Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν

Λογοκλοπή: Ο κλέψας του κλέψαντος («Τα Νέα», 1.11.2014)

του ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗ
εφ. ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Page_528817$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg Page_528818$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg

Λογοκλοπή

Ο κλέψας του κλέψαντος

Οι υποθέσεις «κλοπής» μεταξύ συγγραφέων, ερευνητών και ιστορικών θα μπορούσαν να αποτελούν υλικό για αστυνομικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Αλλωστε, σύμφωνα με μια παλιότερη καταγγελία εντός του σιναφιού, και αυτός έχει πέσει θύμα από έλληνα «συνάδελφο»

Mundus vult decipi, ergo decipiatur. Ο κόσμος επιθυμεί να εξαπατηθεί, άφησέ τον λοιπόν να εξαπατηθεί. Η φράσις του ρωμαίου συγγραφέα Γαΐου Πετρωνίου, που έζησε λίγο μετά τον Χριστό, είναι ενδεικτική μιας κυνικής νοοτροπίας που κατακλύζει τον κόσμο αρκετών ελλήνων λογίων.

Ηδη θα αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής. Θέλει να πει ότι καθ’ όλα αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με λαμπρές ακαδημαϊκές περγαμηνές, καθηγητές, ακαδημαϊκοί, έχουν συλληφθεί  να κλέπτουν οπώρας – τουτέστιν τον πνευματικό, ερευνητικό ή δημιουργικό κόπο άλλων. Πρόσωπα που συχνά περιβάλλονται τον μανδύα κηνσόρων, αποδεικνύονται αδύναμα μπροστά στο δέλεαρ ενός επιπλέον credit… Ματαιοδοξία; Πιθανόν. Αλλά επενδεδυμένη κυνισμό και περιφρόνηση αρχών. Κι όταν, αν, αποκαλυφθεί η λαθροχειρία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι καταφέρνουν να βρίσκονται και από πάνω. Μετερχόμενοι είτε των σχέσεών τους είτε της εξουσίας τους, οχυρωνόμενοι στην αμνησία που ως κουρνιαχτός επικάθηται επί του δημοσίου λόγου συνεχίζουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο.

Εχοντας επιστρέψει προσφάτως από ένα ακαδημαϊκό σαββατικόν διαρκείας ενός έτους, συναντήθηκα τις προάλλες με νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές παιδαγωγικού τμήματος. Μιλήσαμε για τις εργασίες τους και με έκπληξή μου άκουσα ότι η κυρίαρχη τάση είναι να αναζητάς στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη παλαιότερες εργασίες παλαιότερων μεταπτυχιακών τις οποίες, είτε παραφράζοντάς τες είτε και παραθέτοντάς τες αυτούσιες, παίρνεις με ασφάλεια το πολυπόθητο χαρτί. Με τη μικρότερη προσπάθεια.

Η κουλτούρα της αντιγραφής

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο ανθεί η κουλτούρα της αντιγραφής. Οικειοποιείσαι τη δουλειά άλλου, την παρουσιάζεις για δική σου, «ξεχνώντας» όλως τυχαίως ασφαλώς τον υπομνηματισμό και τις παραπομπές. Καμιά φορά αντιγράφεις «από τα ξένα» (αν δύνασαι να διαβάσεις κάτι στα ξένα και να το μεταφέρεις στα δικά μας), αλλά δεν είναι ασύνηθες να «μεταφράζεις» και από τα δικά μας. Πολύ πρόσφατα, παράγων του ελληνικού πανεπιστημίου, με επιθυμία παρεμβάσεως στη δημόσια ζωή και αντιμνημονιακή ρητορική, προκειμένου να προαχθεί είχε αντιγράψει σχεδόν ολόκληρο προγενέστερο βιβλίο επιστημολογίας συναδέλφου του. Η υπόθεση θα κατέληγε στα αστικά δικαστήρια, ώσπου ο κλέψας οπώρας προσέπεσεν γονυπετής στους πόδας των κατόχων του πρωτοτύπου και των δικηγόρων τους. Εκείνοι τον ελυπήθηκαν, εκείνος απέσυρε το βιβλίο, αλλά κέρδισε την προαγωγή – ίσως με ένα άλλο βιβλίο, που έγραψε γρήγορα, προφανώς θεία εμπνεύσει. Σημασία έχει ότι ο προαχθείς συνεχίζει να αρθρογραφεί εναντίον των μεταρρυθμίσεων και του βάρβαρου Μνημονίου.

