Κωστούλα Μάκη

Τρία βιβλία – τρία κείμενα

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Στις χαραμάδες του χρόνου»[1]

Του χιονιού
Τασία Βενέτη
Το Ροδακιό
2013
σσ. 122

Στον επίλογο της ταινίας Αντίχριστος του Λαρς Φον Τρίερ, ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί ένα ξαφνικό εγερτήριο νεκρών γυναικών, χωρίς πρόσωπο, που όλες μαζί διασχίζουν αποφασιστικά τις κορυφογραμμές του δάσους. Οι θεατές παρακολουθούν την επιστροφή κάθε «βίαια ακυρωμένης γυναικείας φωνής» από τα βάθη του χρόνου. Αντίστοιχα, στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη επανέρχεται η τελεολογική ελπίδα του Walter Benjamin για τη «μελλοντική δικαίωση» όλων των ηττημένων.

Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί κριτικά το βιβλίο της Βενέτη, κυρίως επειδή το γλωσσικό απόθεμα των είκοσι-οχτώ ιστοριών είναι αιφνιδιαστικό, καθηλωτικό και αιχμηρό. Οι σύντομες ιστορίες της πάλλονται, αξιοποιώντας τη λαϊκή διάλεκτο της Θεσπρωτίας, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η γλώσσα ανακαλεί τις ιστορίες γυναικών με άγρια βιώματα, πολλαπλές ακυρώσεις και βάσανα. Εκεί όπου η έμφυλη βία είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και βασίζεται σε εξακολουθητικές πρακτικές αιώνων.

21527965Στην πρώτη ιστορία η «κοπέλα» που «κάπως δεν ήτανε καλά»[2] οδηγείται στο μοναστήρι από τη μάνα της και τους κοντινούς της που με ολολυγμούς προσπαθούν να την κάνουν να σωπάσει: «…κι αυτή να τινάζεται ορθή και να χλιμιντράει και να γυρνάει τα μαλλιά, μαύρα μαστίγια, ολούθε από αυτά τη βούτηξαν, τη βάρεσαν και την κούρεψαν σαν πρόβατο».[3] Αλλού μια πεθερά “διατάζει” τη νύφη της να μπει όλο πιο βαθιά στο νερό για να πλύνει τα ρούχα μέχρι που της φεύγουν από τα χέρια και κινδυνεύει να πνιγεί.[4] Σε μια τρίτη ιστορία, μια γυναίκα επιστρέφει στα σαράντα της μάνας της για να μαζέψει τη βελέντζα που της άφησε γυρνώντας πάλι πίσω στα ξένα, αφού βγάζει τα δύο τελευταία δόντια της «θειακούλας» της. «Κρατήσου»,[5] ο τίτλος και το δίλημμα που διατρέχει το βιβλίο. Με ποιους όρους σε δύσκολες συνθήκες στέκονται όρθιοι οι άνθρωποι και ποια είναι τα όρια των αντοχών; Στην ομότιτλη ιστορία η γιαγιά διατηρεί με την παρουσία της τη συμβολική έννοια του σπιτιού ακόμα και όταν από τη σκεπή πέφτει μέσα το χιόνι πάνω στη βελέντζα που κοιμούνται τα παιδιά και η «Μαλέκω» μαζί.[6]

Παράλληλα, παρακολουθώντας όσους και όσες “περπατάνε” στις λέξεις της, καταγράφονται πολλαπλοί αγώνες επιβίωσης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Εντοπίζεται επίσης ένα αξιακό πρόταγμα αντίστασης. Με αυτήν την έννοια οι ιστορίες “του χιονιού” επαναφέρουν μια μη γραμμική μνημονική διαδικασία, με ρήγματα ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, προσκαλώντας να μη λησμονηθεί μια περίοδος που συχνά αποσιωπείται ή θεωρείται παρελθοντική συνθήκη: ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική προσφυγιά.

Η ανάδειξη όλων αυτών των δοκιμασιών εντάσσει τον αναγνώστη σε μια διαλεκτική σχέση με την παράδοση με όρους υλικούς και συναισθηματική τοποθέτηση. Οι ιστορίες, ίδιες με παραμύθια, δεν είναι μελοδραματικές, επειδή οι ήρωες και οι ηρωίδες δεν παρουσιάζονται θυματοποιημένοι. Το βιβλίο χωρίς να έχει φολκλορικό ή ηθογραφικό στοιχείο κατασκευάζει γέφυρες με διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα των καιρών: την ανέχεια, την έμφυλη βία, την προσφυγιά, την ασθένεια, τη μοναξιά, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στη μνήμη και στους αγαπημένους.

