Μαρία Φραγκούλη

Ματτέο Νούτσι, Τα δάκρυα των ηρώων

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα: Μαρία Φραγκούλη

~.~

Η   χ α μ έ ν η   ε π ο χ ή

Μόλις τον είδαν να φθάνει, το μουρμουρητό εξασθένησε και μια αφύσικη σιωπή έπεσε στον Κεραμεικό. Ορισμένοι είχαν την ίδια εντύπωση όπως πριν από έναν χρόνο, κατά την περίφημη έκλειψη ηλίου. Σαν η ζωή των ανθρώπων να έσβησε ξαφνικά. Μα στην Ιερά Πύλη και στο Δίπυλον, ο ουρανός ήταν διαυγής· ο Ηριδανός συνέχιζε να κυλά αργά στα δρομάκια της γειτονιάς των αγγειοπλαστών· και ο τσουχτερός άνεμος του Υμηττού περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια, συνοδεύοντας το βορεινό αεράκι. Όλα ήταν όπως κάθε μέρα για τους Αθηναίους, εκείνο το πρωινό στο τέλος του χειμώνα. Εκτός από την τρομακτική σιωπή που είχε προσβάλει το πλήθος των παρευρισκομένων. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και μερικοί ξένοι – που ήταν φίλοι ή συγγενείς, υποστηρικτές ή εχθροί. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον άνδρα που προχωρούσε με μικρά βήματα κρατώντας ένα στεφάνι. Ο ισχυρότερος άνδρας της Αθήνας εδώ και τριάντα χρόνια. Ο άριστος της μεγάλης Ελλάδας που θα γινόταν μεγαλύτερη αν μονάχα ο πόλεμος εναντίον της Σπάρτης είχε τελειώσει γρήγορα και νικηφόρα. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως πάντα. Πρόσωπο σμιλεμένο με συμμετρικές γραμμές, σαν έτοιμο μοντέλο για τα αναρίθμητα αγάλματα που θα τον αναπαριστούσαν σε αθάνατη στάση. Φαινόταν εκείνος που όλοι είχαν γνωρίσει. Άλλωστε, στις πιο δύσκολες περιστάσεις ήξερε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα ακόμη και τώρα που είχε φθάσει γι’ αυτόν η οριστική δοκιμασία; Ο λοιμός που έπληττε την Αθήνα εδώ και μήνες, για τον οποίο ο ηγέτης απήγγειλε έναν από τους πιο εξαιρετικούς λόγους του, τώρα δεν ήταν πια μια λέξη με την οποία κατακτούσε τα πλήθη ούτε μια πολιτική εμμονή· απλώς μοίραζε τον θάνατο. Ήρθαν λοιπόν όλοι εκεί, στον Κεραμεικό, γι’ αυτόν. Για τον Περικλή. Ο ηθικός οδηγός που ποτέ δεν υπέκυψε σε προκαταλήψεις και ανώφελους φόβους. Ο στρατηγός ο ικανός να καθησυχάζει τον λαό του όταν έχανε τον έλεγχο μέσα σε παράλογο φόβο. Ο ρήτορας που μπορούσε να τρομοκρατεί τους πολίτες όταν ήταν έρμαια ανάρμοστης τόλμης. Βρίσκονταν εκεί για να τον παρατηρήσουν, να τον διερευνήσουν στη δυσκολότερη στιγμή. Τον κοίταξαν σχεδόν δίχως να ανασάνουν, ενώ προχωρούσε προς τον τελευταίο από τους πεσόντες του. Κανείς δεν είπε λέξη, αργότερα όμως κυκλοφόρησαν ιστορίες. Σε κάποιον φάνηκε ότι έτρεμε. Κάποιος σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να προχωρήσει κι ήταν έτοιμος να οπισθοδρομήσει. Εντούτοις, το στεφάνι που κρατούσε σφιχτά δεν πρόδιδε καμιά ταλάντευση των χεριών, τα σύντομα βήματα του πενθούντος άνδρα έμοιαζαν όντως με βήματα στρατιώτη. Διέσχισε τα τελευταία λίγα μέτρα με βραδύτητα. Μεγάλη βραδύτητα, σύμφωνα με κακόβουλα σχόλια. Μετά έφθασε μπροστά στο σώμα. Σταμάτησε. Ο λοιμός τού πήρε την αδερφή, τον πρωτότοκο γιο Ξάνθιππο, τους καλύτερους φίλους και πολλούς συγγενείς, εκείνος όμως ποτέ δεν υπέκυψε. Η ξακουστή σταθερότητα, η δύναμη της ψυχής που ήταν το καύχημά του, η ικανότητα να αντέχει χωρίς να φανερώνει τα συναισθήματά του. Η Αθήνα πάντα θαύμαζε αυτό το είδος ήρωα που την οδηγούσε στη δημοκρατική της πορεία. Τώρα, για τον Περικλή είχε φθάσει η κρίσιμη δοκιμασία. (περισσότερα…)

