λογοκλοπή

Καταγγελία λογοκλοπής

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
 
Έχουμε παρακολουθήσει τη δουλειά που έχετε κάνει στα δύο πρώτα τεύχη σας πάνω στο ζήτημα της κατάδειξης των λογοκλεπτικών τάσεων κομματιού της νεοελληνικής διανόησης και μιας και πέσαμε κι εμείς θύματα τέτοιων κρουσμάτων πριν κάποιον καιρό, σας προωθούμε το σχετικό υλικό. Σκεφτήκαμε πως, μιας και θίγετε το ζήτημα και στο τρίτο σας τεύχος, έστω εν είδει ενημερωτικού υστερογράφου, ενδεχομένως να σας ενδιέφερε η περίπτωση αυτή, ακόμα κι αν αφορά δοκιμιακό κι όχι λογοτεχνικό λόγο και ο ένοχος υπήρξε δημοσιογράφος κι όχι λογοτέχνης. Σε κάθε περίπτωση, σας επισυνάπτουμε το λινκ με την περιγραφή-καταγγελία του φαινομένου στα πλαίσια του πολύ χρήσιμου παρατηρητηρίου λογοκλοπής που έχετε συστήσει. Στα σχόλια του ποστ μπορείτε να δείτε την απάντηση του κατηγορουμένου όπως και τη δική μας, τελική, ανταπάντηση:
 
 
Φιλικά,
Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία / περιοδικό Πρόταγμα
Advertisements

Απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων στο ΝΠ

Στις 4.5.2015, δημοσιεύσαμε σχόλιο δικό μας σχετικό με την καταγγελία του ποιητή Νίκου Ερηνάκη ότι ένα από τα βιβλία της εφετινής βραχείας λίστας του Βραβείου Γιάννη Βαρβέρη που αθλοθετεί η Εταιρεία Συγγραφέων αποτελεί προϊόν λογοκλοπής. Ο κ. Γιώργος Χουλιάρας, αντιπρόεδρος της Εταιρείας, μας έστειλε σήμερα την απάντηση που ακολουθεί. Από την πλευρά μας, μένουμε προσώρας στη διαπίστωση ότι η επιστολή της Ε.Σ. δεν απαντά επί της ουσίας σε κανένα από τα ζητήματα που θίξαμε με την παρέμβασή μας. Και ότι η Κριτική Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη (η εφετινή νικήτρια του οποίου ανακοινώθηκε χθες) δεν έχει έως τώρα τοποθετηθεί. Θα επανέλθουμε. (Κ.Κ.)

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΑΝΤΗΘΕΙ

Αγαπητέ Κώστα,

Λόγω σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων υγείας σήμερα, ο Πρόεδρος της Εταιρείας Δημήτρης Καλοκύρης μού ζήτησε να μεταφέρω – με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου (μετά τη συγκρότηση του νέου ΔΣ στις 5.5.15) και με τις όποιες τυχόν διευκρινίσεις – την απάντησή του και απάντηση της Εταιρείας. Πρόκειται για επείγον ζήτημα, καθώς επίκειται η ανακοίνωση σχετικά με την απονομή του Βραβείου Βαρβέρη στις 25 Μαΐου.

Η απάντηση έχει ως εξής:

Προφανώς στο Νέο Πλανόδιον δεν έχουν φθάσει όλες οι πληροφορίες.

Ο κ. Ερηνάκης ουδέποτε απευθύνθηκε στο ΔΣ της Εταιρείας ή στην Επιτροπή του Βραβείου, αλλά σε εμένα προσωπικά, ζητώντας τη συμβουλή μου περί του πρακτέου. Του απάντησα (17 Απριλίου):

«Σας ευχαριστώ για την ενημέρωση σχετικά με το βιβλίο του κ. Νιαμονητού.

Εννοείται ότι τα μέλη των επιτροπών αξιολογούν κατά την κρίση τους τα βιβλία που παραλαμβάνουν και δεν υπεισέρχονται σε συγκριτικές μελέτες για τις πιθανές πηγές εμπνεύσεως κάθε πρωτοεμφανιζόμενου.

Εξάλλου, όπως ξέρετε, τα θέματα των επιρροών, της λογοκλοπής κλπ., ιδίως νέων δημιουργών, διυλίζονται μέσα στους έλικες των σκοτεινών εγκεφαλικών διαδρομών του κάθε συγγραφέα και σπανίως αποτελούν προϊόντα εσκεμμένης ή κακόβουλης ενέργειας.

Η γνώμη μου είναι ότι η αναγνώριση διατυπώσεών σας σε κείμενα τρίτων μάλλον θα πρέπει να σας ικανοποιεί και να σας ανεβάζει τη δημιουργική διάθεση.

Με φιλικούς χαιρετισμούς…»

Την ίδια μέρα ο κ. Ερηνάκης μου απάντησε:

«Σας ευχαριστώ πολύ για το μήνυμά σας.

Έχετε δίκιο σε όσα μου γράφετε κι άλλωστε εκτιμώ βαθιά την άποψή σας. Πιστεύω βέβαια πως θα έπρεπε τα μέλη μιας επιτροπής να λαμβάνουν υπόψη τους και σε ποιο βαθμό οι αναφορές του κάθε πρωτοεμφανιζόμενου αποτελούν πηγές εμπνεύσεων ή απλώς «έξυπνα» κρυμμένες αντιγραφές. Προφανώς όμως είναι σχεδόν αδύνατον να γνωρίζουν το έργο των υπόλοιπων νέων, οπότε σε καμία περίπτωση δεν έχει ευθύνη η επιτροπή, η Εταιρεία ή ακόμα και ο εκδοτικός.

Όπως έγραψα και στο μήνυμα απάντησης που έστειλα προ ολίγου, μάλλον είναι προτιμότερο να αντιμετωπίζει κανείς αυτές τις καταστάσεις με χιούμορ. Με ενόχλησε απλώς που ενώ ο συγκεκριμένος παραδέχτηκε το γεγονός της αντιγραφής στέλνοντάς μου προσωπικό μήνυμα μαζί με το βιβλίο του, δεν δέχθηκε ποτέ να το παραδεχθεί και δημόσια.

Σας ευχαριστώ και πάλι.

Με θερμούς χαιρετισμούς…»

Συνεπώς η καταγγελία δεν έμεινε αναπάντητη, ενώ μετά την απάντηση και του κ. Ερηνάκη ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε χώρος περαιτέρω τοποθετήσεων από πλευράς μελών ΔΣ ή Επιτροπής Βραβείου.

Πέραν όλων αυτών, στο ΔΣ της Εταιρείας συζητούμε τη διοργάνωση ημερίδας περί λογοκλοπής και θα σας ενημερώσουμε σχετικά εν ευθέτω.

Φιλικότατα,
Δημήτρης Καλοκύρης

Αγαπητέ Κώστα,

Αν και θέμα απάντησης δεν υφίσταται από 17 Απριλίου, ας μου επιτραπούν ορισμένες απορίες παρά το γεγονός ότι δεν έχω προλάβει να διαβάσω τη σχετική αλληλογραφία που επισυνάπτεις.

Δεν μου είναι σαφές γιατί ο κ. Ερηνάκης, που μού είναι ιδιαίτερα συμπαθής λόγω καλών ποιημάτων, δεν απευθύνθηκε ευθέως ούτε στο ΔΣ της Εταιρείας ούτε στην Επιτροπή του Βραβείου Βαρβέρη, αλλά άφησε να δημιουργηθεί η εντύπωση μιας πλαγιοκόπησης, που θα μπορούσε να καταστεί ανεξέλεγκτη εις βάρος της Εταιρείας ακόμη και από την αντιπολιτευτική διάθεση που συχνά μας χαρακτηρίζει ως Έλληνες.

Δεν μου είναι σαφές τι ακριβώς αναμένεται από έναν φορέα όπως η Εταιρεία Συγγραφέων, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί μέσω του ΔΣ ή Επιτροπών της σε κριτή για καταγγελίες περί λογοκλοπών χωρίς προηγούμενη σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσής της, όπου βέβαια θα μπορούσε να υποβληθεί αντίστοιχη πρόταση από μέλη που θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ανήκει στις υποχρεώσεις της.

Θέλω να πω ότι διεθνή πρακτική αποτελεί, πέραν των κανονικών δικαστηρίων, η στοιχειοθέτηση και ο καυτηριασμός περιπτώσεων λογοκλοπής μέσω δημοσιευμάτων που παραδίδουν στη δημόσια χλεύη όσους καταγγέλλονται. Κάποια από αυτά τα ζητήματα άλλωστε χρειάζεται να αναδειχθούν σε οποιαδήποτε τυχόν ημερίδα για “κλοπολογίες” και πάσης φύσεως παραβιάσεις πνευματικών δικαιωμάτων.

Ασφαλώς πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα όχι μόνον για όσους από εμάς έχουμε υπάρξει θύματα πρακτικών αυτού του είδους.

Εγκάρδια,
Γιώργος Χουλιάρας

Η απάντηση αυτή του κ. Χουλιάρα (όπως και όλη η σχετική προγενέστερη αλληλογραφία) κοινοποιήθηκε σε πλήθος αποδέκτες (τα μέλη της διοίκησης της Ε.Σ., τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου, τον Κύκλο Ποιητών, έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, συγγραφείς) μεταξύ των οποίων, φυσικά, και ο καταγγέλλων Νίκος Ερηνάκης. Για λόγους προφανείς δεοντολογικούς, παραθέτουμε την ανταπάντησή του:

Καλησπέρα σε όλους,

Κατ’ αρχάς να ευχηθώ ειλικρινώς περαστικά στην οικογένεια του κ. Καλοκύρη.

Τα μηνύματά μου στον κ. Καλοκύρη ήταν ευγενικά και διακριτικά, όπως άλλωστε και όλα τα υπόλοιπα μηνύματα που έχω στείλει αναφορικά με αυτό το ζήτημα, από σεβασμό και εκτίμηση. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν συνεχίζω να πιστεύω πως αυτό που θα περίμενα, τουλάχιστον από την κριτική επιτροπή, είναι να δημοσιευθεί μία ορθή επανάληψη που να εξαιρεί το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο περιέχει κραυγαλέα στοιχεία αντιγραφής και λογοκλοπής.

Έχοντας συζητήσει σε βάθος το ζήτημα με τον εκδότη μου κ. Σάμη Γαβριηλίδη, είχε την καλοσύνη να με διαβεβαιώσει πως θα ενημερώσει ο ίδιος αναλυτικά τα μέλη της κριτικής επιτροπής, όπως και έκανε, και πως εγώ δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ περαιτέρω.

Συνεπώς, η Εταιρεία και τα μέλη της κριτικής επιτροπής είχαν ενημερωθεί, όχι μόνο από τον κ. Γαβριηλίδη αλλά και από άλλους, και αναμέναμε μία επίσημη απάντηση ή κίνηση.

Επίσης ο ίδιος ο Νικόλας Νιαμονητός στο εκτενές γράμμα του που παραδεχόταν το γεγονός της αντιγραφής μού έγραψε πως θα έστελνε γράμμα στην επιτροπή για να αποσύρουν το βιβλίο του από τη λίστα — κίνηση που δεν γνωρίζω αν τελικώς έγινε.

Με την προσωπική μου επικοινωνία με συγκεκριμένους ανθρώπους μετά είχα σκοπό απλώς να γνωστοποιήσω το γεγονός και να ζητήσω συμβουλές αναφορικά με αυτό, καθώς, έχοντας κλείσει μόλις τα 27, δεν έχω την παραμικρή εμπειρία σε τέτοια ζητήματα και ακόμα και τώρα στέκομαι αμήχανος ως προς την αντιμετώπισή του. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως αποτελούσαν μέρος της επίσημης αντιμετώπισης του ζητήματος σε σήμειο που θα μπορούσαν να το καταστήσουν και λήξαν.

Σε κάθε περίπτωση όμως, αγαπητέ κ. Χουλιαρα, προς Θεού δεν θα είχα ποτέ κανένα σκοπό να επιβαρύνω την Εταιρεία με τον οποιονδήποτε τρόπο. Θα με στενοχωρούσε ιδιαιτέρως αν υποθέτατε, έστω και για μία στιγμή, κάτι τέτοιο για εμένα.

Τονίζω πως δεν κατηγόρησα ποτέ ούτε την Εταιρεία ούτε τα μέλη της κριτικής επιτροπής για το παραμικρό, καθώς θεωρώ απολύτως δικαιολογημένο να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν την ποίηση των νεοτέρων. Αν και έχω την αληθινή τιμή και χαρά πολλά μέλη της Εταιρείας να γνωρίζουν την ποίησή μου, θεωρώ απόλυτως δικαιολογημένο και λογικό τα τρία μέλη της φετινής επιτροπής να μην τη γνώριζαν, όπως και να μην έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο ποίημα του Πάουλ Τσέλαν που ο Νιαμονητός αντέγραψε από μετάφρασή μου.