Ανάμεσα στην πολιτική οξύτητα εκείνων των καιρών η συγγραφέας ζητάει την κριτική σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς επιτήδευση και φόβο. Ακριβώς όπως περιγράφει την ηρωίδα της: «αγρίμιασε μονάχη της κάτω απ’ το λιοπύρι, κάτω απ’ τ’ αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα… και δεν σκιάζονταν με τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν γι’ αυτήν, και δεν σκιάζονταν»[7].


[1] Βλ.: σσ. 112-113.

[2] «Παλιά Ιστορία», σ. 9 (σσ. 9-10).

[3] Στο ίδιο, σ. 10.

[4] «Στο βαθύ», σσ. 40-43.

[5] «Κρατήσου», σσ. 58-59.

[6] «Δεν τη θυμόμασταν ούτε με όνομα ούτε με δόντια. Όλοι Μαλέκω τη φωνάζαμαν γιατί φαίνονταν γριά». Στο: «Του χιονιού», σ. 89 (σσ. 89-91).

[7] «Στο βαθύ», σ. 40 (σσ. 40-43)

~.~

Γιάννης Πάσχος
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
2017
Αθήνα: Περισπωμένη
Σελ. 105

Η τέχνη του παιχνιδιού

Ωραία, λοιπόν, είναι η Άνοιξη, αλλά με εκνευρίζει που είναι τόσο επιπόλαια. Μοιάζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αν και ολάνθιστη, πάντα καταλήγει στην ξεραΐλα της ερήμου[1].

 Υπάρχουν βιβλία που ανατρέχεις σε αυτά διαρκώς, ανοίγοντας διαλόγους μαζί τους και χρησιμοποιώντας τα ως όρια οριζόντων. Ο Γιάννης Πάσχος είναι ποιητής, διηγηματογράφος, ιχθυολόγος και ως εκ τούτων οξυδερκής παρατηρητής ψαριών και ανθρώπων. Πιθανότατα, η παρατήρηση των υδάτινων κόσμων και των πλασμάτων που τους διασχίζουν διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην ικανότητά του να βλέπει διαπεραστικά τα ανθρώπινα κατασκευάζοντας ιστορίες, πάθη, λύπες και χαράζοντας διαδρομές κάθε τύπου στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον.

213064_0Οι είκοσι-μία ιστορίες που αφήνει πίσω ο Δον Ντομίνγκο, όταν φεύγει, λειτουργούν ως ανθολόγιο ονείρων. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ονειροχάρτη, χωρίς όμως τη συνοδεία ενός πρακτικού εγχειριδίου χρήσης. Οι αναγνώστες προκαλούνται να οικειοποιηθούν κάθε ήρωα/ηρωίδα και κάθε ιστορία, αφήνοντας τα δικά τους ίχνη και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη σύνθεση του δικού τους τοπίου. Τα όνειρα στις ιστορίες ενώνουν το προσωπικό με το πολιτικό, δεν είναι ξεκομμένα από το πραγματικό, αλλά αντίθετα, η ύφανσή τους έχει πάντα στοιχεία δεσμών και αλλαγών που ορίζονται και από την καθημερινότητα. Τα όνειρα, λοιπόν, δεν είναι εξιδανικευμένες ρομαντικές εκδοχές εκπληρωμένων ή ματαιωμένων επιθυμιών. Οικοδομούνται σε ανοιχτές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ο,τι ορίζεται κάθε φορά ως πραγματικό και μη πραγματικό. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μπόρχες, ο συγγραφέας φτιάχνει λαβύρινθους, διλήμματα και χώρους, εντάσσοντας την πραγματικότητα στον μαγικό ρεαλισμό και αποκαλύπτοντας τις υπερρεαλιστικές πτυχές της που «τρυπώνουν» πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

Όσο έμεινε κοντά στους ανθρώπους ο Δον Ντομίνγκο, τους απαθανάτιζε με μια χαλασμένη φωτογραφική μηχανή, βλέποντας τους να παίρνουν πόζες. Κάποιες φορές τον κερνούσαν για να τους λέει ιστορίες. Άλλες, τον μέθαγαν παρά τη θέλησή του και «τον έντυναν γουρουνάκι και τον έσερναν στον δρόμο και τον έκαιγαν στα πόδια με τσιγάρα για να δουν πώς στρίγγλιζε». (σ. 16) Φεύγοντας, εκτός από τις ιστορίες του, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας θα βρουν φωτογραφίες νεκρικές. Καθένας εξ αυτών βρίσκεται σε φέρετρο στολισμένος/η με λουλούδια. Ο Δον Ντομίνγκο τούς κρατάει το χέρι. Αποχωρώντας από τη ζωή τους είναι εκεί στον θάνατο για να τους συντροφέψει.

