προέρχεται από την αναδημοσίευση του κειμένου στην ανθολογία Lecturas de Piedra de Sol, ed. Hugo J. Verani, Fondo de Cultura Económica, México 2007).

~.~

 

 

Ανεμοκυνηγητό: μεταπλάθοντας ποιητικά την ματαιότητα

Εκκλησιαστής

~ . ~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ  ~ . ~

Ο Εκκλησιαστής, απόδοση & επίμετρο:
Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, 2017

Δεν ξέρει αγάπη ο άνθρωπος,
μα ούτε μίσος ξέρει.
Κι ό,τι κοιτάξει ο άνθρωπος
όλα τα βλέπει άδεια.

(καί γε ἀγάπην καί γε μῖσος οὐκ ἔστιν εἰδὼς ὁ ἄνθρωπος·
τὰ πάντα πρὸ προσώπου αὐτῶν, ματαιότης ἐν τοῖς πᾶσι.)

Από το 2011 ήθελα να γράψω για το βιβλίο αυτό που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα. Ναι! εδώ και έξι χρόνια θέλω να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για τη μετάφραση του Εκκλησιαστή που έκαμε ο Θάνος Σαμαρτζής. Κι εξηγούμαι για τούτη την αντίφαση. Ήταν το 2011, προς τα τέλη της χρονιάς αν θυμάμαι καλά, που οι φίλοι στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος μου έδωσαν ένα μικρό καστανοκόκκινο βιβλίο με πολυτονικό: Ο Τελάλης Αθήνα 2011 — μονάχα αυτό και τίποτα άλλο· (ταυτόχρονα όμως μου ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί ο Γιώργος ότι αυτό το –άνευ ταυτότητος– έργο ήταν του Θάνου Σαμαρτζή). Ξεφύλλισα τις πρώτες σελίδες:

Λόγια τοῦ τελάλη, βασιλιὰ τῶν Ἑβραίων.

Τζάμπα, τζάμπα, εἶπε ὁ τελάλης,
τζάμπα ὅλα κι ἀνώφελα.
Ὁ κόπος σου, ἄνθρωπε, κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο,
τί σοῦ προσφέρει στὸ τέλος;
Περνᾶνε καὶ φεύγουν οἱ ἄνθρωποι,
ἡ γῆ στέκει πάντα ἀκίνητη.

Απλά, αδρά ελληνικά, σε μια ποιητική κατεβασιά, απέδιδαν τον Εκκλησιαστή με τρόπο ρωμαλέο, φρέσκο και λαγαρό. Ξαφνιάστηκα, με συνεπήρε και… χάρηκα, χάρηκα πολύ! Αμέσως μου έφερε στον νου τον Ιώβ και τους Ψαλμούς του Κώστα Φριλίγγου, μεταφερμένους στη γλώσσα μας από το εβραϊκό πρωτότυπο. Και στη συνέχεια, πράγματι, τούτο το έργο έγινε η αφορμή να συναντηθώ και με τα υπόλοιπα μεταφρασμένα σπαράγματα βιβλικών κειμένων από τον Φριλίγγο· αλλ’ ας μην προτρέχω. «Καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι», καταπώς συμβουλεύει κι ο Εκκλησιαστής («κάθε πράμα κι η ώρα του», στην απόδοση του ΘΣ).

Με λαχτάρα έκτοτε περίμενα να δω αν ο ΘΣ θα ξαναβγάλει τον Τελάλη του, πολύ περισσότερο τώρα που ξεκίνησε να εκδίδει μεταφρασμένα ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα στο Δώμα, που έστησαν μαζί με την Μαριλένα Καραμολέγκου. Και όντως! Το δεύτερο κιόλας βιβλίο τους είναι ο Εκκλησιαστής, χωρίς παρωνύμι αυτή τη φορά αλλά και μ’ όλα τα βιογραφικά του στοιχεία φανερά. Κι η συμπερίληψη του Εκκλησιαστή σε μια σειρά φιλόσοφου λόγου (‘Τα στοιχειώδη’ ονομάζουν τη σειρά υπενθυμίζω) είναι εύγλωττη κίνηση για τις προθέσεις του εκδότη-μεταφραστή θαρρώ, προθέσεις που μορφοποιούνται σε διαλογική πρό(σ)κληση στο επίμετρο, υπό μορφήν περιεκτικής ανάλυσης των λόγων του Εκκλησιαστή. Ένα ένα όμως. Είπαμε, «κάθε πράμα κι η ώρα του».

Κατ’ αρχάς, τολμώ να πω ξεκάθαρα ότι ο Εκκλησιαστής αποτελεί κατόρθωμα ποιητικής μεταφοράς στη νέα ελληνική λαλιά ενός έργου σημαδιακού, ξέχωρου και –κυριολεκτικά– μοναχικού στον βιβλικό (είτε ιουδαϊκό είτε χριστιανικό) κανόνα. Και μάλιστα πρόκειται για κατόρθωμα με τρισσή υπόσταση: αυτή η απόδοση του Εκκλησιαστή κατορθώνει να κάνει προσιτό ένα κείμενο βιβλικό, με τρόπο ποιητικά προκλητικό και γοητευτικό, δηλονότι λογοτεχνικό· κι επιπλέον, λογιάζω και για επίτευγμα του ΘΣ την προσπάθειά του να ενταχθεί σε μια συζήτηση σημερινή ο Εκκλησιαστής σαν κείμενο φιλοσοφικό. Θα προσπαθήσω σύντομα να εξηγήσω το γιατί.

~·~

Ο Εκκλησιαστής, καταπώς ομονοούν οι πλείστοι –αλλ’ όχι όλοι– μελετητές του, φαίνεται πως γράφτηκε κατά τα μέσα του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, από έναν Εβραίο, στην Παλαιστίνη. Παρότι με διαβατήριο την υποτιθέμενη πατρότητα του σοφού Σολομώντα διευκολύνθηκε να διαβεί τις δογματικές στενωπούς και να εγκαταβιώσει έκτοτε τόσο εντός του εβραϊκού κανόνα της Τανάχ όσο και του χριστιανικού κανόνα της Βίβλου, γνωρίζουμε πλέον ότι αποτελεί έργο ανώνυμου συγγραφέα. Και ναι μεν πρόκειται μάλλον για Εβραίο, αλλά από τις γλωσσικές και γραμματικές μελέτες διαπιστώνεται πως έχει δεχθεί ισχυρές επιδράσεις στην ορολογία, την ορθογραφία και την γραμματική, από το αραμαϊκό και το χαναναιοφοινικικό γλωσσικό περιβάλλον, καθώς και λιγότερες από την ελληνιστική Κοινή. Η μετάφραση των Ο΄, την οποία και ακολουθεί ο ΘΣ «ακόμα και στα ελάχιστα σημεία που αποκλίνει από το εβραϊκό»,[1] παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες συντακτικές και γραμματικές που δυσχαιρένουν κάποτε την κατανόηση του κειμένου.

