Κίμων Καλαμάρας

«Μια ταινία πάνω απ’ όλα πρέπει να είναι διασκεδαστική»

null

~.~

Ο Αλεξάντερ Πέυν μιλάει στον Κίμωνα Καλαμάρα και το ΝΠ

Ο Αλεξάντερ Πέυν ανήκει στην γενιά των Αμερικανών σκηνοθετών που έκαναν τις πρώτες τους ταινίες στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όπως ο Ουές Άντερσον, ο Ντέηβιντ Ο΄ Ράσσελ και ο Κουέντιν Ταραντίνο. Έγινε διάσημος με το Πλαγίως (Sideways, 2004) που, μεταξύ άλλων, βραβεύτηκε με Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα διασκευασμένου σεναρίου. Μετά την επιτυχία αυτή, χρειάστηκε εφτά χρόνια ώς την επόμενη ταινία του, τους Απόγονους (Descendants, 2011) η οποία του χάρισε ξανά το Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου. Μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει επτά ταινίες και η πιο πρόσφατη, ο Μικρόκοσμος (Downsizing) έκανε πρεμιέρα στη χώρα μας στις 4 Ιανουαρίου 2018. Όπως αναφέρει ο ίδιος, στις ταινίες του προσπαθεί να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα του αμερικάνικου κινηματογράφου της δεκαετίας του ’70 και καλλιτεχνικά εμπνέεται ακόμη από το κλασσικό Χόλλυγουντ.

Ένα βροχερό πρωινό, προς το τέλος του Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή, λίγο πριν από τις 9:30, μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Περίμενε σ’ ένα χωριό λίγο έξω από την Πάτρα, όπως είπε, για το αυτοκίνητό του, που το είχε αφήσει στο συνεργείο για τακτικό έλεγχο. Έτσι ξέκλεψε λίγο χρόνο για την συνέντευξη αυτή. Τον Δεκέμβριο το πρόγραμμά του θα ήταν γεμάτο, με πρεμιέρες στην Αμερική και άλλα. Ήταν ιδιαίτερα χαρούμενος, τόσο για τη νέα ταινία όσο και γιατί λίγους μήνες πρωτύτερα η σύζυγός του, Μαρία Κοντού, γέννησε το πρώτο τους παιδί. Το τελευταίο τρίμηνο απολάμβανε την οικογενειακή ζωή και τον νέο του ρόλο ως πατέρα στο Αίγιο. Έχω την αίσθηση ό,τι με την νέα του ταινία ολοκληρώνει ένα κεφάλαιο και στον σκηνοθετικό του βίο, και από αυτό ξεκινήσαμε την συνέντευξη.

Οι πρώτες σας ταινίες –Πολίτις Ρουθ (Citizen Ruth), Σκάνδαλα στα Θρανία (Election)– καταπιάνονταν με κοινωνικά θέματα, αργότερα κάνατε κάποιες περισσότερο εσωστρεφείς, γύρω από πληγωμένους ανδρικούς χαρακτήρες (Σχετικά με τον Σμιθ, Πλαγίως, Απόγονοι, Νεμπράσκα) ενώ τώρα, με το Μικρόκοσμο, μοιάζει να επιστρέφετε σε ευρύτερα κοινωνικά θέματα, τον ρωτήσαμε. «Με πρωταγωνιστή και πάλι έναν πληγωμένο άντρα», απαντά. «Στον Μικρόκοσμο συνοψίζονται κάποια θέματα τα οποία, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα μας έχουν απασχολήσει (τον συσεναριογράφο Τζιμ Τέυλορ κι εμένα) τα τελευταία είκοσι χρόνια. Σε πολλές συνεντεύξεις μού αναφέρουν ότι η νέα ταινία είναι πολύ διαφορετική, λόγω των εφέ, και απαντώ πως δεν είναι. Η μικρόκοσμοςυπόθεση αντλεί από την επιστημονική φαντασία αλλά τη συνδυάζει σατιρικά με τα κοινωνικά ερωτήματα γύρω από την ιστορία του ανθρώπου. Η επόμενη ταινία δεν έχω ιδέα ακόμη τι θα είναι, αλλά θέλω να είναι κάτι τελείως διαφορετικό».

Ο Μικρόκοσμος αποτελεί το πιο φιλόδοξο εγχείρημά του μέχρι σήμερα, καθώς πραγματεύεται θέματα που αγγίζουν την πολιτική, ξεφεύγοντας από την μέχρι πρότινος κωμικοτραγική περιγραφή των μικρών, τοπικών κοινωνιών. Επιπλέον, αυτό που διαφοροποιεί την ταινία είναι το αφηγηματικό στυλ και, αν επιτρέπετε, η λογοτεχνική αναφορά, όπως θα έλεγε ο Χάρολντ Μπλουμ. Από το τσεχωφικό στυλ αφήγησης που μας είχε συνηθίσει, ο Πέυν τώρα περνά στο μπορχεσιανό. Στην ερώτηση τι νιώθει ότι έχει καταφέρει στην τελευταία του αυτή ταινία, μας είπε πως εκτός από την τεχνογνωσία των ειδικών εφέ που απόκτησε, έμαθε πως να χρησιμοποιεί πολλούς κομπάρσους, σε βαθμό που δεν κρύβει την επιθυμία του να δρέψει τους καρπούς αυτής της γνώσης στο μέλλον, με κάποια επική ταινία. Επιπλέον, είπε, ο ρόλος που έγραψε για την συμπρωταγωνίστρια του Ματ Ντέημον, Χονγκ Τσάου, και που η ίδια ενσαρκώνει πάρα πολύ καλά, σε βαθμό που η ταινία να ωφελείται από την απόδοσή της. «Μόλις ολοκληρώνω μια ταινία, συνήθως δεν μπορώ να την δω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Στο μοντάζ του Μικρόκοσμου, στις σκηνές που εμφανίζεται η Χονγκ Τσάου, είχα πάντα την ίδια αίσθηση πως η ταινία ήταν πιο ζωντανή, γιατί εκείνη ήταν εκεί. Επιπλέον, είχα να κάνω ρομαντική ταινία από το 2004. Στον Μικρόκοσμο, υπάρχει και αυτό το στοιχείο λοιπόν, πιο έντονο από ό,τι στο Πλαγίως».

