Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μικρός βυζαντινός κύκλος

Αλέξιος Κομνηνός

 

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ

Αυτοσκηνοθετούμενος ανοίγει το βιβλίο
με τα γραπτά του Μιχαήλ Ψελλού, κι αν τάχα πέσει
σε λέξη δίσημη, λοξή, θα πει: «για πάμε πάλι»
στον σκηνοθέτη του μυαλού. Μα κάποτε ταιριάζουν
οι μαύροι κύκλοι στο χαρτί με τις κρυφές ιδέες.
φαντάζει τότε σαν αφίσα κλασικής ταινίας
το προσωπείο που επέλεξε για την ιστοσελίδα.

Θα ρέουν τα χρόνια – πώς αλλιώς; Θα ’ρθούν νέοι ταξιδιώτες.
Eμείς διαρκώς ευάλωτοι στους άγνωστούς μας κλέφτες·
θα δουν το τι δεν είδαμε στους άφθαρτους καθρέφτες.

~.~

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο Αλέξιος μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
σαν λιονταράκι ατίθασο που δεν ακούει
τη μάνα του· σ’ ένα δασάκι τρέχει σκοτεινό.
Δεν σ’ έκλαψα αρκετά γι’ αυτό
το χέρι του Θεού μού στέρησε
και τον Ανδρόνικο. Μαζί πια ταξιδεύετε
πιασμένοι χέρι χέρι, ο διάδοχος κι ο διάδοχός του.
Σαν πέταλα στ’ αγέρι… Τον Αλέξιο
ψηφίδες στον ναό τώρα θυμίζουν,
την ομορφιά, τα νιάτα, την ευγένεια.
Για σένα, Ανδρόνικε, η αγάπη μου.
Δεν έχω τίποτα άλλο.

~.~

ΣΥΜΠΟΤΕΣ

Ο νέος δηλώνει Χριστιανός και με το χέρι
ψηλά τους άγιους και τον Θεό δοξάζει.
Στο τέλος της βραδιάς πικρό είναι το κρασί του
καθώς τον έρωτα θρηνεί, πεσμένος χάμω.

~.~

ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !

Θέλω να βρω τον τρόπο να μιλήσω σκοτεινά.
Τον ήλιο που με πυρπολεί και σαν πηγή δροσίζει
ποια γλώσσα τον σημαίνει; Πήγαινε να βρεις
τον στρατιώτη που έχασε την πίστη του
στην έρημο κι εκεί την ξαναβρήκε· ρώτα
το σύννεφο για το αίμα που ξεπλένει κάθε δράμα
ανθρώπινο – τίποτα δεν θα μάθεις. Κι ο Έρωτας,
το βλέμμα του, μονίμως μας μετράει. Θέλω μια μέρα
να εξεγερθώ, να φταίω για την οδύνη,
μα τρέμω την απώλεια, την άτεγκτή Του αγάπη,
και τώρα δα που με καλεί ( Συμεών, Συμεών ! )
τινάζω ολόχαρος τα δυο φτερά και τρέχω·
και τρέχοντας σκοντάφτω· και σκοντάφτοντας διστάζω.

~.~

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝ· ANTIO

Γερά κι αν με γραπώσεις θα ξεφύγω.
Το σώμα μου στα χέρια σου· για λίγο.
Σαν αίνιγμα σου ξεγλιστρώ, σαν χιόνι.
Μην απορείς μ’ εμένα, μη θυμώνεις.
μη με ρωτήσεις πώς με λεν· αντίο.

~.~

Σημειώσεις

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ
Ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.) είναι ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του βυζαντινού πολιτισμού, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα κ.ε.
ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143) και διάδοχος του θρόνου, Αλέξιος, η μορφή του οποίου έχει αποτυπωθεί στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε από αρρώστια ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία με τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος γιος, Ανδρόνικος, ανέλαβε να φέρει τη σορό πίσω στην πρωτεύουσα, αλλά πέθανε και ο ίδιος στον δρόμο της επιστροφής.
ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !
Πρόκειται για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (β΄ μισό 10ου-αρχές 11ου αι.), μοναχό και μυστικό και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της βυζαντινής λογοτεχνίας. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η επαφή με τον Θεό, την οποία προσδιορίζει συχνά με όρους ερωτικούς.

