Κωστής Παλαμάς

Η σαφήνεια και η ασάφεια

Καταγραφή 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~ . ~

Στα 1895, οι διάσημοι ποιητές της αθηναϊκής ρομαντικής σχολής έχουν όλοι εκμετρήσει το ζην. Ο τελευταίος τους, τον ίδιο εκείνο Γενάρη: ο λαοφιλέστατος Αχιλλέας Παράσχος. Ο πολύς Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, στα 1892. Οι ολιγόζωοι Ιωάννης Καρασούτσας και Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος έχουν εκδημήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι αδελφοί Σούτσοι κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Παρ’ όλα αυτά, αν κρίνει κανείς από τις ανθολογίες και τις αναδημοσιεύσεις των περιοδικών, αν κρίνει μάλιστα από τις τιμές ήρωος που το έθνος επιφυλάσσει στον Αχιλλέα κατά το ξόδι του, η δημοτικότητά τους παραμένει αλώβητη. Οι φιλαναγνώστες της εποχής αγαπούν περιπαθώς την ποίησή τους, παρά τον ρητορισμό, παρά τον συναισθηματισμό, τη δημοσιογραφική προχειρότητά της συχνά, και τ’ άλλα της κουσούρια. Και δυσκολεύονται πολύ να συμφιλιωθούν με τις νέες ποιητικές τάσεις που φτάνουν στο Άστυ από τις όχθες του Σηκουάνα, τον παρνασσισμό και προ πάντων τον συμβολισμό. Ο ίδιος εκείνος Παράσχος, τους ποιητές που κομίζουν το νέο αυτό πνεύμα, τους αποκαλεί υποτιμητικά παιδαρέλια.

Είναι σ’ αυτή την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα λοιπόν, που ένα από τα παιδαρέλια, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της γενιάς που αργότερα οι γραμματολόγοι μας θα αποκαλέσουν Γενιά του 1880, και όχι μόνον αυτής, ο 36χρονος Κωστής Παλαμάς παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τις αρχές τους. Αφορμή είναι «δημοσίευμά τι εν τη Αθηναϊκή Εφημερίδι των Συζητήσεων». Ο Παλαμάς το αποκαλεί «αναξίαν επίθεσιν», στόχος δε της επιθέσεως είναι μερικά σονέτα του Ιωάννη Γρυπάρη που είχαν δει πρόσφατα το φως στην Εικονογραφημένη Εστία, από των στηλών της οποίας απαντά και ο Παλαμάς.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Τα ποιήματα εκείνα του Γρυπάρη στέκονται στους αντίποδες της ρομαντικής σχολής. Γραμμένα στη δημοτική και όχι στην καθαρεύουσα, έχουν λεκτικό και μορφή άκρως εκλεπτυσμένα. Το κύριο Καταγραφήχαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αποτελούν αναγνώσματα δύσκολα, θέλουν μελέτη επισταμένη και επίμονη, θέλουν το κλειδί τους το ερμηνευτικό, δεν παραδίδονται ευθύς στον αναγνώστη. Επόμενο είναι λοιπόν ότι το κοινό της εποχής, το εθισμένο στην συχνά δημοσιογραφικού τύπου «διαύγεια» των ρομαντικών, να αμηχανεί. Έτσι τα σχόλια μιλούν περί θολότητος και ασαφείας αντιποιητικής, καταπώς περίπου ο Ζαμπέλιος την εποχή του μεμφόταν τον Διονύσιο Σολωμό για τον ομιχλώδη και αλλοτύπωτον γερμανισμόν του. Ο Παλαμάς λοιπόν παίρνει τον λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και τιτλοφορεί το κείμενό του, ένα από τα δυνατότερα κριτικά δοκίμια της γλώσσας μας, «Η σαφήνεια και η ασάφεια».

Η θέση η βασική του Παλαμά είναι κοφτή, σχεδόν προκλητική: η ασάφεια δεν είναι εξ άπαντος κουσούρι.

Ό,τι ονομάζομεν σαφήνειαν εν τη ποιήσει δεν είναι απολύτως και πάντοτε πλεονέκτημα, καθώς και ό,τι καλούμεν ασάφειαν δεν είναι απολύτως και πάντοτε ελάττωμα της ποιήσεως. Το κάλλος ποιητικών τινών αριστουργημάτων εκλάμπει διά της σαφηνείας. Αντιθέτως δε, το χαρακτηριστικόν στοιχείον του ύψους  εξ ίσου ποιητικών αριστουργημάτων είναι η ασάφεια.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Παλαμάς τεκμηριώνει εν εκτάσει τη γνώμη του. Επικαλούμενος τα μεγαλύτερα κριτικά αναστήματα της εποχής, από τον Γεώργιο Μπράντες της Δανίας ώς τον Ιππόλυτο Ταιν της Γαλλίας, ονόματα που και σήμερα διατηρούν το κύρος τους, ο Παλαμάς δείχνει ότι τα γνωρίσματα εκείνα που συνδέουμε με την ασάφεια –η σκοτεινότητα, η υπερβολή, η υπαινικτικότητα, η ελλειπτική έκφραση– στα χέρια του άξιου ποιητή (και τέτοιον δηλώνει εξ αρχής ότι θεωρεί τον «άγνωστόν του κ. Γρυπάρην») είναι μέσα ποιητικά πρώτης τάξεως, φτάνει να συντονίζονται προς μιαν ομότροπη ευαισθησία. Έτσι, λ.χ., αντιπαραβάλλοντας το ιδεώδες της διαύγειας που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία με το αντίθετό του, που σφραγίζει τα ποιητικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, γράφει:

Η φαντασία των Ελλήνων συγκερνάται αρμονικώς προς τον λόγον, και περιορίζει το θείον εις καθωρισμένα όρια. Ενώ όλως αντιθέτως η εβραϊκή φαντασία συνδέει το θείον προς το άπειρον. Καταμερίζουσι  οι Έλληνες τα πάντα, προβαίνουν διά της αναλύσεως, διά της λογικής, αναπτύσσουν τα πράγματα ρητορικώς, φιλοσοφικώς, μεθοδικώς. Οι Εβραίοι δεν αναλύουν, δεν λογικεύονται, δεν συμπεραίνουν κατ’ ακολουθίαν, βλέπουν μόνον εξαφνικά· οραματίζονται· δεν τους φωτίζει η λογική· τους εμπνέει το μαντικόν δαιμόνιον· δεν αναπτύσσουν τα θέματά των· αγνοούν τι σημαίνει οικονομία λόγου. Χωρούσι δι’ αλμάτων, οι λόγοι των είναι αστραπαί, περιπίπτουν διαρκώς εις παλιλλογίας, είναι ασαφείς, ούτε θέλουν να είναι σαφείς.

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο δοκίμιο του Παλαμά και στην αισθητική και διανοητική τέρψη που εν αφθονία μάς παρέχει. Είναι προφανές ωστόσο πως ό,τι εκείνος αποκαλεί ασάφεια, στις μέρες μας το στεγάζουμε συνήθως υπό την επιγραφή της πολυσημίας. Και καθώς, ελέω του μοντερνισμού, έχουμε πια περιπέσει στο άλλο άκρο, και την πολυσημία τη θεωρούμε παντού και πάντα προτέρημα λογοτεχνικό –το κείμενο είναι μια ασταμάτητη νοηματομηχανή, δεν μας λένε οι πλατυρρήμονες θεωριοκράτες;–, επόμενο είναι και κάθε είδους δυσκολία και ασάφεια κειμενική, ακόμη και την αθέλητη και τη φαιδρή, πλέον να τη συγχωρούμε, αποδίδοντάς της μιαν υποτιθέμενη –κατά φαντασίαν– βαθύνοια.

Παρακάμπτοντάς τα όλα αυτά τα άχαρα, προτείνω εδώ να μείνουμε στην συνδυαστική, ουχί όμως και αυθαίρετη σοφία του Παλαμά, που αριστοτελικώς παραφραζομένη θα μας έλεγε εν προκειμένω ότι, οσάκις έχουμε πράγματι κάτι να πούμε, το λογοτεχνικώς ον λέγεται πολλαχώς: και Science-of-learning-languagesευθέως και πλαγίως· και εμμέσως και αμέσως· και διαυγώς και γριφωδώς· και νέτα σκέτα και περί διά γραμμάτου. Ἁρμονίη παλίντονος… Όσο για την πολυσημία την άλλη, την εκτός λογοτεχνίας, στη γλώσσα της διπλωματίας την αποκαλούμε, ως γνωστόν, δημιουργική ασάφεια. Είναι ένας τρόπος αυτός από τις διαπραγματεύσεις μας να κάνουμε ότι βγαίνουμε όλοι κερδισμένοι. Και επειδή η γλώσσα της διπλωματίας είναι η γλώσσα της πολιτικής, και γενικά η δημόσια γλώσσα, που μέσα της συνέχονται όλα τα διακυβεύματα του συλλογικού μας βίου, φυσικό είναι την ίδια αυτή «δημιουργική ασάφεια» να τη βρίσκουμε και στα ιδιώματα της θρησκείας και της ιδεολογίας, της οικονομίας και της αγοράς, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε αλλά και στο πλείστο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Σε όλους αυτούς τους χώρους, η δημιουργική ασάφεια είναι ως εκ των ων ουκ άνευ: απότοκη της ανάγκης του εκάστοτε ομιλητή να βρει έρεισμα για τους ισχυρισμούς του στους όρους τους κοινολεκτούμενους, και να συνδέσει τις αξιώσεις του με ιδεώδη πιο ευρέως παραδεκτά. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολυσημία/ασάφεια των γλωσσικών ενεργημάτων μας είναι κατάσταση ανυπέρβλητη, αντανακλά τις ες αεί ανυπέρβλητες αντιφάσεις και αντιπαλότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μόνος χώρος όπου η πολυσημία/ασάφεια δεν βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν είναι στους όρους τούς αυστηρά τεχνικούς, ιδίως των λεγόμενων ακριβών ή θετικών επιστημών. Σ’ αυτές, η μονοσημία, η κατά το δυνατόν αποκλειστική, η μονοσήμαντη φόρτιση μιας λέξης, είναι αρετή, η απόλυτη σαφήνεια πλεονέκτημα. Ο ιδεώδης επιστημονικός όρος είναι μονόσημος, ή έστω μονοσημική επιδιώκεται να είναι η χρήση του, εντός των οικείων του συμφραζομένων. Ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων, το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, η ονοματολογία των ουράνιων σωμάτων, ιδίως η αρκτικολεκτική-αριθμητική, όλα αυτά στο ίδιο ιδεώδες κατατείνουν: την μονοσημική σαφήνεια.

Με αυτήν την έννοια θα λέγαμε ότι η επιστημονική-ορολογική γλώσσα βρίσκεται στους αντίποδες τόσο της κοινής μας γλώσσας, όσο και της Concept of science. Bookshelf full of books in form of tree on aγλώσσας της λογοτεχνικής, ότι αποτελεί το αρνητικό τους είδωλο. Και πάλι, είναι οι ποιητές που μας το δίνουν αυτό να το καταλάβουμε καλύτερα απ’ τους άλλους. Ξέχνα την ακριβή μετάφραση, συμβούλευε λ.χ. τον Γερμανό μεταφραστή του Άξιον εστί ο Οδυσσέας Ελύτης, που είχε σκοντάψει μεταξύ άλλων στα δημώδη ονόματα της ελληνικής χλωρίδας, όσα μνημονεύει εκεί ο ποιητής: διάλεξε λέξεις που ν’ ακούγονται καλά στη δική σου γλώσσα, ο ήχος μετράει εδώ όχι το σημαινόμενο.