Αλλά σε μια χώρα όπου η κουλτούρα της αντιγραφής κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι δίδεται η δυνατότης της διασταυρώσεως και προβολής περιπτώσεων, η αντιγραφική μέθοδος των οποίων έχει διαρρεύσει. Οι κλέπται πνευματικών οπωρών είναι αρκετοί – και έχουν ονοματεπώνυμο. Τις περιπτώσεις δε ορισμένων εξ αυτών συγκέντρωσε, προσφάτως, το περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (τχ. 1, χειμώνας 2014). Εξ ανάγκης, θα σταχυολογήσω τις σοβαρότερες – και ιδιαιτέρως αστείες – προσθέτοντας αναφορές.

Μια ξένη γλώσσα αρκεί

Ο Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης (1917-2010) ήταν γνωστός μαθηματικός, με μεγάλη διδακτική εμπειρία σε ελληνικά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 2000, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, εξέδωσε την ογκώδη «Ιστορία των μαθηματικών» (781 σελίδες) που, τέσσερα χρόνια μετά, μεταφράστηκε στα αγγλικά. Ωστόσο, το 2005, ο Σεθ Μπρέιβερ, από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνας, κατήγγειλε το βιβλίο ως προϊόν λογοκλοπής, ανάλογης εργασίας του μαθηματικού Μόρις Κλάιν. «Ο Αρτεμιάδης δεν συνόψισε μόνο τη σκέψη τού Κλάιν, δίχως να παραπέμψει σε εκείνον, την αντέγραψε αράδα προς αράδα» σημείωνε ο Μπρέιβερ. Οι εκδότες, αφού επιβεβαίωσαν την καταγγελία, απέσυραν από την κυκλοφορία το βιβλίο. Στην Ελλάδα, πάντως, μπορείτε ακόμα να βρείτε το βιβλίο στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Είναι έκδοση της έγκυρης Ακαδημίας Αθηνών.

Ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης, της αριστερής τάσεως της ΔΗΜΑΡ (πρώην ΠΑΣΟΚ αλλά και, στο παρελθόν, υποψήφιος υπερνομάρχης Αθηνών – Πειραιώς του ΣΥΡΙΖΑ), έχει κατηγορηθεί ότι, τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής καριέρας του, οικειοποιήθηκε «την εισήγηση που έκανε ο άγγλος καθηγητής Λώρενς Ρέιτνα στο Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης» του Μιλάνου, 1976, για ένα άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Πολίτης». Η αρχική καταγγελία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», ο ιδεολογικά συγγενής «Πολίτης» ωστόσο, διά του εκδότου Αγγελου Ελεφάντη, παραδέχθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση ότι υπήρξε «πρωτότυπο απ’ όπου ο κ. Πανούσης έχει «δανειστεί» το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος του άρθρου του» (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 15/5/1992). Ο καθηγητής, σε απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι σε ανάτυπο του ίδιου άρθρου που κυκλοφόρησε ιδίοις αυτού αναλώμασι παρέπεμπε έξι φορές στον Ρέιτνα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Μικέλας Χαρτουλάρη για «ΤΑ ΝΕΑ» (15/5/1992), στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 22/2/1989, ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ «κατήγγειλε […] τον δημοσιογραφικό αστέρα Στέλιο Κούλογλου ότι το βιβλίο του «Εγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» (Νέα Σύνορα) αποτελεί «πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή» του βιβλίου «Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή» του διάσημου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, το οποίο […] είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά (Μέδουσα) μόλις ενάμιση χρόνο πριν». Ο κατηγορηθείς δεν απάντησε ποτέ, ενώ το βιβλίο συνεχίζει να κυκλοφορεί σε νεότερη έκδοση. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος εξέδωσε σε έναν τόμο υλικό από συνεντεύξεις ιστορικών προσώπων της Αριστεράς, για την εκπομπή του «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» («Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία, 2005). Δυο δημοσιογράφοι που είχαν δουλέψει εκεί, η Ζαννίνα Βώβου και η Μαρίλια Παπαθανασίου, έστειλαν εξώδικο στον οίκο, με το επιχείρημα ότι σχεδόν τις μισές συνεντεύξεις τις είχαν λάβει αυτές, αλλά δεν υπήρχε πουθενά αναφορά στη συμβολή τους. Ο οίκος αποδέχθηκε την αιτίασή τους και πρόσθεσε με αυτοκόλλητο τα ονόματά τους στο στοκ του βιβλίου.