Λιν Σου, συγγραφέας του «Κιχώτη»

του Μικαέλ Γκόμεζ Γκούτχαρτ

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

«Η Κίνα είναι τόσο αλλόκοτα αποκαλυπτική ως προς την ουσία της, ώστε κανείς δεν την αντιμετωπίζει ατιμωρητί: σπανίζουν οι συγγραφείς που είναι ικανοί να μιλήσουν γι’ αυτήν δίχως να επιδείξουν τις πιο μύχιες εμμονές τους· υπό αυτή την έννοια, όποιος μιλάει για την Κίνα, μιλάει για τον εαυτό του».
ΣΑΪΜΟΝ ΛΕΪΣ

Το όνομα του Λιν Σου σάς είναι σίγουρα παντελώς άγνωστο. Ε λοιπόν, μάθετε ότι θα άξιζε μια αξιοσέβαστη θέση στα εγχειρίδια ιστορίας της λογοτεχνίας. Καταγόμενος από την επαρχία Φουτζιάν, στα νοτιοδυτικά της Κίνας, αυτός ο σπουδαίος αυτοδίδακτος λόγιος, απόγονος της δυναστείας Κινγκ, της τελευταίας που βασίλεψε στην Κινεζική Αυτοκρατορία, υπήρξε ζωγράφος, καλλιγράφος, μυθιστοριογράφος, έγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις. Εκτός των άλλων, από το τέλος του 19ου αιώνα υπέγραψε τις πρώτες λογοτεχνικές μεταφράσεις στην Κίνα – τις οποίες στερούνταν οι βιβλιοθήκες, εφόσον επί αιώνες η κινεζική παράδοση συνίστατο από σχόλια σε κείμενα αρχαίων Κινέζων, και όχι από εισαγωγές. Συνεπώς, ο Λιν Σου συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στο να διαδώσει, στον Κινέζο αναγνώστη, έργα και συγγραφείς άκρως εξωτικού χαρακτήρα, που προέρχονταν κυρίως από την Αγγλία, αλλά και από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία και τη Γερμανία˙ και όλο αυτό, πρέπει να τονιστεί, χωρίς να μιλάει καμιά ξένη γλώσσα. Ζητούσε να του διαβάσει τα κείμενα ένας βοηθός-μεταφραστής που γνώριζε, έστω θεωρητικά, τη γλώσσα προέλευσης και μπορούσε επομένως να επιχειρήσει χωρίς εμπόδια μια ερμηνεία σε προφορικά Μανδαρίνικα. Απ’ όσα μας παραδίδουν οι πιο οξυδερκείς σχολιαστές του –ελάχιστοι, στην πραγματικότητα–, ο Λιν Σου προχωρούσε στο ξαναγράψιμο του συνόλου σε κλασικά Μανδαρίνικα, προσπαθώντας όσο το δυνατόν να μείνει πιστός στη διασκευή, προτιμώντας την πλοκή της αφήγησης παρά τη μελωδία, τον ρυθμό και το ύφος. Ο Λιν Σου (1852-1924), με όπλο μόνο την αυθεντία του, επωφελούνταν της εκπληκτικής ικανότητας που έγκειται στην ανάγνωση οποιασδήποτε γλώσσας μέσα από τα μάτια ενός άλλου.

Βοηθούμενος διαδοχικά από δεκαεννέα βοηθούς, μετέφρασε, ή καλύτερα ξανάγραψε, σχεδόν διακόσιους κλασικούς της δυτικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων: Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Δουμάς πατέρας και υιός, Τολστόι, Ντίκενς, Γκαίτε, Στήβενσον, Ίψεν, Μοντεσκιέ, Ουγκώ, Τσέχωφ και Λοττί. Μερικές από τις διασκευές του έγιναν μάλιστα, στις αρχές του 20ού αιώνα, πραγματικά μπεστ σέλερ στην Κίνα, όπως Η κυρία με τις καμέλιες, ξαναβαπτισμένη για την περίσταση ως Η κληρονομιά της παρισινής κυρίας με τις καμέλιες. Ακόμη πιο συναρπαστικό και μυστηριώδες είναι το γεγονός ότι καμιά πενηνταριά από τις ανέκδοτες μεταφράσεις του ήταν κείμενα των οποίων κανείς ως σήμερα δεν στάθηκε ικανός να ταυτοποιήσει τον συγγραφέα ή τη γλώσσα προέλευσης. Ανάμεσα σε αυτά τα χαμένα χειρόγραφα βρίσκονται αριστουργήματα, για τα οποία αγνοούμε απολύτως τα πάντα.