Και πράγματι – το οζόνιο και το κάλλιο και το μαγκάνιο και ο χαλαζίας του Ελύτη είναι πράγματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα των χημικών και των ορυκτολόγων μας, το τιτάνιό τους είναι στους στίχους του, όπως γράφει, αποτιτανωμένο. Στη διηνεκή προσπάθειά του ο ποιητής να δώσει μορφή στο όραμά του, και την λέξη την μονόσημη ακόμη την απαλλοτριώνει, την ξανακαινουργιώνει, όπως λέει ο ίδιος στα Ελεγεία, και έτσι αλλαγμένη την αναδιανέμει πλέον στους πολλούς ως λέξη παρθένα – της δίνει οσμή και γεύση και θερμοκρασία μοναδική: τη δική του. Και μια μόνο λέξη αν υπήρχε, γράφει στις Δοκιμές ο Σεφέρης, ο ποιητής θα την έλεγε αλλιώς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία στο 11ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ («Γλώσσα & Ορολογία», 9-11. 11. 2017)

Advertisements

Κώστας Ανδρουλιδάκης: Ο στοχαστής Παλαμάς

palamas-520x245

~ . ~

[ Προδημοσίευση από το προσεχές, αφιερωμένο στον ΚΠ, τεύχος του ΝΠ ]

~ . ~

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ

Για να αναζητήσομε τον φιλοσοφικό στοχασμό του Παλαμά, θα έπρεπε προηγουμένως να διευκρινίσομε ορισμένα βασικά ζητήματα που αναφέρονται στις σχέσεις λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Επειδή το θέμα είναι προφανώς τεράστιο και πολυσύνθετο, θα θίξω απλώς ελάχιστα σημεία. Έχω την άποψη πως η λογοτεχνία –όχι βέβαια απαραίτητα αλλά πάντως στους σπουδαιότερους συγγραφείς- δεν εξαντλείται απλώς στην αξιόλογη αισθητικά μορφή, η οποία είναι ασφαλώς αναγκαίος όρος της αξίας του λογοτεχνικού έργου, αλλά διακρίνεται επιπλέον και από το σημαντικό γνωστικά περιεχόμενο: τη διατύπωση σκέψεων, νοημάτων, ιδεών, προβλημάτων, δηλ. την αναζήτηση της γνώσης. Ας σημειωθεί πως η διερεύνηση του φιλοσοφικού περιεχομένου της λογοτεχνίας είναι ένα πεδίο υποτιμημένο ακόμα, ενώ θα έπρεπε, νομίζω, να αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ερμηνείας και της κριτικής της λογοτεχνίας.

Ας διευκρινίσομε επίσης πως λέγοντας εδώ «φιλοσοφία» δεν θα την εννοούμε με τη στενή, τυπική ή ακαδημαϊκή σημασία, αλλά με την ευρύτερη σημασία, δηλ. του φιλοσοφικού στοχασμού, όπως εμφανίζεται και σε άλλα πεδία, κυρίως στη λογοτεχνία, στις επιστήμες, στο δοκίμιο και αλλού. Υπάρχουν αρκετές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών ειδών ή μορφών της φιλοσοφίας: στην πρώτη περίπτωση είναι βέβαια πιο συστηματική (ενίοτε περιενδύεται και τον μανδύα της «επιστημονικότητας») αλλά επίσης, από πολλές απόψεις, και άκρως προβληματική (ο Σοπενχάουερ την υποβάλλει σε ανυπέρβλητη κριτική): λ.χ., ασχολείται συχνά με ζητήματα τα οποία άλλοι φιλόσοφοι αποκαλούν ευλόγως «ψευδοπροβλήματα»∙ ενώ στη δεύτερη περίπτωση, είναι δυνατόν να υστερεί σε ακρίβεια και τεκμηρίωση, αλλά μας χαρίζει συχνά στοχασμό ουσιαστικό και αυθεντικό, και προσφέρει έτσι την καλύτερη απόδειξη της ζωντανής πραγματικότητας αλλά και της αναγκαιότητας της φιλοσοφίας.

Schiller.jpgΟ Παλαμάς έχει όχι απλώς επίγνωση της δύναμης της λογοτεχνίας, και μάλιστα της ποίησης, να εκφράζει φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά επιπλέον αναπτύσσει διεξοδικό και συνεκτικό σχετικό προβληματισμό. Επικαλείται τον Φλωμπέρ: «Διπλά και τριπλά στοχαστής, ποιος άλλος ημπορεί να ειπωθεί, ποιος άλλος παρά ο καλλιτέχνης;» (1, 329).1 Επικαλείται την άποψη του Χέγκελ για τα ποιήματα του Σίλλερ: «Η ουσία, μέσα στην υπόθεση των έργων του είδους τούτου, είναι ο μεγαλονόητος στοχασμός» και συμπληρώνει πως, αν απέρριπτε κανείς το είδος αυτό, «θα έπρεπε να [το] σβύσει από το χάρτη του μεγαλοστόχαστου φιλοσοφικού λυρισμού» (10, 450).

Ειδικότερα ως προς την παρουσία της φιλοσοφίας στον Παλαμά, θα φανεί πως το έργο του έχει περιεχόμενο στοχαστικό (πολύ συχνά μάλιστα καθιστά τον φιλοσοφικό στοχασμό ειδικό ή συγκεκριμένο θέμα, ύλη ή μοτίβο της ποίησής του, λ.χ., στη Φοινικιά, στον Ασκραίο και στις Αλυσίδες). αλλά σε μορφή ποιητική ή δοκιμιακή. Η μορφή όμως είναι στοιχείο καθοριστικό. Επιτρέπει όχι μιαν ανάπτυξη στοχασμών μεθοδική, πλήρη και συστηματική, συνεκτική, δίχως κενά, άλματα ή αντιφάσεις, αλλά την αντιμετώπιση μερικών μονάχα σημείων και πλευρών. Ο ποιητής μας φροντίζει να αποσαφηνίσει «πως είναι η ποίηση τέχνη, βέβαια, στις εντονώτερες και τις βαθύτερες στιγμές της, φιλοσοφική, όμως πολύ διαφορετική από τη σκέψη μιας φιλοσοφίας καθαρής∙ πως ο ποιητής όσο κι αν συναπαντιέται διαβατικά, και στην ουσία και στη μορφή ακόμα, με το φιλόσοφο, η αλήθεια είναι πως, καλά καλά, διανοούμενος δεν είναι ούτε μεταφυσικός ούτ’ επιστημονικός, μα πως είναι, πραγματικά και απλούστατα, φιλόλογος» (7, 180). Κι ακόμα, όπως επισημαίνει με ακρίβεια: «Άλλο η φιλοσοφική σκέψη κι άλλο η φιλοσοφική συγκίνηση. Ο σοφός φέρνεται από την πρώτη. Ο ποιητής, συχνά, δέρνεται από τη δεύτερη» (10, 123). Άλλωστε, «το ζήτημα δεν είναι να φιλοσοφήσει ο ποιητής, αλλά πώς να εκφράσει και τη φιλοσοφική του συγκίνηση σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του, την όποια, και ύστερα και μαζί πώς να υποτάξει την εκδήλωσή της στους νόμους της ποιητικής εκφραστικής» (10, 518). Φυσικά, εδώ δεν είναι δυνατόν να επιχειρηθεί μια «πλήρης» παρουσίαση της φιλοσοφίας του Παλαμά σε όλες τις διαστάσεις της. Θα αρκέσει να επισημανθούν μερικά κύρια θέματα και ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σκέψης του. Καθώς έχει εκφραστεί για πολλά σημαντικά ζητήματα, θα είναι κέρδος, νομίζω, να σκιαγραφήσομε, έστω σ’ ένα σχεδίασμα, τους άξονες και τις αρχές του στοχασμού του.

Αλλά για τον σκοπό αυτόν είναι αναγκαίοι ορισμένοι περιορισμοί λόγω του όγκου του έργου, της πληθώρας των θεμάτων και των ιδεών του. Θα επικεντρωθούμε σε ορισμένα ποιητικά έργα (κυρίως στην Ασάλευτη Ζωή, στον Ασκραίο, τις Αλυσίδες, τη Φοινικιά, τον Δωδεκάλογο του Γύφτου, και λιγότερο σε άλλα) και συμπληρωματικά σε μερικά πεζά. Εντελώς ιδιαίτερη σημασία έχουν οι Πρόλογοι στα έργα του∙ χωρίς υπερβολή, αποτελούν ανεκτίμητης αξίας ντοκουμέντα του επιπέδου και της εξέλιξής του, των θεμάτων που τον ενδιαφέρουν και των προοπτικών, από τις οποίες τα εξετάζει (ιδιαίτερα όσον αφορά στην ποιητική του). Ας ευχηθούμε να εκδοθούν κάποτε σε ξεχωριστή έκδοση. Ως προς το ερώτημα: «πώς να πορευθεί κανείς κατά την εξέταση του θέματός μας;», η απάντηση είναι προφανώς πως θα πρέπει να προηγηθεί η διεξοδική, κατά το δυνατόν, μελέτη των επιμέρους έργων και έπειτα να ακολουθήσει η συνθετική παρουσίαση.

ΤσατσοςΣκόπιμες είναι ίσως ελάχιστες παρατηρήσεις για την προγενέστερη έρευνα και τις σχετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο Δ. Βεζανής προβαίνει σε μιαν απόπειρα παρουσίασης της φιλοσοφίας του Παλαμά ως συστήματος με την ακαδημαϊκή έννοια, κατά κλάδους: γνωσιολογία, μεταφυσική κτλ.).2 Θα ήταν άδικο να την απορρίψει κανείς στο σύνολό της, αλλά βέβαια θα ήταν πλάνη μια τέτοια κατανόηση του Παλαμά ως συστηματικής φιλοσοφίας. Κυρίως είδε την επιρροή του Νίτσε, όχι εσφαλμένα, αλλά αποκλειστικά. (Ο Βεζανής εκθέτει μάλλον τη δική του φιλοσοφία). Υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων είναι ο Παλαμᾶς του Κ. Τσάτσου.3 Έχει όλες τις προϋποθέσεις για μια γόνιμη προσέγγιση, αλλά χαρακτηρίζεται από υπερβολικά συνθετική διάθεση, αποδεικνύει περισσότερα του αναγκαίου και καταλήγει σε «υπερερμηνεία». Ειδικότερα: Στηρίζεται υπερβολικά στις φιλοσοφικές προϋποθέσεις και την κοσμοθεωρία του ίδιου του Τσάτσου (μεταφυσική ιδεοκρατία, όχι τόσο νεοκαντιανή, όσο νεοπλατωνική και ιδίως εγελιανή). Παρουσιάζει τον στοχασμό του Παλαμά ως σύστημα πολύ περισσότερο συνεκτικό, με εσωτερική συνάφεια, και ιδίως με πιο συνεπή εσωτερική εξέλιξη και ανάπτυξη από όσο πράγματι είναι. Με λίγες λέξεις: «υπό το εξωτερικόν» της παλαμικής ποίησης καλύπτεται ή λανθάνει, υποτίθεται, ένα νεοπλατωνικό ή εγελιανό φιλοσοφικό σύστημα. Σπουδαία (ακόμα κι αν δεν συμφωνεί κάποιος σε επιμέρους σημεία) είναι η κριτική μελέτη του Ι. Συκουτρή για τον Δωδεκάλογο του Γύφτου.4 Στηριγμένος σε βαθειά ουμανιστική παιδεία, ο Ροζέ Μιλλιέξ εντοπίζει τις «ευρωπαϊκές αξίες» στον Παλαμά (στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας του 1943) και τις συνδυάζει με συναφή ρεύματα και αντιλήψεις (φιλοσοφικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές κτλ.) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.5 Υποδειγματικές και ρηξικέλευθες είναι, νομίζω, οι μελέτες του Ε. Π. Παπανούτσου.6 Στηριγμένες σε εξαιρετική γνώση του έργου του ποιητή, σε μοναδική φιλοσοφική παιδεία, με σωστή μέθοδο (δίχως δογματικές παραδοχές ή προκαταλήψεις, με αναλυτικό βηματισμό), συνέλαβε ουσιώδη σημεία του στοχασμού του Παλαμά τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η παραδειγματική φιλολογικά, συνθετική μελέτη Κωστής Παλαμάς του Κ. Θ. Δημαρά συνέλαβε επίσης σημαντικά στοιχεία, ιδίως την πολλαπλή σημασία του ρυθμού.7 Τέλος, αξιόλογες είναι οι μελέτες του Κ. Δεσποτόπουλου για τη Φοινικιά, του Ε. Ν. Μόσχου και του Δ. Κόκορη.8