Θεώρησα δεδομένο πως τα μέλη της κριτικής επιτροπής γνώριζαν το ζήτημα και πως θα έπρατταν αναλόγως. Το γεγονός πως δεν το ζήτησα ή απαίτησα ξεκάθαρα στα δικά μου μηνύματα προσωπικού ύφους ήταν μία επιλογή διακριτικότητας και σεβασμού προς την Εταιρεία και τα μέλη της. Μία διαφορετική συμπεριφορά από μέρους μου θα μπορούσε φοβάμαι να χαρακτηριστεί αλαζονική και αγενής, κάτι που δεν έχω επιτρέψει ποτέ στον εαυτό μου.

Από την αρχή αυτού του γεγονότος, εναπόθεσα, μαζί με τους δύο εκδοτικούς οίκους από τους οποίους κυκλοφορούν τα ποιητικά μου βιβλία, στη διακριτική ευχέρεια της κριτικής επιτροπής να εξετάσει το γεγονός και να οδηγηθεί στις κατάλληλες κινήσεις. Η αλήθεια είναι λοιπόν πως μετά τη γνωστοποίηση του γεγονότος περίμενα, αν μη τι άλλο, την επίσημη αναγνώρισή του.

Υποθέτω όμως πως για την ώρα θα πρέπει να αρκεστώ στο ότι τουλάχιστον διαπιστώθηκε κι αναγνωρίσθηκε από αρκετούς ανθρώπους του χώρου που σέβομαι βαθιά επίσης, γεγονός που γεννάει μέσα μου μία ζεστασιά και εξουδετερώνει εν μέρει το κενό που ένιωσα από τη στιγμή που μου γνωστοποιήθηκε από τρίτους αυτή η πράξη αντιγραφής.

Με εκτίμηση,
Νίκος Ερηνάκης

Για τους ίδιους λόγους, δημοσιεύουμε εδώ το αρχικό κείμενο της καταγγελίας του κ. Ερηνάκη. 

Καταγγελία λογοκλοπής προς την Εταιρεία Συγγραφέων

Η επιστολή αυτή της 16.5.2015 του ποιητή Νίκου Ερηνάκη, απευθυνόμενη αρχικά στον Ντίνο Σιώτη, κοινοποιήθηκε τόσο αυτή όσο και όλη η αλληλογραφία που ακολούθησε σε ποικίλους αποδέκτες. Μεταξύ άλλων στη διοίκηση, της Εταιρείας Συγγραφέων, τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου Βαρβέρη, τον Κύκλο Ποιητών, λογοτεχνικά περιοδικά έντυπα και ηλεκτρονικά, συγγραφείς. Από την πλευρά μας τη σχολιάσαμε εδώ. Η απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων στο ΝΠ και η ανταπάντηση του κ. Ερηνάκη δημοσιεύονται εδώ.

Αγαπητέ κ. Σιώτη,

Εύχομαι το μήνυμά μου να σας βρίσκει χαμογελαστό.

Σας γράφω μετά από πρόταση της κ. Δημητρούλια αναφορικά με ένα ζήτημα αντιγραφής το οποίο με έχει προβληματίσει και ήθελα τη συμβουλή σας.

Πριν από κάποιους μήνες εκδόθηκε από τις εκδόσεις Εκάτη η πρώτη συλλογή ενός νέου ποιητή, του Νικόλα Νιαμονητού, με τίτλο «Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη», η οποία είναι καθαρό προϊόν αντιγραφής/λογοκλοπής.

Με κάποια απογοήτευση λοιπόν διαπίστωσα πως το βιβλίο του είναι υποψήφιο για το Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη. Η πραγματικότητα είναι πως δεν έχει απλώς επηρεαστεί, αλλά έχει αντιγράψει και κλέψει αυτούσιους ολόκληρους στίχους και τίτλους μου τόσο από τα δύο μου προσωπικά βιβλία ποίησης [Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Ροές, 2009 και Ανάμεσα σε όσα πέφτει η σκιά, Γαβριηλίδης, 2013] όσο και από τις μεταφράσεις μου με αποκορύφωμα ένα ποίημα του Πάουλ Τσέλαν που έχω μεταφράσει και παραθέτω.

Αρχικά, όταν πρωτοεκδόθηκε το βιβλίο, αποφάσισα να δώσω τόπο στην οργή, να δείξω ανωτερότητα και να μην επιτρέψω στο εαυτό μου να πέσει στο επίπεδό του. Ήταν και η περίοδος που έμαθα πως με δέχτηκαν στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να ολοκληρώσω το διδακτορικό μου στο τμήμα Φιλοσοφίας εκεί οπότε έπρεπε να τρέξω με γραφειοκρατίες και μετακομίσεις και το παραμέλησα παντελώς. Ένιωσα όμως και κάπως σαν να προδίδω όλες αυτές τις στιγμές που πέρασα πάνω από λευκές κόλλες παλεύοντας με λέξεις είτε δικές μου είτε του Τσέλαν, μου μοιάζει κάπως τραγελαφικό να γράφονται κριτικές και να κερδίζει υποψηφιότητες ένα τέτοιο εγχείρημα λογοκλοπής· κάτι που πιστεύω αποτελεί ντροπή αν όχι ως προς τη δική μου ποίηση, τουλάχιστον ως προς την ποίηση του Τσέλαν.

Για του λόγου το ασφαλές σας παραθέτω τη μετάφρασή μου του ποιήματος του Τσέλαν, την οποία ο ίδιος ο Νιαμονητός παραδέχτηκε πως είχε διαβάσει και αποστηθίσει από μία ανάρτησή μου για τις μεταφράσεις μου στη σελίδα μου στο Facebook [λάθος που δεν θα επαναλάβω]:

Να στέκεσαι στη σκιά
της ουλής στον άνεμο.

Για-κανέναν-και-για-τίποτα-να-στέκεσαι.
Αγνώριστος,
για τον εαυτό σου
μόνο.

Με όλα για όσα μέσα της υπάρχει χώρος,
ακόμα και χωρίς
γλώσσα.

Και το δικό του ποίημα από τη συλλογή του:

Να αναπνέεις τις ουλές
Ανάμεσα σε κάθε σκιά του χρόνου
Χωρίς πρόσωπο, αμετανόητος
Μεθυσμένος με τον εαυτό σου
Για σένα μόνο

Να μην εύχεσαι, ούτε να ελπίζεις
Μονάχα
-Και αν χρειαστεί- μονάχος
Να ζεις

Να υπάρχεις στον χώρο εκείνο
Που δεν εκφράζεται ακόμα με τη γλώσσα

Σας παραθέτω επίσης κι ελάχιστα μόνο και από τα άλλα παραδείγματα στα οποία αναφέρομαι. Ένα απ’ τα δικά μου ποιήματα:

και τώρα τι;

και τώρα που δεν είναι τίποτα εδώ, τι;
μήπως να φύγουμε κι εμείς;
να κατηφορίσουμε προς τα πίσω;
αφού για άλλα ξεκινήσαμε και αλλού τώρα ξαπλώνουμε
μήπως να παραδοθούμε και να περιμένουμε θλιμμένοι;
ή αν θέλουμε μπορούμε να τρέξουμε ζαλισμένοι
λίγο κλάμα θα βοηθήσει
μην αναφερθώ σε νεκρούς
θα κρύψω μερικά κομμένα λουλούδια
κάτω από πέτρες και πίσω από τα μαλλιά σου
αφού τώρα τι;

τι μένει να αναμένουμε
όντας οι μόνοι νικητές;

Ένα απ’ τα δικά του:

Και τώρα που βγήκε η νύχτα τι;

και τώρα
που βγήκε η νύχτα
τι;
να σιωπήσουμε
μια και καλή
να μην μείνουμε
να ζήσουμε,
όντας
οι μοναδικοί ήλιοι
στον ορίζοντα;

Το δικό μου ποίημα:

Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου
ο καθένας αναζητά έναν τρόπο
να ξαναγεννηθεί στη ζωή
κι ας κυνηγάμε φεγγάρια
κι ας χάνουμε σε κάθε στιγμή
στο σύνολο πάντα νικάμε
όλοι εμείς εδώ λοιπόν
κλαίγοντας, ξεσπάμε σε γέλια
το παιχνίδι θα χαθεί μόνο όταν
οι εραστές θα γοητεύονται από την ανία
μένει μονάχα να ενώσουμε τα αστέρια μας
και θα γίνουμε αστραπές
σύντομα όλα θα καίγονται
και θα φωτίζουν τα μάτια σου
η επόμενη επανάσταση
θα είναι επανάσταση ομορφιάς

Και δύο δικά του

σύντομα όλα θα ξεχνιούνται
και οι σκέψεις τις φωνές
δεν θα τις πιστεύουν πια
μετέωρα τα κύματα
θα προσκρούουν
στις δίψες μας
τα είδωλά μας στον καθρέφτη
δεν θα μας ακολουθούν
και οι σκιές μας
όταν τις κοιτάμε
θα αλλάζουν σχήματα
οι ιδέες μας
θα ενώνουν τα σκοτάδια μας
και θα φωτίζουν τον ωκεανό της αγάπης
και θα φλέγεται
μα σαν φλέγεται
με κάθε σπίθα που σκορπά
ένα κόκκινο λουλούδι θα φυτρώνει
και για κάθε μέρα που φωτιζόμαστε
και για κάθε νύχτα που φωτίζουμε

* * *

Μια επανάσταση ομορφιάς

Στη ζωή πάντα θα μας οδηγεί κά
που δεν ξέρουμε ακόμα
που θα μείνει μάλλον κρυφό για πάντα
Γι’ αυτό να χαίρεσαι το απλό, το ταπεινό
να απλοποιείς χωρίς να υπεραπλουστεύεις
να εκτιμάς ακόμα και όταν θέλεις κι άλλο
να αγαπάς ακόμα και όταν πονάς
─κυρίως όταν πονάς─
Βιομηχανικά τούβλα οι πόλεις μας
θα θυσιάζονται στης σκέψης μας τη φλόγα
Και όταν πια εμείς θα θυμηθούμε ξανά
να αγαπάμε τα γύρω μας
Τότε μόνο θα αστράψει
μια επανάσταση ομορφιάς

Στα παραπάνω ποιήματά του υπάρχουν στίχοι μου και από άλλα ποιήματά μου που δεν παραθέτω εδώ. Γενικώς υπάρχουν αμέτρητα ακόμα σημεία μέσα σε ποιήματά του ή και σε τίτλους του που χρησιμοποιεί πραγματικά αυτούσιους δικούς μου στίχους.

Είμαι σίγουρος όμως πως σας κούρασα ήδη. Πάρα τις συμβουλές και παροτρύνσεις των εκδοτικών μου οίκων και ανθρώπων του χώρου που διαπίστωσαν αυτό το γεγονός, πήρα την απόφαση να μην κινηθώ ούτε νομικά ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Θέλησα όμως να σας γνωστοποιήσω αυτό το γεγονός και να ζητήσω τη συμβουλή σας ως προς το τι θα μπορούσα και τι θα έπρεπε να κάνω.

Με πηγαία εκτίμηση,

Νίκος Ερηνάκης

Αναπάντητη καταγγελία για λογοκλοπή

Ήταν περί τα τέλη Μαρτίου, το αργότερο, όταν κυκλοφόρησε η έντονη φήμη ότι ένα από τα βιβλία της βραχείας λίστας του εφετινού Βραβείου Βαρβέρη, το οποίο αθλοθετεί η Εταιρεία Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή, αποτελεί προϊόν λογοκλοπής. Στις 16 Απριλίου το πράγμα πήρε και επίσημη μορφή, με ηλεκτρονική επιστολή του παθόντος (επίσης νέου ποιητή), συνοδευόμενη από τεκμήρια. Η καταγγελία αυτή (και η αλληλογραφία που ακολούθησε) κοινοποιήθηκε εν τω μεταξύ τόσο σε μέλη της Διοίκησης της Εταιρείας και της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου όσο και σε άλλους συγγραφείς και λογοτεχνικά περιοδικά (μεταξύ των οποίων και το Νέο Πλανόδιον). Με τον τρόπο αυτόν, το ζήτημα κατέστη κατ’ ουσίαν δημόσιο.

Όσο γνωρίζουμε, απάντηση της Ε.Σ. ή της Κριτικής Επιτροπής στον καταγγέλλοντα, επίσημη τουλάχιστον, ώς αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει. Η παράλειψη αυτή είναι κατά τη γνώμη μας σοβαρότερη από το ίδιο το συμβάν. Διότι, αν η καταγγελία ευσταθεί, εμφανίζονται Ε.Σ. και Κριτική Επιτροπή να συνιστούν ως αξιανάγνωστο, αξιοβράβευτο μάλιστα, το προϊόν μιας απάτης. Αν, πάλι, η κατηγορία δεν ευσταθεί, με την αδράνειά τους συμπράττουν στη διαιώνιση μιας εσφαλμένης εντύπωσης, άρα και στον διασυρμό του καταγγελλόμενου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, δυσφημείται ο θεσμός που φέρει το όνομα του Γιάννη Βαρβέρη.

