Μανώλης Μπουζάκης

Σε απώλεια στήριξης

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Είμαι ένας καθόλα κοινός, καθημερινός άνθρωπος. Δεν διαθέτω τίποτε το εξαιρετικό, τίποτε το ξεχωριστό, εκτός ίσως από μια ιδιόρρυθμα γαμψή μύτη. Έχω ήδη διαβεί τα 78 χρόνια ενός έντονα ταραχώδη και πολυκύμαντου βίου. Τσαλαβούτησα στη ζωή και τα γεύτηκα σχεδόν όλα… Έγραψα «σχεδόν όλα» και θυμήθηκα τη σκηνή μπροστά στην τριμελή Επιτροπή του Κέντρου Αεροπορικής Ιατρικής. Στα 58 μου αποφάσισα να γίνω πιλότος ελαφρών αεροσκαφών. Περάσαμε όλοι οι υποψήφιοι σκληρές ιατρικές εξετάσεις και με τον πλήρη φάκελο αυτών των εξετάσεων παραμάσχαλα εμφανίζομαι ενώπιον της ως άνω Επιτροπής. Ο πρόεδρος, γιατρός της Πολεμικής Αεροπορίας, πτέραρχος, ανοίγει το αντίγραφο του φακέλου μου, που είχε ήδη στα χέρια του και μου λέει:

‒ Τι τα θέλετε τώρα πια τα πιλοταρίσματα και τους αέρηδες… Ναύαρχος άνθρωπος εσείς, δεν αφήνεστε καλύτερα στην αγκαλιά της θάλασσας, που οπωσδήποτε έχετε μια μεγαλύτερη οικειότητα μαζί της…

Του απάντησα αμέσως.

‒ Στη ζωή μου, κύριε πτέραρχε, τα δοκίμασα σχεδόν όλα, λίγα πράγματα μου ξεφύγανε. Τώρα είπα να μάθω να πετώ! Για να δούμε, θα τα καταφέρω;…

(περισσότερα…)

Ο Ποσειδώνας στην Αμοργό

 

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου.

 

 

Καλοκαίρι 1988. Ο άνεμος ήταν ούριος και η θάλασσα ίσα που ρυτίδωνε. Με ανοιγμένα τρία πανιά αφήσαμε πίσω μας τη Σχοινούσα και βάλαμε πλώρη για την Αιγιάλη στην Αμοργό. Η Αμοργός ήταν και είναι ένα από τα αγαπημένα μου κυκλαδίτικα νησιά. Ο βασικός λόγος γι’ αυτή μου την προτίμηση είναι βέβαια οι άνθρωποι που γνώρισα εκεί, οι φιλίες που δημιούργησα, αλλά και μια αδιευκρίνιστη διαίσθηση, που έφερνε στα μάτια μου την Αμοργό σαν μια μικρή Κρήτη. Το γεωλογικό της ανάγλυφο, το γεωγραφικό της σχήμα, οι πολλές απόκρημνες βραχώδεις ακτές της, που μαζί με τις μαγικές αμμουδερές της παραλίες προσφέρουν στους επισκέπτες της αξέχαστες εμπειρίες, τα ορεινά της χωριά και τέλος κάποια τοπωνύμια όπως Γραμβούσα, Μινωικά (;) κ.ά. έφερναν πάντα την Αμοργό ψηλά στις προτιμήσεις μου, μέχρι που ανακάλυψα ένα ακόμη λόγο που την τοποθέτησε στην κορυφή και έκτοτε παραμένει εκεί σταθερή και αμετακίνητη.

Τις γυναίκες της Αμοργού συνόδευε πάντα η φήμη των ωραιότερων γυναικών της Ανατολής. Έψαξα να βρω τους λόγους που συντέλεσαν για να δημιουργηθεί αυτή τη φήμη. Ανακάλυψα λοιπόν πως, από τα πολύ παλιά χρόνια, οι γυναίκες της Αμοργού όταν έβγαιναν από το σπίτι τους για δουλειές ή για περίπατο φορούσαν πάντα λευκά γάντια και ήταν αναπόσπαστο αξεσουάρ τους το ειδικόν αλεξήλιον, αυτό που στις μέρες μας, νεοελληνιστί, ονομάζουμε ομπρέλα. Ανακάλυψα επίσης κρητικό ριζίτικο τραγούδι που υμνεί την ομορφιά Αμοργιανής νέας που τα κύματα της θάλασσας αποθέσαν ευγενικά σε ακτή της βόρειας Κρήτης, κοντά στα Χανιά, η οποία είχε ριχτεί στη θάλασσα όταν δέχτηκε επίθεση από ναύτες δικού της πλοίου που έκλεψε από τον καραβοκύρη πατέρα της, για να απαλλαγεί από την καταπίεση στην οποία την υπέβαλε. Τέλος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον πληροφορήθηκα ότι ο μεγάλος μας Αριστοφάνης, στη «Λυσιστράτη» του,  έντυσε με διαφανείς (see-through θα τις αποκαλούσαμε σήμερα σε άπταιστα νεοελληνικά), λινούς,  «αμοργίνους χιτώνας» τις Αθηναίες συζύγους των πολεμοχαρών αντρών τους, προκειμένου να τους προκαλέσουν αλλά να μην τους επιτρέψουν… αν δεν σταματούσαν τον πόλεμο.