Η φιλοσοφική παιδεία του Παλαμά είναι ευρύτατη και βαθειά, αφάνταστη σε πλούτο, ποικιλία και βαθμό ενημέρωσης. Με τον Κατάλογο της βιβλιοθήκης Κ. Παλαμά9 έχομε μια στέρεη βιβλιογραφική βάση. Καθώς τον ενδιαφέρουν, παρακολουθεί και γνωρίζει, όσο του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, τα πάντα, θα αρκέσει να σημειώσομε τις κυριότερες πηγές, εκείνες που απετέλεσαν τις σημαντικότερες «τροφές» του. Σύμφωνα με τον παραπάνω προσδιορισμό και τη διάκριση της φιλοσοφίας, τους όρους φιλοσοφικές «πηγές και επιρροές» θα τους εννοούμε εδώ ευρύτερα, ώστε να περιλαμβάνουν και στοχασμό που αναπτύσσεται και σε λογοτεχνικά κείμενα. Ανάμεσα στις κυριότερες πηγές του μπορούμε να σημειώσομε (μερικά από τα ονόματα αυτά επανέρχονται πολύ συχνά στις μελέτες του – οι αναφορές εδώ είναι απλώς ενδεικτικές και επιλεκτικές): τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς (Έλληνες και Ρωμαίους). Ιδιαίτερη εξοικείωση φαίνεται να έχει με την αρχαία μυθολογία, η οποία του προσφέρει ανεξάντλητο πλήθος εμπνεύσεων, μοτίβων, συμβόλων και εικόνων. Σταθεροί πυλώνες της παιδείας του είναι οι Γερμανοί κλασικοί Γκαίτε και Σίλλερ καθώς και οι ρομαντικοί, ιδίως οι Γάλλοι (V. Hugo), ο Σέλλεϋ και ο Byron, αλλά καί Τολστόι, ο Ίψεν, οι παρνασιστές (ιδίως οι L. de Lisle και Sully Prudhomme), οι συμβολιστές και οι ουμανιστές της εποχής του, όπως, λ.χ., οι Α. Φρανς και Ρ. Ρολλάν. FreudΒασικοί για την φιλοσοφική του συγκρότηση είναι οι θετικιστές του ΙΘ΄ αιώνα, ιδίως οι H. Spencer, E. Renan, H. Taine, J.-M. Guyau, αλλά και οι R. W. Emerson, W. James κ.α. Καθοριστική υπήρξε η σημασία και η επιρροή του Νίτσε. Ειδικότερα, έλαβε σοβαρά υπόψη τους αισθητικούς φιλοσόφους, λ.χ., εκτός από τους Renan και Taine, τους Χέγκελ, Ch.-B. Renouvier, J. Ruskin, B. Croce, H. Delacroix κ.α. Τέλος, γνώρισε τον Φρόϋντ, ακόμα και τον υπερρεαλισμό. Κι αν ακόμα δεν ήταν φιλόσοφος ο Παλαμάς, ασφαλώς θα διεκδικούσε επάξια τον τίτλο του σοφού και του homo universalis. Σε μεγάλο βαθμό είναι «αυτοδίδακτος», βέβαια. Αλλά ποιος σημαντικός δημιουργός δεν είναι; Ας θυμηθούμε τη σημασία που αποδίδει στο αυτοδίδακτο ο Σεφέρης.

~  .  ~

Φύση και έργο της ποίησης

Τον Παλαμά απασχόλησε σοβαρά το ερώτημα: Ποια είναι η φύση και το έργο της ποίησης, ποια η θέση και η αποστολή του ποιητή; Τόσο σε Προλόγους όσο και σε ποιήματα πραγματεύεται διεξοδικά είτε θίγει διάφορες πτυχές του θέματος. Έργο του ποιητή είναι να «είπη με τάξιν και με λάμψιν ό,τι ο άνθρωπος άτακτα και αμυδρά αισθάνεται» (1, 208). Χαρακτηριστικό για την κατανόησή του της ποίησης είναι ότι της αποδίδει δυνατότητες γνωστικές και μάλιστα μεταφυσικές: «Η Ποίησις είναι κυρίως η συμβολική, ήτοι η συνθετική, με άλλους λόγους η κεκαλυμμένη και όχι πάντοτε η ευκολονόητος έκφρασις της ψυχής του κόσμου» (1, 209).

Κατ’ εξοχήν θέμα και αντικείμενο της ποίησης θεωρεί όχι τα επιμέρους ή τα «καθ’ έκαστον», αλλά τα καθόλου, τις γενικές έννοιες, τις ιδέες. Αξιοποιώντας την εύστοχη διάκριση του Φ. Πολίτη, μπορούμε να πούμε πως το έργο του Παλαμά είναι «λυτρωμένο από το τυχαίο κι από το επεισοδιακό» και εκφράζει μια «συνολική σύλληψη ζωής».10 Αλλά τούτο αποτελεί ειδοποιό φιλοσοφικό στοιχείο. Βέβαια, επισημαίνει: «[Οι ποιητές] και όταν ακόμα φιλοσοφικά στοχάζονται, δεν καλοξέρουν παρά τον εαυτό τους μόνο, και αδιαφορώντας για όσα λέμε αλήθειες, και κυνηγοί όχι πολύ επιδέξιοι των καθόλου, δεν ευφραίνονται από τα καθολικά, παρά μονάχα όταν τα βλέπουνε σχηματισμένα, ατομικεμένα, όταν αυτοί τα κάνουν ωραία πρόσωπα» (7, 181). Το θέμα, η ύλη, μπορεί να είναι τα καθόλου (μια ιδέα, μια έννοια, ένα ζήτημα), αλλά για να γίνει ποίημα πρέπει να περιβληθεί την κατάλληλη μορφή ή σχήμα: να εκφρασθεί με εικόνες, με σύμβολα, ενδεχομένως μ’ ένα μύθο, και πάντως σε στίχους με μέτρο και ρυθμό: «Οι ιδέες είναι ίδιες οι ψυχές των πραγμάτων […] Ο ποιητής εμψυχώνει τ’ αντικείμενα, εικονογραφεί τις ιδέες, ξανακαινουργώνει και ξανανιώνει» (10, 440). Στοιχεία συστατικά της ποιητικής λειτουργίας θεωρεί ο Παλαμάς όχι μόνο ή μεμονωμένο το αίσθημα ή συναίσθημα και τη συγκίνηση, αλλά το αίσθημα σε αξεχώριστη συνεργασία και συλλειτουργία με τη σκέψη και το στοχασμό: «Η σκέψη είναι το ίδιο το αίσθημα, σε ανώτερο βαθμό και σε όλη του τη δύναμη∙ είναι το αίσθημα του γενικού […] δεν μπορεί λαμπρότερα να εκπληρώσει τον προορισμό της η ποίηση παρά με τη λυρική σκέψη» (3, 295). iarichardsΓενικά, ο Παλαμάς τονίζει συχνά ως καθοριστικό στοιχείο της ποίησης τη συλλειτουργία όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του δημιουργού: «Νουν, καρδίαν και αισθήσεις όλα τα θέτει εις ενέργειαν ο Ποιητής» (1, 211). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό η χαρακτηριστική διαφορά του από την κατά βάση ψυχολογική κατανόηση της ποίησης κατά τον Ρίτσαρντς (I. A. Richards) κυρίως ως έκφρασης αισθημάτων και ως της «υπέρτατης συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας». Εξ άλλου, καθώς φαίνεται να είναι διαδεδομένη η μονομερής αντίληψη για τον κυρίαρχο ρομαντισμό του Παλαμά, πρέπει να σημειωθεί πως απεναντίας και το στοιχείο τούτο της συλλειτουργίας των πνευματικών δυνάμεων συνιστά ένα από τα στοιχεία ή πλευρές του κλασικισμού του.

Σχετικά με το είδος της ποίησής του, ο Παλαμά διακρίνει «τρεις Λυρισμούς», την «τριπλή της Ποιητικής του υπόσταση» (10, 491): α) τον «λυρισμό του Εγώ», τον «κανονικό», θα λέγαμε, λυρισμό, β) τον «λυρισμό του εμείς», το επικό στοιχείο: εκφράζει το «καιρικό [στοιχείο του ανθρώπου] που τον ανταμώνει με τους άλλους ανθρώπους», και γ) τον «λυρισμό των όλων»»: εκφράζει το «γενικό που τον προσεγγίζει με την όλην ανθρωπότητα» (10, 497). Ο Παλαμάς όμως χαρακτηρίζει την ποίησή του διαλεκτική μ’ ένα «τριπλό παρουσίασμα: θετικό, αντιθετικό, συνθετικό» κι ακόμα, ακριβέστερα, «δραματική, καθώς γίνεται από πάθος, από σύγκρουση, από κάθαρση» (1, 375). Πράγματι, αμέτρητα έργα του έχουν δομή δραματική, ακόμα και εξωτερικά, με πρόσωπα που διαλέγονται (λ.χ., στον Δωδεκάλογο του Γύφτου, στην «Πολιτεία» από την Πολιτεία και Μοναξιά κ.α.): «Ο λόγος, ο αντίλογος μ’ έναν επίλογο» (1, 376).

Ως προς το έργο και την αποστολή του ποιητή, ο Παλαμάς δεν διστάζει να του αποδώσει γνωρίσματα που τον ανεβάζουν στο αξίωμα του μάντη, του προφήτη ή του ιερέα (και τούτο αποτελεί πράγματι ρομαντικό στοιχείο): «Όμως αν χρειάζεται το μέτωπο του ποιητή να του το σφραγίσουμε με μια λέξη που να μας ξυπνάει ακέριο το νόημα της αποστολής του, καμιά λέξη δε θα ταίριαζε για τούτο περισσότερο από τη λέξη Προφήτης» (10, 417). Το ποίημα «Ο ποιητής» από την Ασάλευτη Ζωή εκφράζει χαρακτηριστικά και συνοψίζει την αντίληψη του Παλαμά για το έργο και την αποστολή του ποιητή: «Κι ωνειρεύτη πλάσμα πιο μεστό/από κρίνους, κύκνους, φέγγη, αϊτούς, κ’ έπλασε τον ποιητή./Βλέπει σε κατάματα, ώ Θεέ, μόνος φτάνει ως την καρδιά σου, και μας λέει τι βρίσκει εκεί» (3, 92). Ανυπέρβλητες αξιώσεις! Ο ποιητής πλάσμα πιο μεστό κι από τα πιο προνομιούχα της πλάσης. Και καθώς, κατά τον Χριστιανισμό, ο Θεός είναι ο μόνος καρδιογνώστης, ο ποιητής αναγορεύεται σε ισότιμο είτε και υπέρτερο του Θεού!

