Κωστούλα Μάκη

Γραμματικές πόλεων και ανθρώπων

 Επανανοηματοδοτώντας τη γλώσσα, τον χώρο και τις ανθρώπινες περιπλανήσεις

Ίταλο Καλβίνο
2009
Οι αόρατες πόλεις
Μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Αθήνα: Καστανιώτης

Jűrgen Buchmann
2019
Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
Μτφρ.: Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Αθήνα: Gutenberg

~.~

«Πρέπει να οργανώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια».

(Βιττγκενστάιν, 2007, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, Αθήνα: Στιγμή, σ. 31)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στον καιρό της πανδημίας διαπιστώνεται με όρους υλικούς, αυτό που διατυπώνεται επανειλημμένα σε διαφορετικά είδη κειμένων: όσο κι αν οι άνθρωποι πορεύονται, θεωρώντας αυτονόητα ένα πλήθος πραγμάτων, τα αυτονόητα δεν υπήρχαν και δε θα υπάρξουν ως αμετακίνητες και ακλόνητες οντότητες. Αντίθετα, όλα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις αλληλεπιδράσεις, με τη γλώσσα να ορίζει τους διαλόγους και τα διλήμματα για τον κόσμο, τις σχέσεις, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, την επιθυμία, τη μνήμη και τη λήθη. (περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (2/2)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Κατασκευάζοντας ιστορίες»: Ο αρχιτεκτονικός και συμβολικός χώρος

Στο Building stories η έννοια της “οικοδόμησης” του χώρου αξιοποιεί την αφηγηματική ικανότητα των κόμικς να συνθέτουν λόγο και εικόνα, καταγράφοντας την πραγματικότητα πολυεπίπεδα. Την ίδια στιγμή το Building Stories είναι άλλο ένα παράδειγμα διακειμενικότητας, θυμίζοντας το Ζωή οδηγίες χρήσεως[i] του Περέκ. Στο βιβλίο-παζλ του Περέκ καταγράφονται οι ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων. Αντίστοιχα, το ογκώδες έργο του Ware αποτελείται από ένα μεγάλο βιβλίο-κουτί. Μέσα στο κουτί περιλαμβάνονται δεκατέσσερα βιβλία διαφορετικών μεγεθών και θεματολογίας. Στην ιστορία καταγράφονται οι ζωές των ανθρώπων μιας τριώροφης πολυκατοικίας στο Σικάγο. Βασική πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι μια γυναίκα που της λείπει το κάτω μέρος του αριστερού της ποδιού, ύστερα από ατύχημα. Στο κόμικ καταγράφεται η ζωή της γυναίκας σε διαφορετικές στιγμές του παρελθόντος και καθώς αυτή έρχεται αντιμέτωπη με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον της. Στο βιβλίο παράλληλα καταγράφονται πολλές άλλες ιστορίες: οι καυγάδες ενός ζευγαριού από τον δεύτερο όροφο, η αφήγηση για τη ζωή της «καλύτερης μέλισσας στον κόσμο», οι σκέψεις της σπιτονοικοκυράς, το σχεδιάγραμμα για το τι συμβαίνει στην πολυκατοικία στις 23 Σεπτεμβρίου 2000. (περισσότερα…)

Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (1/2)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

#1

Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth

Ο Chris Ware είναι κομίστας και εικονογράφος από την Νεμπράσκα. Γνωστός από τα εξώφυλλα του περιοδικού New Yorker, εξέδιδε από το 1994 το περιοδικό κόμικς The Acme Novelty Library. Παρ’ όλα αυτά, έγινε περισσότερο γνωστός με την έκδοση του graphic novel, Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth[i] [=Jimmy Corrigan: το πιο έξυπνο παιδί στη γη]. Στη συνέχεια εκδόθηκε το ογκώδες Building Stories[ii] [=Κατασκευάζοντας ιστορίες] και το πιο πρόσφατο Rusty Brown[iii]. Στον Jimmy Corrigan υπάρχει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ενώ το βιβλίο περιέχει στοιχεία εικαστικής ψυχοθεραπείας, καθώς λειτουργεί ως μια συνεχής μεταβαλλόμενη ανάγνωση για το πώς η μνήμη αλλάζει τις ταυτότητες και τις ανθρώπινες ιστορίες. (περισσότερα…)

Τρία βιβλία – τρία κείμενα

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Στις χαραμάδες του χρόνου»[1]

Του χιονιού
Τασία Βενέτη
Το Ροδακιό
2013
σσ. 122

Στον επίλογο της ταινίας Αντίχριστος του Λαρς Φον Τρίερ, ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί ένα ξαφνικό εγερτήριο νεκρών γυναικών, χωρίς πρόσωπο, που όλες μαζί διασχίζουν αποφασιστικά τις κορυφογραμμές του δάσους. Οι θεατές παρακολουθούν την επιστροφή κάθε «βίαια ακυρωμένης γυναικείας φωνής» από τα βάθη του χρόνου. Αντίστοιχα, στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη επανέρχεται η τελεολογική ελπίδα του Walter Benjamin για τη «μελλοντική δικαίωση» όλων των ηττημένων.

Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί κριτικά το βιβλίο της Βενέτη, κυρίως επειδή το γλωσσικό απόθεμα των είκοσι-οχτώ ιστοριών είναι αιφνιδιαστικό, καθηλωτικό και αιχμηρό. Οι σύντομες ιστορίες της πάλλονται, αξιοποιώντας τη λαϊκή διάλεκτο της Θεσπρωτίας, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η γλώσσα ανακαλεί τις ιστορίες γυναικών με άγρια βιώματα, πολλαπλές ακυρώσεις και βάσανα. Εκεί όπου η έμφυλη βία είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και βασίζεται σε εξακολουθητικές πρακτικές αιώνων.

21527965Στην πρώτη ιστορία η «κοπέλα» που «κάπως δεν ήτανε καλά»[2] οδηγείται στο μοναστήρι από τη μάνα της και τους κοντινούς της που με ολολυγμούς προσπαθούν να την κάνουν να σωπάσει: «…κι αυτή να τινάζεται ορθή και να χλιμιντράει και να γυρνάει τα μαλλιά, μαύρα μαστίγια, ολούθε από αυτά τη βούτηξαν, τη βάρεσαν και την κούρεψαν σαν πρόβατο».[3] Αλλού μια πεθερά “διατάζει” τη νύφη της να μπει όλο πιο βαθιά στο νερό για να πλύνει τα ρούχα μέχρι που της φεύγουν από τα χέρια και κινδυνεύει να πνιγεί.[4] Σε μια τρίτη ιστορία, μια γυναίκα επιστρέφει στα σαράντα της μάνας της για να μαζέψει τη βελέντζα που της άφησε γυρνώντας πάλι πίσω στα ξένα, αφού βγάζει τα δύο τελευταία δόντια της «θειακούλας» της. «Κρατήσου»,[5] ο τίτλος και το δίλημμα που διατρέχει το βιβλίο. Με ποιους όρους σε δύσκολες συνθήκες στέκονται όρθιοι οι άνθρωποι και ποια είναι τα όρια των αντοχών; Στην ομότιτλη ιστορία η γιαγιά διατηρεί με την παρουσία της τη συμβολική έννοια του σπιτιού ακόμα και όταν από τη σκεπή πέφτει μέσα το χιόνι πάνω στη βελέντζα που κοιμούνται τα παιδιά και η «Μαλέκω» μαζί.[6]

Παράλληλα, παρακολουθώντας όσους και όσες “περπατάνε” στις λέξεις της, καταγράφονται πολλαπλοί αγώνες επιβίωσης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Εντοπίζεται επίσης ένα αξιακό πρόταγμα αντίστασης. Με αυτήν την έννοια οι ιστορίες “του χιονιού” επαναφέρουν μια μη γραμμική μνημονική διαδικασία, με ρήγματα ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, προσκαλώντας να μη λησμονηθεί μια περίοδος που συχνά αποσιωπείται ή θεωρείται παρελθοντική συνθήκη: ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική προσφυγιά.

Η ανάδειξη όλων αυτών των δοκιμασιών εντάσσει τον αναγνώστη σε μια διαλεκτική σχέση με την παράδοση με όρους υλικούς και συναισθηματική τοποθέτηση. Οι ιστορίες, ίδιες με παραμύθια, δεν είναι μελοδραματικές, επειδή οι ήρωες και οι ηρωίδες δεν παρουσιάζονται θυματοποιημένοι. Το βιβλίο χωρίς να έχει φολκλορικό ή ηθογραφικό στοιχείο κατασκευάζει γέφυρες με διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα των καιρών: την ανέχεια, την έμφυλη βία, την προσφυγιά, την ασθένεια, τη μοναξιά, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στη μνήμη και στους αγαπημένους.

