Θεώνη Κοτίνη

Γλυκόπικρη αυτοειρωνεία

Σήλικα

~. ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Σήλικα Ρηγοπούλου,
Μαθήματα οικιακής οικονομίας,
Μελάνι, 2017

Τα Μαθήματα οικιακής οικονομίας, η πρώτη συλλογή της Σήλικας Ρηγοπούλου, συνθέτουν μια ευρηματική και παιγνιώδη παραβολή του βίου της νοικοκυράς.

Η καθημερινή βιοτική μέριμνα της γυναίκας παρουσιάζεται ως μια διαρκής μεταφορά της υπαρξιακής μέριμνας, της προσπάθειας να ερευνηθεί και να διασωθεί ο ψυχικός χώρος μέσα στην επανάληψη, τη ρουτίνα, την τελετουργία του οικόσιτου βίου. Γι’ αυτό και πράξεις και αντικείμενα, όπως το ξεσκόνισμα, η γενική καθαριότητα, οι τέντες, το μωσαϊκό, οι κάλτσες, οι καρέκλες, οι τοίχοι γίνονται σύμβολα της γεωμετρημένης βιοτής που αγωνίζεται να σημασιοδοτήσει και ει δυνατόν να διευρύνει τα δεδομένα τετραγωνικά του βίου:

Όταν βρέχει δεν βγαίνω έξω.
Διαχειρίζομαι εσωτερικές υποθέσεις.

Με την υγρασία η σκόνη κατακάθεται.
Δεν κορδώνεται στο φως, δεν περηφανεύεται,
δεν πανηγυρίζει.
Την εντοπίζω στο ξύλο, το χαρτί, το γυαλί.
Παραδίνεται αμαχητί,
υποτάσσεται με όλους τους κόκκους της.

Λίγο πριν εξαφανιστεί
σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα
του βασιλεύοντος ήλιου:
δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση
νόημα στον αφανισμό.

(«Ξεσκόνισμα»)

Στα καταγωγικά κείμενα αυτής της συλλογής ανήκει, μεταξύ άλλων, η Αμνάδα των ατμών της Αθηνάς Παπαδάκη του 1980, όπου εκεί η μάχη με τη σκόνη του θρυμματισμένου χρόνου της γυναίκας λαμβάνει την δραματική οξύτητα του αγώνα εναντίον της θρυμματισμένης γυναικείας ταυτότητας. Ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό ποίημα της Αμνάδας με παρόμοιο τίτλο:

Επαναφέρω τη μνήμη στα πράγματα.
Το ξύλο ή το γυαλί
την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.
Ακόμα και το ξεσκονόπανο
στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι,
έτσι πλυμένο,
τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας
θα θυμάται, σκέφτομαι.
Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι,
η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,
υποχωρώ
ώσπου
κεφάλι
ρούχα,
πόδια
διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

(«Ξεσκονίζοντας»)

Στην Αμνάδα των ατμών, όμως, βλέπουμε το συντριπτικό βάρος του ρόλου πάνω στο πρόσωπο. Ο νεροχύτης, το νυφικό κρεβάτι, η χύτρα ταχύτητας, τα ασπρόρουχα γίνονται επίβουλα όργανα αφανισμού: Ετούτα τα λινά τεκμήρια αγάπης, / τραπεζομάντηλα, πετσέτες, / που αγκαλιάζουν το τραπέζι / ή τα γόνατα / είναι που με εκμηδενίζουν; αναρωτιέται η Παπαδάκη, αποτυπώνοντας εναγώνια τη γυναικεία αυτεπίγνωση των ποιητριών της γενιάς του ΄70.

Στη συλλογή της Ρηγοπούλου, εν έτει 2017, το βίωμα μιας άλλης γενιάς, αν και ενταγμένο σε ανάλογη χωροθεσία και προβληματική, παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, καθότι λιγότερο εναγώνιο, ελάχιστα τραγικό. Ο εγκλωβισμός αποδραματοποιείται: τεμαχίζω το μήνα προσεχτικά. / Χωράω κάθε μέρα σε μια κλεψύδρα. / Τη γυρίζω ανάποδα. / Παίρνω τη σκόνη μου πίσω. / Το χρόνο μου πίσω, διαβάζουμε στο ποίημα «Γενική». Εδώ η γυναίκα φαίνεται να καθοδηγεί, σε αρκετά σημεία, τη σκηνοθεσία και τη στοχοθεσία του βίου, να την ορίζει: Ενημερώνω χάρτες, / τροποποιώ στερεότυπες αντιλήψεις, / νομιμοποιώ καταπατημένες περιοχές του έσω χώρου, / με συγχωρώ, με καταλαβαίνω, με αποδέχομαι. («Επαγγελματικός προσανατολισμός»).

Αυτό που στη γυναικεία φωνή του ’70 ήταν πικρά σαρκαστικό, υποδηλωμένο, συχνά, στις διαλείψεις της σιωπής γίνεται τώρα γλυκόπικρα αυτοειρωνικό, απερίφραστα δηλωτικό, συγκαταβατικό εντέλει. Κι αυτή η συγκατάβαση είναι η κατεξοχήν μέθοδος συναισθηματικής οικονομίας, ανάλαφρα διοχετευμένης σε συσσωρεύσεις αντικειμένων και απαριθμήσεις ψυχικών προβολών και τεχνασμάτων για να κατοικηθεί εξημερωμένη η εντός εστίας φθορά.

Η αναζήτηση π.χ. των χαμένων κλειδιών πριν από την έξοδο ενεργοποιεί όχι μόνο την υπαρξιακού τύπου απορία: Μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο; / Μήπως δεν είμαι έτοιμη να φύγω; / Μήπως χρειάζομαι μια ανάπαυλα, μια ενδοσκόπηση, / μια ανασκόπηση της ζωής που με προσπερνάει; Αλλά και την ειρωνική κατακλείδα του τελευταίου στίχου: Ή μήπως απλώς χρειάζομαι κλειδοθήκη;

Αυτός είναι, άλλωστε, ο δεσπόζων τρόπος της συλλογής: η υπονόμευση του βαρυσήμαντου ή ποιητικά φορτισμένου λόγου με τη χρήση του κοινότοπου, το οποίο ειρωνικά, συνήθως, ανασημασιοδοτημένο δίνει στο ποίημα τον καίριο υπαινιγμό του, όπως στο ποίημα «Αλλαγή εποχής»:

Αντιπαθώ το μόνιμο πράσινο των αιεθαλών.
Προτιμώ φυλλοβόλες αποκαλύψεις στο μπαλκόνι:
μιμόζες, γαζίες, πασχαλιές.

Τη γυμνή αλήθεια.

Καθόλου σίγουρη πως κάποτε θα τη μάθω ολόκληρη.
Απόλυτα σίγουρη πως από πάντα την ξέρω.

