Μαρίνος Πουργούρης

Ο λόγος της σκληρότητας και της καλοσύνης

του ΜΑΡΙΝΟΥ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗ

Παντελής Βουτουρής,
Ιδέες της σκληρότητας και της καλοσύνης,
Καστανιώτης 2018

Η πρόσληψη της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών, του Κάρολου Δαρβίνου, αποτελεί ίσως ένα από τα πιο τρανά παραδείγματα της ετεροχρονισμένης ερμηνείας των κειμένων και των ιδεών, υπό το πρίσμα των ηγεμονικών Λόγων της εκάστοτε εποχής. Η ανάγκη για την επιστημονική εδραίωση της θεωρίας, ιδιαίτερα κατά τον 20ό αιώνα, οδήγησε στην διάδοση της εσφαλμένης αντίληψης ότι η θεωρία της εξέλιξης των ειδών, όπως διατυπώθηκε στην Καταγωγή των ειδών μέσω της φυσικής επιλογής (1859), αποτελεί μια αμιγώς επιστημονική θεωρία, η οποία παρερμηνεύτηκε, εκ των υστέρων, από τους θιασώτες του κοινωνικού δαρβινισμού, ξεκινώντας από τους Χέρμπερτ Σπένσερ (1820-1903) και Φράνσις Γκάλτον (1822-1911). Πράγματι ο Σπένσερ και ο Γκάλτον αποτελούν σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της αντίληψης ότι ο «δαρβινισμός» μπορεί να εφαρμοστεί στις ανθρώπινες κοινωνίες, ακόμα και να θεμελιωθεί ως πολιτειακός θεσμός. Αν όμως διαβάσουμε προσεχτικά τα κείμενα τις βικτωριανής εποχής στην Αγγλία, θα οδηγηθούμε στις εξής, μάλλον προφανείς, διαπιστώσεις: α) ότι η είναι δύσκολο, έως αδύνατο, να διαχωρίσουμε με σαφήνεια τις έννοιες του «δαρβινισμού» και του «κοινωνικού δαρβινισμού», και β) ότι η θεωρία του Δαρβίνου, όπως την περιέγραψε ο ίδιος, δεν σταματά στη βιολογική περιγραφή της μετεξέλιξης των ειδών. Με άλλα λόγια, το τοπίο, όπως θα ανέμενε κανείς, είναι πολύ πιο θολό. Αν κρίναμε μερικές από τις διατυπώσεις του Δαρβίνου με τα σημερινά δεδομένα, δεν θα διστάζαμε να τις περιγράφαμε ως ρατσιστικές. Παραθέτω ένα μόνο απόσπασμα από το έργο Η καταγωγή του ανθρώπου (1871), το οποίο εντοπίζεται στην χαρακτηριστική ενότητα «Natural Selection as affecting Civilised Nations» [πώς επηρεάζει η φυσική επιλογή τους πολιτισμένους λαούς]:

Στους άγριους ανθρώπους [savages], οι σωματικά και νοητικά αδύναμοι εξαφανίζονται γρήγορα και εκείνοι που επιβιώνουν είναι συνήθως σε εξαιρετική κατάσταση υγείας. Εμείς οι πολιτισμένοι άνθρωποι, από την άλλη, καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να ελέγξουμε τη διαδικασία της εξαφάνισης· χτίζουμε άσυλα για τους αδύνατους, τους παράλυτους, και τους άρρωστους· θεσπίζουμε νόμους για τους φτωχούς· οι γιατροί καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να σώσουν τη ζωή του καθενός, μέχρι και την τελευταία στιγμή. Ο εμβολιασμός έχει διατηρήσει χιλιάδες ανθρώπους στη ζωή, οι οποίοι με βάση την αδύναμή τους κατάσταση, θα είχαν υποκύψει, στο παρελθόν, στην ανεμοβλογιά. Έτσι τα αδύναμα μέλη των πολιτισμένων κοινωνιών διαιωνίζουν το είδος τους. [ii]