Ανάμεσα στην πολιτική οξύτητα εκείνων των καιρών η συγγραφέας ζητάει την κριτική σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς επιτήδευση και φόβο. Ακριβώς όπως περιγράφει την ηρωίδα της: «αγρίμιασε μονάχη της κάτω απ’ το λιοπύρι, κάτω απ’ τ’ αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα… και δεν σκιάζονταν με τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν γι’ αυτήν, και δεν σκιάζονταν»[7].


[1] Βλ.: σσ. 112-113.

[2] «Παλιά Ιστορία», σ. 9 (σσ. 9-10).

[3] Στο ίδιο, σ. 10.

[4] «Στο βαθύ», σσ. 40-43.

[5] «Κρατήσου», σσ. 58-59.

[6] «Δεν τη θυμόμασταν ούτε με όνομα ούτε με δόντια. Όλοι Μαλέκω τη φωνάζαμαν γιατί φαίνονταν γριά». Στο: «Του χιονιού», σ. 89 (σσ. 89-91).

[7] «Στο βαθύ», σ. 40 (σσ. 40-43)

~.~

Γιάννης Πάσχος
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
2017
Αθήνα: Περισπωμένη
Σελ. 105

Η τέχνη του παιχνιδιού

Ωραία, λοιπόν, είναι η Άνοιξη, αλλά με εκνευρίζει που είναι τόσο επιπόλαια. Μοιάζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αν και ολάνθιστη, πάντα καταλήγει στην ξεραΐλα της ερήμου[1].

 Υπάρχουν βιβλία που ανατρέχεις σε αυτά διαρκώς, ανοίγοντας διαλόγους μαζί τους και χρησιμοποιώντας τα ως όρια οριζόντων. Ο Γιάννης Πάσχος είναι ποιητής, διηγηματογράφος, ιχθυολόγος και ως εκ τούτων οξυδερκής παρατηρητής ψαριών και ανθρώπων. Πιθανότατα, η παρατήρηση των υδάτινων κόσμων και των πλασμάτων που τους διασχίζουν διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην ικανότητά του να βλέπει διαπεραστικά τα ανθρώπινα κατασκευάζοντας ιστορίες, πάθη, λύπες και χαράζοντας διαδρομές κάθε τύπου στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον.

213064_0Οι είκοσι-μία ιστορίες που αφήνει πίσω ο Δον Ντομίνγκο, όταν φεύγει, λειτουργούν ως ανθολόγιο ονείρων. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ονειροχάρτη, χωρίς όμως τη συνοδεία ενός πρακτικού εγχειριδίου χρήσης. Οι αναγνώστες προκαλούνται να οικειοποιηθούν κάθε ήρωα/ηρωίδα και κάθε ιστορία, αφήνοντας τα δικά τους ίχνη και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη σύνθεση του δικού τους τοπίου. Τα όνειρα στις ιστορίες ενώνουν το προσωπικό με το πολιτικό, δεν είναι ξεκομμένα από το πραγματικό, αλλά αντίθετα, η ύφανσή τους έχει πάντα στοιχεία δεσμών και αλλαγών που ορίζονται και από την καθημερινότητα. Τα όνειρα, λοιπόν, δεν είναι εξιδανικευμένες ρομαντικές εκδοχές εκπληρωμένων ή ματαιωμένων επιθυμιών. Οικοδομούνται σε ανοιχτές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ο,τι ορίζεται κάθε φορά ως πραγματικό και μη πραγματικό. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μπόρχες, ο συγγραφέας φτιάχνει λαβύρινθους, διλήμματα και χώρους, εντάσσοντας την πραγματικότητα στον μαγικό ρεαλισμό και αποκαλύπτοντας τις υπερρεαλιστικές πτυχές της που «τρυπώνουν» πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

Όσο έμεινε κοντά στους ανθρώπους ο Δον Ντομίνγκο, τους απαθανάτιζε με μια χαλασμένη φωτογραφική μηχανή, βλέποντας τους να παίρνουν πόζες. Κάποιες φορές τον κερνούσαν για να τους λέει ιστορίες. Άλλες, τον μέθαγαν παρά τη θέλησή του και «τον έντυναν γουρουνάκι και τον έσερναν στον δρόμο και τον έκαιγαν στα πόδια με τσιγάρα για να δουν πώς στρίγγλιζε». (σ. 16) Φεύγοντας, εκτός από τις ιστορίες του, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας θα βρουν φωτογραφίες νεκρικές. Καθένας εξ αυτών βρίσκεται σε φέρετρο στολισμένος/η με λουλούδια. Ο Δον Ντομίνγκο τούς κρατάει το χέρι. Αποχωρώντας από τη ζωή τους είναι εκεί στον θάνατο για να τους συντροφέψει.

