Μαρία Μπλάνα

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ

Οι καρποί της γυναίκας μου

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο. (περισσότερα…)

Μαρία Μπλάνα, Ποιήματα

Aigaio

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΠΛΑΝΑ

Η Παναγιά η Γοργόνα

[1]

Τα χέρια της απλώνονται κι όλα τα ράχτα φτάνει
στο ‘να δικάταρτο σκαρί και στ’ άλλο το τρικράνι
να το τινάξει απέναντι στου Αϊβαλιού τη ράχη,
να καμακώσει την κορφή που απόμεινε μονάχη.
Ν’ αποζητά με το γιαλό μυστήριο αλισβερίσι
που ξεκινά το χάραμα και το τελειώνει η δύση…
Τα δίχτυα να στεγνώνουνε στα ράχτα της ν’ αφήνει,
με φλόγα απ’ το καντήλι της τις κακαβιές να ψήνει,
να δίνουν φως στους ναυτικούς τα πράσινά της μάτια…
τα κοραλλένια χρώματα ν’ αντανακλούν τα βράδια.

[2]

Να ξεπηδά απ’ τη ζωγραφιά, με μιας να ζωντανεύει,
να κατεβαίνει τη Σκαμνιά και το γιαλό να ζεύει.
Να χάνεται στα κύματα η Παναγιά η Γοργόνα,
ν’ αναζητά το τυχερό του ένδοξου Μακεδόνα.
Του Ορφέα τη λύρα να μαζέψει μέσα απ’ το Αιγαίο,
να τη χαρίσει στη Σαπφώ κι ύστερα στον Αλκαίο.
Στο Μόλυβο ο Αρίων τα δελφίνια να μαγεύει
κι ο Αχιλλέας απ’ το Πετρί την Τροία να τοξεύει.
Λύρα να παίζει ο Τέρπανδρος σ’ ακτή από χρυσάφι
και οι νότες να γαντζώνονται απ’ της Αργώς το ξάρτι.
Με Αιολείς στην Κλοπεδή ναό να μαστορέψει
την Ουρανία, του Έρωτα θεά για να λατρέψει…

Τα ξάστερα τ’ απόβραδα το κύμα ν’ αγροικάει
και το δεκαπενταύγουστο τάματα να μετράει,
τις σκούνες και τις τράτες τις γυρίστρες να ’βλογάει
και με τα παραγάδια τους το Αιγαίο να τρυγάει

[3]

Με μπρούσκο απ’ την Καλλονή το Πάσχα να μεθάει
θρήνους ανατολίτικους μόνη να τραγουδάει,
ν’ αξαίνει μες τη λύπη της, την τρίαινα να τινάζει,
να την καρφώνει στη Μουριά κι ύστερα να ησυχάζει…
Να την τραβά με δάκρυα απ’ το δαρμένο χώμα
και να γυρνά αργά – αργά στης εκκλησιάς το δώμα
Εκείθε να παρηγορεί άλλες χαροκαμένες,
μάνες, γυναίκες, αδελφές, χρόνια μαυροντυμένες.
Κι ύστερα… την Ανάσταση ν’ απλώνει μια μπουνάτσα,
ν’ αντιφεγγούν οι κουμπουριές απ’ τους σκαρμούς στα ράχτα
Τα παλικάρια της Σκαμνιάς τις σούβλες να γυρνάνε
κι ένας τον άλλον το ρακί ποτάμι να κερνάνε,
οι παραγιοί με το μεζέ να τους γεμίζουν κι άλλο
κι οι έμορφες νησιώτισσες να τους χορεύουν μπάλο

Στο πυροφάνι ξάγρυπνη τις σκοτεινές τις νύχτες,
να ξεγελά τ’ αφρόψαρα, σαργούς και αθερίνες
Ν’ αφήνει λάσκα τα πανιά κόντρα στον άγριο Γρέγο
Στην πρύμνη μεγαλόπρεπα να επιβλέπει το έργο

[4]

Με υγρή φωτιά τους Άραβες στο Νότο ν’ αποδιώχνει,
τους πειρατές στις ύπουλες ρηχοπατιές να σπρώχνει.
Στου Μόλυβου τις ντάπιες να σκοπούν οι Γενοβέζοι
κι εκείνη, μπρος στα μάτια τους, τον ουρανό να παίζει
Με χώμα κι αίμα να κερνάει τον Άγιο Ταξιάρχη
και αυτός να πίνει τα κεριά που κλαίγοντας του ανάβει
Να σεργιανά τα δειλινά στο κάστρο στο Καστέλι
και να του φτιάχνει ομοίωμα με άμμο απ’ το Αμμουδέλι

Στο δρόμο για τη Βρίσα απ’ τη Μήθυμνα να βγαίνει,
της Κάγιας την ακρογιαλιά με κρίταμα να δένει.
Κι όταν τα απογεύματα με φως τη Βίγλα ντύνει,
ο ήλιος μες το πέλαγο ταπεινωμένος σβήνει…

[5]

Να στήνει λάβαρα παντού σ’ ολόκληρο το Αιγαίο
ν’ αναμοχλεύει στις ψυχές ένα αίσθημα πηγαίο:
αυτό της άγιας λευτεριάς που ’χει πια ξεχειλίσει
να ξεσηκώσει το ραγιά, το χέρι να του οπλίσει.
Να δίνει έπειτα ήσυχα το σύνθημα του αγώνα
σαν κάποια άλλη Αθηνά, του πόλεμου η γοργόνα.
Να οδηγεί με σιγουριά το φουσκωμένο έθνος
και να χτυπά με την ουρά κατάστηθα το πένθος
Κατά τον κάβο – Κόρακα να πιάνει αραξοβόλι
ασπίδα των αγωνιστών, να μην τους βρίσκει βόλι
Να σκύβει πάνω απ’ τα νερά μ’ έγνοια πολλή και σκέψη
ν’ αφήνει το καράβι απ’ το χέρι της να πλεύσει,
σημάδι με την τρίαινα τ’ αμπάρι του να βάζει
κι εκεί ν’ ανάβει μια φωτιά που ιερή φαντάζει:
να κάνει τις μανούβρες της με περισσή φροντίδα
και να το στέλνει να κολλά στου εχθρού τη ναυαρχίδα.
τη νίκη αξημέρωτα να μεταλαμπαδεύει
το γένος, στην ειρήνη πια, πάλι να τιθασεύει.

Στο Μανταμάδο ν’ απορεί, τέτοια ομορφιά να βλέπει
να πλάθει ηφαίστεια από πηλό και τη φωτιά να κλέβει
στις μύχιες ρούφνες του βυθού σφουγγάρια να φυτρώνει
και απ’ το γυαλί νεράιδες αερικές να καμαρώνει

[6]

Στης Εφταλούς την αμμουδιά να κοιμηθεί να γείρει,
σε στίχους ιαματικούς, που σκάρωσε ο Αργύρης
Να γνέφει στον Θεόφιλο τα μάτια να της βάψει,
μ’ άνθη να δένει τη μουριά που έχει ο Στρατής χαράξει.
Νοερό ταξίδι επάνω στου νερού τη φεγγαράδα
ο Οδυσσέας να τραβά νυχτερινή βαρκάδα…
Και του πολέμου τα παιδιά που ’λυσαν τους αρμούς τους,
… με τέφρα απ’ το Σίγρι να σκεπάζουν τους νεκρούς τους.

~.~

Ατμίζων Διθύραμβος

Πάνω σ’ αθύμιαστο βουνό μες στο Αιγαίο
όπου ποτέ δε ράγισε η γαλήνη
μ’ έταξε η Μούσα ίαμβους να καίω
βλέποντας πώς βουτάει η σελήνη.
Δυο νύχτες, τώρα, στάλαξα ρετσίνι
κι απόψε λίγο – λίγο τ’ αναπνέω

Κράτησα, ακόμη, λίγο άρωμα αμεθύστου
κι ένα ματσάκι από αμάραντο θυμάρι
πριν βγω στα χνάρια του αιώνιου τούτου ίσκιου,
κάτω από γυμνό, αρχαίο κλωνάρι
άπλωσα δίχρωμο στη γη λινάρι
και ξάπλωσα με φόντο το τραγούδι του Διονύσου.

Στην υπερκόσμια ομορφιά αυτών των άστρων,
που το στερέωμα στα μάτια μου προβάρει,
είρα λαμπρές απεικονίσεις κάστρων,
μέταλλο ασημωμένο στο φεγγάρι
ενόσω ανέβαινε ο καπνός απ’ το μπαχάρι
που άφησα να φλέγεται στο βάθος.

Σε ’σένα θύω, άγγελε του μέτρου
Εσένα ακούω, δαίμονα του ήχου
σπινθήρισα κλαδιά βρεγμένου κέδρου
για ν’ αντικρίσω πώς η άχλη του στίχου
απλώνει ρίζες στο άτεγκτο του τοίχου
… και γίνεται ο σπόρος νέου δέντρου.

~.~

Πεδία Μάχης

                                             Sic transit Gloria mundi

Στο μουσκεμένο κι άχρωμο ουρανό
ομίχλη κάτασπρη, περίτεχνη σα δίνη,
ερωτικά αγκαλιάζει το βουνό
κι ύστερα, ξάφνου, βιαστικά το καταπίνει

Η λάσπη κάθισε κατάχαμα στο αμπρί
στο ουρλιαχτό να τρεμοπαίζει του αεροπλάνου.
Στο σύρμα ένα σταυρωμένο κολιμπρί
μοιρολογά για το χαμό του κορμοράνου.

Ο αγέρας που ’ρχεται απρόσκλητος κοντά
στάζει πηχτό και σμαραγδόχρωμο φαρμάκι.
Όσοι γυρίζουνε τυχαία, μες τη νυχτιά
παίζουνε ζάρια στοιβαγμένοι στο κονάκι

Τις νύχτες κάτω από τ’ αχνόφεγγα κεριά
ψίθυροι σβήνουν με τη λόγχη τους τις μέρες.
Απ’ την πανσέληνο κάλλιο η αστροφεγγιά
για τα φαντάσματα που βγαίνουνε βεγγέρες.

Κι εγώ σκιά, ανάμεσά τους τριγυρνώ,
ή ετούτα τριγυρνούν ανάμεσά μου;
με χέρι αόρατο, τις λάσπες ψηλαφώ
τραύματα, κρότους να ποτίσω τα χαρτιά μου

Από το σύννεφο καιρού κατοπινού
μέσα σε στάλα από μελάνι αντί οθόνη
βλέπω τ’ ανθρώπινα έργα και του νου
καθώς κυλιούνται μες της άβυσσου τη σκόνη.

~.~

Mediterraneo 2

Μια νύχτα και μι’ ανάμνηση είναι αρκετές για όπλα
Η μία με το δίχτυ της, η άλλη με το σφυρί
Στίχοι, ματιές, χαμόγελα κι άπειρα τέτοια κόλπα
Κάνουν στ’ αλήθεια την αλήθεια τόσο ζοφερή!

Τραγούδι στ’ αναφιλητό, πάλεμα και ταξίδι
Η μοίρα μας προσπέρασε, αγάπη μου, και κλάφ’ τη
Τ’ άλογα ξεκουράζονται ήρεμα στο γρασίδι
Μ’ αυτή την άγρια καλλονή ποιος θα την κάνει ζάφτι;

Κι όμως, θυμήσου το Grospierres, κι αυτό το Portofino…
Τρεις Ήπειροι γονάτισαν για να μας μεγαλώσουν!
Στα χέρια μου έσκυβες να πιεις μέλι με μαρασκίνο
Και μάτιζα τα πέπλα που σ’ αγγίζαν, να μη λιώσουν.

Στην κόκκινη γραμμή που ζει στο τέρμα του αιθέρα
Πυρώνουν κάθε απόγευμα οι πειρατές ατσάλι
Σαν σε ήλιο ανοιξιάτικο – …el sol de primavera
Χαλάλι λες το δειλινό, κι ο κόπος μας χαλάλι.

Η Algeria σου ’πεφτε μικρή, ανήσυχό μου τέλμα
Βελόνα ή περίστροφο; Φαρμάκι ή λεπίδι;
Ο κάκτος και το χράμι μου χαϊδέψανε το πέλμα
Και ’σένα σε γεράσανε αυλαία και σανίδι.

ΜΑΡΙΑ ΜΠΛΑΝΑ

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (2/2)

Woodward_Ave_Detroit_1942.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Βρήκε μια αίσθηση στο καθάρισμα που ένιωθε συχνά στην άλλη της ζωή, όταν τα βιβλία που διάβαζε ήταν τόσο θελκτικά που την παρέσερναν για ώρες. Οι λέξεις ήταν ένας τόπος λαξεμένος απ’ τη ζωή, ζεστός και ασφαλής. Το γυάλισμα των τζαμιών ως την τέλεια διαφάνεια, το τρίψιμο της πορσελάνης, το πέρασμα καυστικών χημικών στα πλακάκια ώσπου να λάμψουν σαν οδοντοστοιχία, όλα αυτά την έκαναν να ξεχνιέται απ’ τον εαυτό της. Δυνατοί μύες έσφιξαν στα κοκαλιάρικα μπράτσα της.

Κάθε πρωί, έβγαινε στο κρύο κι ένιωθε αποχαυνωμένη από την κούραση. Ο Ευλάμπης-και λάμπεις την κέρναγε πού και πού πρωινό και καθόντουσαν, με τη μπόχα των χημικών πάνω τους, στο πίσω μέρος του βαν του, τριγυρισμένοι απ’ τις μυρωδιές ζεστού γράσου και καυτού καφέ.

Ήθελε να γελάσει μαζί του, να του πει για τις φρικτές μέρες στο σπίτι της μητέρας της όταν ήταν παιδί, για τις κατσαρίδες, για τον λινοτάπητα που είχε μια μόνιμη κρούστα βρωμιάς, για το πόσο παράξενο της φαινόταν που τώρα καθάριζε για να ζει, μα ο Ευλάμπης μιλούσε τόσο πολύ που δεν χρειαζόταν εκείνη να πει κάτι. Της έλεγε για το σκυλί που είχε όταν ήταν μικρός και που μιλούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά, ή για τα οράματα που έβλεπε, όταν ο χρόνος πάγωνε κι ο Διάβολος ψιθύριζε στο αυτί του ώσπου η λάμψη που δυνάμωνε μέσα του τον έδιωχνε, κι έλουζε τον κόσμο στο φως.

~.~

Έπιασε ένα δωμάτιο σ’ ένα τσιμεντένιο χαμηλοτάβανο μοτέλ σχεδόν πάνω στον αυτοκινητόδρομο, οπού πλήρωνε το νοίκι με τη βδομάδα. Το μοτέλ λεγόταν «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής – Βολικό», αλλά έπρεπε να δανειστεί μερικά χημικά και βετέξ απ’ τον Ευλάμπη για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Της άρεσε ο ήχος των φορτηγών που σφύριζαν στην άσφαλτο και οι φωνές των γειτόνων της που είχαν έναν ρυθμό σταθερό και τα αγόρια που σύχναζαν στο φαστφουντάδικο της διπλανής πόρτας, με τις σαρωτικές καυχησιές και τα χαβαλετζίδικα πειράγματά τους.