Κατά τον Δαρβίνο, η φροντίδα των «αδυνάτων» είναι επιζήμια για το ανθρώπινο είδος. Εκτός από τον άνθρωπο, ισχυρίζεται, κανένα άλλο είδος δεν είναι τόσο αδαές, που να επιτρέπει την αναπαραγωγή των χειρότερων μελών του. [iii] Στην ίδια ενότητα, θα προσθέσει ότι, αφού δεν μπορούμε να παραμελήσουμε επίτηδες τους αδύνατους συνανθρώπους μας—δεν θα ήταν «ευγενές» [noble]—τότε θα πρέπει να ανεχτούμε, χωρίς παράπονα, τις αδιαμφησβήτητα «αρνητικές συνέπειες» [bad effects] της επιβίωσης και της διαιώνισης των «αδυνάτων». Το μόνο ελπιδοφόρο, καταλήγει, είναι ότι, τουλάχιστον, «οι αδύνατοι και οι υποδεέστεροι» [the weaker and inferior] δεν παντρεύονται τόσο συχνά όσο οι «υγιείς» [the sound]. [iv]

Όπως ομολογεί ο Δαρβίνος, τις ιδέες αυτές που αφορούν στην επίδραση της φυσικής επιλογής στις «πολιτισμένες» κοινωνίες τις άντλησε από τα δοκίμια του Γουίλιαμ Ράθμποουν Γκρεγκ (1809-1881) και του Φράνσις Γκάλτον . Ο πρώτος ήταν εριστικός δοκιμιογράφος της βικτωριανής εποχής, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του βιβλίου Γιατί οι γυναίκες είναι περιττές; [Why are Women Redundant?], στο οποίο εισηγείται να ναυλωθούν πλοία για να σταλούν οι βρετανίδες που «περισσεύουν», από την Αγγλία στις βρετανικές αποικίες. Ο δεύτερος ήταν εξάδελφος του Δαρβίνου και διατύπωσε, στα συγγράμματά του, μερικές από τις πιο ακραίες φυλετικές θέσεις. Όταν μάλιστα ο Γκάλτον περιέγραψε αναλυτικά, σε γράμμα του 1873, την ιδέα του για τη δημιουργία μιας ανώτερης και υγιέστερης ανθρώπινης φυλής, μέσω της ευγονικής, ο Δαρβίνος απάντησε ότι, αν και βρίσκει δύσκολο το εγχείρημα, το θεωρεί σπουδαίο. [v]

Τα ερωτήματα που προκύπτουν από το πιο πάνω παράδειγμα αφορούν περισσότερο το πεδίο της πρόσληψης παρά την κοινώς αποδεχτή εγκυρότητα της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών. Από ποιο σημείο και έπειτα, στην ιστορία της δαρβίνειας θεωρίας και του φυλετισμού, κρίθηκε απαραίτητη η διάσπαση και η εδραίωσή τους ως ξεχωριστές έννοιες; Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, στο οποίο μελετητές, επιστήμονες και δημοσιογράφοι επιχειρούν, ακόμα και σήμερα, να εξαγνίσουν τον δαρβινισμό, καθαρίζοντας και προστατεύοντάς τον από τις προφανείς ρατσιστικές του καταβολές; Μια από τις πιο σημαντικές παρατηρήσεις του Μισέλ Φουκώ, στον πρώτο τόμο της Ιστορία της Σεξουαλικότητας, είναι η περιγραφή της σύνθετης έννοιας του «Λόγου», η οποία έχει τη δυνατότητα να ενσωματώσει ακόμα και το αντίθετό της:

Ο Λόγοι…δεν υποτάσσονται στην εξουσία ούτε αρθρώνονται ενάντιά της τελεσίδικα. Πρέπει να παραδεχτούμε πως υπάρχει μια ασταθής αλληλεπίδραση πολύπλοκη και όπου ο Λόγος μπορεί να είναι ταυτόχρονα όργανο κι αποτέλεσμα της εξουσίας, αλλά και το εμπόδιο, αντιστήριγμα, σημείο αντίστασης και ξεκίνημα για μιαν αντιθετική στρατηγική. Ο Λόγος μεταφέρει και παράγει εξουσία· την ενισχύει αλλά και την υπονομεύει, την εκθέτει, την κάνει εύθραυστη και επιτρέπει τον περιορισμό της. [vi]