Ο μεταμοντερνισμός που δανείζεται

Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχει κατηγορηθεί επωνύμως όχι μόνο μία φορά στο παρελθόν για ιδιοποίηση ξένων στίχων είτε και ποιητικών αποφθεγμάτων. Σύμφωνα με τους ερευνητές του «Νέου Πλανόδιου», «ο όγκος των ποιητικών «δανείων» του Βλαβιανού είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων από τις συλλογές του […] πολλά ποιήματα που ο Βλαβιανός στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις των συλλογών παρουσίαζε ως δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ή παροδηγούσε τον αναγνώστη να τα εκλάβει ως τέτοιες), πλέον αποδίδονται ρητώς ή εμμέσως στους αρχικούς τους δημιουργούς. Ανάμεσά τους, ποιήματα των Σίμιτς, Ασμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στήβενς, Μπάχμαν, […] έργα της Κάρσον […] και του Λόνγκλεϋ […] και άλλων». Η πιο πολυσυζητημένη τέτοιου τύπου καταγγελία έχει δημοσιευθεί στο «Βήμα» (3/1/2008), στη στήλη των επιστολών. Ο καταγγέλλων, Παύλος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνει ότι στο βιβλίο του Βλαβιανού «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007, αλλά πλέον δεν υπάρχει στην αγορά), ένα απόσπασμα ήταν μετάφραση «από το πολύ γνωστό δοκίμιο «Can poetry matter?» του αμερικανού ποιητή Ντέινα Τζόια». Ο Βλαβιανός, με επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα (8/1/2008), παραδέχθηκε ότι τα πράγματα είχαν γίνει ακριβώς έτσι και δικαιολογήθηκε πως, όταν αντέγραφε το απόσπασμα στις σημειώσεις του, αμέλησε να γράψει το όνομα του Τζόια, με αποτέλεσμα, όταν αργότερα το ενέταξε στο βιβλίο, να το περάσει για δικό του. Επικαλείται, πάντως, τη ρήση του Γέιτς «είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα».

Με την παραπάνω άποψη του Γέιτς, φαίνεται ότι συμφωνεί και ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (που επίσης έχει κατηγορηθεί, από τον εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, ότι οικειοποιήθηκε ποιήματα του Οκτάβιο Πας ή του Μπόρχες, βλ. «Νέο Πλανόδιον», τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Ποιητής αλλά και μεταφραστής ο ίδιος, έχει υποστηρίξει ότι αφού «το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό […] η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή». Στο χαλαρό αυτό κριτήριο, ο ίδιος εντάσσει μόνο την ποίηση, ενώ δεν το επεκτείνει και σε όλη την υπόλοιπη παραγωγή πνευματικών προϊόντων. Ετσι, στο «Βήμα» της 30ής Σεπτεμβρίου 1990, είχε στολίσει τον Μιχάλη Νικολιδάκη, το βιβλίο του οποίου «Νεοελληνικά. Επισκόπηση νεοελληνικής λογοτεχνίας – Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία» ήταν συρραφή κειμένων άλλων, του Ελιοτ και του Παπανούτσου, του Λουκάτου ή του Γεωργίου Θέμελη. Ο Βαγενάς εγκαλούσε, τότε, επί μεταμοντερνισμώ, καθηγητές όπως ο Δημήτριος Μαρκής ή ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, που με εκείνο το βιβλίο προήγαγαν τον Νικολιδάκη σε επίκουρο, σχετικοποιώντας την έννοια της πρωτοτυπίας. Σήμερα, έχει ο ίδιος προσχωρήσει στους μεταμοντέρνους.

