Κωστής Παλαμάς

«Ex ungue leonem»

Anthologia

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ανθολογία Κωστή Παλαμά
ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου
Κέδρος, 2018

Όπως έχει επισημανθεί από συστηματικούς μελετητές του παλαμικού έργου, τις τελευταίες δεκαετίες η ποίηση του Κωστή Παλαμά εξακολουθεί να απασχολεί κατά μείζονα λόγο μια ευάριθμη ομάδα νεοελληνιστών που δραστηριοποιούνται κυρίως στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πέραν αυτής, η αναστροφή των συγχρόνων Ελλήνων λογοτεχνών και δη των ποιητών με το σύνολο ή έστω με όψεις της παλαμικής τεχνουργίας, όπως τουλάχιστον αυτή διαπιστώνεται είτε σε έργα αμιγώς ποιητικά είτε σε κριτικά άρθρα και κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και όπου τυχόν ανιχνεύεται πρόκειται για λιγοστές, σποραδικές και μεμονωμένες περιπτώσεις.[i]

Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί βέβαια την αξία και τη γονιμότητα που ενδέχεται να έχουν αυτοί οι κατά μόνας διάλογοι αλλά και δεν είναι δυνατόν να μεταβάλει σε βαθμό αξιοσημείωτο την εικόνα του ευρύτερου ποιητικού τοπίου, ενός τοπίου από το οποίο ο Παλαμάς απουσιάζει εκκωφαντικά και επί μακρόν. Εξάλλου, παρότι διακρίνονται κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις, η στάση των συγχρόνων λογοτεχνών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν, έστω και εντελώς συγκυριακά, ή εξακολουθούν να ασχολούνται με το ποιητικό έργο του Παλαμά δεν είναι ενιαία. Ορισμένοι διάκεινται θετικά απέναντί του, αρκετοί μάλλον αρνητικά και άλλοι απλώς στέκουν αμήχανοι μπροστά του.[ii] Οι περισσότεροι πάντως, είτε γέρνουν προς την πλευρά της αποδοχής είτε προς την πλευρά της απόρριψης, προκρίνουν, ως γνωστόν, τον λυρικό, καταπώς λέγεται, Παλαμά, δηλαδή τον ποιητή του ήσσονος τόνου, απορρίπτοντας λιγότερο ή περισσότερο κατηγορηματικά τον δημιουργό των μακρόστιχων και μεγαλόπνοων συνθετικών έργων.

Η απουσία διαλόγου ευρείας κλίμακας με την παλαμική ποίηση, φαινόμενο που είχε ήδη επισημάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,[iii] είναι προφανής και έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.[iv] Η πλειονότητα των Ελλήνων ποιητών της σήμερον μένει ξένη τόσο προς τον ποιητή όσο και προς τον κριτικό Παλαμά. Κατά πόδας ακολουθεί και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στον βαθμό που νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για κοινό και μάλιστα ευρύ όσον αφορά την ποίηση και δη την ελληνική. Δεν είναι απλώς ο Παλαμάς που δεν διαβάζεται σήμερα από το σχεδόν μυθώδες εκείνο πλάσμα που αποκαλούμε «μέσο αναγνώστη» αλλά η ποίηση γενικώς.

Kostis Palamas

Όσο κι αν η φορά των πραγμάτων είναι τέτοια που θα χρειαστούν γενεές επί γενεών συνειδητών και –το κυριότερο– συντονισμένων προσπαθειών για την αντιστροφή του κρατούντος κλίματος και την επαναφορά της ποιητικής τέχνης στην προτέρα της αίγλη, δηλαδή στην εκ νέου εδραίωση μιας σχέσης ζωντανής με ένα ευρύ και ακμαίο κοινό πέρα από τα περίκλειστα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της λογοτεχνικής συντεχνίας, είναι βέβαιο ότι δυο τρία πράγματα μπορούν και επιβάλλεται να ξεκινήσουν από σήμερα κιόλας.

Νομίζω πως οι βασικοί πυλώνες ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου εγχειρήματος δεν μπορεί παρά να είναι οι εξής δύο. Ισχυρός κριτικός λόγος από τη μια, δηλαδή λόγος εμπεριστατωμένος και εμπνευσμένος εν ταυτώ, που σημαίνει λόγος άξιος τόσο να διδάξει όσο και να εμπνεύσει, και συγκρότηση νέων ανθολογιών από την άλλη. Ανθολογιών όπου θα επιχειρείται η χαρτογράφηση του αχανούς σύγχρονου ποιητικού τοπίου όχι βάσει κριτηρίων εξωλογοτεχνικών όπως κατά κόρον συμβαίνει σήμερα αλλά βάσει κριτηρίων ακραιφνώς αισθητικών που θα ελέγχουν και συνάμα θα γονιμοποιούν τον ούτως ή άλλως αναπόφευκτο και εν πολλοίς καλοδεχούμενο υποκειμενισμό των εκάστοτε ανθολόγων. Αυτά είναι ζητήματα δύσκολα, που δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη και προϋποθέτουν όχι μόνο χρόνο και κόπο πολύ αλλά και τη συνεργασία –αν όχι και τη συστράτευση– ικανού αριθμού σοβαρών μελετητών και κριτικών.

Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι αντίστοιχο πρέπει να επιχειρηθεί και όσον αφορά την ειδική περίπτωση του Παλαμά που εδώ μας απασχολεί. Ισχυρή κριτική –και μάλιστα συνθετικής υφής– από τη μια και γενναία ανθολόγηση από την άλλη, πνευματικές ενέργειες κατ’ ουσίαν ομόλογες και συμπληρωματικές. Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να επανατεθούν οι βάσεις που σιγά σιγά θα προλειάνουν το έδαφος για την εκ νέου γνωριμία με την παλαμική ποίηση. Διότι τόσο η κριτική όσο και η ανθολόγηση, με αυτά που επιλέγουν να φωτίσουν και να προτείνουν, επιχειρηματολογώντας και συγκρίνοντας η μια και επαναφέροντας τα πρωτότυπα κείμενα στον αναγνωστικό μας ορίζοντα η άλλη, έχουν χαρακτήρα πρωτίστως παιδευτικό και η τέτοια αισθητική προπαιδεία είναι απαραίτητη –και σήμερα και πάντα– για μια υγιή και γόνιμη αναστροφή με την ποίηση. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η υπέρτατη προσφορά της κριτικής στην υπόθεση της τέχνης και της σκέψης δεν είναι τελικά η ανάδειξη ετούτου ή εκείνου του έργου, αλλά η δημιουργία και στην προκειμένη περίπτωση η αναδημιουργία του μεγάλου απόντος των ημερών μας – του κοινού.

Μόλις τώρα κάναμε λόγο για κριτική συνθετική και ανθολόγηση γενναία. Αναγκαίες είναι λοιπόν κάποιες ελάχιστες διασαφήσεις. Η σημασία των ειδικών μελετών γύρω από το παλαμικό έργο που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία έτη ασφαλώς ούτε πρέπει ούτε μπορεί να υποτιμηθεί. Ουδείς επιτρέπεται να παραγνωρίσει την προσφορά τους, καθώς αρκετές από τις ειδικές αυτές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βοηθήματα για εκείνον που θα τολμούσε να αναλάβει το μείζον συνθετικό έργο που θα έστηνε ενώπιον της εποχής μας τον Παλαμά – πλήρη και διαρκή. Σήμερα, το μεγάλο αυτό συνθετικό έργο που κρίνουμε αναγκαίο για την ουσιαστική δεξίωση της παλαμικής ποίησης και ακολούθως την αποκατάσταση του ποιητή στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να αποτελεί συνδυασμό και των δύο – αφενός να στηρίζεται γερά στη σύγχρονη φιλολογική έρευνα αξιοποιώντας τα πορίσματά της και αφετέρου να την υπερβαίνει.

«Γενναία» καλώ την ανθολόγηση εκείνη που τολμά να σταχυολογεί όχι μόνον τα ποιήματα που είναι πιθανότερο να αποκρίνονται στην τρέχουσα ποιητική ευαισθησία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα από τη λιγότερο ή περισσότερο ευδόκιμη θητεία απάντων των γραφόντων στον μοντερνισμό, ελληνικό και ξένο, καθώς και στο μεταμοντέρνο, αλλά και τα ποιήματα εκείνα που ως εκ της ουσίας τους μπορούν να θέσουν υπό διερώτηση μακροχρόνιες αναγνωστικές έξεις και να αμφισβητήσουν ή ακόμη και να κλονίσουν από καιρό εμπεδωμένες αισθητικές αντιλήψεις.

Το συνθετικό έργο πάνω στον Παλαμά επί του παρόντος εκκρεμεί αλλά το ζήτημα της εκ νέου ανθολόγησής του βρίσκει, χάρη στο πρόσφατο πόνημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, μια καθ’ όλα άρτια απάντηση. Με την ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου η δεύτερη αυτή ανάγκη καλύπτεται ανέλπιστα και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μας επιτρέπεται να κάνουμε λόγο για ανθολογικό και κριτικό επίτευγμα. Στη συνέχεια του κειμένου μας θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το γιατί.

 ~ . ~

Αν δεν λαθεύω, επί του παρόντος βρίσκονται σε κυκλοφορία τουλάχιστον επτά αυτοτελείς ανθολογίες της παλαμικής ποίησης. Από αυτές εκείνες που προσφάτως συζητήθηκαν περισσότερο είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) η μακρόβια ανθολογία των Κατσίμπαλη και Καραντώνη, η οποία χάρη στο εύρος και την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τους ανθολόγους για συμπερίληψη του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ποιημάτων κάθε θεματικής και τεχνοτροπίας «έφτασε να υποκαταστήσει περίπου τα παλαμικά άπαντα», κατά την εύστοχη παρατήρηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη·[v] (β) η επίσης εκτενής ανθολογία του καθηγητή Κ. Γ. Κασίνη με πλουσιότατο φιλολογικό υπομνηματισμό[vi] και (γ) η  βραχύτερη ανθολογία του ποιητή Ηλία Λάγιου.[vii]

Ορθώς πάλι επισημαίνει ο Κ. Κουτσουρέλης ότι τη μεν ανθολογία του Κ. Γ. Κασίνη «η φιλολογική τεκμηρίωση, οι πίνακες και ο υπομνηματισμός που τη συνοδεύουν την καθιστούν ιδανική για τις ανάγκες της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής χρήσης και δευτερευόντως για το γενικότερο ακροατήριο»,[viii] τη δε ανθολογία του Λάγιου χαρακτηρίζει μια μερικότητα, καθώς «προσπερνά τον ραψωδό των μεγάλων φαντασμαγορικών επών»[ix] για να επικεντρωθεί στον παθητικό δημιουργό της «Φοινικιάς» και των βραχύτερων λυρικών συνθέσεων που κατά την κρίση του ανθολόγου μπορούν να συγκινήσουν τον σημερινό αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης σήμερα τις περισσότερες φορές στιχουργεί και ο ίδιος, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η ανθολογία του Λάγιου προτάσσει όχι τον Παλαμά στην πλήρη του έκπτυξη αλλά τον Παλαμά εκείνον που είναι πιθανότερο να αναδεχθούν οι σύγχρονοι ποιητές, όπως υπογραμμίζει και ο Κ. Κουτσουρέλης.

Σε αυτή τη γραμμή, ήδη από το 1993, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά, δημοσιεύθηκαν μελετήματα συγχρόνων ποιητών πάνω σε θέματα που συνδέονται με συγκεκριμένες διαστάσεις της παλαμικής ποίησης. Τον «ελάσσονα» Παλαμά προκρίνει σαφώς ο ποιητής Διονύσης Καψάλης.[x] Τις αυτές περίπου απόψεις δείχνουν να συμμερίζονται οι Νάσος Βαγενάς, Μιχάλης Γκανάς, Ευγένιος Αρανίτσης και άλλοι, θεωρώντας σταθερά την περίφημη «Φοινικιά» ως την κορωνίδα και συνάμα ως την ύπατη πηγή του παλαμικού λυρισμού.[xi] Υπ’ αυτή την έννοια, η ανθολογία Λάγιου αποτελεί κατά τεκμήριο την εφαρμογή των εν λόγω αισθητικών απόψεων επί του παλαμικού σώματος.

Όμως οι επιμερισμοί και οι αναγωγισμοί αυτού του είδους, ιδίως όταν εφαρμόζονται σχεδόν στανικά σε ένα ποιητικό σώμα που διακρίνεται για την πολυμορφία και την πολυτροπία του όπως το παλαμικό και ως εκ τούτου αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε μονόπλευρη προσέγγιση, εγείρουν σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα. Επιπλέον έχω την αίσθηση ότι τελικώς περισσότερα προβλήματα προξενούν παρά επιλύουν. Σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η ανθολογία δεν συνιστά τον τόπο που μας επιτρέπει να εποπτεύσουμε κάτι από το όλον αλλά ένα διαθλαστικό γυαλί που έως ένα βαθμό παραμορφώνει και κατά συνέπεια ενδέχεται μέχρι και να παραπλανά τον ανυποψίαστο αναγνώστη ως προς την ουσία του ανθολογημένου έργου. Ο Παλαμάς μεσολαβημένος από τον Λάγιο είναι μια εκδοχή του λυρικού που θα μπορούσε να είναι ο ποιητής του Δωδεκάλογου, αν δεν ήταν αυτό ακριβώς που υπήρξε – ο Παλαμάς, δηλαδή ένα δημιουργικό υποκείμενο απείρως ευρύτερο από αυτό που δείχνει έτοιμη να δεξιωθεί η τρέχουσα ποιητική ευαισθησία. Η ανθολογία Λάγιου είναι ένας αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά λυρικός Παλαμάς, ένας «Παλαμάς σε σμίκρυνση» και μάλιστα μη αναλογική. Το παλαμικό έργο ωστόσο είναι γέννημα ενός πολυσθενούς δημιουργικού πνεύματος, ενός πνεύματος που περιέχει –και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό– όχι μία και δύο αλλά δέκα, είκοσι, τριάντα, εκατό ισόκυρες ποιητικές φωνές. Πράγμα που έως ένα βαθμό άλλωστε εξηγεί και την εκπληκτική γονιμότητά του.

Τηρουμένων των αναλογιών, το παλαμικό σύμπαν –διότι περί σύμπαντος πρόκειται– όπως και το φυσικό, έχει το κέντρο του παντού. Με άλλα λόγια, κάθε σημείο μέσα στο χωροχρονικό του συνεχές μπορεί να ιδωθεί ως κέντρο. Τίποτα επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια και βιαστικά, τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται αβασάνιστα στην τύχη του. Και ασφαλώς τίποτα δεν μπορεί να αποκοπεί –και μάλιστα βιαίως– χωρίς να φτωχύνει και κυρίως χωρίς να αλλοιωθεί σε βαθμό ανεπανόρθωτο η εντύπωση που θα αποκομίσουμε για το οργανικά ανεπτυγμένο σύνολο. Κάθε επιμέρους πτυχή του πρέπει συνεπώς να εξετάζεται διττά:  αυτοτελώς αλλά και υπό την προοπτική του όλου.

Καίρια διατύπωσε το μείζον ζήτημα που ανακύπτει από τις τέτοιες προσεγγίσεις του παλαμικού έργου, ίσως υπέρ το δέον βασισμένες σε υποκειμενικές αρέσκειες και απαρέσκειες, ο Ευριπίδης Γαραντούδης. Σε μελέτημά του σημειώνει σχετικά: «Αν δεχτούμε, όπως πιστεύω, ότι τα στοιχεία του παμποιητισμού και του πανιδεατισμού του Παλαμά, με άλλα λόγια τα βασικά και ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του, είναι σύμφυτα και στα λυρικά ποιήματά του, αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαβάζουμε, ανθολογούμε και αποτιμούμε τον Παλαμά ως ποιητή διαφορετικό από αυτό που ουσιαστικά ήταν και είναι. Με άλλα λόγια, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στον ελάσσονα παλαμικό λυρισμό και στον πυρήνα του, τη “Φοινικιά”, εμμέσως επιλέγουμε να διαβάζουμε τον Παλαμά ως καθαρά λυρικό, με άλλα λόγια ως νοσταλγικό, εσωστρεφή, θρηνητικό και πεσιμιστή ποιητή, παραβλέποντας ή και αφαιρώντας έτσι τα γνωρίσματα του θριαμβικού, του ραψωδικού και του “μεγάλου” ποιητή, γνωρίσματα που –το επαναλαμβάνω– διαχέονται σε ολόκληρο το ποιητικό έργο του και ενυπάρχουν οργανικά και στα λυρικά ποιήματά του».[xii]

Το ότι σημερινή ποίηση αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά στο έδαφος ενός χαμηλότονου λυρισμού, αντλώντας τα θέματά της από περιστατικά του ιδιωτικού κυρίως βίου, ενόσω σε απόλυτη συστοιχία μεγάλο μέρος της σύγχρονης τεχνοκριτικής επιμένει να την ταυτίζει ανυπερθέτως με τη χαμηλή φωνή λέει, νομίζω, πολύ περισσότερα για τον χαρακτήρα της εποχής μας παρά για το ήθος και την ουσία της υψιπετούς ποίησης αυτής καθ’ αυτήν. Ο ευρύτατα διαδεδομένος σκεπτικισμός και η συνακόλουθη σχετικοκρατία καλλιεργούν την καχυποψία έναντι κάθε διατύπωσης που εκφράζει ρητά ή και υπόρρητα μιαν εδραία πίστη. Η ριζική πάλι αμφιβολία για την ίδια την αξία και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου να αρθρώσει κάτι το ουσιαστικό τόσο για την ανθρώπινη συνθήκη διαχρονικά όσο και για τον νέον ανθρωπολογικό τύπο που κυοφορούν οι καιροί μας δύσκολα εναρμονίζεται με ένα ποιητικό λόγο που δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του και αξιώνει να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο στη δημόσια συζήτηση. Όταν η σχετικοκρατία αποκρυσταλλώνεται σε ιδεολογικό ή αισθητικό δόγμα φτάνει μέχρι την άρνηση κάθε ποιητικότητας σε οποιονδήποτε λόγο δεν συμμορφώνεται με τις επιταγές της. Ο δυναμισμός ταυτίζεται άκριτα με τον στόμφο και η αυτοπεποίθηση με την αφέλεια. Κάθε μεγάλη ποιητική πράξη εξισώνεται με τον θεατρινισμό και η μακρά πνοή με την απεραντολογία. Κάτι τέτοιο συνέβη εν ολίγοις και με τα επικολυρικά έργα του Παλαμά κατά τις πρόσφατες δεκαετίες.

Την αντίληψη αυτή έρχεται να ανασκευάσει αποφασιστικά και κυρίως εμπράκτως, μαζί με δυο τρεις άλλες –σποραδικές ακόμη– κριτικές γραφίδες, και η σύγχρονη ανθολόγηση του παλαμικού έργου από τον Κ. Χατζηαντωνίου.

~ . ~

Τι νέο κομίζει λοιπόν στην παλαμική –και όχι μόνον– υπόθεση η καινούργια ανθολογία που μόλις κυκλοφόρησε; Πολλά και καλά είναι η άμεση απάντηση και μάλιστα για πολλούς, γεγονός που υπό τις παρούσες συνθήκες κρίνεται εξίσου σημαντικό. Τους πολλούς πρέπει να ξανακερδίσει η ποίηση, αν στα χρόνια που έρχονται φιλοδοξεί να αναβιώσει ως τέχνη ζωτική και όχι απλώς να επιβιώσει ως ενασχόληση του περιθωρίου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διά της γοητείας και της εμβρίθειας. Κάθε βιβλίο ποιητικό, όπως το υπό συζήτηση, που συναιρεί τα δύο αυτά στοιχεία βάζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο λίθο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η νέα παλαμική ανθολογία δεν απευθύνεται στους επαΐοντες, στους ειδικού ενδιαφέροντος αναγνώστες, ακαδημαϊκούς ή ποιητές και λογοτέχνες. Στοχεύει πρωτίστως στην εξοικείωση ενός ευρύτερου αλλά απαιτητικού κοινού με μια απολύτως κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία των γραμμάτων μας που εντούτοις παραμένει ακόμα και σήμερα –και μάλλον περισσότερο σήμερα– «ο μεγάλος άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων» κατά τη γνωστή φράση του Αιμίλιου Χουρμούζιου.[xiii]

Η ανθολογία Χατζηαντωνίου βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, στο τρίστρατο όπου συναντώνται οι τρεις μνημονευθείσες ανθολογίες, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τη χρυσή τομή τους. Όμως –και αυτό πρέπει να τονιστεί– η τομή ετούτη δεν είναι το αναιμικό προϊόν συμβιβασμών και της τήρησης ίσων αποστάσεων αλλά το ακριβώς αντίθετο: το αιματώδες και άκρως κρίσιμο σημείο μιας έμφρονος τόλμης, γεμάτης γνώση και ευθυκρισία. Πρόκειται για το απότοκο μιας ματιάς οπωσδήποτε προσωπικής αλλά όχι αυθαίρετης, που πατά τόσο στη βαθιά γνώση του ανθολογούμενου έργου όσο και στην βέβαιη επίγνωση της τρέχουσας πνευματικής ατμόσφαιρας εντός της οποίας έρχεται να το προτείνει.

Συμπαγέστερη από την ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη και πληρέστερη από την ανθολογία Λάγιου, χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό της ανάδειξης δύο τριών λαμπερών στίχων από πληθώρα ποιημάτων όπως η ανθολογία Κασίνη, η ανθολογία Χατζηαντωνίου συνδυάζει επιτυχώς τα κριτήρια της αντιπροσωπευτικότητας και της ποιότητας,[xiv] χωρίς να χάνει στιγμή από τα μάτια της το σχεδόν δυσανεκτικό έναντι της παλαμικής ποίησης αναγνωστικό παρόν. Πρόκειται δηλαδή για μια εργασία πλήρως συγχρονισμένη με την τρέχουσα αναγνωστική πραγματικότητα.

