Κωστούλα Μάκη

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Ο χρόνος και οι συνέπειές του στα ανθρώπινα

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Μαρία Λαϊνά
Ό,τι έγινε
άνθρωποι και φαντάσματα

Αθήνα, Πατάκης, 2020.

«Υστερόγραφο στο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού: “Όποιος δεν μας καταλαβαίνει είναι μαζί μας”».
(A. Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, Αθήνα, Κίχλη, 2015, σ. 28.)

Στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ό,τι έγινε. Άνθρωποι και φαντάσματα», η Μαρία Λαϊνά εγκιβωτίζει κάθε διλημματική εκφορά του πραγματικού στους ανθρώπινους χρόνους και τόπους. Παράλληλα, συνθέτει διαχρονικές ιστορικές συζεύξεις μιας πανοπτικής συναισθηματικής περιπλάνησης στα συμβάντα και την αποδοχή τους, χωρίς ηττοπάθεια, καθώς και στους ποικίλους στοχασμούς για όσους μας καταλαβαίνουν, αλλά και αυτούς που περπατούσαν μαζί μας, αν και δεν ήταν ποτέ δίπλα μας.

Η φράση «Ό,τι έγινε» εμπεριέχει κάτι αοριστολογικά τετελεσμένο που σχεδόν συνοψίζει τα πάντα μέσα στην αινιγματικότητά του. Οι αναγνώστες-αναγνώστριες περιμένουν να δουν τι έχει συμβεί και με ποιους τρόπους, ενώ η ποιήτρια επισημαίνει ότι τα γεγονότα εμπεριέχουν ανθρώπους και φαντάσματα. Οι ιστορίες βιβλίων και ανθρώπινων βίων διατέμνονται μεταξύ τους στα μνημονικά ίχνη κάθε ανασυγκρότησης του παρόντος με τη χρήση του παρελθόντος. Έτσι, μαθαίνουμε προλογικά ότι ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το βιβλίο του Χουάν Ρούλφο «Πέδρο Πάραμο». Σε αυτό ο μαγικός ρεαλισμός γίνεται όχημα για να μιληθούν γενεαλογικά: η απώλεια, η επιθυμία, οι οικογενειακοί δεσμοί, η περιδίνηση στη διερεύνηση της μνήμης των ανθρώπων που επέδρασαν στη ζωή του πρωταγωνιστή και που προσπαθεί να εξιχνιάσει τα ίχνη τους για να βρει τα δικά του.

(περισσότερα…)

Ένα μεταβαλλόμενο στάσιμο υποκείμενο

Ζορζ Περέκ
Ένας άνθρωπος που κοιμάται
Μτφρ.-σημ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
Επίμ.: Λίζυ Τσιριμώκου
Αθήνα: ύψιλον/βιβλία, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Το μεταβαλλόμενο υποκείμενο εντοπίζεται σε αναγνωστικούς τόπους πρόσληψης, όπως επεσήμανε ο Ντερριντά,[1] χωρίς να καταργείται ποτέ. Στο Ένας άνθρωπος που κοιμάται, ο Περέκ κατασκευάζει το υποκείμενο σε απόσυρση και όμως διαρκώς εκεί. Είναι γνωστό πως κάθε κείμενο διαβάζεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τις εκάστοτε τοποθετήσεις και ανάγκες του αναγνώστη, αλλά και σε συνάρτηση με τις ιστορικές συνθήκες που επικρατούν τη στιγμή που διαβάζεται το βιβλίο. Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου στα γαλλικά, η ―για άλλη μια φορά― περίτεχνη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη έρχεται να δώσει φωνή στο παροντικό συναισθηματικό τοπίο της πανδημίας και του εγκλεισμού, στη διασάλευση της έννοιας του χρόνου και στην αίσθηση μιας πραγματικότητας που αλλάζει, παραμένοντας εκεί, χωρίς όμως να καταργείται ή να αποδέχεται οποιαδήποτε πιθανότητα αποσύνδεσης του ανθρώπου από όσα συμβαίνουν.

(περισσότερα…)

Ένας διαφορετικός «οδηγός αυτοβελτίωσης»

Eva Illouz, Γιατί πληγώνει ο έρωτας,
Μτφρ.: Διονύσης Παπαδουκάκης
Εκδόσεις του Eικοστού Πρώτου, 2019

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Εάν κάποιος παρατηρούσε τις προθήκες ενός βιβλιοπωλείου και πρόσεχε τον τίτλο του βιβλίου της Eva Illouz, χωρίς να γνωρίζει το έργο και το προφίλ της, ενδέχεται να θεωρούσε ότι το βιβλίο είναι ένας πρακτικός οδηγός επούλωσης ερωτικών τραυμάτων. Ο τίτλος του βιβλίου: Γιατί πληγώνει ο έρωτας παραπέμπει άμεσα σε όλα τα best seller των “γυναικείων” βιβλίων, οδηγών αυτοβελτίωσης, τα οποία έχουν ως στόχο την εξερεύνηση των σχέσεων των δύο φύλων και τις συμβουλευτικές προτάσεις για τη συντήρηση μιας “πετυχημένης” ερωτικής σχέσης με διάρκεια.