Ένα πρωί, καθώς επέστρεφε στο μοτέλ, είδε μια γνώριμη μοτοσυκλέτα έξω απ’ το καφέ όπου κάποτε βαθμολογούσε εργασίες φοιτητών. Κοίταξε τη τζαμαρία, κατεβάζοντας χαμηλά το τζόκεϊ που φορούσε για να κρύψει το πρόσωπό της. Δύο πρώην φίλοι της καθόντουσαν σ’ ένα τραπέζι, συνοφρυωμένοι στις οθόνες των λάπτοπ τους. Πόσο χοντροί φαινόντουσαν, πόσο ροδαλοί. Σιγόπιναν δυο σκέτους καφέδες φίλτρου κι εκείνη θυμήθηκε, με μια δόση αηδίας, ότι συνήθιζαν να γκρινιάζουν πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για καπουτσίνο. Πόσο πλούσιοι ήταν. Είχαν ένα είδος πλούτου που δεν ξέρει κανείς πως έχει, μέχρι να σταθεί ένα πρωί τρέμοντας στο κρύο, αντικρίζοντας το πώς ήταν κάποτε. Ένας από τους φίλους της, ο άντρας, ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε και σήκωσε αργά το βλέμμα. Ένας κόμπος τραβήχτηκε στο στομάχι της, μα όταν είδε πως η ματιά του την προσπέρασε ακολουθώντας μια νεαρή, κομψή ποδηλάτισσα, ο κόμπος ξέφτισε και λύθηκε.

34 (5).jpg

Ένα Σάββατο του Μάρτη, ενώ καθάριζαν το τελευταίο τους κλαμπ, είδε τον Ευλάμπης-και λάμπεις να ταλαντεύεται καθώς στεκόταν. Κοίταζε με μάτια κενά τους αεραγωγούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους, με μια έκφραση εκστατική. Δεν πρόλαβε να τον πιάσει, έπεσε κάτω. Το σώμα του ήταν κοκαλωμένο, τα σαγόνια του έτριζαν. Τον σήκωσε με κόπο, τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι και σκέφτηκε να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, γιατί ήξερε πως δεν είχε χρήματα για περίθαλψη: μάζευε λεφτά για να φτιάξει τα δόντια που του έλειπαν. Πάντα το ξεπερνούσε, της είχε πει. Το φως μέσα του νικούσε τον Διάβολο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Τον άφησε εκεί και συνέχισε το καθάρισμα. Όταν τελείωσε, γυάλισε όλα τα ποτήρια και σκούπισε το πέπλο σκόνης απ’ τα μπουκάλια στα ψηλότερα ράφια του μπαρ. Καθάρισε τις τζαμαρίες με τη ρακλέτα.

Όταν πια είδε ανθρώπους με φόρμες εργασίας να περνούν έξω, ήταν ώρα να τα μαζεύει. Όταν όμως πλησίασε τον Ευλάμπης-και λάμπεις, μια απαίσια μπόχα την χτύπησε και είδε πως είχε ξεράσει παντού. Τον έβαλε όπως-όπως να κάτσει σε μια καρέκλα, τον έσυρε ως την τουαλέτα και τον καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε. Πέταξε το παντελόνι και το βρακί και τις κάλτσες και τα παπούτσια του στον κάδο απορριμμάτων πίσω από το κλαμπ και σκάρωσε ένα είδος εσωρούχου με το φούτερ της. Το βαν του ήταν παρκαρισμένο πίσω απ’ το μαγαζί, τον κουβάλησε με δυσκολία ως εκεί, τον ανάγκασε να μπει μέσα και τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα σωρό καθαρά ξεσκονόπανα.

Δεν ήξερε που έμενε, ούτε αν είχε δικούς του ανθρώπους. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ τίποτα, μόνο άκουγε αυτά που επέλεγε να της λέει. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο στέρνο του και κλείδωσε το βαν, κι όταν επέστρεψε το απόγευμα για να δει αν είχε ξυπνήσει και τί έκανε, το βαν δεν ήταν πια εκεί, και παρόλο που τον περίμενε κάθε βράδυ στα κλαμπ για μια βδομάδα, κανείς απ’ τους συνήθεις άεργους της πλατείας ή τους μάνατζερ των νάιτ-κλαμπ δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να της πουν που βρισκόταν.

~.~

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε μια νύχτα του Απρίλη και σκότωσε τα πιο ευαίσθητα φυτά. Σ’ όλη την πόλη, έβλεπε κανείς σκελετούς από φτέρες, μπανανιές και καμέλιες. Το πρωί, η μικροκαμωμένη, βλοσυρή Ταϊλανδέζα ιδιοκτήτρια του «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής! – Βολικό» χτύπησε την πόρτα της και περίμενε, σιωπηλή και με τα μπράτσα σταυρωμένα, στο κατώφλι της, ώσπου μάζεψε τα πράγματά της, έβαλε τα παπούτσια και το τζιν σακάκι της κι έφυγε απ’ το δωμάτιο.

Το μεσημέρι, ακολούθησε την αργόσυρτη πομπή των αναξιοπαθούντων προς την πλατεία, όπου τους μοίρασαν από ένα σάντουιτς σε πλαστικό περιτύλιγμα κι από ένα κουτάκι χυμό. Στις έξι, τους ακολούθησε ως την εκκλησία των Μεθοδιστών όπου τους μοίρασαν ένα ποτήρι γάλα με ξινή γεύση που της ήταν γνώριμη από το νηπιαγωγείο, και μια ψητή πατάτα με τσίλι.

Ύστερα, ακολούθησε μια ομάδα από αυτούς στο καταφύγιο αστέγων, που άνοιγε για το βράδυ στις πέντε το απόγευμα, και που στις πέντε και ένα ήταν ήδη γεμάτο. Πέρασαν το παλιό ντεπό της πόλης, διέσχισαν ένα πάρκο σημαδεμένο από συρμάτινους φράχτες και σωρούς χώμα. Το μονοπάτι τους έβγαλε στον ποδηλατοδρόμο όπου μια φορά κι έναν καιρό, με τον πρώην της, έκαναν ανέμελες, μακρινές βόλτες για να δουν τους αλιγάτορες να γυαλίζουν στις όχθες των μικρών λιμνών που είχαν σχηματιστεί από την καθίζηση του εδάφους. Ήταν σκοτεινά στο δάσος, που ήταν γεμάτο βρύα και μούσκλα που, στην άκρη των ματιών της, έμοιαζαν με φίδια. Ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα μέσα της, έναν οξύ φόβο, που προσπάθησε να καταπνίξει. Οι άνθρωποι μπροστά της δεν φαινόντουσαν πια στον ποδηλατοδρόμο, είχαν εξαφανιστεί μέσα στα δέντρα.

Προτού δει, το μύρισε: ούρα και περιττώματα και κάπνα και χυμένη μπύρα και κάτι σαν ζυμαρικό που ψήνεται. Άκουσε τις φωνές και βγήκε σ’ ένα ξέφωτο. Μέσα στο σκοτάδι, σκηνές, σκυφτές, ως εκεί που έφτανε το μάτι, φωτιές, εδώ, εκεί, παραπέρα.

Ένας άντρας φώναξε, Εμένα γυρεύεις, γλύκα; κι άκουσε γέλια κι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να σηκώνεται απ’ την κοντινότερη φωτιά και να γλιστρά προς το μέρος της.

Από πίσω της, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας να λέει, ένθερμα, Να ‘σαι! κι ένιωσε να την τραβούν πέρα απ’ τον άντρα που πλησίαζε, κι ύστερα πέρα από εφτά ή οχτώ φωτιές.

Σταμάτησαν. Στάσου, είπε η γυναίκα κι έσκυψε, κι άναψε μ’ έναν αναπτήρα μια εφημερίδα, κι ύστερα με την εφημερίδα ένα μικρό κομμάτι προσάναμμα. Η φωτιά φανέρωσε μια γεροδεμένη γυναίκα με ψωμωμένο πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα σε μια ροζ απόχρωση του κόκκινου. Έφερα το νερό, παιδία, είπε. Μπορείτε να βγείτε. Ακούστηκε ο ήχος ενός φερμουάρ και τέσσερα μικρά σώματα ξεγλίστρησαν από μια σκηνή. Στην αρχή φαινόντουσαν ίδια το ένα με τ’ άλλο, τέσσερα κοκαλιάρικα πλάσματα με μακριά ξανθωπά μαλλιά.

Η γυναίκα την κοίταξε και είπε, Όχι και τόσο έξυπνο, να ‘ρχεσαι εδώ πέρα μοναχή σου.

Δεν είχα που αλλού να πάω, είπε εκείνη, και η φωνή της ήχησε άσχημη στα αυτιά της.

Δεν έχεις οικογένεια; ρώτησε η γυναίκα. Ένα τόσο καθώς πρέπει κορίτσι σαν κι εσένα;

Όχι, είπε εκείνη.

Έχεις καθόλου φαγητό; είπε η γυναίκα κι εκείνη έγνεψε, καθώς έβγαζε απ’ το σακίδιό της τις τελευταίες της προμήθειες: ένα καρβέλι λευκό ψωμί, ένα βάζο φυστικοβούτυρο, ένα κομμάτι τυρί, μερικές κονσέρβες σαρδέλας, τρία φτηνά πακέτα νουντλς.

Φυστικοβούτυρο! είπε ένα από τα παιδιά, αρπάζοντάς το, και η γυναίκα της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Μοιράζεσαι το φαγητό σου, μοιράζεσαι τη σκηνή μας, της είπε.

Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Όταν κάθισαν να φάνε, ένα από τα μικρά κοριτσάκια σύρθηκε πλάι της κι ακούμπησε με το χεράκι της το πέλμα του ποδιού της. Όταν ήταν μικρή, είχε κι εκείνη την ίδια δίψα, της αφής. Τα μαλλιά του κοριτσιού μύριζαν κάπνα, το δέρμα της κάτι σαν γαρύφαλλο.

~.~

Η γεροδεμένη γυναίκα λεγόταν Τζέην, κι όταν τα παιδιά πήγαν για ύπνο, οι δυο τους ήπιαν με λαχτάρα δυο κούπες ζεστό, αραιό κακάο. Η Τζέην της είπε για τον άντρα της που τους παράτησε, για το σπίτι που έχασαν, εκείνη και τα παιδιά, για το πόσο ευέξαπτη ήταν, με αποτέλεσμα να απολύεται από τη μία δουλειά μετά την άλλη. Αναστέναξε. Τα ίδια και τα ίδια, είπε.

Άκουγε τον καταυλισμό που ησύχαζε. Η μυρωδιά της μαριχουάνας σκέπαζε την έντονη μπόχα του μέρους. Ένας άντρας φώναζε, κι ύστερα η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, είπε η Τζέην θλιμμένα. Με πισίνα και τα όλα του. Ο άντρας μου πάντα έλεγε πως δεν γίνεται παιδική ηλικία χωρίς πισίνα, στη Φλόριντα. Ρουθούνισε, κι έκανε μια χειρονομία προς τα παιδιά. Και τώρα ζούμε στη σκηνή.

Πόσον καιρό είστε εδώ; ρώτησε το κορίτσι.

Μα αυτό δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί η Τζέην κατσούφιασε και είπε, Είναι προσωρινό, και σηκώθηκε να πλυθεί. Θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν.

Όταν πήγε να πλύνει τα δόντια της, πρόσεξε πως η Τζέην την παρατηρούσε. Οδοντόκρεμα, είπε. Τα παιδιά έχουν πολύ καιρό να… Ίσως… θα μπορούσες αύριο να μας δανείσεις λίγη; Και εκείνη είπε, Σίγουρα, και η Τζέην της χαμογέλασε και πάλι, κι ώσπου να μπουν στη σκηνή και να κουλουριαστούν πλάι στα τέσσερα παιδιά που είχαν απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δυο γυναίκες ήταν και πάλι φίλες.

~.~

Στο λαμπερό, πρώτο φως της μέρας, ο καταυλισμός άχνιζε μες στην ομίχλη: έμοιαζε σχεδόν αθώος, ονειρικός. Άναψε τη φωτιά, βρήκε το πόσιμο νερό κι έκανε να βράσει βρώμη για τα παιδιά. Ένα-ένα, ξεμύτισαν. Το μεγαλύτερο ήταν δεν ήταν πέντε, κανένα τους δεν ήταν σε σχολική ηλικία. Από άλλες σκηνές, φωνές άλλων γυναικών υψώνονταν, κι άλλα παιδιά απαντούσαν. Ένα μικρό αγόρι έτρεξε προς το μέρος τους, είπε ένα ντροπαλό Γεια στα παιδιά της Τζέην κι έτρεξε ξανά πίσω στη μητέρα του.

Καταλάβαινε τώρα πως σ’ αυτό το κομμάτι της σκηνούπολης έμεναν οι οικογένειες, κι ότι η ασφάλεια εδώ ήταν ζήτημα αριθμών, κανόνων και σιωπηλής επαγρύπνησης απέναντι στον κίνδυνο που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Το κεφάλι της Τζέην ξεπρόβαλε απ’ τη σκηνή, χαμογέλασε και βγήκε ολόκληρη έξω, φορώντας μια στολή απ’ αυτές που φορούν αυτοί που δουλεύουν σε φαστφουντάδικο.

Θα προσέχεις τα παιδιά σήμερα; είπε. Η κοπέλα που τα προσέχει συνήθως βρήκε σπίτι πριν λίγες μέρες, και δεν θέλω να τα αφήσω πάλι στη βιβλιοθήκη.

Ξέρω να διαβάζω, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Κι εγώ ξέρω, είπε το δευτερότοκο. Λέμε τώρα, είπε το πρώτο, καλόκαρδα.

Εκείνη κοίταξε τα παιδιά κι ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Αα…, είπε.

Το πρόσωπο της Τζέην κατσούφιασε πάλι. Κοίτα, της είπε. Ή που θα δουλεύω ή που δεν πρόκειται ποτέ να φύγουμε από δω χάμω. Ή τα αφήνω μαζί σου λοιπόν ή τα αφήνω ξανά στη βιβλιοθήκη με το φόβο να το μυριστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και να μου τα πάρουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Ο.Κ., είπε εκείνη. Φυσικά, θα τα προσέχω. Και η Τζέην είπε ευχαριστώ, αλλά της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα καθώς ξέμπλεκε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με μια υγρή χτένα.

132 (2).jpg

Τα βράδια, η Τζέην επέστρεφε ζέχνοντας απ’ τον ιδρώτα, με σακούλες μπέργκερ και προτηγανισμένες πατάτες που ήταν πολύ μπαγιάτικα για να πουληθούν.

Βούταγε τα πόδια της σε ζεστό νερό βογκώντας, κι όταν αποκοιμιόντουσαν τα παιδιά, μιλούσε με πικρία για το αφεντικό της. Βλαμμένος, νιάνιαρο, βρωμο-σάτυρος, έλεγε. Της χούφτωσε το στήθος στην αποθήκη.

Εκείνη άκουγε, νεύοντας συγκαταβατικά, προσφέροντας λίγα. Μα η Τζέην φαινόταν να παρηγοριέται με την ήσυχη παρουσία της, της μίλαγε λες και ήταν καμιά όχι ιδιαίτερα εύστροφη ξαδέλφη της –για λύπηση, αλλά χρήσιμη.

Ένα απόγευμα, εκείνη και τα παιδιά έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, όταν είδαν τη Τζέην σ’ ένα παγκάκι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ουπς, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Το μικρότερο έκρυψε το κεφάλι του πίσω απ’ την πλάτη του αδελφού της. Περιμένετε εδώ, είπε εκείνη κι έβαλε τα παιδιά να κάτσουν σ’ ένα τοιχάκι μπροστά στη βιβλιοθήκη.

Με σχόλασαν, είπε η Τζέην, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της. Στο είπα ότι είμαι ευέξαπτη.

Δεν πειράζει, είπε εκείνη, αν και ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Θα βρεις άλλη δουλειά.

Η Τζέην σήκωσε το κεφάλι της κι έφτυσε, Πειράζει. Και πολύ μάλιστα. Τις προάλλες έβαλα όλα μας τα λεφτά μπροστά για ένα διαμέρισμα, περίμενα να πληρωθώ την Παρασκευή για να δώσω τα υπόλοιπα. Γαμιούνται όλα, είπε. Γύρνα στη σκηνή, είπε. Θα έρθω όταν είναι να ‘ρθω.