Ο ανθολόγος ξέρει καλά ότι σήμερα, για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ούτε μισό στίχο του Παλαμά. Ότι και από αυτούς που κάπως τον έχουν διαβάσει οι περισσότεροι τον θεωρούν λογοτέχνη μουσειακό, γερασμένη μορφή ενός καιρού αλλοτινού που τίποτα δεν έχει να πει στον δικό μας. Ξέρει επίσης ότι η εποχή δουλεύει ποιητικά σε άλλο ύφος και κυρίως με άλλο ήθος. «Άλλες είναι οι διαστάσεις της ποιητικής ψυχής στις μέρες μας»,[xv] ειδοποιεί στην περιεκτική αλλά γλαφυρή του γλώσσα. Γνωρίζει ακόμα πόσο αρνητική είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για κάθε έργο πολύστιχο και πόσο πολύ ξενίζει ποιητές και αναγνώστες ο υψηλός τόνος.

Έτσι λοιπόν, προκειμένου να παράσχει μια ανθολογία που θα μπορέσει κατ’ αρχάς να κινήσει το ενδιαφέρον, δυνάμενη να λειτουργήσει ως πόλος έλξης για το έργο του Παλαμά, ο Κ. Χατζηαντωνίου περιστέλλει αποφασιστικά τον όγκο της. Ανθολογεί 163 ποιήματα και αυτοτελή ποιητικά αποσπάσματα έναντι των 210 της ανθολογίας Κατσίμπαλη-Καραντώνη και των άνω των 500 της ανθολογίας Κασίνη. Εντούτοις δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ανθολογούμενου έργου υπερτονίζοντας μονομερώς ορισμένες του όψεις και αποσιωπώντας άλλες. Δίνει απλόχερα το βήμα τόσο στον λυρικό όσο και στον επικό ποιητή. Στον βάρδο Παλαμά, στον ποιητή πολίτη και οπλίτη, αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανθολογίας του. Μαζί με άλλα υψηλότονα αλλά βραχύσωμα ή μεσαίας έκτασης ποιήματα (π.χ., Ο γκρεμιστής, Ο Ασκραίος, Οι λύκοι), αφιερώνει περί τις 120 σελίδες σε εκλεκτές περικοπές του Δωδεκάλογου και της Φλογέρας από τις περίπου 420 της ανθολογίας του, δηλαδή κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής της έκτασης. Είναι αυτά ακριβώς τα έργα για τα οποία ο Ηλίας Λάγιος έγραψε πως σήμερα δεν διαβάζονται «ούτε με σφαίρες».[xvi] Ο Κ. Χατζηαντωνίου αραιώνει τον ποιητικό οίνο με καθαρό και γάργαρο νερό – όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρήσει την ηδύτητά του χωρίς να χάσει την αψάδα του.

Palamas

Στην ερώτηση «αν ο Παλαμάς ζει και βασιλεύει», όπως παραστατικά τη διατύπωσε ο Γιώργος Σεφέρης στη συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία που εκφώνησε την επαύριον της τελευτής του Παλαμά,[xvii] η απάντηση του Κ. Χατζηαντωνίου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια γενναία κατάφαση. Ένα απερίφραστο, καθαρό και βροντώδες «ναι». Εδώ δεν υπάρχουν κανενός είδους μισόλογα και ανυπόφορα «ναι μεν, αλλά» . Ο Παλαμάς, λέει και πρωτίστως δείχνει ο ανθολόγος του, δεν ζει υπό όρους, ούτε επιβιώνει μερικώς ή κατ’ επιλογήν. Πολύ περισσότερο, ο Παλαμάς δεν έχει ανάγκη τη φιλολογική ή αναγνωστική συγκατάβασή μας. Δεν ψευτοζεί ο λυρικός Παλαμάς πάνω από τη σορό του επικού Παλαμά, ούτε φύεται αποκαρδιωτικά μόνη η Φοινικιά μαζί με κάποια μικρά λυρικά του ποιήματά εν μέσω των ερειπίων του Γύφτου και της Φλογέρας. Ο Παλαμάς ζει ολόκληρος και μυριοϋπόστατος, ακερμάτιστος και πλήρης, πυκνός και πλατύς μαζί. Με τα λόγια του Κ. Χατζηαντωνίου από την εξαίρετη εισαγωγή του, «ο Παλαμάς φανέρωσε την ποίηση ως καθολική δυνατότητα ζωής».[xviii]

Μολονότι ο βαθιά παιδευτικός χαρακτήρας της κριτικής και της ανθολόγησης έχει περάσει σήμερα σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, εμμένουμε και θα εμμένουμε σε αυτόν.  Κριτικός και ανθολόγος είναι παντού και πάντοτε πρωτίστως οδηγοί, είναι αυτοί που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη με τις αναλύσεις και τις εκλογές τους να προσεγγίσει το εκάστοτε έργο με κάποια ασφάλεια. Είναι αυτοί που προσπαθούν να αναδείξουν το ουσιώδες, ανοίγοντας και φωτίζοντας τον δρόμο προς αυτό, και παράλληλα προφυλάσσουν από κακοτοπιές και ανώφελα λοξοδρομίσματα. Είναι ακόμη αυτοί –πράγμα για το οποίο σπανίως κάνουμε λόγο– που θα καλλιεργήσουν μεθοδικά και συστηματικά την αγάπη προς το έργο και πρωτίστως προς την ίδια την ποίηση· όχι όμως μιαν αγάπη ανεδαφική και μετέωρη αλλά εκείνη που εδράζεται στα πράγματα, στο ίδιο το έργο ως απτή και αναντίρρητη αντικειμενική πραγματικότητα.

Κατά συνέπεια, ένας ανθολόγος που διαρκώς αμφιβάλλει, που μονίμως παλινωδεί, που στέκεται αθεράπευτα αμφίθυμος απέναντι στο έργο που καλείται να ανθολογήσει είναι αν μη τι άλλο κακός οδηγός. Τέτοιοι συνήθως είναι όσοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς εσωτερική σχέση με το έργο που ανθολογούν ή που ασκούν υπερβολική βία πάνω του, αυτοί που υπερερμηνεύουν ή παραθεωρούν αδικαιολογήτως. Είναι επίσης εκείνοι που έρχονται εκ των υστέρων, οχυρωμένοι πίσω από τα αισθητικά δόγματα του καιρού τους, ακόμη και για να κάνουν μάθημα στον ποιητή, αυτοί που αυτάρεσκα του κουνούν το δάχτυλο.

Σε ευθεία αντίθεση με την πλειονότητα των συγχρόνων λογοτεχνών, ο Κ. Χατζηαντωνίου δεν νιώθει την παραμικρή αμηχανία μπροστά στο παλαμικό έργο, το οποίο, όπως άλλωστε και άλλη παλαιότερη εργασία του μαρτυρεί, γνωρίζει σε βάθος.[xix] Δεν στέκει δίβουλος απέναντί του ούτε διακατέχεται από κανένα «άγχος εκσυγχρονισμού και επικαιροποίησης της ποιητικής του γλώσσας. Το αποδέχεται ως όλον και ως όλον το προτείνει, γνωρίζοντας πως ο αληθινά διαχρονικός συγγραφέας μπορεί να φαντάζει ανεπίκαιρος ή και παρωχημένος όποτε οι καιροί αδυνατούν να αναμετρηθούν στα ίσα με το πνευματικό του ανάστημα.

Εξ όνυχος τον λέοντα. Σε αυτή τη φράση μπορεί να συνοψισθεί η οδηγητική αρχή που διέπει την ανθολογική εργασία του Κ. Χατζηαντωνίου και την καθιστά τόσο επιτυχή, δηλαδή αντιπροσωπευτική και γοητευτική συνάμα. Αρκεί βέβαια ο λέων να είναι λέων, όπως εν προκειμένω ισχύει, και το νύχι να είναι νύχι – όχι παρωνυχίδα– όπως ευτυχώς συμβαίνει. Το σώμα της παλαμικής ποίησης δεν ψηλαφάται ως μνημείο παλαιικό και θρυμματισμένο, ως έκθεμα ανασυρμένο από τις αραχνιασμένες αποθήκες ενός φανταστικού λογοτεχνικού μουσείου, αλλά ως σάρκα αιμάτινη και κρουστή, ως κάτι ακόμα ολοζώντανο που –σε πείσμα της λαθροβίωσης στην οποία τόσο απερίσκεπτα καταδικάστηκε– έχει και θέση και ρόλο να διαδραματίσει μέσα στη σύγχρονη ζωή. Κοντά στον ελεγειακό τραγουδιστή ο στεντόρειος ραψωδός και δίπλα στον ραψωδό ο σατιριστής, ο πατριδολάτρης και ο ριζοσπάστης, ο μεταφυσικός και ο αντιμεταφυσικός, ο χοϊκός και ο μυστικιστής, ο λάγνος και ο σεραφικός, όλοι οι ποιητές που συνέθεταν αυτή τη συγκλονιστική συγγραφική προσωπικότητα, την πληθωρικότερη που γνώρισαν ποτέ τα γράμματά μας καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία τους, αφήνουν τα ίχνη τους στα ποιήματα που ανθολογούνται.

Ακόμη κι αν η εν λόγω ανθολογία ταυτιζόταν με τα παλαμικά άπαντα, θα αρκούσε από μόνη της για να περιληφθεί ο Παλαμάς στους κορυφαίους του νεοελληνικού Παρνασσού, κάτι που αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις μεγάλες αρετές της. Ξέρουμε βέβαια ότι τούτη δεν συνιστά παρά την κορυφή του παγόβουνου. Χάρη στη μέριμνα του ανθολόγου ωστόσο μπορούμε να υποψιαστούμε τον γιγάντιο όγκο κάτω από τις καλοαρμοσμένες ποιητικές ψηφίδες που συνθέτουν την επιφάνεια των τετρακοσίων και πλέον σελίδων της.

Κλείνοντας, δυο λόγια και για ορισμένα μορφολογικά στοιχεία της έκδοσης. Όλως αξιέπαινη η επιλογή των επιμελητών και του ανθολόγου να μην στοιβαχθούν όπως όπως χάριν εξοικονόμησης σελίδων τα ποιήματα, αλλά να τους δοθεί ο χώρος να ανασάνουν. Κάθε ποίημα –με τη λογική εξαίρεση των τετραστίχων από τον Κύκλο των τεστραστίχων και τις Νύχτες του Φήμιου– τυπώνεται σε ξεχωριστή σελίδα, πρακτική διόλου αυτονόητη σήμερα προκειμένου για ανθολογίες ή ακόμη και για άπαντα ποιητών. Τα ποιήματα παρουσιάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους ένταξης σε συλλογές, ενώ οι συλλογές διακρίνονται η μία από την άλλη διά της παρεμβολής ενός δισέλιδου. Οι κεφαλίδες σημαίνουν τα ποιητικά βιβλία από τα οποία αντλείται κάθε ποίημα ή ποιητικό απόσπασμα. Εν ολίγοις, τηρήθηκε η μορφή που προκρίθηκε και στα ποιητικά άπαντα ενός άλλου σπουδαίου ποιητή και κριτικού του Κώστα Βάρναλη,  που κυκλοφορήθηκαν από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία στον αναγνώστη να προσεγγίσει την ανθολογία όχι ως επιτομή βαρύτιμων απάντων αλλά ως μια εκτενή και πολυσυλλεκτική ποιητική συλλογή, πράγμα που λειτουργεί άκρως ενθαρρυντικά για την ανάγνωση.

Ο Κ. Χατζηαντωνίου αναδεικνύεται στον γεφυροποιό που συνδέει το ποιητικό μας παρόν με τη διαχρονική αξία που ακούει στο όνομα Παλαμάς και η ανθολογία του στη σεμνή και ωραία πύλη μέσα από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να οδηγηθεί σε μια συστηματικότερη γνωριμία με την παλαμική ποίηση.

Η εν λόγω ανθολογία αποτελεί μια ολοκληρωμένη και άκρως υπεύθυνη απάντηση στα ανθολογικά προβλήματα που θέτει ένα έργο τόσο ογκώδες, θεματογραφικά και ειδολογικά πλούσιο, και επιπλέον μια απάντηση σύγχρονη, ικανή να εξυπηρετήσει τόσο τις τρέχουσες αναγνωστικές μας ανάγκες όσο και αυτές των προσεχών δεκαετιών. Είναι ένας πρώτος σταθμός, ένα ορμητήριο ακόμα, απ’ όπου μπορεί να εκκινήσει η εξερεύνηση της παλαμικής ενδοχώρας και παράλληλα ένας αξιόπιστος χάρτης και μια προσεκτικά καμωμένη πυξίδα. Το πόσοι, ποιοι και με τι αποτελέσματα θα επιδοθούν στο εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον σε αυτή την πνευματική περιπέτεια μένει να δειχθεί. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι λιγοστοί παλαμιστές έχουν κάθε λόγο να χαιρετίσουν την προσπάθεια και το αποτέλεσμά της. Οι υπόλοιποι αναγνώστες δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες για την απόκτηση ενός νέου και «αθλητικού» Παλαμά, ευλύγιστου και ευκίνητου, που μπορεί να μας οδηγήσει μέσω της υψηλής διανοητικής απόλαυσης που χαρίζει η ανάγνωσή του και στον άλλον Παλαμά – τον μέγα.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

 ______________________________________

[i] Από τους ποιητές που τυχαίνει να έχω υπ’ όψιν μου σχετικά τους κείμενα και στα οποία εξετάζονται συστηματικότερα όψεις του παλαμικού έργου αναφέρω ενδεικτικά τους Νάσο Βαγενά, Διονύση Καψάλη, Ηλία Λάγιο και Παντελή Μπουκάλα από τους παλαιότερους, και Γιώργο Βαρθαλίτη, Δημήτρη Κοσμόπουλο, Κώστα Κουτσουρέλη και Μάνο Τασάκο από τους νεότερους, καθώς και τον νεότατο ποιητή Θάνο Γιαννούδη.

[ii] Χαρακτηριστικό είναι το προ δεκαπενταετίας αφιερωματικό ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, όπου κείμενα για τον Παλαμά υπογράφουν ορισμένοι εκ των πλέον προβεβλημένων Ελλήνων λογοτεχνών των τελευταίων χρόνων. Βλ. Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[iii] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παλαμάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1949.

[iv] Η κυριότερη εργασία όσον αφορά στην κριτική πρόσληψη του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι ασφαλώς η εκτενής μονογραφία του Ευριπίδη Γαραντούδη, όπου τεκμηριώνονται φιλολογικά και σχεδόν εξαντλητικά η παρουσία του παλαμικού έργου ως αντικειμένου ακαδημαϊκών μελετημάτων από τη μια και η ισχνότητα του διαλόγου με τους σύγχρονους ποιητές και λογοτέχνες από την άλλη. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά, Καστανιώτης, 2003.

[v] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, «Ανθολογώντας τον Παλαμά, Νέα Εστία, τχ. 1878, Σεπτ. 2018, σ. 536.

[vi] Δεν γνωρίζω άλλον φιλόλογο που να έχει εργαστεί με περισσότερη συνέπεια, επιμονή και –ας μην φοβηθούμε τη λέξη– αγάπη πάνω στο έργο του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εκτός από την εν λόγω ανθολογία, την οποία συνοδεύει εκτενέστατο μελέτημα 120 σελίδων περίπου, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένα ολόκληρο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, αναφέρω ενδεικτικά τους τέσσερις τόμους της αλληλογραφίας του Παλαμά, τους τρεις τόμους με άρθρα και χρονονογραφήματά του, την κριτική έκδοση της Φλογέρας του βασιλιά και φυσικά τον πρώτο τόμο της κριτικής έκδοσης των Απάντων του Παλαμά που επιτέλους κυκλοφόρησε, εργασίες που δεν θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας χωρίς τη μέριμνα και την επιμέλεια του Κ.Γ. Κασίνη. Ειδικά όσον αφορά την ανθολογία, το μόνο που θα είχε ίσως να παρατηρήσει κανείς σε μια κατά τα λοιπά εξόχως προσεγμένη και πολύτιμη φιλολογική εργασία είναι –όπως εξάλλου δηλώνεται ρητά από τον ίδιο τον ανθολόγο– η στρατηγική επιλογή της απομόνωσης σε αρκετές περιπτώσεις δύο, τριών ή και ενός μόνο στίχου από πολύστιχα ή και ολιγόστιχα ακόμη ποιήματα. Καθ’ όλα σεβαστή η απόφαση και κατανοητές οι προθέσεις. Ο Κ.Γ. Κασίνης αναζητά προγραμματικά και συστηματικά τις λυρικές αποκορυφώσεις, τις στιγμές της απόλυτης λυρικής πύκνωσης· και από αυτές στο έργο του Παλαμά –και σε αντίθεση με τα κοινώς παραδεδεγμένα και τις εμπεδωμένες προκαταλήψεις– υπάρχουν όντως πάμπολλες. Όμως έχω την αίσθηση ότι αντιμετωπίζοντας έως ένα βαθμό τον Παλαμά ως οιονεί αφορισματογράφο ή ακόμη και ως αισθητή ποιητή ή ως «Σολωμό που ξαστοχεί» ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδίως ο αμύητος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που δεν έχει διαβάσει ποτέ του Παλαμά, και τέτοιος είναι σήμερα ως επί το πολύ ακόμη και ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης, να σχηματίσει κατά περιπτώσεις εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρόμοιες επιφυλάξεις έχει διατυπώσει παλαιότερα σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας παρουσιάζοντας την ανθολογία στο κοινό της Καθημερινής. Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Νέα ανθολογία του Κωστή Παλαμά», Η Καθημερινή, 18/1/2005. http://www.kathimerini.gr/206505/article/politismos/arxeio-politismoy/nea-an8ologia-toy-kwsth-palama. Τελευταία ανάκτηση: 3/12/2018.

[vii] Η θεματική ανθολογία του καθηγητή Παντελή Βουτουρή που μόλις κυκλοφόρησε, καθώς επικεντρώνεται αυστηρά στον ερωτόληπτο και ερωτογράφο Παλαμά, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο παρόν. Σε αυτήν ανθολογούνται 133 ποιήματα και ποιητικά αποσπάσματα, ενώ του ανθολογημένου σώματος προτάσσεται εκτενές εισαγωγικό μελέτημα. Βλ. Ο ερωτικός Παλαμάς, εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια Παντελής Βουτουρής, Μελάνι, 2018.

[viii] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[ix] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[x] Βλ. Διονύσης Καψάλης, «Ο “ελάσσων” Παλαμάς» και «Τραγούδι αφάνταστο», Τα μέτρα και τα σταθμά, Άγρα, 1998 σσ. 67-88.

[xi] Βλ. Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά, Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[xii] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τι υπάρχει πάνω και γύρω από την παλαμική “Φοινικιά”;», Ποιητική, τχ. 13, σσ. 115-127.

[xiii] Αιμίλιος Χουρμούζιος, Ο Παλαμάς και η εποχή του, Εκδόσεις «Διόνυσος» Γεωργ. Νασιώτη, 1974, τόμ. 1, σ. 11.

[xiv] Δύο από τα βασικά κριτήρια του ανθολογείν όπως επισημαίνει μετ’ επιτάσεως και στην εισαγωγή της ανθολογίας του ο Κ.Γ. Κασίνης. Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, εισαγωγή-επιλογή Κ.Γ. Κασίνης, Πατάκης, 2004.

[xv] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 9.

[xvi] Κωστής Παλαμάς, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, επιμέλεια-ανθολόγηση Ηλίας Λάγιος, Ερμής, 2001, σ. 18.

[xvii] Γιώργος Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές τόμ.1, Ίκαρος, 1981, σ. 214.

[xviii] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 10.

[xix] Αναφέρομαι στα λαμπρά «Προλεγόμενα» των Λύκων, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της πιο πρόσφατης παλαμικής βιβλιογραφίας, υπόδειγμα εμβρίθειας και πνευματικής τιμιότητας. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Οι λύκοι, προλ. Κώστας Χατζηαντωνίου, Ιδεόγραμμα, 2011, σ. 7-25.

Καρτερώντας τον κράχτη

Hercules_fighting_the_Centaurs

Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομή

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ένας αιώνας μάς χωρίζει πια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που όχι μόνον άλλαξε δια παντός το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo, όχι μόνο έθεσε εν αμφιβόλω τις αξίες και τα προτάγματα που είχαν απορρεύσει από το κίνημα του Διαφωτισμού και —με την θετικιστική αντίληψη του 19ου αιώνα— είχαν θεωρηθεί λίγο-πολύ ως ευρέως δεδομένα και ως το de facto μέλλον του κόσμου, αλλά επέτεινε με ραγδαίους ρυθμούς τη διασάλευση της πατροπαράδοτης τάξης και της παραδοσιοκρατικής αντίληψης, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται σήμερα ίσως η κυρίαρχη τομή για το εκ των πραγμάτων πέρασμα του δυτικού κόσμου στην οριστικά νεωτερική και μοντέρνα περίοδό του. Κι ενώ η Ευρώπη του σήμερα, που αναζητά εναγωνίως σε κάθε λογής θραύσματα τμήματα της ταυτότητάς της αδυνατώντας ουσιαστικά να την ανιχνεύσει, θυμάται, τιμά και κάνει εκτενέστατα αφιερώματα επιλεκτικά στις ρήξεις, τις ασυνέχειες και τις πρώιμες έκκεντρες αφηγήσεις εκείνης της περιόδου, αξίζει πιστεύουμε τον κόπο να εστιάσουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά και σε μια τέχνη εξωστρεφή και μεγαλόπνοη που η νεωτερικότητα απέρριψε ως ”ξεπερασμένη“, αφού δεν χωρούσε στο νέο σχήμα της για τον κόσμο. Η συνειδητή, μάλιστα, επίκληση μιας τέτοιας άποψης για την τέχνη εν έτει 2018 φαίνεται πως καθίσταται εντέλει η ριζοσπαστικότερη και πρωτοποριακότερη των πράξεων.

 Εκατό χρόνια, λοιπόν, από την περίοδο συγγραφής της πλειοψηφίας των ποιημάτων των Βωμών του Κωστή Παλαμά,[1] της τελευταίας κατά γενική ομολογία μεγαλόπνοης συλλογής του, προτού το Εθνικό Όραμα συντριβεί βίαια στη Μικρά Ασία[2] και ο ποιητής περάσει στην τρίτη και πιο χαμηλότονη περίοδο της ποιητικής του παραγωγής. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Ελλάδα νωθρή, αν και θριαμβεύτρια των Βαλκανικών Πολέμων, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συγκρούεται με στάση ουδετερότητας των Ανακτόρων που δεν τολμούσαν να πάρουν ανοιχτά θέση υπέρ των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ώσπου εντέλει η χώρα μας αναγκαστεί να λάβει ενεργό συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ, έχουν προηγηθεί Διχασμός, Εμφύλιος και δολοφονίες σημαινόντων και ασήμαντων προσώπων. Ο Παλαμάς, όμως, δεν μπορεί σε ένα τέτοιο διάστημα να μένει σιωπηλός και αδρανής, ιδιαίτερα όταν βλέπει τον κόσμο γύρω του να αλλάζει, να «ξεσπερμεύωνται οι λαοί» και να «ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες» («Όταν ξεσπερμεύωνται οι λαοί / και ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες, / μέσα στων πολέμων τη βοή / κ΄ έξω και παράμερα δεν είδες;»), όταν είναι σε θέση να δει πρώτος το σκοτάδι που χαράζει. Κι αντιμετωπίζει την απειλητική πραγματικότητα με το ισχυρότερο των όπλων το οποίο ξέρει τόσο μα τόσο καλά να χειρίζεται – τη γραφή.