Η Φωτεινή Τομαή, εμπειρογνώμων πρεσβευτής σύμβουλος α’, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών και, στις τελευταίες ευρωεκλογές, υποψήφια με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ, κατηγορήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Κεφαλοπούλου και τον σκηνοθέτη Αρη Φωτιάδη ότι «δανείστηκε» αυτούσιο υλικό από δική τους δουλειά για το βιβλίο της «Αληθινές ιστορίες 1, 2, 3,.. 11 ολυμπιονικών» (Παπαζήση, 2004), που κυκλοφόρησε ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας. Επειτα από μακρά αναμονή, το πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 525/2013 απόφαση καταδίκασε την κυρία Τομαή για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων του βιβλίου και της επέβαλε να αποδώσει στους κατηγόρους της 20.000 ευρώ, καθώς και να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες – απόφαση που επικυρώθηκε και στο Εφετείο. Η κυρία Τομαή, μετά το πέρας της υπόθεσης, ανακοίνωσε ότι θα έκανε αίτηση αναίρεσης στον Αρειο Πάγο.

«Τίθεται ζήτημα εξαπάτησης του κοινού»

Όταν το εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ έκανε θέμα τη λογοκλοπή, κανείς δεν πίστευε ότι εκόμιζε γλαύκα ες Αθήνας. Λίγο-πολύ, στον κλειστό κύκλο των Γραμμάτων και του πανεπιστημίου, οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν πασίγνωστες. Ωστόσο, η συζήτηση ξέφυγε από το μικρής κυκλοφορίας έντυπο για μεμυημένους και έφθασε να σχολιαστεί στο περιοδικό κριτικής βιβλίου «The Athens Review of Books», με το οποίο ο κατηγορηθείς Χάρης Βλαβιανός είναι συνεργάτης. Ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, με προσεκτική επιστολή του, υπερασπίστηκε τον Βλαβιανό κάνοντας λόγο για ξεθυμασμένη και απαντημένη ιστορία, ενώ ο εκδότης του περιοδικού, με ένα οργίλο κείμενο, κατηγόρησε όσους ανακινούν το ζήτημα, ως «παρέες κηνσορίσκων» που διεξάγουν «αυριανικού τύπου εκστρατείες».

Αναζητήσαμε τον εκδότη του ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ, Κώστα Κουτσουρέλη, και του ζητήσαμε να κρίνει αυτές τις απαντήσεις. Αντί απαντήσεως, μας έθεσε υπ’ όψιν επιστολή που απέστειλε στο περιοδικό, το οποίο, αν και συχνά επικαλείται το δημοκρατικό πνεύμα διαλόγου το οποίο υποτίθεται ότι προάγει, αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής*:

«Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι προσωπική, βεντέτα δική μου και δική του. Η έρευνα στο «Νέο Πλανόδιον» είναι ομαδική δουλειά αφού συνέδραμαν σ’ αυτήν άλλοι τρεις συνεργάτες (Κ. Πουλής, Γ. Βαρθαλίτης, Ελ. Σταγκουράκη), ενώ τη συμπεριφορά του Βλαβιανού έχουν ψέξει δημοσίως κατά καιρούς και αρκετοί ακόμη συγγραφείς (Α. Βιστωνίτης, Ντ. Σιώτης, Π. Θεοδωρίδης, Σ. Παστάκας, Γ. Πατίλης, Β. Λαλιώτης κ.ά.). Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι συνηθισμένη, μια ακόμη μες στον σωρό. Ποσοτικά, διότι τα «δάνειά» του είναι παρμένα από δεκάδες συγγραφείς και έχουν έκταση από πολλές σελίδες έως λίγες γραμμές. Ποιοτικά, διότι αφορούν πολλά είδη του λόγου (ποίηση, δοκίμιο, φιλολογική μελέτη, αφορισμό, απόφθεγμα). Χρονικά δε, τα στοιχεία δείχνουν έναν κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή δράστη σε δημοσιεύματά του από το 1990 έως σήμερα. Η υπόθεση Βλαβιανού δεν είναι ξεθυμασμένη, «κουτσουκέλα» του παρελθόντος. Λίγα μόνο περιστατικά είναι ευρέως γνωστά και έχουν υποχρεώσει τον Βλαβιανό να απαντήσει (Τζόια, Κάρσον). Στο «Νέο Πλανόδιον» φέραμε στο φως και πολλά άλλα, είτε με δική μας έρευνα είτε από πηγές που σήμερα δεν είναι πλέον προσιτές.