Σε ό,τι αφορά την επωνυμία του έργου, ας ειπωθεί ότι τον θηλυκό τύπο της μετοχής Κωχέλεθ μονάχα ο ανώνυμος μεταφραστής του Venetus Graecus τον πήρε τοις μετρητοίς και τον μετέφερε ως Εκκλησιάστρια (εν. Σοφία) στον κώδικα του 14ου αι., που ανήκε στη συλλογή του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. (Αντιγράφω την αρχή, γούστου χάριν: «Λόγοι τῆς ἐκκλησιαστρίας τοῦ υἱέως δαυίδου τοῦ βασιλέως ἐν ἱερουσαλάμῃ. ματαιότης ματαιότητος, εἶπεν ἡ ἐκκλησιάστρια, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»). Ίσως πάντως η λέξη να δήλωνε ένα αξίωμα εντός της κοινότητας, και «κατ’ αὐτονομασίαν» στη συνέχεια τον κάτοχό του είτε, το πιθανότερο, να χρησιμοποιήθηκε ως προσηγορικό και μετά ως προσωνυμία του συγγραφέα από τον κύκλο των μαθητών του (όπως λέμε ‘η μεγαλειότης’ κλπ.), όπως συνοψίζει ο Αθ. Χαστούπης.[2]

Εν πάση περιπτώσει, εκείνο για το οποίο παραμένει βιβλίο προκλητικό ο Εκκλησιαστής είναι οι ίδιες οι απαισιόδοξες ή σκεπτικιστικές απόψεις του καθώς κι ο ηδονισμός του. Στάσεις κι απόψεις που αποδίδονται συνήθως σε επιρροές αραμαϊκές, μεσοποταμιακές, βαβυλωνιακές, αιγυπτιακές, περσικές ή ελληνικές, με τους μεν να απορρίπτουν τις τάδε επιδράσεις προς σθεναρή υπεράσπιση των δείνα και τούμπαλιν. Παρότι η σχετική συζήτηση δεν έχει κοπάσει ακόμη και καλά κρατεί, φαίνεται πως ο ανώνυμος συγγραφέας καταφέρνει να αποσπά το ενδιαφέρον των μελετητών κρύβοντας καλά το μυστικό του, προσθέτοντας όμως στην κατηγορική κατάδειξη των μάταιων αναζητήσεων και την διακριτική του ειρωνεία, από το αρχαίο ‘κάποτε’:

Αυτό που κάποτε έγινε,
αυτό ξανασυμβαίνει·
αυτό που ήδη κάνανε,
αυτό θα ξαναγίνει.

Σε τούτο εδώ τον κόσμο
δεν έχει τίποτα καινούργιο.

Φώναξε κάποιος: “νά κάτι νέο!”·
αρχαίο και αυτό· και τούτο χτεσινό.
Τα πρώτα κανείς δε θυμάται,
ξανά θα ξεχαστεί και το αυριανό.

Ο Εκκλησιαστής ανήκει στα βιβλία με σοφιολογικό περιεχόμενο, και περιέχει κατηγορηματικές ή παραινετικές αποφάνσεις επί του ανθρωπίνου βίου, στηριγμένος στη βασική του ιδέα περί της ματαιότητας των πάντων:

Όλα για το τίποτα,
είπε ο εκκλησιαστής·
όλα είν’ ανώφελα,
όλα για το τίποτα

……………………

Κι όλα τα έργα πού ’γιναν
κάτω από τον ήλιο
τα κοίταξα και είδα:
όλα τους ανώφελα,
κυνήγι του ανέμου.

…………………….

Κι έμαθα μονάχα αυτό:
ανεμοκυνηγητό.

Η λέξη ‘χέβελ’ μάλιστα, που κατακλείει ως επωδός τις περισσότερες ρήσεις του, η γνωστή μας ‘ματαιότης’, συναντάται συχνότατα (συνολικά 33 φορές) μέσα στο 26735740_10215225855705123_353787040_oκείμενο και σημαίνει τον καπνό, τον ατμό, την ανάσα· «ἀτμὸς ἀτμίδων» μεταφράζει ο Ακύλας το πασίγνωστο «ματαιότης ματαιοτήτων» των Ο´, «κυνήγι του ανέμου» κι «ανεμοκυνηγητό» θα μεταμορφώσει ο ΘΣ ποιητικότατα την «προαίρεσι πνεύματος». Παρότι προϊόν της εβραϊκής σοφιολογίας, χαρακτηριστικό μορφικό της οποίας τυγχάνει η ποιητική γνωμική ρήση, ο Εκκλησιαστής δεν είναι διατυπωμένος από τους μασωρίτες γραμματικούς σύμφωνα με τα ποιητικά τονικά μέτρα. Τα ποιητικά γνωρίσματα όμως του είδους είναι διάσπαρτα σε όλο το κείμενο ώστε τόσο το εβραϊκό όσο και το ελληνικό των Ο΄ να τείνει σε ένα είδος ποιητικής πρόζας τις περισσότερες φορές. Κι εδώ αναδεικνύονται οι αρετές της ποιητικής απόδοσης του ΘΣ. Με γλώσσα απλή, λιτή κι ανεπιτήδευτη καταφέρνει να ισορροπεί μεταξύ ποιητικής ρυθμολογίας αφενός κι αποφθεγματικής λαϊκής αφήγησης ή θυμόσοφου παροιμιώδους λόγου αφετέρου.

Αγωνίζεται ο άνθρωπος,
την ψυχή του στυλώνει,
και κάθε μέρα του πόνος,
και κάθε αγώνας καημός,
και το βράδυ η ψυχή του ακόμα αγρυπνά,
για το τίποτα.

……………………

Γύρισα και κοίταξα
τ’ άδικα τούτης της ζωής.
Είδα το δάκρυ των αδικημένων,
απαρηγόρητο·
είχαν οι άδικοι γροθιά,
μα αυτοί δεν είχανε παρηγοριά.

……………………

Έκανε η αφροντισιά να γείρουν τα δοκάρια,
Και έκανε η τεμπελιά να στάζει το ταβάνι.

……………………

Άμα κοιτάς τον άνεμο,
ποτέ σου δε θα σπείρεις·
κι άμα κοιτάς τα σύννεφα,
ποτέ δε θα θερίσεις.