Ως προς τη γενικότερη λειτουργία και αποστολή της τέχνης, είναι ξεκάθαρη η αντιδιαστολή, η αντιπαράθεση, ακόμα και η αντιδικία προς την πεζή, συμβατική πραγματικότητα, η απελευθέρωση και η κάθαρση από τα βάρη και τα δεσμά της, και αντιθέτως η λύτρωση και η αναγέννηση μέσω του έργου τέχνης: «Με την εντύπωσιν του καλλιτεχνήματος φεύγομεν μακράν από τον κόσμον που μας περικυκλώνει, αποθνήσκομεν, και αναζώμεν μέσα εις τον παράδεισον της Τέχνης» (1, 211). Η τέχνη δημιουργεί έναν δεύτερο κόσμο αυτόνομο, αυτοτελή και αυθυπόστατο.

image002(3172)Μελετώντας το ποιητικό έργο του Παλαμά αναδεικνύονται και επανέρχονται ορισμένα κύρια πλέγματα θεμάτων, «τόπων», μοτίβων και ιδεών. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει συχνά μερικά κεντρικά θέματα είτε πηγές της έμπνευσής του. Επιχειρώ να σημειώσω μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και σημαντικά δίχως πρόθεση πληρότητας: α) Το λυρικό εγώ (αντίστοιχο προς τον «λυρισμό του εγώ»): η ψυχή του ποιητή (αισθήματα ή συναισθήματα, πόθοι και πάθη, η εσωτερική ή μυστική ζωή του, μοναχικότητα και μοναξιά), β) Ζωή, βίος, άνθρωπος και ανθρώπινη φύση (έρωτας, σώμα, πνεύμα και ψυχή), κοινωνική πραγματικότητα («λυρισμός των όλων»), γ) Φύση και κόσμος, δ) Αναζήτηση του ιδεώδους ή ιδεατού ή ιδανικού, σύγκρουση, αντιθέσεις, αντινομίες πραγματικότητας και ιδανικού ή ιδεωδών ή πνεύματος, ε) Αρχαιότητα και χριστιανισμός, Νέοι Χρόνοι, νεωτερικότητα και σύγχρονη εποχή, στ) Πολιτεία και ιστορία, Ελλάδα, ελληνική ιστορία και ελληνική πορεία, Βυζάντιο, Νέος ελληνισμός, πατρίδα («λυρισμός του εμείς»), ζ) Ευρώπη, κόσμος, κοσμοπολιτισμός, κοινωνικά ζητήματα η) υπαρξιακά ζητήματα και προβλήματα, θάνατος θ) Κοσμοθεωρία και μεταφυσική, Θεός και θρησκεία. Γενικά θα μπορούσαμε να παρατηρήσομε μιαν εξέλιξη (όχι απαραίτητα εξωτερική-χρονολογική, αλλά εσωτερική) από τον «λυρισμό του εγώ» προς εκείνον «του εμείς» και «των όλων», με αντίστοιχη πύκνωση και εμβάθυνση του προβληματισμού του.

~  .  ~

Γνωρίσματα της σκέψης του

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Παλαμά είναι ο υψηλός βαθμός της φιλοσοφικής του συνείδησης ή «συνειδητότητας». Πολύ συχνά σκιαγραφεί και χαρακτηρίζει ο ίδιος όχι απλώς με σαφήνεια αλλά και ρητώς τις θέσεις του. Τεκμήρια αυτού ας είναι, και πάλι, οι Πρόλογοι στα έργα του καθώς και, τελείως ενδεικτικά, η εκπληκτική ανάλυση των ποιημάτων «Σκέψη» και «Απόκριση» (από την Ασάλευτη Ζωή) στο «μάθημα του καθηγητή» (10, 439-465). Από τούτα φαίνεται το πολύ υψηλό επίπεδο σύλληψης των θεμάτων, φιλοσοφικού προβληματισμού, εντέλει το ενδιαφέρον για τα φιλοσοφικά ζητήματα, που είναι –όπως και παντού- ο αναγκαίος όρος της δημιουργικής ενασχόλησης με αυτά. Palama, oi-aionesΑλλά εδώ χρειάζεται προσοχή: Δεν σημαίνει πως στα κριτικά και ερμηνευτικά αυτοσχόλιά του έχει πάντοτε δίκιο ή ότι ακριβολογεί και πρέπει να τα παίρνομε κατά γράμμα. Επιβεβαιώνεται για μιαν ακόμη φορά το ερμηνευτικό αίτημα «να κατανοήσομε το συγγραφέα καλύτερα από όσο κατενόησε ο ίδιος τον εαυτό του». Ένα άλλο σημαντικό γνώρισμά του είναι η, με πολλαπλή σημασία, κριτική σκέψη, η έλλειψη δογματισμού: δεν εκφράζει ούτε εμμένει σε «ακλόνητες» θέσεις, αρχές, ιδέες, δόγματα. Βέβαια, όπως θα φανεί στη συνέχεια, καταλήγει σε ορισμένες σταθερές αντιλήψεις, αλλά μέσα από διαρκή αναζήτηση, και έτοιμος να τις αμφισβητήσει και αναθεωρήσει.

Από τον κόσμο των ιδεών ενός ποιητή δεν αξιώνομε προφανώς απόλυτη συνέπεια, ακλόνητο ειρμό και συνεκτικότητα, έλλειψη αντιφάσεων. Ο Παλαμάς δεν αναπτύσσει πλήρες και τέλειο σύστημα. Άλλωστε, στη σκέψη του σημειώνεται δημιουργική εξέλιξη και πρόοδος. Ας μην παραβλέπομε και το καταστατικά δραματικό και διαλεκτικό στοιχείο του έργου του: δεν εκφράζουν ή απηχούν πάντοτε όλες οι απόψεις και αντιλήψεις που διατυπώνονται στο έργο του τον ίδιο τον ποιητή, αλλά διαφορετικά «πρόσωπα του δράματος».

Ένα άλλο στοιχείο της σκέψης του είναι πράγματι ο εκλεκτισμός με το νόημα πως έχει δεχθεί πλήθος επιρροών, πως εκφράζει ποικίλες απόψεις και αντιλήψεις εν μέρει διαφορετικές ή και αντίθετες, εκπροσωπεί διαφορετικά ρεύματα. Αλλά εδώ χρειάζεται και πάλι προσοχή. Έχουν υποστηρίξει πως το στοιχείο τούτο είναι τόσο κυρίαρχο, ώστε ο Παλαμάς να εκφράζει έναν «πανιδεατισμό». Αλλά τούτο θα σήμαινε, εάν το εννοούσαμε πράγματι ή με ακρίβεια, την ταυτόχρονη συνύπαρξη (περίπου ή σχεδόν) όλων των ιδεών και αντιλήψεων, και θα κατέληγε είτε στον ακραίο και αυτοαναιρούμενο σκεπτικισμό είτε σ’ έναν επίσης ακραίο μηδενισμό – τη μητέρα του σκότους και του χάους στη γνώση. «Πανιδεατισμός» θα εσήμαινε να μην έχει κάποιος στην πραγματικότητα καμιά ιδέα. Στη συνέχεια θα φανεί, νομίζω, πως όχι απλώς δεν συμβαίνει αυτό στον Παλαμά, αλλά ότι αντιθέτως προβάλλει αρκετά καθαρά, μέσα και παρ’ όλο τον πλούτο των απόψεών του, μια συνάφεια και συνεκτικότητα των ιδεών του.

Απολύτως συστατική και καθοριστική είναι για τη σκέψη του η σημασία της γλώσσας. Μολονότι στις απαρχές ακόμη της διαμόρφωσης του νεοελληνικού δοκιμιακού λόγου και παρά τις κάποιες αδυναμίες ή ελαττώματα της γλώσσας του -λ.χ., ίσως όχι πάντα με την απαιτούμενη ή επιθυμητή βραχυλογία, λιτότητα και πυκνότητα (είναι η συνειδητή βέβαια στον ίδιο, περιώνυμη «πλατυρρημοσύνη» του: 3, 299)- γράφει με αξιοσημείωτη, συχνά εκπληκτική σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα της σύλληψης και έκφρασης των θεμάτων, με οριστικές ή τελικές και έγκυρες διατυπώσεις. Τούτο συνιστά, νομίζω, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ύφους του, εκείνο μάλιστα που του διασφαλίζει το φιλοσοφικό κύρος. Αληθινά, ο Παλαμάς είναι πάνω απ’ όλα «φιλόλογος».11

~  .  ~

Άξονες του φιλοσοφικού στοχασμού του

Η σκέψη του Παλαμά είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων συνδυασμός και μια σύνθεση επιστημονικού θετικισμού και μεταφυσικού ιδανισμού ή ιδεοκρατίας (10, 492, 520). Ο Παλαμάς είναι από το ένα μέρος γνήσιο τέκνο του δεύτερου μισού του ΙΘ΄ αιώνα και της ιδεολογίας του: ρεαλισμός και εμπειρισμός, Διαφωτισμός, θετικισμός και απόρριψη της παραδοσιακής, δογματικής, υπερβατικής (υπερφυσικής) μεταφυσικής και της θρησκείας, πίστη στην επιστήμη και στις δυνατότητές της. Από το άλλο μέρος, συνάμα αναγνώριση και αναζήτηση ιδεωδών και αξιών (της αλήθειας, της αρετής, της ομορφιάς, της αρμονίας, της δικαιοσύνης), αναζήτηση γενικότερα του ιδεώδους και της ιδανικής πραγματικότητας.

Συνέπεια της απόρριψης της παραδοσιακής μεταφυσικής και για τον Παλαμά είναι ο σκεπτικισμός (πρβλ. το ποίημα «Σκέψη» καθώς και την ερμηνεία του ίδιου: 10, 443-4), αλλά όχι ο ολοκληρωτικός και οριστικός (επειδή αυτός αυτοαναιρείται). Αντιθέτως, πρόκειται για έναν ιδιάζοντα σκεπτικισμό, ως φάση ή στάδιο κατά την αναζήτηση της αλήθειας, και πάντως όχι για την τελευταία λέξη του ποιητή. Συναφής με τον σκεπτικισμό είναι η συχνά ομολογημένη από τον ίδιο αμφιταλάντευση και ο διχασμός. Αλλά τούτο ακριβώς αποτελεί καθ’ εαυτό φιλοσοφικό γνώρισμα: δείγμα οξυμένου κριτικού νου και διάθεσης, απόρριψη του δογματισμού, τυπικό γνώρισμα του Διαφωτισμού.

Η σκέψη του Παλαμά ανήκει στο μεγάλο ρεύμα της φιλοσοφίας της ζωής. Με τον όρο αυτόν δεν εννοείται οποιαδήποτε θεωρία έχει ως θέμα της, ανάμεσα στα άλλα και τη ζωή, αλλά εκείνη που έχει ως κύριο και κεντρικό της ζήτημα τη ζωή και τον βίο, τα καθιστά κριτήριο της αλήθειας και γνώμονα γενικά των αξιών. nietzsche.jpgΙστορικά ανάγεται κυρίως στον Νίτσε και στον Μπερξόν, και απώτερα στον Σοπενχάουερ και στον γερμανικό Ρομαντισμό. Συστατικά στοιχεία της αποτελούν η αναγνώριση του πρωτείου της ζωής έναντι της διανόησης, η κατανόηση του ριζώματος του συνόλου των δραστηριοτήτων του ανθρώπου (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) στην ίδια τη ζωή (στον «βιόκοσμο»), η παραδοχή της σημασίας και των άλλων πλευρών και δυνάμεων του ανθρώπου εκτός από τις διανοητικές (των συναισθημάτων, των βιωμάτων, των παθών), γενικότερα και κατά κανόνα η αντίθεση στη νοησιαρχία και τον ιντελεκτουαλισμό: «Μάθε πως τα συστήματα/των φιλοσόφων, κάθε/νου τρανού φεγγοβόλημα/κάθ’ επιστήμη, μάθε/πως δεν αξίζουν τίποτε/τα πάντα απ’ άκρη σ’ άκρη/όσο αξίζει ένα φίλημα/όσο αξίζει ένα δάκρυ!» (1, 364).