 Οι Βωμοί, όπως και οι περισσότερες συλλογές του Παλαμά, συμπεριλαμβάνουν τόσο μεγαλόπνοα ποιήματα όσο και χαμηλόφωνα και ολιγόστιχα, με τις διακυμάνσεις της έντασης και της οξύτητας του λόγου να είναι συνεχείς, χαρακτηριστικό δηλωτικό της πολυσχιδούς φύσης και του ταλέντου μιας πένας που είχε τη δυνατότητα ποιητικού σχολιασμού επί παντός επιστητού. Ο βασικός όμως πυρήνας όλων των επιμέρους ενοτήτων που συναπαρτίζουν τη συλλογή είναι ένας: η ραγδαία αλλαγή του γύρω κόσμου, καθώς η ισχύουσα συνεκτική αφήγηση σπάει εις τα εξ ων συνετέθη, ο χάρτης ξαναμοιράζεται και ο κάθε παίκτης διεκδικεί την μοναδική δυνατή ερμηνεία του κόσμου για λογαριασμό του. Έτσι, δίπλα στις γνώριμες μορφές του Βασιλόπουλου, της Κασσιανής και της Νεράιδας, βλέπουμε να “απογειώνεται” και να υμνείται το αεροπλάνο με μια ένταση που θα ζήλευε και ο Ιταλός φουτουριστής Φ. Τ. Μαρινέττι («Πάρτε, με καπνοκάραβα, και σύρτε με, βαγόνια […] λαοί, στεριές, χώρες, καθεμιά και μια Βαβέλ που υψώνει / προς κάποιο θεό τον όγκο της προκλητικά, με θράσος. / Και της πρωτομαστόρισσας αρχόντισσας του κόσμου / και της κυκλώπειας Μηχανής […] τη χάρη / πάω να τη βρω […] και να τη διαλαλήσω.»), παρατηρώντας παράλληλα την ποιητική περσόνα του ”Στοχαστή” να μην είναι πια σε θέση να απαντήσει αν ο πόλεμος και η λάβα γεννούν το νέο και να αφήνεται στη ροή του ποταμού των γεγονότων («Ο Πόλεμος, των πάντων ο πατέρας; / Μυνήτρα πλούσιας βλάστησης η λάβα; / Πώς θα πιαστή το πλάσμα από το τέρας; / – ποιος ξέρει; Τράβα.»). Και ο ποιητής που αποτυπώνει τόσο παραστατικά την αλλαγή του βιοϊστορικού κύκλου και τη γέννηση του νέου τη στιγμή της δημιουργίας του πού ακριβώς άραγε βρίσκεται; Στην αγάπη που καλείται να φέρει μεσούσης «της φλόγας και του φόνου και του κνούτου»; Στη «διπλομαναξιά» του έξω και του μέσα κόσμου που διαιρεί στα δύο το υποκείμενο; Ή μήπως στις περίφημες συμβουλές του προς τις μέλλουσες γενιές των «Πατέρων» στις οποίες και θα επανέλθουμε; Μάλλον σε όλα από τα παραπάνω, γιατί από τον Παλαμά δεν μπορεί κανείς να περιμένει μία μονάχα όψη της αλήθειας. Για να γίνει όμως αυτό κατανοητό, αξίζει να εστιάσουμε σε ένα από τα κομβικότερα ποιήματα της συλλογής, τη «Χώρα που δεν πεθαίνει».

Εκκινώντας από έναν θρύλο της παράδοσης, ο Παλαμάς στήνει με τον απλούστερο δυνατό εκφραστικά τρόπο έναν κόσμο που (μετα-μοντέρνα και πρωθύστερα) θα ονομάζαμε δυστοπικό, δεκαετίες πριν τους αντίστοιχους του Θαυμαστού καινούριου κόσμου του Χάξλεϋ (1932) και του μεγάλου αδερφού τού 1984 του Όργουελ (1949).[3] Ο ήρωας του παλαμικού ποιήματος επιδιώκει να ξεφύγει από τον όλεθρο και το θάνατο κι αναζητά την ουτοπική χώρα της αιώνιας ζωής. Κατορθώνει εντέλει και βρίσκει έναν τόπο που θεωρεί πως εκπληρώνει τις επιθυμίες του, έως ότου καταλάβει πως η ευτυχία του αυτή είναι επιφανειακή και ναρκοθετημένη και πως η διαρκής αβεβαιότητα της νέας του πατρίδας τόν κάνει να εκλιπαρεί για την προγενέστερη μορφή του κόσμου με τον θάνατο παρόντα. Τα στάδια που ακολουθεί η περιπλάνησή του είναι τα εξής: α). αναγνώριση του τέλματος στην παλαιά τάξη πραγμάτων («Πού νάβγω; Παντού ο τάφος. Η στια σβυστή. Πού νάμπω; / Πού σκεπή; Πού αντιστύλι; Πού νάβρω μετερίζι;») κι επιθυμία για την εύρεση της ουτοπίας- ευτοπίας, β). αναζήτηση της χώρας που δεν πεθαίνει σε διάφορα μέρη ανά τον κόσμο, γ). εύρεση της πολυπόθητης χώρας κι αναγνώριση πως πρόκειται για τον τόπο εκπλήρωσης της επιθυμίας για αθανασία («Να η τρισμακαρισμένη! Κ΄ οι ανθρώποι, να! θεοί») (παρά τη σκιά του βουνού που παρουσιάζεται παρενθετικά κι αγνοείται ακόμα), δ). αποκάλυψη από έναν πολίτη του φοβερού μυστικού που διέπει τη ζωή στη νέα αυτή πατρίδα και δεν είναι άλλο από τον —αγνώστων λοιπών στοιχείων— “κράχτη” που κράζει ένα όνομα στο σκοτεινό βουνό και το άτομο αυτό εξαφανίζεται δια παντός («…και βλέπεις τον κρασμένο κι αμέσως ξεκινά, / χάνεται, πάει και πάει και δεν ξαναγυρνά.»), ε). τρόμος του ήρωα και διαρκής αγωνία στο εξής στη ζωή του για το πότε θα βγει ο “κράχτης” που θα κράξει το όνομά του («Οϊμένα, καινούρια ανατριχίλα […] με σφάζει, όλο με σφάζει, γιατί όλο και προσμένω / τον κράχτη να με κράξη…»), στ). ευχή για επιστροφή στην «πρώτη του γωνιά» με το θάνατο στην αρχική του θέση («Α! φέρτε με στην πρώτη γωνιά μου τη σβυσμένη, / να πω να ξανακούσω: -Πεθαίνει εδώ; -Πεθαίνει.»).

 Δεν έχει νόημα να εστιάσουμε αυστηρά και μόνο στην απώθηση του θανάτου από τη νεωτερική κοινωνία[4] σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ούτε θαρρώ όλη η ουσία του ποιήματος του Παλαμά βρίσκεται αυστηρά και μόνο σε μια τέτοια προσέγγιση, αξίζει όμως να δώσουμε τα βασικά στοιχεία. Από τους λευκούς θαλάμους των νοσοκομείων του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου του Χάξλεϋ όπου κανείς δεν δικαιούται να διαταράξει την ιδιότυπη νιρβάνα των μελλοθάνατων έως τις μαζικές εκτελέσεις των κλώνων στη μελλοντική Σεούλ του Μίτσελ στον πρόσφατο Άτλαντα του ουρανού (2004)[5] μεσολαβούν πολλά επίπεδα βαρβαρότητας, η βάση όμως παραμένει η ίδια: ο θάνατος είναι ακριβώς το στοιχείο εκείνο που τρέμει η νεωτερικότητα και δεν τολμά ποτέ να κοιτάξει στα μάτια, καθώς αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα πως η απόλυτη κυριαρχία του ατόμου και η «εντεύθεν της ζωής εσχάτη κρίση» (όπως θα έλεγε και ο σύγχρονος νεοφορμαλιστής ποιητής Α. Μνησιβιάδης)[6] που ευαγγελίζεται δεν είναι παρά μια αυταπάτη. Έτσι και στη «Χώρα που δεν πεθαίνει», ο θάνατος είναι μεν ο μεγάλος απόντας, η βαριά σκιά του όμως και ο διαρκής τρόμος για την πιθανή έλευσή του στο σκοτάδι του βουνού μετά το κάλεσμα του κράχτη κυριαρχούν κι εντέλει ορίζουν τη ζωή των κατοίκων της, καθιστώντας τον επί Γης Παράδεισο της αθανασίας μια μεγάλη Κόλαση. Η αθανασία, επομένως, δεν είναι είτε σε παλιές είτε σε καινούριες συνθήκες παρά μια πλάνη (και η αθανασία της γραφής άραγε; –εδώ μπορεί κανείς εύλογα να κάνει παραλληλισμούς μεταξύ άλλων και με άλλα έργα του Παλαμα, ενδεικτικά: «Φοινικιά», «Μεγάλος είσαι» κ.ά.) και ο ήρωας επικαλείται στο τέλος εκ νέου τον θάνατο έτσι όπως τόν είχε γνωρίσει με όλη του τη φρίκη κι είχε προηγουμένως απορρίψει, παρόλο που γνωρίζει ξεκάθαρα ως η παλιά γωνιά του είναι πια δια παντός «σβυσμένη», αφού ο χρόνος και η Ιστορία δεν γυρνούν πίσω.

f2-thumb-largeΈχοντας απορρίψει την απορρέουσα από την θεοκρατική μεταφυσική συνεκτική αφήγηση, η νεωτερικότητα δομήθηκε κατά βάση πάνω σε ατομοκεντρικές θεωρήσεις και θεάσεις του Όλου, με τους ανθρώπους ”θεούς” στη θέση αυτών που έριξαν από το βάθρο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη «τρισμακαρισμένη» χώρα του ποιήματος. «Μέλλεται κόσμος τρισμεγάλος / χαροποιός / μα το ύψιστο του λείπει κάλλος / ο Θεός», έχει πει αλλού ο Κωστής Παλαμάς.[7] Για «δέηση», «μονάξια», «νήστεια» κάνει λόγο εδώ όταν αναφέρεται στην —ξεκάθαρα ατομική και μοναχική— πορεία του ανθρώπου σ’ αυτό το νέο κόσμο που βλέπει να ξημερώνει, με το θεό απόντα και τον θάνατο ηθελημένα αόρατο. Και στο σημείο αυτό αξίζει να λυθεί μια παρεξήγηση ενός σχεδόν αιώνα που συμφέρει πολλούς θιασώτες της μοντέρνας ποίησης να διακινούν και την οποία ήδη ο Βρασίδας Καραλής στον πρόλογο της επανέκδοσης της Ασάλευτης Ζωής έθεσε στα σωστά της όρια, πηγαίνοντάς την κι ένα βήμα παραπέρα: ο Παλαμάς έχει πλήρη συναίσθηση του κόσμου που έρχεται, ξέρει και νιώθει βαθιά μέσα του τι κομίζουν η νεωτερικότητα και ο μοντερνισμός, τι είδους τέχνη επιθυμούν και προάγουν, σε ποιες κραυγές ανοίγουν χαρωπά την πόρτα και σε ποιον άνεμο τον ασκό του Αιόλου.[8]

 Κι επειδή έχει δει πολύ πιο μπροστά απ’ τους άλλους ως συνειδητός ποιητής-προφήτης, δίνει έναν απίστευτα άγριο και ψυχοφθόρο αγώνα, όχι για να σταματήσει τη ροή του ποταμού, πράγμα αδύνατο, αλλά για να μην της παραδοθεί άνευ όρων και να προλάβει να την φέρει κάπως ελεγχόμενη ο ίδιος, προτάσσοντας μια «καινούρια γέννα» μέσα από το χάος των αντίρροπων δυνάμεων, όπως αντίστοιχα έπραξαν την μεσοπολεμική οριακή περίοδο Καζαντζάκης, Σικελιανός και Βάρναλης, με διαφορετικό προφανώς πρόταγμα ο καθένας τους (και των τριών εντέλει εγκεφαλικά και ανεφάρμοστα). Εξ ου και ο απίστευτος δισταγμός και ο προβληματισμός του περί της αναγκαιότητας της σεφερικής Στροφής λίγα χρόνια αργότερα,[9] εξ ου και ο οίστρος στα πολύ βαθιά του γεράματα με αφορμή τον Β’ Παγκόσμιο[10] που ίσως να θεωρούσε πως μπορεί εντέλει να ενώσει τόσο τα θραύσματα του πρώτου όσο και τον ελληνικό λαό ξανά κάτω από μία κοινή αφήγηση.

 Ο Κωστής Παλαμάς, με την αγνότητα και την άγνοια κινδύνου που τόν διακατέχει, υμνεί στους Βωμούς την ορμή και τις αλλαγές του πολέμου εκείνου ο οποίος πυροδότησε στην παγκοσμιότητα μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις που οδήγησαν και τον ίδιο και το έργο του στη λήθη! Και για αυτό ακόμα, όμως, δείχνει ξεκάθαρα πως έχει πλήρη συναίσθηση, γνωρίζει καλά πως δεν μπορεί να συγκρατήσει τον καιρό και πατά ο ίδιος μάλιστα »το κουμπί» της διαδοχής του. Αντί να πολεμήσει να κρατηθεί για λίγο ακόμα στο βάθρο του και να παλέψει κόντρα στις νέες γενιές για να τούς κλέψει δυο-τρεις ανάσες και να αργήσει όσο μπορεί να τούς παραδώσει τα ηνία όπως έπραξαν κι εξακολουθούν να πράττουν τόσοι και τόσοι άλλοι, κάνει το ακριβώς αντίθετο, καλώντας στους “Πατέρες” όσους τον ακολουθήσουν να μην διστάσουν να κάψουν και να γκρεμίσουν εν ώρα ανάγκης το «περιβόλι» που τούς έχει κληροδοτήσει («μη φοβηθής το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα, / ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το»), δομώντας όμως ένα «κάστρο» καινούριο και σταθερό πάνω στα δικά του ερείπια, πάντοτε ταγμένοι στον σκοπό τους να οδηγήσουν ένα σκαλοπάτι ψηλότερα την ανθρώπινη ύπαρξη («για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούρια γένα […] Φτάνει μια ιδέα να στο πη, μια ιδέα να στο προστάξη, / κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’ απάνου απ’ όλα»).

~.~

 Τελικά οι καινούριες γενιές ήρθαν, γκρέμισαν και δεν δόμησαν τίποτα παρά αρκούνται στο να αναδιατάσσουν αενάως τα ερείπια… Είναι, οπότε, “εκτός εποχής” ο Παλαμάς; Πέρασε “για πάντα“ στο περιθώριο, ως “εκπρόσωπος ενός ξεπερασμένου κόσμου”, “ανίκανος να ερμηνεύσει τις αλλαγές των καιρών“; Ή μήπως είδε μέσα στο χαλασμό και τις ανακατατάξεις μια νέα συνεκτική αφήγηση πίσω απ’ τα ερείπια την οποία ακόμα δεν είμαστε ικανοί να δούμε κι άναψε στους Βωμούς του ένα φως περιμένοντας κι εμάς κάποτε να φτάσουμε; Προς το παρόν, πάντα, αρκούμαστε στο διαρκώς μεταβαλλόμενο σκοτάδι της νεωτερικότητας και τους διάττοντες αστέρες της επιφάνειάς της, γιατί το φως του Παλαμά φαίνεται πως μας τυφλώνει. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα «ο κράχτης θα μας κράξει» και κανείς πια δεν θα μας ξαναδεί κι ούτε θα θυμάται πως έχουμε ζήσει. Για την ακρίβεια, βέβαια, ούτε καν αυτό δε θα συμβαίνει, αφού από τη στιγμή που ξεχάσαμε τον Παλαμά είμαστε ήδη (όπως θα ‘λεγε κι ο Βάρναλης) «του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι»…

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Κ. Παλαμάς, Βωμοί – Τα παράκαιρα, Μπίρης-Γκοβόστης, χ.χ.

[2] Βλ. σχετικά το άρθρο μου: «Γαλήνη του κόσμου και ειρήνη: Οι Λύκοι του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη».

[3] Αναφέρομαι στα: A. Huxley, Brave New World, Chatto & Windus, Λονδίνο, 1932 και G. Orwell, 1984, Secker & Warburg, Λονδίνο, 1949, βιβλία που σήμερα θεωρούνται κλασικά της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας κι έχουν εμπνεύσει μυριάδες άλλων, όπως επίσης και έργα της ποπ κουλτούρας.

[4] Για όποιον, ωστόσο, το επιθυμεί μια καλή μελέτη εκκίνησης είναι η εξής: Μυρτώ Ρήγου, Ο θάνατος στη νεωτερικότητα: μια επικοινωνιακή και ηθική προβληματική, Πλέθρον, Αθήνα, 1993.

[5] D. Mitchell, Cloud Atlas, Sceptre, Λονδίνο, 2004. Πρόκειται περί ενός μεταμοντέρνου, πολυφωνικού έργου που αξιοποιεί στοιχεία κι από τα προαναφερθέντα δυστοπικά μυθιστορήματα.

[6] http://mnisiviadis.blogspot.com/2015/01/blog-post.html, (τελ. προσπέλαση: 10/8/2018).

[7] Bλ: Ε. Ν. Μόσχος, Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά, Παπαδήμας, Αθήνα, 1993.

[8] Κ. Παλαμάς, Η Ασάλευτη Ζωή, Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2004 [Επανέκδοση με πρόλογο του Βρ. Καραλή και επίμετρο του Ηλ. Λάγιου].

[9] Η απαντητική επιστολή του Παλαμά προς τον Σεφέρη: Δ. Δασκαλόπουλος, Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2013.

[10] Αναφέρομαι στα τελευταία ποιήματα του Παλαμά, με αφορμή το Αλβανικό μέτωπο («Στη νεολαία μας», «Η νίκη»), ενσωματωμένα εντέλει στην ποιητική συλλογή: Πρόσωπα και μονόλογοι. Ο τελευταίος δε στίχος του δεύτερου ποιήματος, αξίζει να διαβαστεί και ως επιπλέον σχόλιο στο παρόν άρθρο.

«Γαλήνη του κόσμου κι ειρήνη»

palamas-520x245

~.~

Oι «Λύκοι» του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Το 2016, ο Κωστής Παλαμάς, από το αιώνιο βάθρο που βρίσκεται και μας εποπτεύει όλους, είδε το έργο του να γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι αντιπαράθεσης στη Βουλή των Ελλήνων[1] μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που η αναφορά στο όνομά του περιοριζόταν σε εθνικές επετείους και σε φράσεις του που λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά και ρήσεις. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας του Λ. Σ.-Χρυσή Αυγή, Νίκος Μιχαλολιάκος, επιθυμώντας να καυτηριάσει τους —αριστερής προέλευσης— πολιτικούς του αντιπάλους, χρησιμοποίησε ως βέλος στη φαρέτρα του τη φράση «καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι» από τους παλαμικούς «Λύκους». Η αντίδραση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε τόσο το ποίημα-απάντηση του Κώστα Βάρναλη στους «Λύκους» όσο και την αναφορά στην πάνδημη κηδεία του εθνικού ποιητή που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντιναζιστική κι αντικατοχική διαδήλωση. Το ποίημα των «Λύκων», ωστόσο, αφέθηκε στην άκρη, ωσάν να είχε τοποθετηθεί ορθώς εντός των συμφραζομένων που ο Μιχαλολιάκος το έθεσε.

mprosta_2.jpgΕπιπλέον, ξανά το 2016 ο ίδιος πολιτικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με κείμενά του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, με τους «Λύκους» σε περίοπτη θέση στο οπισθόφυλλο.[2] Πρόκειται για μια συρραφή των κατά καιρούς άρθρων του σχετικά με τη λογοτεχνία στην παραταξιακή εφημερίδα της Χρυσής Αυγής,[3] προφανώς ιδωμένα μέσα από τη σκοπιά της εθνικιστικής προπαγάνδας της συγκεκριμένης οργάνωσης. Κι αν μεν ο Μιχαλολιάκος και ο κάθε Μιχαλολιάκος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφέρει λόγο περί της Ελληνικής Λογοτεχνίας, δημιουργείται δε μείζον ζήτημα όταν επιλέγει να παρουσιάσει μόνο τα τμήματα εκείνα του παλαμικού έργου που τον συμφέρουν με σκοπό να δικαιολογήσει τα προκατασκευασμένα συμπεράσματά του, τη στιγμή μάλιστα που κατηγορεί τους αντιπάλους για τον ίδιο ακριβώς λόγο.[4] Σε ένα πολυσχιδές και πολυπρισματικό έργο όπως το παλαμικό, η προσπάθεια απόκρυψης ισοδυναμεί με έγκλημα. Ιδιαίτατα, την περίπτωση των «Λύκων» οφείλει να πέσει άπλετο φως, καθώς το κομβικό και μεταβατικό αυτό ποίημα αποτελεί την τομή που κλείνει εκκωφαντικά τον κύκλο του Κωστή Παλαμά ως ‘‘ποιητή-προφήτη’’· πέραν αυτού, οι εξακτινώσεις του ταξιδεύουν πολύ μακρύτερα από οποιαδήποτε επικαιρική ανάγνωση.

Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα με τη σειρά: Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου —με τη συνακόλουθη επέκταση της Ελλάδας στα ανατολικά— βρίσκει το όραμα της ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Κωστής Παλαμάς, ο οποίος παρακολουθεί σταθερά και αταλάντευτα όλες τις εθνικές περιπέτειες των τελευταίων δεκαετιών, εμπνεόμενος και εμπνέων, οραματιζόμενος και δημιουργώντας όραμα, δεν είναι δυνατόν να απέχει από την παρακολούθηση της Μικρασιατικής εκστρατείας, μιας εκστρατείας που στα μάτια της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού έχει λάβει το χαρακτήρα της εποποιίας. Συνθέτει, λοιπόν, κομμάτια αυτόνομα, τα οποία και σκοπεύει να ενώσει κάτω από την κατηγορία των «Επικών Καιρών»,[5] σειρά που πρόκειται να μείνει ανολοκλήρωτη, όπως και άλλα παλαμικά έργα (ενδεικτικά: οι «Παράδεισοι», το «Τραγούδι του Ήλιου») κι εντέλει να ετεροπροσδιοριστεί ακόμα και στο ίδιο της το όνομα από τους «Λύκους» που έρχονται να την κατασπαράξουν και να της δώσουν το κεντρικό όνομα. Έτσι, πριν εμφανιστεί η αγέλη των «βαλτών για τα έργα του ολέθρου», ο Παλαμάς αναζητά στο ποίημα «Στον ποιητή Καρθαίο» τον «Λόγο που αν δεν είναι ο λυτρωτής / λαμπίζει σαν τα ακριβώτατο πετράδι / φωτίζει σαν πυρσός οδηγητής» και κάνει ακολούθως λόγο στη «Νεκρική Ωδή» για αγώνα «για της φυλής την ένωση», αλλά και για «θαμμένα κόκκαλα προγόνων», των οποίων η θυσία τώρα φαίνεται να δικαιώνεται. Ώσπου φτάνει, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922, το εκκωφαντικό τέλος της επεκτατικής ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ με μια συμφορά πρωτόγνωρη για τον έως τότε ελληνισμό.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει έναν αιώνα αργότερα ο μεγαλωμένος στη μεταπολιτευτική χαλαρότητα κι ευμάρεια αναγνώστης το μέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στην ψυχή του λαού, αλλά κυρίως στο όραμα του ποιητή Παλαμά που είχε προσδέσει τη φωνή του στη παλλαϊκή συνεκτική αφήγηση του καιρού του. Η κατάρρευση του μετώπου είναι ραγδαία, ο ελληνικός στρατός πληρώνει στο αντίστροφο τα όσα έπραξε καθώς προχωρούσε και η καταστροφή της Σμύρνης ολοκληρώνει με το χειρότερο τρόπο το θρυμματισμό του ονείρου που γαλούχησε γενιές επί έναν αιώνα στην Ελλάδα. Ο Κωστής Παλαμάς βιώνει, όπως και όλοι οι Έλληνες, τον καταιγισμό των ραγδαίων εξελίξεων και καταγράφει την ίδια στιγμή και χωρίς καμία χρονική απόσταση —που θα τοποθετούσε τα γεγονότα σε πιο αντικειμενικά συμφραζόμενα— όσες σκέψεις και φοβίες τον κατακλύζουν.

μεγαλη ιδεα

~.~

Στις 27 Αυγούστου έχει ήδη ξεκινήσει να συνθέτει τους «Λύκους», ένα εκτενές ποίημα παράλληλων μονολόγων του ποιητή με μια «Φωνή», το οποίο εκκινεί με το εξής χαρακτηριστικό τετράστιχο:

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

Ποιοι, όμως, είναι οι λύκοι, μιας και στο παλαμικό έργο δεν εντοπίζεται μια ολιστική θέαση των πραγμάτων και η κάθε θέση συνυπάρχει με την αντίθεσή της; Η πρώτη, απλοϊκή κι επιφανειακή απάντηση φέρνει στο νου τους κομμουνιστές ή τον οποιονδήποτε ‘‘εσωτερικό εχθρό’’ που ικανοποιείται με την εθνική τραγωδία κι εμφανίζεται έτοιμος να σπείρει καταστροφή και διχόνοια. Φαίνεται ότι αυτή την εκτίμηση έκανε και ο Κώστας Βάρναλης, μιας και με το προαναφερθέν ποίημα «Λεφτεριά» απαντά ουσιαστικά στους παλαμικούς «Λύκους».[6] Η σχέση Παλαμά-Αριστεράς οφείλει σαφώς να μελετηθεί περαιτέρω, μιας και πρόκειται για βαθιά σχέση έλξης και απώθησης.[7] Είναι στιγμές που ο ποιητής νιώθει τον εαυτό του κοντά στην εργατιά κι ευλαβικά στέκει και δοξάζει τους καρπούς του μόχθου της, όπως στον «Κύκλο των τετράστιχων»,[8] ενώ στο χαρακτηρισμό ποιήματός του από τον Αντρέα Καραντώνη ως κομμουνιστικό εξανίσταται.[9] Αν και δεν παίρνει όπως φαίνεται ξεκάθαρη θέση για το ιδιώνυμο, ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, θα τον ξαναδιαβάσει την οριακή δεκαετία του ΄40 και θα τον διεκδικήσει για λογαριασμό του κομμουνιστικού κινήματος.[10]

Άραγε, τότε, «οι Λύκοι» θα μπορούσαν να είναι οι ξένες δυνάμεις που επιβουλεύονται τον ελληνισμό και ειδικότερα η Ρωσία —πλέον ‘‘μπολσεβικική’’ Σοβιετική Ένωση’’— που έσπασε τους αιώνιους μύθους για βοήθεια στην Ελλάδα εν ώρα ανάγκης και στράφηκε στον ‘‘εθνικό εχθρό’’; («Σπαθιά του Τούρκου και δαυλιά / παραμονεύει ο Βούλγαρος / κι ο Μόσκοβος φοβέρα είναι. / Κι ο Φράγκος ο άρχοντας […] παραμέρισε στο […] διάβα μας»). Μήπως, όμως, στους «Λύκους» συμπεριλαμβάνεται και ο ίδιος ο λαός που στέκει χαύνος («Ο λαός; Όνομα. Σκλάβας πλέμπας δούλα κ’ η οργή») ή μήπως και οι εσωτερικές φοβίες του καθενός και τα χαλινάρια που τον περιορίζουν μπροστά στη θέαση της καταστροφής; («Μάνα, δεν στέκει τίποτε / γερό κι αντρίκειο μέσα μου, / είμαι άρρωστος χίλιες φορές, / μύριες φορές είμαι άναντρος»); Φαίνεται, λοιπόν, πως στο παλαμικό έργο η μία και στενή ερμηνεία περιορίζει τόσο δραστικά το οπτικό πεδίο, σε βαθμό που δημιουργεί θυμηδία (ή και παρασέρνει στην ηθελημένα γραφική εικόνα του Παλαμά των σχολικών γιορτών κι εθνικών επετείων).

Όσο προχωρούμε στο Σεπτέμβριο της Καταστροφής και η απαρίθμηση των συμφορών και των πολλαπλών «Λύκων» προχωρά, τόσο γίνεται εμφανές πως το πρώτο μισό του ποιήματος που εκφέρεται από τον ‘‘Ποιητή’’ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μαζικό θρήνο και παλλαϊκό μοιρολόι, με την κατάλληλη βέβαια σκηνοθεσία. Επιστρατεύονται οι λεβέντες («Λεβέντες, τα μνημούρια σας / με τα χέρια σας σκάφτε τα, / προτού τα σκάψουνε για σας / άλλοι») και τα κορίτσιαΚορίτσια, ξεριζώστε τα / τα φουντωτά μακρόμαλλα / στη φούρια της απελπισιάς») κι όλοι μαζί καλούνται να συμμετάσχουν στον επιτάφιο θρήνο για την εθνική αφήγηση που καταρρέει παταγωδώς (κι αφού όλα τα όνειρα είχαν προσδεθεί σ’ αυτήν, καταρρέει και ‘‘χάνεται’’ μαζί με την πατρίδα και ο κόσμος ολόκληρος). Ο ποιητής αδυνατεί να δει την ομορφιά ακόμα και στα λουλούδια του περιβολιού των «μαγιάπριλων», μιας και όλα τα σημαίνοντα χάνουν το νόημά τους γύρω του («του κάκου τα ηλιογέρματα / στους κήπους με τις ευωδιές»). Σύντομα γίνεται σαφές πως δεν κηδεύεται ούτε η μικρασιατική εκστρατεία ούτε η Ελλάδα η ίδια, αλλά ο ‘‘Ποιητής-προφήτης’’, αυτός που είχε αρχίσει να ταλαντεύεται από την αλλαγή των καιρών στους Βωμούς[11] και πλέον στους «Λύκους» συντρίβεται σε χιλιάδες κομμάτια: «Μάννα, η Πατρίδα χάνεται / προφήτες, ήρωες, μάρτυρες, / και ο λυτρωτής και ο σαλπιστής / όλα εδώ σβύνουν. Θα σβυστής.» || «Να μας τον προφητεύουνε / κι αν πια οι προφήτες πάψανε, / κι αν κλάψανε τη χάση του, / τη συμφορά μας κλάψανε». Ο Κωστής Παλαμάς, ο ίδιος ο ιεροφάντης μιας ολόκληρης εποχής κι ενός τρόπου αντίληψης της τέχνης, της γλώσσας, της πλάσης όλης, δηλώνει το ίδιο δευτερόλεπτο της πτώσης το θλιβερό τέλος αυτού του κόσμου, της αθανασίας της γραφής και των ονείρων του, αλλά και την αλλαγή μιας εποχής, μέσα στα συντρίμμια των υπερφίαλων οραμάτων. Η σκηνή είναι συγκλονιστική και δικαιώνει ακόμα περισσότερο τον Παλαμά, μιας και η γενιά του Μεσοπολέμου που ακολουθεί δεν κάνει κάτι άλλο από το να επαναδιατυπώσει —και με χρονική μάλιστα καθυστέρηση— όσα πρώτος αυτός συμπέρανε.[12]

Σαφέστατα, ωστόσο, ο Παλαμάς, με την κυκλική αντίληψη του χρόνου, της τέχνης και της ζωής που τον διέπει, δε θα αφήσει το σκοτάδι και το θρήνο να κυριαρχήσουν και τους κάθε λογής «Λύκους» να αναδειχθούν νικητές. Το αποτύπωμα, οπότε, το οποίο το ποίημα αφήνει προς το μέλλον ανιχνεύεται κυρίως στην ανταπάντηση της ‘‘Φωνής’’ στον Ποιητή που με μια μικρή χρονική απόσταση λίγων ημερών επαναπροσδιορίζει το χάρτη και επανατοποθετεί τον κόσμο και την πραγματικότητα στις διαστάσεις που τους αναλογούν. Αντικαθιστώντας τον ίαμβο του πρώτου τμήματος (με τη διπλή τομή που έδινε ανόθευτη την αίσθηση του άγχους και του πνιγμού) με τον σπανιότερο μεσοτονικό της σταθερής τροχιάς και με ενσωματωμένη επωδό που επαναλαμβάνεται μετά το τέλος κάθε στροφής, ο Παλαμάς επιθυμεί να εξισορροπήσει το θρήνο και την οδύνη και να δημιουργήσει μια συνθήκη που θα εξασφαλίσει το αύριο, έστω και μετά την πτώση των ιδανικών, και θα εξαφανίσει από προσώπου γης τους «Λύκους».

Βλέποντας, λοιπόν, «ξημέρωμα / κι ας είναι μεσ’ στη συγνεφιά», «γαλάζιες χλωράδες / και μεσ’ στις χερσάδες / και μεσ’ στις ερμιές», ο Ποιητής δεν εγκλωβίζεται σε ένα επικαιρικό συναίσθημα τέλματος, αλλά αναγνωρίζει πως ο τροχός της μοίρας δεν μπορεί παρά να ξαναγυρίσει. «Τα Έθνη λυγίζονται, ορθώνονται, πάνε» συνεχίζει η Φωνή. Δεν αποτελούν, δηλαδή, μιαν αρτηριοσκληρωτική κατασκευή, αλλά αναπροσαρμόζουν ταχύτατα τους στόχους τους και ανασκουμπώνονται μετά από ήττες που φαντάζουν ολοκληρωτικές. «Μακριά το μαράζι / […] δεν χάνεται τίποτες όσο / φυτρώνω απ’ το χώμα» διατυπώνει ακολούθως, θέτοντας πια το νέο μεγάλο εθνικό στόχο που δεν είναι άλλος από την καταλλαγή, την τοποθέτηση του κόσμου στα πραγματικά του συμφραζόμενα μακριά από ‘‘Μεγάλες Ιδέες’’ και τη συνακόλουθη «γαλήνη και ειρήνη» τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Την συλλογική Γαλήνη των προσφύγων που κατακλύζουν τη μητέρα-πατρίδα μετά την καταστροφή θα την αναζητήσει αργότερα, ίσως επηρεασμένος από τον Παλαμά, ο Ηλίας Βενέζης στο ομώνυμο μυθιστόρημα.[13] Εξάλλου, η όλη —ανολοκλήρωτη— σύνθεση των «Επικών Καιρών»-«Λύκων» κλείνει με το «Τραγούδι των Προσφύγων», όπου και η Ελλάδα θα φωνάξει υπέρ της ένωσης και της αλληλεγγύης του λαού και των ξεριζωμένων τέκνων της.[14]

Μέσα στην μεταιχμιακή αυτή στιγμή που ένας προφήτης καταρρέει μαζί με τον κόσμο του, πολλοί θα έχαναν εύκολα την προσωπική τους πίστη. Αυτό δεν συμβαίνει, ωστόσο, στο παλαμικό έργο, το οποίο πατά σε στέρεες βάσεις κι αντικρύζει την ανθρώπινη συνθήκη στην ολότητά της, απαλλαγμένο από πάσης φύσεως νεωτερικές προκαταλήψεις. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως εισέρχεται σε μια νέα περίοδο δίχως γυρισμό και την ευλογεί πρώτος, καθώς του έλαχε στο πέρασμα των χρόνων ένα ορισμένο τμήμα του κύκλου, γύρω απ’ τον οποίο προφανώς θα υπάρχουν επικαιρικές υψώσεις και βυθίσεις και το προσωπικό του καθήκον είναι να τραγουδήσει το τραγούδι του στα εκάστοτε δεδομένα, με πλήρη πια συναίσθηση πως και η δική του ζωή και φωνή είναι πεπερασμένης διάρκειας. Ίσως κάποτε, όταν θα έχουν περάσει εθνικές και λαϊκές ήττες και νίκες, σωβινιστές που παραποιούν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, σημαιοφόροι κάθε λογής ιδεολογίας με επικαιρικά συνθήματα, να μείνει μόνο το τραγούδι, σημαία και ύμνος της ζωής που νικά εσωτερικούς κι εξωτερικούς «Λύκους» και καταφάσκει και πάλι στη ζωή την ίδια:

Γιατί το πολέμιο σαν παύη τουφέκι,
απάνου απ’ τα μαύρα χαλάσματα στέκει
μια Μούσα. Ποτέ το τραγούδι δεν παύει,
χαρήτε, κ’ οι ελεύτεροι τάχα, και οι σκλάβοι.
Διαβαίνουμε, κ’ ένα τραγούδι θα μείνη,
της φλόγας το θάμα, δροσιά στο καμίνι,
γαλήνη του κόσμου και ειρήνη!

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Βλ.: https://www.protothema.gr/politics/article/576387/vouli-lukoi-stihoi-kai-mathimata-kommounistikis-istorias/ (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[2] Βλ.: Ν. Γ. Μιχαλολιάκος, Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή: 18 κείμενα για την Ελληνική Λογοτεχνία, Χρυσή Αυγή, Αθήνα 2016.

[3] Κάνω λόγο για συρραφή, διότι πολλά σημεία κι αποσπάσματα επαναλαμβάνονται, ενώ παράλληλα, τα αυτοτελή άρθρα του τόμου βρίσκονται πάντα εντός των επικαιρικών συμφραζομένων που ενέπνευσαν τη συγγραφή τους.

[4] Ό.π (σημ. 2), σ. 99. Για την ‘‘Ανθολογία Μιχαλολιάκου’’ που παρουσιάζεται ως η φυσιολογική εξέλιξη κι επιλογή του Έθνους, βλ. παλαιότερο άρθρο μου, προτού πέσει στα χέρια μου ο προαναφερθείς τόμος: https://tvxs.gr/news/user-post/%CE%B7-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[5] Βλ.: Κωστής Παλαμάς, ««Οι Λύκοι»: τέσσερα κομμάτια από τους «Επικούς Καιρούς»»: Άπαντα, τ. ΙΔ’, Μπίρης, Αθήνα 1972.

[6] Γι’ αυτή την πλευρά του έργου του Βάρναλη αξίζει να μελετηθεί το: Ηρακλής Κακαβάνης, Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, Εντός, Αθήνα 2012.

[7] Κοινός τόπος αποτελέι, άλλωστε, για τη σύγχρονη κριτική η αμφιταλάντευση του ποιητή μεταξύ του εθνικισμού και του αντι-εθνικισμού, της τυφλής πατριδολατρίας και της νηφάλιας αντιμετώπισης των πραγμάτων.

[8] Βλ: Αντρέας Καραντώνης, Γύρω στον Παλαμά, τ. Α’, Γκοβόστης, Αθήνα χ. χ. [3η έκδ.], σ. 72.

[9] Ό.π. (σημ. 8), σσ.46-48.

[10] Βλ.: Νίκος Ζαχαριάδης, Ο αληθινός Παλαμάς, Αλφειός, Αθήνα. (αφορά την έκδοση αναφοράς. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1944).

[11] Για τους Βωμούς ειδικότερα γίνεται λόγος στο άρθρο μου: «Καρτερώντας τον κράχτη: Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομη», το οποίο πρόκειται να δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση του Νέου Πλανοδίου.

[12] Βλ. ενδεικτικά το χαρακτηριστικό ποίημα του επιφανέστερου εκπροσώπου της γενιάς αυτής, Κ. Καρυωτάκη: «Εις Ανδρέαν Κάλβον».

[13] Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη, Εστία, Αθήνα 2010 [1η: 1939].

[14] «Μια είν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο / της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή, / χώρες καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο, / κι η προσταγή της: Αδερφοί!»: Κ. Παλαμάς, από το «Τραγούδι των προσφύγων» της ενότητας «Οι Λύκοι».

Η σαφήνεια και η ασάφεια

Καταγραφή 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~ . ~

Στα 1895, οι διάσημοι ποιητές της αθηναϊκής ρομαντικής σχολής έχουν όλοι εκμετρήσει το ζην. Ο τελευταίος τους, τον ίδιο εκείνο Γενάρη: ο λαοφιλέστατος Αχιλλέας Παράσχος. Ο πολύς Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, στα 1892. Οι ολιγόζωοι Ιωάννης Καρασούτσας και Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος έχουν εκδημήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι αδελφοί Σούτσοι κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Παρ’ όλα αυτά, αν κρίνει κανείς από τις ανθολογίες και τις αναδημοσιεύσεις των περιοδικών, αν κρίνει μάλιστα από τις τιμές ήρωος που το έθνος επιφυλάσσει στον Αχιλλέα κατά το ξόδι του, η δημοτικότητά τους παραμένει αλώβητη. Οι φιλαναγνώστες της εποχής αγαπούν περιπαθώς την ποίησή τους, παρά τον ρητορισμό, παρά τον συναισθηματισμό, τη δημοσιογραφική προχειρότητά της συχνά, και τ’ άλλα της κουσούρια. Και δυσκολεύονται πολύ να συμφιλιωθούν με τις νέες ποιητικές τάσεις που φτάνουν στο Άστυ από τις όχθες του Σηκουάνα, τον παρνασσισμό και προ πάντων τον συμβολισμό. Ο ίδιος εκείνος Παράσχος, τους ποιητές που κομίζουν το νέο αυτό πνεύμα, τους αποκαλεί υποτιμητικά παιδαρέλια.

Είναι σ’ αυτή την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα λοιπόν, που ένα από τα παιδαρέλια, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της γενιάς που αργότερα οι γραμματολόγοι μας θα αποκαλέσουν Γενιά του 1880, και όχι μόνον αυτής, ο 36χρονος Κωστής Παλαμάς παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τις αρχές τους. Αφορμή είναι «δημοσίευμά τι εν τη Αθηναϊκή Εφημερίδι των Συζητήσεων». Ο Παλαμάς το αποκαλεί «αναξίαν επίθεσιν», στόχος δε της επιθέσεως είναι μερικά σονέτα του Ιωάννη Γρυπάρη που είχαν δει πρόσφατα το φως στην Εικονογραφημένη Εστία, από των στηλών της οποίας απαντά και ο Παλαμάς.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Τα ποιήματα εκείνα του Γρυπάρη στέκονται στους αντίποδες της ρομαντικής σχολής. Γραμμένα στη δημοτική και όχι στην καθαρεύουσα, έχουν λεκτικό και μορφή άκρως εκλεπτυσμένα. Το κύριο Καταγραφήχαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αποτελούν αναγνώσματα δύσκολα, θέλουν μελέτη επισταμένη και επίμονη, θέλουν το κλειδί τους το ερμηνευτικό, δεν παραδίδονται ευθύς στον αναγνώστη. Επόμενο είναι λοιπόν ότι το κοινό της εποχής, το εθισμένο στην συχνά δημοσιογραφικού τύπου «διαύγεια» των ρομαντικών, να αμηχανεί. Έτσι τα σχόλια μιλούν περί θολότητος και ασαφείας αντιποιητικής, καταπώς περίπου ο Ζαμπέλιος την εποχή του μεμφόταν τον Διονύσιο Σολωμό για τον ομιχλώδη και αλλοτύπωτον γερμανισμόν του. Ο Παλαμάς λοιπόν παίρνει τον λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και τιτλοφορεί το κείμενό του, ένα από τα δυνατότερα κριτικά δοκίμια της γλώσσας μας, «Η σαφήνεια και η ασάφεια».

Η θέση η βασική του Παλαμά είναι κοφτή, σχεδόν προκλητική: η ασάφεια δεν είναι εξ άπαντος κουσούρι.