Τα βιβλία συχνά παίρνουν πλάγιους δρόμους και άλλα «μονοπάτια που διακλαδίζονται», για να γκρεμίσουν κάθε όριο και να φτάσουν εκεί όπου κανείς δεν τα περιμένει. Η ιστορία της λογοτεχνίας, ή της γραφής, δεν υστερεί ανάλογων παραδειγμάτων. Ο νεαρός Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ –μεταφραστής των Κνουτ Χάμσουν, Ρομαίν Ρολλάν και Γκαμπριέλε Ντ’Αννούντσιο στα Γίντις– δεν είχε, απ’ όσο φαίνεται, καμιά ιδέα Νορβηγικών, Γαλλικών ή Ιταλικών˙ βασίστηκε στις γερμανικές μεταφράσεις που κυκλοφορούσαν στην προπολεμική Πολωνία. Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς είναι ένα άλλο εντυπωσιακό παράδειγμα: στην Αργεντινή, ξανάγραψε ο ίδιος το Φερντυντούρκε του στα Ισπανικά, με τη βοήθεια των Βιρχίλιο Πινιέρα και Ουμπέρτο Ροντρίγκεζ Τομέου, δύο Κουβανών συγγραφέων που δεν είχαν ποτέ ακούσει ούτε μια πολωνική λέξη, και ύστερα ξαναμετέφρασε αυτή την εκδοχή στα Γαλλικά με τη βοήθεια ενός καθηγητή της Alliance Française του Μπουένος Άιρες, καταλήγοντας έτσι σε εκείνη που θα γινόταν η πρώτη γαλλική έκδοση του Φερντυντούρκε, η οποία εκδόθηκε από τον Μωρίς Ναντώ το 1958.

Το 1921 ο Λιν Σου αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Κιχώτη, ξεκινώντας από μια αγγλική μετάφραση του 1885. Ο βοηθός Τσεν Τζιαλίν, που είχε συμπληρώσει ένα μέρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Αγγλία, φαινόταν ικανός να κάνει την ανάγνωση, σύμφωνα με την εξοικειωμένη τεχνική. Ωστόσο, προέκυψε μια μερική εκδοχή, όχι απλώς παραγεμισμένη με ανέκδοτους διαλόγους, αλλά επίσης ακρωτηριασμένη κατά πολλά κεφάλαια, ανάμεσα στα οποία ο περίφημος πρόλογος: δηλαδή 285 σελίδες από το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες – εδώ είναι αδύνατον να μη σκεφτούμε το μυστικό εγχείρημα κάποιου Πιερ Μενάρ που, σύμφωνα με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, φιλοδοξούσε ακριβώς να ξαναγράψει το πρώτο βιβλίο του Κιχώτη.

Η Βιογραφία του τρελού ιππότηΖωή του μαγεμένου ιππότη, ανάλογα με τις επαναμεταφράσεις) εκδόθηκε το 1922 στη Σανγκάι, προπύργιο της κινεζικής βιομηχανίας του βιβλίου, επονομαζόμενη τότε ως Παρίσι της Ανατολής, λόγω της πληθώρας εκδοτών, τυπογραφών και λογοτεχνικών καφέ. Ο Λιν Σου, καταβεβλημένος από την αρρώστια, πεθαίνει μετά από δύο χρόνια, αφήνοντας τον μισό Κιχώτη του εν είδει αποχαιρετισμού.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Δον Κιχώτης της Μάντσα αφηγείται για έναν άρρωστο γέρο συνεπαρμένο με τα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι περιπέτειες του οποίου θα μεταφράζονταν από ένα αραβικό κείμενο που ο Θερβάντες με πανουργία αποδίδει σε κάποιον μουσουλμάνο ιστορικό. Η υπεκφυγή του ψεύτικου μεταφραστή ήταν, από τον 14ο αιώνα, ένα επαναλαμβανόμενο ταχυδακτυλουργικό κόλπο στην ιπποτική λογοτεχνία, οι συγγραφείς της οποίας συχνά παρουσίαζαν τα κείμενά τους ως μεταφράσεις από την τοσκανική και τη φλωρεντινή διάλεκτο, από τα Ταταρικά, Ελληνικά ή Ουγγρικά, για να μην αναφέρουμε άλλες γλώσσες που είναι αδύνατον να ταυτοποιηθούν. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός ξεκινάει το 1605 με ένα έργο που θα ήταν μια μετάφραση, και ο πρωταγωνιστής του οποίου είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων. Ο κύκλος έκλεισε, και μάλιστα ωραία.