Σημειώνουμε ότι και κατά το παρελθόν η Εταιρεία Συγγραφέων απέφυγε δυστυχώς να λάβει θέση απέναντι σε ανάλογα φαινόμενα. Ελπίζουμε το νεοκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο να διαβλέψει τον κίνδυνο και να μην ακολουθήσει την πεπατημένη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Λογοκλοπής τεκμήρια: Γιάννης Πανούσης

panousis

Ὁ ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος Γιά­ννης Πα­νού­σης εἶ­ναι σή­με­ρα γνω­στὸς ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κή του δρά­ση κυ­ρί­ως. Πα­λαι­ὸ στέ­λε­χος τοῦ ΠΑΣΟΚ, βρα­χύ­βι­ος Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας Ἀ­πό­δη­μου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἐ­πὶ κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­μί­τη, ὑ­πο­ψή­φι­ος ὑ­περ­νο­μάρ­χης Ἀ­θη­νῶν-Πει­ραι­ῶς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κλο­γὲς βγῆ­κε βου­λευ­τὴς μὲ τὴ ΔΗΜΑΡ. Τὸ ὄ­νο­μά του πρω­τα­κού­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1980 ὅ­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μὲ τὸν Δι­ο­νύ­ση Κλά­δη ὑ­πῆρ­ξε πρω­τερ­γά­της τοῦ ν. 1268/1982 γιὰ τὴν ἀ­νώ­τα­τη ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ἀμ­φι­λε­γό­με­να νο­μο­θε­τή­μα­τα τῆς με­τα­πο­λι­τευ­τι­κῆς πε­ρι­ό­δου, ὁ «νό­μος-πλαί­σι­ο» τοῦ 1982 μετέβαλε ἐκ βάθρων τὸ status quo στὰ πα­νε­πι­στή­μι­α: ἀ­πο­ψί­λω­σε τὴν ἰ­σχὺ τῶν κα­θη­γη­τῶν, δι­ευ­κό­λυ­νε τὴ ρα­γδαί­α ἄ­νο­δο τῶν πρώ­ην βο­η­θῶν καὶ ἐ­πι­με­λη­τῶν καὶ ἐγ­κα­τέ­στη­σε παν­το­δύ­να­μες στὰ ὄρ­γα­να τῆς δι­οί­κη­σης τὶς φοι­τη­τι­κὲς πα­ρα­τά­ξεις καὶ τὸν κομ­μα­τι­σμό. Τρεῖς δεκαετίες μετά, οἱ συ­νέ­πει­ές του εἶ­ναι, κα­τὰ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, ὀ­φθαλ­μο­φα­νεῖς.

Δύ­ο χρόνια νω­ρί­τε­ρα, ὁ Πα­νού­σης εἶ­χε προ­κα­λέ­σει καὶ πά­λι τὴν προ­σο­χή, τοῦ στε­νοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ κοι­νοῦ ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά. Ὁ νε­α­ρὸς ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος θὰ κα­ταγ­γελ­θεῖ ὅ­τι στὸ ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο του «Ναρ­κω­τι­κά, ἡ ἄλ­λη ὄ­ψη τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ», δη­μο­σι­ευμένο στὴ μη­νι­αί­α ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Ὁ Πο­λί­της (τχ. 36, Ἰ­ού­λι­ος 1980), «οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὴν εἰ­σή­γη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Ἄγ­γλος κα­θη­γη­τὴς Λῶ­ρενς Ρέ­ιτ­να στὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δρι­ο Ση­μει­ω­τι­κῆς καὶ Ψυ­χα­νά­λυ­σης, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στὸ Μι­λά­νο τὸ 1976». [1]

Λό­γω τῆς πο­λι­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας τοῦ Πα­νού­ση, ἡ ὑ­πό­θε­ση θὰ πά­ρει ἀ­πρό­σμε­νη τρο­πὴ – πα­ρα­δό­ξως πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ κα­ταγ­γελ­λο­μέ­νου.

Πο­λί­της κά­νει τὰ στρα­βὰ μά­τια, προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν κα­τη­γο­ρη­θεῖ γιὰ φα­να­τι­κὸ ἀν­τι­πα­σο­κι­σμό, μέ­χρι ποὺ οἱ κα­ταγ­γε­λί­ες συσ­σω­ρεύ­ον­ται. Ὁ­πό­τε μὲ κα­θυ­στέ­ρη­ση δύ­ο χρό­νων, τὸν Μάρ­τι­ο τοῦ 1982, στὸ τεῦ­χος 49, δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ σύν­το­μη ἐ­πα­νόρ­θω­ση. [2]

Ἐκεῖ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό (πι­θα­νό­τα­τα ὁ ἴδιος ὁ δι­ευ­θυν­τής του, Ἄγ­γε­λος Ἐ­λε­φάν­της), ἀ­φοῦ πρῶ­τα πα­ρα­δε­χτεῖ τὸ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο τῆς ἀν­τι­δρά­σε­ως, πα­ρα­κα­λεῖ

τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ἂν τὸ θέ­μα τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει, νὰ δια­βά­σουν τὸ πρω­τό­τυ­πο ἀπ’ ὅ­που ὁ κ. Πα­νού­σης ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» τὸ με­γα­λύ­τε­ρο καὶ σο­βα­ρό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ἄρ­θρου του […] Τὴν ἰ­τα­λι­κὴ ἔκ­δο­ση [τῶν πρα­κτι­κῶν του συ­νε­δρί­ου] εἶ­χε ἐ­πι­με­λη­θεῖ ὁ Armando Verdiglione, καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς Έκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ (Ἀ­θή­να 1978) σὲ με­τά­φρα­ση Καί­της Χα­τζη­δή­μου καὶ Ἰ­ου­λι­έτ­τας Ράλ­λη, με­τά­φρα­ση τὴν ὁ­ποί­α, ἐ­πί­σης, ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» ὁ ἀρ­θρο­γρά­φος μας. [3]

Ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­παν­τή­σει μὲ ἐ­πι­στο­λὴ στὸ ἑ­πό­με­νο τεῦ­χος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ (50-51, Ἀ­πρί­λι­ος-Μά­ι­ος 1982) ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὶς κοι­νὲς πη­γὲς τῶν δύ­ο κει­μέ­νων ἀλ­λὰ καὶ τὴν κυ­κλο­φό­ρη­ση ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἀ­να­τύ­που τῆς με­λέ­της τὸν Σε­πτέμ­βρι­ο τοῦ 1981 μέ, ἑ­πτὰ τὸν ἀ­ριθ­μό, πα­ρα­πομ­πὲς στὸ ἄρ­θρο τοῦ Ρέ­ιτ­να. Ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ θὰ ἐμ­μεί­νει στὴ θέ­ση του πε­ρὶ «δα­νει­σμοῦ».

Τὰ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­να χρό­νι­α, ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­νέλ­θει ἀπρόσκοπτα τὰ σκα­λιὰ τῆς πα­νε­πι­στη­μι­α­κῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Θὰ ἐ­κλε­γεῖ ἀρ­χι­κὰ ἀν­τι­πρύ­τα­νης καὶ ἔ­πει­τα πρύ­τα­νης τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο Ἀ­θη­νῶν.

 – – – –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μικέλα Χαρτουλάρη, «Φάκελος Λογοκλοπή», Τὰ Νέα, Παρασκευὴ 15.5.1992. Ἡ τεκμηριωμένη καὶ τολμηρὴ ἐργασία τῆς Χαρτουλάρη εἶναι ἴσως ἡ πληρέστερη περὶ λογοκλοπῆς ποὺ ἔχει δημοσιευθεῖ στὸν ἑλληνικὸ τύπο.
2.  Ὅ.π.
3. Πλήρης παραπομπή: Ἡ τρέλα. Τὸ διεθνὲς συνέδριο σημειωτικῆς καὶ ψυχανάλυσης, Μιλάνο, 1-4 Δεκεμβρίου 1976, ἐπιμέλεια Armando Verdiglione, μετάφραση Ἰουλιέττα Ράλλη – Καίτη Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Χατζηνικολῆ, Ἀθήνα 1978, τόμος 2ος.

Από τον «Φάκελο Λογοκλοπή», ΝΠ1, Χειμώνας 2013-14

Μαντελστάμ και Βαγιέχο

   mandelstam-190x300        vallejo

* * *

Από αναγνώστη μας λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή:

* * *

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Μικρή συμβολή στην έρευνά σας για τη λογοκλοπή στην Ελλάδα:

Το υπ. αριθμ. 40 ποίημα της συλλογής του Χάρη Βλαβιανού «Σονέτα της Συμφοράς» (Πατάκης, 2011, σ. 50) κοπιάρει το ποίημα «Rusia en 1931» του Αμερικανού ποιητή Robert Hass. (Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Human Wishes, Ecco Press, Νέα Υόρκη 1989· βλ. ελληνική μετάφρασή του από τον Αναστάση Βιστωνίτη στο περιοδικό Poetix, τχ. 6, φθινόπωρο-χειμώνας 2011-2012, σσ. 155-59.)

Θέμα του ποιήματος του Χας είναι ο Περουβιανός ποιητής Σέσαρ Βαγιέχο και ο Ρώσος Όσιπ Μαντελστάμ. Όπως λέει σε μια συνέντευξή του ο ίδιος: «This poem is about Mandelstam, who was a great poet and an anti-Stalinist, and Vallejo, who was a great poet and a Stalinist. Mandelstam was killed by Stalinist forces.»

Ο Βλαβιανός χωρίς να αναφέρει πουθενά τον Χας παίρνει από αυτόν την κεντρική ιδέα και όλα σχεδόν όσα αναφέρει στο δικό του κείμενο: την υποθετική συνάντηση των δύο στο Λένινγκραντ, τα παραπλήσια στον τίτλο τους βιβλία Trilce (του Βαγιέχο) και Tristia (του Μαντελστάμ), την σύμπτωση της έκδοσής τους την ίδια χρονιά (1922), τη φανταστική συνομιλία τους στα γαλλικά, το ότι η πολιτική παράταξη που υποστήριξε ο Βαγιέχο έστειλε στον θάνατο τον Μαντελστάμ. Οι 9 από τους 14 στίχους του Βλαβιανού αντιγράφουν ή παραλλάσσουν τον Χας.

Δεν φτάνει όμως ότι ο Βλαβιανός κλέβει το ποίημα του Χας, δεν καταλαβαίνει κιόλας τι κλέβει! Ενώ ο Χας θαυμάζει τη γαλλομάθεια των δύο ποιητών («Τι γαλλικά θα μιλούσαν!», γράφει), ο Βλαβιανός τους βάζει να μιλάνε: «με τα σπασμένα γαλλικά τους»! Πάνω στο θέμα, ο Βιστωνίτης σημειώνει τα εξής χαρακτηριστικά:

«και οι δύο μιλούσαν τέλεια γαλλικά. Ο μεν Μαντελστάμ σπούδασε γαλλικά και αρχαία γαλλικά στη Σορβόνη, την Πετρούπολη και τη Χαϊδελβέργη (έγραψε εξαίρετα δοκίμια για τον Αντρέ Σενιέ και τον Φρανσουά Βιγιόν, αναλύοντας τη λειτουργία της γαλλικής γλώσσας στην ποίησή τους), ο δε Βαγιέχο έζησε δεκαπέντε χρόνια στο Παρίσι, όπου έγραψε στα γαλλικά ένα θεατρικό έργο…»

Λάθος είναι η αναφορά του Βλαβιανού στη διαμονή του Μαντελστάμ το 1936 στο Βορόνεζ, όπου τον περιγράφει να δίνει «μάχη να κρατηθεί στη ζωή». Το Βορόνεζ είναι μητρόπολη της Νότιας Ρωσίας, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία. Ο Μαντελστάμ πέρασε εκεί μαζί με τη γυναίκα του τα τελευταία δημιουργικά χρόνια της ζωής του, στο μεσοδιάστημα των δύο συλλήψεών του. Ζήτησε ο ίδιος μάλιστα να πάει εκεί όταν το καθεστώς του απαγόρευσε τη διαμονή στη Μόσχα. Ο Χας κι αυτός δείχνει τον ποιητή να αγωνίζεται να επιζήσει, αλλά στη Σιβηρία: «να μαζεύει αποφάγια απ’ τον σκουπιδοντενεκέ σ’ ένα διαμετακομιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στο Βλαδιβοστόκ».

Αμφίβολη είναι η αναφορά του Βλαβιανού και στο έτος 1936 όταν, όπως γράφει, «οι σταλινικοί έσφαζαν τους αναρχικούς στη Βαλένθια». Μάλλον εννοεί τις «Μέρες του Μαΐου», όταν το αναρχικό CNT συγκρούστηκε με τους κομμουνιστές και υπήρξαν πολλοί νεκροί. Μόνο που τα γεγονότα αυτά διαδραματίστηκαν άλλη χρονιά (το 1937) και σε άλλη πόλη (τη Βαρκελώνη).