Γνωρίσματά του από την άποψη τούτη είναι η απόρριψη του κακώς εννοούμενου «ασκητισμού» (και ασφαλώς όχι της άσκησης), η θετική στάση προς την πλησμονή και τη χαρά της ζωής, προς το σώμα: «Δόξα στ’ ανθρώπου το κορμί!» («Στο κορμί», 3, 246-7. Φανερή, νομίζω, είναι η εγγύτητα προς σχετικά έργα και μοτίβα του Walt Whitman, λ.χ.: “I sing the Body Electric”). Δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνουν, βέβαια, ο έρωτας και τα πάθη του: «Και το μαχαίρι μ’ έσφαξε του Έρωτα του γίγα/κι από τον πόθο έλυωσα κι από τον πόνο πήγα/και πέθανα και πέρασα στον παγωμένο Άδη/να πιώ νερό της αρνησιάς στης Άρνας το λαγκάδι». (Ασκραίος, 3, 215).

Ολόκληρο πλέγμα θεμάτων, αντιλήψεων και μοτίβων αποτελεί η φύση στο έργο του Παλαμά. Κυμαίνεται από τον ύμνο της εξωτερικής ή και άγριας φύσης και της ομορφιάς της (λ.χ., «Το τραγούδι των βουνών», 1, 296-299) έως τον μεταφυσικά και πανθεϊστικά στοχαστικό ύμνο του ήλιου («Ο θεός μου», 3, 81) και της Γής (Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης, 3, 251-283).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα, στα οποία εκφράζεται η αντιπαράθεση της πνευματικής δημιουργίας και της ζωής –καθώς και το ενδεχόμενο της υπεροχής της ζωής (παρ’ όλο το εφήμερο και τα τρωτά της) απέναντι ακόμα και στη λάμψη και την αθανασία του πνευματικού έργου και της τέχνης- είναι το «Και τ’ άγαλμ’ αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω». Ο λάκκος (ή ο τάφος) προειδοποιεί αμείλικτα τον ποιητή: «και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!». Κι εκείνος: «Κ’ εγώ αποκρίθηκα: ‘Ας περάσω κι ας πεθάνω!/Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου∙/λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου∙ από τ’ αθάνατα όλα/μπορεί ν’ αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου’» (3, 9-10).

Απαιτείται βέβαια η ουσιώδης συμπλήρωση πως δεν πρόκειται για τη φιλοσοφία της ζωής του, ας πούμε, ριζωμένου στη φύση ανθρώπου, αλλά απεναντίας για τον καλλιεργημένο και μάλιστα τον πνευματικά ξεχωριστό, που όμως, ακριβώς γι’ αυτό, κινδυνεύει να απομακρυνθεί και να αποκοπεί από το ρεύμα της φυσικής ζωής. Ένα από πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της πλευράς αυτής της σκέψης του Παλαμά είναι «Το δαχτυλίδι» (3, 48-49). Σύμφωνα με τον θρύλο, μικρό παιδί, τον ποιητή τον αρραβώνιασαν με μια νεράιδα και του χάρισαν ένα μαγικό χρυσό δαχτυλίδι. Το παιδί, προικισμένο έτσι με εξαιρετικές ικανότητες, «μεγάλωνε πάντα με της Ζωής τον έρωτα και με τη δίψα». Κάποτε όμως, από κακή τύχη, χάθηκε το δαχτυλίδι. Κι από τότε «κι ο μαύρος χωρισμένος της Ζωής εγώ είμαι, εγώ είμαι της Ζωής ο ανήμπορος ο μέγας!». παλαμάςΤο ποίημα εκφράζει με καθαρές εικόνες την αντίθεση, τη σύγκρουση και τελικά τη θεμελιώδη αντινομία του πνευματικού δημιουργού (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) και της ζωής, ή ευρύτερα την αντινομία της πραγματικότητας και του ιδανικού. Ένα από τα σταθερότερα μοτίβα του είναι η στέρηση της φυσικής ζωής μες στο ασκητικό του σπουδαστήριο. Τεκμήριο από τα πιο υποβλητικά, νομίζω, και πιο συγκλονιστικά είναι «Ο πιο τρανός καημός μου»: «Ο πιο τρανός καημός μου/θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ώ πλάση/πράσινη, απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,/θα είναι πως δε σε χάρηκα, σκυφτός μεσ’ στα βιβλία,/ ώ Φύση, ολάκερη ζωή κι ολάκερη σοφία!» (Η Πολιτεία και η Μοναξιά, 5, 463).

Η αντίληψη τούτη αναπτύσσεται με σαφήνεια, λ.χ., από τον Γκόττφρηντ Μπεν (Gottfried Benn), ο οποίος, αναφερόμενος στις δημιουργικές πνευματικές αξίες, τις χαρακτηρίζει «βιοαρνητικές», δηλ. αντίθετες ή και εχθρικές προς τον βίο και τη ζωή. Αποτελεί επίσης κεντρικό μοτίβο, λ.χ. στον Τόνιο Κραίγκερ του Τόμας Μαν. Και με το νόημα τούτο ο Παλαμάς ανήκει κατ’ εξοχήν στο είδος των ποιητών που ο Σίλλερ αποκαλεί «συναισθηματικούς», δηλ. εκείνους που –σε αντίθεση προς τους «αφελείς», οι οποίοι «είναι [οι ίδιοι] φύση» – «αναζητούν τη χαμένη φύση».12

Κεντρικό θέμα του αποτελεί η πολλαπλή αντίθεση, σύγκρουση και αντινομία ζωής ή βίου και τέχνης ή πνεύματος, η συνύπαρξη και αντιπαράθεση του ηρωικού και του θρηνητικού ή αυτοτιμωρητικού στοιχείου (του «τυρταϊσμού» και του «κασσιανισμού» του, 1, 380), του αισθησιασμού και της ασκητικότητας, του απολλώνιου και του διονυσιακού στοιχείου. Για τη διαμάχη των στοιχείων αυτών χαρακτηριστικό τεκμήριο είναι το ποίημα «Η απόκριση». Σύμφωνα με τον μύθο του, οι «χρυσόλαλες» και «μουσόθρεφτες Ελλάδες» αποκηρύσσουν και απαρνούνται τον ξεπεσμένο και παρακμιακό ασκητή: «Σώπα, χλωμέ καλόγερε, λάλε και χαύνε, σώπα/στο μονασήρι γύρισε και κλείσου στο κελλί!» (3, 120-121).

Μολαταύτα, πρέπει να σημειώσομε πως δεν πρόκειται στον Παλαμά για γενικευμένη αντιλογοκρατία, ούτε βέβαια για ανορθολογισμό. Αντιθέτως απαντούν πολλαπλά στοιχεία ορθολογισμού (ακόμα και έως τα όρια της Λογοκρατίας): «Ό,τι στοχάζεσαι είσ’ εσύ, δεν είσ’ εσύ ό,τι κάνεις∙/και τα βαθιά του στοχασμού, σαν τα πλατιά της πράξης» (Βωμοί, 7, 65) – αλλά με σταθερή τάση μετριασμού τους και αναγνώριση της σημασίας και της θέσης όλων των πλευρών και διαστάσεων της ζωής.

Σημαντική πλευρά της σκέψης του είναι το υπαρξιακό στοιχείο: η μέριμνα, ή έγνοια («Ψυχή, της έγνοιας καλογριά, του κόσμου αποδιωγμένη», 3, 153), οι λεγόμενες «οριακές καταστάσεις»: ο πόνος, η αρρώστια, τα δεινά, η ενοχή, η αποτυχία, και πάνω απ’ όλα βέβαια ο θάνατος: «κανείς, θεός ή νόμος, εδώ κάτου/δε μας λύτρωσε και δε θα μας λυτρώση/μήτε από τα νύχια του έρωτα,/μήτε από τα δόντια του θανάτου» («Στοχασμός των τελευταίων ανθρώπων», 3, 98).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τεκμήρια της πλευράς αυτής αποτελούν «Οι τρεις γύπες» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, 9, 202-203). Τρεις μεγάλες έγνοιες, πάθη ή σαράκια και καημούς έχει ν’ αντιμετωπίσει ο ποιητής, τα δυο πρώτα εξ αρχής, το τρίτο στα στερνά του: τα συναισθήματα και τα πάθη (ιδίως τον έρωτα), τις ορμές και τέλος την ευγενή βέβαια φιλοδοξία αλλά και την αγωνία να ολοκληρώσει και τελειώσει (και με τις δύο σημασίες της λέξης) το έργο του: «Στης γης βρέθηκα τον παραδαρμό/με τρεις λύπες./Μου τρων καρδιά, νου, σάρκα, κάθε αρμό/τρεις γύπες».

Ως προς τη γενικότερη κοσμοθεωρία του, ο Παλαμάς -ακραιφνές τέκνο της νεωτερικότητας και επιπλέον του θετικισμού του ΙΘ΄ αι.- συμμερίζεται την απόρριψη της υπερβατικής ή υπερφυσικής μεταφυσικής, του μεταφυσικού δυϊσμού (του χωρισμού του εντεύθεν και του επέκεινα) και όλων των ψευδαισθήσεων∙ υιοθετεί ως δεδομένη την ενδοκοσμικότητα, την απόλυτη κατάφαση της εγκόσμιας ζωής. Συκουτρής.jpgΠαρ’ όλη όμως την απόρριψη της υπερφυσικής μεταφυσικής, δέχεται τις πνευματικές αξίες -της αλήθειας, της ομορφιάς, του αγαθού- τόσο ως αναμφίβολη πραγματικότητα όσο και ως αίτημα. Με το νόημα τούτο εκπροσωπεί ένα είδος αντικειμενικής και συμβολικής πνευματοκρατίας και ιδεοκρατίας. Ορισμένα κεντρικά σημεία της κοσμοθεωρίας του διατυπώνονται συνθετικά στον ΙΒ΄ Λόγο του Δωδεκάλογου του Γύφτου «Κόσμος»:

«Και παράτησε τα ονείρατα/γύρε, βάλε αυτί στη Φύση/παραμάντεμα το ρόδο, Σίβυλλα το κυπαρίσσι!/Σκληρά χτύπα την τη χίμαιρα/τ’ όνειρο είναι η ζωή/στο βιολί σου ας αρμονίση/την Αλήθεια η μουσική./Πού είν’ η Αλήθεια; Μην πλανάν εσέ/βαθιονόητα λόγια τάχα/την πηγή της δεν τη βρίσκεις/μέσα σου, Άνθρωπε, μονάχα./Θα τη βρης παντού στο ταίριασμα/-ώ αρραβώνας λυτρωτής!-/της καρδιάς σου και του νου σου/με τα πάντα της ζωής» (3, 441). Τα «βαθιονόητα λόγια τάχα» παραπέμπουν, πιθανώς υπαινικτικά, στο ποίημα του Σίλλερ «Τα λόγια της τρέλας» („Die Worte des Wahns“): «Ό,τι τ’ αυτιά δεν άκουσαν, δεν είδανε τα μάτια/υπάρχουνε εντούτοις: τ’ ωραίο και τ’ αληθινό! Δεν είν’ έξω από σένα∙ εκεί μονάχα ο τρελός τις αποζητά∙ μέσα σου είναι, κ’ εσύ είσαι που αιώνια τις παράγεις».13 Τέλος, η επίτευξη –μέσα από τη διαμάχη και τις συγκρούσεις των στοιχείων- της ειρήνης στο ανθρώπινο καθώς και στο κοσμικό επίπεδο: «Κι όπως ύστερ’ απ’ το πάλεμα/τα στοιχεία κι από τα μίση/σα ν’ αλλάξανε, και γίναν/στεριές, πέλαα, λόγος, χτίση/έτσι και ύστερα στ’ ανθρώπινα/και στ’ ανθρώπου την ψυχή/θάρθη να ριζώση ειρήνη/ και γαλήνη θ’ απλωθή» (3, 443).