Στην ερώτηση ποιό μέρος της δημιουργίας μιας ταινίας προτιμά, ανέλυσε τις δυσκολίες και τα στάδια βήμα βήμα: «Καταρχάς, όταν τελειώνεις το σενάριο είναι ένα καλό συναίσθημα», λέει με ύφος ανακουφιστικό και συνεχίζει, «το γράψιμο Alexander recent photoτου σεναρίου είναι ένα από τα πιο εφιαλτικά μέρη της δημιουργίας μιας ταινίας, αποτελεί μια αυστηρή αρχή που αντλείς από την page blanche (γαλλ. «λευκή σελίδα») και ίσως είναι το δυσκολότερο κομμάτι της διαδικασίας. Δεν είναι ότι απλά γράφεις. Πρώτα σκηνοθετείς στο μυαλό σου, φαντάζεσαι, οραματίζεσαι μια ταινία και έπειτα καταγράφεις την φαντασία αυτή, έτσι, είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα». Δεν κρύβει την αγάπη του για τα ταξίδια και την κοινωνική του φύση:«Μου αρέσει πολύ να αναζητώ τοποθεσίες για γύρισμα. Απολαμβάνω να είμαι έξω στον κόσμο, είμαι κοινωνικός και μου αρέσει να παρατηρώ τον κόσμο, να γνωρίζω ιδιοκτήτες πιθανών τοποθεσιών. Επιπλέον μια ταινία αγγίζει και επηρεάζει πάρα πολλές ζωές, όσους εργάζονται για την ολοκλήρωσή της, αυτούς που κινούνται γύρω της, τις οικογένειές τους, κ.ο.κ

Σχετικά με την επιλογή των ηθοποιών, μας είπε ότι είναι μια συναρπαστική διαδικασία και εξηγεί πως «οι σκηνοθέτες έχουμε μία σχέση αγάπης-μίσους με τους ηθοποιούς, τους αγαπάμε για αυτό που κάνουν, για την ευαισθησία και την προσωπικότητά τους και μερικές φορές τους μισούμε διότι φέρονται σαν μωρά. Επιπλέον, η σκηνοθεσία μπορεί να είναι μια αναζωογονητική, συναρπαστική διαδικασία, από την άλλη βέβαια πολλές φορές είναι σωματικά απαιτητική και γι’ αυτό πολύ κουραστική». Δεν έκρυψε την προτίμησή του για το μοντάζ λέγοντας πως «μπορείς να έχεις μια κανονική ζωή, να εργάζεσαι κανονικές ώρες γραφείου. Για εννέα με δώδεκα μήνες είσαι στο κολλημένος στην ίδια πόλη, όμως είναι ωραίο, έπειτα από όλο το Sturm und Drang (γερμ. «Θύελλα και Ορμή») της σκηνοθεσίας. Η διαδικασία του μοντάζ είναι μοναδική στον κινηματογράφο. Το γράψιμο του σεναρίου συγγενεύει με το θέατρο και το διήγημα, η σκηνοθεσία συγγενεύει με το θέατρο και την φωτογραφία, όμως το μοντάζ είναι μοναδικό. Τότε είναι που πραγματικά νιώθεις ότι δημιουργείς μια ταινία. Όπως έλεγε ο Κουροσάβα, ο μόνος λόγος που γράφω και σκηνοθετώ είναι για να έχω υλικό για μοντάζ».

Στην ερώτηση για το πώς ξεκινάει μια ταινία και τί τροφοδοτεί την έμπνευσή του, αναφέρει: «Συνήθως είναι μια αναλαμπή που μοιάζει να σου υπαγορεύει ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει ταινία. Μπορεί να αφορά μια γενική ιδέα, την συνολική ιστορία, μια κατασκευή, ή μια σύνθεση. Ένας από τους λόγους που μου αρέσει να διασκευάζω σενάρια είναι διότι ένα βιβλίο σε εισαγάγει σε έναν κόσμο, σε μια ιστορία που δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω επινοήσει. Όταν αισθανθώ ότι υπάρχει κάποια προσωπική σύνδεση με το συναίσθημα της ιστορίας και ταξιδέψω στα μέρη που διαδραματίζεται η ιστορία, τότε βιώνω μια πραγματικά πανέμορφη εμπειρία και λειτουργώ σαν να πρόκειται να γυρίσω κάποιο ντοκιμαντέρ».

Ο Αλεξάντερ Πέυν, ως σκηνοθέτης που βασίζεται κατ’ εξοχήν στη ρεαλιστική απόδοση των καταστάσεων και των χαρακτήρων που απεικονίζει, εξηγεί πώς: «Το Πλαγίως για παράδειγμα, η ταινία με τα κρασιά, ποτέ δεν θα μπορούσα να έχω σκεφτεί αυτή την ιστορία, ούτε σε εννιά εκατομμύρια χρόνια, ή τα Σκάνδαλα στα sidewaθρανία, δεν θα μπορούσα να έχω σκεφτεί να δείξω τον μικρόκοσμο των εκλογών μέσα από μια σχολική ταινία, από την στιγμή που δεν μου αρέσουν καθόλου οι ταινίες με σχολεία. Συνήθως, αυτές οι ιστορίες έχουν κατά κάποιο τρόπο βιωθεί από αυτούς που τις έγραψαν και φανερώνουν μια συναισθηματική αλήθεια. Δεν θα μπορούσα να συνδεθώ με μια ιστορία που δεν έχει την αίσθηση του πραγματικού και που ο συγγραφέας της δεν μπορεί να μεταδώσει αυτό το βιωμένο συναίσθημα. Ακόμη και τη Νεμπράσκα, που δεν είναι διασκευασμένο σενάριο από μένα, ούτε είναι δικό μου πρωτότυπο σενάριο, αλλά αποτελεί πρωτότυπο σενάριο γραμμένο από κάποιον τρίτο. Ο συγγραφέας του, έχει βιώσει όλα αυτά με τον πατέρα του, μέχρι έναν βαθμό φυσικά, και επινόησε τα υπόλοιπα».