Ο Βλαβιανός κάνει επίδειξη των ιστορικών γνώσεών του. Όμως τα κείμενά του βρίθουν από χοντροκομμένα λάθη. Παλιότερα, (Britannica, Νεφέλη 2004) είχε βάλει τον Ταλλεϋράνδο να σχολιάζει τον θάνατο του Μέτερνιχ. Κι αυτό όταν ο Μέτερνιχ πέθανε 21 ολόκληρα χρόνια μετά τον Ταλλεϋράνδο! Στο ίδιο βιβλίο αποδίδει στον Ντοστογιέφσκι τα λόγια ότι «Ένα ζευγάρι μπότες είναι προτιμότερες σε κάθε περίπτωση από τον Πούσκιν. Ο Πούσκιν είναι μια βλακώδης πολυτέλεια». Μόνο που το άρθρο του 1864, απ’ όπου η φράση, είναι σατιρικό! Ο Ντοστογιέφσκι όχι μόνο δεν πίστευε κάτι τέτοιο, αλλά και ειρωνεύεται τους νιχιλιστές που το έκαναν…

NIKOΣ KANAKAPAKHΣ

roberthass     Hass, Human Wishes

Χάρης Βρόντος: Σχόλιο περί λογοκλοπής

Αφορμώμενος από την έρευνά μας για τη λογοκλοπή (ΝΠ1), ο συνθέτης Χάρης Βρόντος μας έστειλε την ακόλουθη εγγραφή από το ανέκδοτο προσωπικό του ημερολόγιο.

19.12.09

Σήμερα είμαι πολύ ταραγμένος: από τη μια συγκινημένος για ένα λόγο, κι απ’ την άλλη εξουθενωμένος για ένα άλλο λόγο.

Τηλεφωνήθηκα το πρωί με τον Πατίλη και μιλήσαμε για τη συλλογή που μόλις έβγαλε. Μετά με πληροφόρησε ότι πρέπει να μπούμε στο YouTube όπου υπάρχει κάτι για μας. Όντως, ήταν ένα δεκάλεπτο στην τηλεόραση (κανάλι 100 της Πετρούπολης) για την Αχμάτοβα και τον αδελφό της Γκορένκο που πέθανε στην Ελλάδα. Με την ευκαιρία εορτασμού επετείου της ποιήτριας γίνονται διάφορες εκδηλώσεις σε τρεις πόλεις της Ρωσσίας. Η Κριτσέφσκαγια παρέδωσε στο Μουσείο Αχμάτοβα διάφορα κειμήλια που είχε ο ανεψιός της εδώ στην Αθήνα και μίλησε για την ανακάλυψη του τάφου της οικογένειας Γκορένκο στο Πρώτο Νεκροταφείο. Παίχτηκε λοιπόν και το φιλμάκι που τράβηξε η Ηρώ στο Πρώτο Νεκροταφείο, όπου η Κλαιρ και η Μάιρα ερμήνευσαν μια άριά μου από την όπερα «Ρέκβιεμ Αχμάτοβα», σε μεταγραφή για φωνή και τσέλλο: ένιωσα μεγάλη συγκίνηση και η Κλαιρ επίσης.

Το δεύτερο τώρα γεγονός είναι κακό: ο Πατίλης μού προώθησε ένα e-mail για μια μεγάλη λογοκλοπή. Όπως καταγγέλει μ’ εξοντωτικά πειστήρια κάποιος κύριος Ξανθός (ποιητής;) ο Χάρης Βλαβιανός έχει κατακλέψει όλους τους τίτλους των μερών του εκτενούς ποιήματός του για την Αχμάτοβα, καθώς και πάνω απ’ το μισό ποίημα, από την ομώνυμη ποιητική σύνθεση μιας Καναδής ποιήτριας που εκδόθηκε στον Οίκο Ράντομ (νομίζω το 2000).

Ο Ξανθός στέλνει στο διαδίκτυο, αριστερά με κίτρινα γράμματα και δεξιά με μαύρα, τις δυο συλλογές ή, μάλλον τα δυο ποιήματα. Εδώ δεν μιλάμε για κλοπή, αλλά για πλιάτσικο. Είναι τραγικό. Ο Χάρης είναι άρρωστος. Για δεύτερη φορά, μέσα σε δυο χρόνια, αποκαλύπτεται σκαιός λογοκλόπος. Τώρα δε το θέμα αφορά και μένα που έχω κάνει όπερα αυτό το εκτενές ποίημα του Χάρη, που δεν είναι του Χάρη. Προς το παρόν μένω συγκλονισμένος. Είναι σαν ν’ ανακάλυψα ξαφνικά, ότι η περιουσία που μου άφησε ο πατέρας μου, ανήκε σε κάποιον που ο πατέρας μου κατέδωσε στους Γερμανούς κι αυτοί τον εκτέλεσαν. Χρειάζομαι χρόνο για να σκεφτώ. Δεν ξέρω και τι τροπή θα πάρει αυτή η υπόθεση. Θα γίνει μήνυση; Θα πάνε στα δικαστήρια οι εκδότες και η ποιήτρια; Κι εγώ, αν παιχτεί η όπερά μου, τι όνομα θα βάλω στο λιμπρέτο; Χάρις Κάρσον;

Τώρα εξηγείται γιατί ο Χάρης, όσες φορές του μίλησα στην «Νεφέλη», για τον τρόπο που συνέθετα την όπερα, δεν έδειξε ποτέ πραγματικό ενδιαφέρον και μου απαντούσε με γρυλίσματα του στυλ: ναι, ναι… α, έτσι; Μμμ… ναι… ναι…

ΧΑΡΗΣ ΒΡΟΝΤΟΣ

***

Χάρης Βρόντος

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Μετά τα δημοσιεύματα και του δεύτερου τεύχους μας περί λογοκλοπής, λάβαμε αρκετά κείμενα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αξιοποιούν το ερέθισμα και συνεχίζουν τη συζήτηση.

Η εξέλιξη αυτή μας χαροποιεί. Δείχνει ότι ο κανόνας της σιωπής και της συγκάλυψης αποκτά επιτέλους τις εξαιρέσεις του. Ωστόσο μας δημιουργεί και ένα δισεπίλυτο πρόβλημα. Το ΝΠ κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο, δεν έχει συνεπώς την πολυτέλεια να δεσμεύει όλα τα τεύχη του σ’ αυτήν την άθλια ιστορία επί μακρόν. Πολλώ δε μάλλον όταν το υλικό που προκύπτει τείνει να αυξάνεται: από τις 21 σελίδες του πρώτου τεύχους, περάσαμε αισίως στις 41 στο δεύτερο, ενώ τα κείμενα που μας έχουν έρθει έκτοτε καλύπτουν και πάλι δεκάδες σελίδες.

Μετά από σκέψη, αποφασίσαμε να μεταθέσουμε τον διάλογο στον ιστότοπο του περιοδικού. Όλα τα επώνυμα σχετικά κείμενα εφεξής θα αναρτώνται εκεί. Γνωρίζουμε άλλωστε καλά πόσο δύσκολο είναι να βρεθεί άλλο δημόσιο βήμα διατεθειμένο να τα δημοσιεύσει.

Το ζήτημα που μας απασχόλησε έντονα είναι αν το ίδιο πρέπει να ισχύσει και για τις ανώνυμες επιστολές που λαμβάνουμε. Κατ’ αρχήν, η πράξη της δημόσιας τοποθέτησης, πόσω μάλλον όταν αυτή περιλαμβάνει καταγγελία, είναι αυτονόητο ότι οφείλει να γίνεται ενυπόγραφα. Είναι αφύσικο, μάλιστα υποκριτικό να στιγματίζεις δημόσια τη συμπεριφορά ορισμένων εκ του ασφαλούς και, την ίδια στιγμή, αυτούς τους ίδιους να τους συναναστρέφεσαι κοινωνικά στις φιλολογικές εκδηλώσεις. Γιατί αν δεν σκοτίζεσαι για να κρατήσεις τις καλές σχέσεις σου, ποιος ο λόγος να κρύβεσαι;

Με αυτή την έννοια, η τακτική αυτή, της ανέξοδης καταγγελίας, είναι κατακριτέα. Όχι όμως πάντα. Η ελληνική συγγραφική και εκδοτική συντεχνία, η αθηναϊκή μάλιστα, είναι πολύ στενή – οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες. Σε περιπτώσεις προφανούς ανισότητας των όπλων (όταν λ.χ. ο καταγγέλων βιοπορίζεται σε επαγγελματικό χώρο στον οποίο ο καταγγελόμενος ασκεί μεγάλη επιρροή), η ανωνυμία ενδέχεται να είναι ο μόνος τρόπος.

Δεν είναι τυχαίο ότι στη Γερμανία οι ερευνητές που με τις αποκαλύψεις τους περί λογοκλοπής διέσυραν και οδήγησαν σε αποπομπή δύο κορυφαίους υπουργούς της κυβέρνησης Μέρκελ (και πλειάδα άλλους αξιωματούχους και πολιτικούς, όπως τον τέως ευρωβουλευτή των Φιλελευθέρων Γ. Χατζημαρκάκη – γεγονός που δεν αποθάρρυνε τον Υπουργό μας των Εξωτερικών από να τον αναγορεύσει προ ημερών πρέσβη εκ προσωπικοτήτων…), δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι ερευνητές αυτοί ήταν στην πλειονότητά τους ανώνυμοι.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ανώνυμης πλην τεκμηριωμένης καταγγελίας, κριτήριο για τη δημοσίευση της στον ιστότοπό μας θα είναι εφεξής το επαληθεύσιμο του περιεχομένου της. Εξίσου αυτονόητο είναι, ωστόσο, ότι δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε και τυχόν απαντήσεις που θα λάβουμε στις καταγγελίες αυτές.

Κλείνουμε με την επισήμανση ότι η δική μας θέση στο ζήτημα δηλώνεται επαρκώς στα δύο πρώτα μας τεύχη. Το ίδιο το ΝΠ δεν προτίθεται να επανέλθει, ούτε να απαντήσει στις νεώτερες επιθέσεις που δέχεται.

ΝΠ

Στο πνεύμα των παραπάνω, στις 11.11.14 δημοσιεύσαμε στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου εκτενή επιστολή του κριτικού Γιώργου Αράγη που ανασκευάζει τις θεωρητικές θέσεις περί λογοκλοπής του Νάσου Βαγενά (βλ. «Ποίηση και λογοκλοπία», ΝΠ2, σ. 197-208). Στις 13.11. αναρτήσαμε το κείμενο του ποιητή και μεταφραστή Κώστα Λάνταβου «Περί συμπεριφορών και άλλων δεινών» και στις 17.11. επιστολή αναγνώστη μας που αμφότερα αναφέρονται στον Χάρη Βλαβιανό. Η παρέμβαση του κ. Λάνταβου αφορμάται από το άρθρο του Ντίνου Σιώτη «Δημιουργική λογοκλοπή» (ΝΠ2, σ. 234-236).

 

Clipboard001

Γιῶργος Ἀράγης: Ἐπιστολὴ γιὰ τὸν «Φάκελο Λογοκλοπή»

ARAGIS

Από τον κριτικό Γιώργο Αράγη λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, που αφορμάται από δημοσίευμα του δεύτερου τεύχους μας. Για το ζήτημα της διεξαγωγής του διαλόγου στο ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (έντυπο και ψηφιακό) παραπέμπουμε στο σχετικό Σημείωμα της Σύνταξης.

* * *

Ἀγαπητό Νέο Πλανόδιον

Καλή σταδιοδρομία καί μακροημέρευση.

Σχετικά μέ τό θέμα «Φάκελος λογοκλοπή», πού ἄνοιξες μέ τό πρῶτο τεῦχος σου καί ἀκολούθησε συζήτηση στό δεύτερο τεῦχος, θά ἤθελα νά πῶ τά ἀκόλουθα.

α) Ἀσφαλῶς τό θέμα ἔχει σχέση μέ τήν ἐντιμότητα καί τό ἦθος τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ἀλλά ἀποτελεῖ κυρίως, καθώς πιστεύω, ἀντικείμενο αἰσθητικῆς πραγμάτευσης. Κι ἐδῶ χρειάζεται προσοχή στό τί λέμε, γιατί πρόκειται γιά ζήτημα ἀρχῶν πού πρέπει νά ἰσχύουν πέρα ἀπό τίς περιστάσεις καί τά πρόσωπα.

β) Ἡ συζήτηση περί λογοκλοπῆς δέν μπορεῖ νά περιοριστεῖ μόνο στήν ποίηση καί μάλιστα μόνο σέ ξενόγλωσσα κείμενα, γιατί δέν βασίζεται πουθενά μιά τέτοια διάκριση.[1] Σημαίνοντα καί σημαινόμενα ἔχουμε καί στήν πεζογραφία καί στό δοκίμιο καί στήν κριτική, καί στήν ἐπιστήμη, ὅπου τό κλεψίδι παίρνει καί δίνει. Ὅμως ἄς περιοριστοῦμε στά πρῶτα, ἀφήνοντας στήν ἄκρη τήν ἐπιστήμη. Ποίηση λοιπόν, πεζογραφία, δοκίμιο, κριτική. Μά, θά ᾿λεγε κανείς πώς ἡ ποίηση ἀποτελεῖ εἰδολογική ἰδιαιτερότητα μέ συναφή παρεπόμενα. Πράγματι, ἀλλά αὐτό δέν ἀλλάζει τόν κοινό παρονομαστή μέ τά ἄλλα τρία εἴδη, ἀφοῦ σέ ὅλα ἔχουμε πρόβλημα γλωσσικῆς ἔκφρασης.