Η επιστροφή στο ιστορικό σημείο όπου αυτή η συμβιωτική σχέση μεταξύ φαινομενικά αντίθετων Λόγων καθιστάτε πιο έκδηλη και πιο ορατή, είναι απαραίτητη για την κατανόηση του ηγεμονικού Λόγου αλλά και του τρόπου που αυτός μετεξελίσσεται, παγιώνεται και διαιωνίζεται.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο προτέρημα του βιβλίου του Παντελή Βουτουρή, Ιδέες της σκληρότητας και της καλοσύνης [vii]: επιστρέφοντας στην «εκρηκτική» περίοδο μεταξύ του τέλους του 19 ου αιώνα και των αρχών του 20ού, η μελέτη του Βουτουρή αποτελεί πρώτα-πρώτα μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τη γένεση, την εξέλιξη, την αλληλεπίδραση, και την πρόσληψη τριών εννοιών —του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του ρατσισμού— στο πλαίσιο της εποχής που διατυπώθηκαν στην Ελλάδα. Η μεγάλη πρόκληση του βιβλίου για τον αναγνώστη είναι το γεγονός ότι καλείται να συμφιλιώσει κάποια δεδομένα, τα οποία, παρερμηνευμένα από τη σημερινή σκοπιά, μοιάζουν να είναι αντιφατικά. Μερικά από αυτά τα δεδομένα είναι: ότι κάποιοι από τους πιο προοδευτικούς δημοτικιστές, όπως ο Πέτρος Βλαστός, ήταν ένθερμοι υποστηρικτές της θεσμοθέτησης της δαρβινικής φυσικής επιλογής και της ευγονικής· ότι στα γραπτά του εισηγητή του σοσιαλισμού στην Ελλάδα, Γεώργιου Σκληρού, «διαχέονται», όπως γράφει ο Βουτουρής, «οι φυλετικές προκαταλήψεις και οι επιθετικές νεοδαρβινικές θεωρίες της εποχής (αντιασιατισμός, εγκώμια για τον πόλεμο και ύμνοι για την αποικιοκρατία)» [viii]· ότι ο Παλαμάς τιμά ταυτόχρονα τον σοσιαλισμό και τον εθνικισμό, θαυμάζει τον σοσιαλιστή Ζαν Ζωρές, εξυμνεί τον φασισμό του Μουσολίνι και τον εθνοσοσιαλισμό του Χίτλερ· ότι ο Δημήτριος Ταγκόπουλος, ο εκδότης του Νουμά, «του πιο προοδευτικού, και φιλοσοσιαλιστικού, εντύπου των πρώτων χρόνων του 20ού αιώνα», τάσσεται εναντίον του κοινοβουλευτισμού —της «βουλευτοκρατίας»— και υπέρ της μοναρχίας. [ix]