……………………

Καλύτερος αυτός που δε γεννήθηκε ποτέ·
τα μαύρα έργα της ζωής
γλίτωσε και δεν είδε.

……………………

Άμα το χρήμα αγαπάς,
ποτέ δε θα χορτάσεις·
κι ό,τι δημιουργήσεις,
δε θα το αγαπήσεις.
Ανώφελο κι αυτό.

……………………

Ήταν μια πόλη, ήταν μικρή,
λίγοι οι κάτοικοί της·
και ένας βασιλιάς τρανός
πολιορκία έστησε,
την κύκλωσε τριγύρω.

Και μες στην πόλη βρέθηκε
ένας μονάχος άνδρας·
φτωχός ο άνδρας και σοφός·
και έσωσε την πόλη
μ’ όλη του τη σοφία.

Μα άνθρωπος δε βρέθηκε
τον φτωχό να θυμηθεί

……………………

Τη μέρα του καλού, ζήσε το καλό·
Τη μέρα του καημού, άνοιξε τα μάτια.

……………………

Καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις·
όταν κακιώνει η όψη σου,
γλυκαίνει η καρδιά σου.

……………………

Καλύτερο να σε βρίσει ο σοφός
παρά να σε υμνήσει ο ανόητος.

Σαν τ’ αγκάθια που ψήνονται στη θράκα·
έτσι ακούγονται των άμυαλων τα γέλια.

……………………

Καλύτερο τα λόγια να τελειώνουν
παρά ν’ αρχίζουν.

…………………….

Το αντίποινο στον άνομο
αργεί και δεν το βλέπεις,
και η καρδιά σου γέμισε
λαχτάρα να πληγώσεις.

Και του ανθρώπου η καρδιά
γέμισε με κακία.
Σκέφτηκε τη ζωή του
και τού ’ρθε μαύρη τρέλα.
Και την καρδιά του έστρεψε
να βρει τους πεθαμένους.

Όχημα για τούτη την επίτευξη είναι ως επί το πλείστον ο ‘καθαγιασμένος’ δεκαπεντασύλλαβος κι η αφτιασίδωτη γλώσσα του που αγωνίζεται για απλότητα κι αμεσότητα. Επιπλέον, η διαμέσου της χρήσης των κατάλληλων αντιθετικών ρηματικών ή ονοματικών τύπων διατύπωση των διαζευκτικών αντιθέσεων, με τις οποίες και είναι διατυπωμένο το ίδιο το κείμενο των Ο΄. Έτσι κατορθώνει να παρακολουθεί τον βηματισμό του κειμένου αλλά και να κρατάει απαραμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η ποιητική απόδοση αλλά η εκφορά ατόφιου και δραστικού ποιητικού λόγου:

Ξέρει αυτό ο ζωντανός:
μια μέρα θα πεθάνει.
Ο πεθαμένος τίποτα·
τίποτα δε γνωρίζει,
καμιά αμοιβή δεν έχει.
Τον πεθαμένο ξέχασαν.

Χάθηκε η αγάπη του,
χάθηκαν τα μίση του,
χάθηκε η ζήλια του.
Και στον αιώνα κι εσαεί,
πλέον δε θά ’χει μερτικό
σε τίποτα στον κόσμο.

……………………

Θα σε δαγκώσει το ερπετό
αν δεν του τραγουδήσεις
και τότε θα ‘ναι άχρηστα
όλα σου τα τραγούδια

……………………

Τι τού ’δωσαν οι μέρες του;
Θλίψη, κακία και οργή,
πίκρα, χολή κι αρρώστια.

……………………

Γυμνός βγήκε απ’ τη μάνα του,
γυμνός φεύγει και τώρα.

Εξαιτίας μιας τέτοιας συμπλοκής ανάμεσα στην ποιητική ρυθμολογία και την λαϊκότροπη θυμόσοφη αφήγηση, έχω την εντύπωση πως πίσω από –και 26754169_10215225868065432_753662694_nταυτόχρονα με– το κείμενο, μπορούμε κι αφουγκαζόμαστε μια φωνή προσωπική· την ίδια την εμπειρία του αφηγητή σαν δική του αφήγηση κι όχι σαν απόσταγμα της σοφίας του λαού του. Εν ολίγοις, η απόδοση του ΘΣ μας προσφέρει αυτό που ήδη κάνει ξεχωριστό τούτο το κείμενο μέσα στην Βίβλο, την πιο προσωπική του σφραγίδα: το ‘Εγώ’ του Εκκλησιαστή απέναντι στην αυθεντία της αξιοσέβαστης παράδοσης, την φωνή της προσωπικής του εμπειρίας. Κι ίσως ίσως διαβάζοντάς το λες πως ακούς σχεδόν το σημερινό παράπονο του διπλανού σου ανθρώπου· τον αναστεναγμό και την επίγνωση της ανθρώπινης ματαιότητας, καταστάλαγμα μιας πολύμοχθης καθημερινότητας κι ενός ακατάπαυστου ιδρωκοπήματος. Ιδού η επικαιρότητα της συνάντησης του Εβραίου Κωχέλεθ με το σημερινό, μεταχριστιανικό ‘εγώ’, που κατορθώνει η απόδοση του ΘΣ.

Κοίταξα τον κόσμο αυτό·
δεν έχει τίποτα να δώσει.

……………………

Την καρδιά μου έδωσα
σοφία ν’ αποκτήσω,
να μάθω όλους τους καημούς
σε τούτη εδώ τη γη.

……………………

Και τότε είπα μέσα μου:
“νικά η σοφία τη δύναμη·
μα τη σοφία του φτωχού
κανείς δεν τη μετράει,
τα λόγια του δεν ακούγονται”.

……………………

Στράφηκα τότε μέσα μου,
κι απ’ την καρδιά μου απόδιωξα
ό,τι με κόπο έφτιαξα
σε τούτη τη ζωή μου.