Στην συνέχεια αναφέρει πως αυτό που τελικά τον καθυστερεί περισσότερο στην δημιουργία της κάθε ταινίας είναι το σενάριο και συμπληρώνει πως ο ίδιος δεν έχει αυτές τις εκλάμψεις τόσο συχνά, ή «αν τις έχω είμαι πολύ προσεκτικός στο ποια θα επιλέξω να υλοποιήσω γιατί πρόκειται για τεράστια δέσμευση. Με μόνη εξαίρεση το Νεμπράσκα. Μέχρι τώρα», συνεχίζει, «δεν έχω διαβάσει κανένα άλλο σενάριο το οποίο θα ήθελα να το έχω γράψει ο ίδιος. Γράφω λοιπόν, προσθέτοντας προσωπικά στοιχεία, μόνο από καθαρή απόγνωση. Με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η σκηνοθεσία από ό,τι το γράψιμο». Απαντώντας στο σχόλιο ότι παρ’ όλα αυτά έχει βραβευτεί ως σεναριογράφος, αναγνωρίζει το οξύμωρον, και προσθέτει χαριτολογώντας «δύο Όσκαρ και δύο Χρυσές Σφαίρες διασκευασμένου σεναρίου, όχι σκηνοθεσίας». Και επαναλαμβάνει: «Το να γράφεις σημαίνει να σκηνοθετείς, διότι όταν γράφεις φαντάζεσαι μια ταινία και καταγράφεις ό,τι έχεις φανταστεί. Είναι μέρος της ίδιας δημιουργίας. Επίσης ας μην ξεχνάμε ότι το μόνο Όσκαρ που κέρδισε ο Πολίτης Κέην, ήταν για το σενάριο».

Στις περισσότερες ταινίες σας δύο επαναλαμβανόμενα μοτίβα κάνουν την εμφάνισή τους. Το ταξίδι και η αναζήτηση της αγάπης, παρατηρώ. «Δεν μου αρέσουν πολύ τα ταξιδιωτικά φιλμ παρ’ όλα αυτά, πάντα, με κάποιο τρόπο, κάνω ταξιδιωτικές ταινίες. Αν θέλετε την εύκολη απάντηση, μπορούμε να πούμε πως το ταξίδι είναι μια εξωτερίκευση, η μεταφορά ενός εσωτερικού ταξιδιού. Βέβαια δεν ξέρω πόσο αλήθεια είναι αυτό, όμως ακούγεται ωραίο. Επιπλέον μου αρέσει να ταξιδεύω, να εξερευνώ τον κόσμο μου. Ακόμη και ο Μικρόκοσμος είναι μια ταξιδιωτική, επεισοδιακή ταινία και αφορά το ταξίδι του χαρακτήρα που υποδύεται ο Ματ Ντέημον». Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης: « Όλα όσα κάνουμε, δεν αφορούν κατά κάποιο τρόπο την αναζήτηση της αγάπης;»

Σε παλαιότερη συνέντευξή μας τον είχα ρωτήσει για τη μικρού μήκους ταινία με την οποία συμμετείχε στο Paris, je t’aime (2006) και ο ίδιος είχε αναφέρει ως πηγή έμπνευσης του το Summertime του Ντέηβιντ Λην (1955). Έτσι τον ρώτησα αν μπορεί να μας μιλήσει και για άλλες επιρροές του. «Εκεί η επιρροή είναι πιο άμεση», απάντησε, «μια ελεύθερη γυναίκα που βρίσκεται μόνη σε μια ρομαντική πόλη. Στο Πλαγίως προσπάθησα να συνδυάσω τα αμερικάνικα φιλμ της δεκαετίας του ’70 με την ιταλική κωμωδία της δεκαετίας του ’60. Παρ’ όλο που ήταν διασκευή σεναρίου, η έμπνευση προήλθε από τον Φανφαρόνο του Ντίνο Ρίζι (1962) με τους Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Βιττόριο Γκασμάν. Σχετικά με τον φωτισμό και τα χρώματα η επιρροή προήλθε από μια ταινία του Χαλ Άσμπυ, The Landlord (1970 ). Είναι η πρώτη ταινία όπου συμμετέχει ως διευθυντής φωτογραφίας ο θρυλικός Γκορντ Ουίλλις, που αργότερα τον βλέπουμε στον Νονό και στις πρώτες ταινίες του Γούντυ Άλλεν. Κατά την γνώμη μου ο μεγαλύτερος διευθυντής φωτογραφίας του 20ου αιώνα».

Στην ερώτηση με ποιους σκηνοθέτες παλαιότερους ή και της δικής του γενιάς νιώθει καλλιτεχνική «συγγένεια», μας είπε ότι συνεχίζει να αντλεί έμπνευση από παλιές ταινίες. «Συχνά οι επιδράσεις και η αισθητική μας στην ζωή, καλώς ή κακώς kurosawa2τερματίζονται ή παγιώνονται στο διάστημα από την εφηβεία μέχρι και τα 29 μας έτη. Από την εφηβεία μου μέχρι σήμερα παρακολουθώ και παλιές και ξενόγλωσσες ταινίες, και η άποψη που έχω για το πώς πρέπει να είναι μια εμπορική αμερικάνικη ταινία, διαμορφώθηκε από τον αμερικάνικο κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70, που σήμερα θεωρείται η χρυσή περίοδος του νέου Χόλλυγουντ. Επίσης μου αρέσει πολύ να βλέπω ταινίες του Άσμπυ και πάντα διερωτώμαι πως θα μπορούσα να αποτυπώσω στις δικές μου ταινίες αυτήν την ατμόσφαιρα, αυτό το ύφος. Παράλληλα, ο θαυμασμός μου για το κλασσικό Χόλλυγουντ ολοένα και αυξάνεται. Πηγαίνεις σε μια σχολή σκηνοθεσίας και όλοι κρύβονται πίσω από διανοουμενίστικες απόψεις, πίσω από τον Γκοντάρ και τον Ρεναί, εστιάζοντας στη δυσνόητη αφήγηση. Αντιθέτως, εγώ συμφωνώ με τον Κουροσάβα που λέει ότι μια ταινία πάνω απ’ όλα πρέπει να είναι διασκεδαστική και εύκολα κατανοητή. Ξεκινώντας από αυτά τα δύο συστατικά μπορείς να εμβαθύνεις όσο θες».