Μια μετάφραση, ως ξαναγράψιμο, όσο πιστή και αν είναι, δεν ισοδυναμεί ποτέ με το πρωτότυπο έργο. Ο Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ επισήμαινε σχετικά ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συνιστά ένα «μονοπάτι» με κατεύθυνση το πρωτότυπο έργο. Το απίστευτο μυθιστορηματικό ταξίδι του ευρηματικού Λιν Σου, συνοδευόμενου από τον πιστό βοηθό Τσεν Τζιαλίν, πέρα από να διαψεύδει, μοιάζει να εκπληρώνει την ανησυχητική απεικόνιση της παραπάνω θέσης.

Παρίσι, 2017   

Η μετάφραση βασίστηκε στη δημοσίευση του κειμένου στο περιοδικό Testo a fronte. Teoria e pratica della traduzione, n. 58, I semestre 2018, Marcos Y Marcos, Milano.

Ο Mikaël Gómez Guthart (Μοντεβιδέο, 1981) είναι συγγραφέας, μεταφραστής και λογοτεχνικός κριτικός. Έχει μεταφράσει έργα των Ζαν Ζακ Ρουσσώ και Μερλώ-Ποντύ στα Ισπανικά, και στα Γαλλικά έργα των Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Ρικάρντο Πίλια κ.ά. Μαζί με την Αργεντινή συγγραφέα Ariana Harwicz έχουν γράψει το Desertar (Mardulce Editora, Buenos Aires 2020), έναν διάλογο γύρω από τη λογοτεχνία, τη μετάφραση, τα ταξίδια, καθώς και τα μυστήρια που εξυφαίνονται ανάμεσά τους.

Αποχαιρετισμός στον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Mario Andrea Rigoni (Asiago, 2.6.1948 – Montebelluna, 15.10.2021)

~.~

Στις αληθινές φιλίες –ένα από τα θαύματα της ζωής–
λάμπει ένα αμυδρό φως αιωνιότητας: μόλις γινόμαστε φίλοι
και φαίνεται σαν να ήμασταν από πάντα.

MARIO ANDREA RIGONI, «Fondi di cassetto», 2019

Ανάμεσα στις τόσες πολλές φράσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα που αναδύονται από τη φιλία μου με τον Μάριο, σκέφτομαι αυτόν τον αφορισμό του, τόσο αντιπροσωπευτικό του χαρακτήρα του και των όσων ο ίδιος ήταν ικανός να σου εμπνεύσει από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Αξιαγάπητος, γενναιόδωρος, ευγενής, συμπονετικός, αυθόρμητος και γλυκός σαν παιδί.

Από το 2014 έως σήμερα τον συνάντησα τέσσερις φορές, συχνά μαζί με τη σύζυγό του Λουίζα, στο Μιλάνο, στην Πάντοβα και στην Ελλάδα. Διατηρούσαμε μια αδιάλειπτη επικοινωνία, γραπτή, τηλεφωνική, ακόμη και μέσω skype, μέχρι τις τελευταίες μέρες. Είχα την τιμή και την τύχη να μεταφράσω στα ελληνικά μια επιλογή από αφορισμούς και ποιήματά του, και πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων (Loggia, 2021), την οποία πρόλαβε να δει.

Τούτα τα φτωχά, ασυνάρτητα λόγια μου δεν επαρκούν, γιατί ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι ήταν ένα σπάνιο ον. Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να ανατρέξω στα λόγια του αγαπητού φίλου κινηματογραφιστή Τζόννυ Κονσταντίνο, ο οποίος γνώρισε τον Μάριο τον Γενάρη του 2020 και έγραψε ένα υπέροχο κείμενο για την συνάντησή τους εκείνη («In compagnia di Rigoni», Il primo amore, 31.1.2020): «Η συνάντηση με τον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι είναι από εκείνες που, στα περιορισμένα όρια μιας ύπαρξης βιωμένης μες στη φωτιά του πάθους, καθιερώνει ένα πρότερον και ένα ύστερον».

Ο Μάριο έφυγε την 15η Οκτωβρίου, μέρα που γιορτάζεται η Αγία Τερέζα της Άβιλα, προστάτιδα των συγγραφέων, μια μυστικίστρια που πιθανόν θα ενέπνεε στον Μάριο άλλο ένα απαστράπτον ποίημα σαν εκείνα που μας άφησε τελευταία.

ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

~.~

~.~

Tommaso Di Dio, Το παραμύθι των ματιών

 

Μετάφραση-Σημειώσεις Μαρία Φραγκούλη

 

Inardescimus et imus
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

εν αρχή

Ήταν μια φορά ένας χρόνος. Μια φορά
Ήταν ο χρόνος και σε κείνον τον χρόνο υπήρχε
ο χρόνος αποκτούσε χώρο, ήταν
ένα λευκό αυγό.