Αυτά τα δεδομένα δεν είναι απλά το αποτέλεσμα μιας παρερμηνείας ή μιας εσφαλμένης αφομοίωσης δυτικοευρωπαϊκών θεωριών στον Ελληνικό χώρο. Σε μια εποχή κατά την οποία οι ιδέες έτειναν να κρυσταλλώνονται σε ιδεολογίες, οι οποίες με τη σειρά τους μετεξελίσσονταν ακόμα και σε θεσμοθετημένες πρακτικές, η ίδια η γένεση των ιδεών, όπως και η αφομοίωσή τους, ήταν φορτισμένη με τις υπαρξιακές, κοινωνικές και πολιτικές αγωνίες του 19 ου αιώνα και των αρχών του 20ού. Χρειάστηκε μια ολόκληρη επιστήμη —ή επιστήμες— για να «καθαρίσει», όπου και όταν επιβαλλόταν από τις συνθήκες τις εποχής, τον δαρβινισμό από τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον Νίτσε από τον μισογυνισμό ή τον μαρξισμό από τον οριενταλισμό. Πώς μπορούμε, για παράδειγμα, όπως σωστά αναρωτιέται ο Έντουαρντ Σαΐντ, να κατανοήσουμε το γεγονός ότι, για τον Μαρξ, η κομμουνιστική επανάσταση είναι σημαντικότερη από τη καταδίκη της αποικιοκρατίας; Σε άρθρο
του 1853—ένα από τα πολλά άρθρα που δημοσίευσε στην New York Daily Tribune κατά τη δεκαετία του 1850—ο Μαρξ περιγράφει την κοινωνία της Ινδίας ως μολυσμένη με διακρίσεις κάστας και τη ζωή του Ινδού ως «ανάξια, τελματωμένη και φυτοζωούσα», [x] καταλήγοντας στην διαπίστωση ότι:

…όποια κι αν είναι τα εγκλήματα της Αγγλίας, αυτή ήταν το ασυνείδητο όργανο της
Ιστορίας για να επέλθει η εν λόγω επανάσταση.

Τότε, όποια κι αν είναι η πικρία και τα προσωπικά́ μας αισθήματα μπροστά στο
θέαμα του καταποντισμού ενός αρχαίου κόσμου, έχουμε το δικαίωμα, από τη σκοπιά
της Ιστορίας, να φωνάξουμε μαζί με τον Γκαίτε:

Γιατί το βάσανο αυτό εμάς να βασανίζει
αφού στη μέγιστη χαρά μας οδηγεί,
μήπως ψυχές μυριάδες δεν χαθήκαν
απ’ του Τιμούρ το σκήπτρο το βαρύ; [xi]

Όσο κι αν ο Μαρξ θεωρεί ότι η Αγγλία εξυπηρετεί τα δικά της «βρωμερά συμφέροντα» στην Ινδία, με τον ποιο «βλακώδη τρόπο», η βαναυσότητα της αποικιοκρατίας δεν είναι αρκετή για προκαλέσει τις αντιδράσεις των σοσιαλιστών. Η Αγγλία λειτουργεί ως το «ασυνείδητο όργανο της Ιστορίας» γιατί, χωρίς να το γνωρίζει, η εκπολιτιστική της αποστολή θα οδηγήσει, εν τέλει, τους Ινδούς στην επανάσταση. Η ίδια η Ιστορία, θεωρεί ο Μαρξ, δίνει το δικαίωμα στον ίδιο και στους υποστηρικτές του, να αγνοήσουν το «βάσανο» της αποικιοκρατίας. Όπως δηλώνει, πιο ξεκάθαρα, σε άλλο άρθρο, δημοσιευμένο επίσης στην New York Daily Tribune, μερικές βδομάδες αργότερα, «η Αγγλία έχει να εκπληρώσει μια διπλή αποστολή στην Ινδία: η μία είναι καταστροφική, η άλλη αναγεννητική – να εκμηδενίσει την παλιά ασιατική κοινωνία και να θέσει τις υλικές βάσεις της δυτικής
κοινωνίας στην Ασία». [xii]