Την αγάπη του για την επιλογή των τοποθεσιών και την τεράστια σημασία που της αποδίδει, μας την αναλύει εις βάθος: «Καταβάλλω τεράστια προσπάθεια σε κάθε πτυχή της δημιουργίας μιας ταινίας, όμως υπάρχει μια τρομακτική ομοιότητα στην επιλογή ηθοποιών και στην επιλογή των τοποθεσιών και δαπανώ πάρα πολύ χρόνο και για τα δύο… το ένα αντικατοπτρίζει το άλλο. Προσεγγίζω τη μυθοπλαστική ταινία με την λεπτότητα κάποιου που κάνει ντοκιμαντέρ και επιθυμώ οι ταινίες μου να είναι πειστικές, ακριβείς και αληθοφανείς, ιδίως για τους ανθρώπους που πράγματι κατοικούν στα μέρη στα οποία κινηματογραφώ, είτε είναι στην Ομάχα είτε στην Χαβάη. Αν λοιπόν αυτοί παρακολουθήσουν μια ταινία μου θα πρέπει να σκεφτούν πως μοιάζει αληθινή. Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που έκανε ταινίες από το ’40 ως το ’60, ο Άνθονυ Μανν, και οι ταινίες του αποτελούν πηγή έμπνευσης για μένα, κυρίως στον τρόπο που η αφήγηση της ιστορίας του ήρωα που προβάλλεται σε πρώτο πλάνο, συνυπάρχει πάντα με μια θαυμάσια αίσθηση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κινείται, προσδίδοντας βάθος στο σύνολο».

Κάποια στιγμή με ρωτάει με χιούμορ πόσο διαρκεί αυτή η συνέντευξη: «Είμαστε ήδη στις εφτά σελίδες»; Του αρέσει πάρα πολύ να μιλά για τον κινηματογράφο και στην τελευταία μου, κάπως αφελή, ερώτηση για το αν η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, απαντά: «Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν μετασχηματιζόμαστε ως άνθρωποι παρακολουθώντας μια ταινία, αλλά σίγουρα αλλάζουμε, με μικρά βήματα, έτσι δεν είναι; Μέσα από τη ζωή των ανθρώπων που απεικονίζουν οι ταινίες, ίσως. Σκέφτομαι την τελική σκηνή του Κλέφτη Ποδηλάτων (1948) και πόσο όμορφή είναι, πόσο συμπονετική είναι η ματιά του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου, ή την τελευταία σκηνή από τα Φώτα της Πόλης (1931), μια εξαιρετικά συγκινητική σκηνή. Οι τελευταίες σκηνές στις ταινίες μπορεί να υπαινίσσονται κάτι το υπερβατικό. Τώρα, αν υψωνόμαστε, αν μεταμορφωνόμαστε ή όχι, εναπόκειται στο κάθε άτομο χωριστά. Ίσως κάτι τέτοιο πράγματι να συμβαίνει, και ίσως χρειαζόμαστε την τέχνη ως υπενθύμιση αυτής της δυνατότητας. Είναι υπέροχο που η τέχνη διευρύνει μέσα μας την αίσθηση της ανθρώπινης εμπειρίας, επεκτείνει τα όρια της ζωής μας πέρα από αυτά που βιώνουμε προσωπικά μέσα από την καθημερινότητά μας…»

Συνέντευξη ΚΙΜΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ

~.~

null

Δύο διηγήματα

bloody

~  .  ~ 

του ΚΙΜΩΝΑ ΚΑΛΑΜΑΡΑ 

~  .  ~ 

ΤΑΙΝΙΑ

Περπατούσαμε στα πλακόστρωτα στενά παραπατώντας στο κρύο. Τα φώτα της νύχτας ύφαιναν έναν προστατευτικό ιστό όπου μέσα του περιπλανιόμασταν. Σπρώξαμε την ξεκλείδωτη πόρτα και ανεβήκαμε τις σκάλες βιαστικά. Μπαίνοντας, η μυρωδιά του χώρου μας έσπασε τη μύτη.

Πρώτη γερή γροθιά ενός χαμένου πυγμαχικού αγώνα. Κατεβήκαμε τρέχοντας προς το πλακόστρωτο, όπου ένα φως από το απέναντι πεζοδρόμιο μας τράβηξε κοντά του. Ανεβήκαμε ξανά μια σκάλα. Το μαγαζί είχε αναδουλειές και η μαντάμ μας καλωσόρισε νυσταγμένη . «Έχει γενέθλια ο φίλος μου» της είπα. Μας χαμογέλασε ψυχρά καθώς διαφορετικές οπτικές από λευκά οπίσθια, ροζ στήθη, μπλαβιασμένα πόδια και κόκκινα χείλη, σαν φιγούρες παράξενου κουκλοθέατρου, πέρασαν από μπροστά μας και έπειτα χάθηκαν πίσω από μια κουρτίνα. Το έντονο άρωμα και ο ξένος ιδρώτας έμειναν για λίγο στην σκηνή. Το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Κοιταχτήκαμε με τον Λεό με κάποια δυσφορία και κατηφορίσαμε βιαστικά την σκάλα. Βγήκαμε στο πλακόστρωτο, περάσαμε στον κεντρικό δρόμο και πήραμε ταξί.

Το επόμενο βράδυ ήρθε με το αμάξι. Ήπιαμε ουίσκι, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Κάποια στιγμή έβγαλε τον μπλε σκούφο, μου έδειξε το κεφάλι του και άρχισε τις εξομολογήσεις. «Τι είναι αυτό;», ρώτησα ξαφνιασμένος. Στην αριστερή πλευρά του κρανίου είχε φυτρώσει ένα τεράστιο ροζ σπυρί. Ήπιε λίγο κάνοντας μια γκριμάτσα. Άναψα ένα τσιγάρο και έμεινα σιωπηλός. «Αυτή η πουτάνα φταίει» είπε ξαφνικά. Από τη μέρα που γύρισα από το Λονδίνο το έχω. Κάθε μέρα μεγαλώνει.» Είχε πάει να την δει πριν από ένα μήνα περίπου. Μέχρι χθες έδειχνε χαρούμενος.