~.~

Για βραδινό, εκείνη και τα παιδιά έφαγαν τοματόσουπα και σάντουιτς με τυρί. Είπε στα παιδιά ιστορίες κλεμμένες από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κι αποκοιμήθηκαν, περιμένοντας τη μητέρα τους. Εκείνη έκατσε πλάι στη φωτιά μέχρι που ξέμεινε από ξύλα, και οι φιγούρες που πηγαινοερχόντουσαν στο σκοτάδι έγιναν απειλητικές. Ύστερα μπήκε στη σκηνή, στη ζεστασιά της ανάσας των παιδιών, κι έκλεισε το φερμουάρ.

Το πρωί, η μεριά που ξάπλωνε η Τζέην ήταν ακόμη άδεια. Πήγε τα παιδιά στο νεκροταφείο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην σκηνούπολη και την πόλη. Ήταν το αγαπημένο τους μέρος: ήσυχο, καθαρό, κι όμορφο, με ψηλές, γέρικες βαλανιδιές και σειρές ανοιχτόχρωμα πλαστικά λουλούδια που τα μάζευαν και στόλιζαν μ’ αυτά τα πιο μελαγχολικά μνήματα.

Στο τέλος της μέρας πήγε τα παιδιά στο αστυνομικό τμήμα, και τους έδωσε από μια κούπα τσάι με πολλή ζάχαρη, και ντόνατς πασπαλισμένα με άχνη που βρήκε σ’ ένα τραπέζι στο δωμάτιο της αναμονής.

Όταν ρώτησε για τη Τζέην, η αστυνομικός υπηρεσίας ούτε που την κοίταξε πίσω απ’ τον υπολογιστή της. Σούφρωσε τα χείλια της και πληκτρολόγησε το όνομα της Τζέην και είπε, Μμ. Συνελήφθη χτες περί τις επτά. Πορνεία.

Όχι, δεν μπορεί, είπε το κορίτσι. Τα παιδιά δεν άκουγαν. Κάποιο λάθος κάνετε, είπε.

Η αστυνομικός της έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Μπορούσε να δει τον εαυτό της όπως θα έμοιαζε σ’ αυτή τη γυναίκα – άπλυτη, βρωμερή, λιγδιασμένη, μαυρισμένη, προφανώς άστεγη. Τα χείλη της αστυνομικού πάντα σουφρωμένα, λες και ήταν αυτή η φυσική της έκφραση. Κι όμως μπορεί, είπε, κι επέστρεψε στη δουλειά της.

Το κορίτσι επικαλέστηκε το φάντασμα της καθηγήτριας που ήταν κάποτε και είπε, αρθρώνοντας εμφατικά, Αστυνόμε, ακούστε με σας παρακαλώ. Θα πρέπει να σας ζητήσω να ειδοποιήσετε τους Κοινωνικούς Λειτουργούς. Αυτά εκεί είναι τα παιδιά της Τζέην και, δυστυχώς, αυτή την περίοδο δεν έχω τη δυνατότητα να τα φροντίσω.

Περίμενε με τα παιδιά ώσπου μπήκε βιαστική στο δωμάτιο μια γυναίκα με μαύρο κοστούμι και κουρασμένη όψη, που πήγε να μιλήσει με την αστυνόμο στο γραφείο. Όταν η Κοινωνική Λειτουργός είπε ένα χαρωπό Γεια σας, τα παιδιά, που διάβαζαν ένα περιοδικό, την κοίταξαν, παρακολουθώντας επιφυλακτικά καθώς τράβηξε λιγάκι τα μπατζάκια απ’ το παντελόνι της για να κάτσει χαμηλά μπροστά τους.

Εκείνη σηκώθηκε, με βήμα αδύναμο, πισοπατώντας προς την έξοδο.

Η μέρα ήταν υπερβολικά φωτεινή. Στο κεφάλι της, σφυριές. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Γύρισε στη σκηνή και κοιμήθηκε ως το ξημέρωμα. Λίγο πριν αρχίσει η πόλη να ξυπνά, μάζεψε τα πράγματά της και περπάτησε ως το κέντρο, χωρίς να ξεστήσει τη σκηνή της Τζέην, έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματα των παιδιών σε στοίβες κι αφήνοντας τον δικό της υπνόσακο στη μέση της σκηνής – σαν άνανδρη απολογία.

~.~

Σκεφτόταν τη μητέρα της, πώς θα πρέπει να ένιωθε για την εξαφάνιση της κόρης της. Η αστυνομία σίγουρα θα είχε εντοπίσει το εγκαταλελειμμένο στέισον βάγκον μήνες τώρα, θα το είχαν βέβαια ταυτοποιήσει κάποιος θα ‘χε τηλεφωνήσει στη μητέρα της. Ίσως να σκέφτηκε πως την απήγαγαν ή τη δολοφόνησαν, ίσως να έψαχνε να βρει σε τι έφταιξε κι η κόρη της της φέρθηκε τόσο αχάριστα. Ίσως, σκέφτηκε μ’ ένα στιγμιαίο αίσθημα κακεντρέχειας, ο φόβος να ‘χε ξυπνήσει επιτέλους τη μητέρα της. Ίσως να όργωνε τη χώρα ψάχνοντάς την, αυτή τη στιγμή.

~.~

Κοιμήθηκε για δυο βράδια μέσα στη συστάδα μπαμπού στην αυλή του πρώην γείτονά της, σκεπασμένη με το μουσαμά της. Οι νύχτες του Μάη ήταν πιο ζεστές, μα ακόμα τρεμούλιαζε απ’ την ψύχρα. Σε μια στιγμή ξύπνησε κι αντίκρυσε τα πράσινα φωτεινά μάτια μιας γάτας να την κοιτούν επίμονα, και φώναξε τ’ όνομα της γάτας που είχε κάποτε, μα το ζώο έτρεξε μακριά.

Περπάτησε όλο το δρόμο ως το πανεπιστήμιο γιατί θυμήθηκε πως ήταν το σαββατοκύριακο της αποφοίτησης, πράγμα που σήμαινε πως πολλοί από τους φοιτητές θα άφηναν τις εστίες τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να βρει λίγο φαγητό ή έναν καινούριο υπνόσακο. Στο κολλέγιο, είχε δει μια παρέα αγοριών ν’ ανοίγουν το παράθυρο ενός κοιτώνα στον πέμπτο όροφο και να πετάνε τους υπολογιστές τους –που ήταν σε εξαιρετική κατάσταση– στο έδαφος. Και η ίδια άλλωστε είχε αδειάσει το ψυγειάκι της εστίας της, πετώντας ολόφρεσκα μήλα και γιαούρτια και κατεψυγμένες πίτσες στα σκουπίδια. Ένιωθε σαν παράσιτο στο κάμπους, έτρεχε να κρυφτεί από σκιά σε σκιά. Αν κάποιος γνωστός της την έβλεπε, αν κάποιος την έπαιρνε μυρωδιά. Μια σκηνή είχε στηθεί στο αίθριο και ίσα που μπορούσε να δει στο λυκαυγές ανθρώπους να στήνουν έναν μπουφέ. Περίμενε, κι όταν οι υπάλληλοι του κέτερινγκ πήγαν πίσω απ’ το φορτηγό να κάνουν διάλειμμα, γέμισε σβέλτα ένα πιάτο με ζεστά αυγά και πατάτες και λουκάνικα. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε έναν από τους υπαλλήλους να την κοιτά, κρατώντας έναν δίσκο με ποτήρια. Του χαμογέλασε κι εκείνος, σκυθρωπός, της έκανε νόημα να φύγει.

~.~

Έξω από τους κοιτώνες των τελειόφοιτων, πρόσεξε ένα μεγάλο μεταλλικό φορτηγό πλάι σ’ έναν κάδο για μπάζα, απ’ τον οποίο άνθρωποι έβγαζαν στρώματα, μηχανές του καφέ, καρέκλες. Είδε μια καρέκλα γραφείου να αιωρείται πάνω απ’ το χείλος του κάδου, μα το αγόρι που θα την έπιανε είχε ήδη πιάσει ένα κασόνι με καλώδια, και γύρισε να φύγει. Τα χέρια που την κράταγαν άρχισαν να τρέμουν. Χωρίς να σκεφτεί, έκανε δυο βήματα μπροστά κι έπιασε την άλλη άκρη της καρέκλας πάνω απ’ το κεφάλι της. Ο άντρας που την κρατούσε τέντωσε το λαιμό του για να τη δει, χαμογελώντας. Θα βοηθήσεις;

Έκπληκτη με τον εαυτό της είπε, Ναι αμέ.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι και της έδωσε ένα τυλιγμένο χαλί.

Κουβάλησε κουτιά με βιβλία, ένα κεφαλάρι, ένα κομοδίνο. Η μηχανή του φορτηγού άναψε ξαφνικά και κάποιος ψιθύρισε, Φύγαμε. Άρχισε να τρέχει όπως και οι υπόλοιποι και πήδηξε μαζί τους μέσα στο φορτηγό. Μόλις που πρόλαβαν να κλείσουν τις πόρτες του φορτηγού και να ξεκινήσουν, όταν ένα αμάξι της εταιρείας σεκιούριτι του κολλεγίου πλησίασε και σταμάτησε εκεί όπου ήταν μέχρι πριν ένα δευτερόλεπτο το φορτηγό. Ήταν σκοτεινά, η μηχανή μούγκριζε, τόσο στριμωγμένα που ένιωθε να πνίγεται. Μα κάποιος άγγιξε το μπράτσο της και το ψηλάφισε ως την παλάμη της, όπου της άφησε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ήταν μια σοκολάτα.

Επιτέλους, το φορτηγό σταμάτησε και η μηχανή έσβησε. Κλικ – οι πόρτες άνοιξαν σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν στην άκρη μιας μεγάλης, κατηφορικής, καταπράσινης έκτασης. Έριξε το σακίδιό της κάτω και πήδηξε έξω στο ξανθωπό χώμα.

Ένα κορίτσι με μουτζουρωμένο πρόσωπο και μακριά πλεξούδα την κοίταξε και είπε, Ώρα για πρωινό.

Ανέβηκαν με το άλλο κορίτσι τον χωματόδρομο μέχρι που έφτασαν σ’ ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτήριο. Τι είναι εδώ; είπε, και το άλλο κορίτσι γέλασε. Είναι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, είπε. Κατάληψη. Ακολουθείς συχνά ανθρώπους χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις;

Τελευταία, ναι, είπε εκείνη. Το κορίτσι την περιεργάστηκε και είπε, Ουόου. Δεν φαίνεσαι και τόσο καλά, γλύκα, και την οδήγησε σ’ ένα κρεβάτι όπου βούλιαξε, κι ας είχαν τα σεντόνια έντονη την μυρωδιά κάποιου άλλου, κι ας μην μπορούσε να μαζέψει τη δύναμη για να βγάλει τα μποτάκια της.

~.~

Κοιμήθηκε όλη μέρα, όλη νύχτα, την επόμενη μέρα, και ξύπνησε ζαλισμένη από την πείνα. Τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, περνώντας ανάμεσα από σώματα ξαπλωμένα σε ράντσα και στρώματα. Το ψυγείο ήταν αηδιαστικό, παραγεμισμένο, ανέδυε μια μυρωδιά σκόρδου και μούχλας, βρήκε όμως ένα μπολ γεμάτο σούπα που ήταν ακόμα ζεστή, παραχωμένο ανάμεσα σε μερικά ζαρωμένα μήλα.

Το φεγγάρι μεσουρανούσε πάνω απ’ το λιβάδι κι έλουζε τους λόφους με σκιές. Ένα μικρό πλάσμα κινούταν στην άκρη του λιβαδιού, και μες στο σπίτι άκουγε τους άλλους να κοιμούνται, την ανάσα, τις κινήσεις τους. Ήταν σε εγρήγορση, χρόνια είχε να αισθανθεί έτσι. Άναψε το φως του αποροφητήρα και κοίταξε με φρίκη τα μάτια της κουζίνας: είχαν μία κρούστα από τροφές, που είχαν καεί και βρωμούσαν σαν γράσο. Μπορούσε να ξεκινήσει το καθάρισμα τώρα κιόλας, σκέφτηκε, και βρήκε χλωρίνη κάτω απ’ το νεροχύτη, ένα ζευγάρι αταίριαστα πλαστικά γάντια, λίγο σύρμα. Πόντο-πόντο, δούλεψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απέφυγε τα παράθυρα, στη σκέψη πως αν κοίταζε έξω θα έβλεπε τα πεινασμένα πνεύματα του Ευλάμπη να συγκεντρώνονται στο λιβάδι, τους Πιονιέρους που λιμοκτόνησαν, τους κονκισταδόρες με τη μαλάρια, καβάλα στ’ άλογά τους. Ή τα παιδιά της Τζέην, με τα πρόσωπά τους κολλημένα στο τζάμι.

Το πρωί, η εστία της κουζίνας έλαμπε, το ψυγείο ήταν καθαρό και τα μουχλιασμένα φαγητά είχαν πεταχτεί, τα πιάτα ήταν πλυμένα κι ο νεροχύτης είχε και πάλι το φυσικό χρώμα του, αυτό του ανοξείδωτου ατσαλιού. Είχε τακτοποιήσει και τα ντουλάπια, καθαρίζοντάς τα από τα περιττώματα των ποντικιών και τις ψόφιες κατσαρίδες.

Ένιωθε το σώμα της κενό από την κούραση, μα η διαύγεια του μυαλού της παρέμενε. Όταν γύρισε προς την πόρτα της κουζίνας, ο άντρας που είχε βοηθήσει με την καρέκλα καθόταν στο τραπέζι και την παρατηρούσε. Ουάου, είπε. Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που κάποιος έκανε την κουζίνα να λάμπει έτσι.

Έχω ακόμα πολλά να κάνω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε Κάτσε ένα λεπτό να πούμε μια κουβέντα.

Της είπε τους κανόνες: όχι καυγάδες, όχι ναρκωτικά, κοιμάσαι όπου βρεις. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν συνέχεια και κανείς δεν ήξερε κανέναν, επομένως αν είχε μαζί της πολύτιμα αντικείμενα καλό θα ήταν να έχει το νου της.

Δεν έχω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε, Ακόμα καλύτερα. Όλοι όφειλαν να είναι χρήσιμοι, κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον αχυρώνα, όπου είχαν στήσει μια επιχείρηση μεταπώλησης στο ίντερνετ των αντικειμένων που μάζευαν, κι έτσι μπορούσαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος κι αγόραζαν λίγο φαγητό – όσο δεν έβρισκαν από δω κι από εκεί. Προσπαθούσαν έτσι να ζουν χωρίς χρήματα, και τα κατάφερναν αρκετά καλά.

Σταμάτησε και της χαμογέλασε.

Αυτό ήταν; είπε εκείνη. Ακόμα και στη σκηνούπολη οι κανόνες ήταν πιο αυστηροί.

Αυτό, είπε εκείνος. Παράδεισος δεν είναι;

Εκείνη σκέφτηκε για μια στιγμή. Ή κόλαση, είπε.

Λες κι έχουν διαφορά, είπε εκείνος γεμίζοντάς της μια κούπα με καφέ.

1 (6).jpg

Το πάρτυ μεταδόθηκε από σώμα σε σώμα, όπως συνέβαινε με όλα στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Κάποιοι βούταγαν τώρα γυμνοί, ανέλπιστες λευκές πιτσιλιές στο σκοτεινό νερό της καταβόθρας, κι ένα βαρέλι τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχε κρεμαστεί πάνω σε μια βαλανιδιά. Γύρισε την πλάτη της στη μεγάλη φωτιά μπρος στην οποία στεκόταν, με τις σιλουέτες των σωμάτων να χορεύουν ακόμη στα μάτια της.