Σε αρκετά, όμως, ποιήματα η αποφόρτιση μέσω του χιούμορ, της λογοπαικτικής γλώσσας, της συνεχούς συμπαράθεσης του κυριολεκτικού και μεταφορικού οδηγεί σε φλυαρία (π.χ. στα ποιήματα «Φωταγωγία», «Θέρμανση») ή σε απλώς έξυπνα κείμενα (π.χ. «Επίκληση στην οικιακό βοηθό», «Αίθουσα συσκέψεων», «Μικρή αγγελία») που περιορίζονται να επισημάνουν κομψές αναλογίες ανάμεσα στον έξω και στο μέσα χώρο. Ο μεγαλύτερος, άλλωστε, κίνδυνος πηγάζει από τα δυνατά μας σημεία, τα προτερήματά μας, που μπορεί να λειτουργήσουν, στην κατάχρησή τους, ως δυνάμει μανιέρες. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη δουλειά που κατορθώνει να εδραιώσει το στίγμα της, αλλά οφείλει παράλληλα να διερωτηθεί για τις ευκολίες της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Advertisements

Μεταξύ ροής και διαρροής

o-ypnos-einai-rodo-9789605041762-1000-1233534

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~.~

Ζέφη Δαράκη,
Ο ύπνος είναι ρόδο,
Νεφέλη, 2016

Καταξιωμένη ποιήτρια η Ζέφη Δαράκη, δεν χρειάζεται ίσως μια ακόμα κριτική στη μακρά πορεία της στο λόγο. Μια ποίηση ολιγόλογη, συνειρμική, ποίηση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το όνειρο ενός στοχασμού ή ο στοχασμός ενός ονείρου.

Τα αυτά ισχύουν και για το Ο ύπνος είναι ρόδο, την τελευταία δουλειά της, όπου η ελευθερία και η διάχυση του ενύπνιου λόγου ανασύρουν στο φως της γραφής τα κοιτάσματα μιας μνήμης κατεξοχήν νυχτερινής:

Μη λυπηθείς, θα ’ρθει μια στιγμή που
θα βρεθείς σε μια ακροχαλασιά οι θάμνοι
τυλιγμένοι δαιμονάγγελο φως      Γύρω η παρέα
ηλιοφόρα τα πεύκα μυθικά
Το κρασί στο ποτήρι θα θυμάται όσα δεν
     έγιναν ποτέ

Τότε θ’ ανέβει η θάλασσα
σαν κορίτσι επάνω στο τραπέζι
με τα μαλλιά χυμένα σε αμνήμον κύμα

Το τοπίο θα με κοιτάζει από πολύ μακριά ένα
     δυσεύρετο μπλε του κοβαλτίου
θα τέμνει τα λόγια
     στο ποτέ πια

(«Ακροχαλασιά»)

Αυτή η ελεύθερη περιδιάβαση στον  χώρο της ονειρικής ανάκλησης επιτρέπει να καλλιεργηθεί μια τεχνική εικόνων συνήθως χαλαρά μεταξύ τους συνδεδεμένων, από την μικρή ή μεγάλη συνάφεια των οποίων εξαρτάται η ευστοχία του εκάστοτε ποιήματος. Το παραπάνω ποίημα αποτελεί ένα παράδειγμα ευτυχούς σύναψης της μνήμης που εκτυλίσσεται θεώμενη τον αλγεινό τόπο της απόκρημνης «ακροχαλασιάς». Αντιθέτως, στο ποίημα «Συνομιλίες που δεν» η περιδιάβαση «στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας» παραμένει ανενεργή, καθώς αρθρώνεται ακριβώς σε μια χλιαρά συνεκτική εικονοποιία, σαν να παρεισφρέουν ενίοτε στο σκηνικό φερτά αδρανή υλικά:

Περπατούσα στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας
αποζητούσα συνομιλίες δεν
     υπήρξαν ποτέ;
Στρόφιγγες πάγου ανοιγόκλειναν λέξεις
που σέρναν τις αλυσίδες τους
Σώματα ξεχασμένα απ’ το σώμα τους
Χειραψίες – ρεύματα υπόγεια.

Στη συλλογή το ρόδο του ύπνου έχει και αγκάθια, όχι ακριβώς τις στιλπνές αιχμές του σπαραγμού, μάλλον τις λειασμένες εκδορές μιας παλιάς οδύνης που βλέπει τα εμβλήματα της νεότητας –«το άλλοτε φιλί», περασμένους εναγκαλισμούς, ξεχαρβαλωμένες κούκλες– να κινούνται στο ημίφως μιας ονειρικής αιώρησης ή να γίνονται επικίνδυνες υπομνήσεις του τετελεσμένου. Η αίσθηση του μετέωρου είναι κυρίαρχη στη συλλογή –όπως γενικότερα στην ποίησή της– και αποτυπώνεται αισθητικά με το σταθερό μοτίβο της «ανάβασης-κατάβασης» ή της πτώσης: «έμεινα κρεμασμένη στο κενό», «στα βαθιά νερά του καθρέφτη το πιο / απόμακρο είδωλο / ενός σώματος πέφτει», «Αλλά ανεβήκαν μονάχα οι πνιγμένοι / σε κάτι ξέφωτα ερημικών λυγμών», «Στο μεταξύ ας προσπαθήσω κι άλλη ζωή / στο ηλιόλουστο σκοτάδι του έρημου / που έξαφνα κατεβάζει / φωταψίες νηπίων / και παλιών εναγκαλισμών», «Το ασημένιο γοβάκι της Σταχτοπούτας το ’σκασε στον πιο δυσεύρετο ουρανό / ανεβοκατεβάζοντας αιωνίως / τις σημασίες του έρωτα και του θανάτου».

Αυτή η παλινδρόμηση από το εδώ στο εκεί, από το τώρα στο τότε και τανάπαλιν κάνει το χρόνο ρευστό και εκκρεμή. Μες στον χαμό τίποτα δεν χάνεται ή το ήδη συντελεσμένο δεν γίνεται τετελεσμένο, αλλά παραμένει σαν μισοτελειωμένη πράξη στο παρόν. Γι’ αυτό και σε αυτή τη μελαγχολική γειτονία του θανάτου τα φάσματα του παρελθόντος δεν γίνονται μόνο φαντάσματα αλλά διπλές, έστω και αιτούμενες, πραγματικότητες.

Στη συλλογή βρίσκουμε τα μόνιμα μοτίβα της ποίησης της Δαράκη, με πρώτο αυτό που θα χαρακτήριζα  «νεκρή φύση των ονείρων».  Το ποιητικό εγώ  υπνοβατεί στη μεγάλη νύχτα του στοχασμού, όπου μέσα συναιρούνται όλη η παλιά ομορφιά, διαθλάσεις κατόπτρων, ο έρωτας, το απαρηγόρητο τραύμα της τέχνης, η μεμακρυσμένη θέα αυτών που είναι να πάλι  συναντηθούν μα μόλις αντικρίζονται. Σύνεργα αυτής της νεκρής φύσης: λεπτό αεράκι, σημαίνοντα χρώματα, κλίμακες χρόνου, αγαπημένα άχρηστα φορέματα, ραγισμένα τζάμια, σκισμένα χειρόγραφα,  σπασμένες φτερούγες.

Δεύτερο μοτίβο η νοσταλγία του « άλλλοτε σ’ αγαπώ», για να δανειστώ ένα στίχο από τη συλλογή Ωσάν λέξεις του 1998.  Αυτό το «άλλοτε σ’ αγαπώ» είναι μια διαρκής διαπίστωση και επίκληση που διανύοντας την ποίησή  της και φτάνοντας στο Ο ύπνος είναι ρόδο  γίνεται η «παντοδυναμία του παρελθόντος / επάνω στο άλλοτε φιλί».