Βγήκαμε στο δρόμο και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι. Το βράδυ μόλις ξεκίναγε. Παρκάραμε σε έναν λαβυρινθώδη πεζόδρομο πίσω από την πλατεία Συντάγματος και κατευθυνθήκαμε σε ένα μπαράκι. Ήταν μισοάδειο. Ο μπάρμαν, καραφλός, κοντά στα σαράντα, έφτιαχνε κοκτέιλ για κάποια παρέα. Είχε αρκετό κρύο και καθώς περιμέναμε έξω με τα τσιγάρα αναμμένα, είπαμε να πάρουμε Bloody Mary. Αργούσε να τα ετοιμάσει. Μπήκαμε μέσα, καθίσαμε στα ζεστά και ακουμπώντας στον πάγκο, χαζεύαμε τον λιγοστό κόσμο, σχολιάζοντας το παρηκμασμένο ντεκόρ. Πάτωμα με σκούρο μωσαϊκό, λαχανί τοίχος, χάρτινα φώτα ταβανιού με κόκκινες και μπλε λάμπες, συμπλήρωναν την αισθητική πανηγυριού. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να είναι κανείς εκεί. Τρίτη βράδυ. Η πόλη όλη έμοιαζε με ένα φτηνό ρημαγμένο ντεκόρ. Και αν ήσουν αρκετά νηφάλιος, κάτω από την μουσική του τελευταίου αυτού ανοιχτού μπαρ, μπορούσες και άκουγες αμυδρά τον επιθανάτιο απολογισμό που χαράσσονταν από κάποιον μαρμαρά.

Πίσω από το φρούριό του, ταμπουρωμένος, συνέχιζε ατάραχος να ανακατεύει διάφορα υλικά. Η μουσική έβγαινε σα χαμηλή βοή, σαν δυνατός ψίθυρος στο αυτί κάποιου και έκρυβε κάπως σα πέπλο τις πραγματικές μας διαθέσεις. Εκείνος, σα να μη έτρεχε τίποτα, έσκυβε κάτω από τον πάγκο, ρωτούσε που και που για τις μυρωδιές και τις γεύσεις που μας άρεσαν, κι έπειτα ανακάλυπτε κάτι καινούργιο και το πρόσθετε σε κάτι πελώρια ποτήρια. Έπειτα από ώρα, φύτεψε δυο πράσινα κλαδιά σέλερι στα κόκκινα ποτήρια και τα έσπρωξε μπροστά μας. Επανήλθαμε στην συνειδητή μας κατάσταση. Τα πήραμε, του γυρίσαμε την πλάτη, ήπιαμε και κοιταχτήκαμε. Έπειτα από λίγο, ο Λεό γύρισε προς τον καραφλό τύπο και άρχισε να ανακατεύει μπροστά του τα δικά του, τα δικά μας υλικά, άρχισε να φτιάχνει και να αυτοσχεδιάζει και να σερβίρει την δική μας πραγματικότητα. Του έλεγε πως δούλευα ανταποκριτής στον Κόρακα της Νέας Υόρκης, πως ο ίδιος έμενε στο Τορόντο. Του μίλαγε άλλοτε με αγγλικές φράσεις άλλοτε με κάποια προφορά, έσκυβε μπροστά για να του πει για τις σημαντικές δουλειές του, για τους αλγόριθμους και τις γλώσσες προγραμματισμού και πως θα είναι εδώ για λίγες μέρες μόνο. Τέλος, αφού τον είχε ήδη μαγέψει με τα προκαταρκτικά, του πρόσφερε το κοκτέιλ: «Θα μπορούσε να γράψει ένα άρθρο ο φίλος μου για το μπαρ».

Του γύρισε για λίγο την πλάτη, ακούμπησε τους αγκώνες και άρχισε να γελάει πνιχτά.

Ο μπάρμαν ήταν τόσο ενθουσιασμένος με μας, όσο κι εμείς με τα ποτά του. Τα εντυπωσιακά μπλε μάτια του γυάλισαν στιγμιαία και το γκρίζο αραιό γένι, πήρε για λίγο μια ξανθιά απόχρωση. Η φλόγα του νεανικού του εαυτού τρεμόπαιζε κάτω από την θράκα της παγωμένης αλήθειας. «Με πετυχαίνετε σε δύσκολη στιγμή… ο πατέρας μου είναι στα τελευταία του, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο άκουσα τον τελευταίο καιρό», είπε με βραχνή φωνή, με μάτια υγρά από συγκίνηση. Συστηθήκαμε. Κοίταξα τον Λεό, καθώς κατέβαζα μια γερή γουλιά. Με κοίταξε και αυτός για μια στιγμή καθώς δάγκωνε το σέλερι. «Χάρη μας φτιάχνεις άλλα δύο;» έκανε ο Λεό, μπουκώνοντας την τελευταία λέξη με την πρασινάδα και ακούμπησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο.

«Τελικά, πως απ’ τα μέρη μας παιδιά;», άρχισε πάλι την συζήτηση ο Χάρης καθώς μετά από ώρα μας έδινε τα ποτήρια. Η ιστορία του Λεό είχε τόση επιτυχία που άρχισε να την επαναλαμβάνει. Την στιγμή που έλεγε ότι το μαγαζί θα έμπαινε στις σελίδες του Κόρακα, έγνεψα επικυρώνοντάς την και ο Χάρης έσκυψε στον Λεό και του τσίμπησε ελαφρά το μάγουλο. Ο Λεό τραβήχτηκε ασυναίσθητα, ίσιωσε τον σκούφο, τράβηξε μια τζούρα από το ποτήρι και δάγκωσε λίγο ακόμη σέλερι αδιάφορος.

Πληρώσαμε, πήραμε τα ποτά και βγήκαμε να πάρουμε αέρα. Με τα κόκκινα ποτήρια μισογεμάτα, προχωρήσαμε μέσα στην νύχτα.

«Γυναίκες…», είπε ο Λεό μετά από πέντε λεπτά περπάτημα, «κοίτα πως έχει γίνει το κεφάλι μου». Έβγαλε το σκούφο. Ήπια λίγο από το ποτήρι μου και κάθισα σε ένα παγκάκι. Είχε κόψει τα μαλλιά με την ψιλή και το σπυρί κατακόκκινο τώρα , φαινόταν έντονα πάνω στο άσπρο κρανίο. Έμοιαζε με μπαλάκι του τένις. Όλο το άγγιζε με προσοχή και μανία ταυτόχρονα, προσπαθώντας να το ξορκίσει από την μία και από την άλλη, έμοιαζε σχεδόν περήφανος για το παράξενο τραύμα του.

«Γιατί δεν κάνεις καμιά συνέντευξη με εκείνον τον σκηνοθέτη που όλο μιλάει για τις γυναίκες στις ταινίες του; Τον είδα τις προάλλες στο εστιατόριο της εταιρείας. Θέλει να κάνει μια εκπομπή άκουσα». Εργαζόταν για λίγους μήνες σε μια εταιρεία που διαχειριζόταν ένα τηλεοπτικό κανάλι. «Ναι…» αναφώνησε, «θα πας στον κ. Πέτρο και θα του πεις πως θες να κάνεις μια συνέντευξη με έναν διάσημο και πως για τον λόγο αυτό θες κάποια χρήματα». «Ο κ. Πέτρος έχει βυζιά, μεγαλύτερα από το σπυρί σου», του είπα «και όταν του ζητήσω χρήματα για συνέντευξη θα με στείλει από εκεί που ήρθα».