Πέρα απ’ το πάρτυ ξεδιπλωνόταν το λιβάδι, ήρεμο και απαθές, συναντώντας κάπου τον εξίσου σκοτεινό ουρανό. Ασυνείδητα βρέθηκε να κινείται πάνω του, κάθε βήμα κι ένα αλάφρωμα απ’ τις μεθυσμένες φωνές, τα σπινθηρίζοντα αποκόμματα χαρτιού που τίναζαν οι φλόγες, το καψάλισμα της φωτιάς. Πέρα απ’ την πρώτη συστάδα δέντρων, το σκοτάδι πήρε μια δική του απόχρωση κι εκείνη άρχισε να διακρίνει την υφή του εδάφους. Διέσχισε ήρεμα τους αμμόλοφους, με τα φύλλα των φίκων να κόβουν τις γάμπες της σαν δόντια, κι άξαφνες, παράξενες, ελώδεις λακκούβες. Μικρά ζωύφια έτρεξαν θροΐζοντας μακριά απ’ τα βήματά της, κι εκείνη ένιωσε γι’ αυτά μια βαθιά συμπόνια, ήταν τόσο μικρά, τόσο φοβισμένα.

Ύστερα από δέκα λεπτά, οι ήχοι των ανθρώπων είχαν εκμηδενιστεί, κι οι ήχοι των εντόμων δυνάμωσαν αισθητά. Το σώμα της κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Όταν σταμάτησε ένιωσε τον πρώτο παροξυσμό. Έμεινε ακίνητη, τόσο ήσυχη, για τόσην ώρα που το λιβάδι άρχισε ξανά να κινείται ανεπαίσθητα. Ο κόσμος που, από την άνεση της φωτιάς, έμοιαζε σελίδα λευκή, έσφυζε απροσδόκητα από ζωή.

Μπορούσε να μυρίσει τη σαπίλα ενός αποστραγγιστικού καναλιού που είχαν σκάψει στο λιβάδι κάποιοι καλοπροαίρετοι αφελείς, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η γη είχε κρατήσει το αποτύπωμα των χεριών τους, το ‘χε κάνει δικό της. Σκέφτηκε τα φίδια που κοιμόντουσαν κουλουριασμένα στα λαγούμια τους και τους αλιγάτορες που αναδυόντουσαν για να τη μυρίσουν μες στο σκοτάδι, το ταλάντεμά τους πάνω στο χώμα, το μουλωχτό σύρσιμο της κοιλιάς τους το ότι ήταν μονάχα ένα χαμένο ζωντανό πλάσμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, χωρίς να την κάνει ξεχωριστή η ανθρώπινη φύση της. Κάτι σύρθηκε στο λαιμό της.

Είχε παγώσει. Ο ιδρώτας στέγνωνε στο σώμα της κάνοντάς την να τρέμει. Δεν υπήρχε ανακούφιση στον ουρανό τον αραιά στρωμένο μ’ αστέρια, ένα δίχτυ μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να τη σώσει, κανείς να την επαναφέρει απαλά στην παρηγοριά των ανθρώπων.

Ξανάζησε τη νύχτα στο λιβάδι χρόνια μετά, κατά την διάρκεια του πολύωρου και επίπονου τοκετού της, όταν, μετά την κηδεία της μητέρας της σ’ ένα λόφο κατάλευκο απ’ το χαλάζι, γεννήθηκε η κόρη της. Μία ένεση στη σπονδυλική της στήλη πήρε τον πόνο μακριά, κι ένιωσε ευτυχής, μετέωρη πάνω απ’ τον εαυτό της, ασφαλής μέσα στον ανεπαίσθητο βόμβο των μηχανημάτων.

~.~

Ύστερα κάτι πήγε πολύ στραβά ξαφνικά, και τα πρόσωπα των νοσοκόμων πλησίασαν πάνω της, κι ο κόσμος έξω απ’ αυτήν φρένιασε. Τη μετέφεραν πάνω στο φορείο κατά μήκος του διαδρόμου και μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα κι ένα αλεξανδρινό καμπούριαζε στη γωνιά του δωματίου, φέρνοντας στη σκέψη της το μαύρο χώμα στη γλάστρα, τα ζωύφια, τη ζωή που υπήρχε στο χώμα. Το σώμα της τρανταζόταν τόσο δυνατά που το αλουμινένιο χειρουργικό κρεβάτι κροτάλιζε, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση να την κυριεύει καθώς ο χειρούργος πίεσε το νυστέρι μέσα στο σώμα της. Ύστερα ο πανικός επανήλθε, το σκοτάδι, η αίσθηση πως χανόταν, οι κυνόδοντες που είχε φανταστεί πως δάγκωναν τους αστραγάλους της, και που δεν ήταν παρά κοψίματα από φύλλα φίκων, η καυτή ανάσα ενός κακού πνεύματος στο πίσω μέρος του λαιμού της. Κι ύστερα είχε δει τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κι επέστρεψε σκουντουφλώντας στο φως της μεγάλης φωτιάς. Πόσο λεπτές είναι οι κλωστές που μας δένουν, τον έναν με τον άλλον. Μια λάμψη στο σκοτάδι. Το κουδούνισμα ενός μενταγιόν στο λαιμό μιας νοσοκόμας. Τα σώματα που πλησίαζαν. Η πίεση, τόσο έντονη που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η απελευθέρωση.

ΛΟΡΕΝ ΓΚΡΟΦ


waldman-lauren-groff-florida

H  Λόρεν Γκροφ (Lauren Groff) (1978) είναι αμερικανίδα συγγραφέας μυθιστορήματων και μικροδιηγημάτων. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου και διαμένει, και ὠς τὠρα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο συλλογές μικροδιηγημάτων.

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (1/2)

writers-voice-groff-1

~.~

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Οι χτύποι των χουρμάδων που έσκαγαν πάνω στη σκεπή την άφησαν άυπνη όλο το βράδυ κι όταν το πρωί την ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που εισέβαλε απ’ το παράθυρο, έφτασε στα όριά της. Αντίο, σ’ όλα αυτά! τραγουδούσε καθώς μετέφερε τα λιγοστά υπάρχοντά της στο στέισον-βάγκον: την κιθάρα του πρώην της, τον εξοπλισμό κάμπινγκ που είχαν αγοράσει στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού τους (τη μοναδική νύχτα τους στον ποταμό Σουάνι την πέρασαν παγωμένοι από τα μουγκρητά των κροκόδειλων), ένα κασόνι βιβλία. Αντίο στα άλλα βιβλία που θα άφηνε στοιβαγμένα στον τοίχο, εκατοντάδες από αυτά: δεν πιάνουν μία, της είπαν όταν προσπάθησε να τα πουλήσει.

Αντίο στο γυάλινο βουνό χρέους απ’ το οποίο ξεγλιστρούσε κρυφά. Αντίο στο απειλητικά λευκό χαρτί της γνωστοποίησης επικείμενης έξωσης που της θυροκόλλησαν. Αντίο στ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα ήταν άδεια τώρα, έχοντας επιλέξει να χάσει.

Το διαμέρισμα ήταν ένα όστρακο, στεγανό απ’ το βερνίκι. Πήρε βαθιά ανάσα, βγαίνοντας στην αυλή. Ξουτ! μια ανεπαίσθητη ιδέα ιλίγγου τη διαπέρασε καθώς έσπρωξε τον γάτο έξω απ’ την πόρτα. Ουφ, θα είσαι μια χαρά, είπε, κι έσκυψε να χαϊδέψει το μεταξένιο τρίχωμα ανάμεσα στ’ αυτιά του, αλλά, σβέλτος σαν φίδι εκείνος, τη γρατζούνισε. Όταν σήκωσε τα μάτια της απ’ τις τέσσερις πριονωτές γραμμές στο χέρι της που άρχιζαν να μοιάζουν με σειρές αιμάτινες χάντρες, εκείνος είχε πηδήξει μακριά. Κι έπειτα, κι εκείνος, χάθηκε.

~.~

Πέρασε οδηγώντας απ’ την τούβλινη εστία του πανεπιστημίου, όπου οι πρωτοετείς μόλις είχαν φτάσει και ξεφόρτωναν τις βαλίτσες τους από τα οικογενειακά αυτοκίνητα, ενώ οι γονείς τους αγκάλιαζαν ο ένας τον ώμο του άλλου για παρηγοριά. Αντίο, φώναξε, σπινιάροντας τα λάστιχα του βαν στην άσφαλτο.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι με το ρεύμα κομμένο, ένα καλοκαίρι που το πέρασε διαβάζοντας πλάι στο ανοιχτό παράθυρο φορώντας μόνο τα μουσκεμένα απ’ τον ιδρώτα εσώρουχά της, το κλιματιστικό του βαν της φαινόταν πάγος. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε την παράξενη νοτισμένη οσμή που απέπνεε η καρδιά της Φλόριντα. Εδώ έξω, οι άνθρωποι στολίζουν τις αυλές τους με μεγάλες πέτρες και πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν με το Θεό. Εδώ η λέξη «Ντεριντά» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά «εκεί πίσω» στα γαλλικά.

Τίναξε τη γροθιά της έξω απ’ το παράθυρο και την χαλάρωσε αργά. Μπορούσε σχεδόν να δει τις ελπίδες της να ξεφλουδίζονται απ’ την παλάμη της και να πέφτουν στο οδόστρωμα, να γίνονται ένα με το παρελθόν: τα βιβλία με τ’ όνομά της στο εξώφυλλο, η εκπαιδευτική εξάμηνη άδεια στη Φλορεντία, το φανταχτερό μοντέρνο σπίτι στην άκρη του δάσους. Παρελθόν.

Όταν το ξανακοίταξε, το χέρι της ήταν πρησμένο κι έκαιγε απ’ το πύον. Το έφερε στο στόμα της. Όταν σταμάτησε τελικά στην άκρη μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης και χάζεψε πάνω απ’ το γρασίδι των αμμόλοφων τη θάλασσα, η γλώσσα της είχε τη γεύση του χαλκού, απ’ το αίμα.

~.~

Κάποιος είχε παρατήσει ένα φορητό ψυγειάκι στην παραλία, μέσα είχαν ξεμείνει μια σακούλα μήλα, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, δυο κόκα-κόλες. Κάθισε, βλέποντας το σούρουπο να παίρνει χρώμα μουσταρδί κι έπειτα καρπουζί, και τα έφαγε όλα. Ένα σμήνος γλάροι κούρνιασαν στην υγρή άμμο κι ύστερα φτεροκόπησαν μακριά στον αέρα. Όταν σκοτείνιασε τόσο που δεν μπορούσε πια να δει, πήρε το ψυγειάκι, το άφησε στο αμάξι και περπάτησε μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρει καρτοτηλέφωνο.

Ήταν αποφασισμένη να το κλείσει αν το σήκωνε ο πατριός της, αλλά το σήκωσε η μητέρα της, λέγοντας ναι; με φωνή αργή και ξεψυχισμένη. Ναι;

Δε μπορούσε να μιλήσει. Φαντάστηκε τη μητέρα της με το νυχτικό στην κουζίνα, ένα ηλιοβασίλεμα, τα παιδιά του γείτονα να παίζουν έξω.

Ναι; είπε ξανά η μητέρα της, κι εκείνη κατάφερε να πει, Γεια σου, Μαμά.

Γλυκιά μου, είπε η μητέρα της. Τι χαρά που μας πήρες.

Μαμά, είπε εκείνη. Ήθελα απλώς να ξέρεις ότι μετακόμισα. Δεν έχω ακόμα καινούριο τηλέφωνο όμως.

Περίμενε στο ακουστικό, νιώθοντας το κάψιμο από τον ήλιο στα μάγουλά της να την ενοχλεί, μα η μητέρα της είπε μόνο, Α έτσι; αφηρημένα. Από τότε που είχε ξαναπαντρευτεί, υπέφερε από χρόνιους ιδιοπαθείς πόνους, που τους αντιμετώπιζε, επίσης χρόνια τώρα, με παυσίπονα. Είχε ξεχάσει τα γενέθλια της κόρης της, τα τελευταία τρία χρόνια πόσες φορές της είχε στείλει πακέτα με τάπερ που ήταν άδεια. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, όταν το κορίτσι είδε στο ΑΤΜ πως ο λογαριασμός της είχε σχεδόν αδειάσει, σκέφτηκε να την καλέσει για βοήθεια. Μα ήταν σίγουρη κατά βάθος πως κι ο φάκελος θα έφτανε επίσης άδειος.

Άκουσε στη γραμμή τον ήχο μιας μηχανής να πλησιάζει και Αχ!, είπε η μαμά της, Γύρισε ο πατέρας σου. Καθώς άκουγαν και οι δύο το βρόντο της πόρτας και τις βαριές μπότες ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε, Αυτός ο άντρας δεν είναι ο πατέρας μου.

Αντί γι’ αυτό είπε, Μαμά, ήθελα απλώς να σου πω να μην ανησυχήσεις αν δεν έχεις νέα μου για κάποιον καιρό, εντάξει; Είμαι καλά, αλήθεια.

Εντάξει, γλυκιά μου, είπε η μητέρα της, η φωνή της ήδη πιο μαλακή, καθώς περίμενε τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή. Μην κάνεις κάτι που δεν θα έκανα.

Το κορίτσι ξαναβγήκε στο δρόμο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να την προσπερνούν λάμποντας στο σκοτάδι, κι είπε φωναχτά, Κάνω ακριβώς αυτό που θα έκανες εσύ, και γέλασε, μα δεν ήταν και πολύ αστείο, εν τέλει.

Picture of sunset, Cotswolds, England March 2005

Την ημέρα ξάπλωνε στον ήλιο για ώρες, μέχρι που δίψαγε τόσο που έπρεπε να γεμίσει το παγούρι της απ’ τη ντουζιέρα της παραλίας ξανά και ξανά. Στον καθρέφτη του βαν, έβλεπε το δέρμα της να ροδίζει και τα μαλλιά της να ξανθαίνουν. Τα ρούχα της επέπλεαν πάνω της. Σκέφτηκε τα χιλιάδες δολάρια που είχε ξοδέψει για την εμφάνισή της όλα αυτά τα χρόνια: πόση αγωνία, πόσες δίαιτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν για να είναι όμορφη ήταν λίγη ραθυμία κι ελαφρύς υποσιτισμός! Έτρωγε κονσέρβες τόνου και κρακεράκια και καμιά φορά έπινε καφέ στο Μπητς-μπαρ, για να στυλωθεί. Τα λεφτά της λιγόστευαν ανησυχητικά. Η ουλή στο χέρι της είχε αποκτήσει ένα υπέροχο ασημί χρώμα από τον ήλιο και καμιά φορά την ψηλαφούσε αφηρημένα, σημαίνον στη θέση του σημαινόμενου, μια γρατζουνιά για τη χαμένη ζωή.

Τη νύχτα, ξάπλωνε στο πίσω μέρος του στέισον-βάγκον και διάβαζε το «Middlemarch» μ’ ένα φακό-μπρελόκ, ώσπου αποκοιμιόταν.

