Ιωάννα Τσιβάκου

Ιωάννα Τσιβάκου, Σημειώσεις για το μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα Ι

The_Chorus_The_Chorus.jpg

Σημειώσεις για το μυθιστόρημα

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Το Σάββατο, 5 Ιανουαρίου, το περιοδικό Νέο Πλανόδιο οργάνωσε συζήτηση με θέμα: «το ελληνικό μυθιστόρημα: παρελθόν, παρόν και μέλλον». Ήταν μια πράγματι πολύ ζωηρή και ενδιαφέρουσα συζήτηση, μιας και οι εισηγήσεις κινήθηκαν σε ευρύ πλαίσιο προβληματισμού δίνοντας λαβή στους ακροατές να παρακινηθούν για να  εκφράσουν τις προσωπικές τους σκέψεις και αντιλήψεις.

Συζητώντας για το μυθιστόρημα, όπως και για τις λοιπές τέχνες, παρατηρείται κάτι που δεν συμβαίνει με την επιστήμη. Όλοι, κυρίως οι μη ειδικοί,  έχουμε λόγο για το καλλιτεχνικό αντικείμενο. Επειδή εντρυφούμε σε αυτό, αντλώντας νόημα για τη ζωή μας και στιγμές μεγάλης αισθητικής και συγκινησιακής απόλαυσης, δεν μπορούμε να αποκοπούμε από τους σχετικούς προβληματισμούς και να αναγνωρίσουμε πως η περιορισμένη ενασχόλησή μας δεν μας επιτρέπει να εκφράζουμε με πεποίθηση τη γνώμη μας. Όμως, άμα αγαπάς και ενδιαφέρεσαι έντονα για κάτι, δεν μπορείς να μην έχεις άποψη. Συμμετέχεις σε σχετικούς διαλόγους και την εκθέτεις, κατά το δυνατόν χωρίς πάθος, με σεμνότητα και μετριοπάθεια, όντας πεπεισμένος ή πεπεισμένη για τα όρια της γνώσης σου. Με συνειδητοποίηση αυτής μου της ανεπάρκειας για το ζήτημα της ελληνικής μυθιστοριογραφίας, ας μου επιτραπεί να εκφράσω κάποιες προσωπικές μου απόψεις που έθιξα αλλά δεν ανέπτυξα κατά την προαναφερθείσα συζήτηση.

~.~

  1. Η ασύμμετρη σύγκριση μεταξύ δυτικού και ελληνικού μυθιστορήματος

Η εκφρασθείσα θέση μου για την ασυμμετρία των παραδειγμάτων ανάμεσα στο ευρωπαϊκό και ελληνικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα που ανέφερε ένας εισηγητής, προκειμένου να θεμελιώσει την αδυναμία του ελληνικού μυθιστορήματος, αντλείται από την  γενικώς παραδεκτή θέση πως το μυθιστόρημα αναδείχτηκε ως η κύρια λογοτεχνική μορφή της αστικής κοινωνίας.  Ευθυγραμμιζόμενη εν προκειμένω με τον Λούκατς,  πιστεύω πως στο μυθιστόρημα περιγράφεται κατά το δυνατόν αποστασιοποιημένα από τον συγγραφέα η μοίρα των ανθρώπων μέσα σ’ έναν κόσμο ούτε τελείως αλλότριο, ούτε και τελείως ανοίκειο. Δεν έχουμε εδώ τον ήρωα του έπους που συγκρούεται έως την τελική νίκη ή θάνατο, ή τον ήρωα που υπερβαίνει τα θεσμοθετημένα διαπράττοντας θεϊκή ύβρη, αλλά το άτομο που η προσαρμοστικότητα ή μη προσαρμοστικότητά του στον νέο κόσμο που δημιούργησε η λογική του καπιταλισμού το οδηγεί σε αποξένωση από τον εαυτό του ή από το περιβάλλον του. Υπάρχει, συνεπώς, μια συνεχής σύγκρουση ατομικότητας και κοινωνίας, πράγμα που συνάδει με την εξατομικευτική διαδικασία που ήδη είχε εμπεδωθεί στη Δυτική Ευρώπη όπως και σε χώρες που υιοθετούσαν τις καλλιτεχνικές και πνευματικές της αναζητήσεις αλλά και όμνυαν στις ήδη δρομολογημένες βιομηχανικές της επιτεύξεις.