~·~

Εδώ νομίζω πως είναι ανάγκη να ξαναπιάσω τα όσα είπα στην αρχή, προκειμένου να κατανοήσουμε πληρέστερα τι κρύβεται πίσω από το σημαντικό επίτευγμα της δουλειάς του ΘΣ, πέραν του προσωπικού του τάλαντου. Το πρώτο: σκάλισμα, ξανακοίταγμα, χτένισμα των λέξεων ξανά και ξανά, εδώ και τόσα χρόνια. Το δεύτερο: πίσω από τη μετάφραση του ΘΣ (εκτός όλων των άλλων) βρίσκεται η μετάφραση του Κώστα Φριλίγγου, ή για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως το καταλαβαίνω: ο ΘΣ πατάει στη μετάφραση του Φριλίγγου για να μαστορέψει τη δική του απόδοση του Εκκλησιαστή, έχοντάς την δημιουργικά αφομοιώσει. Η δουλειά του είναι λαμπρή απόδειξη της έμπνευσης που βρήκε από τη μετάφραση του Φριλίγγου από τη μια αλλά και της δημιουργικής του και πλήρους αυτονόμησης από την άλλη, καθώς η γλώσσα του Φριλίγγου είναι και κάπου κάπου δέσμια μιας δημοτικής περίτεχνα λαϊκής. Δείγμα μικρό, αλλά ενδεικτικό των όσων ισχυρίζομαι:

O´: «Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ·
εἶπα Σοφισθήσομαι,
καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ᾿ ἐμοῦ μακρὰν ὑπὲρ ὃ ἦν,
καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτό;
ἐκύκλωσα ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι
καὶ τοῦ κατασκέψασθαι καὶ τοῦ ζητῆσαι σοφίαν καὶ ψῆφον
καὶ τοῦ γνῶναι ἀσεβοῦς ἀφροσύνην
καὶ σκληρίαν καὶ περιφοράν».

Κ. Φριλίγγος: «Ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ δοκίμασα μὲ σοφία.
Εἶπα, θὰ γίνω σοφός.
Κι᾽ ὅμως αὐτὴ ἔφυγε μακριὰ ᾽πὸ μένα.
Ὅ,τι εἶναι πολὺ μακριὰ κ᾽ ὑπερβολικὰ βαθιά,
ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ;
Ἐγὼ τὰ κλωθογύρισα ὅλα μέσα στὴν καρδιά μου γιὰ νὰ γνωρίσω, να βυθομετρήσω καὶ ν᾽ αναζητήσω σοφία καὶ τὸ λόγο στὸ κάθε τί καὶ νὰ νιώσω τὴν ἀσέβεια τῆς τρέλας καὶ τῆς ἀνοησίας τὴν ἀνεμυαλιά».

Τελάλης: «Μακάρισα τὴ σοφία.
Κι εἶπα: “θὰ γίνω σοφός”.
Μὰ ἡ σοφία, μοῦ γλύστρισε,
καὶ κρύφτηκε, σὲ βάθος ποὺ δὲ βλέπω.
Γύρους καὶ γύρους ἔκανα,
ψάχνοντας τὴ σοφία.
Καὶ γύρεψα νὰ βρῶ
τὴν τρέλα τοῦ ἀντάρτη».

ΘΣ: «Τη σοφία δοκίμασα,
είπα: “σοφός θα γίνω”.
Μα η σοφία κρύφτηκε,
σε βάθος που δε φτάνω.
Κύκλους και κύκλους έκανα,
εγώ και η καρδιά μου,
να δω, να καταλάβω,
τη σοφία του σοφού,
του ανόητου τη βία,
την τρέλα, τη βλακεία».

Το τρίτο – μα όχι κι ελάχιστο: το δηλωμένο φιλοσοφικό του ενδιαφέρον αλλά κι η μέριμνά του να ξαναφέρει στον δημόσιο διάλογο φιλοσοφικά κείμενα ‘ξεχασμένα’, με τρόπο και γλώσσα προσιτούς, προσπελάσιμους, αλλά κι eccles2ελκυστικούς για το αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό εξάλλου κι η απόδοση του κειμένου συνοδεύεται από μικρό, ευσύνοπτο, αλλά περιεκτικό, και με όλα τα ουσιώδη, επίμετρο για κατατοπισμό και προβληματισμό του αναγνώστη. Με το δεύτερο τούτο βιβλίο, το στίγμα των εκδόσεων Δώμα καθίσταται πλέον καταφανές και διακριτό. Μετά δε τον Επίκτητο, η χειρονομία του ΘΣ, να εντάξει κι ένα κείμενο βιβλικό στον σύγχρονο φιλοσοφικό αναστοχασμό, ας ελπίσουμε ότι δεν θα προσπεραστεί με αδιαφορία και σιωπή ή ευμενή αλλ’ επιφανειακά σχόλια.

Κι ερχόμαστε στο πασίγνωστο εκείνο σημείο (3.1-8) που μιλάει για τον κατάλληλο καιρό και χρόνο για το κάθετι, σ᾽ αυτόν τον μάταιο κόσμο:

Κάθε πράμα κι η ώρα του.
Ώρα να γεννήσεις, ώρα να ψοφήσεις·
ώρα για να φτιάξεις, ώρα να χαλάσεις·
ώρα να φονέψεις, ώρα να γιατρέψεις·
ώρα να γκρεμίσεις, ώρα για να χτίσεις·
ώρα για να κλάψεις, ώρα να γελάσεις·
ώρα να θρηνήσεις, ώρα να γλεντήσεις·
ώρα να πληγώσεις, ώρα για να νιώσεις·
ώρα να κρατήσεις, ώρα να αφήσεις·
ώρα για να ψάξεις, ώρα για να χάσεις·
ώρα να φυλάξεις, ώρα να πετάξεις·
ώρα για να σκίσεις, ώρα για να ράψεις·
ώρα να μιλήσεις, ώρα να σωπάσεις·
​ώ​ρα ν’ αγαπήσεις, ώρα να μισήσεις·
ώρα να φιλιώσεις, ώρα να σκοτώσεις.

Η επιλογή που ίσως ξενίσει αρκετούς (όπως κι εμένα στην αρχή) είναι η επιλογή του ρήματος ‘ψοφήσεις’ αντί για ‘πεθάνεις’, ρήματος που ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται για τα ζώα ή υποτιμητικά για τους ανθρώπους. Ο ΘΣ έχει εξηγήσει ήδη το σκεπτικό της συγκεκριμένης επιλογής του, στηριζόμενος αφενός στην κατάδειξη της κοινής μοίρας ανθρώπου και ζώου, όπως μεταφράζει παρακάτω κι ο ίδιος παραλλάσσοντας πάλι το ρήμα:

Η μοίρα του ζώου
κι η μοίρα του ανθρώπου
είναι η ίδια μοίρα.

Όπως πεθαίνει ο άνθρωπος,
ίδια ψοφά το ζώο·
ίδια πνοή σε όλα.

Και τι διαφέρει ο άνθρωπος;
Τίποτα, μα τίποτα·
ανώφελα είν’ όλα.

