Λάμπρος Λαρέλης

Λάμπρος Λαρέλης, Σημειώσεις για έναν άνθρωπο

fool

 

Η αρετή του μια και μόνη: δεν στρογγύλευε.

* * *
Ανόητος δάσκαλος. Στο ερώτημα «και πώς να ζήσω;» εκείνος απαντούσε: «όπως νομίζεις».

* * *
Για κάποιο λόγο η κολακεία δεν τον έπιανε. Καταδικάστηκε λοιπόν να ζει στεγνός μες στους πιωμένους.

* * *
Στα πράγματα τα δεύτερα ήταν πάντα πρώτος.

* * *
Γενναίος; Διόλου! Απλώς από παιδί είχε αναισθησία στον φόβο.

* * *
Στα έργα του τόνιζε τις μεταβάσεις, τους συνδέσμους, τους κρυφούς αρμούς από μοτίβο σε μοτίβο. Οι θαυμαστές τον εγκωμίαζαν, κι ύστερα τα κομμάτιαζαν και τα πουλούσαν σκόρπια.

* * *
Η υπεροψία του; Παιδιάστικη. Έδινε σημασία στην αλήθεια.

* * *
Όσοι δεν τον γνωρίζανε, τον είχαν για αφιλόδοξο. Ποιος τώρα να σκεφτεί πως είχε αλλεργία στις δάφνες.

* * *
Άνθρωπος αισιόδοξος βαθιά. Ο Αρμαγεδδών ήταν γι’ αυτόν το αντίδοτο στην πλήξη.

* * *
Υψιπετούσε για καιρό. Θα του άρεσε όμως κάπου κάπου να χαμέρπει.

* * *
Είχε σε αφθονία όσα περίττευαν. Του έλειπαν μονάχα τα αναγκαία.

* * *
Τον ενθουσίαζαν οι Αθώοι. Στο εικονοστάσι του είχε την Ζαν ντ’ Αρκ, τον Τσε, την Κοκκινοσκουφίτσα…

* * *
Πνεύμα απ’ τα ράθυμα. Δούλευε για το Μέλλον.

* * *
Στα ζόρια ήταν αλύγιστος. Μιλούσε, ουρούσε, αποπατούσε ορθός.

* * *
Εντελώς ανεπίδεκτος μαθήσεως. Τον ξαφνιάζε κάθε πρωί η αχρειότης.

* * *
Συνήθως κόμπιαζε· η γλώσσα του ήταν γεμάτη άνω τελείες.

* * *
Στο θαύμα ήταν που πίστευε, καθόλου στις καλές προθέσεις.

* * *
Καπάτσος σ’ όλα του. Το σφάλμα το διόρθωνε με σφάλμα.

* * *
Ποτέ δεν πρόδωσε τους φίλους του. Μέχρι το τέλος έμεινε στο τέλμα τους μαζί τους.

* * *
Κι ο εγωισμός του ακόμη ήταν όλος αυταπάρνηση.

* * *
Ποτέ δεν έγινε οπαδός. Ντρεπότανε να δείξει τη χαρά του.

Λάμπρος Λαρέλης, Αθήνα

athina
με τον τρόπο του Γ.Σ.

Ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης προχθές στο Ελληνικό
παράδεισο ευκαιριών την είπε την Αθήνα,
στεφάνι τής απόθεσε αναπτυξιακό
και με resorts τη στόλισε, μαρίνες και καζίνα,
την είπε ευρωπροορισμό παρά την πανδημία,
μητρόπολη επενδύσεων, κι ας μην υπάρχει μία.

Πάει καλά… Ο Μητσωτός ας την εγκωμιάζει,
σ’ έναν Κυριάκο ο καθείς τα πάντα επιτρέπει,
ως κυβερνήτης είθισται να μας διασκεδάζει
κι εμπρός του όλα ευάερα κι ευήλια να τα βλέπει.
Όμως εγώ τα βλέπω αλλιώς, μία ιδέα πιο σκούρα,
και μου ’ναι χούι ανίκητο η χλεύη κι η καζούρα.

Ας κλώθει ο πρωθυπουργός οράματα στον νου του
κι ας τον δοξάζουν της τιβής τα πρώτα τα κλαρίνα,
αν όμως κάποιος από σας το θέλει, εξεπιτούτου
θα του το εξηγήσω εγώ ποια είναι η Αθήνα.
Ο Μητσοτάκης την υμνεί σε κάποια virtual σφαίρα
εγώ όμως δεν το κούνησα στιγμή από δω πέρα.