Οι ιστορίες είναι η παρακαταθήκη του. Τρόποι ταξινόμησης και επανακατασκευής του κόσμου σε άπειρες συνθέσεις. Ο χρόνος στις αφηγήσεις του Πάσχου είναι πάντοτε ιστορικός, ακόμα και όταν είναι μαγικός. Η πραγματικότητα διαθλάται για να μπορέσει να διατηρηθεί εκ νέου. Οι οικογενειακές ιστορίες του βιβλίου ή η καταγωγή του Δον Ντομίνγκο είναι ανοιχτές και διαφορετικές. Σε μια από αυτές ο πατέρας παίρνει τον γιο του να γνωρίσει «τα επιτεύγματα της επανάστασης». «Αντί να τον παρασημοφορήσουν, τον κυνήγησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις». (σ. 25)  Σε άλλη, οι γονείς του γίνονται δύο τεράστια φτερά που απομακρύνονται, αφήνοντάς τον στο έδαφος. (σ. 27) Ωστόσο, κάθε φορά το ζητούμενο είναι να «αιφνιδιάσουμε τον κοινωνικό εαυτό μας», όπως και ο ήρωας της πρώτης ιστορίας.

Επιστροφή και χωρισμός, χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος διατρέχουν το βιβλίο, πηγαίνοντας μπρος πίσω. Σε μια από τις ιστορίες, ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να παίζει σκάκι με τον νεκρό ποιητή, τον Μίλτο Σαχτούρη. Παντοδύναμα με τις παρτίδες τους, διαρκώς, αναδομούν τον κόσμο. Είναι σε αυτήν την ιστορία που ο συγγραφέας διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς την ήττα από έναν απόντα, θέτοντας ξανά το ερώτημα της μνήμης και της ύπαρξης. Πώς γινόμαστε παρόντες και απόντες; Σε ποια ιστορική στιγμή και ποιοι/ποιες μας «κουβαλάνε» μέσα τους; Με ποιους άραγε όρους και σε ποιες συνθήκες; Στη δεύτερη ιστορία μαθαίνουμε πως ένας άνθρωπος, , όταν εξαφανίζεται αυτή που αγαπάει, «βούτηξε μέσα στη λύπη κι έμεινε εκεί, σαν ζώο ταριχευμένο, κρεμασμένος στην αθέατη πλευρά του σύμπαντος» (σ. 45).[2]

Το πάθος κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Τίποτα δεν είναι αδιάφορο. Μια γυναίκα ανεβαίνει στην ουρά μιας πελώριας φάλαινας  και ουρλιάζει από πάθος τόσο δυνατά που ημερώνουν ακόμα και τ’ άγρια κύματα.[3] Σε άλλη περίπτωση, ο ήρωας «κολυμπά στα λόγια μας»,[4] συντροφεύει τον Κύκλωπα[5] ή αναρωτιέται τι γίνεται όταν επιθυμούμε διακαώς να καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτός μας ξεφεύγει διαρκώς, παίζοντάς το πεθαμένος σκορπιός.[6]

«Όλα θέλουν τέμπο και χρόνο, τρόπο και υπομονή» (σ. 80) επισημαίνεται στο βιβλίο. Στο σύμπαν του, όλα τα σώματα, σαν την επιθυμία, είναι συχνά διαμελισμένα. Τα συναισθήματα αμφιθυμικά, οι πορείες μη προδιαγεγραμμένες. «Μαγείρεψα την ηρεμία μου», μας λέει ένας από τους ήρωες, «ελπίζω να περάσατε καλά». (σ. 54) Τελικά, δύσκολα κατατάσσονται όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Το βιβλίο του Πάσχου, λοιπόν, είναι «σαν το άρωμα που αφήνει η λαχτάρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, πριν καλά ειπωθεί».


[1] «Η κραυγή», (σσ. 91-95).

[2] «Οι σπόνδυλοι μιας ξύλινης σκάλας», (σσ. 44-46).

[3] «Η γοητεία του ορίζοντα», (σσ. 37-39).

[4] «Η μαγεία της άνωσης», (σσ. 67-69).

[5] «Ο άλλος», (σσ. 58-61).

[6] «Οι δοκιμασίες των κατασκόπων» (σσ. 80-86).

