Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας

Θεσμολειχία ή Μια πρόταση για τα Κρατικά Παράσημα Λογοτεχνίας

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ

awardΑν ο πολιτισμός γενικά ως το σύνολο των επιτευγμάτων στην ανθρώπινη ιστορία και η τέχνη ειδικότερα ως η αναπαράσταση της ανθρώπινης δραστηριότητας αποσκοπούν στην ευημερία των πολιτών, των μαθητών, των εργαζόμενων, τότε χρειάζεται να διακρίνουμε τον ουσιαστικό πολιτισμό και την αισθητικά χαρακτηριστική τέχνη από τις ιδιοτελείς εκφάνσεις τους και τα κακέκτυπά τους.

Αλήθεια, σε ποιον πολιτισμό χωρούν –και ποιους ωφελούν– ο ανταγωνισμός της αγοράς, η εκμετάλλευση και απαξίωση των εργατών της τέχνης, τα μικροαστικά, λομπίστικα καλλιστεία για τη δημιουργία γενικά και τη λογοτεχνία ειδικότερα; Δες: φαινόμενα και μορφές στον καπιταλισμό. Οι επίσημοι παρασημοθέτες φρόντισαν ώστε οι θεσμοί επιβράβευσης να στεφανώνουν νικητές σε έναν «πόλεμο» που δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει ποτέ. Σε τέτοιες συνθήκες, ωστόσο, επαρκή εξάρτυση μπορεί να διαθέτουν και μετριότητες του συρμού. (περισσότερα…)

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με ποιήματα (άλλων)

Impression

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Νομικός δεν είμαι, συνεπώς δεν μπορώ να αποφανθώ περί λογοκλοπής από νομική άποψη. Δεν έχω, ωστόσο, λόγους ‒το αντίθετο μάλιστα‒ για να υποψιάζομαι καν πως οι προσφάτως καταγγέλλοντες τον Χάρη Βλαβιανό για συστηματική λογοκλοπή αγνοούν και τις νομικές διαστάσεις του θέματος.

Εγώ την λογοκλοπή μπορώ να την κρίνω με κάποια ασφάλεια μόνο από ηθική ή και αισθητική άποψη. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος ξεκίνησε με αρκετές προοπτικές, τις οποίες πολύ γρήγορα διέψευσε, παρατηρώ τα παρακάτω.

Πρώτον, οι στίχοι, οι στροφές, τα χωρία και οι ιδέες ολόκληρων ποιημάτων άλλων που ενσωματώνει ή ακολουθεί, όταν δεν είναι απλές μεταφράσεις, όχι μόνο δεν στέκονται στο ύψος των πρωτοτύπων, αλλά αποτελούν αδέξιες παραλλαγές. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει νομίζω πως τα ποιήματά του δεν έχουν την ποιότητα την οποία διαφημίζει ο ίδιος, οι εκδότες του και οι παρουσιαστές του. Δίνουν έντονα την εντύπωση πως αποτελούν ομοιώματα ποιημάτων ή τουλάχιστον μη ποιημάτων τα οποία διεκδικούν ρόλο ποιημάτων, μέσω ελλιπούς κατανόησης κριτικών θεωριών περί μετά- (post-) ποίησης. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια αισθητική πρόταση, αν ο ποιητής είχε κατανοήσει σε βάθος τις λειτουργίες αυτομεταμόρφωσης του ποιητικού λόγου και βέβαια ήταν ικανός να χειριστεί την γλώσσα με τρόπο δημιουργικό. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού έχουμε μόνο ατυχείς προσπάθειες, οι οποίες καταφεύγουν σε κοινότοπα αφηγηματικά τεχνάσματα.

Η δεύτερη παρατήρησή μου τώρα. Ο Χάρης Βλαβιανός δίνει την εντύπωση μιας κατασκευής του ιδίου. Ακολουθώντας κάθε είδους θεμιτές ή αθέμιτες κοινωνικές πρακτικές, εξασφαλίζει όχι εκτιμήσεις, αλλά εγκώμια για τις εργασίες του – εγκώμια των οποίων η σταθερά επαναλαμβανόμενη ομοιότητα δείχνει πως έχουν προέλευση τον ίδιο (υπό την μορφή δελτίων τύπου ή και προσωπικών υπαγορεύσεων). Εδώ το έργο έπεται της φήμης, όχι μόνο εμποδίζοντας την άμεση ανάγνωση και εκτίμηση, αλλά επιβάλλοντας αυτές που προαποφασίζουν ειδικοί και μη παρουσιαστές του έργου.

Το γεγονός πως γράφω ο ίδιος ποίηση, δεν μου επιτρέπει (αντίθετα με καθιστά κάπως «αναξιόπιστο») για να συνεχίσω με την αντικειμενική ‒ούτως ειπείν‒ εκτίμηση του ολέθριου για τον ίδιο δρόμου που έχει πάρει ο Χάρης Βλαβιανός. Είμαι αναγκασμένος, ωστόσο, να γράψω όλα τα ως άνω εκ του γεγονότος πως για πολύ καιρό υποστήριξα τις αρχικές προοπτικές του, προκαλώντας τα ειρωνικά σχόλια ομοτέχνων μου, οι οποίοι μου καταλογίζουν την επιβολή (τουλάχιστον στην αρχή) αυτού του ανθρώπου στα γράμματά μας.

Ασφαλώς, δεν αποδέχομαι μια τέτοιου είδους κατηγορία. Συχνότατα ο κριτικός προδίδεται από τον ποιητή που εκτιμά. Ο χώρος της ποίησης στη σημερινή Ελλάδα δίνει την εντύπωση μιας έρημης χώρας με νοσηρό κλίμα. Θα ήμουν ο τελευταίος που θα απέδιδα αυτήν την κατάσταση αποκλειστικά στον Χάρη Βλαβιανό (παρ’ όλο που έκανε ό,τι περνάει από το χέρι του για να τη δημιουργήσει). Είμαστε όλοι, όσοι διεκδικούμε τον τίτλο του ποιητή, υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Δεν δημιουργήσαμε αισθητική συνείδηση – παρόλο που ένας-ένας είχαμε και έχουμε και με το παραπάνω. Δεν συνομιλήσαμε ποτέ για την σχέση μας με το ευρύτερο πολιτισμικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Δεν δημιουργήσαμε αντισώματα. Το αντίθετο, συρθήκαμε πίσω από το ρεύμα της εποχής.

Όμως αν για κάτι αξίζει η ποίηση είναι πως δεν ακολουθεί το ρεύμα της εποχής της, αλλά το δημιουργεί ή τέλος πάντων προσπαθεί να το δημιουργήσει. Μπορεί αυτό να μοιάζει αφελές, εξωπραγματικό, αν αναλογιστεί κανείς την δεσποτεία αλλότριων προς την τέχνη πανίσχυρων κοινωνικών παραγόντων, μα τίποτα δεν δικαιολογεί την δειλία μας – ίσα-ίσα μας καταδικάζει στην ασημαντότητα.  Αν κάνω λάθος, ο θεός της ποίησης ας μη με δεχθεί στον παράδεισό του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