Ο ρομαντικός οριενταλισμός του Μαρξ, κατά τον Σαΐντ, είναι πολύ πιο ισχυρός, ως Λόγος, από την κριτική απέναντι στις απάνθρωπες πολιτικές της αποικιοκρατίας. Η βαρβαρότητα των «πολιτισμένων Άγγλων» απέναντι στους «απολίτιστους Ινδούς» παρουσιάζεται ως αναγκαίο κακό, προκειμένου να οδηγηθεί η οπισθοδρομική ασιατική κοινωνία, μέσω της περίφημης πολιτισμικής αποστολής των αποικιοκρατών, στην πολυπόθητη αναγέννηση και, ως αποτέλεσμα, στην Επανάσταση. Η στάση του Σκληρού, επομένως, όπως την παρουσιάζει ο Βουτουρής στο βιβλίο, εντοπίζεται ήδη στον Μαρξ και εμποτίζεται από τις επιστημολογικές φυλετικές θεωρίες: ο Ασιάτης, κατά τον Σκληρό, είναι κτηνώδης, ανίκανος, αμαθής, αναίσθητος και ζει σε φυτοζωική κατάσταση· ο ευρωπαίος είναι «ανθρωπινότερος», «ιδεαλιστικώτερος…με μια ευγενική και φωτισμένη τάση προς διαρκή ανύψωση του ανθρώπου και καλλιτέρεψη της κοινωνίας». [xiii] Προφανώς, η αποικιοκρατική «εκπολιτιστική αποστολή» συναντά εδώ την ιστορική πορεία που χαράζει ο μαρξιστικός διαλεκτικός υλισμός.

Ένα από τα σημαντικά προτερήματα του βιβλίου του Βουτουρή είναι το γεγονός ότι δεν αφορμάται από την ανάγκη να επιβεβαιώσει, από τη μία, ή να αποδoμήσει, από την άλλη, τις υπό εξέταση θεωρίες. Προϊόν εξονυχιστικής βιβλιογραφικής και αρχειακής μελέτης, το βιβλίο αποτελεί πρωτίστως την παράλληλη ιστορία της πρόσληψης τριών εννοιών—του εθνικισμού, του σοσιαλισμού και του ρατσισμού—και κυρίως του τρόπου με τον οποίο οι ιδέες αυτές κρυσταλλώθηκαν σε ιδεολογίες, αλληλοσυμπλήρωσαν σε αρκετές περιπτώσεις η μία την άλλη, και ενσωματώθηκαν σε ευρύτερες συζητήσεις στα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα της εποχής (1897-1922). Η άφιξη των ιδεών αυτών στην Ελλάδα και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν ενσωματώθηκαν στις συζητήσεις γύρω από μερικά από τα σημαντικότερα ζητήματα της εποχής, όπως την ένταση μεταξύ των γαλλοκεντρικών και των γερμανοκεντρικών ιδεών, τη σχέση της ελληνικής λογιοσύνης με την Ευρώπη, τη Μεγάλη Ιδέα, την ελληνικότητα των Αρβανιτών, την αναγκαιότητα του πολέμου ή της ειρήνης, το κίνημα του δημοτικισμού και πολλά άλλα.

Όπως σημειώνει ο Βουτουρής, οι σημερινές αντιλήψεις γύρω από τις ιδέες και τα δόγματα του εθνικισμού, του φασισμού, του εθνικοσοσιαλισμού και του φυλετισμού έχουν παγιωθεί σε ετεροχρονισμένα ιδεολογικά στερεότυπα. Η σημερινή τους απαξίωση ή η δικαίωσή τους, όσο εσφαλμένη ή δικαιολογημένη και να μοιάζει, είναι το ιστορικό αποτέλεσμα της διαχρονικής μετεξέλιξης των Λόγων και της σχέσης τους με την εξουσία. Για να φτάσουμε εδώ που φτάσαμε μεσολάβησαν, μεταξύ πολλών άλλων γεγονότων, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η δεκαετία του ’20, η δεκαετία του ’30, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ο ελληνικός εμφύλιος, ο ψυχρός πόλεμος, η χούντα και πολλά άλλα. Με άλλα λόγια, για να ανασκευάσουμε τη γνωστή ρήση του Μπόρχες για τον Δον Κιχώτη του Πιέρ Μενάρ, δεν μεσολάβησαν ματαίως 120 χρόνια από την εποχή που εξετάζουμε, γεμάτα από τα πιο περίπλοκα γεγονότα. Μας αρκεί να αναφέρουμε μόνο την ίδια την ιστορία και την αλληλεπίδραση μεταξύ του σοσιαλισμού, του εθνικισμού και του φυλετισμού.