Αφετέρου δε, σε μετρικούς λόγους, καθώς εδώ, όπως παρατήρησε κι ο Κώστας Κουτσουρέλης, πλάθει με αυστηρότητα τροχαϊκούς δωδεκασύλλαβους, (με τομή μάλιστα ύστερα από την έκτη συλλαβή, πράγμα σύνηθες και στη λαϊκή ποίηση), αλλά και με ομοιοκαταληξίες/ομοιοτέλευτα.[3] [Να σημειώσω εδώ ότι ο δωδεκασύλλαβος στίχος είναι ο κατ’ εξοχήν στίχος της βυζαντινής ποίησης, σχεδόν από τις απαρχές της μέχρι και την καθιέρωση του δεκαπεντασύλλαβου]. Ομολογώ ότι κατόπιν όλων τούτων, ήρα την αρχική μου ένσταση. Πολλώ δε μάλλον, αφού επιβεβαίωσα και την μαρτυρημένη χρήση του, μετά από μια σύντομη ματιά στην παρουσία του εν λόγω ρήματος με τη σημασία του πεθαίνω. Παραθέτω και μια σύντομη καταγραφή της χρονολογικής του εμφάνισης, από όσα μπόρεσα να ψάξω:

​α. ​«ὑπ΄ ἀνδρῶν δὲ μὴ δυνηθὲν βασταχθῆναι ἐψόφησεν ἄρα καὶ ἡ γυνὴ ἐκείνη».
(Διαθήκη Σολομῶντος, 3ος αι.)

​β. ​«καὶ ηὔξατο ὁ Πέτρος καὶ κατηνέχθη ὁ Σίμων ὁ μάγος ἐκ τοῦ ἀέρος εἰς τὴν γῆν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν καὶ ἐψόφησε».
(Ιωάννης Μαλάλας, 6ος αι.)

​γ.​«Ἡμεῖς δὲ κατὰ Σάββατον ἐτρώγαμεν ἔως τοῦ ψοφῆσαι ἡμᾶς».
(Διδασκαλία Ἰακώβου νεοβαπτίστου/Doctrina Jacobi nuper baptizati, 7ος αι.)

​δ. ​«ὅτι ἐψόφει ἄνθρωπος».
(Λεόντιος Νεαπόλεως, Βίος Συμεὼν διὰ Χριστὸν Σαλοῦ, 7ος αι.)

​ε. ​«ἐγὼ ψοφῶ ἀπὸ τοῦ λιμοῦ καὶ ἐκεῖνοι μὲ σπαστρεύουν».
«Τὸν Ὅμηρον μὲ δίδασιν κ᾽ ἐψόφουν ἐκ τὴν πείναν» (μια άλλη γραφή, σε άλλον στίχο).
(Πτωχοπροδρομικά, 12ος αι.)

​στ. ​Ενδιαφέρουσα χρήση του ρήματος με τη σημασία πια του ‘επιθυμώ σφοδρά’ (όπως και στο 8):
«Ἀλλὰ τοσούτην κάκωσιν διὰ λόγον ἐκακώθης
νὰ θανατώσῃς ἄνθρωπον ὅπου ψοφᾷ δι᾽ ἐσένα;»
(Ἀφήγησις Λίβιστρου καὶ Ροδάμνης, 13ος αι.)

​ζ.​«Ὁ πλούσιος ἂν ψυχομαχῇ, πολλοὶ τὸν παραστέκουν,
ὡσὰν κοράκοι κάθουνται τριγύρου τοῦ κραββάτου
καὶ κράζουσιν κι ἐγδέχονται τὸ πότε νὰ ψοφήση
…………………….
Καὶ ἀφοῦ ψοφήση ὁ ἄτυχος καὶ ἀφὸν ἐξεψυχήση,
κροῦν οἱ καμπάνες δυνατά, μαζώνουνται παπάδες
…………………….
ἀμὴ ὅλον διὰ τὸ πράγμαν του δείχνουσιν καὶ ἀγαποῦν τον
καὶ πεθυμοῦν τὸν ψόφον του, νὰ φᾶσι ἐκ τὰ καλά τους».
(Γραφαὶ καὶ στίχοι καὶ ἑρμηνεῖαι ἔτι καὶ ἀφηγήσεις κυροῦ Στέφανου τοῦ Σαχλίκη, Περί φίλων, 14ος αι.)

​η. ​(Δες και 6) «Νά ᾽ναι ποτὲ νὰ μ᾽ ἀγαπᾶς ἴσα κι ἐμπιστεμένα
ἐσὺ ποὺ δείχνεις καὶ ψοφᾶς καὶ λιγωρᾶς γιὰ μένα;»
(Ἱστορία καὶ ὄνειρο τοῦ εὐγενεστάτου ἄρχοντος κυρίου Μαρίνου Φαλιέρου, 15ος αι.)

​θ. ​«Μὲ τὸ δικό μου θάνατο λογιάζεις νὰ στολίσεις
αὐτόνο τὸ κεφάλι σου, κι ὅτιμως θὰ ψοφήσεις».
(Ζήνων, 17ος αι.).

Συμπληρώνω και την ιδιαίτερη χρήση του στον ακόλουθο στίχο του ίδιου έργου, όπου το λογοπαίγνιο μεταξύ βασιλέα ανθρώπινου και αρχηγού της κυψέλης παροιμιωδώς αλλά και με υπαινικτικότατη ειρωνεία εκφράζεται με την αυτή λέξη:

Σύρε ἐκεῖ ὀγλήγορα· σκορπᾶται τὸ μελίσσι,
ὄντας ὁ βασιλέας τους χαθεῖ ἢ θὰ ψοφήσει.

~·~

Μέχρι τώρα σε όλα τα παραθέματα που έχω σα θημωνιές στοιβάξει, δεν έβαλα κανένα στίχο που να μιλά για τον Θεό, «τον μόνο συμπρωταγωνιστή του Εκκλησιαστή σε τούτο το βιβλίο» (όπως σημειώνει ο ΘΣ). Όχι βέβαια γιατί απουσιάζουν από το κείμενο ή από τη μετάφραση… κάθε άλλο! Αλλά από πρόθεση 26754973_10215225858225186_1933898603_nνα φανερωθούν δυο πράγματα πολυσυζητημένα. Το πρώτο, σύμφωνα με τη ρήση ενός μελετητή –όπως μας τη μεταφέρει ο ΘΣ– πως ο Εκκλησιαστής είναι «η έσχατη γέφυρα που συνδέει τον σύγχρονο αγνωστικιστή με τη Βίβλο». Και το δεύτερο και κύριο, που βγάνει και στο πρώτο, ποιος είναι ο Θεός προς τον οποίο στρέφει τα λόγια, τη σκέψη και την ευλάβειά του ο συγγραφέας τούτου του ανόμοιαστου κειμένου της εβραϊκής Γραφής; Ποια η σχέση του με τον άνθρωπο; Έχει εξάλλου επισημανθεί από τους μελετητές του εβραϊκού πρωτότυπου ότι ο Θεός στον Εκκλησιαστή παρουσιάζεται μεν ως Θεός δημιουργός, όχι όμως ως Θεός καθοδηγητής του λαού του Ισραήλ, καλείται Ελωχείμ κι όχι Γιαχβέ.[4]