Τρίτον, η λέξη-ποίηση σε διπλή ταυτότητα: ως το «δριμύ ψύχος της γραφής» που δεν μπορεί να χωρέσει τη ζωή και ως το θαύμα-ποίηση του κόσμου πριν χρειαστεί τις λέξεις: «Αντίο λέξη που ήσουν ουρανός / Ουρανέ μου που / έγινες λέξη». Αυτό που παράγεται είναι η ατμόσφαιρα μιας περιπλάνησης στα σπαρμένα παλιά πρόσωπα του εαυτού του ζητούν να συναντηθούν με την εξίσου αόριστη τωρινή μορφή του. Κι αυτό γιατί συγκεκριμένη ποίηση ζητά το διακεκομμένο, το ημιτελές να γίνει συνεχές. Στα καλά ποιήματα αυτό εκλύει μια ροϊκή συνέχεια, μια «πλωτή» ανάγνωση σε υγρή ονειροβασία. Και ακριβώς σε αυτή την ποίηση δεν σε κερδίζει ο μεμονωμένος στίχος, αλλά η υποβλητική διαχείριση της σιωπής ανάμεσα στους στίχους. Στην υποβολή συντελεί η συχνή στη δουλειά της φόρμουλα του αποσιωπημένου ή ημιτελούς λόγου («όταν οι γάμπες γυμνές ως τους μηρούς/ όταν τα σώματα») και της παρομοίωσης («και το πουκαμισάκι σου σαν καταγάλανο/ στην πολυθρόνα» «ως μη μέλλον», «η πρωινή ομίχλη σαν πουκαμισάκι»).

Σε άλλα ποιήματα, όμως, η συχνή επανάληψη των ίδιων μοτίβων δίνει μια αίσθηση στατικότητας και επανάληψης. Τα υλικά, επίσης, της σκηνογραφίας του ονείρου στην ελεύθερη και ασύνδετη διέλευσή τους στη μνήμη δεν συναρθρώνονται πάντα σε μια συμπαγή μονάδα-ενότητα, αλλά παραμένουν διαδοχές  εικόνων σε μια ρευστότητα που γίνεται διάχυση. Η ροή γίνεται διαρροή. Τότε το ποίημα λιμνάζει σε ένα ρευστό «περίπου», όπου εκεί ο αναγνώστης δεν καταδύεται στον διαυγή βυθό του «δια ταύτα», αλλά παραπλέει ένα διαθλασμένο νόημα.  Έτσι συχνά έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις το ίδιο ποίημα και αυτό που θα έπρεπε να γίνει το στίγμα της γραφής γίνεται το αποκεντρωμένο χνάρι της.

Η ποίηση της Δαράκη βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνώστη, όταν η οικονομία του ελλιπούς στηρίζεται στην ευκρίνεια της εικόνας και η συνειρμική ακολουθία δομείται σε μια συνεπέστερη νοηματική ανταπόκριση των υλικών της, όπως εδώ («Σόλο φλάουτο, Ι»):

Το σώμα μου καρδιοχτυπά μπροστά
σ’ αυτό το ανώνυμο πρωινό
σ’ αυτή τη μαργαρίτα που σιγά σιγά
σαν μια ψιθυριστή αιωνιότητα ξυπνά
ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Διάπλους μέσα στο φευγαλέο

απόστιχα σωπής

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Χάρης Ιωσήφ,
απόστιχα σιωπής,
Περισπωμένη, 2017

Τα απόστιχα σιωπής, η τρίτη συλλογή του Χάρη Ιωσήφ και η πρώτη που εγώ έχω υπόψη μου, είναι μια σπουδή του βλέμματος πάνω στα πράγματα που φέρουν στο σχήμα τους ή στις παραμορφώσεις τους αποσιωπημένο το κύλισμα του χρόνου.

Αυτό το βλέμμα επισκέπτεται συμβολικούς διαβατήριους χώρους (σταθμούς, κτίρια λιμανιών, μέσα μεταφοράς) ή μελετά το σώμα του τόπου και των αντικειμένων που κρατούν πάνω τους τα σημάδια της παρελθούσας κίνησης: χαράξεις επίπλων, θραύσεις φωτός, τομές κτιρίων, ροές σταγόνας, καμπυλώσεις φορεμένων ρούχων που γεμίζουν από ένα νόημα που είναι ο χρόνος και η σιωπή του, δηλαδή η ακινησία της μνήμης:

Οι οξειδώσεις
των παλιών σταθμών

Αναδεικνύουν τις χαράξεις
του Χρόνου

Οι επιφάνειες
στις έρημες αποβάθρες
Κοιμητήρια ονομάτων

Φέρουν τον αχό
μιας αόρατης ροής
Ενός αστείρευτου πλήθους

Αποχαιρετισμών

Αυτή την κίνηση του στοχασμού αποτυπώνει και η δομή του βιβλίου: είναι αρθρωμένο σε πέντε ενότητες πέντε έως δέκα ολιγόστιχων, συνήθως, ποιημάτων (τα «απόστιχα»), συνδεόμενες μεταξύ τους από ένα παρέμβλητο πολύστιχο ποίημα με τίτλο «Η σιωπή του χρόνου». Σε αυτό η περιδιάβαση του χώρου εκλύει στιγμιότυπα πιο προσωπικών βιωμάτων, ακίνητων μέσα στη μνήμη, να προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον «μετά» χρόνο, που είναι συνήθως ένας χρόνος άδειος.

Είναι μια οξύμωρη κίνηση που όλη η αργή, αισθαντική ροή της κατατείνει στην παύση, εμπεριέχει την ακινησία και αυτό νομίζω πως είναι η πεμπτουσία  και το – κερδισμένο– στοίχημα το βιβλίου: να συλλάβει αυτή την αδιανόητη φορά των ψυχικών συμβάντων μέσα στο χρόνο: «Η σταγόνα που γλείφει τον τοίχο / Έχει πάρει το σχήμα ενός στήθους / Που αναμένει μπροστά σου δίχως / αιδώ αιωρούμενο / Δέσμιο μόνο της / βαρύτατης / –Απόρροια πράξεων– Ποινής / Σε εντός σώματος πολυετή / Κάθειρξη».

Γι’ αυτό και οι αγαπημένοι χώροι είναι οι σιωπηλοί, ασύχναστοι χώροι, ακτές περασμένες Αυγούστων, το παλιό πατρικό, ο κήπος της ερειπωμένης εκκλησίας, το νυχτερινό κοιμητήριο στο φως των πρώτων αστερισμών, η ομίχλη του δάσους: «Χθες περπατήσαμε / […] Χωρέσαμε στη διάρκεια / του μετεωρισμού των σταγόνων / στις άκρες των πευκοβελόνων / Οι ανάσες μας / διατάραξη της κοινής ησυχίας / των πουλιών».

Ο χαμένος έρωτας και η διάσταση της νεότητας με την ωρίμανση είναι οι τόποι που φέρουν ισχυρότερα το αποτύπωμα του χρόνου στην συλλογή: «Σε φαντάζομαι μακρινή και απρόσιτη / […] Νεκρή φύση στην ανάπαυλα του Χρόνου / Όταν μετά τις νυχτερινές βροχές / Μετεωρίζονται των ψυχών / Τα νοτισμένα άνθη».

Τα παραπάνω συνθέτουν μια διακριτική ελεγεία και τον τόνο της ήρεμης και πικρής διαπίστωσης που θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά της. Γι’ αυτό και  επεξεργάζεται το αίσθημα μέσα από τα πράγματα κι όχι τόσο μέσα από τη συγκινησιακά φορτισμένη εξομολόγηση. Έτσι προέχει ένας λόγος ακριβής, λιτός που περιγράφει σε σαφήνεια τον τόπο, το αντικείμενο, την κίνηση χαρτογραφώντας με πιστότητα το σήμα τους.

Σε αυτή την ποιητική ατμόσφαιρα αποφεύγονται οι υψηλοί τόνοι και ο ποιητής επιλέγει το ρόλο ενός, κατά το δυνατόν, αμέτοχου σχολιαστή ή παρατηρητή, αφήνοντας την περιγραφή να υποβάλει τους υπαινιγμούς της. Αυτός ο ψύχραιμος διάπλους μέσα στο φευγαλέο που γίνεται μόνιμο, τραυματικά όμως ακίνητο, πιστεύω ότι αποτελεί την ιδιοσυστασία της γραφής του Χάρη Ιωσήφ και τη γοητεία της.