Ό,τι ονομάζομεν σαφήνειαν εν τη ποιήσει δεν είναι απολύτως και πάντοτε πλεονέκτημα, καθώς και ό,τι καλούμεν ασάφειαν δεν είναι απολύτως και πάντοτε ελάττωμα της ποιήσεως. Το κάλλος ποιητικών τινών αριστουργημάτων εκλάμπει διά της σαφηνείας. Αντιθέτως δε, το χαρακτηριστικόν στοιχείον του ύψους  εξ ίσου ποιητικών αριστουργημάτων είναι η ασάφεια.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Παλαμάς τεκμηριώνει εν εκτάσει τη γνώμη του. Επικαλούμενος τα μεγαλύτερα κριτικά αναστήματα της εποχής, από τον Γεώργιο Μπράντες της Δανίας ώς τον Ιππόλυτο Ταιν της Γαλλίας, ονόματα που και σήμερα διατηρούν το κύρος τους, ο Παλαμάς δείχνει ότι τα γνωρίσματα εκείνα που συνδέουμε με την ασάφεια –η σκοτεινότητα, η υπερβολή, η υπαινικτικότητα, η ελλειπτική έκφραση– στα χέρια του άξιου ποιητή (και τέτοιον δηλώνει εξ αρχής ότι θεωρεί τον «άγνωστόν του κ. Γρυπάρην») είναι μέσα ποιητικά πρώτης τάξεως, φτάνει να συντονίζονται προς μιαν ομότροπη ευαισθησία. Έτσι, λ.χ., αντιπαραβάλλοντας το ιδεώδες της διαύγειας που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία με το αντίθετό του, που σφραγίζει τα ποιητικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, γράφει:

Η φαντασία των Ελλήνων συγκερνάται αρμονικώς προς τον λόγον, και περιορίζει το θείον εις καθωρισμένα όρια. Ενώ όλως αντιθέτως η εβραϊκή φαντασία συνδέει το θείον προς το άπειρον. Καταμερίζουσι  οι Έλληνες τα πάντα, προβαίνουν διά της αναλύσεως, διά της λογικής, αναπτύσσουν τα πράγματα ρητορικώς, φιλοσοφικώς, μεθοδικώς. Οι Εβραίοι δεν αναλύουν, δεν λογικεύονται, δεν συμπεραίνουν κατ’ ακολουθίαν, βλέπουν μόνον εξαφνικά· οραματίζονται· δεν τους φωτίζει η λογική· τους εμπνέει το μαντικόν δαιμόνιον· δεν αναπτύσσουν τα θέματά των· αγνοούν τι σημαίνει οικονομία λόγου. Χωρούσι δι’ αλμάτων, οι λόγοι των είναι αστραπαί, περιπίπτουν διαρκώς εις παλιλλογίας, είναι ασαφείς, ούτε θέλουν να είναι σαφείς.

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο δοκίμιο του Παλαμά και στην αισθητική και διανοητική τέρψη που εν αφθονία μάς παρέχει. Είναι προφανές ωστόσο πως ό,τι εκείνος αποκαλεί ασάφεια, στις μέρες μας το στεγάζουμε συνήθως υπό την επιγραφή της πολυσημίας. Και καθώς, ελέω του μοντερνισμού, έχουμε πια περιπέσει στο άλλο άκρο, και την πολυσημία τη θεωρούμε παντού και πάντα προτέρημα λογοτεχνικό –το κείμενο είναι μια ασταμάτητη νοηματομηχανή, δεν μας λένε οι πλατυρρήμονες θεωριοκράτες;–, επόμενο είναι και κάθε είδους δυσκολία και ασάφεια κειμενική, ακόμη και την αθέλητη και τη φαιδρή, πλέον να τη συγχωρούμε, αποδίδοντάς της μιαν υποτιθέμενη –κατά φαντασίαν– βαθύνοια.

Παρακάμπτοντάς τα όλα αυτά τα άχαρα, προτείνω εδώ να μείνουμε στην συνδυαστική, ουχί όμως και αυθαίρετη σοφία του Παλαμά, που αριστοτελικώς παραφραζομένη θα μας έλεγε εν προκειμένω ότι, οσάκις έχουμε πράγματι κάτι να πούμε, το λογοτεχνικώς ον λέγεται πολλαχώς: και Science-of-learning-languagesευθέως και πλαγίως· και εμμέσως και αμέσως· και διαυγώς και γριφωδώς· και νέτα σκέτα και περί διά γραμμάτου. Ἁρμονίη παλίντονος… Όσο για την πολυσημία την άλλη, την εκτός λογοτεχνίας, στη γλώσσα της διπλωματίας την αποκαλούμε, ως γνωστόν, δημιουργική ασάφεια. Είναι ένας τρόπος αυτός από τις διαπραγματεύσεις μας να κάνουμε ότι βγαίνουμε όλοι κερδισμένοι. Και επειδή η γλώσσα της διπλωματίας είναι η γλώσσα της πολιτικής, και γενικά η δημόσια γλώσσα, που μέσα της συνέχονται όλα τα διακυβεύματα του συλλογικού μας βίου, φυσικό είναι την ίδια αυτή «δημιουργική ασάφεια» να τη βρίσκουμε και στα ιδιώματα της θρησκείας και της ιδεολογίας, της οικονομίας και της αγοράς, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε αλλά και στο πλείστο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Σε όλους αυτούς τους χώρους, η δημιουργική ασάφεια είναι ως εκ των ων ουκ άνευ: απότοκη της ανάγκης του εκάστοτε ομιλητή να βρει έρεισμα για τους ισχυρισμούς του στους όρους τους κοινολεκτούμενους, και να συνδέσει τις αξιώσεις του με ιδεώδη πιο ευρέως παραδεκτά. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολυσημία/ασάφεια των γλωσσικών ενεργημάτων μας είναι κατάσταση ανυπέρβλητη, αντανακλά τις ες αεί ανυπέρβλητες αντιφάσεις και αντιπαλότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μόνος χώρος όπου η πολυσημία/ασάφεια δεν βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν είναι στους όρους τούς αυστηρά τεχνικούς, ιδίως των λεγόμενων ακριβών ή θετικών επιστημών. Σ’ αυτές, η μονοσημία, η κατά το δυνατόν αποκλειστική, η μονοσήμαντη φόρτιση μιας λέξης, είναι αρετή, η απόλυτη σαφήνεια πλεονέκτημα. Ο ιδεώδης επιστημονικός όρος είναι μονόσημος, ή έστω μονοσημική επιδιώκεται να είναι η χρήση του, εντός των οικείων του συμφραζομένων. Ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων, το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, η ονοματολογία των ουράνιων σωμάτων, ιδίως η αρκτικολεκτική-αριθμητική, όλα αυτά στο ίδιο ιδεώδες κατατείνουν: την μονοσημική σαφήνεια.

Με αυτήν την έννοια θα λέγαμε ότι η επιστημονική-ορολογική γλώσσα βρίσκεται στους αντίποδες τόσο της κοινής μας γλώσσας, όσο και της Concept of science. Bookshelf full of books in form of tree on aγλώσσας της λογοτεχνικής, ότι αποτελεί το αρνητικό τους είδωλο. Και πάλι, είναι οι ποιητές που μας το δίνουν αυτό να το καταλάβουμε καλύτερα απ’ τους άλλους. Ξέχνα την ακριβή μετάφραση, συμβούλευε λ.χ. τον Γερμανό μεταφραστή του Άξιον εστί ο Οδυσσέας Ελύτης, που είχε σκοντάψει μεταξύ άλλων στα δημώδη ονόματα της ελληνικής χλωρίδας, όσα μνημονεύει εκεί ο ποιητής: διάλεξε λέξεις που ν’ ακούγονται καλά στη δική σου γλώσσα, ο ήχος μετράει εδώ όχι το σημαινόμενο.

Και πράγματι – το οζόνιο και το κάλλιο και το μαγκάνιο και ο χαλαζίας του Ελύτη είναι πράγματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα των χημικών και των ορυκτολόγων μας, το τιτάνιό τους είναι στους στίχους του, όπως γράφει, αποτιτανωμένο. Στη διηνεκή προσπάθειά του ο ποιητής να δώσει μορφή στο όραμά του, και την λέξη την μονόσημη ακόμη την απαλλοτριώνει, την ξανακαινουργιώνει, όπως λέει ο ίδιος στα Ελεγεία, και έτσι αλλαγμένη την αναδιανέμει πλέον στους πολλούς ως λέξη παρθένα – της δίνει οσμή και γεύση και θερμοκρασία μοναδική: τη δική του. Και μια μόνο λέξη αν υπήρχε, γράφει στις Δοκιμές ο Σεφέρης, ο ποιητής θα την έλεγε αλλιώς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία στο 11ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ («Γλώσσα & Ορολογία», 9-11. 11. 2017)

Κώστας Ανδρουλιδάκης: Ο στοχαστής Παλαμάς

palamas-520x245

~ . ~

[ Προδημοσίευση από το προσεχές, αφιερωμένο στον ΚΠ, τεύχος του ΝΠ ]

~ . ~

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ

Για να αναζητήσομε τον φιλοσοφικό στοχασμό του Παλαμά, θα έπρεπε προηγουμένως να διευκρινίσομε ορισμένα βασικά ζητήματα που αναφέρονται στις σχέσεις λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Επειδή το θέμα είναι προφανώς τεράστιο και πολυσύνθετο, θα θίξω απλώς ελάχιστα σημεία. Έχω την άποψη πως η λογοτεχνία –όχι βέβαια απαραίτητα αλλά πάντως στους σπουδαιότερους συγγραφείς- δεν εξαντλείται απλώς στην αξιόλογη αισθητικά μορφή, η οποία είναι ασφαλώς αναγκαίος όρος της αξίας του λογοτεχνικού έργου, αλλά διακρίνεται επιπλέον και από το σημαντικό γνωστικά περιεχόμενο: τη διατύπωση σκέψεων, νοημάτων, ιδεών, προβλημάτων, δηλ. την αναζήτηση της γνώσης. Ας σημειωθεί πως η διερεύνηση του φιλοσοφικού περιεχομένου της λογοτεχνίας είναι ένα πεδίο υποτιμημένο ακόμα, ενώ θα έπρεπε, νομίζω, να αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ερμηνείας και της κριτικής της λογοτεχνίας.

Ας διευκρινίσομε επίσης πως λέγοντας εδώ «φιλοσοφία» δεν θα την εννοούμε με τη στενή, τυπική ή ακαδημαϊκή σημασία, αλλά με την ευρύτερη σημασία, δηλ. του φιλοσοφικού στοχασμού, όπως εμφανίζεται και σε άλλα πεδία, κυρίως στη λογοτεχνία, στις επιστήμες, στο δοκίμιο και αλλού. Υπάρχουν αρκετές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών ειδών ή μορφών της φιλοσοφίας: στην πρώτη περίπτωση είναι βέβαια πιο συστηματική (ενίοτε περιενδύεται και τον μανδύα της «επιστημονικότητας») αλλά επίσης, από πολλές απόψεις, και άκρως προβληματική (ο Σοπενχάουερ την υποβάλλει σε ανυπέρβλητη κριτική): λ.χ., ασχολείται συχνά με ζητήματα τα οποία άλλοι φιλόσοφοι αποκαλούν ευλόγως «ψευδοπροβλήματα»∙ ενώ στη δεύτερη περίπτωση, είναι δυνατόν να υστερεί σε ακρίβεια και τεκμηρίωση, αλλά μας χαρίζει συχνά στοχασμό ουσιαστικό και αυθεντικό, και προσφέρει έτσι την καλύτερη απόδειξη της ζωντανής πραγματικότητας αλλά και της αναγκαιότητας της φιλοσοφίας.

Schiller.jpgΟ Παλαμάς έχει όχι απλώς επίγνωση της δύναμης της λογοτεχνίας, και μάλιστα της ποίησης, να εκφράζει φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά επιπλέον αναπτύσσει διεξοδικό και συνεκτικό σχετικό προβληματισμό. Επικαλείται τον Φλωμπέρ: «Διπλά και τριπλά στοχαστής, ποιος άλλος ημπορεί να ειπωθεί, ποιος άλλος παρά ο καλλιτέχνης;» (1, 329).1 Επικαλείται την άποψη του Χέγκελ για τα ποιήματα του Σίλλερ: «Η ουσία, μέσα στην υπόθεση των έργων του είδους τούτου, είναι ο μεγαλονόητος στοχασμός» και συμπληρώνει πως, αν απέρριπτε κανείς το είδος αυτό, «θα έπρεπε να [το] σβύσει από το χάρτη του μεγαλοστόχαστου φιλοσοφικού λυρισμού» (10, 450).

Ειδικότερα ως προς την παρουσία της φιλοσοφίας στον Παλαμά, θα φανεί πως το έργο του έχει περιεχόμενο στοχαστικό (πολύ συχνά μάλιστα καθιστά τον φιλοσοφικό στοχασμό ειδικό ή συγκεκριμένο θέμα, ύλη ή μοτίβο της ποίησής του, λ.χ., στη Φοινικιά, στον Ασκραίο και στις Αλυσίδες). αλλά σε μορφή ποιητική ή δοκιμιακή. Η μορφή όμως είναι στοιχείο καθοριστικό. Επιτρέπει όχι μιαν ανάπτυξη στοχασμών μεθοδική, πλήρη και συστηματική, συνεκτική, δίχως κενά, άλματα ή αντιφάσεις, αλλά την αντιμετώπιση μερικών μονάχα σημείων και πλευρών. Ο ποιητής μας φροντίζει να αποσαφηνίσει «πως είναι η ποίηση τέχνη, βέβαια, στις εντονώτερες και τις βαθύτερες στιγμές της, φιλοσοφική, όμως πολύ διαφορετική από τη σκέψη μιας φιλοσοφίας καθαρής∙ πως ο ποιητής όσο κι αν συναπαντιέται διαβατικά, και στην ουσία και στη μορφή ακόμα, με το φιλόσοφο, η αλήθεια είναι πως, καλά καλά, διανοούμενος δεν είναι ούτε μεταφυσικός ούτ’ επιστημονικός, μα πως είναι, πραγματικά και απλούστατα, φιλόλογος» (7, 180). Κι ακόμα, όπως επισημαίνει με ακρίβεια: «Άλλο η φιλοσοφική σκέψη κι άλλο η φιλοσοφική συγκίνηση. Ο σοφός φέρνεται από την πρώτη. Ο ποιητής, συχνά, δέρνεται από τη δεύτερη» (10, 123). Άλλωστε, «το ζήτημα δεν είναι να φιλοσοφήσει ο ποιητής, αλλά πώς να εκφράσει και τη φιλοσοφική του συγκίνηση σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του, την όποια, και ύστερα και μαζί πώς να υποτάξει την εκδήλωσή της στους νόμους της ποιητικής εκφραστικής» (10, 518). Φυσικά, εδώ δεν είναι δυνατόν να επιχειρηθεί μια «πλήρης» παρουσίαση της φιλοσοφίας του Παλαμά σε όλες τις διαστάσεις της. Θα αρκέσει να επισημανθούν μερικά κύρια θέματα και ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σκέψης του. Καθώς έχει εκφραστεί για πολλά σημαντικά ζητήματα, θα είναι κέρδος, νομίζω, να σκιαγραφήσομε, έστω σ’ ένα σχεδίασμα, τους άξονες και τις αρχές του στοχασμού του.

Αλλά για τον σκοπό αυτόν είναι αναγκαίοι ορισμένοι περιορισμοί λόγω του όγκου του έργου, της πληθώρας των θεμάτων και των ιδεών του. Θα επικεντρωθούμε σε ορισμένα ποιητικά έργα (κυρίως στην Ασάλευτη Ζωή, στον Ασκραίο, τις Αλυσίδες, τη Φοινικιά, τον Δωδεκάλογο του Γύφτου, και λιγότερο σε άλλα) και συμπληρωματικά σε μερικά πεζά. Εντελώς ιδιαίτερη σημασία έχουν οι Πρόλογοι στα έργα του∙ χωρίς υπερβολή, αποτελούν ανεκτίμητης αξίας ντοκουμέντα του επιπέδου και της εξέλιξής του, των θεμάτων που τον ενδιαφέρουν και των προοπτικών, από τις οποίες τα εξετάζει (ιδιαίτερα όσον αφορά στην ποιητική του). Ας ευχηθούμε να εκδοθούν κάποτε σε ξεχωριστή έκδοση. Ως προς το ερώτημα: «πώς να πορευθεί κανείς κατά την εξέταση του θέματός μας;», η απάντηση είναι προφανώς πως θα πρέπει να προηγηθεί η διεξοδική, κατά το δυνατόν, μελέτη των επιμέρους έργων και έπειτα να ακολουθήσει η συνθετική παρουσίαση.

ΤσατσοςΣκόπιμες είναι ίσως ελάχιστες παρατηρήσεις για την προγενέστερη έρευνα και τις σχετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο Δ. Βεζανής προβαίνει σε μιαν απόπειρα παρουσίασης της φιλοσοφίας του Παλαμά ως συστήματος με την ακαδημαϊκή έννοια, κατά κλάδους: γνωσιολογία, μεταφυσική κτλ.).2 Θα ήταν άδικο να την απορρίψει κανείς στο σύνολό της, αλλά βέβαια θα ήταν πλάνη μια τέτοια κατανόηση του Παλαμά ως συστηματικής φιλοσοφίας. Κυρίως είδε την επιρροή του Νίτσε, όχι εσφαλμένα, αλλά αποκλειστικά. (Ο Βεζανής εκθέτει μάλλον τη δική του φιλοσοφία). Υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων είναι ο Παλαμᾶς του Κ. Τσάτσου.3 Έχει όλες τις προϋποθέσεις για μια γόνιμη προσέγγιση, αλλά χαρακτηρίζεται από υπερβολικά συνθετική διάθεση, αποδεικνύει περισσότερα του αναγκαίου και καταλήγει σε «υπερερμηνεία». Ειδικότερα: Στηρίζεται υπερβολικά στις φιλοσοφικές προϋποθέσεις και την κοσμοθεωρία του ίδιου του Τσάτσου (μεταφυσική ιδεοκρατία, όχι τόσο νεοκαντιανή, όσο νεοπλατωνική και ιδίως εγελιανή). Παρουσιάζει τον στοχασμό του Παλαμά ως σύστημα πολύ περισσότερο συνεκτικό, με εσωτερική συνάφεια, και ιδίως με πιο συνεπή εσωτερική εξέλιξη και ανάπτυξη από όσο πράγματι είναι. Με λίγες λέξεις: «υπό το εξωτερικόν» της παλαμικής ποίησης καλύπτεται ή λανθάνει, υποτίθεται, ένα νεοπλατωνικό ή εγελιανό φιλοσοφικό σύστημα. Σπουδαία (ακόμα κι αν δεν συμφωνεί κάποιος σε επιμέρους σημεία) είναι η κριτική μελέτη του Ι. Συκουτρή για τον Δωδεκάλογο του Γύφτου.4 Στηριγμένος σε βαθειά ουμανιστική παιδεία, ο Ροζέ Μιλλιέξ εντοπίζει τις «ευρωπαϊκές αξίες» στον Παλαμά (στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας του 1943) και τις συνδυάζει με συναφή ρεύματα και αντιλήψεις (φιλοσοφικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές κτλ.) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.5 Υποδειγματικές και ρηξικέλευθες είναι, νομίζω, οι μελέτες του Ε. Π. Παπανούτσου.6 Στηριγμένες σε εξαιρετική γνώση του έργου του ποιητή, σε μοναδική φιλοσοφική παιδεία, με σωστή μέθοδο (δίχως δογματικές παραδοχές ή προκαταλήψεις, με αναλυτικό βηματισμό), συνέλαβε ουσιώδη σημεία του στοχασμού του Παλαμά τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η παραδειγματική φιλολογικά, συνθετική μελέτη Κωστής Παλαμάς του Κ. Θ. Δημαρά συνέλαβε επίσης σημαντικά στοιχεία, ιδίως την πολλαπλή σημασία του ρυθμού.7 Τέλος, αξιόλογες είναι οι μελέτες του Κ. Δεσποτόπουλου για τη Φοινικιά, του Ε. Ν. Μόσχου και του Δ. Κόκορη.8

Η φιλοσοφική παιδεία του Παλαμά είναι ευρύτατη και βαθειά, αφάνταστη σε πλούτο, ποικιλία και βαθμό ενημέρωσης. Με τον Κατάλογο της βιβλιοθήκης Κ. Παλαμά9 έχομε μια στέρεη βιβλιογραφική βάση. Καθώς τον ενδιαφέρουν, παρακολουθεί και γνωρίζει, όσο του επιτρέπουν οι δυνατότητές του, τα πάντα, θα αρκέσει να σημειώσομε τις κυριότερες πηγές, εκείνες που απετέλεσαν τις σημαντικότερες «τροφές» του. Σύμφωνα με τον παραπάνω προσδιορισμό και τη διάκριση της φιλοσοφίας, τους όρους φιλοσοφικές «πηγές και επιρροές» θα τους εννοούμε εδώ ευρύτερα, ώστε να περιλαμβάνουν και στοχασμό που αναπτύσσεται και σε λογοτεχνικά κείμενα. Ανάμεσα στις κυριότερες πηγές του μπορούμε να σημειώσομε (μερικά από τα ονόματα αυτά επανέρχονται πολύ συχνά στις μελέτες του – οι αναφορές εδώ είναι απλώς ενδεικτικές και επιλεκτικές): τους αρχαίους κλασικούς συγγραφείς (Έλληνες και Ρωμαίους). Ιδιαίτερη εξοικείωση φαίνεται να έχει με την αρχαία μυθολογία, η οποία του προσφέρει ανεξάντλητο πλήθος εμπνεύσεων, μοτίβων, συμβόλων και εικόνων. Σταθεροί πυλώνες της παιδείας του είναι οι Γερμανοί κλασικοί Γκαίτε και Σίλλερ καθώς και οι ρομαντικοί, ιδίως οι Γάλλοι (V. Hugo), ο Σέλλεϋ και ο Byron, αλλά καί Τολστόι, ο Ίψεν, οι παρνασιστές (ιδίως οι L. de Lisle και Sully Prudhomme), οι συμβολιστές και οι ουμανιστές της εποχής του, όπως, λ.χ., οι Α. Φρανς και Ρ. Ρολλάν. FreudΒασικοί για την φιλοσοφική του συγκρότηση είναι οι θετικιστές του ΙΘ΄ αιώνα, ιδίως οι H. Spencer, E. Renan, H. Taine, J.-M. Guyau, αλλά και οι R. W. Emerson, W. James κ.α. Καθοριστική υπήρξε η σημασία και η επιρροή του Νίτσε. Ειδικότερα, έλαβε σοβαρά υπόψη τους αισθητικούς φιλοσόφους, λ.χ., εκτός από τους Renan και Taine, τους Χέγκελ, Ch.-B. Renouvier, J. Ruskin, B. Croce, H. Delacroix κ.α. Τέλος, γνώρισε τον Φρόϋντ, ακόμα και τον υπερρεαλισμό. Κι αν ακόμα δεν ήταν φιλόσοφος ο Παλαμάς, ασφαλώς θα διεκδικούσε επάξια τον τίτλο του σοφού και του homo universalis. Σε μεγάλο βαθμό είναι «αυτοδίδακτος», βέβαια. Αλλά ποιος σημαντικός δημιουργός δεν είναι; Ας θυμηθούμε τη σημασία που αποδίδει στο αυτοδίδακτο ο Σεφέρης.