Ας σημειωθεί ένα ακόμα κεντρικό στοιχείο της όλης κοσμοθεωρίας του Παλαμά: η καθοριστική θέση και σημασία του νόμου και του ρυθμού. Ως προς τον νόμο, όχι μόνο με την πολιτειακή αλλά και με την κοσμική σημασία: «του νόμου του κυβερνητή θνητών και θείων, των όλων» (Φλογέρα του βασιλιά, ΙΑ΄, 5, 142). Ως προς τον ρυθμό, αναφέρεται στη «λατρεία του Στίχου που είναι ο ανθρώπινος Λόγος ‘εν τάξει και μεγέθει’ και που είναι, στο μικροσκοπικό του ρυθμικό περπάτημα, το σύμβολο του ρυθμού που κυβερνά το Σύμπαν» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, Πρόλογος, 9, 9).14 Την αφετηρία του ηθικού στοχασμού του προσφέρει η κατανόηση της πραγματικής κατάστασης του ανθρώπου (της conditio humana): των ποικίλων εξαρτήσεων, αναγκών και δεσμεύσεών του, με την αρχαία ελληνική λέξη που τις συνοψίζει όλες: της ανάγκης. Ο στοχαστής όμως δεν στέκεται στη διάγνωση αλλά προχωρεί στη σύλληψη της λύσης ή πάντως του σκοπού ή του αιτήματος, των προϋποθέσεων και τρόπου ή των μέσων της επίτευξής του. Και θεμέλιο της λύσης δεν μπορεί να άλλο από τον αγώνα για τη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του ανθρώπου. Ένα έργο στο οποίο εκφράζονται με διαυγή σύμβολα και με υποβλητικές εικόνες όλα τούτα είναι Οι Αλυσίδες (3, 223-232). John-miltonΉδη το μότο από τον Χαμένο Παράδεισο του Milton εισάγει ξεκάθαρα στο θέμα: «Η ψυχή από τον ίδιο τον εαυτό της κρέμεται, κ’ έχει τη δύναμη να κάνει από την κόλαση τον ουρανό, κι από τον ουρανό την κόλαση». Ας σημειωθεί η λανθάνουσα απήχηση ή κρυπτομνησία του μύθου του Ἡρὸς από την πλατωνική Πολιτεία, 617 d-e: «Ψυχές εφήμερες […] Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε τον δαίμονά σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξει ο κλήρος, θα εκλέξει πρώτος το βίο του που θα τον ζήσει κατ’ ανάγκη […] Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του∙ ο θεός ανεύθυνος» (μετάφραση Ε. Π. Παπανούτσου). Αλλά γενικά η όλη αφήγηση και σκηνοθεσία της πορείας του αλυσοδεμένου προς την απελευθέρωσή του υπενθυμίζουν καθαρά την αντίστοιχη πορεία του δεσμώτη προς την έξοδο στην εικόνα του σπηλαίου της πλατωνικής Πολιτείας). Ως οδηγοί («λύχνοι») στη σκοτεινή, δύσβατη και ανηφορική ατραπό του αγωνιζόμενου ανθρώπου προβάλλουν το Έλεος, η Βοήθεια, η Αγάπη, κι ακόμα η ελπίδα, η πίστη και η δύναμη. Ως τέρμα και σκοπός της πορείας παρουσιάζεται το ιδανικό μιας ζωής ευτυχισμένης και αμέριμνης, με ελευθερία, έρωτα και αγάπη (φανερή η ομοιότητα με το «Όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» του Ντοστογιέφσκι). Και ως δύναμη που οδηγεί στο τέρμα αυτό φανερώνεται η μετατροπή, με τον αγώνα του ανθρώπου (και με τη μουσική ως μετωνυμία της τέχνης και του λόγου), των αλυσίδων και της ανάγκης σε δύναμη απελευθέρωσης και αρμονίας.

Ο πολιτικός στοχασμός του Παλαμά αποτελεί έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό ρεαλιστικής διάγνωσης της κατάστασης και των προβλημάτων της χώρας αλλά και του κόσμου, απερίφραστης και αδυσώπητης κριτικής των τρωτών σημείων, καθώς και σκιαγράφησης του αναζητούμενου στόχου ή ιδεώδους και του δρόμου που οδηγεί στον στόχο αυτόν. Το υπόβαθρο των αντιλήψεών του συνιστά φυσικά η ιστορική του συνείδηση, η επίγνωση του Ελληνισμού και της σημασίας του, η ελληνολατρία και πατριδολατρία του: «Τα μεγάλα εθνικά ιδανικά, όταν ανθίζουν και ζούνε στο σπίτι του καθενός, ο ποιητής τους χτίζει παλάτια∙ τα μεγάλα εθνικά ιδανικά, όταν ξεπέφτουν, κι ο καθένας τα διώχνει από το σπίτι του, ο ποιητής τα παίρνει στο καλύβι του και άσυλο τους δίνει» (3, 296). Αλλά όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος: «Πατριδολάτρης είμαι, όχι εθνικιστής∙ σιχαίνομαι και τη λέξη και την ετικέττα» (1, 22). KoraisΣωστά έχει επισημανθεί πως η Φλογέρα του Βασιλιά είναι το κατ’ εξοχήν έπος της διάρκειας του Ελληνισμού, ανάλογης σημασίας με την Ιστορία του Κ. Παπαρρηγόπουλου.15 Κατά τη γνώμη μου, ελάχιστοι έχουν στοχαστεί την πορεία του Ελληνισμού, ιδίως του νεώτερου και σύγχρονου, τόσο βαθιά και δημιουργικά, με τόσες προεκτάσεις όσο ο Παλαμάς, ίσως μόνο ο Κοραής και ο Σεφέρης.

Ένα έργο στο οποίο αναπτύσσεται ιδιαίτερα ο πολιτικός προβληματισμός του Παλαμά στις παραπάνω πτυχές του είναι ο Δωδεκάλογος του Γύφτου. Γραμμένος μετά το τραύμα του πολέμου του ’97 και υπό την επιρροή ιδίως του Νίτσε αναπτύσσει ένα ανατρεπτικό κήρυγμα κατά των δυνάμεων που θεωρεί υπεύθυνες για την παρακμή και την κατάπτωση του τόπου: παραδοσιακούς θεούς, πατρίδες, ιδεολογίες. Στον Παλαμά είναι έντονο το στοιχείο της κριτικής κατά της κοινωνικής ανισότητας και αδικίας: «Σφιχταλυσοδεμένο/σε τυραγνούσε ο δράκοντας και δουλευτή και δούλο […] παλάτια είταν οι φάμπρικες, μπουντρούμια τ’ αργαστήρια/κι όλα, της κόλασης κελλιά, μπουντρούμια και παλάτια» (Φλογέρα του Βασιλιά, ΙΑ΄, 5, 139). Με πλήρη επίγνωση των αιτίων της ανελευθερίας: «Μέσα σου πρώτα κάψε/το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει/Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη» (Σατιρικά γυμνάσματα, 5, 267). Εξ ίσου ισχυρό είναι το στοιχείο του κοσμοπολιτισμού: «Τρισεύγενη η δουλειά, μια Πολιτεία ο κόσμος!» (5, 140) ή «Κι αν κόσμος η πατρίδα μου, κι ο κόσμος μια πατρίδα» (Βωμοί, 7, 71).

Ως προς τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Παλαμά, παρατηρούμε πρώτα πως δεν στηρίζονται ούτε περιορίζονται στην παραδοσιακή πίστη. Και για τον Παλαμά ισχύει η διάκριση μεταξύ των ιστορικών ή παραδοσιακών θρησκειών, και της αναζήτησης της αλήθειας για τα σχετικά ζητήματα πέραν των ορίων των ιστορικών θρησκειών ή ανεξάρτητα από αυτές. Ο ποιητής μας κινείται φανερά στο πλαίσιο μιας τέτοιας –εντέλει φιλοσοφικής- αναζήτησης της αλήθειας, η οποία είναι ανοιχτή για την κριτική, τον θρησκευτικό συγκρητισμό, την οιονεί θρησκευτική ή μεταφυσική πνευματικότητα. Ήδη στο ποίημα «Οι Θεοί» (στα Μάτια της ψυχής μου) εκφράζεται ένας τολμηρός συγκρητισμός, μια συναίρεση της Κύπριδας και του Ναζωραίου, σύμβολα των δυο μεγάλων ιδεωδών: της αρχαιότητας (του κάλλους) και του Χριστιανισμού (της αγάπης): «πάντα θεοί θα είναι της γης η Ομορφιά η αιώνια/κ΄ η αιώνια Καλωσύνη!» (1, 231). Ακόμα καθαρότερα στους Ίαμβους και Ανάπαιστους: «Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν’ ολόμορφος Άδωνις/ροδοπεριχυμένος./Η αρχαία ψυχή ζη μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη∙/ο Μέγας Παν δεν πέθανεν/ όχι∙ ο Παν δεν πεθαίνει» (1, 368). σεφερισΤην ίδια αντίληψη θα εκφράσουν, με τον τρόπο του ο καθένας, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης. (Ας σημειωθεί πάντως πως η άποψη τούτη –αρκετά διαδεδομένη, καθώς φαίνεται- ενώ είναι ασφαλώς φιλοσοφικά θεμιτή και συζητήσιμη, είναι θεολογικά, στο πλαίσιο της χριστιανικής Δογματικής, αδιανόητη). Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου (στον Δ΄ Λόγο), η σκληρή και κατεδαφιστική επίθεση και κριτική κατά των φθαρμένων παραδόσεων συμπαρασύρει την πατροπαράδοτη θρησκεία: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο! Νερό! την Κόλαση να σβήσω!» (3, 336). Φτάνει στο σημείο –«πανελεύτερος κράχτης του Τίποτε»- να κηρύξει τον μηδενισμό: «είμ’ εγώ ο προφήτης, είμ’ εγώ/κ’ ήρθα εδώ να διαλαλήσω/βασιλιά θεό το Τίποτε/στον αιώνα μπρος και πίσω» (3, 340). Αλλά στον Ι΄ Λόγο (τον «Αναστάσιμο») θα έρθει και πάλι, με τη δύναμη της «κοσμοπλάστρας μουσικής», η ώρα της ανάστασης για τους «Θεούς». Όμως, για ποιους «Θεούς»; Όχι τους παραδοσιακούς, αλλά «όλα τ’ αγαθά, τ’ αληθινά,/ και τα ωραία,/ θρονιασμένα στην υπέρτατη κορφή,/ στην Ιδέα.» (3, 417).

Άλλωστε, ούτε ο θετικισμός είναι η τελευταία του λέξη ούτε η απόρριψη της μεταφυσικής είναι ολοσχερής. Αναφερόμενος στη μονομερή εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού, δίχως ανάλογη καλλιέργεια του ψυχικού και πνευματικού, διαβλέπει: «από του κόσμου το κυκλώπειο το κορμί/μια θεία ψυχή θα λείπη» (Περάσματα και χαιρετισμοί, 9, 351). Κι ακόμα: «Μέλλεται κόσμος τρισμεγάλος/χαροποιός/μα το ύψιστο του λείπει κάλλος:/ο Θεός!» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, 9, 245).