Σε εκτενέστερα, όμως, ποιήματα όπως «Η σιωπή του χρόνου ΙΙ», η ανάγκη για ακριβολογία εκτρέπεται σε αναλυτικότητα που χαλαρώνει την ένταση. Άλλοτε, κάποια αυξημένη λογιότητα λειτουργεί αντιποιητικά («Θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τα δέντρα […] / αλλά και από του ήλιου / Τη γενεσιουργό θωπεία τη θερμαίνουσα τα κύτταρα / των νεαρών φύλλων ενώ γνέθουν αχτίδες φωτός / με υπερχειλίσεις πρωινής πάχνης…». Επίσης, όταν ο ποιητής απομακρύνεται από το ρόλο του αποστασιοποιημένου σκηνογράφου και εμπλέκεται πιο προσωπικά, οι υψωμένοι τόνοι ηχούν κάποτε άστοχοι. Στη «Σιωπή του χρόνου IV»,  συνυπάρχoυν το όμορφο tableau vivant: «Μια χορωδία αγοριών κλείνει ένα θρησκευτικό μέλος / κρατώντας την απόσβεση μιας καταληκτικής συγχορδίας / με φωνές θύματα της επικείμενής τους ωρίμανσης» και η διδακτική κάπως αυτοκατάκριση: «Κι ας υποδιαιρούμε τον χρόνο/ Κι ας αναθρέφουμε λαίλαπες / Κι ας θυσιάζουμε τα τέκνα της Γης / Κι ας ιδιωτεύουμε αδιάντροπα».

Πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις, θεωρώ ότι είναι ένα καλό βιβλίο με όλες τις δυσκολίες που πρέπει να υπερβεί η επιλογή να είναι ένα συνθετικό ποίημα, δηλ. ένας πειθαρχημένος στοχασμός πάνω σε ένα βασικό θεματικό άξονα που πρέπει να αρχιτεκτονήσει με ισορροπία τα επιμέρους επεισόδια του. Πάνω από όλα, θεωρώ ότι πρόκειται για μια γραφή που κατορθώνει να σε εισάγει στο μυστικό της, κρατώντας παράλληλα το αίνιγμα της, και να δημιουργήσει την διακριτότητα της φωνής της, της προσωπικής άρα και μοναδικής του κόσμου θέασης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Τα ακροβατικά οξύμωρα του νοήματος

ΣΠΕΡΜΟΛΟΓΟΣ

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Α. Κ. Χριστοδούλου,
Σπερμολόγος ή Έκτροπα ενός λαθρόβιου,
Gutenberg-«Συρτις», 2016

Ο τίτλος της συλλογής δηλώνει ευκρινώς ποια ποιητική ταυτότητα ενδύεται  ο συγγραφέας σε αυτή του την εργασία: σπερμολόγος είναι ο «ευτελής και ευκαταφρόνητος» άνθρωπος, ο «ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ἀποζῶν» που κυκλοφορεί μολύνοντας το ευυπόληπτο νόημα με τις «κενές πιθανολογίες» και τα «ξένα δαιμόνια», μια ενοχλητική καλιακούδα  που τρέφεται με τους πεσμένους σπόρους των φορτίων της αγοράς, ένας «εὐρυλόγος», ένας «ἀκριτόμυθος», διαβάζουμε στο επεξηγηματικό γλωσσάρι που προηγείται των ποιημάτων. Τουτέστιν, ένας λαθρόβιος που υποδυόμενος αυτόν τον ανυπόληπτο ρόλο του κυνικού φιλοσόφου –ποιητή υπονομεύει με παιγνιώδη και συχνά περιπαικτικό τρόπο αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα των ανθρώπινων ρόλων στην αιχμή των καθημερινών παραλογισμών.

Στο βασικό ερώτημα της ύπαρξης ποιος είμαι εγώ σε σχέση με τον άλλο και τον κόσμο, η βασική απάντηση είναι: είμαι εγώ και ο άλλος, ο σωσίας του εαυτού και του άλλου και στο αντίκρισμά μου με τον διπλανό είναι δύσκολο να διακρίνω το θύτη από το θύμα:

Ο ΛΗΣΤΗΣ

μόλις βύθισε την απειλή
στα απορημένα μάτια μου
ούρλιαξε: «Βο ή..ή θεια
το ανθρωπάκι με ληστεύει»
κι ετράπη σε φυγή

και από κοντά σπασμένη
η φο βισμέν η φω νή του

Στο ερώτημα αν αληθεύει αυτό ή το άλλο,  απαντά: αληθεύει και αυτό και το άλλο, η διαφορά είναι ομοιότητα, το φως της μέρας είναι κι αυτό σκοτάδι, ο θεός είναι ο λογοκλόπος του λόγου μου που είναι δικός του βέβαια λόγος, οι αλήθειες των δύο συνθέτουν ένα ψέμα, αυτό που με χωρίζει από τα πράγματα είναι αυτό που με ενώνει μαζί τους, η διάψευση των ασύμπτωτων σχέσεων καταδεικνύει ακριβώς την βαθιά τους σύμπτωση:

«ΑΣΥΜΠΟΝΕΥΤΟΣ

είναι ο κύριος
που με βλέπει
να τον κοιτάω
όλος συμπόνια»

είπε κι αυτός
αποσύρθηκε
στα δύο τους ψέματα

Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα αυτής της υποστασιακής αντίφασης. Αντιγράφω μερικά: «ομόηχοι και πλεοναστικοί» οι φθόγγοι της εσωτερικής χασμωδίας δεν αναιρούν το ταυτοτικό «ένα κάτι αδιάσπαστο / σαν μονωδία» που ακούγεται μέσα μας («Χασμωδία»)﮲ «μετακινούμενο πάντα και αμετακίνητο αιωνίως» σημείο η ψυχική μας έδρα («Ματαιότητα»)﮲ η επιστήμη που τρέχει να συλλάβει «τον Πανταχού Παρόντα Θεό / στο τέρμα της Απουσίας Του» («Τεχνογνωσία»)﮲ το παράπονο του ερωτευμένου: «Λιώνω αγγίζοντας το κορμί σου» που βρίσκει την απάντηση εκείνης: «Διπλή που εκτίεις λοιπόν η ποινή μου».

Γι’ αυτό και σε πολλά κείμενα της συλλογής βλέπουμε τον «καθημερινό άνθρωπο» (ο αναγνώστης, ο ξεναγός, ο ιερέας, ο σύζυγος, ένας άπιστος,  ο ταμίας, ο νυχτοφύλακας) να έρχεται αντιμέτωπος με μια τετριμμένη πράξη που γίνεται απροσδόκητα επικίνδυνη, φαινομενικά παράλογη, αλλά βαθιά δηλωτική της επίβουλης φύσης των ρόλων που αυτόματα αντιστρέφονται ή επικαλύπτονται.

Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει το παιγνιώδες ύφος, τα ακροβατικά οξύμωρα, οι ειρωνικές ταυτολογίες, οι λεκτικές εξισώσεις που αναδεικνύουν τη διπλή και αμοιβαία ακυρωμένη φύση των πραγμάτων, την επισφάλεια της γνώσης: το άλλο που είναι ίδιο, το δικό μου που είναι δικό σου κ.ο.κ.  Αλλά το εξαγόμενο αυτής της εξίσωσης είναι η αμοιβαία ήττα, γιατί η παραδοχή της σύμπτωσης γίνεται κατά μόνας, ενώ στη διαδικασία του σχετίζεσθαι κυριαρχεί η αδιαφάνεια της διαφοράς. Αυτό που εντέλει ζητείται είναι το αρχικό ομοούσιο, πιστοποιημένο, όμως, μόνο αρνητικά, στη χασούρα των σχέσεων, της αναζήτησης του θεού, του διχασμένου εαυτού, της ποιητικής δημιουργίας.

Το ειρωνικό αμόνι σφυρηλατείται περισσότερο προκλητικά στις παράπλευρες θεματικές του βιβλίου: στα ποιήματα ποιητικής (όπου ή γραφή ισούται με μια ατελέσφορη αντιγραφή, εξίσου όμως σώζουσα), στα ποιήματα που διαλέγονται με την φενακισμένη ιστορία, την άψυχη παντοκρατορία της επιστήμης, την εκχρηματισμένη λογική της ζωής.

Το ζιζάνιο του σπερμολόγου δεν επιτρέπει, βέβαια, δραματικές απολήξεις, αλλά φροντίζει να απαλείψει κάθε λυρική υπόνοια:

Η ΣΦΑΙΡΑ

Αν μιλήσεις
εξοστρακισμένη πάνω μου
η σφαίρα σου κατάστηθα
θα σε χτυπήσει

Η συνέπεια είναι γνωστή –
κανείς από τους δυο μας
δε θα πεθάνει

Αυτές οι ειρωνικές ασυνέχειες του νοήματος δηλώνονται και υποστασιοποιούνται  ενίοτε και οπτικά με την ανάλογη διευθέτηση των στίχων και την τομή των λέξεων.

Συχνά, βέβαια, γίνεται κατάχρηση αυτού του σαρδόνιου χιούμορ που εκπίπτει σε αβαθή λογοπαίγνια ή σε καλαμπούρι (π.χ. το ποίημα «Τρέλας Τρέλα»), ενίοτε καρουζικού ηχοχρώματος. Και η αρχική του σύσταση: «Να μπουσουλάς […] με τη γλώσσα / έξω ν’ αλληθωρίζει / προς τ’ άγαρμπα κοψίδια / κάθε στίχου σφαγμένου/ κρεμασμένα απ’ τα τσιγκέλια / της ακυριολεξίας» δεν αποδεικνύεται πάντα συνετή συμβουλή, καθώς, με αυτή τη λεκτική γυμναστική και τη συχνή «σφαγή» των στίχων, το νόημα δυστροπεί ή εξωθείται σε μια εύκολη οπτικοποίηση  και έτσι ό,τι θέλει να κερδίσει με τον αιφνιδιασμό της τεχνικής το χάνει με την επανάληψη του τεχνάσματος.

Μια ιδιότυπη γραφή που απονέμει πλήρως τον τίτλο του «σπερμολόγου» στον ποιητή που συνθέτει με φανερή αυθάδεια και κρυφή συμπόνια ένα εγκώμιο-λίβελλο της μωρίας του ανθρωπάκου μας, μπλεγμένου στα δίχτυα της αυταπάτης του. Μια ασκητική λαθρόβιου που επιλέγει την ξηρασία του λιτοδίαιτου λόγου, ακόμα, όμως, και εκεί που θα έπρεπε να στάξει λίγη βροχούλα συναισθήματος ή συμφιλίωσης, όπως αυτή που βρέχει στο όμορφο ποίημα «Ένα πουλί»:

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

δεν είναι σωστό
πουλί αλλά δυο τοσοδούλικα
αραχνοΰφαντα συννεφάκια
συνδυασμένα στο σχήμα
μιας αιθέριας ωραίας ουράς
ενός μικρού αδιόριστου πτηνού
με το υπόλοιπο κομμάτι
(κεφαλάκι εν συνεχεία στήθος)
αδιόρατο σε όσο τμήμα
του ουρανού δε χωράει
σε ανθρώπινο μάτι

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Φιλόδοξη αλλά ανοικονόμητη σύνθεση

antioxou-giannis-dialysis

~ . ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γιάννης Αντιόχου,
Διάλυσις,
Ίκαρος, 2017

Ακκίζομαι στην απροσδιόριστη εποχή
μια στάλα αίμα είναι
ας μην το κάνουμε θέμα
«Εξάντλησις»

Η Διάλυσις του Γιάννη Αντιόχου, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, στοχεύει να αναδείξει τη διάλυση του νοηματοδοτικού πυρήνα της ύπαρξης και την παράλληλη αποκέντρωση της γλώσσας που φέρει την αποδόμηση αυτού του νοήματος.

Το σώμα, ο έρωτας, η σχέση με τον άλλο, η ποιητική λειτουργία, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης, ο τρόμος μπροστά στους ολοκληρωτισμούς της εποχής είναι τα θεματικά κέντρα της συλλογής, θέματα που βιώνονται και αποτυπώνονται σαρκικά,  αλλά ως μια σάρκα πάσχουσα, σε μια παροξυσμική ενίοτε σωματικότητα. Γι’ αυτό και κυριαρχούν η εξάρθρωση, η διασπορά, οι καρκινικές εξαλλαγές, οι εφιαλτικές εκβλαστήσεις ενός σώματος-κόσμου που ακρωτηριασμένος άλλοτε συναινεί στο διαμελισμό του και άλλοτε ανακαλεί το χαμένο όλο. Όλα τα παραπάνω συνθεμένα σε ένα ποιητικό λόγο-πολύποδα που θέλει να εξακτινώσει αυτή την ανεξέλεγκτη αύξηση του μιάσματος, αλλά εντέλει υφίσταται και ο ίδιος τον εκφυλισμό.

Σε όλη τη συλλογή,  το ποιητικό υποκείμενο με ένα λόγο τραχύ βιώνει «τη σύρραξη των σωμάτων», στις πολλαπλές μεταμορφώσεις – παραμορφώσεις τους: το σώμα του έρωτα, το σώμα του κόσμου, της πόλης και της εποχής. Σώμα μαλακό, γλοιώδες, σε αθόρυβους ή  εκκωφαντικούς αλληλοσπαραγμούς–χωρισμούς, σώμα αιχμηρό, τραυματισμένο. Γι’ αυτό και συχνά παρελαύνουν στίχοι που αποτυπώνουν τα φρικτά καθέκαστα της φθοράς ή της εξαλλαγής του: «Οι εικόνες σταματούν στο σκοτάδι / του αποκεφαλισμένου μου σώματος»﮲ «Και μοιάζει να ονειρεύεσαι πως κολυμπάς στο σάλιο / της Ύπαρξης / Και εντός μιας φυσαλίδας που ταξιδεύει στο αίμα, / το κοίλο κάτοπτρο σε μεταμορφώνει σε μάτι / εξόφθαλμου ψαριού»﮲  «Καημένε Τζον / το νεογέννητό σου δεν άνοιξε τα μάτια του / δυο βδέλλες στα κλειστά του βλέφαρα / και τα σκουλήκια των νεκρών προγόνων σου στο στόμα»﮲ «Η εγγύς καταισχύνη των αστών / ο λιθοβολισμός / κι η πλευρική διάτρησις / αυτό το διαμπερές τραύμα του διασυρμού / ανάμεσα σε φυλλώματα βιβλίων»﮲ «μα αυτό το αριστερό μου πόδι / με τόσα αγκάθια / και βελόνες / και θρύψαλα / ήδη σαπίζει / βρομάει / και χάνεται».