Όταν το σώμα της μύριζε τόσο έντονα που η θάλασσα δεν ξέπλενε την οσμή, έμπαινε στο γυμναστήριο ενός πολυτελούς παραθαλάσσιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος φορώντας τα αθλητικά της ρούχα. Περίμενε πως κάποιος θα την πέταγε έξω αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Το μπάνιο ήταν άδειο και υπήρχαν καλαθάκια με λοσιόν, μικρά σαπουνάκια και ξυραφάκια μιας χρήσης. Στεκόταν κάτω απ’ το τηλέφωνο του μπάνιου κι άφηνε το νερό να ξεπλύνει από πάνω της αυτό το μοναχικό καλοκαίρι. Ήδη πριν την παρατήσει ο φίλος της για μια πρωτοετή μεταπτυχιακή φοιτήτρια, εκείνη είχε αποτραβηχτεί στον εαυτό της. Η επιχορήγησή της δεν ανανεώθηκε και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το φοιτητικό επίδομα που δεν έφτανε καν για το νοίκι, πόσο μάλλον για το σουπερμάρκετ. Δεν έβγαινε ακόμα κι όταν κατάφερνε να πνίξει τη ντροπή της και ν’ αντικρύσει τους φίλους της που είχαν πάρει επιχορήγηση. Ο πρώην της τα πήρε όλα μαζί του: τα κυριακάτικα πρωινά τους, το εγχειρίδιο savoir-vivre που της είχε χαρίσει απροκάλυπτα κάποια Χριστούγεννα, το ξυπνητήρι που τους ξυπνούσε κάθε μέρα δέκα λεπτά πριν τις έξι. Ήταν τελειομανής –έστρωνε το κρεβάτι με στρατιωτική πειθαρχία, σήκωνε βάρη, κρατούσε σημειώσεις, κι όλα αυτά με τον σωστό πάντα τρόπο– κι όταν την άφησε, έκλεψε τη ρουτίνα της, που είχε τόσο συνηθίσει. Και το χειρότερο απ’ όλα, πήρε μαζί τους γονείς του, που την υποδεχόντουσαν για τέσσερα χρόνια στο φιλόξενο πέτρινο εξοχικό τους στην Πενσυλβανία, στις διακοπές τους. Για αρκετές βδομάδες περίμενε να της τηλεφωνήσει η μητέρα του, μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και απαλά μαλλιά, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε και φωνές πλημμύρησαν το μπάνιο, κάποιο τμήμα αερόμπικ μόλις είχε σχολάσει. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, κάτω απ’ το νερό, μ’ άξαφνη ντροπαλοσύνη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα ντους είχαν γεμίσει με γυμνές μεσήλικες γυναίκες που γελούσαν και σαπουνίζονταν. Φορούσαν διαμαντένια δαχτυλίδια και τα δόντια τους έλαμπαν και οι κοιλιές και οι μηροί τους ήταν αφρατεμένοι από την εύκολη ζωή τους.

~.~

Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα δίπλα στο κεφάλι της και σηκώθηκε με κόπο απ’ τον ύπνο μες στο σκοτάδι. Άναψε τον φακό τσέπης κι είδε έναν καβάλο, σε μαύρο τεντωμένο ύφασμα, ένα όπλο στη θήκη μιας δερμάτινης ζώνης κι έναν τεράστιο φακό να τη σημαδεύει.

Μπάτσος, σκέφτηκε. Φαλλός φωτός, φαλλός τιμωρός.

Άνοιξε, είπε ο αστυνόμος κι εκείνη είπε Ναι, κύριε, σύρθηκε στη μπροστά θέση και άνοιξε το παράθυρο.

Πού το βλέπεις το αστείο και γελάς; τη ρώτησε.

Πουθενά, αστυνόμε, είπε κι έσβησε τον φακό τσέπης.

Σε παρακολουθώ μια βδομάδα τώρα.

Κατάλαβα, είπε αυτή.

Είναι παράνομο. Δεν είναι μέρος για κάμπινγκ αυτό. Εντάξει, πιάνω κανένα παιδαρέλι που δεν θέλει να πληρώσει ξενοδοχείο πού και πού, άντε καμιά φορά και τίποτα γερο-χίπηδες με τα τροχόσπιτά τους. Αλλά εσύ είσαι μικρό κορίτσι. Δεν θα θελα να σε βάλω σε μπελά. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι παντού, ξέρεις.

Ξέρω, είπε αυτή. Κλειδώνω το αμάξι.

Αυτός ρουθούνισε. Τώρα μάλιστα, είπε. Κι ύστερα από μια μικρή παύση, Το ‘σκασες απ’ τον άντρα σου; Αυτό είναι; Ξέρω ένα σπίτι στην πόλη που κορίτσια σαν εσένα είναι ασφαλή. Μπορώ να σου βρω ένα κρεβάτι εκεί.

Όχι, είπε εκείνη. Δεν είναι αυτό. Ας πούμε πως …κάνω διακοπές απ’ τη ζωή μου.

Μάλιστα, είπε εκείνος, με μια ξαφνική αυστηρότητα στη φωνή του. Τότε δρόμο από δω. Μην σε ξαναδώ τριγύρω γιατί θα σε συλλάβω για επαιτεία.

~.~

Έμεινε μερικές μέρες σε μια άλλη παραλία όπου οι άνθρωποι πάρκαραν τα βαν τους πάνω στην άμμο κι άκουγαν μουσική στη διαπασών ώσπου έπεφτε η μπαταρία του αμαξιού τους. Έψαξε και πάλι μάταια στις σχισμές των καθισμάτων του στέισον-βάγκον για ψιλά – για μια σοκολάτα, κι ύστερα περπάτησε ως την πόλη, για να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει. Περπάτησε για μίλια, τα πόδια της έτρεμαν όταν έφτασε.

Τα κτίρια γύρω απ’ την πλατεία θύμιζαν την παλιά Φλόριντα – οι ευρύχωρες βεράντες με τα φυλλώματα, οι αλουμινένιες στέγες – μόνο που όλα ήταν φτιαγμένα από συμπαγές πλαστικό, σε μπεζ αποχρώσεις. Στο κέντρο, ένα σιντριβάνι: ένας καθιστός βάτραχος που φτύνει νερό, κέρματα σκορπισμένα στα γαλάζια πλακάκια, κάτω απ’ το νερό. Κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού παρακολουθώντας τους αγοραστές στις βιτρίνες των μπουτίκ, κι άλλους να τρώνε χωνάκια παγωτό.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μία μικρή τούβλινη εκκλησία, πνιγμένη στις ανθισμένες μυρτιές. Δεν πρόσεξε τους ανθρώπους που άρχισαν να μαζεύονται στην είσοδο του ναού, ώσπου τους είδε να βγαίνουν κρατώντας μερίδες συσσίτιο και κουτάκια χυμού. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν βρώμικοι, άπλυτοι, οι γνωστοί διαλυμένοι απ’ τη ζωή τύποι που ζούσαν σχεδόν αόρατοι, στα όρια της πανεπιστημιούπολης απ’ όπου είχε έρθει. Υπήρχαν όμως και οικοδόμοι με τα κράνη της δουλειάς τους, και μητέρες που απομακρυνόντουσαν βιαστικά με τα αγουροξυπνημένα παιδιά τους.

Ήθελε να σηκωθεί. Να σταθεί στην ουρά, να πάρει το φαγητό. Το σώμα της, όμως, δεν κουνιόταν. Καθώς έπεφτε το φως της μέρας, μια οικογένεια διέσχισε την πλατεία και σκέφτηκε πως κάποτε ήταν εκείνη το ξανθό κοριτσάκι πάνω στο τρίκυκλο, που μουρμουρίζει ένα τραγούδι ενώ οι γονείς του περπατούν δίπλα. Πόσο ξαφνικά είχαν χαθεί όλα αυτά! Ο θάνατος του πατέρα της στα δέκα της χρόνια, ο αγώνας της να βγάλει το σχολείο χωρίς λεφτά, η μητέρα της που λύγισε και ξαναπαντρεύτηκε από ανάγκη, μόνο και μόνο για ν’ αποτραβηχτεί τελείως τον εαυτό της. Το μόνο ασφαλές μέρος που είχε μείνει σ’ αυτό το κοριτσάκι ήταν το σχολείο. Μα προσεκτική καθώς ήταν να μην το χάσει κι αυτό, δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά ρίσκα, και στο τέλος έγινε αυτό ακριβώς που φοβόταν.

Σαν άλλος βάτραχος, καθόταν στην άκρη του συντριβανιού, διπλωμένη στα δυο απ’ την πείνα, ώσπου το ρολόι χτύπησε – δεν μπορεί να ‘ταν τόσο αργά, ούτε που είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα – κι ήταν μόνη στην πλατεία πια. Μάζεψε το παντελόνι της ως τα γόνατα και μπήκε στο σιντριβάνι. Έψαξε με τα δάχτυλα των ποδιών της στα πλακάκια μέχρι που βρήκε ένα κέρμα, και βούτηξε το χέρι της ως τον ώμο να το πιάσει, μα σχεδόν όλα τα κέρματα ήταν κολλημένα στα πλακάκια. Έκανε το γύρο του συντριβανιού, κι όταν βρέθηκε στο ίδιο σημείο, είχε μαζέψει μόνο μια μικρή χούφτα κέρματα. Εξετάζοντάς τα στο φως του φανοστάτη, είδε πως ήταν κυρίως μονόλεπτα και δίλεπτα. Παρόλα αυτά, έκανε άλλον έναν γύρο μες στο νερό. Είδε τον εαυτό της από απόσταση: μια γυναίκα σκυμμένη, μες το νερό ως τα γόνατα, γυρεύοντας ευχές άλλων.

Τις περισσότερες μέρες έβρισκε φαγητό – ψωμί και υπερώριμα φρούτα – στοιβαγμένο σε σωρό, καθαρό, σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, πίσω από ένα ντελικατέσεν. Έκρυψε το στέισον-βάγκον στο πίσω μέρος του παρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, πλάι σε μια δεξαμενή, κρυμμένο κάτω απ’ τα χαμηλά κλαδιά ενός ευκαλύπτου. Η μυρωδιά του έμπαινε στα όνειρά της τα βράδια, κι όταν ξυπνούσε, τα ολοπράσινα κλαδιά λικνιζόντουσαν αργά, έτσι που ένιωθε λες κι ήταν κάτω απ’ το νερό. Αυτό της θύμιζε κάποιο ποίημα του Μπωντλαίρ, που είχε σβηστεί από τη μνήμη της. Αναρωτιόταν τι άλλο είχε πια ξεχάσει –Γκαίτε, Σαίξπηρ, Μοντάλε. Ο ήλιος τα ξεθώριαζε όλα, τα έκανε σκόνη η πείνα της τα καταβρόχθιζε. Αποφάσισε πως αυτό ήταν κάθαρση. Αν δεν μπορούσαν να τη σώσουν οι όμορφες λέξεις, τότε η απώλειά τους ήταν για καλό.

405113_561708567189328_1373605849_n.jpg

Ψηνόταν στον ήλιο, στην παραλία, όταν ένα φύλλο έπεσε απαλά πάνω στην κοιλιά της. Το σήκωσε βαριεστημένα, κι είδε πως δεν ήταν φύλλο, αλλά πεντοδόλαρο.

Εκείνο το βράδυ, πλύθηκε προσεκτικά στις ντουζιέρες της πισίνας ενός συγκροτήματος εξοχικών. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, γυμνή καθώς ήταν, πρόσεξε τα κόκκαλα που διαγράφονταν στο στέρνο της και στην καμπύλη της λεκάνης. Μα στέγνωσε τα μαλλιά της, τα έπιασε σε αλογοουρά και βάφτηκε, με μεϊκάπ που είχε αγοράσει πριν χρόνια. Δεν έμοιαζε πια ο εαυτός της: σχολαστική, παχουλή, καθώς πρέπει. Έμοιαζε με σέρφερ ή με κολλεγιοκόριτσο, μ’ εκείνα τα τρεμάμενα, ανασφαλή πλάσματα που πάντα αντιπαθούσε ενδόμυχα.

Περπάτησε τρία μίλια, προς ένα μπητς-μπαρ, ακούγοντας τον ωκεανό να σπάει σε κύματα, ξανά και ξανά. Το μπαρ ήταν φουλ όταν μπήκε από την πίσω πόρτα, στις τεράστιες οθόνες εδώ κι εκεί ένα ματς ποδοσφαίρου στη διαπασών. Άλλοτε, θα παρακολουθούσε κι αυτή το ματς με ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί ήταν η lingua franca της Φλόριντα, μπορούσε κανείς με μια αναφορά στο ποδόσφαιρο να σπάσει τον πάγο σε μια τάξη πρωτοετών ή να μιλήσει για κάτι με τη βαρετή σύζυγο ενός κοσμήτορα. Τώρα όμως της φαινόταν τελείως χαζό. Νεαροί άντρες που τρέχουν ο ένας πάνω στον άλλον, σαν να παίζουν πόλεμο με σορτσάκια.

Παρήγγειλε την σπέσιαλ μπύρα για ένα δολάριο κι έδωσε άλλο ένα δολάριο στον μπάρμαν, για φιλοδώρημα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα δικά της καθώς της έδινε τα ρέστα, κι εκείνη ξαφνιάστηκε από τη ζεστασιά του δέρματός του. Άνοιξε τη μπύρα της κι ανάσανε βαθιά.

Κάποιος κάθισε στο διπλανό σκαμπό, κι εκείνη τον κοίταξε, καθώς παράγγελνε δύο τζιν με τόνικ. Ήταν ένα ομορφούτσικο ξανθωπό αγόρι με μεγάλα κόκκινα αυτιά, σαν εκείνους τους φοιτητές που πάντα έπαιρναν το πολύ έξι στα μαθήματά της, κι αυτό για την καλή τους θέληση κυρίως. Δειλά, έσπρωξε το ένα ποτό προς εκείνη, κι όταν άρχισε να μιλά δεν σταματούσε. Ήταν φοιτητής κάπου στο βορρά, αλλά έπρεπε να διακόψει για ένα εξάμηνο και δούλευε στο μεσιτικό γραφείο της μητέρας του προς το παρόν, κάτι που εκνεύριζε τρομερά τους άλλους μεσίτες της εταιρείας που ήταν χρόνια στη δουλειά, γιατί ήδη οι προμήθειες τους ήταν στον πάτο, έτσι σκατά που πάνε τα ακίνητα, σ’ αυτή την σκατο-εποχή. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ύστερα από τρία ποτά, εκείνη είχε μεθύσει περισσότερο από όσο είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να μεθύσει στη ζωή της. Αναρωτιόταν, καθώς εκείνος μιλούσε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να διακόψει τις σπουδές του για ένα εξάμηνο. Ναρκωτικά; Μπούλινγκ; Κακοί βαθμοί; Όταν σταμάτησαν, στο δρόμο για το σπίτι του, και ακούμπησε τους ώμους του στο κρύο μέταλλο ενός φανοστάτη και τη φίλησε με συγκινητική ειλικρίνεια, εκείνη άγγιξε τα απαλά μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και σκέφτηκε πως μάλλον είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Φιλούσε σαν ένα αγόρι που υπέφερε από κρίσεις πανικού.

Της άρεσε όμως, και το διαμέρισμά του ήταν καθαρό και συμπαθητικό: στη διακόσμηση, ήταν εμφανές το στίγμα μιας δεσποτικής μητέρας. Προτού την αγγίξει, κοίταξε το γυμνό σώμα της για πολλή ώρα, βλεφαρίζοντας. Εκείνη είδε τότε τον εαυτό της όπως την έβλεπε αυτός: στα μέρη που συνήθως κάλυπτε το μπικίνι, το λευκό αποτυπωμένο στο δέρμα της, ο ερωτισμός της αντίθεσης. Ευγνώμων, τον πλησίασε.

Και, ύστερα, το στρώμα ήταν εντυπωσιακά μαλακό. Ενώ το αγόρι κοιμόταν, πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Ήταν τόσο γεμάτο που πάγωσε για μια στιγμή, απέναντι στην αφθονία. Έφαγε ένα κρύο κομμάτι πίτσα που δέσποζε στο φως του ψυγείου, άνοιξε ένα βάζο με πίκλες κι έφαγε τρεις, έκοψε με τα νύχια της ένα μεγάλο κομμάτι τσένταρ και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Δεν είδε το αγόρι που στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, παρά μόνο όταν γύρισε να πιάσει ένα μπουκάλι χυμό. Είδε το ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι του να διαγράφεται στο σκοτάδι, κι έκλεισε τα μάτια, μη μπορώντας να τον κοιτάξει.

Τον άκουσε να περπατά προς το μέρος της κι ετοιμάστηκε να δικαιολογηθεί. Μα εκείνος χάιδεψε τη μέση της και είπε, απαλά, Αχ, μωρό μου, κι αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο.