 

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Πέντε ποιήματα

 

Σ’ ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΕΝΘΕΙ

Σωστά Ιφιγένεια σε λεν· και τώρα,
που οι χαραμάδες στένεψαν, μας λείπει
η δύναμη που κρύβεις. Μην τρομάξεις
αυτούς που τόσο σ’ αγαπούν, μη φύγεις
για κάποιο αλόγιστο ταξίδι. Γύρνα,
μα σε βωμό παράλογο μην κάτσεις.
Συλλογίσου, μετά τη δίκαιη ψήφο
το αντίδοτο του θάνατου θριαμβεύει·
διώχνει το ανώφελο σκοτάδι· ζήσε
για εκείνους που το δράμα συνεχίζουν.

~.~ (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μάτι

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΜΑΤΙ

]]]]]]Απόκοπος, κοιμήθηκα λιγάκι,
και τότε βλέπω τέρας κι εφιάλτη:
μια κόκκινη γραμμή που δεν τελειώνει,
μα κτήνος σαν ατάιστο καλπάζει.
καταβροχθίζει δέντρα, σπίτια, δρόμους,
και δίχως σάρκα ανθρώπινη δεν παύει.
Και σκέφτηκα: «Τα μάτια μου ματώνουν».
και μάταια δάκρυα μ’ έκαψαν ώς χίλια.

]]]]]]«Ξυπνάτε με», φωνάζω, κι ας μονάχος
στο μαύρο τούτο τίποτα που μένει.
Ένα κενό. Κουλουριαστός σαν φίδι
τη λύτρωση του ξύπνιου μου προσμένω.
Στο δέρμα χίλιοι τόσοι σατανάδες
τα χέρια τους απλώνουν: «Μίλησέ μας!»
Τον ύπνο αναζητώ μέσα στον ύπνο.
Όλα θα ’χουν τελειώσει πριν ξυπνήσω.

]]]]]]Και μια φωνή πανάλαφρη μ’ αγγίζει,
αγγέλου σαν νεόκοπου, που ψάχνει
τον δρόμο του παράδεισου και κλαίει.
«Μικρέ, γιατί τη λήθη μου αποδιώχνεις;
Δεν φταίω εγώ, λοιπόν τι με ταράζεις;
Τεσσάρων και τριάντα χρόνων βάρος
―τόσο φορτίο μέχρι εδώ σηκώνω―
ν’ αντιπαλέψει πώς με τους αιώνες;»

]]]]]]«Συγχώρεσε του πόνου μου το θάρρος,
μα δεν συγκράτησα παρά μια ζέστη
και μια υγρασία φοβερή, σαν βρόχο
στην άβγαλτη φωνή μου. Μα έλα, πες μου,
τη σκάλα που οδηγεί στον πάνω κόσμο
πώς είναι να τη βρω; Ξέρεις τι θέλω,
στους ζωντανούς νέο χαράς να φέρω,
πως οδηγός και βοηθός θα στέκω
όταν τον δρόμο της ζωής δεν βρίσκουν».

]]]]]]Και σκέφτομαι, πια δρόμος δεν υπάρχει,
γιατί τ’ αφτιά μας σαν οχιάς κουφαίνουν.
Κι οι κήποι μας ασφόδελους δεν έχουν,
μ’ αγάπανθους και σμάρια από κηφήνες.
Δεν φτάνει ο λόγος σας. Είμαστε μόνοι.
Απόκριση ζητούσα να του δώσω,
μα πριν προφτάσω ξύπνησα. Και τώρα
καμώνομαι πως δεν καλοθυμάμαι.
Αναίσθητος σαφώς, ίσως κοιμάμαι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