Εξίσου υποκείμενα στην τερατογονία είναι και η ανθρωπότητα («Αυτή η πολτώδης / απελπισμένη ανθρωπότητα»), οι βαλτώδεις, φασματικές μεγαλουπόλεις–νεκροπόλεις που γιγαντώνουν τη «Βαβέλ της ύπαρξης», οι φόβοι ως μεγάλα κήτη που καταπίνουν και φτύνουν τον ονειρευόμενο «στο κρεβάτι μες στη γλίτσα», η κανιβαλική ή νεκροφιλική βίωση του έρωτα  («στις πτυχώσεις μου υγρασία, / σπίνοι και φτενοί τσαλαπετεινοί / με ψειρίζουν από μικρές τρύπες / αφαιρώντας ρύπους / λευκά σκουληκάκια / και τα οξέα του κορμιού»﮲ «το πομπώδες σινιόν κεφάλι / της νεκρής που ξενυχτούσε / μηκύνοντας τη διατήρηση του λειψάνου / με γάζες παγωμένης φορμόλης»﮲ «Περαιτέρω συγχώρησα τα πάθη / σχεδόν όλα / αναμένοντας κι ο ίδιος την ανθρωποφαγία / αυτή τη μεγάλη αγάπη / μασώντας / δέρμα και υπόδερμα / στραγγίζοντας το σώμα / σπάζοντας τα δόντια μου / στα κόκαλα / γλείφοντάς τα»).

Ήδη το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εξάντλησις», θέτει τους όρους και τους τρόπους αυτού του σύμπαντος, αλλά και τις αδυναμίες αυτού του λόγου:

Μοιάζουμε με ολάνοιχτες πίνες,
φυτεμένες στην ιλύ του βυθού
μιας εύκρατης και θερμής
μεσόγειας θάλασσας

Τα χέρια μας
ένα ολόκληρο σώμα
το δίχως άλλο ένα όστρακο
με λεπτά και πλατιά ελάσματα

Χτένια πολλά στα μαλλιά των φυκιών
χτένια μερίζοντας ίνες και νημάτια
μαστίγια της επιβολής
που αναδιπλώνονται δίχως ήχο
κι αυτόν τον σπασμό
μες στην πλημμύρα

Είμαστε εντέλει,
πίνες δίθυρες κτενοειδείς
είδος εδώδιμο
συμβιώνοντας με καρκίνους
αλλιώς
πινοθήρες ή πινοκάβουρες
φρουρούς καρκίνους
των δυνητικών μας κινδύνων […]

Αυτά έως την πρώτη σελίδα, το ποίημα όμως συνεχίζεται σε τέσσερις σελίδες ακόμα. Στις παραπάνω στροφικές ενότητες έχουμε την ήπια εκτύλιξη της δραστικής εικονοποιίας του σώματος ως ενός αμυντικού μαλάκιου του φόβου. Στη συνέχεια, παρατηρούμε τη μετακύλιση στους άλλους θεματικούς πόλους της συλλογής: η σχέση με τον άλλο («Επιτρέψτε μου να ουρλιάξω / με τον καρκίνο κλεισμένο στα χτένια μου / πως πλησιάζει η ώρα σας»), το κουρασμένο φάσμα του έρωτα («Εξάντλησις ετών είκοσι δύο / το πρόσωπό σου / Μια βρυγιωμένη πέτρα / Με δυο λάκκους σκοτεινούς / που τρέφονται με παφλασμούς / Αντιγράφοντας την αρχαία ναυμαχία / Και το βόμβο της σιωπής»), η κρημνώδης μοίρα του ποιητή («Απ’ το στενό μπαλκόνι, / πατάει ο ποιητής στο κενό, μονολογώ»).  Όπως και στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, αυτά τα θέματα συμπλέκονται σε μια πλατιά πολύστιχη φόρμα, σε μια φυγόκεντρη, χαλαρή δομή και πολύτροπες αφηγηματικές επιλογές: μονολογικά αποσπάσματα, μνημονικές παρεκβάσεις, προστακτικές ρητορικές αποστροφές στον αναγνώστη, παρενθετικά σχόλια, προλογικά μότο, ευρύ διακειμενικό διάλογο με πλήθος κείμενα και ποιητικές περσόνες (από τραγούδια των Radiohead έως Δάντη, Ρεμπώ, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

Αποτέλεσμα ένας ποιητικός λόγος που μετέρχεται μια πανσπερμία υλικών που αθροίζονται ογκούμενα, μια ρητορική του λόγου που θέλει να είναι συνθετικός αλλά γίνεται σωρευτικός και φλύαρος, υπονομεύοντας έτσι την ευεργετική επενέργεια των καλών στιγμών και της συνθετικής βούλησης που όντως διαθέτει η συλλογή. Η συλλογή στερείται οικονομίας και αυτό επιδεινώνεται και από τη μεγάλη έκταση πολλών ποιημάτων και από την υπερεκμετάλλευση κάποιων ποιητικών τόπων όπως η εφιαλτική γεωγραφία του σώματος αλλά και, πρωτίστως, την χαώδη συνύπαρξη των βασικών θεματικών αξόνων σε μια, όχι αλληλεπίδραση αλλά, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, αλληλοδιάχυση. Μια βίαιη και συχνά εξεζητημένη γλώσσα που θέλει να τα πει όλα, όχι καταυγάζοντας, αλλά συσκοτίζοντάς τα. Εξαίρεση ίσως οι δοκιμές στην πειθαρχία του σονέτου σε κάποια ποιήματα της συλλογής.

Εντέλει ένας λόγος-νάρκισσος που θέλει να είναι εξωστρεφής και καταγγελτικός, αλλά συχνά γίνεται, παρ’ όλη την περιφραστικότητά του, κλειστός. Αυτό καταδεικνύεται και στις πλείστες αναφορές στην «σταυρική» ποιητική λειτουργία: «Πεθαίνει απόψε ο ποιητής / για την αλήθεια μιας ζωής  / γέρνει σιγά,  τα μάτια σβήνει / φυσάει αέρας και τα κλείνει / Πάνω στη γη είναι νεκρός / ο έρωτάς του ο σκοτεινός» («Obscurus»)﮲ «Και πλημμυρίζουν οι κοιλάδες κατακάθια της διάβασής σου ποιητή […] Κι εντός σιωπής / αυτό το τακ τακ / π’  ακούγεται σαν το σφυρί / δεν σφυρί δεν αλλά σταυρός  / καρφώνοντας / διαμαντένιες κερκίδες στίχων / στεριώνοντας με φθόγγους ήλων» («Τακ Τακ»)﮲ «Ασκώ την ποίηση / αν και  οι στίχοι μου μάλλον γδέρνουν / Συνήθως αφαιρώ το ρήμα / και τραβώντας / σφίγγω και σφίγγω τις εποχές / κι αφήνω τη λήθη / ως μια πλαστή πραγματικότητα / ενταφιάζοντας στο ποίημα / όλα όσα κανείς υποκρίνεται / πως δεν έχει ζήσει ή δεν τα θυμάται» («Παραβολή»)﮲ «Είναι που καμιά φορά / ένας οργισμένος ποιητής / με την καρδιά του να χτυπά / στης γλώσσας του το χαλινό / και το έρεβος των ματιών / κάπως σαν πνιγμένος / ανασηκώνει το βλέμμα του καθρεφτίζοντας το είδωλό του / τέρας ο ίδιος / κι ο ίδιος ουρανός» («Προαίσθησις») κ.ο.κ.