Δεδομένων των παραπάνω, κατανοεί κανείς γιατί ήταν πολύ δύσκολο να διαμορφωθεί μυθιστόρημα σαν το ευρωπαϊκό  στην οθωμανοκρατούμενη Ελλάδα όπως και σε αυτήν του 19ου αιώνα. Η σύγκριση συνεπώς ελληνικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα έως και των αρχών του 20ού με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά (αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά) είναι υπ’ αυτήν την έννοια ασύμμετρη, εφόσον γίνεται χωρίς την ανάλυση των κοινωνικών όρων που υπαγόρευσαν τη γένεση και ωρίμανση του αστικού μυθιστορήματος.

Η σύγκρουση ατομικότητας και ευρύτερης κοινωνίας –όχι μόνο έναντι συγγενικών και κοινοτιστικών κύκλων- εδραιώνεται στο ελληνικό μυθιστόρημα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους (περίπτωση Θεοτόκη) και ιδίως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Με μια φωτεινή εξαίρεση, που σηματοδοτεί κατά τον Λάκη Προγκίδη και την αληθινή γέννηση του μυθιστορήματος στην Ελλάδα: τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο ατομικός εαυτός έρχεται πλέον να διεκδικήσει την ατομική του ελευθερία από κοινωνικές προκαταλήψεις και ιστορικές συγκυρίες, όπως διεισδυτικά αναλύει ο Δημήτρης Τζιόβας στο βιβλίο του «Ο Άλλος Εαυτός». Τότε αρχίζει να γίνεται προσπάθεια συγγραφής μυθιστορήματος διαμορφωτικού είδους (bildungsroman) (όπως υποστηρίζουν πέραν του Τζιόβα, η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Χουρμούζιος, κ.ά.), καθώς η συνείδηση πασχίζει να βρει τους προσωπικούς της δρόμους για τη συγκρότηση της ατομικής της ταυτότητας.

 Κατά συνέπεια, η ανάλυση του μυθιστορήματος μέσα στα εκάστοτε κοινωνικά συμφραζόμενα είναι απαραίτητη αν θέλουμε όχι μόνο να κατανοήσουμε και να σταθμίσουμε το περιεχόμενο και τη μορφή του, αλλά και να κρίνουμε τη συμβολή του στην κουλτούρα μιας χώρας.

~.~

  1. Η Οργάνωση της σκέψης

Ένα δεύτερο σημείο που θα ήθελα να διευκρινίσω, είναι η άποψη που έθιξα στη συζήτηση: πως το μυθιστόρημα ως καλλιτεχνική μορφή, ακριβώς επειδή προϋποθέτει χρονικό ορίζοντα και πύκνωση –ιστορική ή συναισθηματική- της δράσης, πληθώρα δρώντων, αλλά και αποστασιοποίηση του αφηγητή από τα μυθιστορηματικά πρόσωπα με ταυτόχρονη εμβάθυνση στο κοινωνικό τους πλαίσιο, απαιτεί από τον συγγραφέα ορθολογική/αναλυτική σκέψη και υψηλή ικανότητα “οργάνωσης” του υλικού του. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όρο «οργάνωση» εννοώ μια διαδικασία του οργανώνειν, όπου όλα τα αφηγηματικά στοιχεία –πρόσωπα, πράγματα, γεγονότα- αντιμετωπίζονται κατά τους αλληλλοσυσχετισμούς τους δυναμικά, δηλαδή,  κατά τη ροή των σχέσεών τους σε τόπο και χρόνο, έτσι ώστε να δυνηθούν να υπαινιχθούν, αποκαλύψουν ή οδηγήσουν στις επίσης ανελισσόμενες στοχεύσεις του συγγραφέα. Αυτό δεν υπονοεί πως ο συγγραφέας δεν μπορεί να  κατασκευάσει δομή. Να τα εντάξει σε συγκεκριμένες θέσεις που θα εξυπηρετούν τους σκοπούς του. Στην πρώτη ωστόσο περίπτωση, του οργανώνειν, εκεί όπου έχουμε πραγματικό μυθιστόρημα, τα πρόσωπα δεν είναι προκατασκευασμένα, παρά διαμορφώνονται στην πορεία της δράσης ξεπερνώντας κάποιες φορές ακόμη και την αρχική σχεδίαση του μυθιστοριογράφου. Αντίθετα, στη δομή κυριαρχεί η στατική απεικόνιση του υλικού, ανεξαρτήτως αν αυτό το υλικό είναι προϊόν φαντασίας ή πραγματικότητας.