Αν έπρεπε να εντοπίσομε τις κυριότερες, κεντρικές και θεμελιώδεις σκέψεις και ιδέες του Παλαμά, θα πρότεινα τις ακόλουθες (διατυπωμένες εδώ κατ’ ανάγκην συνοπτικά και σχηματικά). Σύμφωνα με την πρώτη, δύο φάσεις, «χρόνους» ή αναβαθμούς ακολουθεί η πορεία του ανθρώπου –και μάλιστα του πνευματικού δημιουργού- για να κατορθώσει την εκπλήρωση του αληθινού εαυτού του: την «απόγνωση που είναι άρνηση, γκρέμισμα, μένος εικονοκλαστικό – και μοιάζει με θάνατο»∙ και την «επίγνωση» που είναι «ανακαίνιση του εσωτερικού κόσμου, νέα θέση, οίστρος δημιουργικός – και μοιάζει με επιστροφή στη ζωή, με νέα γέννηση, με ανάσταση».16 Η πορεία τούτη και οι αναβαθμοί της αφορά τόσο τα άτομα όσο και τις κοινότητες ή τους λαούς. Ο «θάνατος» εδώ νοείται βέβαια μετωνυμικά ως απόρριψη και απάρνηση της πεζής συμβατικής ζωής και ως όρος και προϋπόθεση της αναγέννησης μέσω της εμπειρίας της τέχνης, γενικότερα της πνευματικής δημιουργίας: «Ο Ποιητής […] παρέχει την καλλιτεχνικήν εκείνην απόλαυσιν που πολύ διαφέρει από τας φυσικάς απολαύσεις, και, καθώς είπεν ωραία κάποιος, ‘ομοιάζει θάνατον ακολουθούμενον από ανάστασιν’».(1, 211). Η ανταμοιβή και το έπαθλο της απάρνησης της κατ’ άνθρωπον ευτυχίας είναι η μύηση στα νοητά και στα αθάνατα, ακόμα και η αθανασία, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, και η «ομοίωσις θεώ». Η αντίληψη τούτη εκφράζεται, εξεικονίζεται και αναπτύσσεται ποιητικά σε αρκετά έργα, κατ’ εξοχήν, λ.χ., στον Ασκραίο (αλλά και αλλού, λ.χ., στον Δημοφώντα):

Βασανισμένε, ταπεινέ, και λυτρωμένε, και ίσε!
Σε ξέρω, είναι το στόμα σου της αρμονίας κρουνιά,
θνητέ, αν δεν έγινες Θεός, άνθρωπος πια δεν είσαι,
γιατί νοείς τ’ αθάνατα και ζης μαζί μ’ αυτά. (3, 221)

Ως αληθινό «τέλος» και αποστολή του ανθρώπου, ιδίως βέβαια του πνευματικού δημιουργού, αναδεικνύεται η «άνοδος» και η «περιαγωγή της ψυχής» (Πολιτεία, 521c) από τα αισθητά και τα εφήμερα προς τα νοητά και τα αιώνια, η κατάκτηση, μέσω του λόγου και της τέχνης (της «δεύτερης δημιουργού» μας, κατά τον Σίλλερ17), της εγκόσμιας αθανασίας και της αιωνιότητας: henri-bergson«Κι απάνου απ’ όλες τις πατρίδες/δόξα σ’ εσένα, ιδεατή/κορφή, υπερούσια Πολιτεία/της μουσικής μου κόρη εσύ!» (Δωδεκάλογος του Γύφτου, Ι΄, 3, 416). Ο Παλαμάς συμμερίζεται πράγματι την αντίληψη που εξέφρασε με μοναδική ακρίβεια ο Μπερξόν, ότι το νόημα και η αποστολή του Σύμπαντος είναι «μια μηχανή να κάνει θεούς».18

Η δεύτερη θεμελιακή αντίληψη του έργου του εκκινεί από τη διαμάχη και σύγκρουση αντίθετων στοιχείων. Το σημείο τούτο έχει επισημανθεί ιδιαίτερα από την κριτική και την ερμηνεία∙ είναι οι περίφημοι δυισμοί ή και διχασμοί, στους οποίους αναφέρεται άλλωστε συχνά και ο ίδιος ο ποιητής (λ.χ., «ο αγιάτρευτος δυαδισμός μου», 1, 380). Οι πολλαπλοί αυτοί διχασμοί και αντιθέσεις αφορούν τόσο το άτομο (λ.χ., σώμα και ψυχή, φυσική ζωή και πνευματική δημιουργία), όσο και την κοινότητα και την πολιτεία, αλλά και γενικότερα τις ποικίλες δυνάμεις, ψυχικές, ηθικές και ιστορικές. Εκείνο που δεν έχει προσεχτεί όμως αρκετά είναι η υπέρβαση των αντιθέσεων, διχασμών και αντινομιών αυτών σε ένα ανώτερο επίπεδο και η τελική τους εναρμόνιση και σύνθεση. Αλλά η τελική τούτη σύνθεση και αρμονία αποτελεί, νομίζω, τον πραγματικό ακρογωνιαίο λίθο και το επιστέγασμα της όλης κοσμοθεωρίας του Παλαμά (ο ίδιος την αποκαλεί «μονιστική και συνταιριαστική», 10, 457). Η εναρμόνιση αυτή αναφέρεται σε όλα τα επίπεδα: ανθρωπολογικό, κοινωνικό, ιστορικό, μεταφυσικό (άλλωστε, όπως είδαμε, και ποιητικό).

Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά, από την άποψη τούτη, ποιήματα είναι, νομίζω, η Φοινικιά. Μια από τις ιδέες που εκφράζει είναι η συνύπαρξη μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, καθώς και οι πολλαπλές αντιθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσά τους: «Γι’ αυτό γαλάζια μέσα μας και μαύρα αντάμα/και στην ψυχή μας ωκεανοί και στενορρύμια/κ’ εκεί που ο νους με τα υπέρτατα παλεύει/κάτι πανάθλιο μας κρατεί και μας μολεύει» (3, 136). Ωστόσο, τον τελικό λόγο δεν τον έχει η διαμάχη, αλλά η ειρήνευση και η αρμονία, στην οποία έχουν καθοριστικό ρόλο τα μικρά, τα γήινα και τα ταπεινά: «Κ’ εμείς γυρτά στη γη, δαρμέν’ από μια λύπη/ακούσαμε της γης το μέγα καρδιοχτύπι./Πες μας τη φωτερή τ’ αέρινου ιστορία/του μαύρου θα σου πούμ’ εμείς το συναξάρι/κ’ έλα να τα ταιριάσουμε τα δυο στοιχεία/τη δύναμή σου εσύ με τη δική μας χάρη» (3, 137-138).

Μιλώντας για τις αυτοβιογραφίες των Γκαίτε, Σπένσερ και Τολστόι, θεωρεί πως θα μπορούσε κανείς «να συμπλέξει κάποιο μεγάλο κανόνα ζωής∙ από τη μελέτη τριών εγώ: του μεγάλου αρμονιστή, του μεγάλου θετικιστή, και του μεγάλου κοινωνιστή. Μια σύνθεση από τα τρία τούτα στοιχεία, το κοινωνικό, το θετικό, το αρμονικό, τον άνθρωπο (να δώσουμε στα ονόματα πλατιά-πλατιά και βαριά-βαριά νοήματα) θα έκαναν, τον τέλειο και τον ιδεατό άνθρωπο» (10, 85, βλ. εδώ αρ. 59).

Στο ερώτημα αν η λογοτεχνία έχει να συνεισφέρει στη φιλοσοφία, το έργο του Παλαμά παρέχει την έμπρακτη απόδειξη πως, όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, μπορεί να εμπλουτίσει τον στοχασμό περισσότερο ακόμα κι από την κατεστημένη φιλοσοφία. Ο λόγος έγκειται, νομίζω, στον μοναδικό συνδυασμό του διαυγούς σκέπτεσθαι και της δημιουργικής φαντασίας. Κι αν θέταμε το ερώτημα: Τι εκόμισε ιδίως στον φιλοσοφικό στοχασμό ο Παλαμάς; θα έλεγα: Σκέψη κριτική και ανοιχτή, με τόλμη της σύλληψης των ζητημάτων και της αναθεώρησης των απόψεων, με γλώσσα ρηξικέλευθη, με πρόθεση παιδευτική για τη χώρα του και βαθειά συνείδηση της αποστολής του – ένα ανεκτίμητο μάθημα.

ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~  .  ~

παλαμας

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1 Οι παραπομπές στα έργα του Κ. Παλαμά γίνονται στην έκδοση των Απάντων (Μπίρης / Ἵδρυμα Κωστή Παλαμά, Αθήνα χ.χ.). Ο πρώτος αριθμός δηλώνει τον τόμο και ο επόμενος, μετά το κόμμα, τη σελίδα.

2 Δ. Βεζανής, Ο Παλαμάς φιλόσοφος, Αθήνα: Α. Ι. Ράλλης,1930.

3 Κ. Τσάτσος, Παλαμάς (1936), Αθήνα: Ίκαρος, 2η έκδ. 1950.

4 Ι. Συκουτρής, «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» (1936), Μελέται και Άρθρα, Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών – Σχολή Μωραΐτη, 2η έκδ. 1982.

5 Ρ. Μιλλιέξ, «Ο Παλαμάς κ’ οι ευρωπαϊκές αξίες», Νέα Εστία, τχ. 397 (Χριστούγεννα 1943), σ. 316-350.

6 Ε. Π. Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Αθήνα: Ίκαρος, 5η έκδ. 1985.

7 Κ. Θ. Δημαράς, Κωστής Παλαμάς. Η πορεία του προς την Τέχνη, Αθήνα: Νεφέλη, 3η έκδ. 1989.

8 Κ. Δεσποτόπουλος, Φιλολογικά, Αθήνα: Εστία, 2η έκδ. 1981∙ Ε. Ν. Μόσχος, Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά, Αθήνα: Παπαδήμας 1993 (ας σημειωθεί πως λέγοντας ο Μόσχος «μεταφυσική αγωνία» εννοεί στην πραγματικότητα τη θρησκευτικότητα, και αυτήν την κατανοεί κυρίως (ή μονάχα) ως τη χριστιανική, ενώ στον Παλαμά είναι ευρύτερη, πανθεϊστική και οικουμενική)∙ Δ. Κόκορης, Φιλοσοφία και νεοελληνική λογοτεχνία. Πτυχές μιας σύνθετης σχέσης, Αθήνα: Σίδερης, 2015.

9 Κατάλογος της βιβλιοθήκης Κωστή Παλαμά, επιμέλεια Κ. Γ. Κασίνης, Αθήνα χ.χ.

10 Φώτος Πολίτης, «Επεισοδιακή λογοτεχνία και συνολική σύλληψη ζωής», Επιλογή κριτικών άρθρων, Αθήνα: Ίκαρος, 1983, τ. Γ΄, σ. 326.

11 Πρβλ. Γ. Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές, Αθήνα: Ίκαρος, Αθήνα, 5η έκδ. 1984, τ. Α΄, σ. 214-227. Στ. Αλεξίου, Ελληνική Λογοτεχνία, Αθήνα: Στιγμή 2010, σ. 493-499.

12 Βλ. Φρήντριχ Σίλλερ, Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, μετάφραση Π. Κονδύλης, Αθήνα: Στιγμή 1985, σ. 38 (καθώς και: Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Στιγμή 2015, σ. 105).

13 Τους στίχους «Δεν είναι έξω από σένα […] παράγεις» μεταφράζει ο ίδιος ο Παλαμάς στον Πρόλογο των Πεντασύλλαβων (7, 445).

14 Πρβλ.: «Και όμως ο στίχος ειναι σύμβολο της παγκόσμιας τάξης, ο ρυθμός του κόσμου, καθώς θρηνούσε στο φρενοκομείον ο Βιζυηνός, η συγκίνηση σ όλη της την ένταση, το τραγούδι» (Σημειώματα στο περιθώριο, αρ. 168).

15 Ε. Π. Παπανούτσος, «Η Φλογέρα του Βασιλιά», ο.π., σ. 94-118.

16 Ε. Π. Παπανούτσος, «Ο Παλαμάς στοχαστής», ο. π., σ. 78.