~.~

Ένας τυφώνας αναπτύχθηκε πάνω από την Καραϊβική μα μόνο οι άκρες του χτύπησαν την ακτή. Παρόλα αυτά, όσο μαινόταν ο τυφώνας, ο ευκάλυπτος κροτάλιζε τα κλαδιά του πάνω στην οροφή του βαν που κλυδωνιζόταν τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως το μέταλλο θα άνοιγε και τα τζάμια θα έσπαγαν. Η δεξαμενή υπερχείλισε και το νερό έφτασε ως τις ζάντες του βαν. Έμενε ξαπλωμένη, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ακούγοντας και παρακολουθώντας: η ίδια δεν ήταν παρά ένα λεπτό κέλυφος από μέταλλο και γυαλί που τη χώριζε από την ευαίσθητη χορδή μέσα της. Ένιωθε την καταιγίδα να πλησιάζει, ηλεκτρισμένη, όλο και πιο κοντά περίμενε με κομμένη την ανάσα, έκανε υπομονή, αγωνιώντας. Μα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, αποκοιμήθηκε.

~.~

Τηλεφώνησε στη μητέρα της για τη γιορτή των Ευχαριστιών, μα το σήκωσε ο πατριός της, η μητέρα της ήταν πάλι στο κρεβάτι, δεν ένιωθε καλά, της είπε. Βέβαια εκείνη ούτε που την ένοιαζε αυτό. Καιρό τώρα το είχαν πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε σπίτι αλλά δεν μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνεί στην μητέρα της μια φορά το μήνα, γαμώτο;

Κράτησε το ακουστικό προς τον αυτοκινητόδρομο και τον άφησε να ξεσπάσει, κι όταν εκείνος σταμάτησε, του είπε να πει στη μητέρα της πως την αγαπούσε και πως θα ξανατηλεφωνούσε σύντομα. Κάθισε για λίγο σ’ έναν αμμόλοφο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Ο ωκεανός ήταν κενός, ανέκφραστος, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Στο τέλος, είχε μουδιάσει αρκετά ώστε κατάφερε να περπατήσει ως την πόλη και να σταθεί στην μεγάλη ουρά έξω από την εκκλησία. Σήμερα είχαν στήσει τραπέζια, κι η ουρά προχωρούσε πολύ αργά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στο τραπέζι της έμοιαζαν φυσιολογικοί. Απέναντί της καθόταν μια οικογένεια, η μητέρα μελαχρινή, με ένα σικ κούρεμα και τατουάζ απ’ τη μια άκρη της κλείδας ως την άλλη, ο πατέρας με μια περίτεχνη χαίτη, τα δυο κοριτσάκια με κοκαλάκια στα μαλλιά. Πλάι της καθόταν μια τεράστια μαύρη γυναίκα, της οποίας το δέρμα ακουμπούσε πάνω της, σφιχτό και ζεστό. Κανείς δε μιλούσε. Σούπα για πρώτο πιάτο –σπιτικό μινεστρόνε με φρέσκο ψωμί– κι ύστερα γαλοπούλα για κυρίως με διάφορα συνοδευτικά, όλα από κονσέρβες: κράνμπερι, πουρές πατάτας, γέμιση, φασόλια, σάλτσα. Και, στο τέλος, σπιτική καρυδόπιτα και γλυκιά κολοκυθόπιτα με καφέ.

Όταν η γυναίκα που σέρβιρε το τραπέζι τους έσκυψε, φορώντας γάντια και πλαστικό σκουφάκι μιας χρήσης, να μαζέψει τα πιάτα του γλυκού, η μαύρη κυρία την έπιασε απ’ το χέρι. Όλοι κοίταξαν το πρόσωπο της γυναίκας, την έκπληξή της. Σ’ ευχαριστώ, είπε η μαύρη κυρία, ήταν τόοοσο ωραίο! και τα κοριτσάκια γέλασαν. Εκείνη περίμενε πως η γυναίκα θα ένιωθε αμήχανα, θα βιαζόταν ίσως να φύγει, κι όμως, αγκάλιασε τη μαύρη κυρία, την έσφιξε για μια στιγμή, κι οι δυο γυναίκες έκλεισαν τα μάτια καθώς αγκαλιάστηκαν.

297690_514155615277957_252008265_n.jpg

Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα για την εποχή, κι εκείνη είχε ρουφήξει την τελευταία λιακάδα του καλοκαιριού στο πετσί της, ξαπλωμένη στην άμμο. Και τώρα, η πετσέτα και το βιβλίο και το μπουκάλι με το νερό της έπεσαν απ’ τα χέρια καθώς κοίταζε εμβρόντητη το στέισον-βάγκον. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, και τα πράγματά της πεταμένα ανάκατα, μέσα κι έξω απ’ το βαν. Της διέλυσαν το αμάξι. Τα πράγματά της, σαν σωθικά που είχαν ξεχυθεί απ’ το σώμα του βάγκον. Το καπό ήταν ανοιχτό, η μηχανή έλειπε. Τα λάστιχα, οι ζάντες, οι μπροστινές θέσεις, όλα είχαν κάνει φτερά. Στο εσωτερικό του βαν, έντονη οσμή ούρων: κάποιος είχε κατουρήσει στο ντουλαπάκι. Η κιθάρα έλειπε, το γκαζάκι του κάμπινγκ, η σκηνή, το παιδικό της αρκουδάκι –μια λούτρινη χελώνα– το αντιανεμικό της. Απ’ όλα τα γαμημένα πράγματά της, πήραν ως και το «Middlemarch». Το σακίδιό της είχε ένα μεγάλο σκίσιμο.

Μάζεψε ό,τι μπορούσε –τον υπνόσακό της, το «Απολεσθείς Παράδεισος», μερικά ρούχα, έναν μουσαμά. Βρήκε λίγο οδοντικό νήμα και με μια βελόνα έραψε το σακίδιο. Ύστερα πήρε από το ντουλαπάκι την άδεια κυκλοφορίας του βαν και την έσκισε –βρεγμένη καθώς ήταν διαλύθηκε πανεύκολα– και πέταξε το δίπλωμά της στη δεξαμενή, οπού επέπλευσε για μια στιγμή ανάμεσα στα βρύα προτού βυθιστεί.

Πόσο ανάλαφρη νόμισε πως αισθανόταν πριν. Πόσο πραγματικά ανάλαφρη ήταν τώρα.

Ούτως ή άλλως θα ‘πρεπε να φύγει από κει –τα μπουρίνια του ωκεανού είχαν φέρει πολύ κρύο. Στα παράθυρα των καταστημάτων υπήρχαν Άγιοβασίληδες, μέσα σε σωρούς ψεύτικο χιόνι.

Στην εθνική, τα αυτοκίνητα ούρλιαζαν προσπερνώντας την, πετώντας καυσαέριο στο πρόσωπό της. Τέντωσε τον αντίχειρά της, κι ένα μαύρο σεντάν επιβράδυνε καθώς την πλησίαζε. Ο οδηγός ήταν χλωμός και νευρικός, και μια φωνή μέσα της είπε μην μπεις, μα συνειδητοποίησε πως δεν την ένοιαζε ν’ ακούσει. Ο οδηγός της είπε πως επέστρεφε στην πανεπιστημιούπολη, κι εκείνη σκέφτηκε τον πρώην της, τους φίλους της, το ξεβόλεμά της. Συνειδητοποίησε πως ούτε αυτά την ένοιαζαν.

Ένιωσε τον ωκεανό να την τραβά πίσω, μα δεν γύρισε να πει αντίο. Δεν της είχε προσφέρει αυτό που τόσο περίμενε απ’ αυτόν: υπήρξε αδιάφορος, τελικά. Πάνω απ’ το κανάλι της ενδοχώρας, με τα μικροσκοπικά νησάκια και την αυλακωτή του γέφυρα, μέσα απ’ τον θαμνότοπο με τους φοίνικες. Κάπου κατά μήκος ενός δρόμου πλαισιωμένου από έναν πυκνό σχηματισμό πεύκων, ο άντρας ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της και τεντώθηκε στην θέση του οδηγού, λοξοκοιτάζοντας την έρημη άσφαλτο μπροστά τους. Εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι του κι εκείνος δεν ξαναπροσπάθησε. Μόνο άνοιξε το ραδιόφωνο, κι άκουσαν μερικές πιασάρικες ερωτικές μπαλάντες. Στην πόλη, την άφησε στην κεντρική πλατεία και γκάζωσε μακριά φασαριόζικα, προκαλώντας τη χλεύη δύο γηραιών κύριων που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Της χαμογέλασαν και, ταυτόχρονα, καθώς μασούσαν τις τσίχλες τους, έκαναν δύο ροζ φούσκες που έσκασαν η μία μετά την άλλη.

~.~

Λίγα λεπτά πριν κλείσει η δημοτική βιβλιοθήκη, πήρε το ασανσέρ ως το τελευταίο πάτωμα, και τρύπωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων με τα βιτρό, που έμοιαζε με στέμμα φορεμένο στην κορυφή του κτηρίου. Είχε ανακαλύψει ένα ξεκλείδωτο ντουλάπι πίσω από έναν κινητό μαυροπίνακα, που ίσα που χώραγε το σώμα της ξαπλωμένο μέσα στον υπνόσακο. Μέσα στο σκοτάδι του ντουλαπιού, έφαγε ό,τι είχε βρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακούγοντας τη βιβλιοθήκη να αδειάζει από κόσμο. Ήταν η εποχή των εσπεριδοειδών, κι εκείνη έκοψε μερικά μανταρίνια από ένα δέντρο για πρωινό κι έφτυσε τα κουκούτσια στην παλάμη της.

Αμέλησε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Όταν προσπαθούσε να διαβάσει, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λέξεις έχαναν το νόημά τους κι επέπλεαν χαλαρά καθώς τις κοίταζε.

~.~

Ένα βράδυ, δεν πρόλαβε τη βιβλιοθήκη ανοιχτή και πέρασε τη νύχτα τρέμοντας απ’ το κρύο, μες στο λεπτό τζιν σακάκι της. Πέρναγε από ένα κλαμπ που μόλις είχε κλείσει, όταν ένα σμήνος προπτυχιακών φοιτητριών με στράπλες φορέματα προσπέρασαν τρεκλίζοντας, πληκτρολογώντας στα κινητά τους. Αναγνώρισε μία απ’ αυτές, ένα κορίτσι από το περσινό της τμήμα συγκριτικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα τρομαγμένο, σιωπηλό πλάσμα που μόλις και μετά βίας είχε πάρει ένα πέντε. Όσες ασκήσεις και γυμνάσια κι αν της έβαζε, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «ότι» και του «ό,τι» πάντα διέφευγε της προσοχής του κοριτσιού. Απόψε, αν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, το κορίτσι θα κοίταζε την παλιά της καθηγήτρια χωρίς να την αναγνωρίζει, σ’ αυτή την καταπονημένη, βρώμικη γυναίκα. Κι εκείνη, που κάποτε οι λέξεις της τσάκιζαν κόκαλα, δεν θα ‘χε τίποτα να πει.

Ότι, Ό,τι, είπε δυνατά τώρα. Ποιος νοιάζεται;

Ένας άντρας που στοίβαζε τις καρέκλες στο αίθριο του κλαμπ την άκουσε και γέλασε. Χαζοβιόλες, συμφώνησε.

Εκείνη έγειρε στα κάγκελα και τον παρατηρούσε καθώς δούλευε. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος, κοντός, μελαχρινός άντρας, εξαιρετικά σβέλτος: είχε ήδη μαζέψει τα λαστιχένια χαλάκια και κατάβρεχε τις πλάκες όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως ακόμα της μιλούσε. Στο λόγο μου, έλεγε, χαζεύουν ολοένα και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, γεμίζουν τα μυαλά τους με τουίτερς και σκούτερς και φείσμπουκς και στάρμπουκς κι όλα αυτά τα σκατά. Την κοίταξε και χασκογέλασε. Τέσσερα απ’ τα μπροστινά του δόντια έλειπαν, κι αυτό του έδινε κάτι απ’ το σκανταλιάρικο ύφος εξάχρονου παιδιού. Με λένε Ευλάμπιο, αλλά όλοι με φωνάζουν Ευλάμπης-και λάμπεις. Επειδή τα κάνω όλα λαμπίκο, το ‘πιασες; Όχι ένα – τρία μαγαζιά σαν ετούτο έχω να καθαρίσω ως το πρωί, δεν μπορώ να σταματήσω για ψιλοκουβέντα.

Ο.Κ., είπε εκείνη κι έκανε να φύγει, μα εκείνος εννοούσε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να καθαρίζει, μπορούσε όμως να κουβεντιάζει παράλληλα. Τούτο το μέρος, της είπε, είναι γεμάτο από χαζοχαρούμενους κι ανήσυχα πνεύματα, ναι, κι απ’ τα δυο. Τα πνεύματα είναι δυστυχισμένα, φωνάζουν και σπέρνουν το κακό στον τόπο. Νεκροί Ισπανοί ιεραπόστολοι και Ινδιάνοι που τους έφαγαν τα φίδια και πιονιέροι που λιμοκτόνησαν, κι όλα αυτά τα σκατά. Εκείνος, ο Ευλάμπης-και λάμπεις, ήταν από κάπου κοντά στην Ατλάντα και είχε κατέβει στη Φλόριντα πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν και είχε μολυνθεί από τα πνεύματα, που ήταν πια μέσα του και δεν τον άφηναν να φύγει.

Είχαν πια μπει μέσα στο κλαμπ, που βρωμούσε αλκοόλ, κι ο Ευλάμπης της είχε βάλει ένα ποτήρι χυμό κράνμπερι. Άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα μ’ ένα διάλυμα χλωρίνης τόσο δυνατό που τα μάτια της δάκρυσαν. Την κοίταξε σταματώντας για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι ξαφνικά. Μ’ αρέσεις, είπε. Δεν είσαι φλύαρη.

Ευχαριστώ, Ευλάμπιε, του είπε.

Θα ‘χρειαζόμουν ένα χεράκι, της είπε. Τρία κλαμπ ως το πρωί, πώς να τα φέρω βόλτα μόνος μου; Μπορείς να καθαρίζεις τις τουαλέτες. Έχεις δουλειά;

Όχι, είπε εκείνη.

Την κοίταξε πονηρά και είπε, πενήντα πράσινα Πέμπτες, Παρασκευές, Σάββατα, είκοσι πράσινα τα υπόλοιπα βράδια. Δευτέρες ρεπό.

Εκείνη βλεφάρισε καθώς της πέταξε έναν άδειο κουβά στα χέρια. Συνέταιρε, της είπε.

~.~

(Το δεύτερο μέρος και τελευταίο μέρος, την Κυριακή 17/03)

Τελευταίες σκέψεις πάνω στη Μέδουσα

banks

~ . ~

του ΖΑΜΑΛ ΜΑΖΩΜΠ

μετάφραση Μαρία Σ. Μπλάνα

~ . ~

Ένα πλοίο, ξεφωνίζει κάποιος, και όλοι ανασηκώνονται. Ο αέρας γύρω τους ηλεκτρισμένος από την ελπίδα. Μην κουνιέστε, τους λέει. Όχι όλοι μονομιάς. Θ’ αναποδογυρίσει η βάρκα. Και για μια στιγμή νόμισε ότι θ’ αναποδογύριζε στ’ αλήθεια.

Ένα φουλάρι κυματίζει ψηλά πάνω στην πλώρη. Μια σκοτεινή φιγούρα διαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού, φωνάζοντας στο τελευταίο φως της μέρας ενώ αυτοί οι άνθρωποι, που δεν είναι παρά ισχνά αγόρια, προσπαθούν να υψωθούν ψηλότερα απ’ τα κύματα για ν’ αντικρύσουν το θαύμα. Ένα πλοίο; Τι διαφορά θα μπορούσε να κάνει τώρα πια;

Η μηχανή είχε σβήσει ώρες πριν. Τα καύσιμα τελείωσαν, αφήνοντας τη βάρκα ν’ ανεβοκατεβαίνει στα αεικίνητα φτερά αυτής της αλμυρής αφέντρας. Σπουδαίο πράγμα, η θάλασσα. Αν του χάριζαν μια άλλη ζωή, ίσως να της αφιέρωνε χρόνο. Αυτή η τεράστια κούνια μέσα στην οποία λικνιζόμαστε, χαμένοι.