Γράφει στο Επίμετρο ο ΘΣ: «Ο θεός του Εκκλησιαστή μοιάζει να μην εκπληρώνει τη βασικότερη ίσως λειτουργία ενός θεού, λειτουργία ενδεχομένως πιο θεμελιώδη κι απ’ αυτήν του να δημιουργεί τον κόσμο: ο θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την ηθική τάξη του κόσμου, τουλάχιστον όχι με κάποιο ανθρώπινο μέτρο» κι επίσης «ο φόβος του θεού στον Εκκλησιαστή δεν είναι παρά μια αυστηρή υπενθύμιση της περατότητας του ανθρώπου… Ο θεός στον Εκκλησιαστή λειτουργεί μπορεί να πούμε, ως το όριο του ανθρώπου». (Μια τέτοιου είδους αναφορά βέβαια δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς πώς φέρνει κοντά τον σημερινό αγνωστικιστή με τον ανώνυμο Εβραίο).

Αν λοιπόν ο Θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την δικαιοσύνη και την σωτηρία με βάση την αρετή κι αν από την άλλη ο θάνατος φαντάζει ως το οριστικό τέλος

(Τούτο είναι το κακό
σε τούτον δω τον κόσμο:
ίδια η μοίρα όλων…

Και είδα και αυτό:
σε τούτη τη ζωή
κουμάντο κάνει ο ασεβής,
το δίκιο τό ’χει ο ασεβής…
Γιατί στον δίκαιο έπεσε του ασεβή η μοίρα·
και έπεσε στους ασεβείς η μοίρα των δικαίων)

πού να θεμελιώσει το νόημα της δικής του παρουσίας στον κόσμο ο άνθρωπος; Τι δεν είναι ανώφελο; Τι απομένει από όλο αυτό το ανεμοκυνηγητό του αστραπιαίου ανθρώπινου βίου;​ ​Η χαρά του κόπου του απαντά ο ανώνυμος Εβραίος. «Η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα», όπως σημειώνει ο ΘΣ.

Κι είπα τότε μέσα μου:
γλυκιά η χαρά!
Πράγμα καλό στον κόσμο δεν υπάρχει,
πλην του να φας, να πιεις και να χαρείς·
αυτή σου η μόνη συντροφιά
τις μέρες του αγώνα σου,
τις μέρες που σου δόθηκαν
να ζεις κάτω απ ‘τον ήλιο…

Και φτιάξε τη ζωή σου
με το κορίτσι που αγαπάς,
την κάθε μέρα της ζωής,
της ανώφελης ζωής, που σου δόθηκε να ζεις
σε τούτον δω τον κόσμο.[5]

……………………

Να χαίρεσαι, μικρέ·
να χαίρεσαι τη νιότη σου,
να χαίρεται η καρδιά σου,
τώρα που είσαι νέος.

Κι όπως σωστά παρατηρεί ο ΘΣ: «δεν έχουμε να κάνουμε εδώ μ’ ένα απλό ηδονισμό. Ο Εκκλησιαστής θα γράψει: “καλύτερα στο σπίτι που πενθούν παρά στο σπίτι που μεθούν”· ή ακόμα αυστηρότερα: “καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις”. Η χαρά δεν γίνεται ένας σκοπός προς επιδίωξη… η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα.Είναι, θα λέγαμε, το χρώμα που έχει στα μάτια σου ο κόπος σου, όχι το αποτέλεσμα του κόπου αυτού».

Ίσως το βιβλίο της παροδικότητας και της αβοηθησίας του ανθρώπου από τη μια και της κυριαρχίας και της υπερβατικότητας του κρυπτόμενου Θεού από την άλλη (όπως το χαρακτήρισε ο Χαστούπης), μπορεί να μην κατάφερε να να μας πει «ποιος είναι ο “καλός αγώνας” και ποια η καλή ζωή» (ΘΣ). Έθεσε όμως τα θεμέλια για τη χαρά που ‘τώρα’ μπορεί να βρει στον αγώνα του ο άνθρωπος, έτσι όπως τη διατύπωσε και διερμήνευσε το κήρυγμα του Ιησού των Ευαγγελίων, εξαγιάζοντας τον μόχθο και τον αγώνα της ενθαδικότητας στην προοπτική των Εσχάτων. Κι αυτό ίσως ίσως να εξηγεί την αποφυγή της ανάγνωσης του κειμένου του Εκκλησιαστή στο εκκλησιαστικό τυπικό.

~·~

Ο Εκκλησιαστής ξεκινά με μια δυναμική εικόνα κίνησης, η οποία όπως εξηγεί ο ΘΣ στο Επίμετρο υπονομεύεται από την αντίληψη του συγγραφέα ότι όλα μένουνε ίδια. Μέσα σε αυτή την εκδιπλούμενη κοσμική εικόνα της διαρκούς κίνησης εντάσσεται κι ο ανθρώπινος μόχθος.

Δίνει κόπο ο άνθρωπος, κάτω από τον ήλιο,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

Φεύγει μια γενιά,
έρχεται μι​α​ γενιά·
η γη στέκει πάντα ακίνητη.

Σηκώνεται ο ήλιος,
πέφτει ο ήλιος·
στον τόπο του γυρνά ο ήλιος·
σηκώνεται, τραβά προς νότο,
και γυρίζει προς βορρά.

Γυρνοβολά ο άνεμος,
κύκλους κάνει ο άνεμος,
πέρα τραβά ο άνεμος
και ξαναγυρνά.