Ο άνθρωπος προχωρά.
Παίρνει μια πέτρα. Σηκώνει το χέρι.
Αυτή τη φορά, με τη φωνή σταμάτα τον. Εσύ

μπορείς να τον σταματήσεις. (περισσότερα…)

Η καζαντζακική Οδύσσεια στη γλώσσα του Δάντη (1/2)

Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα η ενθουσιώδης υποδοχή στο εξωτερικό ενός έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όμως η πρόσφατη έκδοση της καζαντζακικής Οδύσσειας μεταφρασμένης στα ιταλικά από τον Νικόλα Κροτσέττι (Nikos Kazantzakis, Odissea, Introduzione e traduzione di Nicola Crocetti, Crocetti Editore, Νοέμβριος 2020) έτυχε τέτοιας, τόσο από την κριτική της γειτονικής χώρας όσο και από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Το μικρό αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου στο εκδοτικό αυτό γεγονός αποτελείται από δύο μέρη. Στο παρόν πρώτο, η Μαρία Φραγκούλη καταγράφει την απήχηση της κυκλοφορίας της Odissea και μεταφράζει ενδεικτικά το κριτικό σημείωμα με το οποίο την δεξιώθηκε η εφημερίδα Repubblica. Στο δεύτερο, ο μεταφραστής Νικόλα Κροτσέττι συζητά με τον Κώστα Κουτσουρέλη για το μεγάλο του εγχείρημα.    

 

(περισσότερα…)

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, Δύο διηγήματα (μτφρ. Μαρία Φραγκούλη)

Mario Andrea Rigoni

 

Ο άνδρας στο αναπηρικό καροτσάκι

Στη ζωή χρειάζεται να στηριζόμαστε σε κάτι, αλλιώς βουλιάζουμε. Ισχύει ίσως περισσότερο γι’ αυτόν, μα στην πραγματικότητα ισχύει για όλους, έλεγα: είναι απλώς ζήτημα τρόπου και βαθμού. Πόσα χρόνια, τώρα πια, ο Τάνο ήταν καταδικασμένος στο αναπηρικό καροτσάκι; Είκοσι, τριάντα; Ήταν οπωσδήποτε τόσα που, κάθε καλοκαίρι, ενώ κατέβαινα από το αυτοκίνητο και ξεφόρτωνα τις αποσκευές, σηκώνοντας το κεφάλι προς τον οικισμό κουρνιασμένο κατακόρυφα στη θάλασσα, έβλεπα το κοντόχοντρο περίγραμμά του να διαγράφεται ακίνητο στην ανοιχτή πόρτα –προστατευμένη μόνο από μια πράσινη πλαστική τέντα– του σπιτιού του, μικροσκοπικού σαν παιχνίδι. (περισσότερα…)

Ιθάκη και πιο πέρα

Th. Gericault, Le Radeau de la Meduse (1819).jpg

του ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ

Μετάφραση: Μαρία Φραγκούλη

 Πού πηγαίνουμε λοιπόν, ρωτάει ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν –ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Νοβάλις– τη μυστηριώδη γυναικεία μορφή που του φανερώθηκε δίπλα στον πανάρχαιο βράχο του δάσους, πού κατευθύνεται η πορεία μας;

«Πάντα προς το σπίτι», του απαντά η κοπέλα, οδηγώντας τον σε ένα πλατύ, φωτεινό ξέφωτο. Το ημιτελές, ατελείωτο μυθιστόρημα Heinrich von Ofterdingen, που ο νεαρός Νοβάλις γράφει την περίοδο 1799-1800, στο κατώφλι του τόσο πρόωρου θανάτου του (1801), παραμένει το αριστούργημα όχι μόνο της γερμανικής μα και της ευρωπαϊκής ρομαντικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα από εκείνα τα μεγαλειώδη έργα όπου η ποίηση συνοψίζει συμβολικά την ουσία της ζωής και του πολιτισμού.

Μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού, που βρίθει φιλοσοφικής αλληγορίας και παθιασμένου λυρισμού, το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι μια μεταφορική οδύσσεια του ανθρώπινου πνεύματος, το ταξίδι του άνδρα που αφήνει το πατρικό σπίτι για να ριψοκινδυνεύσει στον κόσμο, για να εκτεθεί σε λάθη, παγίδες και πτώσεις, αλλά τελικά επιστρέφει στο σπίτι, όπως ο Οδυσσέας, ώριμος και μεγάλος πια, πλούσιος από όλες τις εμπειρίες καθώς και από τα βάσανα που αντιμετώπισε στη μεγάλη διαδρομή, τα οποία η ατομικότητά του ξεπέρασε, συγχώνευσε και έκανε δικά της.