Οι Έλληνες συγγραφείς, ιδίως του 19ου αιώνα, όντας ελληνικά υποκείμενα, στερούνται συχνά των δεξιοτήτων του οργανώνειν. Η οργανωτική/ορθολογική/αναλυτική σκέψη δεν αποτέλεσε για αιώνες ίδιον του ελληνικού υποκειμένου, καθώς, το τελευταίο, αφενός, δεν είχε εισέλθει σε διαδικασία εξατομίκευσης και, αφετέρου, οι ανάγκες της επιβίωσης το εξωθούσαν στην εξασφάλιση του επιούσιου εδώ και τώρα, χωρίς μακροχρόνιο ορίζοντα προσδοκιών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός, πως και οι επιχειρηματικές προσπάθειες για  μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και σήμερα, στρέφονταν στην εξασφάλιση των συγγενών, αδιαφορώντας για το μέλλον της ίδιας της επιχείρησης.

Αντίθετα, στην ποίηση, όπου μια μακρόχρονη, αδιάκοπη συνέχεια στο έπος και τον λυρισμό έδωσε τη δυνατότητα σε προικισμένα άτομα υψηλής ευαισθησίας να συλλάβουν το πνεύμα των Ελλήνων, η δομή υπερέχει του οργανώνειν. Ακόμη και σε ποιητικές συνθέσεις υψηλής πνοής, το ενδιαφέρον του δημιουργού δεν επικεντρώνεται στην ψυχικά αυτονομημένη, πάσχουσα συνείδηση, αλλά σε αναστοχασμούς της εν λόγω συνείδησης ή σε διαμάχες της με παραδοσιακά ιδεώδη και συναισθηματικές αφυπνίσεις∙ δηλαδή, σε ποιητικές στοχεύσεις –επικές ή λυρικές- που πρωτοσυναντάμε βεβαίως στον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας (δι’ ἐλέου καί φόβου περαίνουσα τήν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν), αλλά που στη νεοελληνική ποίηση λειτουργούν ως πανάκεια. Εδώ η δομή συμβάλλει στην κατανόηση του ποιήματος κι όχι στη δημιουργία του.

~.~

Σήμερα τα πράγματα φαίνεται να έχουν αλλάξει. Η εμπέδωση της εξατομίκευσης, η επαφή με την επιστημονική σκέψη και την ψυχανάλυση, όπως και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση που τις καλλιεργεί, έχουν συμβάλλει στη δυνατότητα των μυθιστοριογράφων μας να παρακολουθούν το υλικό τους στη ροϊκότητα που η ίδια πλέον η μυθιστορηματική τεχνική καλλιεργεί (υπαινίσσομαι το μυθιστόρημα οιονεί αστυνομικής πλοκής, το φανταστικό μυθιστόρημα, το αγχωτικό και το έμπλεο τεχνολογικού τρόμου μυθιστόρημα, το μυθιστόρημα-ντοκουμέντο, κλπ). Θέλω να ελπίζω πως η εμπνευσμένη και επεξεργασμένη χρήση από τους Έλληνες μυθιστοριογράφους αυτής της ροϊκότητας θα κατορθώσει να φανερώσει τα αδιέξοδα ενός εγώ που στρέφεται είτε νοσταλγικά προς ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, είτε ναρκισσιστικά προς ένα απροσδιόριστο μέλλον. Το ζήτημα είναι  αν, ταυτόχρονα, θα πετύχει να δείξει σε αυτό το ανασφαλές εγώ κάποιες σταθερές που θα το βοηθήσουν να αγκυροβολήσει στην ελληνική συλλογικότητα.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Advertisements