Είχε περάσει ένα εξάμηνο που εργαζόμουν στον Πρωινό Κόρακα ως άμισθος αρθογράφος, είχα ήδη κάνει ένα πρωτοσέλιδο, μα χρήματα δεν φαινόντουσαν πουθενά στον ορίζοντα. «Κάνε μια συνέντευξη, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα στον κυρ-Πέτρο. Θα του την πας μετά και θα μείνει με τις ρόγες σηκωμένες. Μετά θα γίνουμε φίλοι με τον σκηνοθέτη και θα μας βάλει σε κάποια ταινία του». Τί ρόλο;» έκανα. «Να, εμείς, που θα κυκλοφορούμε στην κωλοπόλη με τα ποτά μας στο χέρι.» Μου άρεσε η ιδέα, «…και θα είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι, θα μπαινοβγαίνουμε στα μπαρ και στα μπουρδέλα και θα δουλεύουμε κόσμο». «Και θα ερωτευόμαστε κάθε βράδυ και από μία διαφορετική γυναίκα» πρότεινα, ανήμπορος να αποχωριστώ το ποτήρι.

Ανάβαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, περπατάγαμε λίγο και έπειτα σταματάγαμε για να προσθέσουμε ιδέες για την ταινία μας. Όταν η σκέψη μας έφτανε σε μια ικανοποιητική ρήξη με την πραγματικότητα, σηκώναμε τα ποτήρια, πίναμε μια γερή γουλιά και συνεχίζαμε το περπάτημα. Πήγε έτσι για καμιά ώρα μέχρι που φτάσαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια του Μεταξουργείου. Αφήσαμε τα άδεια ποτήρια δίπλα σε κάποιο δέντρο και ανεβήκαμε. Η μυρωδιά μας έσπασε την μύτη. Το μέρος ξεχείλιζε από κόσμο που περίμενε τα διαπιστευτήρια. Το ίδιο τραγικό έργο με διαφορετικούς ηθοποιούς.

«Μάγκες είναι καλή;», ρώτησε ο Λεό την ομήγυρη. «Κι εμείς περιμένουμε» έκανε αθώα ένας νεαρός. «Δεν έχει βγει ακόμη» συμπλήρωσε με κατανόηση ένας άλλος. Κατεβήκαμε την σκάλα στο λεπτό και χαθήκαμε μέσα στο θαμπό φως.

~  .  ~

ΤΟΥΙΤΙ

Με σήκωσε το επίμονο τηλεφώνημά της. «Πρέπει να σώσουμε ένα γατάκι» είπε. «Το είδα καθώς πήγαινα στην αγορά. Γυρίζει εδώ και κει ολομόναχο. Είναι πολύ μικρό.» Η φωνή της ακουγόταν συγκεκριμένη όσο και ψεύτικη. Το φως που πέφτει στο δωμάτιο από έναν σκονισμένο φεγγίτη. «Εντάξει, κατάλαβα, θα περάσω να σε πάρω σε καμιά ώρα» και κατέβασα το ακουστικό.

Όποτε έβλεπε κάποιο αδέσποτο ήθελε πάντα να το πάρει σπίτι. Ήταν ικανή να θυσιαστεί, να μονομαχήσει, να βάλει και τα χέρια της στην φωτιά, ακολουθώντας τα ίχνη κάποιας πρωινής έμπνευσης. Αυτό ξεκίνησε πριν από ένα δίμηνο, όταν έχασε το γάτο που της είχα πάρει. Τον άφηνε να κάνει βόλτες στον δρόμο και, όποτε κουραζόταν από το κυνήγι, ανέβαινε στο σπίτι. Νιαούριζε μέχρι να του ανοίξει την πόρτα. Έμπαινε βουβός με σηκωμένη ουρά και ίχνη εξάντλησης στο γατίσιο πρόσωπό του. Βάδιζε αργά και σίγουρος προς την κουζίνα, απαιτώντας με ένα βλέμμα την αγαπημένη του τροφή. Αργότερα το απόγευμα, έκοβε βόλτες επιδεικτικά, πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού, αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Όταν σκοτείνιαζε νιαούριζε και του άνοιγε να κατέβει. Στην αυλή στεκόταν και τον περίμενε ο Μπάτμαν. Οι δυο τους, οι αγαπημένοι γάτοι της γειτονιάς. Ήταν ασπρόμαυρος με φουντωτό τρίχωμα και με μια άσπρη τούφα στην άκρη της μαύρης του ουράς. Κάτω από τα κίτρινα γαλήνια μάτια του, κάτω από την γκρίζα μουσούδα, λίγο μαύρο τρίχωμα θύμιζε αυστηρό αλλά, περιποιημένο σε κουρέα, μουστάκι. Στην γειτονιά οι μισοί τον φώναζαν Χίτλερ και οι υπόλοιποι Σύλβιο. Εμείς τον φωνάζαμε Τουίτι.

Την πρώτη μέρα που της είχα φέρει τον Τουίτι –δεν θα ήταν πάνω από τριάντα ημερών– τον κοίταξε στο πρόσωπο καλά-καλά, μετά κοίταξε εμένα και με μια γκριμάτσα μου είπε: «Καλά, επίτηδες μου το πήρες; Αυτό είναι κακάσχημο». Όταν όμως το έχασε, για δύο βδομάδες με τράβαγε κάθε βράδυ και περπατάγαμε ολόκληρη την γειτονιά με μια σακούλα τροφή στο χέρι. Αφήναμε και από μια χούφτα σε κάθε τετράγωνο μπας και ο γάτος την αναγνώριζε. Το νιαούρισμά του δεν το ξανακούσαμε και η ίδια έπνιγε μέρα με τη μέρα τον πόνο μέσα της. «Αφού ήταν άσχημο, έτσι δεν μου έλεγες;» «Ναι, αλλά, όταν μεγάλωσε έγινε όμορφος και εγώ τον αγάπησα. Τον αγάπησα όπως και αν ήταν». Αν τόλμαγε κάποιος κτηνίατρος να αναφέρει το μουστάκι του δεν μας ξανάβλεπε. «Αυτό για να μάθει», μου έλεγε συνωμοτικά, καθώς μπαίναμε στον καινούργιο για τα εμβόλια.