Στο τέλος του κειμένου, ο συγγραφέας πάλι κλείνει με μια ποιητική εικόνα της φύσης, της οποίας η πορεία όμως σχετίζεται με τον κάθε εσένα, που θα φεύγεις για τον κόσμο της οριστικής ακινησίας. Οι αρχαίοι σχολιαστές του εβραϊκού ecclesiastes3κειμένου μάλιστα έχουν αντιστοιχήσει την κάθε αναφορά με ένα μέλος του σώματος που φθίνει κι εγκαταλείπει τον άνθρωπο σιγά σιγά, μέχρι να παραδώσει πάλι πίσω στον δημιουργό του την πνοή της ζωής που του χάρισε. Αυτοί οι αλληγορικοί συνειρμοί δεν δηλώνονται στο κείμενο των Ο΄, η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας από την άλλη προκρίνει την καταδήλωση της παρουσίας τους αντί των λέξεων του κειμένου, ενώ ο Μπρατσιώτης προτιμά την ερμηνευτική τοποθέτησή τους εντός παρενθέσεων: «καὶ ἤργησαν αἱ ἀλήθουσαι, ὅτι ὠλιγώθησαν, καὶ σκοτάσουσιν αἱ βλέπουσαι ἐν ταῖς ὀπαῖς», «τα δόντια σου που αλέθανε θα λιγοστέψουν και θα θαμπώσουνε τα μάτια σου που έβλεπαν», «και σταματούν εκείνοι που αλέθουν (δηλ. οι οδόντες), διότι ωλιγόστευσαν και σκοτεινιάζουν αυταί που βλέπουν εις τα παράθυρα (δηλ. οι οφθαλμοί)» αντίστοιχα. Ο ΘΣ πατώντας στις λέξεις του κειμένου των Ο΄ δημιουργεί μια εικόνα της πορείας προς το τέλος, που ανακαλεί έντονα παρόμοιες σκηνές από το δημοτικό τραγούδι:

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου,
τώρα που είσαι νέος·
πριν τις μέρες τις κακές,
πριν τα χρόνια που θα πεις:
“άλλο να ζω δε θέλω”.

Δε θα υπάρχει έξω φως,
θα σκοτεινιάσει ο ήλιος,
μαύρος θα είναι ο ουρανός,
δε θα ’χει πια φεγγάρι,
και θα ’ναι πάντα σύννεφα
μετά από τη βροχή.

Θα κουρνιάσουν τα σκυλιά,
οι δυνατοί θα φοβηθούν.
Θα σταματήσει ο μύλος:
δε θά ’χει πια ν’ αλέσει.
Κι αυτές που πριν σε βλέπανε
απ’ το παράθυρό τους
δε θα μπορούν να δούνε.
Θα κλείσουνε οι πόρτες,
φωνή δε θα ’χει η μυλωνού.

Ένα σπουργίτι θ’ ακουστεί
κι οι πάντες θα ξυπνήσουν·
μα πλέον δε θ’ ακούγεται
τραγούδι απ’ τα κορίτσια·
θα σε κοιτούν από ψηλά,
να προχωράς, να φεύγεις·
θα σε κοιτούν με τρόμο.

Κι έξω θ’ ανθίζει η αμυγδαλιά,
η ακρίδα θα χοντραίνει,
και θα μυρίζει κάπαρη.
Φεύγεις· πηγαίνεις, άνθρωπε,
στο μόνιμό σου σπίτι.
Βγήκαν στο δρόμο οι κλαίουσες
εσένα για να κλάψουν.

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου·
πριν το λουλούδι μαραθεί,
πριν το σκοινί σου σπάσει,
πριν τσακιστεί η κανάτα σου,
πριν το νερό στερέψει.
Προτού το χώμα σου
στο χώμα επιστρέψει·
πριν να γυρίσει στον θεό
η ανάσα σου και φύγει,
πριν επιστρέψει στον θεό,
που σού ’δωσε ανάσα.

[Νομίζω πως ίσως ο στίχος με την κάπαρη μέσα στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα θα έπρεπε να αλλάξει, αν όχι για τίποτα άλλο, μόνο και μόνο γιατί η κάπαρη δεν έχει τόσο δυνατή μυρωδιά όσο ξεχωριστό ανθό ή γιατί απλώνει σαν περικοκλάδα. Κάπως έτσι δηλαδή: “θα μπουμπουκιάζει η κάπαρη” ή “και η κάπαρη θ’ απλώνει”].

~·~

ecclesiastesΜετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις του κειμένου, αναθυμάμαι εδώ και τις συζητήσεις με τον συχωρεμένο Ηλία Λάγιο όταν σκεφτόταν να μεταφράσει τον Εκκλησιαστή και τις Παροιμίες. Είχαμε σκαλώσει σε δυο λέξεις σημαδιακές: η μία ήταν η παιδεία, η άλλη η επιστήμη. Κι ενώ πρωτύτερα δεν είχα κάτι να προτείνω, θα ’λεγα τώρα, εκ των υστέρων, πως ίσως να ήταν σκόπιμο εδώ κανείς να αφήσει τους Ο΄ και να στραφεί στο εβραϊκό. Εκεί δηλαδή όπου ο ΘΣ μεταφράζει:

Έδωσα στην ψυχή μου
γνώση για να γνωρίσει.
Κι όλος σοφία γέμισα,
γνώση και επιστήμη

ο τελευταίος στίχος ν’ αλλάξει κάπως έτσι: γνώση και εμπειρία.

~·~

Είπαμε μόλις πιο πάνω ότι στον μόχθο και στον αγώνα βρίσκει ο Εβραίος συγγραφέας πως δικαιώνεται η χαρά της ζωής. Τι θα καρπίσει άραγε από όλον τούτο τον μεταφραστικό κι ερμηνευτικό μόχθο;

Δίνει κόπο ο άνθρωπος,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

ρωτάει εξάλλου από χρόνους αρχαίους ο Εκκλησιαστής. Ο ίδιος όμως ο μεταφραστής φαίνεται πως έβαλε στην άκρη τον όποιο σκεπτικισμό, και θαρρετά ακολούθησε στη στόχευσή του μιαν άλλη θυμόσοφη παραίνεση του άγνωστου εβραίου συγγραφέα:

Ρίξε σπόρο το πρωί,
το βράδυ ρίξε κι άλλο·
δεν ξέρεις ποιος θα πιάσει,
ο ένας ή ο άλλος·
μπορεί να πιάσουν και οι δυο.

~·~

Φτάνει προσώρας του ανέμου το κυνηγητό. Βαθειά ανάσα. «Ματαιότης ματαιοτήτων», «ἀτμὸς ἀτμίδων»· ξεφυλλίζοντας την Καινή Διαθήκη τώρα, αναρωτιέμαι: Πούθε άραγε ν’ ανακαλεί την ‘ατμίδα’ ο Ιάκωβος,ο αδελφόθεος, μιλώντας για το ολίγιστο της ανθρώπινης ζωής;

«ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ 
[1] Ο Εκκλησιαστής, ό. π., σ. 89.
[2] Αθ. Χαστούπης, «Τὸ βιβλίον τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ», Θεολογία, τ. 2 (1986), σ. 300-328.
[3] Θέλω να σταθώ εδώ και στην ενδιαφέρουσα επισήμανση του Κ. Κουτσουρέλη, όσον αφορά στη χασμωδία που δημιουργείται στο «να αφήσεις» και στη θεραπεία που προτείνει: «για ν’ αφήσεις».
[4] Πβ. Χαστούπης, ό. π., σ. 322.
[5] Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να σημειώσω εδώ και τους στίχους του ρομαντικού Δημ,. Παπαρρηγόπουλου από το ποίημά του «Ματαιότης ματαιοτήτων», όπου την άρση της ματαιότητας την βρίσκει μόνο στην απόλαυση των συγκεκριμένων ηδονών:
Όταν φίλημα προτείνη η πορφύρα των χειλέων,
κ’ εξογκούμενα τα στήθη ερωμένης αγαστής
προκαλώσι περιπτύξεις, όνειρον δεν είναι πλέον,
ματαιότης δεν θα είπη και ο Εκκλησιαστής.