~  .  ~

Φύση και έργο της ποίησης

Τον Παλαμά απασχόλησε σοβαρά το ερώτημα: Ποια είναι η φύση και το έργο της ποίησης, ποια η θέση και η αποστολή του ποιητή; Τόσο σε Προλόγους όσο και σε ποιήματα πραγματεύεται διεξοδικά είτε θίγει διάφορες πτυχές του θέματος. Έργο του ποιητή είναι να «είπη με τάξιν και με λάμψιν ό,τι ο άνθρωπος άτακτα και αμυδρά αισθάνεται» (1, 208). Χαρακτηριστικό για την κατανόησή του της ποίησης είναι ότι της αποδίδει δυνατότητες γνωστικές και μάλιστα μεταφυσικές: «Η Ποίησις είναι κυρίως η συμβολική, ήτοι η συνθετική, με άλλους λόγους η κεκαλυμμένη και όχι πάντοτε η ευκολονόητος έκφρασις της ψυχής του κόσμου» (1, 209).

Κατ’ εξοχήν θέμα και αντικείμενο της ποίησης θεωρεί όχι τα επιμέρους ή τα «καθ’ έκαστον», αλλά τα καθόλου, τις γενικές έννοιες, τις ιδέες. Αξιοποιώντας την εύστοχη διάκριση του Φ. Πολίτη, μπορούμε να πούμε πως το έργο του Παλαμά είναι «λυτρωμένο από το τυχαίο κι από το επεισοδιακό» και εκφράζει μια «συνολική σύλληψη ζωής».10 Αλλά τούτο αποτελεί ειδοποιό φιλοσοφικό στοιχείο. Βέβαια, επισημαίνει: «[Οι ποιητές] και όταν ακόμα φιλοσοφικά στοχάζονται, δεν καλοξέρουν παρά τον εαυτό τους μόνο, και αδιαφορώντας για όσα λέμε αλήθειες, και κυνηγοί όχι πολύ επιδέξιοι των καθόλου, δεν ευφραίνονται από τα καθολικά, παρά μονάχα όταν τα βλέπουνε σχηματισμένα, ατομικεμένα, όταν αυτοί τα κάνουν ωραία πρόσωπα» (7, 181). Το θέμα, η ύλη, μπορεί να είναι τα καθόλου (μια ιδέα, μια έννοια, ένα ζήτημα), αλλά για να γίνει ποίημα πρέπει να περιβληθεί την κατάλληλη μορφή ή σχήμα: να εκφρασθεί με εικόνες, με σύμβολα, ενδεχομένως μ’ ένα μύθο, και πάντως σε στίχους με μέτρο και ρυθμό: «Οι ιδέες είναι ίδιες οι ψυχές των πραγμάτων […] Ο ποιητής εμψυχώνει τ’ αντικείμενα, εικονογραφεί τις ιδέες, ξανακαινουργώνει και ξανανιώνει» (10, 440). Στοιχεία συστατικά της ποιητικής λειτουργίας θεωρεί ο Παλαμάς όχι μόνο ή μεμονωμένο το αίσθημα ή συναίσθημα και τη συγκίνηση, αλλά το αίσθημα σε αξεχώριστη συνεργασία και συλλειτουργία με τη σκέψη και το στοχασμό: «Η σκέψη είναι το ίδιο το αίσθημα, σε ανώτερο βαθμό και σε όλη του τη δύναμη∙ είναι το αίσθημα του γενικού […] δεν μπορεί λαμπρότερα να εκπληρώσει τον προορισμό της η ποίηση παρά με τη λυρική σκέψη» (3, 295). iarichardsΓενικά, ο Παλαμάς τονίζει συχνά ως καθοριστικό στοιχείο της ποίησης τη συλλειτουργία όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του δημιουργού: «Νουν, καρδίαν και αισθήσεις όλα τα θέτει εις ενέργειαν ο Ποιητής» (1, 211). Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό η χαρακτηριστική διαφορά του από την κατά βάση ψυχολογική κατανόηση της ποίησης κατά τον Ρίτσαρντς (I. A. Richards) κυρίως ως έκφρασης αισθημάτων και ως της «υπέρτατης συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας». Εξ άλλου, καθώς φαίνεται να είναι διαδεδομένη η μονομερής αντίληψη για τον κυρίαρχο ρομαντισμό του Παλαμά, πρέπει να σημειωθεί πως απεναντίας και το στοιχείο τούτο της συλλειτουργίας των πνευματικών δυνάμεων συνιστά ένα από τα στοιχεία ή πλευρές του κλασικισμού του.

Σχετικά με το είδος της ποίησής του, ο Παλαμά διακρίνει «τρεις Λυρισμούς», την «τριπλή της Ποιητικής του υπόσταση» (10, 491): α) τον «λυρισμό του Εγώ», τον «κανονικό», θα λέγαμε, λυρισμό, β) τον «λυρισμό του εμείς», το επικό στοιχείο: εκφράζει το «καιρικό [στοιχείο του ανθρώπου] που τον ανταμώνει με τους άλλους ανθρώπους», και γ) τον «λυρισμό των όλων»»: εκφράζει το «γενικό που τον προσεγγίζει με την όλην ανθρωπότητα» (10, 497). Ο Παλαμάς όμως χαρακτηρίζει την ποίησή του διαλεκτική μ’ ένα «τριπλό παρουσίασμα: θετικό, αντιθετικό, συνθετικό» κι ακόμα, ακριβέστερα, «δραματική, καθώς γίνεται από πάθος, από σύγκρουση, από κάθαρση» (1, 375). Πράγματι, αμέτρητα έργα του έχουν δομή δραματική, ακόμα και εξωτερικά, με πρόσωπα που διαλέγονται (λ.χ., στον Δωδεκάλογο του Γύφτου, στην «Πολιτεία» από την Πολιτεία και Μοναξιά κ.α.): «Ο λόγος, ο αντίλογος μ’ έναν επίλογο» (1, 376).

Ως προς το έργο και την αποστολή του ποιητή, ο Παλαμάς δεν διστάζει να του αποδώσει γνωρίσματα που τον ανεβάζουν στο αξίωμα του μάντη, του προφήτη ή του ιερέα (και τούτο αποτελεί πράγματι ρομαντικό στοιχείο): «Όμως αν χρειάζεται το μέτωπο του ποιητή να του το σφραγίσουμε με μια λέξη που να μας ξυπνάει ακέριο το νόημα της αποστολής του, καμιά λέξη δε θα ταίριαζε για τούτο περισσότερο από τη λέξη Προφήτης» (10, 417). Το ποίημα «Ο ποιητής» από την Ασάλευτη Ζωή εκφράζει χαρακτηριστικά και συνοψίζει την αντίληψη του Παλαμά για το έργο και την αποστολή του ποιητή: «Κι ωνειρεύτη πλάσμα πιο μεστό/από κρίνους, κύκνους, φέγγη, αϊτούς, κ’ έπλασε τον ποιητή./Βλέπει σε κατάματα, ώ Θεέ, μόνος φτάνει ως την καρδιά σου, και μας λέει τι βρίσκει εκεί» (3, 92). Ανυπέρβλητες αξιώσεις! Ο ποιητής πλάσμα πιο μεστό κι από τα πιο προνομιούχα της πλάσης. Και καθώς, κατά τον Χριστιανισμό, ο Θεός είναι ο μόνος καρδιογνώστης, ο ποιητής αναγορεύεται σε ισότιμο είτε και υπέρτερο του Θεού!

Ως προς τη γενικότερη λειτουργία και αποστολή της τέχνης, είναι ξεκάθαρη η αντιδιαστολή, η αντιπαράθεση, ακόμα και η αντιδικία προς την πεζή, συμβατική πραγματικότητα, η απελευθέρωση και η κάθαρση από τα βάρη και τα δεσμά της, και αντιθέτως η λύτρωση και η αναγέννηση μέσω του έργου τέχνης: «Με την εντύπωσιν του καλλιτεχνήματος φεύγομεν μακράν από τον κόσμον που μας περικυκλώνει, αποθνήσκομεν, και αναζώμεν μέσα εις τον παράδεισον της Τέχνης» (1, 211). Η τέχνη δημιουργεί έναν δεύτερο κόσμο αυτόνομο, αυτοτελή και αυθυπόστατο.

image002(3172)Μελετώντας το ποιητικό έργο του Παλαμά αναδεικνύονται και επανέρχονται ορισμένα κύρια πλέγματα θεμάτων, «τόπων», μοτίβων και ιδεών. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει συχνά μερικά κεντρικά θέματα είτε πηγές της έμπνευσής του. Επιχειρώ να σημειώσω μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά και σημαντικά δίχως πρόθεση πληρότητας: α) Το λυρικό εγώ (αντίστοιχο προς τον «λυρισμό του εγώ»): η ψυχή του ποιητή (αισθήματα ή συναισθήματα, πόθοι και πάθη, η εσωτερική ή μυστική ζωή του, μοναχικότητα και μοναξιά), β) Ζωή, βίος, άνθρωπος και ανθρώπινη φύση (έρωτας, σώμα, πνεύμα και ψυχή), κοινωνική πραγματικότητα («λυρισμός των όλων»), γ) Φύση και κόσμος, δ) Αναζήτηση του ιδεώδους ή ιδεατού ή ιδανικού, σύγκρουση, αντιθέσεις, αντινομίες πραγματικότητας και ιδανικού ή ιδεωδών ή πνεύματος, ε) Αρχαιότητα και χριστιανισμός, Νέοι Χρόνοι, νεωτερικότητα και σύγχρονη εποχή, στ) Πολιτεία και ιστορία, Ελλάδα, ελληνική ιστορία και ελληνική πορεία, Βυζάντιο, Νέος ελληνισμός, πατρίδα («λυρισμός του εμείς»), ζ) Ευρώπη, κόσμος, κοσμοπολιτισμός, κοινωνικά ζητήματα η) υπαρξιακά ζητήματα και προβλήματα, θάνατος θ) Κοσμοθεωρία και μεταφυσική, Θεός και θρησκεία. Γενικά θα μπορούσαμε να παρατηρήσομε μιαν εξέλιξη (όχι απαραίτητα εξωτερική-χρονολογική, αλλά εσωτερική) από τον «λυρισμό του εγώ» προς εκείνον «του εμείς» και «των όλων», με αντίστοιχη πύκνωση και εμβάθυνση του προβληματισμού του.

~  .  ~

Γνωρίσματα της σκέψης του

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Παλαμά είναι ο υψηλός βαθμός της φιλοσοφικής του συνείδησης ή «συνειδητότητας». Πολύ συχνά σκιαγραφεί και χαρακτηρίζει ο ίδιος όχι απλώς με σαφήνεια αλλά και ρητώς τις θέσεις του. Τεκμήρια αυτού ας είναι, και πάλι, οι Πρόλογοι στα έργα του καθώς και, τελείως ενδεικτικά, η εκπληκτική ανάλυση των ποιημάτων «Σκέψη» και «Απόκριση» (από την Ασάλευτη Ζωή) στο «μάθημα του καθηγητή» (10, 439-465). Από τούτα φαίνεται το πολύ υψηλό επίπεδο σύλληψης των θεμάτων, φιλοσοφικού προβληματισμού, εντέλει το ενδιαφέρον για τα φιλοσοφικά ζητήματα, που είναι –όπως και παντού- ο αναγκαίος όρος της δημιουργικής ενασχόλησης με αυτά. Palama, oi-aionesΑλλά εδώ χρειάζεται προσοχή: Δεν σημαίνει πως στα κριτικά και ερμηνευτικά αυτοσχόλιά του έχει πάντοτε δίκιο ή ότι ακριβολογεί και πρέπει να τα παίρνομε κατά γράμμα. Επιβεβαιώνεται για μιαν ακόμη φορά το ερμηνευτικό αίτημα «να κατανοήσομε το συγγραφέα καλύτερα από όσο κατενόησε ο ίδιος τον εαυτό του». Ένα άλλο σημαντικό γνώρισμά του είναι η, με πολλαπλή σημασία, κριτική σκέψη, η έλλειψη δογματισμού: δεν εκφράζει ούτε εμμένει σε «ακλόνητες» θέσεις, αρχές, ιδέες, δόγματα. Βέβαια, όπως θα φανεί στη συνέχεια, καταλήγει σε ορισμένες σταθερές αντιλήψεις, αλλά μέσα από διαρκή αναζήτηση, και έτοιμος να τις αμφισβητήσει και αναθεωρήσει.

Από τον κόσμο των ιδεών ενός ποιητή δεν αξιώνομε προφανώς απόλυτη συνέπεια, ακλόνητο ειρμό και συνεκτικότητα, έλλειψη αντιφάσεων. Ο Παλαμάς δεν αναπτύσσει πλήρες και τέλειο σύστημα. Άλλωστε, στη σκέψη του σημειώνεται δημιουργική εξέλιξη και πρόοδος. Ας μην παραβλέπομε και το καταστατικά δραματικό και διαλεκτικό στοιχείο του έργου του: δεν εκφράζουν ή απηχούν πάντοτε όλες οι απόψεις και αντιλήψεις που διατυπώνονται στο έργο του τον ίδιο τον ποιητή, αλλά διαφορετικά «πρόσωπα του δράματος».

Ένα άλλο στοιχείο της σκέψης του είναι πράγματι ο εκλεκτισμός με το νόημα πως έχει δεχθεί πλήθος επιρροών, πως εκφράζει ποικίλες απόψεις και αντιλήψεις εν μέρει διαφορετικές ή και αντίθετες, εκπροσωπεί διαφορετικά ρεύματα. Αλλά εδώ χρειάζεται και πάλι προσοχή. Έχουν υποστηρίξει πως το στοιχείο τούτο είναι τόσο κυρίαρχο, ώστε ο Παλαμάς να εκφράζει έναν «πανιδεατισμό». Αλλά τούτο θα σήμαινε, εάν το εννοούσαμε πράγματι ή με ακρίβεια, την ταυτόχρονη συνύπαρξη (περίπου ή σχεδόν) όλων των ιδεών και αντιλήψεων, και θα κατέληγε είτε στον ακραίο και αυτοαναιρούμενο σκεπτικισμό είτε σ’ έναν επίσης ακραίο μηδενισμό – τη μητέρα του σκότους και του χάους στη γνώση. «Πανιδεατισμός» θα εσήμαινε να μην έχει κάποιος στην πραγματικότητα καμιά ιδέα. Στη συνέχεια θα φανεί, νομίζω, πως όχι απλώς δεν συμβαίνει αυτό στον Παλαμά, αλλά ότι αντιθέτως προβάλλει αρκετά καθαρά, μέσα και παρ’ όλο τον πλούτο των απόψεών του, μια συνάφεια και συνεκτικότητα των ιδεών του.

Απολύτως συστατική και καθοριστική είναι για τη σκέψη του η σημασία της γλώσσας. Μολονότι στις απαρχές ακόμη της διαμόρφωσης του νεοελληνικού δοκιμιακού λόγου και παρά τις κάποιες αδυναμίες ή ελαττώματα της γλώσσας του -λ.χ., ίσως όχι πάντα με την απαιτούμενη ή επιθυμητή βραχυλογία, λιτότητα και πυκνότητα (είναι η συνειδητή βέβαια στον ίδιο, περιώνυμη «πλατυρρημοσύνη» του: 3, 299)- γράφει με αξιοσημείωτη, συχνά εκπληκτική σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα της σύλληψης και έκφρασης των θεμάτων, με οριστικές ή τελικές και έγκυρες διατυπώσεις. Τούτο συνιστά, νομίζω, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ύφους του, εκείνο μάλιστα που του διασφαλίζει το φιλοσοφικό κύρος. Αληθινά, ο Παλαμάς είναι πάνω απ’ όλα «φιλόλογος».11

~  .  ~

Άξονες του φιλοσοφικού στοχασμού του

Η σκέψη του Παλαμά είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων συνδυασμός και μια σύνθεση επιστημονικού θετικισμού και μεταφυσικού ιδανισμού ή ιδεοκρατίας (10, 492, 520). Ο Παλαμάς είναι από το ένα μέρος γνήσιο τέκνο του δεύτερου μισού του ΙΘ΄ αιώνα και της ιδεολογίας του: ρεαλισμός και εμπειρισμός, Διαφωτισμός, θετικισμός και απόρριψη της παραδοσιακής, δογματικής, υπερβατικής (υπερφυσικής) μεταφυσικής και της θρησκείας, πίστη στην επιστήμη και στις δυνατότητές της. Από το άλλο μέρος, συνάμα αναγνώριση και αναζήτηση ιδεωδών και αξιών (της αλήθειας, της αρετής, της ομορφιάς, της αρμονίας, της δικαιοσύνης), αναζήτηση γενικότερα του ιδεώδους και της ιδανικής πραγματικότητας.

Συνέπεια της απόρριψης της παραδοσιακής μεταφυσικής και για τον Παλαμά είναι ο σκεπτικισμός (πρβλ. το ποίημα «Σκέψη» καθώς και την ερμηνεία του ίδιου: 10, 443-4), αλλά όχι ο ολοκληρωτικός και οριστικός (επειδή αυτός αυτοαναιρείται). Αντιθέτως, πρόκειται για έναν ιδιάζοντα σκεπτικισμό, ως φάση ή στάδιο κατά την αναζήτηση της αλήθειας, και πάντως όχι για την τελευταία λέξη του ποιητή. Συναφής με τον σκεπτικισμό είναι η συχνά ομολογημένη από τον ίδιο αμφιταλάντευση και ο διχασμός. Αλλά τούτο ακριβώς αποτελεί καθ’ εαυτό φιλοσοφικό γνώρισμα: δείγμα οξυμένου κριτικού νου και διάθεσης, απόρριψη του δογματισμού, τυπικό γνώρισμα του Διαφωτισμού.

Η σκέψη του Παλαμά ανήκει στο μεγάλο ρεύμα της φιλοσοφίας της ζωής. Με τον όρο αυτόν δεν εννοείται οποιαδήποτε θεωρία έχει ως θέμα της, ανάμεσα στα άλλα και τη ζωή, αλλά εκείνη που έχει ως κύριο και κεντρικό της ζήτημα τη ζωή και τον βίο, τα καθιστά κριτήριο της αλήθειας και γνώμονα γενικά των αξιών. nietzsche.jpgΙστορικά ανάγεται κυρίως στον Νίτσε και στον Μπερξόν, και απώτερα στον Σοπενχάουερ και στον γερμανικό Ρομαντισμό. Συστατικά στοιχεία της αποτελούν η αναγνώριση του πρωτείου της ζωής έναντι της διανόησης, η κατανόηση του ριζώματος του συνόλου των δραστηριοτήτων του ανθρώπου (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) στην ίδια τη ζωή (στον «βιόκοσμο»), η παραδοχή της σημασίας και των άλλων πλευρών και δυνάμεων του ανθρώπου εκτός από τις διανοητικές (των συναισθημάτων, των βιωμάτων, των παθών), γενικότερα και κατά κανόνα η αντίθεση στη νοησιαρχία και τον ιντελεκτουαλισμό: «Μάθε πως τα συστήματα/των φιλοσόφων, κάθε/νου τρανού φεγγοβόλημα/κάθ’ επιστήμη, μάθε/πως δεν αξίζουν τίποτε/τα πάντα απ’ άκρη σ’ άκρη/όσο αξίζει ένα φίλημα/όσο αξίζει ένα δάκρυ!» (1, 364).

Γνωρίσματά του από την άποψη τούτη είναι η απόρριψη του κακώς εννοούμενου «ασκητισμού» (και ασφαλώς όχι της άσκησης), η θετική στάση προς την πλησμονή και τη χαρά της ζωής, προς το σώμα: «Δόξα στ’ ανθρώπου το κορμί!» («Στο κορμί», 3, 246-7. Φανερή, νομίζω, είναι η εγγύτητα προς σχετικά έργα και μοτίβα του Walt Whitman, λ.χ.: “I sing the Body Electric”). Δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνουν, βέβαια, ο έρωτας και τα πάθη του: «Και το μαχαίρι μ’ έσφαξε του Έρωτα του γίγα/κι από τον πόθο έλυωσα κι από τον πόνο πήγα/και πέθανα και πέρασα στον παγωμένο Άδη/να πιώ νερό της αρνησιάς στης Άρνας το λαγκάδι». (Ασκραίος, 3, 215).

Ολόκληρο πλέγμα θεμάτων, αντιλήψεων και μοτίβων αποτελεί η φύση στο έργο του Παλαμά. Κυμαίνεται από τον ύμνο της εξωτερικής ή και άγριας φύσης και της ομορφιάς της (λ.χ., «Το τραγούδι των βουνών», 1, 296-299) έως τον μεταφυσικά και πανθεϊστικά στοχαστικό ύμνο του ήλιου («Ο θεός μου», 3, 81) και της Γής (Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης, 3, 251-283).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα, στα οποία εκφράζεται η αντιπαράθεση της πνευματικής δημιουργίας και της ζωής –καθώς και το ενδεχόμενο της υπεροχής της ζωής (παρ’ όλο το εφήμερο και τα τρωτά της) απέναντι ακόμα και στη λάμψη και την αθανασία του πνευματικού έργου και της τέχνης- είναι το «Και τ’ άγαλμ’ αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω». Ο λάκκος (ή ο τάφος) προειδοποιεί αμείλικτα τον ποιητή: «και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!». Κι εκείνος: «Κ’ εγώ αποκρίθηκα: ‘Ας περάσω κι ας πεθάνω!/Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου∙/λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου∙ από τ’ αθάνατα όλα/μπορεί ν’ αξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου’» (3, 9-10).