Μαθητής του Σίλλερ στην Ιένα και φίλος του Σλέγκελ στη Λειψία, ο Νοβάλις γνώρισε και συναναστράφηκε τους Φίχτε, Χαίλντερλιν, Γκαίτε, Σέλλινγκ, Τηκ και τους άλλους πρωταγωνιστές της πρώτης ρομαντικής γενιάς που θεμελίωνε –με μιαν ανεπανάληπτη σύνθεση φιλοσοφίας και ποίησης, η οποία κορυφώθηκε στην ιδεαλιστική σκέψη– μια καθολική και οργανική σύλληψη του κόσμου.

Για τον Νοβάλις, ο σύνδεσμος που ενώνει τις άπειρες εμφανίσεις του πολλαπλού σε μιαν ολότητα, που τη διέπει ένας μοναδικός νόμος, είναι η ποίηση, εννοούμενη όχι ως έργο ή συγκεκριμένη άσκηση αλλά ως εμμενές ποιητικό πνεύμα, διάχυτο στο πραγματικό, ουσιαστικά όμοιο με την ίδια την αναπνοή της καθολικής ζωής, από την άνθιση και τον μαρασμό των φυτών μέχρι την άνοδο και την πτώση των αυτοκρατοριών και την κρυσταλλοποίηση των ορυκτών.

~.~

Ποιητής είναι όποιος εναρμονίζει τον λόγο του με τον ρυθμό του καθολικού ποιητικού πνεύματος, ταυτιζόμενος με αυτό και ακολουθώντας τη ροή του, η οποία τον οδηγεί στο μυστικό όλων των μορφών και του γίγνεσθαι, σε μακρινές άγνωστες χώρες και σε απόμακρες εποχές, στον σκοτεινό παλμό της ζωής των ζώων και των φυτών, στις χιλιετείς γεωλογικές διαστρωματώσεις στα έγκατα της γης.

novalis.jpgΜια ποίηση εννοούμενη με τέτοιο τρόπο, εκτείνεται πάντα προς το άπειρο, πέρα από τις διακρίσεις και τα όρια των ολοκληρωμένων μορφών, οι οποίες ακυρώνονται στην αδιαφοροποίητη ερωτική αγκαλιά της νύχτας. Σε αυτήν αφιερώνει ο Νοβάλις τη φημισμένη ποιητική του συλλογή Ύμνοι στη νύχτα (1797-1800). Το σύμβολο της ποίησης είναι το γαλάζιο, χρώμα της απρόσιτης απόστασης και της διάφανης νοσταλγίας· συνεπώς, είναι επίσης το χρώμα του έρωτα (το γαλάζιο άνθος που, στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, συμβολίζει την κορύφωση της ευτυχίας του Χάινριχ και της Ματίλντε) αλλά και του θανάτου, της αποσύνθεσης και της διάλυσης κάθε προσωρινής ατομικής μορφής, που περιορίζει το άπειρο.

Αιθέριος ώς το σημείο να τον διακρίνει μια ανησυχητική εύθραυστη φύση, συγκρατημένη από μια εσωτερική πυρετική φωτιά, αντιμετωπίζοντας συνειδητά τον θάνατο και ζώντας με τη λατρεία της αγαπημένης Σοφί που χάθηκε σε ηλικία δεκαπέντε ετών, ο Νοβάλις είναι ένας μεγαλειώδης ποιητής του θανάτου και της αρρώστιας, της ακατάλυτης και βασανιστικής συμβίωσης πνεύματος και σώματος, εσωτερικότητας και κοινωνίας, ιστορίας και φύσης, νόμου των πάντων και αναρχίας του ενός. Τα Αποσπάσματά του, όπως ορθά υπενθυμίζει ο γερμανιστής Τζόρτζιο Κουζατέλλι, είναι μια φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια άξια να τοποθετηθεί πλάι στον Χέγκελ.

Αυτή η εγκυκλοπαίδεια δεν μπορεί παρά να μείνει αποσπασματική, γιατί θέλει να αναπαραστήσει, με ρομαντικό τρόπο, το όλο και το άπειρο. Ακόμη και το Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν είναι κατ’ ανάγκην ημιτελές. Είναι η ιστορία ενός νέου, του Χάινριχ, που σχηματίζει και αναπτύσσει ολοκληρωτικά την προσωπικότητά του αντιμετωπίζοντας όλα όσα είναι διαφορετικά από αυτόν, την πολλαπλότητα της ζωής: φεύγει από τη γενέθλια πόλη, συναντά εμπόρους που του μιλούν για μακρινούς τόπους και αυλές φεουδαρχών, μέσα σε έναν ακαθόριστο και εκλεπτυσμένο Μεσαίωνα, μαθαίνει τα μυστικά των ορυκτών και της μυθικής Ανατολής, ανακαλύπτει τον έρωτα και τη μαγεία της ποίησης.

Στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, που απλώς σκιαγραφείται, όλα έπρεπε να ενοποιηθούν και να συμφιλιωθούν: Ανατολή και Δύση, κλασικισμός και παγανισμός, ζωή και θάνατος. Ο ίδιος ο χρόνος έπρεπε να καταργηθεί μέσα στο αιώνιο, στο σύγχρονο όλων των εποχών και του παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Οι ρομαντικοί αντέταξαν το πρότυπο του Χάινριχ –που θεμελιώνει την ανθρώπινη φύση του στην κεντρική αξία της ποίησης– στον Βίλχελμ Μάιστερ του Goethe, ο οποίος αντιθέτως φθάνει στην τέλεια ανθρώπινη φύση απαρνούμενος τα αχανή όνειρα της τέχνης και επιλέγοντας το όριο, την εργασία.

19575463920Ο Νοβάλις είναι βέβαια ένας από τους πατέρες της σύγχρονης λογοτεχνίας, και επειδή διαλύει τις μορφές: η ποίησή του είναι απόσπασμα και εγκυκλοπαίδεια, ενώνει την τάση για το απόλυτο με το ημιτελές, αναμιγνύει όχι μόνο όλα τα λογοτεχνικά είδη αλλά επίσης λογοτεχνία και επιστήμη, ποίηση και φιλοσοφία, λυρική ποίηση και πραγματεία, αγγελική αγνότητα και γοητεία του νοσηρού, τραγούδι τροβαδούρων και ορυκτολογία. Η δημιουργία του είναι πάντα ανοιχτή, εκτείνεται πέρα από κάθε κατακτημένο αποτέλεσμα, το οποίο δεν μπορεί παρά να την διαψεύσει σε σχέση με τον απρόσιτο σκοπό που αυτή προκαθορίζει.

Όμως, ο Νοβάλις είναι επίσης ο δημιουργός μιας ολότητας, ανθρώπινης και ποιητικής, την οποία μπορούμε μόνο να νοσταλγούμε, μα που δεν είναι πια δική μας. Στην αποσπασματική εγκυκλοπαίδειά του όλα είναι σωστά και όλα ταιριάζουν: στις ατελείωτες λεπτομέρειες του πολλαπλού το πνεύμα ξαναβρίσκει πάντα τον εαυτό του, το δημιουργικό εγώ αναγνωρίζει την αιώνια και αμετάβλητη ατομικότητά του, η οποία δημιουργεί μες στα σκόρπια θραύσματα το πραγματικό, που αυτό διευθετεί και συνθέτει.

Η φιλοσοφική σκέψη, γεννημένη από τον αθάνατο ωκεανό της φαντασίας, ξαναρέει μακαρίως –αφού εγκατέστησε τα ορθολογικά της σχίσματα ανάμεσα σε αυτήν και στον κόσμο– σε εκείνον τον αρχικό ποιητικό ωκεανό. Σε ένα παραμύθι του Νοβάλις, ο νεαρός Υάκινθος εγκαταλείπει την αγαπημένη του Ροδάνθη λόγω της ακατανίκητης ανάγκης να ανακαλύψει το μυστήριο της Ίσιδος, αλλά στο τέλος του μεγάλου οδοιπορικού του ανακαλύπτει ότι πίσω από το πέπλο της Ίσιδος υπάρχει ό,τι εγκατέλειψε, ο ανθός του ρόδου.

Ο Νοβάλις μάς αφηγείται όσα, με άλλη γλώσσα, μας αφηγήθηκε η δυτική σκέψη με τον Χέγκελ και τον Μαρξ: η διαλεκτική εξέλιξη τού εγώ που συναντά το άλλο για να το ξεπεράσει και να το ενσωματώσει μέσα του, η πορεία του υποκειμένου που μέσα από τις περιπέτειες γίνεται ακόμη πιο έντονα ο εαυτός του, πλούσιο από τις εμπειρίες και τις ετερότητες που έκανε δικές του. Στον Νοβάλις, όπως μετά από έναν αιώνα στον Μπλοχ, επιστρέφουμε στο σημείο προέλευσης, σε μια παιδική ηλικία εξαγνισμένη από τη συνείδηση του πνεύματος ή, για τον Μπλοχ, απελευθερωμένη και αυθεντική μέσω της επανάστασης.