Ιωάννα Τσιβάκου: Από την πολιτική στην ανθρωπολογική έννοια του έθνους

Τσιβάκου Ιωάννα

~ . ~ 

Στο Books’ Journal του Μαρτίου (τχ. 75, 2017), ο πρώην υπουργός Ευάγγελος Βενιζέλος, σε κείμενό του για τον Διονύσιο Σολωμό, γράφει αναφερόμενος στη διαδικασία της εθνογένεσης:

Διότι η διαδικασία της εθνογένεσης, όπως γίνεται γενικότερα αποδεκτό πλέον στην επιστημονική συζήτηση, είναι αντίστροφη. Το κράτος είναι αυτό που γεννά την εθνική ταυτότητα και την εθνική συνείδηση. Προηγείται το εθνικό κράτος της εθνικής ταυτότητας.

Από πού συμπεραίνει ο Ε.Β. ότι «γίνεται γενικότερα αποδεκτό»; Αγνοεί ή θέλει να αγνοεί την πλούσια βιβλιογραφία (κυρίως ανθρωπολογική) που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια γύρω από το έθνος και η οποία ήλθε σε αντίθεση με κείμενα γνωστών ιστορικών οι οποίοι ισχυρίζονταν πως το έθνος είναι επακόλουθο του κράτους. Όμως είναι περίεργο ένας καθηγητής της επιστήμης του Δικαίου να αγνοεί τις ουσιαστικές συνιστώσες του έθνους που η σύγχρονη σκέψη έχει φέρει στο φως προκειμένου να αντιμετωπιστούν σε βάθος (όχι μόνο πολιτικό αλλά και ανθρωπολογικό) φαινόμενα όπως του σύγχρονου εθνικισμού.

Είναι αλήθεια πως στη διεθνή βιβλιογραφία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα σκέψης: το πρώτο, υπηρετούμενο κυρίως από ιστορικούς και θεωρητικούς της πολιτικής επιστήμης, λίγο-πολύ υποστηρίζει πως το έθνος είναι δημιούργημα του 18ου και 19ου αιώνα, και αναδείχθηκε μαζί με το κράτος (E.J. Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, 1990· GellnerΕ. Gellner, Nations and Nationalism, 1983· L. Greenfiel, Nationalism: Five Roads to Modernity, 1993). Το ρεύμα αυτό είτε δεν βλέπει καμία σχέση μεταξύ εθνότητας και έθνους, είτε ισχυρίζεται πως στην εθνότητα, όσες φορές επιστρατεύονται εθν(οτ)ικές ιδέες, αυτό γίνεται από τις πολιτικές ηγεσίες προκειμένου να κινητοποιηθούν οι λαϊκές μάζες γύρω από τις στοχεύσεις των ηγεσιών. Δεν υπάρχουν δηλαδή ιστορικά γεγονότα που να αποδεικνύουν την εθνική συνείδηση των λαών πριν από τους Νέους Χρόνους.

Στην προκειμένη περίπτωση, το έθνος ουσιαστικά αποτελεί γέννημα του νεωτερικού κράτους και των κοινωνικών διαδικασιών που το κράτος επέβαλε όπως: ο καθορισμός της εδαφικής επικράτειας και ένα όνομα για τους λαούς που διαβιώνουν στην εν λόγω εδαφική επικράτεια· επιδίωξη πολιτισμικής ομοιομορφίας για τα άτομα του ιδίου έθνους· πολιτική εξίσωσης των πολιτών του (citizenship) του έθνους· βιομηχανική οργάνωση της παραγωγής και την συναφή με αυτήν συγκέντρωση του πληθυσμού στις πόλεις· ανάπτυξη Μαζικών Μέσων Επικοινωνίας τα οποία αναλαμβάνουν την ευθύνη της διάδοσης της εθνικής ιδέας· και, τέλος, την εφαρμογή μιας ενιαίας εκπαιδευτικής πολιτικής προκειμένου το σύνολο του πληθυσμού του κράτους να σχηματίσει κοινή ιστορική μνήμη.