Απαιτείται βέβαια η ουσιώδης συμπλήρωση πως δεν πρόκειται για τη φιλοσοφία της ζωής του, ας πούμε, ριζωμένου στη φύση ανθρώπου, αλλά απεναντίας για τον καλλιεργημένο και μάλιστα τον πνευματικά ξεχωριστό, που όμως, ακριβώς γι’ αυτό, κινδυνεύει να απομακρυνθεί και να αποκοπεί από το ρεύμα της φυσικής ζωής. Ένα από πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα της πλευράς αυτής της σκέψης του Παλαμά είναι «Το δαχτυλίδι» (3, 48-49). Σύμφωνα με τον θρύλο, μικρό παιδί, τον ποιητή τον αρραβώνιασαν με μια νεράιδα και του χάρισαν ένα μαγικό χρυσό δαχτυλίδι. Το παιδί, προικισμένο έτσι με εξαιρετικές ικανότητες, «μεγάλωνε πάντα με της Ζωής τον έρωτα και με τη δίψα». Κάποτε όμως, από κακή τύχη, χάθηκε το δαχτυλίδι. Κι από τότε «κι ο μαύρος χωρισμένος της Ζωής εγώ είμαι, εγώ είμαι της Ζωής ο ανήμπορος ο μέγας!». παλαμάςΤο ποίημα εκφράζει με καθαρές εικόνες την αντίθεση, τη σύγκρουση και τελικά τη θεμελιώδη αντινομία του πνευματικού δημιουργού (άρα και της πνευματικής δημιουργίας) και της ζωής, ή ευρύτερα την αντινομία της πραγματικότητας και του ιδανικού. Ένα από τα σταθερότερα μοτίβα του είναι η στέρηση της φυσικής ζωής μες στο ασκητικό του σπουδαστήριο. Τεκμήριο από τα πιο υποβλητικά, νομίζω, και πιο συγκλονιστικά είναι «Ο πιο τρανός καημός μου»: «Ο πιο τρανός καημός μου/θα είναι πως δε δυνήθηκα μ’ εσέ να ζήσω, ώ πλάση/πράσινη, απάνου στα βουνά, στα πέλαγα, στα δάση,/θα είναι πως δε σε χάρηκα, σκυφτός μεσ’ στα βιβλία,/ ώ Φύση, ολάκερη ζωή κι ολάκερη σοφία!» (Η Πολιτεία και η Μοναξιά, 5, 463).

Η αντίληψη τούτη αναπτύσσεται με σαφήνεια, λ.χ., από τον Γκόττφρηντ Μπεν (Gottfried Benn), ο οποίος, αναφερόμενος στις δημιουργικές πνευματικές αξίες, τις χαρακτηρίζει «βιοαρνητικές», δηλ. αντίθετες ή και εχθρικές προς τον βίο και τη ζωή. Αποτελεί επίσης κεντρικό μοτίβο, λ.χ. στον Τόνιο Κραίγκερ του Τόμας Μαν. Και με το νόημα τούτο ο Παλαμάς ανήκει κατ’ εξοχήν στο είδος των ποιητών που ο Σίλλερ αποκαλεί «συναισθηματικούς», δηλ. εκείνους που –σε αντίθεση προς τους «αφελείς», οι οποίοι «είναι [οι ίδιοι] φύση» – «αναζητούν τη χαμένη φύση».12

Κεντρικό θέμα του αποτελεί η πολλαπλή αντίθεση, σύγκρουση και αντινομία ζωής ή βίου και τέχνης ή πνεύματος, η συνύπαρξη και αντιπαράθεση του ηρωικού και του θρηνητικού ή αυτοτιμωρητικού στοιχείου (του «τυρταϊσμού» και του «κασσιανισμού» του, 1, 380), του αισθησιασμού και της ασκητικότητας, του απολλώνιου και του διονυσιακού στοιχείου. Για τη διαμάχη των στοιχείων αυτών χαρακτηριστικό τεκμήριο είναι το ποίημα «Η απόκριση». Σύμφωνα με τον μύθο του, οι «χρυσόλαλες» και «μουσόθρεφτες Ελλάδες» αποκηρύσσουν και απαρνούνται τον ξεπεσμένο και παρακμιακό ασκητή: «Σώπα, χλωμέ καλόγερε, λάλε και χαύνε, σώπα/στο μονασήρι γύρισε και κλείσου στο κελλί!» (3, 120-121).

Μολαταύτα, πρέπει να σημειώσομε πως δεν πρόκειται στον Παλαμά για γενικευμένη αντιλογοκρατία, ούτε βέβαια για ανορθολογισμό. Αντιθέτως απαντούν πολλαπλά στοιχεία ορθολογισμού (ακόμα και έως τα όρια της Λογοκρατίας): «Ό,τι στοχάζεσαι είσ’ εσύ, δεν είσ’ εσύ ό,τι κάνεις∙/και τα βαθιά του στοχασμού, σαν τα πλατιά της πράξης» (Βωμοί, 7, 65) – αλλά με σταθερή τάση μετριασμού τους και αναγνώριση της σημασίας και της θέσης όλων των πλευρών και διαστάσεων της ζωής.

Σημαντική πλευρά της σκέψης του είναι το υπαρξιακό στοιχείο: η μέριμνα, ή έγνοια («Ψυχή, της έγνοιας καλογριά, του κόσμου αποδιωγμένη», 3, 153), οι λεγόμενες «οριακές καταστάσεις»: ο πόνος, η αρρώστια, τα δεινά, η ενοχή, η αποτυχία, και πάνω απ’ όλα βέβαια ο θάνατος: «κανείς, θεός ή νόμος, εδώ κάτου/δε μας λύτρωσε και δε θα μας λυτρώση/μήτε από τα νύχια του έρωτα,/μήτε από τα δόντια του θανάτου» («Στοχασμός των τελευταίων ανθρώπων», 3, 98).

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τεκμήρια της πλευράς αυτής αποτελούν «Οι τρεις γύπες» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, 9, 202-203). Τρεις μεγάλες έγνοιες, πάθη ή σαράκια και καημούς έχει ν’ αντιμετωπίσει ο ποιητής, τα δυο πρώτα εξ αρχής, το τρίτο στα στερνά του: τα συναισθήματα και τα πάθη (ιδίως τον έρωτα), τις ορμές και τέλος την ευγενή βέβαια φιλοδοξία αλλά και την αγωνία να ολοκληρώσει και τελειώσει (και με τις δύο σημασίες της λέξης) το έργο του: «Στης γης βρέθηκα τον παραδαρμό/με τρεις λύπες./Μου τρων καρδιά, νου, σάρκα, κάθε αρμό/τρεις γύπες».

Ως προς τη γενικότερη κοσμοθεωρία του, ο Παλαμάς -ακραιφνές τέκνο της νεωτερικότητας και επιπλέον του θετικισμού του ΙΘ΄ αι.- συμμερίζεται την απόρριψη της υπερβατικής ή υπερφυσικής μεταφυσικής, του μεταφυσικού δυϊσμού (του χωρισμού του εντεύθεν και του επέκεινα) και όλων των ψευδαισθήσεων∙ υιοθετεί ως δεδομένη την ενδοκοσμικότητα, την απόλυτη κατάφαση της εγκόσμιας ζωής. Συκουτρής.jpgΠαρ’ όλη όμως την απόρριψη της υπερφυσικής μεταφυσικής, δέχεται τις πνευματικές αξίες -της αλήθειας, της ομορφιάς, του αγαθού- τόσο ως αναμφίβολη πραγματικότητα όσο και ως αίτημα. Με το νόημα τούτο εκπροσωπεί ένα είδος αντικειμενικής και συμβολικής πνευματοκρατίας και ιδεοκρατίας. Ορισμένα κεντρικά σημεία της κοσμοθεωρίας του διατυπώνονται συνθετικά στον ΙΒ΄ Λόγο του Δωδεκάλογου του Γύφτου «Κόσμος»:

«Και παράτησε τα ονείρατα/γύρε, βάλε αυτί στη Φύση/παραμάντεμα το ρόδο, Σίβυλλα το κυπαρίσσι!/Σκληρά χτύπα την τη χίμαιρα/τ’ όνειρο είναι η ζωή/στο βιολί σου ας αρμονίση/την Αλήθεια η μουσική./Πού είν’ η Αλήθεια; Μην πλανάν εσέ/βαθιονόητα λόγια τάχα/την πηγή της δεν τη βρίσκεις/μέσα σου, Άνθρωπε, μονάχα./Θα τη βρης παντού στο ταίριασμα/-ώ αρραβώνας λυτρωτής!-/της καρδιάς σου και του νου σου/με τα πάντα της ζωής» (3, 441). Τα «βαθιονόητα λόγια τάχα» παραπέμπουν, πιθανώς υπαινικτικά, στο ποίημα του Σίλλερ «Τα λόγια της τρέλας» („Die Worte des Wahns“): «Ό,τι τ’ αυτιά δεν άκουσαν, δεν είδανε τα μάτια/υπάρχουνε εντούτοις: τ’ ωραίο και τ’ αληθινό! Δεν είν’ έξω από σένα∙ εκεί μονάχα ο τρελός τις αποζητά∙ μέσα σου είναι, κ’ εσύ είσαι που αιώνια τις παράγεις».13 Τέλος, η επίτευξη –μέσα από τη διαμάχη και τις συγκρούσεις των στοιχείων- της ειρήνης στο ανθρώπινο καθώς και στο κοσμικό επίπεδο: «Κι όπως ύστερ’ απ’ το πάλεμα/τα στοιχεία κι από τα μίση/σα ν’ αλλάξανε, και γίναν/στεριές, πέλαα, λόγος, χτίση/έτσι και ύστερα στ’ ανθρώπινα/και στ’ ανθρώπου την ψυχή/θάρθη να ριζώση ειρήνη/ και γαλήνη θ’ απλωθή» (3, 443).

Ας σημειωθεί ένα ακόμα κεντρικό στοιχείο της όλης κοσμοθεωρίας του Παλαμά: η καθοριστική θέση και σημασία του νόμου και του ρυθμού. Ως προς τον νόμο, όχι μόνο με την πολιτειακή αλλά και με την κοσμική σημασία: «του νόμου του κυβερνητή θνητών και θείων, των όλων» (Φλογέρα του βασιλιά, ΙΑ΄, 5, 142). Ως προς τον ρυθμό, αναφέρεται στη «λατρεία του Στίχου που είναι ο ανθρώπινος Λόγος ‘εν τάξει και μεγέθει’ και που είναι, στο μικροσκοπικό του ρυθμικό περπάτημα, το σύμβολο του ρυθμού που κυβερνά το Σύμπαν» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, Πρόλογος, 9, 9).14 Την αφετηρία του ηθικού στοχασμού του προσφέρει η κατανόηση της πραγματικής κατάστασης του ανθρώπου (της conditio humana): των ποικίλων εξαρτήσεων, αναγκών και δεσμεύσεών του, με την αρχαία ελληνική λέξη που τις συνοψίζει όλες: της ανάγκης. Ο στοχαστής όμως δεν στέκεται στη διάγνωση αλλά προχωρεί στη σύλληψη της λύσης ή πάντως του σκοπού ή του αιτήματος, των προϋποθέσεων και τρόπου ή των μέσων της επίτευξής του. Και θεμέλιο της λύσης δεν μπορεί να άλλο από τον αγώνα για τη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας του ανθρώπου. Ένα έργο στο οποίο εκφράζονται με διαυγή σύμβολα και με υποβλητικές εικόνες όλα τούτα είναι Οι Αλυσίδες (3, 223-232). John-miltonΉδη το μότο από τον Χαμένο Παράδεισο του Milton εισάγει ξεκάθαρα στο θέμα: «Η ψυχή από τον ίδιο τον εαυτό της κρέμεται, κ’ έχει τη δύναμη να κάνει από την κόλαση τον ουρανό, κι από τον ουρανό την κόλαση». Ας σημειωθεί η λανθάνουσα απήχηση ή κρυπτομνησία του μύθου του Ἡρὸς από την πλατωνική Πολιτεία, 617 d-e: «Ψυχές εφήμερες […] Δεν θα σας διαλέξει ο δαίμονας, αλλά σεις θα διαλέξετε τον δαίμονά σας. Ο πρώτος που θα τον υποδείξει ο κλήρος, θα εκλέξει πρώτος το βίο του που θα τον ζήσει κατ’ ανάγκη […] Ο καθένας είναι υπεύθυνος για την εκλογή του∙ ο θεός ανεύθυνος» (μετάφραση Ε. Π. Παπανούτσου). Αλλά γενικά η όλη αφήγηση και σκηνοθεσία της πορείας του αλυσοδεμένου προς την απελευθέρωσή του υπενθυμίζουν καθαρά την αντίστοιχη πορεία του δεσμώτη προς την έξοδο στην εικόνα του σπηλαίου της πλατωνικής Πολιτείας). Ως οδηγοί («λύχνοι») στη σκοτεινή, δύσβατη και ανηφορική ατραπό του αγωνιζόμενου ανθρώπου προβάλλουν το Έλεος, η Βοήθεια, η Αγάπη, κι ακόμα η ελπίδα, η πίστη και η δύναμη. Ως τέρμα και σκοπός της πορείας παρουσιάζεται το ιδανικό μιας ζωής ευτυχισμένης και αμέριμνης, με ελευθερία, έρωτα και αγάπη (φανερή η ομοιότητα με το «Όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» του Ντοστογιέφσκι). Και ως δύναμη που οδηγεί στο τέρμα αυτό φανερώνεται η μετατροπή, με τον αγώνα του ανθρώπου (και με τη μουσική ως μετωνυμία της τέχνης και του λόγου), των αλυσίδων και της ανάγκης σε δύναμη απελευθέρωσης και αρμονίας.

Ο πολιτικός στοχασμός του Παλαμά αποτελεί έναν χαρακτηριστικό συνδυασμό ρεαλιστικής διάγνωσης της κατάστασης και των προβλημάτων της χώρας αλλά και του κόσμου, απερίφραστης και αδυσώπητης κριτικής των τρωτών σημείων, καθώς και σκιαγράφησης του αναζητούμενου στόχου ή ιδεώδους και του δρόμου που οδηγεί στον στόχο αυτόν. Το υπόβαθρο των αντιλήψεών του συνιστά φυσικά η ιστορική του συνείδηση, η επίγνωση του Ελληνισμού και της σημασίας του, η ελληνολατρία και πατριδολατρία του: «Τα μεγάλα εθνικά ιδανικά, όταν ανθίζουν και ζούνε στο σπίτι του καθενός, ο ποιητής τους χτίζει παλάτια∙ τα μεγάλα εθνικά ιδανικά, όταν ξεπέφτουν, κι ο καθένας τα διώχνει από το σπίτι του, ο ποιητής τα παίρνει στο καλύβι του και άσυλο τους δίνει» (3, 296). Αλλά όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος: «Πατριδολάτρης είμαι, όχι εθνικιστής∙ σιχαίνομαι και τη λέξη και την ετικέττα» (1, 22). KoraisΣωστά έχει επισημανθεί πως η Φλογέρα του Βασιλιά είναι το κατ’ εξοχήν έπος της διάρκειας του Ελληνισμού, ανάλογης σημασίας με την Ιστορία του Κ. Παπαρρηγόπουλου.15 Κατά τη γνώμη μου, ελάχιστοι έχουν στοχαστεί την πορεία του Ελληνισμού, ιδίως του νεώτερου και σύγχρονου, τόσο βαθιά και δημιουργικά, με τόσες προεκτάσεις όσο ο Παλαμάς, ίσως μόνο ο Κοραής και ο Σεφέρης.

Ένα έργο στο οποίο αναπτύσσεται ιδιαίτερα ο πολιτικός προβληματισμός του Παλαμά στις παραπάνω πτυχές του είναι ο Δωδεκάλογος του Γύφτου. Γραμμένος μετά το τραύμα του πολέμου του ’97 και υπό την επιρροή ιδίως του Νίτσε αναπτύσσει ένα ανατρεπτικό κήρυγμα κατά των δυνάμεων που θεωρεί υπεύθυνες για την παρακμή και την κατάπτωση του τόπου: παραδοσιακούς θεούς, πατρίδες, ιδεολογίες. Στον Παλαμά είναι έντονο το στοιχείο της κριτικής κατά της κοινωνικής ανισότητας και αδικίας: «Σφιχταλυσοδεμένο/σε τυραγνούσε ο δράκοντας και δουλευτή και δούλο […] παλάτια είταν οι φάμπρικες, μπουντρούμια τ’ αργαστήρια/κι όλα, της κόλασης κελλιά, μπουντρούμια και παλάτια» (Φλογέρα του Βασιλιά, ΙΑ΄, 5, 139). Με πλήρη επίγνωση των αιτίων της ανελευθερίας: «Μέσα σου πρώτα κάψε/το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει/Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη» (Σατιρικά γυμνάσματα, 5, 267). Εξ ίσου ισχυρό είναι το στοιχείο του κοσμοπολιτισμού: «Τρισεύγενη η δουλειά, μια Πολιτεία ο κόσμος!» (5, 140) ή «Κι αν κόσμος η πατρίδα μου, κι ο κόσμος μια πατρίδα» (Βωμοί, 7, 71).

Ως προς τις θρησκευτικές αντιλήψεις του Παλαμά, παρατηρούμε πρώτα πως δεν στηρίζονται ούτε περιορίζονται στην παραδοσιακή πίστη. Και για τον Παλαμά ισχύει η διάκριση μεταξύ των ιστορικών ή παραδοσιακών θρησκειών, και της αναζήτησης της αλήθειας για τα σχετικά ζητήματα πέραν των ορίων των ιστορικών θρησκειών ή ανεξάρτητα από αυτές. Ο ποιητής μας κινείται φανερά στο πλαίσιο μιας τέτοιας –εντέλει φιλοσοφικής- αναζήτησης της αλήθειας, η οποία είναι ανοιχτή για την κριτική, τον θρησκευτικό συγκρητισμό, την οιονεί θρησκευτική ή μεταφυσική πνευματικότητα. Ήδη στο ποίημα «Οι Θεοί» (στα Μάτια της ψυχής μου) εκφράζεται ένας τολμηρός συγκρητισμός, μια συναίρεση της Κύπριδας και του Ναζωραίου, σύμβολα των δυο μεγάλων ιδεωδών: της αρχαιότητας (του κάλλους) και του Χριστιανισμού (της αγάπης): «πάντα θεοί θα είναι της γης η Ομορφιά η αιώνια/κ΄ η αιώνια Καλωσύνη!» (1, 231). Ακόμα καθαρότερα στους Ίαμβους και Ανάπαιστους: «Στα εντάφια λευκά σάβανα/γυρτός ο Εσταυρωμένος/είν’ ολόμορφος Άδωνις/ροδοπεριχυμένος./Η αρχαία ψυχή ζη μέσα μας/αθέλητα κρυμμένη∙/ο Μέγας Παν δεν πέθανεν/ όχι∙ ο Παν δεν πεθαίνει» (1, 368). σεφερισΤην ίδια αντίληψη θα εκφράσουν, με τον τρόπο του ο καθένας, ο Σικελιανός και ο Σεφέρης. (Ας σημειωθεί πάντως πως η άποψη τούτη –αρκετά διαδεδομένη, καθώς φαίνεται- ενώ είναι ασφαλώς φιλοσοφικά θεμιτή και συζητήσιμη, είναι θεολογικά, στο πλαίσιο της χριστιανικής Δογματικής, αδιανόητη). Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου (στον Δ΄ Λόγο), η σκληρή και κατεδαφιστική επίθεση και κριτική κατά των φθαρμένων παραδόσεων συμπαρασύρει την πατροπαράδοτη θρησκεία: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο! Νερό! την Κόλαση να σβήσω!» (3, 336). Φτάνει στο σημείο –«πανελεύτερος κράχτης του Τίποτε»- να κηρύξει τον μηδενισμό: «είμ’ εγώ ο προφήτης, είμ’ εγώ/κ’ ήρθα εδώ να διαλαλήσω/βασιλιά θεό το Τίποτε/στον αιώνα μπρος και πίσω» (3, 340). Αλλά στον Ι΄ Λόγο (τον «Αναστάσιμο») θα έρθει και πάλι, με τη δύναμη της «κοσμοπλάστρας μουσικής», η ώρα της ανάστασης για τους «Θεούς». Όμως, για ποιους «Θεούς»; Όχι τους παραδοσιακούς, αλλά «όλα τ’ αγαθά, τ’ αληθινά,/ και τα ωραία,/ θρονιασμένα στην υπέρτατη κορφή,/ στην Ιδέα.» (3, 417).

Άλλωστε, ούτε ο θετικισμός είναι η τελευταία του λέξη ούτε η απόρριψη της μεταφυσικής είναι ολοσχερής. Αναφερόμενος στη μονομερή εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού, δίχως ανάλογη καλλιέργεια του ψυχικού και πνευματικού, διαβλέπει: «από του κόσμου το κυκλώπειο το κορμί/μια θεία ψυχή θα λείπη» (Περάσματα και χαιρετισμοί, 9, 351). Κι ακόμα: «Μέλλεται κόσμος τρισμεγάλος/χαροποιός/μα το ύψιστο του λείπει κάλλος:/ο Θεός!» (Δειλοί και σκληροί στίχοι, 9, 245).