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (3/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τλατελόλκο 1968 (Χάιμε Σαμπίνες)

1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.

Ανάγνωση των «ασμάτων του Μεξικού» (Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο)

Ο θρήνος εξαπλώνεται
στάζουν τα δάκρυα
εκεί στο Τλατελόλκο.
(Πώς αλλιώς, αφού τη μέρα αυτή
έγινε μια απ’ τις χειρότερες φρικαλεότητες
που συντάραξαν ποτέ σε αυτή τη γη
τους δύστυχους Μεξικανούς.)

Αφού μαζεύτηκαν όλοι,
οι άντρες με τα σύνεργα πολέμου,
οι άντρες που όλο κάνουν φασαρία,
στο σίδερο λουσμένοι,
βάλθηκαν να κλείσουν διεξόδους,
εισόδους και εξόδους,
να κόψουνε το βήμα.
(Μπροστά παν’ τα σκυλιά τους,
εκείνα προπορεύονται.)
Και τότε ακούστηκε ο κρότος
και τότε υψώθηκαν κραυγές.
Άντρες ψάχνουν τις γυναίκες τους,
άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Προδόθηκαν και σκοτώθηκαν,
πέθαναν δίχως να το μάθουν.

Και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα
και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα.

Πατεράδες και μανάδες θρηνούσαν.
Τους θρήνησαν,
το πένθος των νεκρών τελέστηκε.
Οι Μεξικανοί τρομαγμένοι:
φόβος και ντροπή τούς κυρίευαν.
Και όλα αυτά συνέβησαν σε μας.
Σε τέτοια αξιοθρήνητη τύχη θλιβερή
βρεθήκαμε μπλεγμένοι.
Στο βουνό των στεναγμών,
στους κήπους από κιμωλία
προσφέρονται θυσίες
για το βουνό των αετών,
όπου απλώνεται η ομίχλη των ασπίδων.

Αχ, μες στον πόλεμο γεννήθηκα,
καθότι Μεξικανός.
Υποφέρω, η καρδιά γεμίζει πόνο.
Βλέπω την ερήμωση που σταλάζει στο ναό
σαν πυρώνουν οι ασπίδες στις φλόγες.

Στις στράτες δόρατα σπασμένα,
τα σπίτια δίχως στέγες,
κόκκινοι οι τοίχοι τους,
σκουλήκια γεμίζουνε δρόμους και πλατείες.
Χτυπάμε τη σκόνη από τους τοίχους
και κληρονομιά δεν μένει άλλη από
ένα δίκτυο από τρύπες.
Αυτά επέτρεψε ο Ζωοδότης
εκεί,
στο Τλατελόλκο.

Σεπτέμβριος (Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο)

Μια μέρα,
την ημέρα που δεν με συνέλαβαν,
την ημέρα που δεν με άγγιξαν καν τα χτυπήματα,
αφού ο νόμος και η τάξη
ανέμελα
με περιφρονούσαν
(ήταν απόγευμα κι έβρεχε),
με ξέχασαν.
Ήταν η μέρα που περνούσα
απ’ τη λεωφόρο Ινσουρχέντες
και τα μπλε οχήματα
γέμιζαν το δρόμο
απ’ άκρη σ’ άκρη.

Εκείνη την ημέρα

οι τσέπες μου ήταν γεμάτες
μικρά τσαλακωμένα χαρτάκια.
Σε ενδεχόμενο σωματικό έλεγχο
θα ήταν αδύνατο να εξηγήσω
πώς είχαν γραφτεί
(δύσκολο να εξηγήσεις τέτοια πράγματα),
κάτω από ποιο φως,
με ποιους,
ποιες ώρες της ημέρας
διένειμα τα μικρά μου μίση
με το μίσος το μεγάλο
των χιλιάδων που ήμασταν.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σ’ εκείνους.
Τα χαρτάκια, λέω,
ήταν ποιήματα ή πάλι
ημέρες τρομαγμένες, χαμένες,
χαμόγελα μοιρασμένα
σαν φέιγ βολάν στους δρόμους,

ήταν μικρές ζωγραφιές,
σχεδόν για μένα τον ίδιο,
για να βρω μια θέση στον υπέροχο κόσμο
που ήταν σήμερα η πόλη,
πρωτότυπες διακηρύξεις
για τη συνέργειά μου με τον εαυτό μου,
ή με αυτό που κάναμε.

Αν τότε, εκείνη την ημέρα,
κάποιος ρωτούσε
πού βρέθηκαν;
ποιος τα έφτιαξε;
κι έλεγε
είναι ανατρεπτικά,
αποτυπώνουν το αναρχικό σου πνεύμα,
τη δυσπιστία σου απέναντι στον κόσμο,
τα σεξουαλικά σου προβλήματα,
την απουσία θλίψης,
τη διεφθαρμένη μοναξιά σου,
είναι ένδειξη πως είσαι ακόμη έφηβος
και δεν πιστεύεις στον εαυτό σου…

θα τους απαντούσα με ένα
«άντε μου στο διάβολο,
είναι μόνο ποιήματα,
απλώς ποιήματα,
και αποτυπώνουν
(τίποτα δεν αποτυπώνει)
όλα αυτά μαζί.
Επιπλέον,
όλοι έχουμε χαρτιά στις τσέπες».

Όμως σήμερα ή αύριο,
αν με ρωτήσουν τι απέγιναν,
θα μου είναι δύσκολο να εξηγήσω,
να εξηγήσω πως έμειναν εκεί,
πως κύλησαν στον υπόνομο
καθώς ο συντάκτης τους έτρεχε,
πως έλιωσαν απ’ τον ιδρώτα μες στα δάκτυλα
ή πως βρίσκονται εδώ γιατί τα έχω φυλάξει.
Θα είχε τάχα σημασία;
Αν χρειαζόταν, θα το έκανα και πάλι.