γ) Ὅταν μιλοῦμε γιά λογοκλοπή ἤ ὄχι, ἔχει σημασία νά ἐλέγχουμε τήν ἀκρίβεια τῶν ἐπιχειρημάτων μας. Ἡ ὁλωσδιόλου ἀφηρημένη, θεωρητική, πραγμάτευση τοῦ θέματος μπορεῖ νά ὁδηγεῖ κάποτε σέ εὐλογοφανεῖς πλάνες. Ἡ γνώμη π.χ. τῶν Παλαμᾶ-Βαγενᾶ ἤ, καλύτερα, τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ ὅτι στή μετάφραση τῆς ποίησης αὐτό πού παίρνει κάποιος ἀπό τό ξένο κείμενο εἶναι «ἰδέες», ἀποτελεῖ, ὅπως θά φανεῖ παρακάτω, θεωρητικό ἀτόπημα.

Ἄς πᾶμε στά ἀρχικά στάδια τῆς γλώσσας. Τό πράγματα (ὅπως καί τά φαινόμενα καί ἀργότερα οἱ ἀφηρημένες ἔννοιες), καθώς εἶναι εὐνόητο, προϋπῆρξαν. Ὕστερα ἡ ἀνάγκη γιά συνεννόηση ἀνάμεσα στά μέλη μιᾶς φυλῆς ὁδήγησε στά ὀνόματα (σημαίνοντα) τῶν πραγμάτων (σημαινομένων). Ἔκτοτε αὐτά τά δυό, τά σημαίνοντα καί τά σημαινόμενα, συνδέοντα μέ τήν ἐμπειρική χρήση τους «συνειρμικά»,[2] ὥστε τό ἕνα νά παραπέμπει αὐτόματα στό ἄλλο καί ἀντίστροφα. Ὡστόσο οἱ διάφοροι λαοί πού ἀνάπτυξαν διαφορετικές γλῶσσες δέν μποροῦσαν νά συνεννοηθοῦν μεταξύ τους, ὄχι γιατί τά πράγματα διέφεραν τόσο, ἀλλά γιατί διέφεραν τά ὀνόματα. Χάρη ὅμως στήν κοινή πείρα τῆς ζωῆς τους κατάφεραν νά ἐπικοινωνοῦν στοιχειωδῶς μέ παντομίμα καί πληρέστερα μέ τή μετάφραση. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ σημερινές μεταφράσεις βασίζονται στήν κοινή πείρα τῶν λαῶν, χωρίς τήν ὁποία καμιά μετάφραση δέν θά ᾿ταν ἐφικτή. Γιατί ἡ κοινή πείρα ἐπιτρέπει νά μαθαίνει κανείς λ.χ. δυό γλῶσσες χάρη στίς ταυτοσημίες ὀνομάτων, ρημάτων κ.λπ. πού προφέρονται (καί γράφονται) διαφορετικά. Π.χ. τό ἀγγλικό ὄνομα ‘water’ εἶναι σημασιολογικά, ἀλλά ὄχι φωνητικά καί ὀπτικά, ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘νερό’, τό ἀγγλικό ‘rocks’ εἶναι ἀντίστοιχο μέ τό ἑλληνικό ‘βράχια’ κ.ο.κ. Αὐτές οἱ ἀντιστοιχίες ὀνομάτων ἤ σημαινόντων ἐκδηλώνονται ἔκτοτε αὐτόματα, χωρίς δηλαδή νά σκέφτεται κανείς τό πράγμα κι ἔπειται νά βρίσκει τό ὄνομά του στή γλώσσα του. Αὐτόν τόν αὐτοματισμό ἐννοοῦν οἱ καθηγητές ξένων γλωσσῶν, ὅταν λένε στούς μαθητές τους νά μή σκέφτονται στή γλώσσα τους, ὅταν μιλοῦν τήν ξένη γλώσσα πού θέλουν νά μάθουν. Ὁ ἴδιος αὐτοματισμός ἰσχύει βέβαια καί γιά τους μεταφραστές ποιητικῶν ἤ ὁποιωνδήποτε ἄλλων ἔργων.

Ἄς μείνουμε γιά τήν ὥρα στήν ξενόγλωσση ποίηση. Παραθέτω στά ἀγγλικά τήν πρώτη στροφή ἀπό τό ποίημα «Marina» τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ καί δύο μεταφράσεις της στά ἑλληνικά.

«What seas what shores what grey rocks and what islands
What water lapping the bow
And scent of pine and the woodthrush singing through fog
what images return
O my daughter.» [3]

Γ. Σεφέρης μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα ποιοί γιαλοί ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Καί ποιό νερό γλύφοντας τήν πλώρη
καί τό ἄρωμα τοῦ πεύκου κι᾿ ἡ τσίχλα τραγουδώντας μέσα στοῦ δάσους τήν καταχνιά
Ποιές ζουγραφιές γυρίζουν
Ὦ κόρη μου.» [4]

Κ. Κύρου μεταφράζει:

«Ποιά πέλαγα, ποιές ἀκρογιαλιές, ποιά γρίζα βράχια καί ποιά νησιά
Ποιό νερό βρέχοντας τήν πλώρη
Κι ἡ εὐωδιά τοῦ πέφκου καί τοῦ λόγγου ἡ τσίχλα κελαϊδώντας μές ἀπ᾿ τήν καταχνιά
Ποιές εἰκόνες ξαναγυρνοῦν
Ὦ κόρη μου.» [5]

Εὔκολα παρατηρεῖ κανείς πώς οἱ δυό μεταφράσεις ἤ, ἀλλιῶς, τά δυό δευτερογενή κείμενα εἶναι σχεδόν πανομοιότυπα.[6] Τοῦτο δεν εἶναι τυχαῖο βέβαια, ἀντίθετα ὀφείλεται στό γεγονός ὅτι τά δύο δευτερογενή κείμενα εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό πρωτογενές κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στά δευτερογενή ἔχουμε σέ πολύ μεγάλο βαθμό ἀντιστοιχίες σημαινόντων. Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω θέση τῶν Βαγενᾶ-Παλαμᾶ, ὅταν ὁ Ἕλληνας μεταφραστής συναντάει μέσα στό ἀγγλικό κείμενο τό σημαῖνον ‘rocks’ ξεχωρίζει τό σημαινόμενό του (τήν «ἰδέα») καί μέ βάση αὐτό τό σημαινόμενο ἄγεται σέ ἑλληνικό σημαῖνον τῆς ἐκλογῆς του.

Τέτοιοι διαχωρισμοί μπορεῖ νά γίνονται στό ἐπίπεδο τῆς ἀφηρημένης θεωρίας, στήν πράξη ὅμως, σύμφωνα μέ τήν κοινή ἐμπειρία, δέν ἰσχύει. Στήν πράξη δηλαδή, ὅταν ὁ μεταφραστής συναντήσει τό ἀγγλικό σημαῖνον ‘rocks’, καθώς τοῦ εἶναι γνωστά τά σημαίνοντα τῆς γλώσσας του, ἀνακαλεῖται αὐτόματα μέσα του καί χωρίς κάν τή θέλησή του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘βράχια’. Ἄν δέν συνέβαινε αὐτό, ὁ Σεφέρης καί ὁ Κύρου, δέν θά συναντιόνταν τόσο πολύ στά ἀντίστοχα ἑλληνικά σημαίνοντα τῆς παραπάνω ἀγγλικῆς στροφῆς. Θά μετάφραζε ὁ καθένας διαφορετικότερα τό ἀγγλικό κείμενο. Τό λεγόμενο συνεπῶς ὅτι ὁ μεταφραστής «ἁλιεύει» πρῶτα τό ἀγγλικό σημαινόμενο καί μετά κάθεται καί βρίσκει τό ἑλληνικό σημαῖνον ἰσχύει μόνο γιά τους ἀρχάριους μαθητές τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας. Αὐτοί πού ξεκινοῦν μέ τίς εἰκόνες τῶν σημαινομένων. Στήν πραγματικότητα τά σημαίνοντα-σημαινόμενα, ἤ πιό ἁπλά οἱ λέξεις, ἑνός πρωτογενοῦς κειμένου ὁδηγοῦν τόν ἑκάστοτε μεταφραστή στά ἀντίστοιχα σημαίνοντα-σημαινόμενα τῆς δικῆς του γλώσσας. Κάποτε ὡστόσο, ἀλλά ὄχι σπάνια, δέν ἕχουμε τίς ἴδιες λεξικές ἀντιστοιχίες, ὁπότε οἱ μεταφραστές καταφεύγουν σέ περιφραστικές λύσεις. Καί σ᾿ αὐτή ὡστόσο τήν περίπτωση ἡ μετάφραση γίνεται μέ ὁδηγό τό ἀντίστοιχο πρωτογενές ἐδάφιο καί μέ βάση τήν κοινή πείρα. Ἐρώτημα. Αὐτή ἡ ἠχητική καί ὀπτική διαφορά τῶν σημαινόντων, ἀνάμεσα στό πρωτογενές καί στό δευτερογενές ἤ μεταφρασμένο ποιητικό κείμενο, δέν ἔχει ρυθμικές καί προσωδιακές συνέπειες; Ἀσφαλῶς ἔχει. Ἡ διαφορετική πολιτισμική καί ποιητική παράδοση τοῦ πρωτογενοῦς κειμένου δέν ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ καμιά ἄλλη παράδοση. Πράγμα πού ἀφήνει κάποια -σχετικά καί ὄχι ἀπεριόριστα- περιθώρια σ᾿ ἕναν ἄξιο μεταφραστή νά αὐτενεργήσει δημιουργικά, νά περάσει δηλαδή στό δευτερογενές του κείμενο -κατά τό δυνατόν- τή δική του πολιτισμική καί ποιητική παράδοση. Ἔτσι πού τό μεταφρασμένο κείμενο νά μοιάζει ὡς ἕνα βαθμό σάν νά βγαίνει ἀπευθείας ἀπό τήν παράδοση τοῦ μεταφραστῆ. Αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ καί σπανίως συμβαίνει, παράδειγμα οἱ μεταφράσεις τοῦ Καρυωτάκη, ὅμως ποτέ δέν παύει μιά δημιουργική μετάφραση νά εἶναι ἕνα δευτερογενές κείμενο πού ὀφείλει τήν ὕπαρξή του σέ ὁρισμένο πρωτογενές. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο οἱ μεταφραστές, ἀπό τ᾿ ἀρχαῖα χρόνια, παντοῦ σ᾿ ὅλον τον κόσμο, δηλώνουν, ἀπό αἴσθημα χρέους, τό ὄνομα τοῦ ποιητῆ στόν ὁποῖο ὀφείλεται τό πρωτογενές κείμενο. Σέ ἀντίθετη περίπτωση, ἄν κάποιοι παρουσιάζουν μιά μετάφρασή τους ὡς δῆθεν ἀνεξάρτητο πρωτογενές ἔργο καί ἄρα ὡς ἀπόλυτα δικό τους δημιούργημα, τότε ἔχουμε ἀσφαλῶς ἀθέμιτη ἐνέργεια, ἤ, ἀλλιῶς, λογοκλοπή.