(περισσότερα…)

Ερείπια, πυγολαμπίδες και η αναζήτηση πρακτικών επιβίωσης

Πιερ-Πἀολο Παζολίνι
Κουρσάρικα γραπτά
Μτφρ: Κεφακοπούλου, Β.
Αθήνα: Εξάντας, 1986

Georges Didi-Huberman
Επιβίωση των πυγολαμπίδων
Μτφρ: Πατεράκη-Γαρέφη, Μ.
Αθήνα: Vesta,  2015

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ 

Σε ένα εν εξελίξει πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας κατά συνέπεια της πανδημίας, όλα βρίσκονται σε διαπραγμάτευση, σ’ ένα είδος ρευστότητας, που τροποποιεί τον χώρο (ιδιωτικό και δημόσιο), τις υποκειμενικότητες και τις σχέσεις με τους άλλους.

(περισσότερα…)

Γραμματικές πόλεων και ανθρώπων

 Επανανοηματοδοτώντας τη γλώσσα, τον χώρο και τις ανθρώπινες περιπλανήσεις

Ίταλο Καλβίνο
2009
Οι αόρατες πόλεις
Μτφρ.: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Αθήνα: Καστανιώτης

Jűrgen Buchmann
2019
Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ
Μτφρ.: Συμεών Γρ. Σταμπουλού
Αθήνα: Gutenberg

~.~

«Πρέπει να οργανώσουμε ολόκληρη τη γλωσσική επικράτεια».

(Βιττγκενστάιν, 2007, Στοχασμοί, μτφρ.: Κωστής Μ. Κωβαίος, Αθήνα: Στιγμή, σ. 31)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στον καιρό της πανδημίας διαπιστώνεται με όρους υλικούς, αυτό που διατυπώνεται επανειλημμένα σε διαφορετικά είδη κειμένων: όσο κι αν οι άνθρωποι πορεύονται, θεωρώντας αυτονόητα ένα πλήθος πραγμάτων, τα αυτονόητα δεν υπήρχαν και δε θα υπάρξουν ως αμετακίνητες και ακλόνητες οντότητες. Αντίθετα, όλα βρίσκονται σε διαρκή διαπραγμάτευση ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τις αλληλεπιδράσεις, με τη γλώσσα να ορίζει τους διαλόγους και τα διλήμματα για τον κόσμο, τις σχέσεις, τη διαμόρφωση ταυτοτήτων, την επιθυμία, τη μνήμη και τη λήθη. (περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |57. Κωστούλα Μάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (2/2)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Κατασκευάζοντας ιστορίες»: Ο αρχιτεκτονικός και συμβολικός χώρος

Στο Building stories η έννοια της “οικοδόμησης” του χώρου αξιοποιεί την αφηγηματική ικανότητα των κόμικς να συνθέτουν λόγο και εικόνα, καταγράφοντας την πραγματικότητα πολυεπίπεδα. Την ίδια στιγμή το Building Stories είναι άλλο ένα παράδειγμα διακειμενικότητας, θυμίζοντας το Ζωή οδηγίες χρήσεως[i] του Περέκ. Στο βιβλίο-παζλ του Περέκ καταγράφονται οι ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων. Αντίστοιχα, το ογκώδες έργο του Ware αποτελείται από ένα μεγάλο βιβλίο-κουτί. Μέσα στο κουτί περιλαμβάνονται δεκατέσσερα βιβλία διαφορετικών μεγεθών και θεματολογίας. Στην ιστορία καταγράφονται οι ζωές των ανθρώπων μιας τριώροφης πολυκατοικίας στο Σικάγο. Βασική πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι μια γυναίκα που της λείπει το κάτω μέρος του αριστερού της ποδιού, ύστερα από ατύχημα. Στο κόμικ καταγράφεται η ζωή της γυναίκας σε διαφορετικές στιγμές του παρελθόντος και καθώς αυτή έρχεται αντιμέτωπη με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον της. Στο βιβλίο παράλληλα καταγράφονται πολλές άλλες ιστορίες: οι καυγάδες ενός ζευγαριού από τον δεύτερο όροφο, η αφήγηση για τη ζωή της «καλύτερης μέλισσας στον κόσμο», οι σκέψεις της σπιτονοικοκυράς, το σχεδιάγραμμα για το τι συμβαίνει στην πολυκατοικία στις 23 Σεπτεμβρίου 2000. (περισσότερα…)

Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (1/2)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

#1

Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth

Ο Chris Ware είναι κομίστας και εικονογράφος από την Νεμπράσκα. Γνωστός από τα εξώφυλλα του περιοδικού New Yorker, εξέδιδε από το 1994 το περιοδικό κόμικς The Acme Novelty Library. Παρ’ όλα αυτά, έγινε περισσότερο γνωστός με την έκδοση του graphic novel, Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth[i] [=Jimmy Corrigan: το πιο έξυπνο παιδί στη γη]. Στη συνέχεια εκδόθηκε το ογκώδες Building Stories[ii] [=Κατασκευάζοντας ιστορίες] και το πιο πρόσφατο Rusty Brown[iii]. Στον Jimmy Corrigan υπάρχει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ενώ το βιβλίο περιέχει στοιχεία εικαστικής ψυχοθεραπείας, καθώς λειτουργεί ως μια συνεχής μεταβαλλόμενη ανάγνωση για το πώς η μνήμη αλλάζει τις ταυτότητες και τις ανθρώπινες ιστορίες. (περισσότερα…)