Ταξιδεύαμε τρεις-τέσσερις ώρες. Εγώ στο τιμόνι και ο Ποσειδώνας ξαπλωμένος μπροστά από τα πόδια μου. Έχει τα μάτια ανοιχτά και στραμμένα απλανώς στην άκρη του ορίζοντα. Κάποια στιγμή σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει εμφανώς ερωτηματικά. Τον ρωτώ «τι θες Ποσειδώνα;» Δεν μου απάντησε ούτε και κούνησε με κάποιο νόημα την ουρά του. Ξαναέφερα τα μάτια μου στην πυξίδα. Άξαφνα πετάχτηκε απάνω ο Ποσειδώνας, πήγε προσεκτικά κοντά στα ρέλια, στη δεξιά μπάντα του ιστιοπλοϊκού, σταμάτησε και με κοίταξε με το ίδιο ερωτηματικό ύφος. Ξαναρωτώ, «τι θες ρε Ποσειδώνα;» Καμιά κίνηση και καμιά απάντηση. Και τότε τον βλέπω να βάζει το κεφάλι του ανάμεσα στα συρματόσχοινα και με μία επιδέξια εκτίναξη πηδάει στη θάλασσα. Βάζω αστραπιαία το τιμόνι μου όλο δεξιά και κάνω κράτει. Ο γιος μου ο Γιώργος κι εγώ μαζεύουμε άτακτα τα πανιά. Λάσκα τη μεγίστη φωνάζω και στρέφω το βλέμμα στον Ποσειδώνα. Είναι πίσω μας, ασφαλής, ακίνητος, με το κεφάλι ψηλά και μου δίνει την εντύπωση πως… μάλλον απαγγέλλει κάποιο δικό του ποίημα. «Μπαμπά, νομίζω τα κάνει», μου λέει ο γιος μου. «Γεια σου, ρε Ποσειδώνα μεγάλε!» του φωνάζω. Άλλη μια φορά το είχε κάνει αυτό μετά όμως από πολύωρο ταξίδι. Εφτά, οχτώ ώρες, δεν θυμάμαι. Δεν αντέχει ο λεβέντης να λερώσει το σκάφος. Κατεβάζουμε μια πλαϊνή, μικρή σκάλα και πάμε δίπλα στο γνήσιο παιδί του παλιού, θαλασσινού Ποσειδώνα. Πατάει το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι, τον πιάνω από το σβέρκο και ωωπ, απάνω στο κατάστρωμα ο καλός μου.

Φτάσαμε απογευματάκι στην Αιγιάλη. Ειδοποιημένος ο φίλος μας ο καπετάν Δημήτρης μας έχει έτοιμο το ρεμέτζο του και δένουμε με ασφάλεια στο μικρό λιμανάκι. Βρίσκεται ήδη εκεί ο επίσης καλός φίλος ο Τάκης με τη γυναίκα του τη Σοφούλα. Ανεβήκαμε πιο ψηλά στο χωριό όλοι, η γυναίκα μου η Φλώρα, τα παιδιά μου και οι φίλοι μας ο Τάκης με τη Σοφούλα, όταν ο ήλιος ήταν έτοιμος να βουτήξει στη θάλασσα. Είχαμε μια σπάνια ζωγραφιά, μια μοναδική θαλασσογραφία στα μάτια μας. Γιορτάσαμε τη συνάντησή μας πιο αργά το βράδυ στο «κοράλλι» με φίνα μπαρμπουνάκια και αστακομακαρονάδα. Το άσπρο κρασί ήταν υπέροχο.

Την επομένη στις 6.30 τα ξημερώματα ήμουν στο πόδι. Έχω πάρει τη μεγάλη, μαύρη σακούλα σχεδόν γεμάτη με τα λογής απορρίμματα που είχαμε μαζέψει τις προηγούμενες τρεις-τέσσερις μέρες και συνοδευόμενος από τον Ποσειδώνα διέσχιζα την πλατεία πηγαίνοντας στον κάδο των σκουπιδιών, μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα. Τα περισσότερα καφενεία της πλατείας είναι ακόμη κλειστά. Ένα είναι ανοιχτό και κάθονται έξω για τον πρωινό τους καφέ καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι. Όταν βρισκόμουν στο ύψος του καφενείου αυτού βλέπω έναν αστυνομικό να σηκώνεται και να με πλησιάζει. «Γιατί έχεις τον σκύλο σου ελεύθερο;» με παρατηρεί αυστηρά και συνεχίζει, «δεν έχεις διαβάσει τις ντιρεκτίβες της ΕΟΚ;» Ανατρίχιασα μ’ αυτά που άκουσα, το μυαλό πήγε πίσω στον Αρχιχωροφύλακα, στον παππού μου και στον Ποσειδώνη του χωριού μου. Τον μετρώ με τα μάτια δυο τρεις φορές, από τα νύχια των ποδιών του ως την κορφή, και του λέω: (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Μανώλης Μπουζάκης, Ο δρόμος του Ποσειδώνη (Αποσπάσματα αυτοβιογραφίας)

~.~

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Αλλά και έξω απ’ αυτά, με την ανάμειξή του στη ζωή του τόπου, ο Μανώλης Μπουζάκης συμβάδισε πάντοτε με την εποχή του από την πρώτη γραμμή. Το Νέο Πλανόδιον έχει τη χαρά και την τιμή να προδημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου. Τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα: από τα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και το μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής, από τη φυλάκιση και τους βασανισμούς επί δικτατορίας, και από τη γνωριμία και τη συνεργασία με τον Παναγιώτη Κονδύλη στην περίφημη Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων «γνώση».

(περισσότερα…)