Ἄς κάνουμε ἤδη ὁρισμένη ὑπόθεση. Ἄς ὑποθέσουμε πώς ἕνας προικισμένος Νεοέλληνας μεταφραστής θέλει νά μεταφράσει, κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση, ὁρισμένο ἀγγλικό ποίημα ὑψηλῆς στάθμης. Στήν περίπτωση αὐτή, σύμφωνα μέ τόν Βαγενᾶ, τό πρῶτο πού κάνει εἶναι νά πάρει, νά «ὑπεξαιρέσει», τά σημαινόμενα τῶν ἀγγλικῶν λέξεων -τίς «ἰδέες» τους. Νά πάρει δηλαδή σκέτα σημαινόμενα. Ἄς ὑποθέσουμε πώς αὐτό εἶναι δυνατό κι ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι «ὑπεξαιρώντας» λ.χ. τό σημαινόμενο τοῦ ἀγγλικῆς λέξης ‘water’ ἔρχεται αὐτόματα στόν νοῦ του τό ἀντίστοιχο ἑλληνικό σημαῖνον ‘νερό’. Ἄς ὑποθέσουμε ἀκόμα πώς τόν αὐτοματισμό αὐτόν δέν μᾶς τόν δίδαξε ἀρκετά ὁ Σωσσύρ κι ὅτι ἡ ἐμπειρία τοῦ καθενός μας εἶναι λαθεμένη. Ἄς ὑποθέσουμε τέλος ὅτι ὁ μεταφραστής αὐτός, ἔχοντας σκέτα σημαινόμενα στό χέρι του, ἐπιμένει νά μεταφράσει τό ἀγγλικό ποίημα κατά τήν ἀκραία προσωπική του αἴσθηση. Καί τό κάνει «ἀναπλάθοντας» τά σημαινόμενα ἔτσι ὥστε νά φτάσει σ᾿ ἕνα κείμενο διαφορετικό ἀπό τό πρωτογενές. Ὅμως πόσο διαφορετικό μπορεῖ νά εἶναι τό κείμενο αὐτό; Θέλω νά πῶ τί περιθώρια «ἀνάπλασης» τῶν σημαινομένων ἔχει; Ἔχει περιθώρια ἀπεριόριστα; Κι ἄν, τραβώντας τό σκοινί, ξεπεράσει κάθε ὅριο ἀντιστοιχίας μέ τό πρωτογενές κείμενο θά καταλήξει σέ κατανοητό ἀποτέλεσμα ἤ τό ἀντίθετο; Ἄς τό ἔχουμε ὑπόψη μας ὅταν διαβάζουμε ὅτι μπορεῖ νά συμβαίνει (στή μετάφραση) «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [7] μιᾶς ἄλλης γλώσσας».[8] Αὐτό τό «πλήρης ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων», καί μάλιστα χωρίς ἀντιστοιχίες σημαινόντων, στήν πράξη ἀποτελεῖ ἐφικό ἤ ἀνέφικτο ἐγχείρημα; Κι ἐπειδή πρέπει κανείς νά παίρνει τήν εὐθύνη τῶν λόγων του, θά πρέπει ὁ Βαγενᾶς ἤ νά ἐπαληθέψει ὁ ἴδιος πρακτικά τήν παραπάνω ἄποψή του ἤ νά ὑποδείξει μία τουλάχιστο περίπτωση ὅπου ἔχει πραγματωθεῖ αὐτή. Μία ἔστω περίπτωση ὅπου ἔχει συμβεῖ σέ μετάφραση «πλήρης ποιητική ἀνάπλαση τῶν σημαινομένων ἑνός ποιήματος μέ τους ὅρους [ποιούς ἀκριβῶς] μιᾶς ἄλλης γλώσσας». Ἀλλιῶς, ἄν δέν μπορεῖ νά παρουσιάσει μιά τέτοια περίπτωση, τότε τά λεγόμενά του εἶναι ἀνεφάρμοστα.

Ἕνα ἄλλο ζήτημα. Ἔχουμε καμιά διαφορά ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ ἕνα βίωμα πού προκύπτει ἀπευθείας ἀπό τίς συνθῆκες τῆς ζωῆς; Ὑπάρχει, νομίζω, ὁρισμένη διαφορά. Τό ἀναγνωστικό βίωμα δέν εἶναι πρωτογενές, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχει ἤδη προκύψει σέ κάποιον ἄλλο. Ἔχει ἀσφαλῶς -γιά τόν ἀναγνώστη- τή σημασία ἑνός γνήσιου βιώματος, ἀλλά καί τό χαρακτηριστικό ὅτι προκύπτει ἀπό μιά πραγματωμένη γλωσσική ἔκφραση. Ἔχει συνεπῶς γλωσσική μορφή τήν ὁποῖα τό ἀπευθείας ἀπό τά γεγονότα τῆς ζωῆς βίωμα δέν ἔχει. Ἔχουμε δηλαδή διαφορά ὡς πρός τήν ἔκφραση. Τό ἀναγνωστικό βίωμα τό ἀφομοιώνουμε ὡς ἐκφρασμένη σύνθεση σημαινόντων-σημαινομένων, ἐνῶ τό μη ἀναγνωστικό ὡς ἀπευθείας ψυχικό συμβάν. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἕνα ξενόγλωσσο ἀναγνωστικό βίωμα, ἄν θέλει κανείς νά τό μεταφέρει στη γλώσσα του, ἕχει ὁδηγό του τήν δοσμένη ἔκφραση στην ξένη γλώσσα. Ἄν θέλει ὅμως νά ἐκφράσει ἕνα βίωμα πού δημιουργήθηκε ἀπό τίς περιστάσεις τῆς ζωῆς του, θά πρέπει νά τό ἐκφράσει χωρίς ὀδηγητικό προηγούμενο, ἀρχίζοντας ἀπό τό μηδέν. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στό ἀναγνωστικό βίωμα καί σ᾿ αὐτό πού δεν εἶναι ἀναγνωστικό γίνεται πιό αἰσθητή, ὅταν μεσολαβεῖ θέμα μετάφρασης τοῦ πρώτου καί ἀπευθείας ἔκφρασης τοῦ δεύτερου. Καί κάτι ἀκόμα. Τό ἐκφρασμένο βίωμα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἐκφρασμένο, εἶναι διαθέσιμο πρός «ἀναβίωση», ἐνῶ τό «περιστασιακό» δεν εἶναι καί θα πρέπει νά τό ἀνασύρει κανείς ἀπό τήν ἄμορφη ὑπόστασή του. Ἔτσι ἡ ἀφομοίωση ἑνός ἐκφρασμένου βιώματος γίνεται μέ εὐνοϊκότερους ὅρους ἀπό ὅ,τι ἑνός μή ἀναγνωστικοῦ.

Τά παραπάνω ἰσχύουν ὅταν ὁ μεταφραστής μεταφέρει στή γλώσσα του ὁλόκληρα ποιήματα. Δέν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια περίπτωση ἐκείνου πού χρησιμοποιεῖ μία λέξη, μία μικρή φράση ἤ ἔστω ἕναν ὁλόκληρο στίχο μεταφρασμένο μέσα σέ δικό του ποίημα. Γιατί στήν περίπτωση αὐτή προκύπτει συμφραστικό σύμπλεγμα ἀνάμεσα στό μεταφρασμένο καί στό πρωτότυπο λεκτικό περιβάλλον. Ἄν αὐτή ἡ σύμφραση πετυχαίνει ἤ ὄχι εἶναι ἕνα ζήτημα ἐξεταστέο. Γιατί μιά τέτοια ἐνέργεια εἶναι δημιουργική μόνο ὡς προϊόν ἔμπνευσης, πράγμα πού δέν εἶναι φαινόμενο ρουτίνας. Ἔχει συνεπῶς μιά τέτοια μέθοδος τά ὅριά της. Ἄρα δέν μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖται ὡς πανάκεια, καταχρηστικά καί ἀσύδοτα. Τότε προκύπτουν εὔλογα ἐρωτηματικά. Πάντως, ὅσο μικρότερο εἶναι τό μεταφρασμένο κομμάτι, τόσο λιγότερο διεκδικεῖ τήν αὐτοτέλειά του, γεγονός πού εὐκολύνει τόν ποιητή νά φτάσει στή ζητούμενη ὀργανική σύμφρασή του. Ἐνῶ, ὅσο μεγαλύτερο εἶναι τά μεταφρασμένο κείμενο, τόσο μεγαλύτερη ἀντίσταση παρουσιάζει στή σύμφραση, καθώς διεκδικεῖ ἔντονα τήν αὐτοτέλειά του. Ἐρώτημα: πρέπει νά δηλώνει ὁ ποιητής τήν πηγή ἀπό τήν ὁποία παίρνει τό μεταφρασμένο τμῆμα;[9] Πέρα ἀπό τήν ἀναγνώριση τοῦ χρέους στόν δημιουργό τοῦ δάνειου, δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει ἡ αἰσθητική πλευρά τοῦ ζητήματος. Γιατί, ὅταν τό δηλώνει, δίνει τή δυνατότητα στόν ἀναγνώστη νά δεῖ πῶς συμπεριφέρεται τό συγκεκριμένο παράθεμα μέσα στά δύο λεκτικά περιβάλλοντά του.[10] Ἔτσι ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά ἔχει ἕνα στοιχεῖο παραπάνω νά σταθμίσει τό συμφραστικό ἐπίτευγμα ἤ ὄχι τοῦ ποιητῆ.

Ἄς δοῦμε τώρα ἕνα παράδειγμα μετάφρασης ἀπό πρωτογενές δοκιμιακό κείμενο. Ἀπό κείμενο τοῦ Ἔλιοτ πάλι. Ἔχει τίτλο «Ἡ μουσική τῆς ποίησης» καί ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο καί τή Μαρία Λαϊνᾶ. Θά χρησιμοποιήσω μόνο μερικές φράσεις. Πρῶτα στήν ἀγγλική τους μορφή.

«The poet who did most for the English language is Shakespeare: and he carriet out, in one short lifetime, the task of two poets. […] The first period […] is from artificiality to simplicity, from stifness to suppleness. […] The late Shakespeare is occupietd with the other task of the poet – that of experimenting to see how elaborate, how complicated, the music could be made without losing touch with colloquial speech altogether, and without his characters ceasing to be human beihgs.»[11]

Τ. Σινόπουλος μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού τό περισσότερο δούλεψε γιά τήν ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: ἔφερε σέ πέρας μές στό σύντομο διάστημα μιᾶς ζωῆς τήν προσπάθεια δύο μαζί ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] προχωρεῖ ἀπό τό τεχνητό στήν ἁπλότητα, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐστροφία. […] Στά ὄψιμα ἔργα του ὁ Σαίξπηρ πραγματοποιεῖ τή δεύτερη προσπάθεια τοῦ καλλιτέχνη: […] ἐπιχειρεῖ ἕνα πειραματισμό πού θά τοῦ ἐπιτρέψει νά καθορίσει ὡς ποιό βαθμό σύνδεσης καί λεπτότητας ἡ μουσική μπορεῖ νά πετύχει, χωρίς ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ πολύ ἀπό τήν καθομιλούμενη γλώσσα, νά παραστήσει ἀνθρώπινα ὄντα.»[12]

Μ. Λαϊνᾶ μεταφράζει:

«Ὁ ποιητής πού πρόσφερε τά πιό πολλά στήν Ἀγγλική γλώσσα εἶναι ὁ Σαίξπηρ: κι ἔκανε, μέσα σέ μιά λιγόχρονη ζωή, τή δουλειά δύο ποιητῶν. […] Ἡ πρώτη περίοδος […] εἶναι ἀπό τήν ἐπιτήδευση στήν ἁπλούστευση, ἀπό τήν ἀκαμψία στήν εὐκαμψία. […] Ὁ Σαίξπηρ τῶν τελευταίων χρόνων ἀσχολεῖται μέ τήν ἄλλη δουλειά τοῦ ποιητῆ -τή δουλειά τοῦ πειραματισμοῦ γιά νά δεῖ πόσο περίτεχνη, πόσο περίπλοκη μπορεῖ νά γίνει ἡ μουσική χωρίς νά χάσει ὀλότελα τήν ἐπαφή μέ τήν καθομιλούμενη γλώσσα, καί χωρίς νά παύουν οἱ χαρακτῆρες νἆναι ἀνθρώπινα πλάσματα.»[13]

Παρατηροῦμε κι ἐδῶ ὅτι τά δυό μεταφρασμένα ἀποσπάσματα εἶναι παρόμοια, γιά τόν λόγο ὅτι εἶναι στενά ἐξαρτημένα ἀπό τό ἀντίστοιχο κείμενο τοῦ Ἔλιοτ. Στά μεταφρασμένα ἀποσπάσματα ἔχουμε μικροδιαφορές, ἀλλά καί τά δυό παίρνουν γραμμή ἀπό τό πρωτογενές ἀπόσπασμα καί τείνουν νά εἶναι ὅσο γίνεται πιστότερα σ᾿ αὐτό. Φυσικά στή στάθμη τῶν σημαινόντων ὑπάρχει ἠχητική καί ὀπτική διαφορά. Ταυτόχρονα ὅμως καί τά ἀγγλικά καί τά ἑλληνικά ἐκτελοῦν τήν ἴδια σημαντική λειτουργία: σημαίνουν τά ἴδια σημαινόμενα μέ τά ὁποῖα ἔχουν ἄρρηκτο δεσμό. Ἔτσι ἡ μετάφραση τοῦ πρωτογενοῦς ἀποσπάσματος μέ βάση μόνο τά σημαινόμενά του θά συνιστοῦσε ἁπλῶς περιττό πήγαιν᾿-ἔλα. Θά πεῖ κανείς ὅτι λέω πράγματα αὐτονόητα. Ἄς εἶναι, δέν πειράζει νά λέμε κάποτε καί τά αὐτονόητα ἄν εἶναι νά ἀποφεύγονται στοιχειώδεις παρανοήσεις.