Αντιμέτωποι σήμερα με αυτές τις ιδέες της σκληρότητας, σπεύδουμε—και είναι κατανοητό—να καταδικάσουμε τις ομολογουμένως ακραίες απόψεις που παρουσιάζονται στα γραπτά κάποιων εκ των πρωταγωνιστών αυτής της ιστορίας (με χειρότερη, χωρίς αμφιβολία, την απαίτηση του Βλαστού για την επαναφορά του σπαρτιατικού Καιάδα, στον οποίο θα ρίχνουμε όποιον γεννιέται «σάπιος»). Απέναντι στις θεωρίες της σκληρότητας προτάσσουμε την καλοσύνη, απέναντι στην εμπάθεια την ενσυναίσθηση. Όμως, σε πολλές περιπτώσεις, η ετεροχρονισμένη ερμηνεία κάποιων ιδεών , και η επίσης ετεροχρονισμένη δικαίωση άλλων, οδηγεί σε παρόμοιες καταστροφικές επιπτώσεις. Το ζήτημα είναι μεγάλο για να το αναπτύξουμε εδώ. Αρκεί μόνο να σημειώσουμε ότι όταν, στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα, ο Φραντς Φανόν περιέγραφε την εθνική κουλτούρα ως απαραίτητη για την χειραφέτηση των αποικιοκρατούμενουν λαών, ή όταν πρότασσε τη ανάπτυξη μιας διεθνιστικής συνείδησης, στο εθνικό πλαίσιο, ως αναγκαία μετά την απελευθέρωση των αποικιών, μετείχε ταυτόχρονα στην αντίληψη ότι ο εθνικισμός και σοσιαλισμός αποτέλεσαν δύο από τις πιο προοδευτικές έννοιες προτού διασπαστούν και προτού πάρουν διαφορετική θέση στην εξέλιξη (του ίδιου) ηγεμονικού Λόγου.

Στις σελίδες του βιβλίου του Βουτουρή βρίσκουν θέση μερικά από τα πιο ηχηρά ονόματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής διανόησης: ο Τσάμπερλεν, ο Φαλμεράυερ, ο Δαρβίνος, o Γκομπινώ, o Λένιν, o Μάρξ, o Νορντάου, o Πλεχάνοφ· o Βλαστός, ο Άγγελος Βλάχος, ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο Δραγούμης, ο Καζαντζάκης, ο Νιρβάνας, ο Παπαναστασίου, ο Παπαρηγόπουλος, ο Σκληρός, ο Ψυχάρης (για να αναφέρω μόνο μερικούς). Δύο ονόματα που ξεχωρίζουν σε αυτή τη συζήτηση είναι ο Παλαμάς και ο Νίτσε, με τους οποίους ο Βουτουρής είχε ασχοληθεί και παλαιότερα, στο βιβλίο του Αγαπημένε μου Ζαρατούστρα. Θεωρώ ότι η σημασία τους δεν σταματά στην, κατά γενική ομολογία, τεράστια επίδραση που άσκησαν στους διανοούμενους της εποχής. Ο Βουτουρής περιγράφει τη φιλοσοφία του Νίτσε ως τη «μήτρα, κατά κάποιον τρόπο, των συγκεκριμένων ιδεών» και εξηγεί ότι αυτή είχε απήχηση σε «διανοούμενους με διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές, ακόμα και σε πολλούς σοσιαλιστές». [xiv] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένας από τους σημαντικότερους λόγους της απήχησης που είχε ο Νίτσε σε φαινομενικά αντιφατικές ιδεολογίες είναι το γεγονός ότι η φιλοσοφία του συντηρεί την ίδια την αντίφαση ως στάση απέναντι στις ιδέες ή τα δόγματα του παρηκμασμένου σύγχρονου ανθρώπου. Έτσι, στο Πέρα από το Καλό και το Κακό, για παράδειγμα, σε έναν από τους πιο περίπλοκους αφορισμούς του σχετικά με τους εβραίους, τους περιγράφει ως την πιο «δυνατή», «ανθεκτική» και «καθαρή ράτσα που ζει σήμερα στην Ευρώπη» και εισηγείται να εκδιωχθούν οι Γερμανοί «αντισημίτες φωνακλάδες» που δεν έχουν κατανοήσει τα προτερήματα της εβραϊκής φυλής. [xv] Από την άλλη, η νιτσεϊκή φιλοσοφία εμπεριέχει ίσως την πιο καυστική φιλοσοφική κριτική απέναντι στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό.