17 Φρήντριχ Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου, μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Ιδεόγραμμα, 2006, σ. 120 (και Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, ο. π. (υποσημ. 12), σ. 88).

18 H. Bergson, Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, μετάφραση Β. Ν. Τατάκης, Αθήνα: Ἀστήρ-Παπαδημητρίου, 1951, σ. 288 (κατακλείδα).

παλαμάς πίνακας

Κωστής Παλαμάς: Ποιητική αυτοβιογραφία

KostisPalamas19001

Λίγοι ποιητές Έλληνες μας δίνουν μέσα από τα ποιήματά τους μια λεπτομερή αποτύπωση της προσωπικής τους ζωής. Ο Παλαμάς, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13.1.1859 στην Πάτρα, ανήκει σ’ αυτούς. Είκονες από τα παιδικά χρόνια στο Μεσολόγγι, από τη ζωή του ορφανού που το ανάστησαν χέρια συγγενικά, από τις χαρές και τους θρήνους της οικείας ζωής, στίχοι για τη γυναίκα του και, φυσικά, για τον τόσο πρόωρα χαμένο Άλκη, στον οποίο θ’ αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα επιτάφια κείμενα της ελληνικής γλώσσας, την ποιητική σύνθεση Τάφος, για τους συνοδοιπόρους στα γράμματα και τη λογοτεχνία, για την καθημερινή μάχη με τις λέξεις.  Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, αλλά και εν όψει του μεγάλου αφιερώματος στον ποιητή που ετοιμάζουμε για το επόμενο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ένα μικρό ανθολόγιο από αυτήν, την ποιητική, αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ

Στο Βασιλάδι χτύπησα με το σκληρό καμάκι
για το ξανθό αυγοτάραχο τον κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στης Κλείσοβας το πρόσχαρο εκκλησάκι,
ξεφαντωτής αμαρτωλός, του πειρασμού ραγιάς.

Άη Σώστη, εσύ με ξάφνισες· τού πλατιού πέλαου βόγγοι,
και τα καράβια τ’ άφταστα και τα διαβατικά !
Μ’ έδειρες, λιμνοθάλασσα, με πήρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγές αγιάτρευτες, ονείρατ’ αδειανά.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ δεν έμπαινες, πετούσες
καημένη θειά Βγενούλα, αμάχη, μπόρα,
σα να μην είχες με κανένα γνώρα,
δεν έστεκες, δεν άκουες, δεν κοιτούσες.
Οι Παναγιές οι χαμηλοβλεπούσες
του δρόμου σου κρατούσανε τη φόρα·
στο εικονοστάσι αγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη και παρακαλούσες:
«Ουράνια Χάρη, βόηθα τ’ ορφανό,
και στο κατατρεμένο σκέπη γίνε !»
Πάντα η θωριά σου μέσ’ στα μάτια μου είναι,
κ’ εγώ, και πάντα, το κατατρεμένο.
Μα σκέπη από κανέναν ουρανό
δεν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τα δεκατετράστιχα, 1919

* * *

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για με χτισμένο απ’ τών Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κ’ ένας σεισμός το ’ρριξε κάτου το παλάτι,
και μέσ’ στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

Ω του σπιτιού μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμάμαι του ερχομού σου την αγία τη μέρα·
μια χαραυγούλα σαν μαργαριτάρι
λεύκαινε τον αστρόσπαρτο ακόμα αιθέρα.

Το ρόδο ολόδροσο δεν έμοιαζες πριν πάρη
ν’ ανοίξει, αγκαλιασμένο απ’ τη χλωρή μητέρα,
σαν άπλερο και σαν ελεεινό σφαχτάρι
ήρθες ριμμένο από σκληρόχερο εδώ πέρα,

και σα να ζήταγες βοήθεια, άρχισες θρήνο
πιο θλιβερό από χτύπο νεκρικής καμπάνας,
κ’ έσμιξε με το βόγγο το στερνό της μάννας

ο πρώτος θρήνος. Άρχισε το μέγα Δράμα !
Τ’ ακολουθώ, κ’ αιστάνομαι μπροστά σε κείνο
ελέου και φόβου μυστικό μέσα μου κλάμα.

1894

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα, φάντασμα του λατρευτού μου
στην ορφανή μου αγκάλη.
Και σε κρατούσα όπως ποτέ δεν κράτησε μητέρα
το πρωτογέννητο παιδί στην αγκαλιά της,
και κάποιου πόνου μια ψυχή, χυμένη απ’ άλλο αέρα,
την όψη σου την άγιαζε με τ’ αντιφέγγισμά της.
Κ’ είσουν ωραίος, όπως ποτέ κανένας έρωτάς μου
δεν είτανε στης νιότης μου τα χρόνια,
και σώπαινες, όπως ποτέ δε μίλησαν τ’ αηδόνια
τών ποιητών στα βάθη της καρδιάς μου.

1906

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον​ ​ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μες στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ’ εμάς.

Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κι η άλλη ονειρευτή
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τριζόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.

Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ’ ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.

Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
το θείο κρασί στ’ ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.

Εδώ τα νιάτα σου ήτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
και το ’κρυβε η κληματαριά στο ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε… Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότατον, ήθελε τάφον,​ ω​!
Ποι​ο​ς να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό​.​

​Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ

Ζωούλα εσύ, που σ’ έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ’ αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.

Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθή τον ήχο σου και να τον ξαναπή,
γι’ αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ’ εσύ αζωγράφιστη πνοή.

Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ’ στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ’ αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ’ αγαθό.

Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
τών γαλανών παραμυθιών η άυλη ξωτικιά.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Στο φίλο Ν. Καμπά

Ο καιρός, η μελέτη, η ξενιτιά,
τη σκέψη αλλού σου γύρανε, σου σβύσαν
τα τραγούδια… Θυμάσαι ; ντροπαλά
τα τραγούδια το στόμα σου φιλήσαν.

Εμένα μ’ ηύρεν άπραγο η νυχτιά,
τα πόδια μου συχνά παραστρατίσαν,
μα η Μούσα γαληνή φεγγοβολά,
τα μητρικά της χέρια με κρατήσαν.

Τάχα και ποιούς να λάτρεψες θεούς,
από πίσω ποιές χίμαιρες να πήρες ;
Δεν ξέρω· αν είναι αταίριαστες οι μοίρες,

δεν κάνουν οι καρδιές τους αδερφούς ;
Σε ξανακούω, στο πλάι μου σ’ αγναντεύω,
κι από χαρά ο ασάλευτος σαλεύω.

1912

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ

Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.

Στ’ άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.

Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ’ ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925

* * *

ΚΑΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ…

Και μεσ’ στον τάφο ασάλευτο και μεσ’ στο ζόφο που με κλει,
σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,
με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει.
Και λάμπει η λυρική ψυχή και μεσ’ στο μνήμα εκείνη !

Βραδινή φωτιά, 1939

Κώστας Κουτσουρέλης: Τέχνη και ηλικία

lf

O ζωγράφος Lucian Freud στο ατελιέ του

Συνηθίζουν να μιλούν για έργα της ωριμότητας και έργα της νεότητας. Η διάκριση είναι σωστή, φτάνει να διευκρινιστεί ότι η κατάταξή τους εδώ δεν είναι ιεραρχική – το λογοτέχνημα, το καλλιτέχνημα που εκφράζει τη μέθη και την ένταση της βιολογικής ακμής δεν υστερεί απ’ αυτό που βασίζεται στην πείρα και την περισυλλογή της ηλικίας. Ακόμη και ο υπέρμετρος ιδανισμός της νιότης, η έφεση προς το ουτοπικό και το ανέφικτο, δεν βλάπτουν το άξιο έργο. Με τα λόγια του Βάρναλη: «ό,τι είναι ψέμα για την πείρα και για την επιστήμη, γίνεται αλήθεια αισθητική μέσα στα ηλύσια περιβόλια της Τέχνης, όταν ο δημιουργός μπορεί να τα μετουσιώσει σε ζωντανή ομορφιά».

Ο Ελύτης επιμένει ιδιαίτερα σ’ αυτό: «η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο»· «ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο». Στην αντίληψή του μάλιστα, η πολύχρωμη αισθαντικότητα της νεότητας είναι ανώτερη καλλιτεχνικά από την στοχαστική καταλλαγή του γήρατος. Η δική της βιωματική αλήθεια είναι προτιμητέα από τις συλλήψεις της καταλαγιασμένης διάνοιας όπως ακριβώς τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας είναι προτιμητέα (και ποιος θα αντίλεγε εδώ…) απ’ τα κέρδη και τις δάφνες του γήρατος.

Μια ποιήτρια πολύ διαφορετική από τον Ελύτη, το έχει δείξει αυτό εξαίσια, η Μάριαν Μουρ:

Και το πουλί ακόμα
ορθώνεται όταν τραγουδά, χαλύβδινη
στήνει μορφή προς τα ύψη. Τί αν είναι δέσμιο,
με το τραγούδι του σαλπίζει δυνατά
πόσο ασήμαντη είναι η ικανοποίηση,
πόσο αγνή είναι αντίθετα η χαρά.
Η μια είναι θνητότητα,
Η άλλη αιωνιότητης.

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια ποιητική της χαράς και της αθωότητας, αντίστροφη από εκείνη της αυτεπίγνωσης και της ενοχής, αλλά το ίδιο νόμιμη ή γόνιμη, αναλόγως πάντοτε του γούστου και των αναγκών του αναγνώστη. Αυτό που μπορεί κανείς να προβάλει ως ένσταση, είναι η εμπειρική μονομέρεια αυτής της ποιητικής, ότι καλύπτει δηλαδή ένα μόνο κομμάτι της ανθρώπινης περιπέτειας, αφήνοντας το υπόλοιπο άστεγο. Το ίδιο όμως επιχείρημα μπορεί να στραφεί εναντίον των περισσότερων σπουδαίων δηημιουργών. Πολλοί λίγοι, ελάχιστοι, είναι στην παγκόσμια λογοτεχνία λ.χ. οι συγγραφείς που αγκαλιάζουν όλη σχεδόν την ανθρώπινη κατάσταση, στην εκπληκτική της δαψίλεια, στη δε νεοελληνική λογοτεχνία ο μόνος νομίζω είναι ο Κωστής Παλαμάς.

Οι περισσότεροι συγγραφείς κάποια στιγμή ταυτίζονται λίγο πολύ με μια ηλικία και μένουν προσκολλημένοι σ’ αυτήν, ο Ελύτης με τη νεότητα, ο Καβάφης με το γήρας κ.ο.κ. Είναι φυσικό. Σωστά όμως κι ο Ώντεν ζητούσε από τον μείζονα ποιητή να συμβαδίζει με τη ζωή του, προσαρμόζοντας την τέχνη του σ’ αυτήν κι όχι τ’ αντίστροφο. Ο Σεφέρης το είχε πει ακόμη καλύτερα: ο ποιητής (πρέπει να) γράφει την «ιστορία του ζωντανού του σώματος». Τι σημαίνει αυτό; Ότι όπως αλλάζει το σώμα σου και οι ψυχικές παραστάσεις που το ακολουθούν, έτσι πρέπει να αλλάζουν και τα εκφραστικά σου μέσα, τα θέματα, τα ενδιαφέροντα, η ίδια σου η κοσμοθεώρηση – αλλιώς βλέπεις τη ζωή στα 30, αλλιώς στα 50, αλλιώς στα 70, στα γραψίματά σου αυτό πρέπει να φαίνεται με ενάργεια, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να έρθεις σε σύγκρουση με τον προηγούμενο, παρωχημένο πια εαυτό σου, ακόμη κι αν σε εγκαλέσουν για «ασυνέπεια». Για τον μεγάλο ποιητή η ασυνέπεια δεν είναι επιλογή – είναι ανάγκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