Σύμφωνα με τις παραπάνω απόψεις, το κράτος εγκολπώθηκε την ιδέα του έθνους, φροντίζοντας να εφαρμόσει μια πολιτική πολιτισμικής ομοιομορφίας και κοινής καταγωγής, ώστε να ενισχύσει στα μέλη του δεσμούς του συνανήκειν. Δημιούργησε ένα Εμείς το οποίο ήρθε να συνενώσει υπό ενιαία στέγη τις πρώην εθνοτικές κοινότητες όπου δέσποζε η πολιτισμική κατάτμηση. Αυτή η επεκτατική πολιτική του αστικού κράτους, ευθύνεται για την δημιουργία της έννοιας του έθνους, συντελώντας έτσι στη σύμπτωση του έθνους στα όρια του αστικού κράτους.

Απέναντι στο παραπάνω ρεύμα, σχηματίστηκε ένα δεύτερο ρεύμα –το οποίο σήμερα ηγεμονεύει στον τομέα των σπουδών για το έθνος– από ανθρωπολόγους κυρίως, στο οποίο παρά τις διαφορές τους εντάσσονται στοχαστές όπως οι: F. Barth, Ethic groups and Boundaries, 1968· A. Smith, The Ethnic Origins of Nations, 1993· T. Eriksen, Ethnicity and Nationalism: Anthropological Perspectives, 1991· R. Jenkins, The limits of identity: ethnicity, conflict, and politics, 1998· J. Llobera, The Sociology of Nationalism: Tomorrow’s Ancestors, 1994, και άλλοι. ethnic origins.jpgΤο εν λόγω ρεύμα ερμηνεύει το έθνος ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης που άρχισε από την φυλή και την κοινή καταγωγή που αυτή προϋπέθετε, διήλθε από την φάση της εθνότητας, θεωρούμενης ως συνιστώσας της κουλτούρας, για να φθάσει σε αυτήν του έθνους. Δηλαδή, το ανθρωπολογικό ρεύμα αρνείται την ασυνέχεια του έθνους την οποία πρεσβεύουν οι οπαδοί του πρώτου ρεύματος.

Ενώ όμως ο όρος έθνος συναντάται σε λαούς αρχαίους ή προνεωτερικούς, από την αρχαία Κίνα, το Ισραήλ και την Ελλάδα έως τις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές κοινότητες, η έννοια εθνότητα αποτελεί αποκλειστική εφεύρεση των μελετητών των αρχαίων κοινοτήτων. Βεβαίως η παλιά εννοιολόγηση του έθνους έχει διαφοροποιηθεί από την σημερινή, καθώς δεν υπάρχει συμβολική κατηγορία που να μην έχει μετατραπεί στο πέρασμα των αιώνων. Αλλιώς εννοούσε τον Θεό η αρχαία ελληνική κοινωνία, αλλιώς η σημερινή χριστιανική. Σε άλλο πράγμα αναφερόταν η ελληνική κοινωνία του 19ου αιώνα όταν μιλούσε για οικογένεια, σε άλλο αναφέρεται σήμερα. Το ίδιο έχει συμβεί και με την έννοια έθνος. Αυτό όμως δεν υπονοεί πως δεν υπάρχει στο κοινό φαντασιακό ο κεντρικός πυρήνας των σχετικών κατηγοριών.

Στις κοινωνίες, προνεωτερικές ή σύγχρονες, οι κοινωνικές πρακτικές (είτε πρόκειται για πρακτικές παραγωγής και διακίνησης αγαθών, είτε διακυβέρνησης της πολιτείας, είτε στρατιωτικών επιχειρήσεων) επεκτείνονται διαπερνώντας τα θεσμοθετημένα σύνορα, οπότε δύο πράγματα συνέβαιναν και συμβαίνουν: ή μια συγκεκριμένη κοινωνία ερχόμενη σε επαφή με άλλες προσλαμβάνει και υιοθετεί το ίδιο πολιτισμικό πρότυπο ως καθοδηγητική αρχή του βίου της, διευρύνοντας έτσι τις σχέσεις της με συγγενείς κοινότητες· ή, εφόσον είναι ισχυρότερη, τις κατακτά επιβάλλοντας σε αυτές τις δικές της πίστεις, πεποιθήσεις και πολιτισμικά γνωρίσματα.