Σχισμένο καραβόπανο μαστιγώνει τον ουρανό. Το ταραγμένο σώμα της θάλασσας. Του θυμίζουν μια εικόνα σ’ ένα βιβλίο. Έναν πασίγνωστο πίνακα. Το γυαλιστερό χαρτί ενός βιβλίου στη βιβλιοθήκη. Και τι δεν θα ‘δινε να ‘ταν πάλι εκεί, να περιφέρεται αργά ανάμεσα στα ράφια, μες σε μια ζεστή αγκαλιά από στοίβες ονόματα, γράμματα, τίτλους, λέξεις. Κόσμους που ανοιγόντουσαν μπροστά του σαν ώριμα φρούτα πάνω σ’ ένα δέντρο. Μπορούσε να τ’ αγγίξει. Μπορούσε να τα γευτεί, αλλά δεν μπορούσε να τα κάνει δικά του. Αυτός δεν ήταν κι ο λόγος που βρισκόταν τώρα εδώ, σκαμπανεβάζοντας σ’ αυτό το αρμυρό χάσμα; Η γνώση ότι υπήρχε κάτι παραπάνω εκεί έξω. Και να τον εδώ, το στομάχι του δεμένο κόμπο, ο λαιμός του να καίει απ’ την χολή κι ένας πόθος που πριν ήταν δίψα. Η μυρωδιά του δικού του εμετού ένα με το πετσί του.

Η ελπίδα σβήνει. Ξύπνα, υπναρά. Δεν υπάρχει πλοίο. Καμία σωτηρία. Μια ζωή ολάκερη ξοδεμένη στην αναμονή. Ο ήλιος σβήνει, ένα γιγάντιο δάχτυλο του κλείνει τα μάτια. Το μόνο που ζήτησε ήταν ένα ξεκίνημα. Μια ευκαιρία να αποτινάξει το βάρος του χρόνου. Είμαι κοτζάμ άντρας τώρα πια, όχι κανένας βρωμιάρης τιποτένιος. Θα το αποδείξω. Τίποτα δεν βρέθηκε να τον περάσει απ’ αυτή τη θάλασσα παρά αυτό εδώ το ερείπιο, αυτό το κουφάρι βάρκας.

Ο σάκος του χάθηκε.

Τον ρούφηξε η θάλασσα σε μια στιγμή απροσεξίας. Η θάλασσα που απλώνει να γυρίσει τη βάρκα προς το μέρος της. Κάποιοι χάθηκαν τότε. Οι υπόλοιποι κολύμπησαν πίσω στην ακτή. Το ταξίδι τελείωσε πριν καν αρχίσει. Τον είδε να επιπλέει στον αφρό μπροστά του. Κόκκινο, λευκό και μπλε νάιλον καρό. Ένας σάκος που μεταφέρθηκε όλο το δρόμο από ένα εργοστάσιο στη Σαγκάη, στην Κίνα, για να κρεμαστεί στο υπαίθριο παζάρι της Μπαμάκο και να τον βρει εκείνος. Ένας ράθυμος πωλητής που μόλις που μπορούσε να σηκωθεί απ’ τη σπασμένη καρέκλα του για να κατεβάσει με το γάντζο του τον σάκο και να μετρήσει τα βρώμικα, τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Χρήματα τόσο φθαρμένα από χέρια, τσέπες, ακροδάχτυλα, που είχαν την αίσθηση απαλού ραφινάτου μεταξιού. Ξεφτισμένα απ’ όλες τις κρυψώνες όπου είχαν στριμωχτεί πριν να περάσουν απ’ τα χέρια του, χαϊδεύοντας απαλά τα δάχτυλά του για τελευταία φορά. Πόσα χρήματα είχε δει να φεύγουν απ’ τα χέρια του. Αυτός, που δεν είχε χρήματα. Άλλοι είχαν επενδύσει σ’ αυτόν. Να ξανάρθεις πίσω, είπαν. Να μας φέρεις τύχη, είπαν, πιέζοντας τα παμπάλαια χαρτονομίσματα μες στην παλάμη του. Κι απ’ την παλάμη του πέρασαν σε άλλον κι ύστερα σε άλλον. Τα άγγιζε κι εξαφανιζόντουσαν. Περήφανα εμβλήματα εθνικών τραπεζών και προέδρων ακτινοβόλων και σιδηροδρομικών γραμμών που χανόντουσαν στο φόντο. Κάποτε καινούρια και γυαλιστερά, τώρα φθαρμένα απ το χρόνο και τον ήλιο, θολά και βρώμικα.

Ο σάκος κύλησε μακριά, σαν παχουλή φώκια και χάθηκε απ τα μάτια του. Τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Ένα άρθρο που είχε κάποτε δημοσιεύσει στον τοπικό τύπο για το πώς η Αφρική ενέπνευσε το έργο Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Είχε νιώσει τόσο περήφανος γι’ αυτό το άρθρο. Αλλά δεν μπορεί κανείς να φάει χαρτί ούτε να πιεί μελάνι. Η θάλασσα τους έδωσε πίσω τη βάρκα, την ξέβρασε κι αυτή στην ακτή όπου ξαπλωμένοι, ξέρναγαν το αλμυρό νερό. Την έσυραν έξω και πιάστηκαν να την επισκευάζουν. Σχεδόν δύο βδομάδες έμειναν σ’ εκείνη την ερημιά, πριν δοκιμάσουν ξανά.

Φιγούρες, οι μια δίπλα στην άλλη, στριμωγμένες στα πλευρά της βάρκας σαν ποντίκια μέσα σε τρύπα ξέχειλη με βροχόνερα. Σαράντα, πενήντα άντρες, κολλημένοι ο ένας στον άλλον. Ξένοι μέχρι χτες, συνοδοιπόροι σήμερα. Παγιδευμένοι σ’ έναν περιορισμένο χώρο ατέλειωτης απεραντοσύνης. Κολυμπούν στο μεγαλειώδες γαλάζιο μάτι του ωκεανού. Τώρα κείτονται ήσυχοι. Η ελπίδα έσβησε. Ο θυμός ξεθύμανε. Πώς να εναντιωθείς σε κύματα που ορθώνονται σα βουνά, ασταμάτητα, ξανά και ξανά. Ένα τοπίο που σ’ εξουθενώνει μόνο με την όψη του. Που μεταμορφώνεται κατά βούληση. Δεν υπάρχουν σταθερές σ’ αυτό το χάρτη.

Σαν παιδιά. Νομίζουν ότι η δύναμή τους μπορεί να λύσει κάθε πρόβλημα. Μα αυτά τα απέραντα τοπία μπορούν να σε σπάσουν. Θα γεράσεις πριν να μπορέσεις να τα διαβείς απ’ άκρη σ’ άκρη. Ξέρει από αυτά. Τα μαλλιά του χιονισμένα, άσπρες τούφες. Τώρα στρέφονται σ’ αυτόν για συμβουλές για το πώς θα αντιμετωπίσουν το καθρέφτισμα αυτού του ωκεανού.

«Τι να κάνουμε, γέρο;»

«Ναι, πες μας, κύριε, τι να κάνουμε τώρα;»

Συγκινείται. Πού ήταν αυτός ο σεβασμός όταν ήταν στην πατρίδα; Οι μαθητές του τον περιγελούσαν μπροστά στα μάτια του. Εγκατέλειπαν την τάξη του χωρίς επιστροφή. Δεν έβρισκαν νόημα στην εκπαίδευση, στους δασκάλους. Οι περισσότεροι δεν κατέληγαν κάπου. Τεμπέλιαζαν στους δρόμους κι έμπλεκαν σε κάθε είδους φασαρίες. Και με τους υπόλοιπους ήταν ακόμη χειρότερα. Μ’ εκείνους που ήταν πιστοί και αφοσιωμένοι. Που πίστευαν σ’ εσένα. Εκείνους που έτρεχαν στην έδρα μετά από κάθε μάθημα, με μάτια φωτεινά, διψώντας για μάθηση. Ένιωθε την αγωνία τους. Τους έβλεπε να πέφτουν από μεγάλα ύψη. Τα όνειρά τους να σκεβρώνουν στον ήλιο.

«Πες μας μια ιστορία, δάσκαλε.» Ήταν ένα μικροκαμωμένο, στρογγυλοπρόσωπο αγόρι – έμοιαζε να χαμογελά συνεχώς χωρίς προφανή λόγο.

«Πώς ξέρεις ότι είμαι δάσκαλος;»

«Ακούγεσαι σαν δάσκαλος». Οι άλλοι φαίνονται να προσμένουν μια απάντηση. Από κάτω τους η καρίνα κουνιέται στο πηγαινέλα του νερού.

«Όλοι έχουμε ιστορίες να πούμε», λέει εκείνος. «Γιατί δεν μας λες εσύ τη δική σου;»

Το αγόρι συνοφρυώνεται, σα να μην άκουσε καλά. «Τη δική μου ιστορία;» Ψάχνει με το βλέμμα τους άλλους, αλλά αυτοί δε μιλούν.

«Πες μας ποιος είσαι και από πού έρχεσαι».

«Τ’ όνομά μου;» Η φωνή του τρέμει. Είναι μόνος του. Μια μορφή που κινείται μες στο πλήθος. Μα όλοι τους μόνοι είναι τώρα, ακόμα και αυτοί που ξεκίνησαν με άλλους. Συντρόφους και φίλους, αδέλφια και ξαδέλφια, που χάθηκαν στο δρόμο.

«Πες μας», τον προτρέπει. Ο ουρανός σκοτεινιάζει. Ο άνεμος μαστιγώνει κάθε γωνιά της βάρκας παγωμένος, ικανός να σε κόψει στα δύο. Δεν έχει τίποτα να τους δώσει. Καμία σοφία να μοιραστεί. Ούτε καν σαράντα χρόνια. Σε σύγκριση μ’ αυτόν τον ωκεανό, ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνθρωπος στον κόσμο όλο δεν είναι παρά ένα μωρό. «Καθίστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Όσο πιο χαμηλά μπορείτε. Έτσι θα ζεσταθείτε κάπως και η βάρκα θα είναι πιο σταθερή».

Υπακούουν, εξαντλημένοι, τόσο που το όποιο τους παράπονο περιορίζεται σ’ ένα μουγκρητό.

«Η μηχανή ήταν αδύναμη. Τα καύσιμα δεν έφταναν να μας φέρουν απέναντι».

«Μας κορόιδεψαν! Αχ και να τους είχα στα χέρια μου τώρα».

«Όλοι ξέρουμε τι θα τους έκανες!» Λέει ο νεαρός άντρας που κάθεται στην πλώρη. Τους κοιτά έναν-έναν με τα λαμπερά του μάτια. «Τα όνειρά μας είναι η σοδειά που θερίζουν». Γελά, κουνά το κεφάλι του, γυρνά ξανά προς τον ορίζοντα.

«Τ’ όνομά μου είναι Ιωνάς», ξεκινά το αγόρι. «Είμαι από τη Γκάνα». «Η Γκάνα ήταν κάποτε ένα μεγαλοπρεπές βασίλειο», πετάγεται ο δάσκαλος. «Αν ήταν ακόμα βασίλειο, τότε αυτός εδώ θα ήταν ακόμα δούλος». Ο σκληρόκαρδος άντρας που καβαλά την πλώρη, αυτός που είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσει.

«Ασ΄ τον να τελειώσει, παρακαλώ. Συνέχισε Ιωνά».

«Θα γίνω ποδοσφαιριστής».

Χαμόγελα εδώ κι εκεί. Ειρωνικά σχόλια. Γέλιο.

«Θα γίνω», επιμένει ο Ιωνάς, παραπονιάρικα, ενάντια σ’ αυτόν τον τοίχο αμφιβολιών. Είναι ακόμα στην εφηβεία. «Ανιχνευτές ήρθαν στο χωριό μας. Είπαν ότι αν ποτέ έμπαινα στην ομάδα τους θα μου έδιναν μια ευκαιρία ν’ αποδείξω τι αξίζω».

Τα γέλια έσβησαν σ’ έναν ψίθυρο. Ενός λεπτού σιγή, για τα όνειρα που τους έφεραν όλους τόσο μακριά.

«Σε ποια ομάδα θα παίξεις;» φώναξε κάποιος.

«Στην Ίντερ Μιλάνου ή και στη Ρεάλ Μαδρίτης».

Αυτό πυροδοτεί κι άλλη συζήτηση. Το όνειρο εγκρίθηκε. Τώρα το ερώτημα είναι ποια ομάδα είναι η καλύτερη γι’ αυτόν. Πίσω απ’ τον θρίαμβο του αγοριού, βλέπει τη μοναχική φιγούρα στην πλώρη. Υψώνεται και βυθίζεται σιωπηλά, σα να ετοιμάζεται ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει μακριά.

Η μέρα βυθίζεται, πέφτοντας μέσα από μια λεπτή ρωγμή στον ουρανό. Σύντομα θ’ αρμενίζουν ακυβέρνητοι ανάμεσα στ’ αστέρια. Φοβάται αυτή τη νύχτα, πιο πολύ από κάθε άλλη στη ζωή του. Σα να διαβάζει τις σκέψεις του, ο άντρας στην πλώρη τον κοιτά και οι ματιές τους συναντιούνται.

«Ποιος άλλος θα μιλήσει;» ρωτά ο άντρας, ξαναγυρνώντας προς τ’ ανοιχτά.

«Εγώ θα γίνω οδηγός στη φόρμουλα ένα».

Αυτή τη φορά το γέλιο είναι ασυγκράτητο. Ακόμη και η απελπισία έχει όρια. Ο δάσκαλος γυρνά σ’ ένα από τα αγόρια στα δεξιά του.

«Πες μας ποιος είσαι», προτρέπει.

«Εύκολο, κύριε. Είμαι κλέφτης». Ένας τύπος με φαρδιές πλάτες και κυρτή μύτη που κάθεται καμπουριασμένος σα μποξέρ. Μιλά χωρίς περιστροφές και τα γέλια γίνονται ψίθυροι απογοήτευσης. Ρουθουνίζει. «Νομίζετε ότι είστε καλύτεροι από μένα ε; Τρυπώνετε παράνομα στην Ευρώπη μέσα σε μια βάρκα που σας πούλησαν γκάνγκστερ. Κανείς σας δεν είναι καλύτερος από μένα».

«Ώστε πας στην Ευρώπη για να κλέψεις;»

Ο μποξέρ αφήνει έναν ήχο παραίτησης, κουνώντας το κεφάλι του. «Έγινα κλέφτης γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνει κανείς. Από μικρός, κύριε. Βασιλιάδες και πολιτικοί, ακόμη κι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλοι κλέβουν, ακριβώς κάτω απ’ τη μύτη μας. Δεν είναι έγκλημα, κύριε. Είναι αυτοάμυνα».

«Κι εσύ;» Ένας λεπτός, μαζεμένος τύπος, φορά μαύρο νάιλον μπουφάν που γυαλίζει απ’ το νερό. Μυρίζει άσχημα, σαν να τα έχει κάνει πάνω του. Οι υπόλοιποι κάθονται μακριά του, κοιτώντας τον κάπως υποτιμητικά. Όταν προσπαθεί να μιλήσει τα χείλη του τρέμουν και τα δόντια του χτυπούν.