Ἰδού τώρα κάτι διαφορετικό. Παραθέτω:

«Ὅταν ἀναλογιστοῦμε τήν κατάσταση τῆς ἑλληνικῆς ποιητικῆς γλώσσας τή δεκαετία τοῦ 1920, θ᾿ ἀντιληφτοῦμε πώς ἡ προσπάθεια πού ἀνέλαβε ὁ Σεφέρης -νά ξαναδώσει στήν ἑλληνική ποίηση τό σφρίγος καί τήν ἐνάργεια τῶν καλύτερων στιγμῶν της καί, ταυτόχρονα, νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας-δέν ἦταν ἔργο ἑνός ἀλλά δύο ποιητῶν. Τό δεύτερο δε θά μποροῦσε νά τό ἐπιτύχει κανείς σέ βάθος χωρίς τό πρῶτο, καί ἀπόδειξη γι᾿ αὐτό ἦταν, γιά τόν Σεφέρη, ἡ ποίηση τοῦ Καρυωτάκη.»[14]

Τό ἀπόσπασμα αὐτό παρουσιάζεται ὡς πρωτογενές κείμενο, ὡς προσωπική ἐργασία. Ὄχι συνεπῶς ὡς μετάφραση. Κι ἀλήθεια εἶναι πώς δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς μετάφραση κάποιου ξένου κειμένου. Μολαταῦτα παρατηροῦμε ὅτι χρησιμοποιεῖ σχεδόν κατά λέξη δύο σημεῖα τοῦ παραπάνω ἀγγλικοῦ ἀποσπάσματος: «ἔργο […] δύο ποιητῶν» («task of two poets») καί «νά τή φέρει κοντύτερα στόν τόνο τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας» («touch of colloquial speech»). Δέν ἐξετάζω ἄν εὐσταθεῖ ἤ ὄχι, ἀναφορικά μέ τόν Σεφέρη, ἡ παραπάνω γνώμη. Ἐκεῖνο πού θέλω νά ἐπισημάνω εἶναι ὅτι ναί μέν δέν ἔχουμε μετάφραση τοῦ ἐλιοτικοῦ ἀποσπάσματος, ἔχουμε ὡστόσο μετάφραση δύο ἰδιαίτερης σημασίας φράσεών του. Τί κάνουμε σ᾿ αὐτή τή περίπτωση; Θεωροῦμε ὅτι πρόκειται γιά μιά διαβολική σύμπτωση ἤ θεωροῦμε ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἀπίθανο καί ἄρα ἔχουμε νά κάνουμε μέ λογοκλοπή; Τί λέει ὁ ἴδιος ὁ Βαγενᾶς; Λέει, σύμφωνα μέ ὅσα ἔχει ὑποστηρίξει θεωρητικά, ὅτι ἡ φράση του π.χ. ‘ἔργο δύο ποιητῶν»’, ἐπειδή σχηματίζεται ἀπό ἑλληνικά γράμματα πού προφέρονται διαφορετικά ἀπό τά ἀγγλικά τῆς φράσης τοῦ Ἔλιοτ «task of two poets», εἶναι πρωτότυπη καί δέν ὀφείλει τίποτα στόν Ἔλιοτ;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

* * *

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Θυμίζω τόν σάλο πού ξέσπασε καί τί συνέπειες εἶχε, ὅταν τά παιδιά τῆς φοιτητικῆς Πανσπουδαστικῆς ἀποκάλυψαν τίς δοκιμιακές λογοκλοπές ἀπό ξένα κείμενα τοῦ Κ. Δεδόπουλου, τό 1963 ἄν θυμοῦμαι καλά.
2. F. De Saussure, Μαθήματα Γενικῆς Γλωσσολογίας, μετάφραση-σχόλια-προλογικό σημείωμα Φ.Δ. Ἀποστολόπουλου, Ἐκδόσεις Παπαζήση, Ἀθήνα 1979, σ. 100.
3. The Waste Land and other poems, by T.S. Eliot, Faber and Faber, London 1972, p. 67.
4. Θ.Σ. Ἔλιοτ, Ἡ Ἔρημη Χώρα καί ἄλλα ποιήματα. Εἰσαγωγή, σχόλια, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ἴκαρος, Ἀθήνα 1949, σ. 73.
5. Τόμας Στέρνς Ἔλιοτ, Ἡ Τετάρτη τῶν Τεφρῶν, Τά τραγούδια τοῦ Ἄριελ, Τέσσερα Κουαρτέτα, μεταφράζει ὁ Κλεῖτος Κύρου, Ρόπτρον (δεύτερη ἔκδοση), Ἀθήνα 1988, σ. 31.
6. Ὁ ἀριθμός τῶν μεταφράσεων θά μποροῦσε νά ᾿ναι μεγαλύτερος. Τό ποίημα π.χ. τοῦ Χάινε «Λορελάη» ἔχει μεταφραστεῖ στά ἑλληνικά ἀπό ἑφτά διαφορετικούς μεταφραστές μέ παρόμοιο ἀποτέλεσμα.
7. Τί σημαίνει ἀκριβῶς ἐδῶ ἡ λέξη «ὅρους»; Γιατί ξαφνικά ξεχνοῦμε τά σημαίνοντα-σημαινόμενα καί χρησιμοποιοῦμε μιά λέξη μέ γενικό καί ἀόριστο, περιεχόμενο;
8. Νάσος Βαγενᾶς, «Ποίηση καί λογοκλοπή», Νέο πλανόδιον, τεῦχος 2, Καλοκαίρι 2014, σ. 203.
9. Ἀπό ἄλλη ὀπτική γωνία εἶχα θίξει τό θέμα αὐτό στό κείμενό μου «Κώστας Πασβάντης», Νέα Ἑστία, τεῦχος 1848, Ὀκτώβριος 2011, σ. 507, σημείωση 2.
10. Αὐτός εἶναι φαντάζομαι, ὁ λόγος πού πολλοί μεταφραστές παραθέτουν ἀντικριστά στη μετάφρασή τους τό μεταφραζόμενο ξενικό κείμενο.
11. T.S. Eliot, «The music of poetry», On poetry and poets, by Faber & Faber, London, 1957, σσ. 35-36.
12. Τ. Σινόπουλος, «Thomas S. Eliot, Ἡ μουσική τῆς ποίησης», Ποιητική Τέχνη, Μάρτιος 1947-Δεκέμβριος 1948, τόμος 1, Ἀθήνα 1949, σ. 487.
13. Ἑφτά δοκίμια γιά τήν ποίηση τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ, μετάφραση Μαρία Λαϊνᾶ, Κλεψύδρα, Ἀθήνα 1971, σ. 28.
14. Νάσος Bαγενᾶς, Ὁ ποιητής κι ὁ χορευτής. Μιά μελέτη τῆς ποίησης καί τῆς ποιητικῆς τοῦ Σεφέρη, Κέδρος, Ἀθήνα 1979, σσ. 133-134.

 

Λογοκλοπή: Ο κλέψας του κλέψαντος («Τα Νέα», 1.11.2014)

του ΓΙΟΥΒΕΝΑΛΗ
εφ. ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Page_528817$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg Page_528818$W0_H115_R0_P0_S1_V0$Jpg

Λογοκλοπή

Ο κλέψας του κλέψαντος

Οι υποθέσεις «κλοπής» μεταξύ συγγραφέων, ερευνητών και ιστορικών θα μπορούσαν να αποτελούν υλικό για αστυνομικό μυθιστόρημα του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν. Αλλωστε, σύμφωνα με μια παλιότερη καταγγελία εντός του σιναφιού, και αυτός έχει πέσει θύμα από έλληνα «συνάδελφο»

Mundus vult decipi, ergo decipiatur. Ο κόσμος επιθυμεί να εξαπατηθεί, άφησέ τον λοιπόν να εξαπατηθεί. Η φράσις του ρωμαίου συγγραφέα Γαΐου Πετρωνίου, που έζησε λίγο μετά τον Χριστό, είναι ενδεικτική μιας κυνικής νοοτροπίας που κατακλύζει τον κόσμο αρκετών ελλήνων λογίων.

Ηδη θα αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής. Θέλει να πει ότι καθ’ όλα αξιοσέβαστοι άνθρωποι, με λαμπρές ακαδημαϊκές περγαμηνές, καθηγητές, ακαδημαϊκοί, έχουν συλληφθεί  να κλέπτουν οπώρας – τουτέστιν τον πνευματικό, ερευνητικό ή δημιουργικό κόπο άλλων. Πρόσωπα που συχνά περιβάλλονται τον μανδύα κηνσόρων, αποδεικνύονται αδύναμα μπροστά στο δέλεαρ ενός επιπλέον credit… Ματαιοδοξία; Πιθανόν. Αλλά επενδεδυμένη κυνισμό και περιφρόνηση αρχών. Κι όταν, αν, αποκαλυφθεί η λαθροχειρία, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι καταφέρνουν να βρίσκονται και από πάνω. Μετερχόμενοι είτε των σχέσεών τους είτε της εξουσίας τους, οχυρωνόμενοι στην αμνησία που ως κουρνιαχτός επικάθηται επί του δημοσίου λόγου συνεχίζουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο.

Εχοντας επιστρέψει προσφάτως από ένα ακαδημαϊκό σαββατικόν διαρκείας ενός έτους, συναντήθηκα τις προάλλες με νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές παιδαγωγικού τμήματος. Μιλήσαμε για τις εργασίες τους και με έκπληξή μου άκουσα ότι η κυρίαρχη τάση είναι να αναζητάς στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη παλαιότερες εργασίες παλαιότερων μεταπτυχιακών τις οποίες, είτε παραφράζοντάς τες είτε και παραθέτοντάς τες αυτούσιες, παίρνεις με ασφάλεια το πολυπόθητο χαρτί. Με τη μικρότερη προσπάθεια.

Η κουλτούρα της αντιγραφής

Είναι γεγονός, λοιπόν, ότι στο ελληνικό πανεπιστήμιο ανθεί η κουλτούρα της αντιγραφής. Οικειοποιείσαι τη δουλειά άλλου, την παρουσιάζεις για δική σου, «ξεχνώντας» όλως τυχαίως ασφαλώς τον υπομνηματισμό και τις παραπομπές. Καμιά φορά αντιγράφεις «από τα ξένα» (αν δύνασαι να διαβάσεις κάτι στα ξένα και να το μεταφέρεις στα δικά μας), αλλά δεν είναι ασύνηθες να «μεταφράζεις» και από τα δικά μας. Πολύ πρόσφατα, παράγων του ελληνικού πανεπιστημίου, με επιθυμία παρεμβάσεως στη δημόσια ζωή και αντιμνημονιακή ρητορική, προκειμένου να προαχθεί είχε αντιγράψει σχεδόν ολόκληρο προγενέστερο βιβλίο επιστημολογίας συναδέλφου του. Η υπόθεση θα κατέληγε στα αστικά δικαστήρια, ώσπου ο κλέψας οπώρας προσέπεσεν γονυπετής στους πόδας των κατόχων του πρωτοτύπου και των δικηγόρων τους. Εκείνοι τον ελυπήθηκαν, εκείνος απέσυρε το βιβλίο, αλλά κέρδισε την προαγωγή – ίσως με ένα άλλο βιβλίο, που έγραψε γρήγορα, προφανώς θεία εμπνεύσει. Σημασία έχει ότι ο προαχθείς συνεχίζει να αρθρογραφεί εναντίον των μεταρρυθμίσεων και του βάρβαρου Μνημονίου.

Αλλά σε μια χώρα όπου η κουλτούρα της αντιγραφής κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, είναι προφανές ότι δίδεται η δυνατότης της διασταυρώσεως και προβολής περιπτώσεων, η αντιγραφική μέθοδος των οποίων έχει διαρρεύσει. Οι κλέπται πνευματικών οπωρών είναι αρκετοί – και έχουν ονοματεπώνυμο. Τις περιπτώσεις δε ορισμένων εξ αυτών συγκέντρωσε, προσφάτως, το περιοδικό λογοτεχνίας και κριτικής ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (τχ. 1, χειμώνας 2014). Εξ ανάγκης, θα σταχυολογήσω τις σοβαρότερες – και ιδιαιτέρως αστείες – προσθέτοντας αναφορές.

Μια ξένη γλώσσα αρκεί

Ο Νικόλαος Κ. Αρτεμιάδης (1917-2010) ήταν γνωστός μαθηματικός, με μεγάλη διδακτική εμπειρία σε ελληνικά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 2000, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, εξέδωσε την ογκώδη «Ιστορία των μαθηματικών» (781 σελίδες) που, τέσσερα χρόνια μετά, μεταφράστηκε στα αγγλικά. Ωστόσο, το 2005, ο Σεθ Μπρέιβερ, από το Πανεπιστήμιο της Μοντάνας, κατήγγειλε το βιβλίο ως προϊόν λογοκλοπής, ανάλογης εργασίας του μαθηματικού Μόρις Κλάιν. «Ο Αρτεμιάδης δεν συνόψισε μόνο τη σκέψη τού Κλάιν, δίχως να παραπέμψει σε εκείνον, την αντέγραψε αράδα προς αράδα» σημείωνε ο Μπρέιβερ. Οι εκδότες, αφού επιβεβαίωσαν την καταγγελία, απέσυραν από την κυκλοφορία το βιβλίο. Στην Ελλάδα, πάντως, μπορείτε ακόμα να βρείτε το βιβλίο στα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία. Είναι έκδοση της έγκυρης Ακαδημίας Αθηνών.