~.~

Γιάννης Κωνσταντίνου
Από το προσωπικό μου συναξάρι
Αθήνα: Εκδόσεις Επίκεντρο
2019
σσ. 74

Είπεν: μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε και εγένετο ως θέλημά Του το θεμελιωδέστερο κοινωνικό συμβόλαιο του έθνους μας: Ημείς δεν αμφισβητούμε τους προϊσταμένους και εκτελούμε ακρίτως τας εντολάς αυτών που μας διόρισαν. («Μη κρίνετε», σ. 62)

Κάθε κριτικό κείμενο για ένα βιβλίο παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις διαφορετικές αναγνωστικές προσεγγίσεις. Επομένως, οι κριτικές αναγνώσεις γίνονται μονοδιάστατες σε κάθε ιδεαλιστική επίκληση ενός μοναδικού “τόπου αλήθειας”, στον οποίο ο κριτικός κρατά τον ρόλο της αυθεντίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική αυτο-ακυρώνεται, κατασκευάζοντας νέες ιεραρχικές κατατάξεις στον ανταγωνιστικό χώρο της βιβλιοπαραγωγής και βιβλιοκριτικής.

Τα μικροκείμενα του Κωνσταντίνου δεν κατατάσσονται εύκολα, ενώ παράλληλα με αμεσότητα, ειρωνεία και σαρκασμό ασκούν διεισδυτική κριτική στη θρησκευτική, νομική και πολιτική “αυθεντία” σε όλες τις εκδοχές της. Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο στην αποδόμηση του κανονιστικού πλαισίου του ελληνορθόδοξου δόγματος: εορτές, βίοι αγίων, σημαντικά θρησκευτικά γεγονότα. Ο συγγραφέας με προκλητική διαύγεια ανασυνθέτει τη “μυθολογία” της ορθόδοξης πίστης, τέμνοντας το προσωπικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό. Την ίδια στιγμή, καταγράφει με ποιους τρόπους οι συνυφάνσεις του πολιτικού, νομικού και θρησκευτικού στοιχείου, ανακυκλώνουν την Ελλάδα της Κρίσης.

Εφόσον οι κριτικές βιβλίων συμπλέουν με τις υποκειμενικές θέσεις των συγγραφέων και τις ιδεολογικοπολιτικές τους θεωρήσεις, είναι αναμενόμενο κάθε κριτική βιβλίου να είναι ανοιχτή σε διάφορους αντιλόγους. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου και για όσους κλονίζονται με τη σαρκαστική πολεμική του Κωνσταντίνου, εύκολα μπορούν να ισχυριστούν ότι το βιβλίο αγγίζει τα όρια του εξυπνακισμού ή ότι είναι αιρετικό έως και βλάσφημο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας επίγνωση του κριτικού λόγου κάνει χρήση του αυτοσαρκασμού, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τις πολιτικές του ματαιώσεις στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και τη διάθεσή να αντιπαρατεθεί σε κάθε είδους δόγματα. Στα κείμενα αξιοποιείται η επαγγελματική ιδιότητά του ως νομικός. Ο Κωνσταντίνου αναφέρεται στο πώς το δικαστικό σύστημα διασπά ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος, αναπαράγοντας την κοινωνική αδικία και τα δικαιώματα των προνομιούχων.

Στο βιβλίο παρατίθενται η φιλανθρωπία του οίκτου, η γραφειοκρατία, τα μικροπολιτικά συμφέροντα, η μνημονιακή Ελλάδα και η αποποίηση ευθύνης μέσω της “τερατοποίησης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν με το μη διαχωρισμό εκκλησίας κράτους.

Όλα εμπεριέχονται στο κριτικό του βλέμμα, ακόμα και αν πρόκειται για τους αριστεριστές, που με θρησκευτικό τρόπο επαναφέρουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις ή την κατασκευή της Θεσσαλονίκης ως της απόλυτα ερωτικής πόλης. Πικρά και ξεκαρδιστικά την ίδια στιγμή τα κείμενα πιστοποιούν ότι οι καλές προθέσεις ή οι προοδευτικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για την αλλαγή του κόσμου, ενώ επισημαίνεται η φράση του Μύλλερ πως «το νεκρό στην Ιστορία δεν είναι νεκρό» (σ. 69).