Οι ιστορίες είναι η παρακαταθήκη του. Τρόποι ταξινόμησης και επανακατασκευής του κόσμου σε άπειρες συνθέσεις. Ο χρόνος στις αφηγήσεις του Πάσχου είναι πάντοτε ιστορικός, ακόμα και όταν είναι μαγικός. Η πραγματικότητα διαθλάται για να μπορέσει να διατηρηθεί εκ νέου. Οι οικογενειακές ιστορίες του βιβλίου ή η καταγωγή του Δον Ντομίνγκο είναι ανοιχτές και διαφορετικές. Σε μια από αυτές ο πατέρας παίρνει τον γιο του να γνωρίσει «τα επιτεύγματα της επανάστασης». «Αντί να τον παρασημοφορήσουν, τον κυνήγησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις». (σ. 25)  Σε άλλη, οι γονείς του γίνονται δύο τεράστια φτερά που απομακρύνονται, αφήνοντάς τον στο έδαφος. (σ. 27) Ωστόσο, κάθε φορά το ζητούμενο είναι να «αιφνιδιάσουμε τον κοινωνικό εαυτό μας», όπως και ο ήρωας της πρώτης ιστορίας.

Επιστροφή και χωρισμός, χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος διατρέχουν το βιβλίο, πηγαίνοντας μπρος πίσω. Σε μια από τις ιστορίες, ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να παίζει σκάκι με τον νεκρό ποιητή, τον Μίλτο Σαχτούρη. Παντοδύναμα με τις παρτίδες τους, διαρκώς, αναδομούν τον κόσμο. Είναι σε αυτήν την ιστορία που ο συγγραφέας διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς την ήττα από έναν απόντα, θέτοντας ξανά το ερώτημα της μνήμης και της ύπαρξης. Πώς γινόμαστε παρόντες και απόντες; Σε ποια ιστορική στιγμή και ποιοι/ποιες μας «κουβαλάνε» μέσα τους; Με ποιους άραγε όρους και σε ποιες συνθήκες; Στη δεύτερη ιστορία μαθαίνουμε πως ένας άνθρωπος, , όταν εξαφανίζεται αυτή που αγαπάει, «βούτηξε μέσα στη λύπη κι έμεινε εκεί, σαν ζώο ταριχευμένο, κρεμασμένος στην αθέατη πλευρά του σύμπαντος» (σ. 45).[2]

Το πάθος κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Τίποτα δεν είναι αδιάφορο. Μια γυναίκα ανεβαίνει στην ουρά μιας πελώριας φάλαινας  και ουρλιάζει από πάθος τόσο δυνατά που ημερώνουν ακόμα και τ’ άγρια κύματα.[3] Σε άλλη περίπτωση, ο ήρωας «κολυμπά στα λόγια μας»,[4] συντροφεύει τον Κύκλωπα[5] ή αναρωτιέται τι γίνεται όταν επιθυμούμε διακαώς να καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτός μας ξεφεύγει διαρκώς, παίζοντάς το πεθαμένος σκορπιός.[6]

«Όλα θέλουν τέμπο και χρόνο, τρόπο και υπομονή» (σ. 80) επισημαίνεται στο βιβλίο. Στο σύμπαν του, όλα τα σώματα, σαν την επιθυμία, είναι συχνά διαμελισμένα. Τα συναισθήματα αμφιθυμικά, οι πορείες μη προδιαγεγραμμένες. «Μαγείρεψα την ηρεμία μου», μας λέει ένας από τους ήρωες, «ελπίζω να περάσατε καλά». (σ. 54) Τελικά, δύσκολα κατατάσσονται όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Το βιβλίο του Πάσχου, λοιπόν, είναι «σαν το άρωμα που αφήνει η λαχτάρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, πριν καλά ειπωθεί».


[1] «Η κραυγή», (σσ. 91-95).

[2] «Οι σπόνδυλοι μιας ξύλινης σκάλας», (σσ. 44-46).

[3] «Η γοητεία του ορίζοντα», (σσ. 37-39).

[4] «Η μαγεία της άνωσης», (σσ. 67-69).

[5] «Ο άλλος», (σσ. 58-61).

[6] «Οι δοκιμασίες των κατασκόπων» (σσ. 80-86).