Δεν υπολόγισα καλά το ξενύχτι με τον Λεό. Σε ένα μισάωρο, σκέφτηκα, θα πρέπει να έχω τινάξει από πάνω μου κάθε ίχνος από την προηγούμενη βραδιά: Τρία ουίσκι, δύο Bloody Mary και μερικά ακόμη που δεν ξέραμε τι περιείχαν. Κατάπια δύο ντεπόν και μπήκα στο μπάνιο. Τα νυχτοπερπατήματα, πάντα αυθόρμητα, χωρίς κανένα πλάνο και σκοπό, έμεναν μεταξύ μας. Πάντα, όλο και κάτι θα συνέβαινε που, το θυμόμασταν ξαφνικά την επομένη και αναρωτιόμασταν πως ακριβώς να είχε συμβεί. Ένα απόγευμα είχε καλέσει και περίμενε από κάτω ανήσυχος: «Έχω μπλέξει». Μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησε να οδηγεί σα τρελός. «Πού πάμε; Δεν είναι λίγο νωρίς για ποτό»; «Στο χθεσινό μπουρδέλο. Το θυμάσαι»; Είχαμε μπει σε καμιά δεκαριά.«Στο τελευταίο… με πήρε η μαντάμ και μου είπε πως ξέχασα εκεί το πορτοφόλι μου. Είχα σε ένα χαρτί το τηλέφωνο του αφεντικού μου και πήρε στην δουλειά». «Ωραία…».

Λίγο μετά το μεσημέρι, ήμουν κάτω από το σπίτι της και περίμενα στο αμάξι. Μπήκε μέσα βιαστικά και ξεκίνησα αργά. «Που πάμε;» την ρώτησα. «Ούτε ένα μικρό φιλί;» «Καλά πας, θα σου πω στο δρόμο» είπε, δίνοντάς μου ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάμε να σώσουμε το γατάκι. Α-μέ-σως!». Μου έλεγε να στρίψω από δω να μπω στο τάδε στενό να βγάλω φλας αριστερά να κορνάρω στον μπροστινό που σερνόταν, μέχρι που φτάσαμε έξω από το μπουρδέλο που είχε ξεχάσει ο Λεό το πορτοφόλι του λίγα βράδια πριν. Παρκάρισα όσο πιο αργά μπορούσα μιας και δεν ήμουν έτοιμος για καβγά. Πόσο χυδαία είναι αυτή η πόλη, σκέφτηκα. Τα πάντα βρίσκονται μια ανάσα από την μικρή μας γειτονιά.

Βγήκε τρέχοντας από το αυτοκίνητο και πήγε στο πεζούλι όπου το είχε δει το πρωί. Το φως από τον πρώτο ήταν σβηστό. «Πού είναι το γατάκι;» την ρώτησα με αγωνία. «Εδώ στις σκάλες ήταν, πριν δυο ώρες». Ρώτησε το παιδί από τον διπλανό φούρνο που, μόλις είχε βγει στην πόρτα να μας επεξεργαστεί, και της είπε πως πριν λίγο είχε περάσει κάποιος κύριος και το μάζεψε. Το παιδί του φούρνου το είχε συμπαθήσει και μας διηγήθηκε πως κάθε πρωί στις 7:30 του έβαζε γάλα. Το καημένο, σκέφτηκα, δεν κάνει να πίνει γάλα. Μια-δυο φορές του πήρε και τροφή.

Ήταν απαρηγόρητη. «Σίγουρα το πήρε κάποιος;» ρώτησε ξανά. Περίμενα χωρίς να ακούω τι έλεγαν μεταξύ τους, πιασμένος σε έναν νοητικό ιστό μεταξύ ενοχής και αθωότητας. Γύρισε και με κοίταξε με ένα ήρεμο βλέμμα. «Πάμε να ψάξουμε άλλη μια φορά τον Τουίτι;» ρώτησε, και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι.

Κίμων Καλαμάρας

Κίμων Καλαμάρας: Η παρακμή της Ρώμης

shado

Αγαπητέ Γιώργο και αγαπητή Καίτη

Τα χρόνια που οι Ρωμαίοι ήταν κυρίαρχοι του κόσμου, ένας από τους πιο υψηλούς ηθικούς κανόνες της κοινωνίας αυτής ήταν η φιλία. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Πύριλλος, έμεινε γνωστός για τα υδραγωγεία και τα λουτρά που χρηματοδότησε στις δυτικές συνοικίες, από τα προάστια μέχρι και τις παρυφές της Ρώμης. Όμως η ιστορία, καθώς τον μνημονεύει κυρίως για τα δημόσια αυτά έργα, τον αδικεί.

Από τα επιμέρους οφέλη για την υγιεινή των κατοίκων της ιδιαίτερης αυτής περιοχής, περάσαμε στην ολική αναβάθμισή τους. Οι άνδρες άρχισαν να συχνάζουν εκεί αναζητώντας παρέες με νόημα, άρχισαν να κοινωνικοποιούνται και να τους απασχολούν τα τρέχοντα ζητήματα, να καλλιεργούν καθημερινά τις φιλοσοφικές τους ανησυχίες και να προτιμούν μια καλή πολιτική συζήτηση σε μια φιλική ατμόσφαιρα, από τις μέχρι πρότινος άσκοπες συνήθειές τους, που περιορίζονταν στην κατανάλωση φθηνού οίνου. Οι γυναίκες διατηρούσαν πλέον καθαρό το σπίτι, που τώρα είχε μεταμορφωθεί σε ένα ευτυχές καταφύγιο, σε ένα πραγματικό κάστρο, σε μια ερωτική φωλιά. Τα λουτρά και το τρεχούμενο νερό, έφεραν την καθαριότητα στην σωματική υγιεινή και την διαύγεια στην ηθική ζωή.