Στο παρελθόν (αρχαίο ή προνεωτερικό), η διαπίστωση των ομοίων κοινωνικών πρακτικών, ιερών και τελετουργιών, δημιούργησε και κινητοποίησε ένα κοινό φαντασιακό επενδεδυμένο με κοινά σύμβολα, επιτρέποντας έτσι στα μέλη των συγγενών κοινοτήτων την ανάπτυξη αυτοσυνείδησης για την μεταξύ τους πολιτισμική συγγένεια και καταγωγή. Παράλληλα, η πολιτισμική ομοιότητα προσδιόρισε τη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας όλες αυτές οι κοινότητες δραστηριοποιούνταν, ταυτίζοντας για πρώτη φορά το δίκαιο του εδάφους με το δίκαιο του αίματος. Μόλις όμως αυτές οι συγγενικές πολιτισμικά κοινότητες αντιμετώπιζαν κοινό εχθρό, συγκροτούσαν κοινή πολιτειακή αρχή –κοινό θεσμό- για την αντιμετώπισή του, και τότε ανάγονταν σε έθνος καθώς αποκτούσαν κοινή εθνική συνείδηση. Κάτι τέτοιο συνέβη με την ανάδυση της εθνικής συνείδησης στην αρχαία Ελλάδα, όπως αναλύουν έγκυροι στοχαστές.

Συγκεκριμένα, ο Frank Walbank (Selected papers: Studies in Greek and Roman Historiography, 1985) ερευνώντας την έννοια του έθνους στην αρχαία Ελλάδα, αναφέρεται στον Ηρόδοτο και στην πληροφορία του πως, όταν μετά τη Σαλαμίνα οι Σπαρτιάτες φοβόντουσαν πως οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να κάνουν ξεχωριστή συνθήκη με τους Πέρσες, οι Αθηναίοι απάντησαν: πως αυτό δεν ήταν δυνατόν, όχι μόνο διότι οι Πέρσες έκαψαν τους ναούς τους, αλλά διότι με τους ΄Ελληνες τους ενώνει η αδελφοσύνη: «η κοινή μας γλώσσα, οι βωμοί και οι θυσίες στις οποίες όλοι συμμετέχουμε, ο κοινός χαρακτήρας που φέρουμε – πράγμα που αν οι Αθηναίοι τα πρόδιδαν όλα αυτά, δεν θα ήταν σωστό».Herodot Εν προκειμένω δηλαδή γίνεται αναφορά στην εθνική συνείδηση των Ελλήνων ως τόπο κοινής καταγωγής και πολιτισμού. Για το θέμα της ελληνικής συνείδησης, ο Hans Kohn επίσης (The idea of Nationalism: a study in its origins and background, 2005, πρώτη δημοσίευση 1944) θα υποστηρίξει πως η εθνική συνείδηση στους Έλληνες δημιουργήθηκε ιστορικά, όχι από τον Τρωικό πόλεμο, όπου πουθενά ο Όμηρος δεν αναφέρεται σε έθνος Ελλήνων, αλλά από τους Περσικούς. Γύρω στο 700 π.Χ. δημιουργήθηκε το όνομα Έλληνες και Ελλάς, και από εκεί κι έπειτα συναντάμε το όνομα σε αντίθεση με τους Βαρβάρους. Αναφέρει πως μετά τους Περσικούς, αναπτύχθηκε το εθνικό φρόνημα και ως παράδειγμα αναφέρει τον Ευριπίδη, ο οποίος στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι βάζει την Ιφιγένεια να λέει πως δέχεται να θυσιαστεί για τους Έλληνες.