Η ενδοστρεφής προσήλωση διαπιστώνεται και στο συχνό μοτίβο της κόλασης αλλά και στην θανατολαγνία («να αγκαλιαστώ και να παλέψω με την φαιδρό σκελετό»﮲ «Είχα το δάκτυλο / βρήκα τον Βλαντίμιρ / και ψάχνω τη σκανδάλη / Να μου φέρετε τριαντάφυλλα»﮲ «Κι αφού νεκρός γεννήθηκα, για τούτο δεν πεθαίνω» κ.ά. Σε αυτό συμπράττουν και οι συχνές αναφορές στην «ξεβράκωτη Αθανασία» που προσπαθεί να αποκαθηλώσει, όπως κι άλλες πλάνες του εαυτού, αλλά εντέλει μνημειώνει ως αίτημα.

Αυτός ο πολυφωνικός, υψηλής θερμοκρασίας, εξεγερμένος λόγος δεν γίνεται αιρετικός, αλλά εντέλει συντηρητικός, γιατί συστρέφεται στον εαυτό του, εξυμνεί –ελεεινολογώντας έστω–  την απελπισία του σαλτιμπάγκου ποιητή, προφητεύει υποθήκες του μέλλοντος από το βάθος του τάφου, εκφωνεί την αντίσταση συχνά, μαζοχιστικά, ακυρώνοντάς την. Αυτή η συντηρητική εντέλει προβληματική, αν απεκδυθεί τους μοντερνιστικούς τρόπους και την πλατιά διακειμενικότητα, δείχνει τα όριά της, όπως βλέπουμε στα έμμετρα ποιήματα της συλλογής. Η εύστοχη, λιτή σκηνογραφία του ποιήματος «Παραίσθησις Γ΄» υποδηλώνει τις δυνατότητες μιας πύκνωσης που χάθηκε μέσα στην φιλόδοξη γλώσσα και  τη συγκεχυμένη πρόθεση.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Ειρωνική ένταση

daneika_kichli

~ . ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γεωργία Τριανταφυλλίδου,
Δανεικά αγύριστα,
Κίχλη, 2017

Στην τρίτη της συλλογή η Γεωργία Τριανταφυλλίδου συνεχίζει την ειρωνική, αποδραματοποιημένη κατασκευή ενός απροσδόκητα κοιταγμένου κόσμου. Τα υλικά μιας κοινότοπης πραγματικότητας, όπως μια φωτογραφία ή ένα δανεικό σάλι, μέσω μιας διαθλασμένης ή έως το παράλογο φτασμένης ονειρικής όρασης, γίνονται αφορμή να υπαινιχθεί τη φαινομενική και πολλαπλή φύση του πραγματικού και την απατηλότητα των ανθρώπινων σχέσεων που διαφεύγουν από κάθε αίσθηση οριστικότητας ή δεσμευτικότητας. Ενδεικτικά:

Ανάμεσα σε μένα και τη φωτογραφία
μεσολαβούν δύο υπάρξεις:
του φωτογράφου
και του φωτογράφου,
επίσης.
Γιατί,
όταν κοιτώ
αυτό που είδαν τα μάτια του,
πώς να μη σκέφτομαι
ότι δε βλέπουν
μέσα απ’ τα μάτια μου
εκ νέου;

(«Απορία στην κάθοδο από τον πέμπτο χωρίς ανελκυστήρα»)

Από αυτά προκύπτουν οξύμωρες, επάλληλες συζεύξεις χρόνων, προσώπων, τόπων που επικάθονται σαν οργανική και συμπαγή αλλά και διαφεύγουσα ύλη στο ατομικό βίωμα που παράγει επαναληπτικές προβολές του εαυτού μέσα σε ένα κόσμο σημάτων και συμβολικών ανταποκρίσεων:

Φαντάζομαι ανθρώπους
που μαστορεύουν μόνοι τους στο σπίτι
καρφώνουν το πόδι μιας παλιάς καρέκλας
σφίγγουν τη βίδα στο ντουλάπι της κουζίνας
επιδιορθώνουν τη ζωή τους
με τις ίδιες συμβολικές πυκνότητες που ζούμε
στα όνειρα.

Αυτοί οι άνθρωποι θέλω να με φαντάζονται
σαν κάποια
που τραβά μια κούνια και την αφήνει
και τη χαζεύει που ακινητοποιείται σταδιακά
μέχρι να γίνει ένα κάθισμα χωρίς πόδια.

Και τότε χρειάζομαι τους ανθρώπους
που με φαντάζονται και τους φαντάζομαι
να καρφώνουν πόδια στο άδειο μου κάθισμα
δημιουργώντας το συνεχώς απρόσωπο
μα υπαρκτό μας δέσιμο.

(«Ένας τρόπος για να μη λέω ‘εμείς'»)

Οι ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως οι ερωτικές αποτελούν το κατεξοχήν πεδίο προβληματισμού στη συλλογή. Η ερωτική συνύπαρξη, πολλαπλά εκφραζόμενη στα διάφορα επεισόδια της συνάφειας (π.χ. στα ποιήματα «Απαρατήρητοι», «Βρες άλλον να ειρωνεύεσαι», «Dress code»), καθίσταται ο εμπόλεμος χώρος της μείζονος εκκρεμότητας της ύπαρξης που μόνο φαντασιακά μπορεί να τερματιστεί:

Υπάρχει ένας περίπατος μακρινός
όπου συναντιόμαστε.
Εκεί ποτέ δε μιλάμε
καθώς στις ομηρικές μονομαχίες
απαγορεύεται η ακάλυπτη σάρκα.
Αν μιλήσεις, θα υποκύψω
αν μιλήσω, η λέξη θα τρυπήσει το απροφύλακτο μέρος
στ’ αριστερά.
[…]
Ήταν μια φορά ένας περίπατος μακρινός
όπου εσύ κι εγώ είπαμε το ίδιο πράγμα.

(«Βόλτα με σκύλο»)

Η ρητορική στρατηγική μιας τέτοιας ποίησης είναι η ευρηματική, συχνά ειρωνικά γειωμένη ποιητική φόρμα, κυρίως μικρής έκτασης, που ενδύεται τη μορφή μιας αφήγησης λιτής, ελλειπτικής, ασύνδετης, χωρισμένης σε ευδιάκριτες αφηγηματικές μονάδες, σε χρόνο ενεστώτα ή αόριστο και έγκλιση οριστική, που όσο πιο διαφεύγουσα είναι η ποιητική ύλη τόσο πιο οριστική και πραγματική την παρουσιάζει. Μια από τις πάγιες εκφραστικές επιλογές του μοντερνιστικού ποιήματος, άλλωστε. Γι’ αυτό και απουσιάζει η συναισθηματική εμπλοκή σε αυτή την ψύχραιμη θέαση του κόσμου όπου το μάτι παρατηρεί και μη εμπιστευόμενο αυτό που βλέπει δημιουργεί μια δική του όραση ή επιστρέφει μια σαρκαστική αυτοαντανάκλαση.

Αυτή η ειρωνική ένταση ανάμεσα στην μορφική στερεότητα και την κινούμενη άμμο του νοήματος είναι, κατ’ εμέ, η κύρια αρετή του βιβλίου. Η ανάγνωση προσπαθεί να προσπελάσει, αλλά υπονομεύεται διαρκώς, καθώς ακολουθώντας ξεγελασμένη τον πεζό –και εύρυθμο– βηματισμό της αφήγησης σκοντάφτει σε μια δύσβατη πυκνότητα που εκπορθείται μόνο με μια δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Η επίγευση μιας τέτοιας αναγνωστικής προσήλωσης παράγει, στις ευτυχέστερες στιγμές, μια γοητευμένη απορία και στη συνέχεια εννόηση, όπως στα ποιήματα «Δανεική», ή «Εξ αίματος».

