Θοδωρής Αρσένης

Θοδωρής Αρσένης, Οχτώ χαϊκού

του ΘΟΔΩΡΗ ΑΡΣΕΝΗ

Ι
Καθώς νυχτώνει
θα κοιμηθεί το βλέμμα
πάλι στο μαύρο.

ΙΙ
Η σιωπή αυτή,
τοίχος με συνθήματα
όλου του κόσμου.

III
Σκύλος που πεινά
τ’ αφεντικό του ψάχνει
μόνος και κλαίει.

IV
Επαίτες ζητούν
τη στέρηση που ’χουμε
για ξεπούλημα.

V
Άγνωστη μορφή,
βγες στο φως, μα της γνώσης
σβήσε την αρχή.

VI
Γυναίκα, άσε
τον πόνο και για λίγο
τη γέννησή μας.

VII
Όπου υπάρχεις
θα στέκεσαι σαν χρόνος
που σταμάτησε.

VIII
Τα ποιήματα,
σαν ημέρα Κυριακής,
είναι του ήλιου.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Ο Θοδωρής Αρσένης γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα, όπου και ζει. Σπουδάζει Ψυχολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ασχολείται με την ποίηση και τη μουσική.

Θοδωρής Αρσένης, Σονέτα

Felix-Lorioux-French-Illustrator-children-books-illustration (13)

Η ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα κρύβομαι στα όνειρά μου
και πάντα σκέψεις μου θα ανασύρω,
να δω σαν πόσες ωριμάζουν γύρω
από τη μουσική του πενταγράμμου.

Πριν αφεθεί η σκέψη στα χαρτιά μου,
τη νύχτα, που οι στίχοι ρίχνουν κλήρο,
θα προσπαθήσω απ’ όλους να εγείρω
τον στίχο που θα φέρει στου θαλάμου

το άδειο μου κρεβάτι περασμένες
μορφές, σε χρόνο πλέον ενεστώτα
συνωμοσίες στο χαρτί γραμμένες.

Τη νύχτα πάντοτε, καθώς τα φώτα
θα σβήσουνε και έρχονται με λέξεις
για σίτιση οι πρωινές ορέξεις.

~.~

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ

Εκείνα που με κόπο έχεις γράψει
και μοιάζουν με το έργο κάποιας μαίας
θα ταξιδεύουνε σαν Οδυσσέας,
από τα βάθη του για να ξεθάψει

το νόστο, όταν ξέρει πως θα πάψει
να βασανίζεται· μα της αυλαίας
η έναρξη θ’ αρχίσει πάλι και ας
θα έχουνε τα πάντα πια ξεβάψει.

Γιατί τ’ αδημονεί σαν Πηνελόπη
ο αναγνώστης. Όμως, όσα είδες
δε θα τ’ αναγνωρίζει και οι κόποι

νομίζεις παν χαμένοι, σαν ελπίδες.
Αλλά αμετακίνητο κρεβάτι,
δες, τα κοινά βιώματα εισπράττει.

~.~

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Εικόνα δύο μήλων.

Σαν εκλογή θεάς, ωραίας, στέκει
και τ’ άλλο γειτνιάζει με το χώμα,
εκεί απ’ όπου ξεκινά το σώμα
χωρίς κανένα ρούχο αιδούς να πλέκει.

Μα η ομοιότητα τα περιπλέκει.
Σε δίλημμα θα βρίσκεται το στόμα,
γιατί το δήγμα δε γνωρίζει ακόμα,
αν όφις ή θεά τα διαπλέκει.

Αν πρέπει όμως κάποιο να δαγκώσει,
η πείνα όλους τους φόβους υπερβαίνει,
για να διαλέξει εκείνο που, απ’ όση

ψυχή υπάρχει, λίγο τη βαραίνει,
καθώς το σώμα δεν αιχμαλωτίζει
σε πρόσταγμα θεού που δε λυγίζει.

~.~

Ο ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Το χέρι που με τάισε ρωτάω,
γιατί για μένα ήταν μία πείνα,
αλλά και αίνιγμα, όλα εκείνα
που με την τρυφερότητα ζητάω.

Σαν βρέφος που ζητά ξανά το πράο
μιας μάνας αίσθημα τον πρώτο μήνα
και ξεχωρίζει τη θηλή. Ξεκίνα
απ’ την αρχή εσύ, παρακαλάω.

Τα δάχτυλα στα χείλη μου θα έχεις
να νιώθω την τραχύτητα για γεύση,
γιατί γνωρίζω πως σαν λύκος τρέχεις

κι εγώ πια προσπαθώ να μη νοθεύσει
ο έρωτας με ψίχουλα την πλάνη
και γίνω θηρευτής που πάντα χάνει.

~.~

ΕΡΩΤΙΚΟ

αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλά δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει…
Σαπφώ

Η νύχτα αυτή εμένα καίει τόσο,
καθώς κρυφά μου είπε η Αφροδίτη
να δω γοργά πώς μ’ έλκεις σαν μαγνήτη
και τόσα ηδέα λόγια να αρθρώσω.

Ο ύπνος, που σε έχει πάρει ωστόσο,
μου δίνει λέξεις και με το γραφίτη
θα γράψω ό,τι βλέπω απ’ τον φεγγίτη,
το στάσιμο φεγγάρι θα σκοτώσω.

Τα βλέφαρά σου άρα θα ανατείλουν;
ή μάταια θα ξαγρυπνώ για σένα
χωρίς τα χείλη ένα φιλί να στείλουν.

Φευ, δεν αφήνεις τ’ όνειρο για μένα
και η δική μου η έξαψη, η μεγάλη,
το χάραμα δε θα ‘χει πια προβάλει.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