Το έργο του Νίτσε δεν αποτελεί ακριβώς μια συστηματική φιλοσοφία και δεν εξυμνεί κανένα δόγμα ή κάποια συγκροτημένη ιδεολογία. Οι γνωστοί αφορισμοί του προτάσσουν περισσότερο μια κριτική στάση απέναντι στις ιδέες παρά μια ενιαία φιλοσοφία. Από αυτή την άποψη, και παρά τις προβληματικές αντιλήψεις που εκφράζει πολλές φορές—όπως, για παράδειγμα, ο έκδηλος μισογυνισμός του—η φιλοσοφία του προτάσσει τον σύνθετο συλλογισμό, ο οποίος αντιστέκεται στον μανιχαϊσμό που επιμένει στον διαχωρισμό ανάμεσα στο «καλό» και στο «κακό». Με απλά λόγια, πρόκειται για μια προσέγγιση που συντηρεί την αντίφαση και δεν επιδιώκει τη στράτευση. Ο κοντινότερος συγγενής του, από αυτή την άποψη, στον ελληνικό χώρο, είναι ο Παλαμάς η στάση του οποίου «σε όλα τα μεγάλα ζητήματα», όπως γράφει ο Βουτουρής , συνοψίζεται στη διαλλαχτική διατύπωση «δεν είναι ή ετούτο ή εκείνο. Είναι και τούτο και το άλλο, πολλάκις. Και τίποτε απόλυτον, και όλα σχετικά». xvi Ο Παλαμάς, γράφει παρόμοια ο Ευριπίδης Γαραντούδης, «οικειώθηκε ένα πλήθος ετερόνομων και ενίοτε αντικρουόμενων ιδεών και τάσεων της εποχής του», όμως « εντέλει δεν ασπάστηκε καμία τους απόλυτα». Εάν υπάρχει κάποια ενότητα στο παλαμικό έργο αυτή «έγκειται ακριβώς στη σύζευξη ή στη συναίρεση των αντίθετων στοιχείων». [xvii]

Το βιβλίο του Βουτουρή αξίζει να διαβαστεί κυρίως γιατί εξετάζει σε βάθος ένα σημαντικό αλλά άγνωστο κεφάλαιο της ιστορίας των ιδεών στην Ελλάδα. Η παράλληλη αφήγηση της ιστορίας του εθνικισμού, του σοσιαλισμού, και του ρατσισμού κατά την ίδια εποχή και σε διαφορετικούς κύκλους —στους κύκλους των νατσιοναλιστών, φασιστών, σοσιαλιστών, βασιλικών, δημοκρατικών, δημοτικιστών, καθαρευουσιάνων, μεγαλοϊδεατιστών, φυλετιστών, συντηρητικών, προοδευτικών, και άλλων— ανοίγει έναν διανοητικό χώρο που αντιστέκεται στην υπερβολή, στα ιδεολογικά άκρα και στις παγιωμένες αντιλήψεις. Σκοπός του βιβλίου, προφανώς, δεν είναι να πείσει τον αναγνώστη για την ορθότητα ή την πλάνη των συγκεκριμένων ιδεών αλλά να περιγράψει την ιστορική πρόσληψή τους σε μια συγκεκριμένη εποχή. Όμως εδώ, ενδεχομένως, να υπάρχει και ένα παράλληλο κέρδος για τον αναγνώστη. Η απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή που πραγματεύεται το βιβλίο, ίσως να μας επιτρέψει να δούμε καλύτερα την εντυπωσιακή, ανεπαίσθητη και επικίνδυνη ικανότητα των ιδεολογιών να αυτοπροβάλλονται ως αντίσταση, να αφομοιώνουν την αντίθεση, να ανανεώνονται και να παρεισφρέουν στις κυρίαρχες ηθικές αντιλήψεις.

ΜΑΡΙΝΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΗΣ

i Το άρθρο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της ανακοίνωσης μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Παντελή Βουτουρή, Ιδέες της σκληρότητας και της καλοσύνης, η οποία διοργανώθηκε από το Σπίτι της Κύπρου, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου, 2019. Στην παρουσίαση του βιβλίου συμμετείχαν η Χριστίνα Ντουνιά, ο Κώστας Κουτσουρέλης, ο Παντελής Βουτουρής και ο υποφαινόμενος.
ii Η μετάφραση δική μου. Αξίζει να παραθέσουμε το πρωτότυπο κείμενο: «With savages, the weak in body or mind are soon eliminated; and those that survive commonly exhibit a vigorous state of health. We civilised men, on the other hand, do our utmost to check the process of elimination; we build asylums for the imbecile, the maimed, and the sick; we institute poor-laws; and our medical men exert their utmost skill to save the life of every one to the last moment. There is reason to believe that vaccination has preserved thousands, who from a weak constitution would formerly have succumbed to small-pox. Thus the weak members of civilised societies propagate their kind». Charles Darwin,The Descent of Man and Selection in Relation to Sex (Princeton: Princeton University Press, 1981),168.
iii Κατ’ ακρίβεια, η διατύπωση του Δαρβίνου σε αυτό το σημείο είναι ακόμα πιο προβληματική. Κανένας κτηνοτρόφος, εισηγείται, δεν θα επέτρεπε την αναπαραγωγή των χειρότερων ζώων του (Darwin, Descent of Man, 168).
iv Ο.π. 169.
v «Though I see so much difficulty, the object seems a grand one; and you have pointed out the sole feasible, yet I fear utopian, plan of procedure in improving the human race». Karl Pearson, The Life, Letters and Labours of Francis Galton (Cambridge: Cambridge University Press, 2011), 176.
vi Μισέλ Φουκώ, Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας (Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα, 2003), 125.
vii Παντελής Βουτουρής, Ιδέες της σκληρότητας και της καλοσύνης (Αθήνα: Καστανιώτης, 2017).
viii Βουτουρής, Ιδέες της Σκληρότητας, 16-17
ix Ο.π. 23.
x Karl Marx, «Η Βρετανική κυριαρχία στην Ινδία», στο Karl Marx και Friedrich Engels, Η αποικιοκρατία στην Ινδία (Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, 2003), 37-38.
xi Marx, Βρετανική κυριαρχία, 38-39. Δική μου έμφαση.
xii Karl Marx, «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία», στο Karl Marx και Friedrich Engels, Η αποικιοκρατία στην Ινδία (Αθήνα: Εκδόσεις Άγρα, 2003), 52.
xiii Βουτουρής, Ιδέες της Σκληρότητας, 287
xiv Βουτουρής, Ιδέες της Σκληρότητας, 25.
xv Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το Καλό και το Κακό (Αθήνα: Πανοπτικόν, 2010), 248-251. Τα Χριστούγεννα του 1887 ο Νίτσε έγραφε στην αδελφή του ότι η σχέση της με έναν αντισημίτη ηγέτη, εννοώντας τον γαμπρό του, είναι ξένη σε ολόκληρη τη στάση του απέναντι στη ζωή και ότι τον γεμίζει με οργή και μελαγχολία. Βλ. Walter A. Kaufmann, Nietzsche, Philosopher, Psychologist, Antichrist (Princeton: Princeton University Press, 1974), 45.
xvi Βουτουρής, Ιδέες της Σκληρότητας, 124.
xvii Ευριπίδης Γαραντούδης, «Ο Παλαμάς και η κριτική της ποίησής του», στο Εισαγωγή στην ποίηση του Παλαμά, επιμ. Ευριπίδης Γαραντούδης (Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016), xxii.