Η περίπτωση Βαγενά διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του Βλαβιανού, αφορά μόνο την ποιητική λογοκλοπή. Στο πεδίο αυτό όμως είναι ακραία αφού στην πράξη νομιμοποιεί οποιονδήποτε σφετερισμό του ξένου κόπου στο όνομα της υψηλής θεωρίας. Το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα δεν είναι τόσο θέμα ιδιοκτησιακό, κλοπή ξένων δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα εξαπάτησης του κοινού για την πραγματική πατρότητα των κειμένων, δημιουργία μιας πλαστής συγγραφικής ταυτότητας. Και η συστηματική σιωπή του Τύπου αποτελεί είτε σκάνδαλο συγκάλυψης είτε θλιβερό δείγμα δειλίας και προληπτικής αυτολογοκρισίας».

Ο Juvenalis, 55-135 μ.Χ., ήταν ρωμαίος σατιρικός ποιητής

 * Σημ. του ΝΠ: Από παραδρομή της εφημερίδας τα λεγόμενα του ΚΚ αποδίδονται εσφαλμένα στο κείμενο της επιστολής που αποστείλαμε και, επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους, δεν δημοσίευσε η ARB. Το σωστό είναι ότι πρόκειται για μια ελεύθερη συνόψιση του περιεχομένου της επιστολής εκείνης. Το πλήρες κείμενο της απάντησής μας δημοσιεύεται εδώ.

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΑ: ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΟΥΛΟΓΛΟΥ

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

του Δημοσθένη Κούρτοβικ
(Ελευθεροτυπία, 22.2.1989)

Manuel V. Montalban, ΦΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Μέδουσα 1987, σσ. 278, δρχ. 900
Στέλιος Κούλογλου, ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ,
Νέα Σύνορα, 1988, σσ. 287, δρχ. 925. 

Ο Καταλανός συγγραφέας Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν έβαλε σε μεγάλους μπελάδες με τους κριτικούς τον κ. Στέλιο Κούλογλου, εξαιτίας της πεισματικής, ξεροκέφαλης και θρασύτατης άρνησής του να ομολογήσει ότι το μυθιστόρημά του Φόνος στην κεντρική επιτροπή είναι προϊόν λογοκλοπίας σε βάρος του κυρίου Κούλογλου. Γιατί είναι ηλίου φαεινότερον ότι το Φόνος στην κεντρική επιτροπή αποτελεί πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή, του βιβλίου του κ. Κούλογλου Έγκλημα στο προεδρικό μέγαρο. Δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τα δυο βιβλία χωρίς ν’ αγανακτήσει για το τερατώδες έγκλημα, όχι αυτό που περιγράφεται στις σελίδες τους, αλλά αυτό που είχε για θύμα του τον δόλιο (εννοούμε δυστυχή) Έλληνα συγγραφέα.

 

Kouloglou

 

Το γεγονός ότι το βιβλίο του Μονταλμπάν γράφτηκε επτά χρόνια και κυκλοφόρησε στα ελληνικά ενάμιση χρόνο πριν από το βιβλίο του κ. Κούλογλου δεν έχει απολύτως καμιά σημασία. Ο διορατικός μελετητής δεν παρασύρεται από τέτοιες επιφανειακές λεπτομέρειες. Αρκεί μια στοιχειωδώς προσεκτική ανάλυση για να φανεί ο πρωτογενής χαρακτήρας, αλλά και η υπεροχή του βιβλίου του Έλληνα συγγραφέα και ν’ αποδειχτεί έτσι περίτρανα η σε βάρος του λογοκλοπία από τον άθλιο Μονταλμπάν.