Οι ευχάριστοι κύκλοι συζητήσεων, που αρχικά δέχτηκαν δριμεία κριτική περί της χρησιμότητάς τους, γρήγορα μετατράπηκαν σε φιλοσοφικούς κύκλους. Η πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Πύριλλου, που πολύ ορθώς είχε σκεφτεί πως, για να αλλάξει ο άνθρωπός θα πρέπει πρώτα να αλλάξει η πόλη, απέδιδε τους πρώτους της καρπούς. Οι άξεστοι πολίτες που μέχρι χθες πέταγαν πέτρες στον αέρα, περιμένοντας μάταια τον χρόνο να κυλήσει, έγιναν οι διανοούμενοι, υπαρξιακοί της διπλανής πόρτας. Οι οικογενειακές σχέσεις άρχισαν να ομαλοποιούνται και η ευτυχία άρχισε να φωλιάζει σε κάθε εστία, πάνω σε κάθε πλακόστρωτο δρομάκι. Έτσι, οι υποβαθμισμένες δυτικές συνοικίες της Ρώμης, άρχισαν σιγά σιγά να αναπνέουν τον καθαρό αέρα του δυτικού πολιτισμού, αναρριχώμενες την σκάλα της πνευματικής δόξας.

Από αυτές τις συνοικίες βγήκε ο μεγάλος θεωρητικός της οικονομίας Μπερτολδίνος, ή ο ζωγράφος αμφορέων και ναών, Σκάντζιος. Εκεί έζησε ο ποιητής Τίμων ο Αναξαμένης και εκεί διέπλασε συνειδήσεις, ο μεγάλος διδάσκαλος των παίδων Παπάριους. Και ω! η υπέροχη στιγμή, που όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνδρες συναντήθηκαν κάποτε, όπως λέει η ιστορία, τυχαία, σε ένα πνιγμένο από τους υδρατμούς δημόσιο λουτρό, με τ’ αχαμνά τους να στάζουν ιδρώτα και καθώς τσούγκριζαν τα aqua vitae ανάμεσα από ατέλειωτες φιλοσοφικές διαμάχες περί στηθών και οπισθίων των γυναικών, η φλόγα μιας όμορφης και αγνής φιλίας άναψε… φλόγα που έμελε να κρατήσει μια ζωή και να μας ανταμείψει με τα γνωστά αριστουργήματα της τέχνης, με τα σύγχρονα φιλοσοφικά πίτουρα με τα οποία και εξετράφη η δυτική σκέψη περί μακροοικονομίας και παιδείας αντιστοίχως. Είναι η φιλία λοιπόν… βεβαίως τα λουτρά και τα υδραγωγεία του Πύριλλου, αλλά κυρίως η φιλία, καθώς αυτή εμπεριέχει το στοιχείο του έρωτα, της αγάπης, της δημιουργίας. Είναι η φιλία που ύψωσε τον ρωμαϊκό πολιτισμό, πάνω από τα όρη και τις ταραχώδεις θάλασσες της Μεσογείου, θέλοντας να κάνει τον άνθρωπο να αγγίξει τα σύννεφα, κάτι από την θεϊκή φτέρνα του Δία.

Αγαπητέ Γιώργο, είσαι ο μοναδικός φίλος που γνωρίζω μια ζωή σχεδόν, από το δημοτικό μέχρι σήμερα… πάνε 30 έτη, manus in mano, bona fide και cum laude. Έκατσα λοιπόν ώρα πολλή και συλλογίστηκα. Έπειτα, έμεινα για διαστήματα χωρίς να πιέζω τον εαυτό μου να βρει μια απάντηση. Και μετά, με καθαρό μυαλό ξανάπιανα να συλλογίζομαι την φιλία μας. Την βδομάδα που πέρασε, σκέφτηκα εις βάθος, και τελικά, κατόρθωσα να δω απευθείας στην ψυχή σου·… μια για πάντα! Κάτω από την σκόνη των ετών και των συναισθημάτων, ξεδιάλυνα μια μεγάλη καρδιά, μια απέραντη μεγαλοψυχία. Έτσι κατέληξα πως, η μεγαλοψυχία σου απαντά στην ερώτηση, γιατί εσύ και η Καίτη δεν έχετε ποτέ σας ενοχληθεί -είτε στο παρελθόν, είτε ακόμη και πιο πρόσφατα- με το ότι η κοινή μας φίλη Μαίρη, από καιρού εις καιρόν, αρέσκεται να μας κατηγορεί. Πότε εσάς τους δύο στους φίλους σας, πότε την Ναταλί και μένα σε σας, κ.ο.κ. Για κανέναν απολύτως λόγο. H Μαίρη, την οποία είχα την καλή διάθεση να συστήσω στην όμορφη παρέα μας. Ακριβώς δεκαεπτά έτη πριν. Λοιπόν Γιώργο, στέκομαι ακίνητος σαν μπροστά από ακέφαλο ρωμαϊκό γλυπτό στην Αρχαία Αγορά και πραγματικά θαυμάζω την μεγαλοψυχία σου αυτή.

Η καημένη η Μαίρη… Τις προάλλες την είδα στην γειτονιά να ταΐζει γύρω στις 38 γάτες, έξω από κάποια εγκαταλελειμμένη κατοικία και συνειδητοποίησα πως, δεν έχει άλλους φίλους εκτός από τους δικούς σου και την πρώην σύζυγό μου. Έτσι, αφού το σκέφτηκα όπως σας είπα, πραγματικά σας συγχαίρω για την μεγαλοψυχία σας να καλέσετε στον γάμο, όχι μόνο την Μαίρη αλλά και την Καλλιόπη, την οποία και είχα κάποτε παρατήσει, εις τα κρύα κάποιου λουτρού.

Στο ίδιο πνεύμα, προσπαθώντας να γίνω καλύτερος άνθρωπος… σας στέλνω μια λίστα με ονόματα από γυναίκες με τις οποίες σχετιζόμουν, ώστε να τις καλέσετε και αυτές στον γάμο σας. Και γιατί όχι; Στο τέλος ίσως πιάσουν φιλία με την Μαίρη έτσι ώστε, όλες μαζί, να μας κατηγορούν a cappella.

Με αληθινή αγάπη,

Νίκος

Υ.Γ.  Πήρα πρωτοβουλία και μίλησα με την πρώην συζυγό σου. Θα φλεγόμουν από τα ίδια δάκρυα χαράς, θα κατακλυζόμουν από το ίδιο αίσθημα μεγαλοψυχίας που ραίνει και την δικιά σου καρδιά φίλε μου, αν αποφάσιζες να δεχτείς και την Ολυμπία στον περίλαμπρό σου γάμο.