Αθήνα… Ξέρεις τι θα πει, μαλάκα μου, Αθήνα;
Απ’ την αυγή ένας σαματάς ώς το βαθύ σκοτάδι,
κρότοι βομβών στα Εξάρχεια και τακουνιών στη Σίνα,
βρισίδια και ξεφωνητά λες απ’ το στόμα του Άδη,
κόρνες και ποδοβολητά στη ράχη της ασφάλτου,
διαδηλωτών κοάξ κοάξ, κρωξίματα του βάλτου.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Των οφθαλμών καούρες,
στην ντάλα του μεσημεριού τα φλας να κάνουν στράκες,
πόζες της Γιάννας, κι άλλα φλας, δημοσιογράφων μούρες,
κυρίες φιλανθρωπικές, κλάκες, τράκες, φενάκες,
και πλάι στα εξαμβλώματα του Ωνάση και του Νιάρχου
οι παρδαλοί περίπατοι κάθε βλαχοδημάρχου.

Κι αν στου Μαξίμου οι ιθύνοντες ξυπνούν μες στους μπαξέδες
και βλέπουν γάργαρα νερά και δροσερές καράφες,
λουλούδια βλέπουμε κι εμείς σε γκαζοντενεκέδες
και φοινικιές μισόξερες μέσα σε κάτι σκάφες.
Και κάθε μέρα σούμπιτοι βουτάμε ώς το κεφάλι
στης σκόνης μέσα τις βραγιές και μέσα στην αιθάλη.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει; Ένας λαός γκαρσόνια,
ντελιβεράδες, αιρ-μπι-εν-μπι και ρουμ-του-λετατζήδες,
ουρές στα προποτζίδικα, εισαγωγέων καμιόνια,
δικηγορίσκοι, εξέκιουτιβζ, κλόουν και φασουλήδες,
φάτσες βαλκάνιες δηλαδή όπου γελάει η Ευρώπη,
παράσιτα και πίθηκοι, μίμοι και λογοκλόποι.

Αθήνα ξέρεις τι θα πει;… Της ιστορίας οι τύψεις,
καμπάνιες διαφημιστών, καθηγητών ατάκες,
του Βέλτσου η …διανόηση, του Αυτιά οι …αποκαλύψεις,
γκασμάδες μ’ ένα-δυο post-doc και ειδικευμένοι βλάκες,
σαβούρα ακαδημαϊκή και λίγδα στη βιτρίνα,
αυτό θα πει πρωτεύουσα, αυτό θα πει Αθήνα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Λάμπρος Λαρέλης, Μάρτιος 2021

Gianna

με τον τρόπο του W. B. Yeats

Ρίξαμε μπόι, λέτε πια… Διακόσια χρόνια,
καιρός πολύς η Ελευθερία να ριζώσει,
πολιτικάντες κι εργολάβοι και γκαρσόνια,
το έθνος τ’ αγέρωχο καιρός να ξεσαλώσει.
Τα πανηγύρια κι οι γιορτές ; χιονοστιβάδα !
για μια παράτα, μια ξεφάντωση ζούμ’ όλοι,
πόσο πιο πέρα δα να πάει η Νέα Ελλάδα,
χοντρή ξεβράκωτη μαϊμού με παρασόλι.

Κι όμως, στα ξεκινήματα φαντάζατ’ άλλοι·
άλλα αναστήματα, άλλοι τρόποι σάς τραβούσαν
κι όλο ανεμίζατε, σημαία τρισμεγάλη,
σκοπούς αλλιώτικους, άλλοι άθλοι σάς μεθούσαν
κι όχι τα φλας του ατσίδα ή του φοροφυγάδα,
κάθε σπονσόρισσας και σουρλουλούς το χρήμα :
μα έχει του Μάρτη εκείνου πια πεθάνει η Ελλάδα,
με τον Κανάρη κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Λέτε γι’ αυτό λοιπόν ψηλά σε κάθε ράχη
οι καπετάνιοι τούς πασάδες πολεμήσαν ;
Ο Μάρκος έπεσε γι’ αυτό σ’ άνιση μάχη,
γι’ αυτό τον Διάκο μιαν αυγούλα τον θερίσαν,
τη Χιο την κάψανε γι’ αυτό μιαν αποφράδα,
γι’ αυτό ξεψύχησε ο Ρήγας στη στραγγάλη ;
Μα έχει πεθάνει πια εκείνη η πρώτη Ελλάδα,
μι’ άλλη, ξετσίπωτη, της πήρε το κεφάλι.

Γιατί και πίσω άμα γυρνούσανε τα χρόνια
κι όλους τους πάλι εδώ τους βλέπατε μπροστά σας,
πολιτικάντες, εργολάβοι και γκαρσόνια
εσείς θα μένατε στα πλάνα τα δικά σας :
σε ζωντανή μετάδοση από τον Καιάδα
θα τους «τιμούσατε» χειμώνα-καλοκαίρι.
Όμως δεν θέλει τις τιμές σας κείνη η Ελλάδα·
με τον Κανάρη έχει ταφεί και δεν σας ξέρει.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

ηδξ

~ ~ ~

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.

~ ~ ~

ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ

Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.

(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)

~ ~ ~

ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ

Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.

~ ~ ~

ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ

Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.

~ ~ ~

ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.

~ ~ ~

ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »

~ ~ ~

ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ

Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.

Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.

― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.

~ ~ ~

ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ

Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.

Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.

Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !

Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.