Ας αρχίσουμε από το πιο εξόφθαλμο στοιχείο: το γλωσσικό ύφος. Είναι πασίγνωστο ότι το πρωτότυπο κείμενο διακρίνεται από το αντίγραφό του κυρίως χάρη στα γλωσσικά λάθη του. Ο αντιγραφέας (ή ο λογοκλόπος) έχει όλη την άνεση να διορθώσει τα εκφραστικά ατοπήματα, στα οποία υπέπεσε ο συγγραφέας πάνω στη φούρια της δημιουργίας, και να παρουσιάσει έτσι ένα γλωσσικά αρτιότερο, εκ πρώτης όψεως, κείμενο. Ιδού λοιπόν το πρώτο πειστήριο του εκγλήματος. Ποιος καλόπιστος κι έμπειρος αναγνώστης δεν θα έμπαινε σε υποψίες για την απατηλή κομψοέπεια του βιβλίου του Μονταλμπάν; Και ποιος δεν θ’ αναγνώριζε σε φράσεις του κ. Κούλογλου όπως «περί άλλων τυρβάζει», «επέτρεψέ μου να μαντέψω», «περίμεναν στην ουρά για να προσκυνήσουν τη σΩρό», «νυν απολύΕΙς τον δούλον σου», «μίας αντίληψης», «μίας παραλίας» κλπ. την αδιάψευστη απόδειξη της γνησιότητας ενός κειμένου γεννημένου μέσα στον πυρετό ενός δημιουργικού οίστρου που δεν άφηνε περιθώρια για γλωσσική επεξεργασία, ενός κειμένου που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεσηκώθηκε από ένα καλογραμμένο πρωτότυπο ή έστω από μια περιποιημένη μετάφραση; Και μόνο το γεγονός ότι ο κ. Κούλογλου αγνοεί πως ο θεμελιωτής της κυβερνητικής λεγόταν Βίνερ και όχι Βένερ, όπως τον αναφέρει κάμποσες φορές, είναι αρκετό για να πείσει και τον πιο δύσπιστο ότι ο συγγραφέας του Εγκλήματος στο προεδρικό μέγαρο δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που διαβάζουν βιβλία και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να μπήκε στον πειρασμό ν’ αντιγράψει ένα.

Δεν μιλήσαμε όμως μόνο για πρωτογένεια, αλλά και για υπεροχή. Η σχέση ενός αντίγραφου προς το πρωτότυπο δεν είναι παρά η σχέση της μετριότητας προς μια ανώτερη διάνοια. Ενώ ο κ. Κούλογλου συνέλαβε τη δολοφονία κοτζάμ αρχηγού κράτους, ο συγγραφίσκος Μονταλμπάν δεν μπορεί να φανταστεί τίποτα περισσότερο από τη δολοφονία του αρχηγού ενός παρακμασμένου κομμουνιστικού κόμματος και αναγκάζει τον δικό του ντετέκτιβ να περιορίσει τις έρευνές του για τον δολοφόνο στα μέλη της κεντρικής επιτροπής, μην έχοντας προφανώς την τόλμη του κ. Κούλογλου να συγκαταλέξει στους υπόπτους ως φυσικούς αυτουργούς ακόμα και τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Αυτό όμως δεν είναι τίποτα μπροστά στην άβυσσο που χωρίζει τους δύο συγγραφείς στη σφαίρα της πολιτικής συνείδησης και οξυδέρκειας. Ο κ. Κούλογλου, αποτιμώντας σωστά τις εμπειρίες του από τη θητεία του στον μαρξισμό-λενινισμό, καταλαβαίνει ότι η μόδα έχει στρέψει για τα καλά την πλάτη της στις κομμουνιστικές ιδέες, ότι οι αριστεροί είναι ένα είδος καταδικασμένο σε εξαφάνιση και ότι τα τελευταία δείγματα του είδους δεν είναι παρά χτικιάρικα φαντάσματα διανοουμένων που αργοπίνουν το ποτό τους στο σκοτάδι των μπαρ, πέφτοντας ολοένα πάνω στο δαιμόνιο ντετέκτιβ Τσεκουρίδη (που είναι ακόμα πιο τακτικός θαμώνας των μπαρ απ’ όσο αυτοί, αλλά έχει το άλλοθι του πρώην αριστερού). Αντίθετα, ο πολιτικά καθυστερημένος Μονταλμπάν μόλις που ανακάλυψε την παρακμή του κομμουνιστικού κινήματος, γι’ αυτό και υποφέρει (ο κ. Κούλογλου είναι υπεράνω τέτοιων συναισθημάτων) και φαντάζεται αφελώς ότι πρόκειται για φαινόμενο που αφορά και κάποιους άλλους εκτός από τους μπαρόβιους αργόσχολους. Είναι περισσότερο από προφανές ότι ο (κομπιναδόρος) Μονταλμπάν είναι πολιτικά τόσο καθυστερημένος, ώστε δεν έχει καν θητεύσει στα μπαρ – το πολύ πολύ να επιχειρεί σε ταβερνεία που σερβίρουν ψαρόσουπα και αρνίσια νεφρά.