Ο Άγιος Βασίλης κατασκευάζεται ως ο επιχειρηματίας του τζόγου με τους πιστούς να συρρέουν στην ονομαστική του εορτή στο καζίνο. Ο άσωτος-βετζετέριαν επιστρέφει για να καρπωθεί την οικογενειακή περιουσία. Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως εμμονικός δρακοκτόνος που έπεσε στην αφάνεια, επειδή τα τέρατα είναι πια προστατευόμενο είδος από τις οικολογικές οργανώσεις κάθε τύπου. Ο Απόστολος Παύλος είναι για κάποιους «κάτι μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι του χριστιανισμού» (σ. 48), όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο πρώτος ντονμές στην ιστορία», δηλαδή Εβραίος που αλλαξοπίστησε για να σωθεί. Ο Ιωάννης ο πρόδρομος είναι προσηλωμένος επιχειρηματίας που τελειοποίησε τις υπηρεσίες: γάμος, βάφτιση και κηδεία, αλλά και «πιο εξειδικευμένα μπραντς (ευχέλαιο, μνημόσυνο, αγιασμός, μικρός ή ολόκληρος «σαραντισμός» κ.ο.κ.) (σ. 55), ενώ ο ίδιος ο Χριστός ήταν ένας γοητευτικός άντρας που τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Ολοκληρώνοντας την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο Κωνσταντίνου γίνεται ο «ασεβής που μιλά», ενώ συνθέτει τον αντίλογο του κάθε πιστού. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», εύχεται παρορμητικά ο υμνωδός. «Λάθος μέγα. Εμείς δεν είμεθα σταλινικοί να στέλνουμε στα γκουλάκ τους αντιφρονούντες» (σ. 51).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

 

 

Σε κάθε δάσος ας ψάξουμε λοιπόν για την κουρούνα – Δοκίμιο για τον Τόμας Μπέρνχαρντ

213b8739-a1b9-4727-aa1c-5bb5b7e2ae0d

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

 

Η τέχνη συνολικά δεν είναι, ναι, τίποτε άλλο παρά μια τέχνη επιβίωσης, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπεται να το παραβλέψουμε, η τέχνη είναι η απόπειρα που κάνει συνέχεια με τρόπο συγκινητικό η διάνοια να τα βγάλει πέρα μ’ αυτό τον κόσμο και με τις αντιξοότητες του, πράγμα που, ναι, όπως ξέρουμε, είναι προπάντων δυνατόν μόνο αν χρησιμοποιούμε μόνο ψέμα και ψευδολογία, υποκρισία και αυτοεξαπάτηση, είπε ο Ρέγκερ.[i] (Παλιοί δάσκαλοι, σ. 199)

 Πώς ξεκινά να γράψει κάποιος για έναν αγαπημένο συγγραφέα; Και ποια η ανάγκη να παραθέτουμε τους αγαπημένους μας στοχαστές σε τακτικά αφιερώματα; Η αυτονόητη απάντηση είναι ότι για τους συγγραφείς των κειμένων, τα πρόσωπα αυτά είναι με κάποιο τρόπο σημαντικά· συχνά με παραπάνω από έναν τρόπους. Σημαίνει επίσης ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγγραφείς να ανακατασκευάσουν ένα πρόσωπο. Να το φέρουν στη μνήμη επισημαίνοντας με όσο γίνεται πιο εύστοχο και πειστικό τρόπο τα στοιχεία αυτά που “επιτάσσουν” την ανάγκη να θυμηθούμε τα πρόσωπα αυτά και το έργο τους. Η συγγραφή, λοιπόν, ενός κειμένου για έναν αγαπημένο σε αυτήν την περίπτωση συγγραφέα προσκαλεί τους αναγνώστες στη συγκρότηση μιας “μυθολογίας”. Η “μυθολογία” αυτή μπορεί βέβαια να συγκροτηθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να παύει να είναι μυθολογία. Σε κάθε περίπτωση ένα αφιέρωμα στα πρόσωπα κινητοποιεί μνήμες, συναισθήματα, συμβάντα, διαλόγους και μετασχηματισμούς. Πάντως τα διλήμματα είναι πολλά και διαρκή, ενώ η έμφαση είναι ανάγκη να προσανατολιστεί στη σαρωτική γραφή του και το έργο του. Οι αναφορές στα κείμενά του δεν θα είναι πάντως “διδακτικές” παραθέσεις και εκτενής λογοδοσία που εξηγεί την ανάγκη να μιλήσουμε εγκωμιαστικά για αυτόν και την εργογραφία του. Ο Μπέρνχαρντ άλλωστε έχει μιλήσει εκτενώς για τον θαυμασμό και τα βραβεία.[ii]

Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. Ήμουν, ναι, σ’ όλη μου τη ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε πάντα κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. (Παλιοί δάσκαλοι, 1994, Αθήνα: Εξάντας, σ. 85) (περισσότερα…)