~.~

Γιάννης Κωνσταντίνου
Από το προσωπικό μου συναξάρι
Αθήνα: Εκδόσεις Επίκεντρο
2019
σσ. 74

Είπεν: μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε και εγένετο ως θέλημά Του το θεμελιωδέστερο κοινωνικό συμβόλαιο του έθνους μας: Ημείς δεν αμφισβητούμε τους προϊσταμένους και εκτελούμε ακρίτως τας εντολάς αυτών που μας διόρισαν. («Μη κρίνετε», σ. 62)

Κάθε κριτικό κείμενο για ένα βιβλίο παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις διαφορετικές αναγνωστικές προσεγγίσεις. Επομένως, οι κριτικές αναγνώσεις γίνονται μονοδιάστατες σε κάθε ιδεαλιστική επίκληση ενός μοναδικού “τόπου αλήθειας”, στον οποίο ο κριτικός κρατά τον ρόλο της αυθεντίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική αυτο-ακυρώνεται, κατασκευάζοντας νέες ιεραρχικές κατατάξεις στον ανταγωνιστικό χώρο της βιβλιοπαραγωγής και βιβλιοκριτικής.

Τα μικροκείμενα του Κωνσταντίνου δεν κατατάσσονται εύκολα, ενώ παράλληλα με αμεσότητα, ειρωνεία και σαρκασμό ασκούν διεισδυτική κριτική στη θρησκευτική, νομική και πολιτική “αυθεντία” σε όλες τις εκδοχές της. Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο στην αποδόμηση του κανονιστικού πλαισίου του ελληνορθόδοξου δόγματος: εορτές, βίοι αγίων, σημαντικά θρησκευτικά γεγονότα. Ο συγγραφέας με προκλητική διαύγεια ανασυνθέτει τη “μυθολογία” της ορθόδοξης πίστης, τέμνοντας το προσωπικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό. Την ίδια στιγμή, καταγράφει με ποιους τρόπους οι συνυφάνσεις του πολιτικού, νομικού και θρησκευτικού στοιχείου, ανακυκλώνουν την Ελλάδα της Κρίσης.

Εφόσον οι κριτικές βιβλίων συμπλέουν με τις υποκειμενικές θέσεις των συγγραφέων και τις ιδεολογικοπολιτικές τους θεωρήσεις, είναι αναμενόμενο κάθε κριτική βιβλίου να είναι ανοιχτή σε διάφορους αντιλόγους. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου και για όσους κλονίζονται με τη σαρκαστική πολεμική του Κωνσταντίνου, εύκολα μπορούν να ισχυριστούν ότι το βιβλίο αγγίζει τα όρια του εξυπνακισμού ή ότι είναι αιρετικό έως και βλάσφημο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας επίγνωση του κριτικού λόγου κάνει χρήση του αυτοσαρκασμού, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τις πολιτικές του ματαιώσεις στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και τη διάθεσή να αντιπαρατεθεί σε κάθε είδους δόγματα. Στα κείμενα αξιοποιείται η επαγγελματική ιδιότητά του ως νομικός. Ο Κωνσταντίνου αναφέρεται στο πώς το δικαστικό σύστημα διασπά ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος, αναπαράγοντας την κοινωνική αδικία και τα δικαιώματα των προνομιούχων.

Στο βιβλίο παρατίθενται η φιλανθρωπία του οίκτου, η γραφειοκρατία, τα μικροπολιτικά συμφέροντα, η μνημονιακή Ελλάδα και η αποποίηση ευθύνης μέσω της “τερατοποίησης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν με το μη διαχωρισμό εκκλησίας κράτους.

Όλα εμπεριέχονται στο κριτικό του βλέμμα, ακόμα και αν πρόκειται για τους αριστεριστές, που με θρησκευτικό τρόπο επαναφέρουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις ή την κατασκευή της Θεσσαλονίκης ως της απόλυτα ερωτικής πόλης. Πικρά και ξεκαρδιστικά την ίδια στιγμή τα κείμενα πιστοποιούν ότι οι καλές προθέσεις ή οι προοδευτικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για την αλλαγή του κόσμου, ενώ επισημαίνεται η φράση του Μύλλερ πως «το νεκρό στην Ιστορία δεν είναι νεκρό» (σ. 69).