Ο εγκληματολόγος Γιάννης Πανούσης, της αριστερής τάσεως της ΔΗΜΑΡ (πρώην ΠΑΣΟΚ αλλά και, στο παρελθόν, υποψήφιος υπερνομάρχης Αθηνών – Πειραιώς του ΣΥΡΙΖΑ), έχει κατηγορηθεί ότι, τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής καριέρας του, οικειοποιήθηκε «την εισήγηση που έκανε ο άγγλος καθηγητής Λώρενς Ρέιτνα στο Διεθνές Συνέδριο Σημειωτικής και Ψυχανάλυσης» του Μιλάνου, 1976, για ένα άρθρο που δημοσίευσε στο περιοδικό «Πολίτης». Η αρχική καταγγελία δημοσιεύθηκε στην «Αυγή», ο ιδεολογικά συγγενής «Πολίτης» ωστόσο, διά του εκδότου Αγγελου Ελεφάντη, παραδέχθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση ότι υπήρξε «πρωτότυπο απ’ όπου ο κ. Πανούσης έχει «δανειστεί» το μεγαλύτερο και σοβαρότερο μέρος του άρθρου του» (βλ. «ΤΑ ΝΕΑ», 15/5/1992). Ο καθηγητής, σε απάντησή του, ισχυρίστηκε ότι σε ανάτυπο του ίδιου άρθρου που κυκλοφόρησε ιδίοις αυτού αναλώμασι παρέπεμπε έξι φορές στον Ρέιτνα.

Σύμφωνα με την έρευνα της Μικέλας Χαρτουλάρη για «ΤΑ ΝΕΑ» (15/5/1992), στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 22/2/1989, ο κριτικός Δημοσθένης Κούρτοβικ «κατήγγειλε […] τον δημοσιογραφικό αστέρα Στέλιο Κούλογλου ότι το βιβλίο του «Εγκλημα στο Προεδρικό Μέγαρο» (Νέα Σύνορα) αποτελεί «πιστή αντιγραφή, κεφάλαιο προς κεφάλαιο, σκηνή προς σκηνή» του βιβλίου «Φόνος στην Κεντρική Επιτροπή» του διάσημου ισπανού συγγραφέα Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, το οποίο […] είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά (Μέδουσα) μόλις ενάμιση χρόνο πριν». Ο κατηγορηθείς δεν απάντησε ποτέ, ενώ το βιβλίο συνεχίζει να κυκλοφορεί σε νεότερη έκδοση. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ίδιος δημοσιογράφος εξέδωσε σε έναν τόμο υλικό από συνεντεύξεις ιστορικών προσώπων της Αριστεράς, για την εκπομπή του «Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα» («Μαρτυρίες για τον Εμφύλιο και την ελληνική Αριστερά», Εστία, 2005). Δυο δημοσιογράφοι που είχαν δουλέψει εκεί, η Ζαννίνα Βώβου και η Μαρίλια Παπαθανασίου, έστειλαν εξώδικο στον οίκο, με το επιχείρημα ότι σχεδόν τις μισές συνεντεύξεις τις είχαν λάβει αυτές, αλλά δεν υπήρχε πουθενά αναφορά στη συμβολή τους. Ο οίκος αποδέχθηκε την αιτίασή τους και πρόσθεσε με αυτοκόλλητο τα ονόματά τους στο στοκ του βιβλίου.

Ο μεταμοντερνισμός που δανείζεται

Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός έχει κατηγορηθεί επωνύμως όχι μόνο μία φορά στο παρελθόν για ιδιοποίηση ξένων στίχων είτε και ποιητικών αποφθεγμάτων. Σύμφωνα με τους ερευνητές του «Νέου Πλανόδιου», «ο όγκος των ποιητικών «δανείων» του Βλαβιανού είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Στην πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση τεσσάρων από τις συλλογές του […] πολλά ποιήματα που ο Βλαβιανός στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις των συλλογών παρουσίαζε ως δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ή παροδηγούσε τον αναγνώστη να τα εκλάβει ως τέτοιες), πλέον αποδίδονται ρητώς ή εμμέσως στους αρχικούς τους δημιουργούς. Ανάμεσά τους, ποιήματα των Σίμιτς, Ασμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στήβενς, Μπάχμαν, […] έργα της Κάρσον […] και του Λόνγκλεϋ […] και άλλων». Η πιο πολυσυζητημένη τέτοιου τύπου καταγγελία έχει δημοσιευθεί στο «Βήμα» (3/1/2008), στη στήλη των επιστολών. Ο καταγγέλλων, Παύλος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνει ότι στο βιβλίο του Βλαβιανού «Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007, αλλά πλέον δεν υπάρχει στην αγορά), ένα απόσπασμα ήταν μετάφραση «από το πολύ γνωστό δοκίμιο «Can poetry matter?» του αμερικανού ποιητή Ντέινα Τζόια». Ο Βλαβιανός, με επιστολή που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα (8/1/2008), παραδέχθηκε ότι τα πράγματα είχαν γίνει ακριβώς έτσι και δικαιολογήθηκε πως, όταν αντέγραφε το απόσπασμα στις σημειώσεις του, αμέλησε να γράψει το όνομα του Τζόια, με αποτέλεσμα, όταν αργότερα το ενέταξε στο βιβλίο, να το περάσει για δικό του. Επικαλείται, πάντως, τη ρήση του Γέιτς «είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα».

Με την παραπάνω άποψη του Γέιτς, φαίνεται ότι συμφωνεί και ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς (που επίσης έχει κατηγορηθεί, από τον εκλιπόντα Αργύρη Χιόνη, ότι οικειοποιήθηκε ποιήματα του Οκτάβιο Πας ή του Μπόρχες, βλ. «Νέο Πλανόδιον», τχ. 2, καλοκαίρι 2014). Ποιητής αλλά και μεταφραστής ο ίδιος, έχει υποστηρίξει ότι αφού «το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό […] η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή». Στο χαλαρό αυτό κριτήριο, ο ίδιος εντάσσει μόνο την ποίηση, ενώ δεν το επεκτείνει και σε όλη την υπόλοιπη παραγωγή πνευματικών προϊόντων. Ετσι, στο «Βήμα» της 30ής Σεπτεμβρίου 1990, είχε στολίσει τον Μιχάλη Νικολιδάκη, το βιβλίο του οποίου «Νεοελληνικά. Επισκόπηση νεοελληνικής λογοτεχνίας – Εισαγωγή στην παιδική λογοτεχνία» ήταν συρραφή κειμένων άλλων, του Ελιοτ και του Παπανούτσου, του Λουκάτου ή του Γεωργίου Θέμελη. Ο Βαγενάς εγκαλούσε, τότε, επί μεταμοντερνισμώ, καθηγητές όπως ο Δημήτριος Μαρκής ή ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, που με εκείνο το βιβλίο προήγαγαν τον Νικολιδάκη σε επίκουρο, σχετικοποιώντας την έννοια της πρωτοτυπίας. Σήμερα, έχει ο ίδιος προσχωρήσει στους μεταμοντέρνους.

Η Φωτεινή Τομαή, εμπειρογνώμων πρεσβευτής σύμβουλος α’, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών και, στις τελευταίες ευρωεκλογές, υποψήφια με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ, κατηγορήθηκε από τη συγγραφέα Ελένη Κεφαλοπούλου και τον σκηνοθέτη Αρη Φωτιάδη ότι «δανείστηκε» αυτούσιο υλικό από δική τους δουλειά για το βιβλίο της «Αληθινές ιστορίες 1, 2, 3,.. 11 ολυμπιονικών» (Παπαζήση, 2004), που κυκλοφόρησε ενόψει των Ολυμπιακών της Αθήνας. Επειτα από μακρά αναμονή, το πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθμ. 525/2013 απόφαση καταδίκασε την κυρία Τομαή για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων του βιβλίου και της επέβαλε να αποδώσει στους κατηγόρους της 20.000 ευρώ, καθώς και να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο πανελλαδικής κυκλοφορίας εφημερίδες – απόφαση που επικυρώθηκε και στο Εφετείο. Η κυρία Τομαή, μετά το πέρας της υπόθεσης, ανακοίνωσε ότι θα έκανε αίτηση αναίρεσης στον Αρειο Πάγο.

«Τίθεται ζήτημα εξαπάτησης του κοινού»

Όταν το εξαμηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ έκανε θέμα τη λογοκλοπή, κανείς δεν πίστευε ότι εκόμιζε γλαύκα ες Αθήνας. Λίγο-πολύ, στον κλειστό κύκλο των Γραμμάτων και του πανεπιστημίου, οι περισσότερες περιπτώσεις ήταν πασίγνωστες. Ωστόσο, η συζήτηση ξέφυγε από το μικρής κυκλοφορίας έντυπο για μεμυημένους και έφθασε να σχολιαστεί στο περιοδικό κριτικής βιβλίου «The Athens Review of Books», με το οποίο ο κατηγορηθείς Χάρης Βλαβιανός είναι συνεργάτης. Ο εκδότης Σταύρος Πετσόπουλος, με προσεκτική επιστολή του, υπερασπίστηκε τον Βλαβιανό κάνοντας λόγο για ξεθυμασμένη και απαντημένη ιστορία, ενώ ο εκδότης του περιοδικού, με ένα οργίλο κείμενο, κατηγόρησε όσους ανακινούν το ζήτημα, ως «παρέες κηνσορίσκων» που διεξάγουν «αυριανικού τύπου εκστρατείες».

Αναζητήσαμε τον εκδότη του ΝΕΟΥ ΠΛΑΝΟΔΙΟΥ, Κώστα Κουτσουρέλη, και του ζητήσαμε να κρίνει αυτές τις απαντήσεις. Αντί απαντήσεως, μας έθεσε υπ’ όψιν επιστολή που απέστειλε στο περιοδικό, το οποίο, αν και συχνά επικαλείται το δημοκρατικό πνεύμα διαλόγου το οποίο υποτίθεται ότι προάγει, αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει. Στο κείμενο της επιστολής αυτής, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα εξής*:

«Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι προσωπική, βεντέτα δική μου και δική του. Η έρευνα στο «Νέο Πλανόδιον» είναι ομαδική δουλειά αφού συνέδραμαν σ’ αυτήν άλλοι τρεις συνεργάτες (Κ. Πουλής, Γ. Βαρθαλίτης, Ελ. Σταγκουράκη), ενώ τη συμπεριφορά του Βλαβιανού έχουν ψέξει δημοσίως κατά καιρούς και αρκετοί ακόμη συγγραφείς (Α. Βιστωνίτης, Ντ. Σιώτης, Π. Θεοδωρίδης, Σ. Παστάκας, Γ. Πατίλης, Β. Λαλιώτης κ.ά.). Η περίπτωση Βλαβιανού δεν είναι συνηθισμένη, μια ακόμη μες στον σωρό. Ποσοτικά, διότι τα «δάνειά» του είναι παρμένα από δεκάδες συγγραφείς και έχουν έκταση από πολλές σελίδες έως λίγες γραμμές. Ποιοτικά, διότι αφορούν πολλά είδη του λόγου (ποίηση, δοκίμιο, φιλολογική μελέτη, αφορισμό, απόφθεγμα). Χρονικά δε, τα στοιχεία δείχνουν έναν κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή δράστη σε δημοσιεύματά του από το 1990 έως σήμερα. Η υπόθεση Βλαβιανού δεν είναι ξεθυμασμένη, «κουτσουκέλα» του παρελθόντος. Λίγα μόνο περιστατικά είναι ευρέως γνωστά και έχουν υποχρεώσει τον Βλαβιανό να απαντήσει (Τζόια, Κάρσον). Στο «Νέο Πλανόδιον» φέραμε στο φως και πολλά άλλα, είτε με δική μας έρευνα είτε από πηγές που σήμερα δεν είναι πλέον προσιτές.

Η περίπτωση Βαγενά διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν του Βλαβιανού, αφορά μόνο την ποιητική λογοκλοπή. Στο πεδίο αυτό όμως είναι ακραία αφού στην πράξη νομιμοποιεί οποιονδήποτε σφετερισμό του ξένου κόπου στο όνομα της υψηλής θεωρίας. Το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα δεν είναι τόσο θέμα ιδιοκτησιακό, κλοπή ξένων δικαιωμάτων. Είναι ζήτημα εξαπάτησης του κοινού για την πραγματική πατρότητα των κειμένων, δημιουργία μιας πλαστής συγγραφικής ταυτότητας. Και η συστηματική σιωπή του Τύπου αποτελεί είτε σκάνδαλο συγκάλυψης είτε θλιβερό δείγμα δειλίας και προληπτικής αυτολογοκρισίας».

Ο Juvenalis, 55-135 μ.Χ., ήταν ρωμαίος σατιρικός ποιητής

 * Σημ. του ΝΠ: Από παραδρομή της εφημερίδας τα λεγόμενα του ΚΚ αποδίδονται εσφαλμένα στο κείμενο της επιστολής που αποστείλαμε και, επικαλούμενη προσχηματικούς λόγους, δεν δημοσίευσε η ARB. Το σωστό είναι ότι πρόκειται για μια ελεύθερη συνόψιση του περιεχομένου της επιστολής εκείνης. Το πλήρες κείμενο της απάντησής μας δημοσιεύεται εδώ.