Και να ήταν μόνον αυτό; Με τη μεγαλομανία του μικρόμυαλου φαντάζεται ότι οι κομμουνιστές του σιναφιού του είναι τόσο σπουδαίοι, ώστε οι μυστικές υπηρεσίες του καπιταλισμού δεν βρήκαν άλλο τρόπο να τους πολεμήσουν από το να οργανώσουν τη δολοφονία του γενικού γραμματέα του κόμματος. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει πια ενσωματώσει τα κομμουνιστικά κόμματα στο πολιτικό παιχνίδι και δεν έχει ανάγκη από τέτοιες ακραίες ενέργειες.

Ο κ. Κούλογλου, αντίθετα, με την πολύ πιο προωθημένη αντίληψή του περί πολιτικής ιστορίας, ξέρει άριστα ότι οι προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες (στις οποίες βεβαίως και συγκαταλέγεται η Ελλάδα) έχουν πλέον περάσει όχι απλώς στη μετακομμουνιστική, αλλά στη μεταπολιτική φάση. Γι’ αυτό και επιφυλάσσει στο Έγκλημα στο προεδρικό μέγαρο μια λύση απόλυτα σύμφωνη με αυτή τη νέα πραγματικότητα, μια λύση που προεκτύνε) προς νέες κατευθύνσεις την παράδοση του Ονόματος του ρόδου και που θα έκανε τον μέγα Ουμπέρτο Έκο να αισθανθεί περήφανος για τον μαθητή του. Το κίνητρο του εγκλήματος, ο σπινθήρας που πυροδοτεί τις πολιτικές εξελίξεις και αναστατώνει μια χώρα δεν έχει ούτε πολιτική ούτε κοινωνική προέλευση, παρά είναι ο ηλίθιος εγωισμός ενός εξωπολιτικού προσώπου που θέλει να εκδικηθεί για την έκπτωσή του στην εύνοια του προστάτη του. Γι’ αυτό και με την αυτοκτονία του δράστη το πολιτικό πρόβλημα που πήγε να δημιουργηθεί λύνεται από μόνο του, η ομαλότητα αποκαθίσταται και ούτε γάτα ούτε ζημιά (ενώ ο αφελής Μονταμπάν υπαινίσσεται, με τη δολοφονία του δολοφόνου, ότι το πρόβλημα παραμένει).

Αν και πιστεύουμε ότι όλα αυτά είναι αρκετά για ν’ αποδείξουν την υπεροχή του πρωτότυπου απέναντι στο αντίγραφο, θα τελειώσουμε με μια ακόμη σύγκριση, που θα φανερώσει πόσο πιο πνευματώδης και καλλιεργημένος είναι ο κ. Κούλογλου απέναντι στον λογοκλόπο Μονταλμπάν. Στην τελευταία σκηνή του βιβλίου του Μονταλμπάν ο ντετέκτιβ Καρβάλιο συναντά σ’ ένα εστιατόριο την κοκκινομάλα που οι μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποίησαν ως δόλωμα για να τον παρασύρουν. Αλλά το μόνο που βρίσκει να πει στον συνομιλητή του είναι η ξερή πληροφορία ότι αυτή είναι η γυναίκα που του έδωσε να δοκιμάσει για πρώτη φορά ένα χιλιάνικο χωνευτικό (με υπνωτικό μέσα).

Στην τελευταία σκηνή του βιβλίου του κ. Κούλογλου ο ντετέκτιβ Τσεκουρίδης συναντά σ’ ένα μπαρ (εννοείται) την κοκκινομάλλα που οι μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποίησαν ως δόλωμα για να τον παρασύρουν. Οποία διαφορά όμως! Αντί για την ξερή δήλωση του καταλάνικου κακέκτυπού του, ο Τσεκουρίδης λέει στην κοκκινομάλλα που τον πλησιάζει τη μνημειώδη γερμανική φράση: Bei Leid lieh stets Heil die Lieb. (Στον πόνο ήταν πάντα γιατρικό η αγάπη.)

Και, φανερώνοντας, όχι μόνο ανώτερη παιδεία, αλλά και βαθύτερη φιλοσοφική αίσθηση, μεταφράζει επί τα βελτίω: «Από τον πόνο αντλούσε πάντοτε γιατριά η αγάπη.»

Διότι, όπως θα έλεγαν και οι μεταμοντερνιστές, η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι παρά μια ατέλειωτη σειρά παραφράσεων.

Ή μήπως και λογοκλοπιών;