Το πρόσωπο του ανθρώπου, όπως το πρόσωπο αυτής της παιδικής ηλικίας, είναι το πρόσωπο του αιώνια ανθρώπινου, του παντοτινού ανθρώπου. Ήδη ο Γκαίτε του δεύτερου Φάουστ βρίσκεται πέρα από αυτή την παρηγορητική καθολικότητα, γιατί στην παρωδιακή διάλυση των λογοτεχνικών μορφών προαισθάνεται το τέλος ή τη μεταμόρφωση του χιλιετούς ανθρώπινου προσώπου, την εξέλιξη μιας ανθρωπολογικής μετάλλαξης που μόνο ο Νίτσε θα διατυπώσει ανοιχτά.

~.~

Η οδύσσεια αυτού του νέου ανθρώπου, που ακόμη δεν έχει φθάσει και δεν κατανοείται πια με ουμανιστικά μέτρα, γράφτηκε από έναν ποιητή που επικαλείται ρητά τον Νοβάλις, δηλαδή τον Μούζιλ, οι ήρωες του οποίου προχωρούν σε μια ευθύγραμμη οδύσσεια χωρίς τέλος και επιστροφή, σε διαρκή εξέταση και πειραματισμό του κόσμου, ώστε μετατρέπονται διαρκώς σε άλλους και διαφορετικούς από τον εαυτό τους. Στον Νοβάλις αντιλαμβανόμαστε τον γλυκό και καθησυχαστικό κύκλο της ζωής που γυρνά και επιστρέφει για να σώσει και να επαναλάβει την αμετάβλητη τάξη της ύπαρξης, ακόμη και στον Οδυσσέα του Τζόυς, ίσως τον τελευταίο μεγάλο φύλακα της ουμανιστικής παράδοσης και του χιλιετούς ατομικού υποκειμένου.

Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν υπάρχει μια καθολική ερωτική αντιστοιχία ανθρώπου και φύσης· υπάρχει σύνδεση και συνέχεια, υπάρχει η κυκλοφορία του ζωτικού χυμού, έτσι όπως στον Οδυσσέα υπάρχει η τρυφερή και βλεννώδης θαλπωρή της οιδιπόδειας επανάληψης, η συνέχεια της γέννησης και των απογόνων, της πατρικής και μητρικής αγάπης. Στο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν το ατομικό υποκείμενο, κατά την περιπλάνησή του, αντικατοπτρίζεται και βρίσκεται παντού και αδιάκοπα· βυθίζεται στη ροή των πραγμάτων, η οποία του ψιθυρίζει το τραγούδι της αέναης ταυτότητάς του που ανακάλυψε. Ακόμη και η Ανατολή, που θα έπρεπε να συμβολίζει τη ριζική ετερότητα, αφομοιώνεται από τον Χάινριχ, δηλαδή από το δυτικό ποιητικό εγώ.

Ίσως η δική μας οδύσσεια σήμερα είναι άλλη, είναι ο αιώνιος νομαδισμός του ήρωα του Musil που κινείται πάντα προς νέους αστερισμούς και ερμηνείες του όντος, ξεπετάγεται και προσχεδιάζεται μπροστά, μεταβάλλοντας τη φυσιογνωμία και τη φύση του, χωρίς να αφήνει πίσω του παιδιά ή κληρονόμους. Αντί για τον μεγάλο ενιαίο νόμο στα αποσπάσματα του Νοβάλις και στα τυχαία συμβάντα του Τζόυς –που από αυτόν τον νόμο παίρνουν νόημα και τάξη–, σήμερα εξαπλώνεται μια πραγματικά φυγόκεντρη πολλαπλότητα από ελεύθερα και ασύνδετα υποκείμενα, με άγριο τρόπο αυτόνομα από κάθε ιεραρχία, προορισμένα να αλληλοεξουδετερωθούν μέσω των αντίθετων ενεργειών τους, οι οποίες αγνοούν την καταστολή αλλά και το νόημα.

Η μεγάλη οδύσσεια του πνεύματος του Νοβάλις βρίσκεται μακριά μας, οδυνηρά μακριά. Ο Κάφκα, που ήξερε ότι και αυτός ανήκε σε μια οδύσσεια χωρίς Ιθάκη, ήταν δυστυχής. Πιθανόν να ήταν ευτυχής αν αναγνώριζε τον εαυτό του στο γαλάζιο άνθος όπως ο Χάινριχ φον Οφτερντίνγκεν, αν μπορούσε να αποκοιμηθεί στο κρεβάτι του Μπλουμ, αν τον υποδέχονταν στον Πύργο.

Claudio-MagrisCLAUDIO MAGRIS


*Το δοκίμιο προέρχεται από το βιβλίο του Claudio Magris, Linfinito viaggiare, Mondadori, Milano 2008.