Αν έπρεπε να εντοπίσομε τις κυριότερες, κεντρικές και θεμελιώδεις σκέψεις και ιδέες του Παλαμά, θα πρότεινα τις ακόλουθες (διατυπωμένες εδώ κατ’ ανάγκην συνοπτικά και σχηματικά). Σύμφωνα με την πρώτη, δύο φάσεις, «χρόνους» ή αναβαθμούς ακολουθεί η πορεία του ανθρώπου –και μάλιστα του πνευματικού δημιουργού- για να κατορθώσει την εκπλήρωση του αληθινού εαυτού του: την «απόγνωση που είναι άρνηση, γκρέμισμα, μένος εικονοκλαστικό – και μοιάζει με θάνατο»∙ και την «επίγνωση» που είναι «ανακαίνιση του εσωτερικού κόσμου, νέα θέση, οίστρος δημιουργικός – και μοιάζει με επιστροφή στη ζωή, με νέα γέννηση, με ανάσταση».16 Η πορεία τούτη και οι αναβαθμοί της αφορά τόσο τα άτομα όσο και τις κοινότητες ή τους λαούς. Ο «θάνατος» εδώ νοείται βέβαια μετωνυμικά ως απόρριψη και απάρνηση της πεζής συμβατικής ζωής και ως όρος και προϋπόθεση της αναγέννησης μέσω της εμπειρίας της τέχνης, γενικότερα της πνευματικής δημιουργίας: «Ο Ποιητής […] παρέχει την καλλιτεχνικήν εκείνην απόλαυσιν που πολύ διαφέρει από τας φυσικάς απολαύσεις, και, καθώς είπεν ωραία κάποιος, ‘ομοιάζει θάνατον ακολουθούμενον από ανάστασιν’».(1, 211). Η ανταμοιβή και το έπαθλο της απάρνησης της κατ’ άνθρωπον ευτυχίας είναι η μύηση στα νοητά και στα αθάνατα, ακόμα και η αθανασία, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, και η «ομοίωσις θεώ». Η αντίληψη τούτη εκφράζεται, εξεικονίζεται και αναπτύσσεται ποιητικά σε αρκετά έργα, κατ’ εξοχήν, λ.χ., στον Ασκραίο (αλλά και αλλού, λ.χ., στον Δημοφώντα):

Βασανισμένε, ταπεινέ, και λυτρωμένε, και ίσε!
Σε ξέρω, είναι το στόμα σου της αρμονίας κρουνιά,
θνητέ, αν δεν έγινες Θεός, άνθρωπος πια δεν είσαι,
γιατί νοείς τ’ αθάνατα και ζης μαζί μ’ αυτά. (3, 221)

Ως αληθινό «τέλος» και αποστολή του ανθρώπου, ιδίως βέβαια του πνευματικού δημιουργού, αναδεικνύεται η «άνοδος» και η «περιαγωγή της ψυχής» (Πολιτεία, 521c) από τα αισθητά και τα εφήμερα προς τα νοητά και τα αιώνια, η κατάκτηση, μέσω του λόγου και της τέχνης (της «δεύτερης δημιουργού» μας, κατά τον Σίλλερ17), της εγκόσμιας αθανασίας και της αιωνιότητας: henri-bergson«Κι απάνου απ’ όλες τις πατρίδες/δόξα σ’ εσένα, ιδεατή/κορφή, υπερούσια Πολιτεία/της μουσικής μου κόρη εσύ!» (Δωδεκάλογος του Γύφτου, Ι΄, 3, 416). Ο Παλαμάς συμμερίζεται πράγματι την αντίληψη που εξέφρασε με μοναδική ακρίβεια ο Μπερξόν, ότι το νόημα και η αποστολή του Σύμπαντος είναι «μια μηχανή να κάνει θεούς».18

Η δεύτερη θεμελιακή αντίληψη του έργου του εκκινεί από τη διαμάχη και σύγκρουση αντίθετων στοιχείων. Το σημείο τούτο έχει επισημανθεί ιδιαίτερα από την κριτική και την ερμηνεία∙ είναι οι περίφημοι δυισμοί ή και διχασμοί, στους οποίους αναφέρεται άλλωστε συχνά και ο ίδιος ο ποιητής (λ.χ., «ο αγιάτρευτος δυαδισμός μου», 1, 380). Οι πολλαπλοί αυτοί διχασμοί και αντιθέσεις αφορούν τόσο το άτομο (λ.χ., σώμα και ψυχή, φυσική ζωή και πνευματική δημιουργία), όσο και την κοινότητα και την πολιτεία, αλλά και γενικότερα τις ποικίλες δυνάμεις, ψυχικές, ηθικές και ιστορικές. Εκείνο που δεν έχει προσεχτεί όμως αρκετά είναι η υπέρβαση των αντιθέσεων, διχασμών και αντινομιών αυτών σε ένα ανώτερο επίπεδο και η τελική τους εναρμόνιση και σύνθεση. Αλλά η τελική τούτη σύνθεση και αρμονία αποτελεί, νομίζω, τον πραγματικό ακρογωνιαίο λίθο και το επιστέγασμα της όλης κοσμοθεωρίας του Παλαμά (ο ίδιος την αποκαλεί «μονιστική και συνταιριαστική», 10, 457). Η εναρμόνιση αυτή αναφέρεται σε όλα τα επίπεδα: ανθρωπολογικό, κοινωνικό, ιστορικό, μεταφυσικό (άλλωστε, όπως είδαμε, και ποιητικό).

Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά, από την άποψη τούτη, ποιήματα είναι, νομίζω, η Φοινικιά. Μια από τις ιδέες που εκφράζει είναι η συνύπαρξη μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, καθώς και οι πολλαπλές αντιθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσά τους: «Γι’ αυτό γαλάζια μέσα μας και μαύρα αντάμα/και στην ψυχή μας ωκεανοί και στενορρύμια/κ’ εκεί που ο νους με τα υπέρτατα παλεύει/κάτι πανάθλιο μας κρατεί και μας μολεύει» (3, 136). Ωστόσο, τον τελικό λόγο δεν τον έχει η διαμάχη, αλλά η ειρήνευση και η αρμονία, στην οποία έχουν καθοριστικό ρόλο τα μικρά, τα γήινα και τα ταπεινά: «Κ’ εμείς γυρτά στη γη, δαρμέν’ από μια λύπη/ακούσαμε της γης το μέγα καρδιοχτύπι./Πες μας τη φωτερή τ’ αέρινου ιστορία/του μαύρου θα σου πούμ’ εμείς το συναξάρι/κ’ έλα να τα ταιριάσουμε τα δυο στοιχεία/τη δύναμή σου εσύ με τη δική μας χάρη» (3, 137-138).

Μιλώντας για τις αυτοβιογραφίες των Γκαίτε, Σπένσερ και Τολστόι, θεωρεί πως θα μπορούσε κανείς «να συμπλέξει κάποιο μεγάλο κανόνα ζωής∙ από τη μελέτη τριών εγώ: του μεγάλου αρμονιστή, του μεγάλου θετικιστή, και του μεγάλου κοινωνιστή. Μια σύνθεση από τα τρία τούτα στοιχεία, το κοινωνικό, το θετικό, το αρμονικό, τον άνθρωπο (να δώσουμε στα ονόματα πλατιά-πλατιά και βαριά-βαριά νοήματα) θα έκαναν, τον τέλειο και τον ιδεατό άνθρωπο» (10, 85, βλ. εδώ αρ. 59).

Στο ερώτημα αν η λογοτεχνία έχει να συνεισφέρει στη φιλοσοφία, το έργο του Παλαμά παρέχει την έμπρακτη απόδειξη πως, όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, μπορεί να εμπλουτίσει τον στοχασμό περισσότερο ακόμα κι από την κατεστημένη φιλοσοφία. Ο λόγος έγκειται, νομίζω, στον μοναδικό συνδυασμό του διαυγούς σκέπτεσθαι και της δημιουργικής φαντασίας. Κι αν θέταμε το ερώτημα: Τι εκόμισε ιδίως στον φιλοσοφικό στοχασμό ο Παλαμάς; θα έλεγα: Σκέψη κριτική και ανοιχτή, με τόλμη της σύλληψης των ζητημάτων και της αναθεώρησης των απόψεων, με γλώσσα ρηξικέλευθη, με πρόθεση παιδευτική για τη χώρα του και βαθειά συνείδηση της αποστολής του – ένα ανεκτίμητο μάθημα.

ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~  .  ~

παλαμας

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

1 Οι παραπομπές στα έργα του Κ. Παλαμά γίνονται στην έκδοση των Απάντων (Μπίρης / Ἵδρυμα Κωστή Παλαμά, Αθήνα χ.χ.). Ο πρώτος αριθμός δηλώνει τον τόμο και ο επόμενος, μετά το κόμμα, τη σελίδα.

2 Δ. Βεζανής, Ο Παλαμάς φιλόσοφος, Αθήνα: Α. Ι. Ράλλης,1930.

3 Κ. Τσάτσος, Παλαμάς (1936), Αθήνα: Ίκαρος, 2η έκδ. 1950.

4 Ι. Συκουτρής, «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» (1936), Μελέται και Άρθρα, Αθήνα: Εταιρεία Σπουδών – Σχολή Μωραΐτη, 2η έκδ. 1982.

5 Ρ. Μιλλιέξ, «Ο Παλαμάς κ’ οι ευρωπαϊκές αξίες», Νέα Εστία, τχ. 397 (Χριστούγεννα 1943), σ. 316-350.

6 Ε. Π. Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός, Αθήνα: Ίκαρος, 5η έκδ. 1985.

7 Κ. Θ. Δημαράς, Κωστής Παλαμάς. Η πορεία του προς την Τέχνη, Αθήνα: Νεφέλη, 3η έκδ. 1989.

8 Κ. Δεσποτόπουλος, Φιλολογικά, Αθήνα: Εστία, 2η έκδ. 1981∙ Ε. Ν. Μόσχος, Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά, Αθήνα: Παπαδήμας 1993 (ας σημειωθεί πως λέγοντας ο Μόσχος «μεταφυσική αγωνία» εννοεί στην πραγματικότητα τη θρησκευτικότητα, και αυτήν την κατανοεί κυρίως (ή μονάχα) ως τη χριστιανική, ενώ στον Παλαμά είναι ευρύτερη, πανθεϊστική και οικουμενική)∙ Δ. Κόκορης, Φιλοσοφία και νεοελληνική λογοτεχνία. Πτυχές μιας σύνθετης σχέσης, Αθήνα: Σίδερης, 2015.

9 Κατάλογος της βιβλιοθήκης Κωστή Παλαμά, επιμέλεια Κ. Γ. Κασίνης, Αθήνα χ.χ.

10 Φώτος Πολίτης, «Επεισοδιακή λογοτεχνία και συνολική σύλληψη ζωής», Επιλογή κριτικών άρθρων, Αθήνα: Ίκαρος, 1983, τ. Γ΄, σ. 326.

11 Πρβλ. Γ. Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές, Αθήνα: Ίκαρος, Αθήνα, 5η έκδ. 1984, τ. Α΄, σ. 214-227. Στ. Αλεξίου, Ελληνική Λογοτεχνία, Αθήνα: Στιγμή 2010, σ. 493-499.

12 Βλ. Φρήντριχ Σίλλερ, Περί αφελούς και συναισθηματικής ποιήσεως, μετάφραση Π. Κονδύλης, Αθήνα: Στιγμή 1985, σ. 38 (καθώς και: Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Στιγμή 2015, σ. 105).

13 Τους στίχους «Δεν είναι έξω από σένα […] παράγεις» μεταφράζει ο ίδιος ο Παλαμάς στον Πρόλογο των Πεντασύλλαβων (7, 445).

14 Πρβλ.: «Και όμως ο στίχος ειναι σύμβολο της παγκόσμιας τάξης, ο ρυθμός του κόσμου, καθώς θρηνούσε στο φρενοκομείον ο Βιζυηνός, η συγκίνηση σ όλη της την ένταση, το τραγούδι» (Σημειώματα στο περιθώριο, αρ. 168).

15 Ε. Π. Παπανούτσος, «Η Φλογέρα του Βασιλιά», ο.π., σ. 94-118.

16 Ε. Π. Παπανούτσος, «Ο Παλαμάς στοχαστής», ο. π., σ. 78.

17 Φρήντριχ Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου, μετάφραση Κ. Ανδρουλιδάκης, Αθήνα: Ιδεόγραμμα, 2006, σ. 120 (και Φρήντριχ Σίλλερ, Επιλογή από το έργο του, ο. π. (υποσημ. 12), σ. 88).

18 H. Bergson, Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, μετάφραση Β. Ν. Τατάκης, Αθήνα: Ἀστήρ-Παπαδημητρίου, 1951, σ. 288 (κατακλείδα).

παλαμάς πίνακας

Κωστής Παλαμάς: Ποιητική αυτοβιογραφία

KostisPalamas19001

Λίγοι ποιητές Έλληνες μας δίνουν μέσα από τα ποιήματά τους μια λεπτομερή αποτύπωση της προσωπικής τους ζωής. Ο Παλαμάς, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13.1.1859 στην Πάτρα, ανήκει σ’ αυτούς. Είκονες από τα παιδικά χρόνια στο Μεσολόγγι, από τη ζωή του ορφανού που το ανάστησαν χέρια συγγενικά, από τις χαρές και τους θρήνους της οικείας ζωής, στίχοι για τη γυναίκα του και, φυσικά, για τον τόσο πρόωρα χαμένο Άλκη, στον οποίο θ’ αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα επιτάφια κείμενα της ελληνικής γλώσσας, την ποιητική σύνθεση Τάφος, για τους συνοδοιπόρους στα γράμματα και τη λογοτεχνία, για την καθημερινή μάχη με τις λέξεις.  Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, αλλά και εν όψει του μεγάλου αφιερώματος στον ποιητή που ετοιμάζουμε για το επόμενο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ένα μικρό ανθολόγιο από αυτήν, την ποιητική, αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ

Στο Βασιλάδι χτύπησα με το σκληρό καμάκι
για το ξανθό αυγοτάραχο τον κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στης Κλείσοβας το πρόσχαρο εκκλησάκι,
ξεφαντωτής αμαρτωλός, του πειρασμού ραγιάς.

Άη Σώστη, εσύ με ξάφνισες· τού πλατιού πέλαου βόγγοι,
και τα καράβια τ’ άφταστα και τα διαβατικά !
Μ’ έδειρες, λιμνοθάλασσα, με πήρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγές αγιάτρευτες, ονείρατ’ αδειανά.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ δεν έμπαινες, πετούσες
καημένη θειά Βγενούλα, αμάχη, μπόρα,
σα να μην είχες με κανένα γνώρα,
δεν έστεκες, δεν άκουες, δεν κοιτούσες.
Οι Παναγιές οι χαμηλοβλεπούσες
του δρόμου σου κρατούσανε τη φόρα·
στο εικονοστάσι αγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη και παρακαλούσες:
«Ουράνια Χάρη, βόηθα τ’ ορφανό,
και στο κατατρεμένο σκέπη γίνε !»
Πάντα η θωριά σου μέσ’ στα μάτια μου είναι,
κ’ εγώ, και πάντα, το κατατρεμένο.
Μα σκέπη από κανέναν ουρανό
δεν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τα δεκατετράστιχα, 1919

* * *

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για με χτισμένο απ’ τών Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κ’ ένας σεισμός το ’ρριξε κάτου το παλάτι,
και μέσ’ στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

Ω του σπιτιού μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμάμαι του ερχομού σου την αγία τη μέρα·
μια χαραυγούλα σαν μαργαριτάρι
λεύκαινε τον αστρόσπαρτο ακόμα αιθέρα.

Το ρόδο ολόδροσο δεν έμοιαζες πριν πάρη
ν’ ανοίξει, αγκαλιασμένο απ’ τη χλωρή μητέρα,
σαν άπλερο και σαν ελεεινό σφαχτάρι
ήρθες ριμμένο από σκληρόχερο εδώ πέρα,

και σα να ζήταγες βοήθεια, άρχισες θρήνο
πιο θλιβερό από χτύπο νεκρικής καμπάνας,
κ’ έσμιξε με το βόγγο το στερνό της μάννας

ο πρώτος θρήνος. Άρχισε το μέγα Δράμα !
Τ’ ακολουθώ, κ’ αιστάνομαι μπροστά σε κείνο
ελέου και φόβου μυστικό μέσα μου κλάμα.

1894

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα, φάντασμα του λατρευτού μου
στην ορφανή μου αγκάλη.
Και σε κρατούσα όπως ποτέ δεν κράτησε μητέρα
το πρωτογέννητο παιδί στην αγκαλιά της,
και κάποιου πόνου μια ψυχή, χυμένη απ’ άλλο αέρα,
την όψη σου την άγιαζε με τ’ αντιφέγγισμά της.
Κ’ είσουν ωραίος, όπως ποτέ κανένας έρωτάς μου
δεν είτανε στης νιότης μου τα χρόνια,
και σώπαινες, όπως ποτέ δε μίλησαν τ’ αηδόνια
τών ποιητών στα βάθη της καρδιάς μου.

1906

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον​ ​ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μες στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ’ εμάς.

Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κι η άλλη ονειρευτή
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τριζόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.

Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ’ ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.

Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
το θείο κρασί στ’ ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.

Εδώ τα νιάτα σου ήτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
και το ’κρυβε η κληματαριά στο ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε… Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότατον, ήθελε τάφον,​ ω​!
Ποι​ο​ς να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό​.​

​Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ

Ζωούλα εσύ, που σ’ έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ’ αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.

Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθή τον ήχο σου και να τον ξαναπή,
γι’ αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ’ εσύ αζωγράφιστη πνοή.

Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ’ στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ’ αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ’ αγαθό.

Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
τών γαλανών παραμυθιών η άυλη ξωτικιά.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Στο φίλο Ν. Καμπά

Ο καιρός, η μελέτη, η ξενιτιά,
τη σκέψη αλλού σου γύρανε, σου σβύσαν
τα τραγούδια… Θυμάσαι ; ντροπαλά
τα τραγούδια το στόμα σου φιλήσαν.

Εμένα μ’ ηύρεν άπραγο η νυχτιά,
τα πόδια μου συχνά παραστρατίσαν,
μα η Μούσα γαληνή φεγγοβολά,
τα μητρικά της χέρια με κρατήσαν.

Τάχα και ποιούς να λάτρεψες θεούς,
από πίσω ποιές χίμαιρες να πήρες ;
Δεν ξέρω· αν είναι αταίριαστες οι μοίρες,

δεν κάνουν οι καρδιές τους αδερφούς ;
Σε ξανακούω, στο πλάι μου σ’ αγναντεύω,
κι από χαρά ο ασάλευτος σαλεύω.

1912

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ

Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.

Στ’ άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.

Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ’ ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925

* * *

ΚΑΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ…

Και μεσ’ στον τάφο ασάλευτο και μεσ’ στο ζόφο που με κλει,
σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,
με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει.
Και λάμπει η λυρική ψυχή και μεσ’ στο μνήμα εκείνη !

Βραδινή φωτιά, 1939

Κώστας Κουτσουρέλης: Τέχνη και ηλικία

lf

O ζωγράφος Lucian Freud στο ατελιέ του

Συνηθίζουν να μιλούν για έργα της ωριμότητας και έργα της νεότητας. Η διάκριση είναι σωστή, φτάνει να διευκρινιστεί ότι η κατάταξή τους εδώ δεν είναι ιεραρχική – το λογοτέχνημα, το καλλιτέχνημα που εκφράζει τη μέθη και την ένταση της βιολογικής ακμής δεν υστερεί απ’ αυτό που βασίζεται στην πείρα και την περισυλλογή της ηλικίας. Ακόμη και ο υπέρμετρος ιδανισμός της νιότης, η έφεση προς το ουτοπικό και το ανέφικτο, δεν βλάπτουν το άξιο έργο. Με τα λόγια του Βάρναλη: «ό,τι είναι ψέμα για την πείρα και για την επιστήμη, γίνεται αλήθεια αισθητική μέσα στα ηλύσια περιβόλια της Τέχνης, όταν ο δημιουργός μπορεί να τα μετουσιώσει σε ζωντανή ομορφιά».

Ο Ελύτης επιμένει ιδιαίτερα σ’ αυτό: «η πείρα μου ξέμαθε τον κόσμο»· «ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο». Στην αντίληψή του μάλιστα, η πολύχρωμη αισθαντικότητα της νεότητας είναι ανώτερη καλλιτεχνικά από την στοχαστική καταλλαγή του γήρατος. Η δική της βιωματική αλήθεια είναι προτιμητέα από τις συλλήψεις της καταλαγιασμένης διάνοιας όπως ακριβώς τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας είναι προτιμητέα (και ποιος θα αντίλεγε εδώ…) απ’ τα κέρδη και τις δάφνες του γήρατος.

Μια ποιήτρια πολύ διαφορετική από τον Ελύτη, το έχει δείξει αυτό εξαίσια, η Μάριαν Μουρ:

Και το πουλί ακόμα
ορθώνεται όταν τραγουδά, χαλύβδινη
στήνει μορφή προς τα ύψη. Τί αν είναι δέσμιο,
με το τραγούδι του σαλπίζει δυνατά
πόσο ασήμαντη είναι η ικανοποίηση,
πόσο αγνή είναι αντίθετα η χαρά.
Η μια είναι θνητότητα,
Η άλλη αιωνιότητης.

Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μια ποιητική της χαράς και της αθωότητας, αντίστροφη από εκείνη της αυτεπίγνωσης και της ενοχής, αλλά το ίδιο νόμιμη ή γόνιμη, αναλόγως πάντοτε του γούστου και των αναγκών του αναγνώστη. Αυτό που μπορεί κανείς να προβάλει ως ένσταση, είναι η εμπειρική μονομέρεια αυτής της ποιητικής, ότι καλύπτει δηλαδή ένα μόνο κομμάτι της ανθρώπινης περιπέτειας, αφήνοντας το υπόλοιπο άστεγο. Το ίδιο όμως επιχείρημα μπορεί να στραφεί εναντίον των περισσότερων σπουδαίων δηημιουργών. Πολλοί λίγοι, ελάχιστοι, είναι στην παγκόσμια λογοτεχνία λ.χ. οι συγγραφείς που αγκαλιάζουν όλη σχεδόν την ανθρώπινη κατάσταση, στην εκπληκτική της δαψίλεια, στη δε νεοελληνική λογοτεχνία ο μόνος νομίζω είναι ο Κωστής Παλαμάς.

Οι περισσότεροι συγγραφείς κάποια στιγμή ταυτίζονται λίγο πολύ με μια ηλικία και μένουν προσκολλημένοι σ’ αυτήν, ο Ελύτης με τη νεότητα, ο Καβάφης με το γήρας κ.ο.κ. Είναι φυσικό. Σωστά όμως κι ο Ώντεν ζητούσε από τον μείζονα ποιητή να συμβαδίζει με τη ζωή του, προσαρμόζοντας την τέχνη του σ’ αυτήν κι όχι τ’ αντίστροφο. Ο Σεφέρης το είχε πει ακόμη καλύτερα: ο ποιητής (πρέπει να) γράφει την «ιστορία του ζωντανού του σώματος». Τι σημαίνει αυτό; Ότι όπως αλλάζει το σώμα σου και οι ψυχικές παραστάσεις που το ακολουθούν, έτσι πρέπει να αλλάζουν και τα εκφραστικά σου μέσα, τα θέματα, τα ενδιαφέροντα, η ίδια σου η κοσμοθεώρηση – αλλιώς βλέπεις τη ζωή στα 30, αλλιώς στα 50, αλλιώς στα 70, στα γραψίματά σου αυτό πρέπει να φαίνεται με ενάργεια, ακόμη κι αν το τίμημα είναι να έρθεις σε σύγκρουση με τον προηγούμενο, παρωχημένο πια εαυτό σου, ακόμη κι αν σε εγκαλέσουν για «ασυνέπεια». Για τον μεγάλο ποιητή η ασυνέπεια δεν είναι επιλογή – είναι ανάγκη.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