«Είμαι στρατιώτης», καταφέρνει να πει. Η φωνή του ίσα που ακούγεται. Από κάποιους παραδίπλα ακούγονται ψίθυροι δυσαρέσκειας. Στις λέξεις του παρεμβάλλεται το διαβρωτικό σφύριγμα του νερού που εφορμά πάνω στην κουπαστή.

«Μίλα πιο δυνατά», λέει ένας απ’ την πρύμνη.

«Σκοτώνω», λέει ο τύπος. Είναι δεν είναι δεκαεννέα χρονών. Τα μάτια του, κόκκινα, τρεμοπαίζουν στο τράνταγμα της βάρκας: «Αυτό κάνω. Σκοτώνω ανθρώπους. Τους κόβω τα χέρια. Ξεριζώνω τις καρδιές τους και τις τρώω ωμές».

Ένα σαρωτικό αγκάλιασμα νερού και θλίψης γεμίζει τη σιωπή. Στα σκυμμένα μπροστά του πρόσωπα, στο ημίφως, βλέπει ευγένεια. Την προοπτική με την οποία γεννιόμαστε όλοι και σπαταλάμε καθώς ζούμε. Σκαμπανεβάζοντας σ’ αυτή τη θάλασσα. Εύθραυστοι. Έρμαια του βυθού πριν τελειώσει η νύχτα. Αιώνες μετά, οι άνθρωποι ίσως να μιλούν γι’ αυτά τα ταξίδια όπως μιλούσαν για άλλα ταξίδια στην ιστορία. Δεν είναι και πολύ παρήγορη σκέψη. Είναι κουρασμένοι. Όπως κι εκείνος. Το μόνο που θέλουν είναι να κοιμηθούν. Παρότι για πολλούς, ακόμη και για εκείνον, θα μπορούσε να είναι η τελευταία φορά που κλείνουν τα μάτια τους.

Η θάλασσα αναδεύει. Η βάρκα καβαλάει ένα κύμα, όλο και πιο ψηλά στον αέρα, για να σκάσει πίσω στα βάθη μιας χοάνης τόσο βαθιάς που μοιάζει άπατη.

Αγαπημένε δάσκαλε, τα μαθήματα ιστορίας σου δεν μπορούν να μας διδάξουν τίποτα. Γραμμένο στον μαυροπίνακα ένα πρωί. Οι μαθητές του. Η δική του, πολύτιμη κιμωλία. Τον είδαν να στέκεται στον ήλιο. Γεμάτος μύγες, σε μια σκονισμένη γωνιά να περιμένει ένα ταξί με λίγο χώρο για να στριμωχτεί. Δεν έχει καν δικό του αμάξι. Αυτοί ντυνόντουσαν καλύτερα απ’ αυτόν. Είχαν πατέρες και μανάδες, αδελφούς κι αδελφές στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Μαδρίτη, που τους έστελναν λεφτά και φανταχτερά ρούχα. Μια μέρα θα παράταγαν την τάξη του και δεν θα ξαναγυρνούσαν. Θα ‘βγαιναν καμαρωτοί απ’ την πόρτα κι αυτός θα ‘μενε πίσω, διδάσκοντας τα μικρότερα αδέλφια τους, ακριβώς όπως είχε διδάξει αυτούς, ακριβώς όπως είχε διδάξει τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Έφευγαν και ποτέ δεν επέστρεφαν. Μόνο αυτός έμενε πίσω. Ο δάσκαλος.

Οι σκιές πάνω απ’ τα κεφάλια τους στροβιλίζονται. Η φιγούρα στην πλώρη παρακολουθεί τον ορίζοντα. Μια εικόνα σ’ ένα βιβλίο, σ’ ένα ράφι, στη βιβλιοθήκη. Ένας πίνακας από μια άλλη εποχή.

«Στο Παρίσι», αρχινά. «Υπάρχει ένα μέρος που το λένε Λούβρο. Εκεί θα δείτε έναν πίνακα ενός ζωγράφου που τον έλεγαν Ζερικώ. Εμπνεύστηκε από ένα πλοίο που ναυάγησε σ’ αυτά εδώ τα νερά, καθώς έπλεε για το Ντακάρ. Το 1878. Για δεκαπέντε μέρες περιπλανιόντουσαν στη θάλασσα».

Κάποιοι του νεύουν να συνεχίσει. Τα μάτια τους θολά απ’ το κρύο και την εξάντληση. Τον καρφώνουν με το βλέμμα μες στο σκοτάδι που πυκνώνει κι αναρωτιούνται αν τα βγάζει απ’ το μυαλό του όλα αυτά. Συνεχίζει.

«Το πλοίο λεγόταν Μέδουσα. Τ’ ονόμασαν έτσι από ένα τέρας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Το κεφάλι αυτού του τέρατος κροτάλιζε από τα φίδια που είχε για μαλλιά. Αν την κοίταζες, πέτρωνες. Μα ο Περσέας ήταν έξυπνος. Για να την κοιτάξει, χρησιμοποίησε την ασπίδα του για καθρέφτη. Κι όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, αποκεφάλισε το τέρας. Όπως πέταγε πάνω απ’ τη Λιβύη, σταγόνες αίμα έπεσαν απ το κομμένο κεφάλι πάνω στην άμμο. Γι’ αυτό έχουμε φίδια στην Αφρική».

«Θα ’πρεπε να βγεις στην τηλεόραση, γέρο. Είσαι καλύτερος από τα σκουπίδια που δείχνουν εκεί». Μια υποψία γέλιου.

«Τα μουσεία είναι για νεκρούς ανθρώπους».

Τα βλέμματα γυρνούν στον νεαρό άντρα στην πλώρη. Τρέμει, μούσκεμα. Κουλουριασμένος εκεί, σαν κατάρα, μπρος στη λάμψη των αστεριών.

«Τι θα λέγατε να σας πω εγώ μια ιστορία;» Καβαλάει την πλώρη σα να ‘ταν άλογο. Έχει αυτοπεποίθηση και γοητεία. «Λοιπόν ανοίξτε τ’ αυτιά σας», λέει και δείχνει. «Εκεί έξω, πέρα απ’ αυτά τα νερά, είναι μια παραλία. Μαλακή και στεγνή και ζεστή και ο ήλιος τόσο καυτός που σε λίγα λεπτά καίγεσαι. Αυτή η παραλία μας περιμένει. Και ξέρετε και τι άλλο μας περιμένει; Γυναίκες. Ναι, ωραίες λευκές γυναίκες. Όχι παραμυθένιες. Όχι θεές. Αληθινές γυναίκες που θα τυλίξουν τα χέρια τους γύρω σας, θα σας κρατήσουν στα γυμνά τους στήθη καθώς χύνουν γλυκό νερό στα στεγνά σας χείλια». Χαχανίζει καθώς σωπαίνουν. «Σας το λέω ώστε όταν ξυπνήσετε να μην ξαφνιαστείτε πολύ».

«Θα έρχονται στ’ αλήθεια άνθρωποι στα μουσεία για να δουν έναν τέτοιον πίνακα με εμάς;»

Η ερώτηση έρχεται από ένα αγόρι, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών. Ο δάσκαλος γυρνά προς το μέρος του, τον χτυπά ελαφρά στον ώμο και χαμογελά.

«Όταν φτάσουμε εκεί, θα σε πάω στο Λούβρο εγώ ο ίδιος και θα σε φέρω μπροστά σ’ εκείνον τον πίνακα και θα θυμηθείς αυτή την ιστορία και θα γελάσουμε μαζί».

«Θα το ήθελα», λέει το αγόρι κι έπειτα το κεφάλι του γέρνει και δεν ξαναμιλά.

Η θάλασσα είναι αιώνια. Απαράλλαχτη, για εκατομμύρια χρόνια. Ο ορίζοντας δεν θ’ αλλάξει, δεν θα έρθει πιο κοντά επειδή το θέλουμε. Πού είναι τα τέρατα για να παλέψουμε, να τα αποκεφαλίσουμε όπως ο Περσέας;

Νιώθει την καρδιά του να υψώνεται με τη θάλασσα. Νιώθει τα κύματα να τους σηκώνουν προς τα σύννεφα που κατρακυλούν, να τους κρατούν εκεί ψηλά πάνω απ’ το κρύο γαλάζιο μάτι της θάλασσας. Μετέωροι, ως τη στιγμή που θ’ αρχίσει η πτώση τους. Ο ήλιος είναι πέρα μακριά. Ένα απομακρυσμένο χρυσό δάχτυλο. Η ασπίδα του Περσέα εκτρέπει το φως. Μια μάσκα που μεταμορφώνει τον κόσμο. Είναι η σκοτεινή ίριδα της γαλάζιας σφαίρας του κόσμου. Ένα μάτι που πλέει στο κενό. Το μάτι του παρατηρητή. Το μάτι του ζωγράφου.

Το αγόρι πλησιάζει. Ψάχνει τις πινελιές. Ραβδώσεις που κόβουν βαθιά σαν να ‘χει σκαλιστεί στον καμβά η αρχαία γεωλογία. Γραμμές που έγιναν από τις μαλακές τρίχες μιας βουνίσιας κατσίκας κολλημένες στην άκρη ενός πινέλου. Το σύρσιμο της μπογιάς σε κύματα και δίνες, σε στρογγυλεμένους γοφούς και μηρούς, γυμνά σώματα, σκισμένα πανιά, δάχτυλα λυγισμένα προς τον ουρανό. Μια φιγούρα στην πλώρη ανεμίζει ένα φουλάρι προς μια κουκίδα που φαίνεται στον ορίζοντα.

Το αγόρι παίρνει μια βαθιά ανάσα. Την κρατά. Εκπνέει. Ώρες τώρα κοιτά τον πίνακα. Γύρω του ήχοι άλλων ανθρώπων ξάφνου εισβάλουν. Ξενικές προφορές. Φωνές. Γλώσσες από μακρινά μέρη. Μια ματιά εδώ. Ένα πρόσωπο εκεί. Ένας φωνακλάς Αμερικανός. Δεν βλέπουν αυτό που βλέπει. Ρίχνουν μια γρήγορη ματιά και προχωρούν. Ο αντίλαλος ενός βήχα μες στην ιερή αίθουσα της πινακοθήκης.

Δεν έχει ξανανιώσει κάτι τέτοιο στη ζωή του. Ούτε για το Θεό, ούτε στο σχολείο, ούτε ακόμα όταν κλωτσούσε ένα βρώμικο τόπι σε κάποιο χωράφι. Τίποτα σαν αυτό. Αυτή η αίσθηση. Κοιτάζει τον πίνακα και τον θέλει. Όχι τον πίνακα, καταρχάς δεν θα μπορούσε κανείς να τον βγάλει απ την πόρτα της πινακοθήκης, κι έπειτα δεν υπήρχε τοίχος τόσο μεγάλος στο διαμέρισμα για να τον κρεμάσει. Θέλει αυτό. Τη δύναμη να ανακαλέσει αυτό το συναίσθημα. Αυτή την αίσθηση.

Ο φρουρός τον περιεργάζεται επιφυλακτικά. Οι επισκέπτες προσπερνούν. Ξεφυλλίζουν τις σελίδες των οδηγών τους. Νιώθει την παρόρμηση να τους πει, να τους εξηγήσει πώς βρέθηκε εδώ. Τι σημαίνει αυτός ο πίνακας γι’ αυτόν, για το μέρος που πρωτάκουσε γι’ αυτόν τον πίνακα. Για εκείνον τον άνθρωπο που δεν έμαθε ποτέ τ’ όνομά του. Τον δάσκαλο. Και τον άλλον στην πλώρη. Χαμογελά. Κι οι δυο τους έχουν χαθεί. Χάθηκαν μέσα από μια τρύπα στον καμβά του κόσμου. Γιατί είχε σωθεί; Γιατί νιώθει αυτή την ταραχή; Για μια στιγμή τα είδε όλα καθαρά. Τη ζωή μπροστά του. Το έργο που μπορούσε να φτάσει πέρα απ’ το θαμπό κενό και να φωτίσει τα πάντα. Θα υψωνόταν και οι άνθρωποι θα σταματούσαν, θα κοιτούσαν και θ’ άκουγαν. Το μυαλό του βούιζε με την άπειρη προοπτική των δυνατοτήτων.

Τα νεανικά χαρακτηριστικά του προσώπου του συννέφιασαν καθώς έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του και περιπλανήθηκε προς την πινακίδα με την ένδειξη Έξοδος. Άρχιζε να πεινά λίγο. Ίσως προλάβαινε να τσιμπήσει κάτι πριν γυρίσει σπίτι. Και θα σταματούσε στο κατάστημα δώρων του μουσείου βγαίνοντας, για να δει αν τυχόν είχαν καρτ-ποστάλ με τον πίνακα που θα μπορούσε να κουβαλά στην τσέπη του. Κάτι για να θυμάται.

μτφρ. Μαρία Σ. Μπλάνα

~ . ~

Ο Jamal Mahjoub (Ζαμάλ Μαζώμπ) γεννήθηκε το 1960 στο Λονδίνο από Βρετανίδα μητέρα και Σουδανό πατέρα, και μεγάλωσε στο Χαρτούμ του jpegΣουδάν. Έχει ζήσει κατά καιρούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, την Αίγυπτο, την Ισπανία και επί του παρόντος ζει στην Ολλανδία. Έχει δημοσιεύσει επτά μυθιστορήματα καθώς και διηγήματα και δοκίμια. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και έχει αξιωθεί πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Αφρικανικού Διηγήματος της Guardian, το St. Malo Prix de l’Astrolabe και το Mario Vargas Llosa Premio NH de Relatos. Έκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα, από το 2012 εκδίδει έργα αστυνομικής λογοτεχνίας με το ψευδώνυμο Parker Bilal, διαχωρίζοντας την περσόνα του Bilal από τη δική του ως το «αστυνομικό» alter ego του. Ως συγγραφέας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι προσωποποιεί τη διασπορά και τη μετανάστευση βιώνοντάς τες: ο εκούσιος νομαδισμός του αντανακλάται στο πολυποίκιλο έργο του.

Προσωπικός ιστότοπος: http://jamalmahjoub.com/

Μαρία Μπλάνα: Δώδεκα χα·ι·κού

Εικονογράφηση:
ΕΥΘΥΜΙΑ ΖΑΧΟΥ
* * *
10474253_10152508515248897_2090070417804566502_n
* * *
Όλες οι φυλές
σε κυνήγι θησαυρού.
Πόλη, μπλοφάρεις;
* * *
 * * *
11015888_10152856041098897_935330583_n
 * * *
Κόκκινα φώτα 
είσοδος ελεύθερη
έξοδος κλειστή
 * * *
11063238_10152856042713897_1213949992_n
* * *
Η αρκούδα κρατά 
το ψάρι στα δόντια της
ξύλινο γλυπτό
 * * *
* * *
11063346_10152856042688897_598472843_n.jpg
 * * *
Η μέρα σβήνει
τον ήλιο τεμαχίζει
το συρματόπλεγμα
 * * *
11068762_10152856041443897_2063743582_n.jpg
 * * *
Το περιστέρι 
κάθισε στη φαλάκρα
του αγάλματος
 * * *
11073421_10152856041358897_1057371137_n
 * * *
Νέα σώματα
παλιώνουν πιο γρήγορα 
απ’ τα στρώματα
* * *
12064270_10153321158228897_221719409_n.jpg
 * * *
Μέσα στο πλήθος 
μου σφίγγεις την παλάμη
κανείς δε βλέπει
 
* * * 
Ποπ ειδώλια
με τα χέρια δεμένα
γοφούς ανοιχτούς
 * * *
12084005_10153321158263897_288724770_n
 * * *
Εύκολος στίχος
φιλοθεάμον κοινό
πυροτέχνημα
* * *
Μια πεταλούδα
στην εφημερίδα μου
επικαιρότης
* * *
Ένας άστεγος
πλένεται στο ρυάκι
Εθνικός Κήπος
* * *
Η πανσέληνος
στα σύρματα της ΔΕΗ
αλλάζει τόνο