Κώστας Μελάς

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

(περισσότερα…)

Μικρές σκέψεις για την ελληνική οικονομία 200 χρόνια μετά την επανάσταση του 1821

«Η οποιαδήποτε θεωρία είναι απείρως απλούστερη
από οποιαδήποτε ιστορική κατάσταση» Π. Κονδύλης

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Η σωστή απεικόνιση της φυσικής και κυρίως κοινωνικής πραγματικότητας, αποτελεί διαχρονικά το ζητούμενο για όλες τις φιλοσοφικές και επιστημονικές θεωρήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο φὸν Κλαούζεβιτς.[1]

«Στο ακίνητο σημείο του περιστρεφόμενου κόσμου», κατά τη ρήση του Έλιοτ.[2]

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η κοινωνική πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η κοινωνική πραγματικότητα.

«Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιάν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι. Γι’ αυτό και, ως επί το πλείστον, αντί για ηθική έγραψαν σάτιρα και δεν συνέλαβαν ποτέ μια πολιτική που να μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη».[3]

Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της κοινωνικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα αυτή να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες ενέργειες σε σχέση με το επιδιωκόμενο.

(περισσότερα…)

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η ανεξέλεγκτη δύναμη της τεχνοεπιστήμης

 

1.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, ίσως και περισσότερο, η ανθρωπότητα υφίσταται την όλο και αυξανόμενη χιονοστιβάδα της σύγχρονης τεχνολογίας (τεχνοεπιστήμης). Η κυριάρχηση της λογικής της είναι εμφανής σχεδόν στο σύνολο των ανθρωπίνων πεδίων δράσης.

Στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνονται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοινωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας. Η «κοινωνία» αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της[1] παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρη ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωματικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφορών.[2] Ο άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πως αισθάνομαι Εγώ, πως σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος[3]. (περισσότερα…)

Κώστας Μελάς, Η διάκριση Φίλου – Εχθρού στη σκέψη του Παναγιώτη Κονδύλη

 

 

1.

Γράφει ο Κονδύλης: «Η σκέψη μου, όπως κάθε σκέψη, έχει μιαν πεμπτουσία, όμως αυτήν πρέπει να την αποστάξει ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μέσα από το σύνολο του έργου μου. Αλλιώς η οποιαδήποτε φόρμουλα όχι μόνον δεν θα κατανοηθεί, αλλά και σίγουρα θα παρανοηθεί»[1].

Έχω την γνώμη ότι ελάχιστοι, ίσως αρκετοί λιγότεροι από τα δάκτυλα του ενός χεριού, είναι οι μελετητές που έχουν ακολουθήσει την παραπάνω ρήση του Κονδύλη αναφορικά με το έργο του[2]. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελετητών αναφέρονται σε σημεία του έργου του για να πουν την άποψή τους για κάποιο θέμα, θεωρώντας ότι με τον συγκεκριμένο τρόπο η άποψή τους αυτή αποκτά θεωρητικό κύρος. Οι παραπομπές είναι μερικές φορές άκρως επιφανειακές και τις περισσότερες δεν έχουν καμία συνάφεια με τον πυρήνα της σκέψης του Κονδύλη. Ο καθένας διαλέγει ό,τι «του πάει». Οι περισσότεροι βέβαια ούτε καν διαλέγουν, απλά σχηματίζουν μια δική τους αντίληψη, που πόρρω απέχει από τον πυρήνα της κονδύλειας σκέψης, και επιχειρηματολογούν γι’ αυτήν ακατάπαυστα. Άλλωστε είμαστε στην εποχή της αυτοπραγμάτωσης με κριτήριο μόνο τον εαυτό. (περισσότερα…)