Και οι δύο συγγραφείς απαντούν στα επιχειρήματα όσων διατείνονται πως οι ελληνικές πόλεις είχαν μεταξύ τους εχθρότητες και πολέμους πως οι τελευταίοι ήταν εμφύλιοι πόλεμοι, για τον λόγο αυτόν κατά τον Ηρόδοτο επρόκειτο για στάσιν ἔμφυλο. Πάντως, και οι δύο πάντως συγγραφείς αναφέρονται στον διαφορετικό τρόπο εννόησης της σημασίας έθνος στην αρχαία Ελλάδα από τον σημερινό, όπου αυτό συνδέεται με την λαϊκή κυριαρχία επί συγκεκριμένου εδάφους, ήτοι με την αναπόσπαστη σύνδεσή του με το κράτος.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδέα του έθνους δεν περιορίζεται σ’ ένα κοινώς παραδεκτό πρότυπο Αγαθού, παρότι το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση για την σύστασή της. Λαμβάνει υπόσταση όταν η κοινότητα συμμετέχει σε ευρύτερο πολιτικό σχηματισμό λόγω της ανάγκης να υπάρξει ένα πολυπλοκότερο κέντρο αποφάσεων για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων ανάμεσα σε συγγενείς ή πολιτισμικώς όμοιες κοινότητες. Η ανάδειξη δηλαδή θεσμού ή θεσμών ικανών να συγχωνεύουν στην πολιτική τους έκφανση τις μέχρι πρότινος ανεξάρτητες πολιτικές αρχές των κοινοτήτων, απαιτεί την ανάδειξη μιας καθολικότερης κατηγορίας η οποία να εμπνέει και να καθοδηγεί την δράση όλων όσων συμμετέχουν στους νεοαναδυθέντες θεσμούς. Τέτοια κέντρα αποφάσεων στην Aρχαία Ελλάδα σχηματίστηκαν εκτάκτως στην περίπτωση των Περσικών πολέμων, όπως και στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξ ου και οι περισσότερες αναφορές στο έθνος των Ελλήνων γίνονται σε συσχετισμό με αυτές τις ιστορικές περιόδους.

Δεν χρειάζεται εν προκειμένω να γίνει αναφορά στην ελληνική συνείδηση των Βυζαντινών, ιδίως μετά τον 9ο έως τον 15ο αιώνα, εφόσον υπάρχει πλούσια ελληνική βιβλιογραφία αναφερόμενη στα βυζαντινά κείμενα όπως και αναλύσεις για τους όρους Γένος, Ρωμαίος και Γραικός. Για να μην κατηγορηθούμε όμως πως παραπέμπουμε μόνο σε Έλληνες συγγραφείς, ας πούμε εν είδει υποσημειώσεως πως ολόκληρη την περίοδο από τον 9ο στον 15ο αιώνα, η Evelyne Patlagean την χαρακτηρίζει ως τον Ελληνικό Μεσαίωνα.

Η τοποθέτησή μας πως το έθνος συντελεί στη στήριξη κυρίαρχων πολιτικών θεσμών, δεν υπονοεί την ρίζωση του έθνους στον εκάστοτε πολιτικό θεσμό μιας και επιμείναμε στην ανάδυσή του μέσα από επίπονες και θεσμοθετημένες κοινωνικές πρακτικές. Η ιδέα του έθνους δεν είναι προϊόν πολιτικής βούλησης ή διαπραγμάτευσης, αλλά γέννημα-θρέμμα της συμμετοχής σειράς γενεών στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η αξία και μακροημέρευσή της.

Υπ’ αυτή την οπτική, η έννοια του έθνους όπως και η συνείδηση που έχει μια κοινωνία γι’ αυτό, τουτέστιν η εθνική της συνείδηση, ερείδονται σε εμπειρίες των μελών της πολύ πιο παλιές από την εμφάνιση του δυτικού έθνους-κράτους. Αυτό δεν αντιφάσκει στην παραδοχή πως το έθνος συνοδεύει τον υπέρτατο θεσμό της εκάστοτε πολιτείας. Συνδέεται πάντοτε στενά με τους ανώτατους πολιτικούς θεσμούς διακυβέρνησης είτε αυτοί ήταν οιονεί ομοσπονδιακή συνένωση πόλεων, είτε κράτη χωρίς ωστόσο το γεγονός αυτό να προϋποθέτει την συμπόρευσή τους.

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