Ο Άγιος Βασίλης κατασκευάζεται ως ο επιχειρηματίας του τζόγου με τους πιστούς να συρρέουν στην ονομαστική του εορτή στο καζίνο. Ο άσωτος-βετζετέριαν επιστρέφει για να καρπωθεί την οικογενειακή περιουσία. Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως εμμονικός δρακοκτόνος που έπεσε στην αφάνεια, επειδή τα τέρατα είναι πια προστατευόμενο είδος από τις οικολογικές οργανώσεις κάθε τύπου. Ο Απόστολος Παύλος είναι για κάποιους «κάτι μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι του χριστιανισμού» (σ. 48), όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο πρώτος ντονμές στην ιστορία», δηλαδή Εβραίος που αλλαξοπίστησε για να σωθεί. Ο Ιωάννης ο πρόδρομος είναι προσηλωμένος επιχειρηματίας που τελειοποίησε τις υπηρεσίες: γάμος, βάφτιση και κηδεία, αλλά και «πιο εξειδικευμένα μπραντς (ευχέλαιο, μνημόσυνο, αγιασμός, μικρός ή ολόκληρος «σαραντισμός» κ.ο.κ.) (σ. 55), ενώ ο ίδιος ο Χριστός ήταν ένας γοητευτικός άντρας που τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Ολοκληρώνοντας την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο Κωνσταντίνου γίνεται ο «ασεβής που μιλά», ενώ συνθέτει τον αντίλογο του κάθε πιστού. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», εύχεται παρορμητικά ο υμνωδός. «Λάθος μέγα. Εμείς δεν είμεθα σταλινικοί να στέλνουμε στα γκουλάκ τους αντιφρονούντες» (σ. 51).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

 

 

Σε κάθε δάσος ας ψάξουμε λοιπόν για την κουρούνα – Δοκίμιο για τον Τόμας Μπέρνχαρντ

213b8739-a1b9-4727-aa1c-5bb5b7e2ae0d

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

 

Η τέχνη συνολικά δεν είναι, ναι, τίποτε άλλο παρά μια τέχνη επιβίωσης, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπεται να το παραβλέψουμε, η τέχνη είναι η απόπειρα που κάνει συνέχεια με τρόπο συγκινητικό η διάνοια να τα βγάλει πέρα μ’ αυτό τον κόσμο και με τις αντιξοότητες του, πράγμα που, ναι, όπως ξέρουμε, είναι προπάντων δυνατόν μόνο αν χρησιμοποιούμε μόνο ψέμα και ψευδολογία, υποκρισία και αυτοεξαπάτηση, είπε ο Ρέγκερ.[i] (Παλιοί δάσκαλοι, σ. 199)

 Πώς ξεκινά να γράψει κάποιος για έναν αγαπημένο συγγραφέα; Και ποια η ανάγκη να παραθέτουμε τους αγαπημένους μας στοχαστές σε τακτικά αφιερώματα; Η αυτονόητη απάντηση είναι ότι για τους συγγραφείς των κειμένων, τα πρόσωπα αυτά είναι με κάποιο τρόπο σημαντικά· συχνά με παραπάνω από έναν τρόπους. Σημαίνει επίσης ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγγραφείς να ανακατασκευάσουν ένα πρόσωπο. Να το φέρουν στη μνήμη επισημαίνοντας με όσο γίνεται πιο εύστοχο και πειστικό τρόπο τα στοιχεία αυτά που “επιτάσσουν” την ανάγκη να θυμηθούμε τα πρόσωπα αυτά και το έργο τους. Η συγγραφή, λοιπόν, ενός κειμένου για έναν αγαπημένο σε αυτήν την περίπτωση συγγραφέα προσκαλεί τους αναγνώστες στη συγκρότηση μιας “μυθολογίας”. Η “μυθολογία” αυτή μπορεί βέβαια να συγκροτηθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να παύει να είναι μυθολογία. Σε κάθε περίπτωση ένα αφιέρωμα στα πρόσωπα κινητοποιεί μνήμες, συναισθήματα, συμβάντα, διαλόγους και μετασχηματισμούς. Πάντως τα διλήμματα είναι πολλά και διαρκή, ενώ η έμφαση είναι ανάγκη να προσανατολιστεί στη σαρωτική γραφή του και το έργο του. Οι αναφορές στα κείμενά του δεν θα είναι πάντως “διδακτικές” παραθέσεις και εκτενής λογοδοσία που εξηγεί την ανάγκη να μιλήσουμε εγκωμιαστικά για αυτόν και την εργογραφία του. Ο Μπέρνχαρντ άλλωστε έχει μιλήσει εκτενώς για τον θαυμασμό και τα βραβεία.[ii]

Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. Ήμουν, ναι, σ’ όλη μου τη ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε πάντα κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. (Παλιοί δάσκαλοι, 1994, Αθήνα: Εξάντας, σ. 85) (περισσότερα…)