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές, εξίσου αρκετές, που η πυκνότητα γίνεται σκοτεινότητα και ο στοχασμός εξυπνάδα, η εσωτερικότητα εκπίπτει σε μια επίπεδη επιφάνεια απροσδόκητων λεκτικών συζεύξεων. Η υπονόμευση της αναγνωστικής βεβαιότητας, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν παράγει ένα νέο και απαιτητικότερο τρόπο να κατανοήσεις καλύτερα, αλλά ένα κόμπιασμα μπροστά στη δυσνόητη φράση, που δεν υποδηλώνει πάντα μια βαθύτητα αλλά μια κατασκευή. Κι ο μη υποψιασμένος αναγνώστης χρεώνει συνήθως στον εαυτό του την αδυναμία κατανόησης, ενώ απλώς πρόκειται για μια, κατ’ επιλογήν, ομιχλώδη θέα. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη και ώριμη γραφή που, αν ήθελε λιγότερο να εντυπωσιάσει ή να ξαφνιάσει, θα πετύχαινε ουσιαστικότερα αποτελέσματα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Η ηρωική επέλαση του έμμετρου στίχου

bolkof

~   .  ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~  .  ~  

Θεοδόσης Βολκώφ,
Σονέτα,
Γαβριηλίδης, 2016

Στην τελευταία του δουλειά ο Θεοδόσης Βολκώφ, ακολουθώντας την πάγια και εν πολλοίς κατορθωμένη επιλογή της έμμετρης προσωδίας, παρουσιάζει 50 σονέτα, γνώστης της κραταιάς παράδοσης του είδους, με πλούσια και ευφάνταστα αδιάπτωτη ρίμα και επιχειρεί να οριοθετήσει το στόχο, τη θεματική αλλά και τα όρια της ποίησής του: ποιήματα υπαρξιακά, ερωτικά, σατιρικά, ποιήματα ποιητικής αλλά και πολεμικά, κάποια εκ των οποίων φαίνεται να γράφτηκαν, εν είδει απάντησης, στον απόηχο της ανοιχτής εν Ελλάδι συζήτησης για την επαναφορά της έμμετρης φόρμας.

Το προγραμματικό πρώτο ποίημα δηλοί τις προθέσεις του:

Σε στίχους δεκατέσσερις θα ψάλω,
με ίαμβο, ανάπαιστο, τροχαίο,
σε παλαιές μορφές, τραγούδι νέο
και δουλευτής στην ποίηση θα βάλω
του κόσμου το μικρό και το μεγάλο,
το άσχημο του βίου και τ’ ωραίο,
την πυρκαγιά, το καίγομαι, το καίω,
της σκέψης και του σώματος τον ζάλο.
Θα γίνω αυτός που είμαι και θα φτιάξω
στον κόσμο έναν κόσμο και θ’ ανήκω
στον έρωτα, τον θάνατο θα πράξω,
τη λύκαινα που σμίγει με τον λύκο.
Και πόλεμο θα κάνω, την ειρήνη
ζητώντας βυθισμένος στο καμίνι.

Σπάνια συλλογή εξηγεί πιο απερίφραστα τις προθέσεις της και πιο σπάνια προσπαθεί να τις εκπληρώσει με τέτοια συνέπεια. Η στόχευση εστιάζει σε τέσσερα, κατά τη γνώμη μου, κέντρα. Πρώτον, η ποίηση ως τελεστική του κόσμου και του εαυτού πράξη, Δεύτερον, η γένεση και ενίοτε η αυτογονιμοποίηση του εαυτού ως του μοναχικού, ξέχωρου όντος που οδεύει σε μια γενναιόκαρδη και απελπισμένη αυτοπραγμάτωση, Τρίτον, σε στενή συνάφεια με το δεύτερο, ο άνθρωπος ως ο βέβηλος και ιερός κινηματίας κατά του θεού και, τέταρτον, το αρχετυπικό θήλυ και το αρχέγονο άρρεν του έρωτα. Όλα βέβαια σε συνεξάρτηση και αναπόφευκτη αλληλοεπιχώρηση. Ας τα δούμε πιο αναλυτικά:

Πρώτον, η πράξη του λόγου και η πράξη του δραν ταυτίζονται. Μια γλωσσοκεντρική αντίληψη του κόσμου τον οποίο δημιουργεί γράφοντας και βιώνοντάς τον τον εγγράφει στη γραμματική δομή της ποίησης. Απευθυνόμενος π.χ. στην αγαπημένη γράφει: «Η λέξη μου και η δική σου λέξη / υπήρξαν πρώτα∙ ολόγυρα σιωπή.  / Κατόπιν άρχισε δειλά η πλέξη / των λέξεών μας – πρόταση μικρή». Ή ακόμα πιο απερίφραστα:

Τους στίχους μου φαρδιά πλατιά υπογράφω
με το χαλκούν δισύλλαβο όνομά μου
κι έτσι όπως μέρα νύχτα μεταγράφω
το αίμα μου, τους μυς, τα σωθικά μου,
με χρώματα πολεμικά με βάφω
και μονομάχος στέκω επί της άμμου.
Σε πολεμώ και οδεύω προς τον τάφο,
μικρή Εποχή κι όμως μεγάλη εχθρά μου,
δοσμένος στην σκληρή χειρωναξία
του στίχου μου. Ο στίχος μου και πράξη.
Παρά την τρομερή αιματοχυσία,
κανείς από τους δυο μας δεν θ’ αλλάξει.
Κι ας έρθει όποιος θέλει να με κρίνει.
Για τη σφαγή παίρνω την πάσα ευθύνη.

Ο στίχος μου και πράξη: πράγματι, ένας στίχος που αφού διαπιστώσει όλα τα «δεν» της ποίησης («Στίχοι μου πύρινοι και τρυφεροί, / ακούστε τον πατέρα σας που λέγει: Του πεινασμένου αλίμονο ψωμί, / του ανέστιου και του πρόσφυγα η στέγη […] των άρρωστων παρήγορη φροντίδα / και των νεκρών ανάσταση- δεν είστε»), στη συνέχεια επιφορτίζεται με την αποστολή να πράξει τον ποιητή και περαιτέρω να λειτουργήσει ως το ιερό πολεμικό ξίφος της μοναχικής πορείας του εαυτού προς την εμπύρετη αυτοπραγμάτωση.

Κι αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο κέντρο. Ομολογεί: «Οι άνθρωποι λυσσάρικα σκυλιά / κι ανάμεσά τους να περάσω […] Πόσο μου έλειψες, πικρή ομορφιά, / για να σε ονειρευτώ – και να σε πλάσω». Το ποιητικό εγώ συχνά εποχούμενο στον παλαιό εκείνον Πήγασο του ρομαντισμού επιθυμεί να φτάσει στην εσχατιές του εαυτού, στην αποθέωση της ατομικότητας: «Είσαι αυτός. Αυτός. Μην αμφιβάλλεις. / Από την τύχη πια δεν εξαρτάσαι. / Αυτός που είσαι έγινες φοβάσαι;, / το μαύρο αποκορύφωμα της πάλης. / Μόνος και ξέχωρος. Εσύ. Προβάλλεις.» (από το ποίημα: «Γένοιο οἷος ἐσσὶ μαθὼν»). Για να γεννήσει τον εαυτό του, πρέπει να αναγνωρίσει τα δαιμονικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης του, να εγκολπωθεί την αταβιστική κληρονομιά του λύκου μέσα μας, ηρωικά και ανδροπρεπώς να ατενίσει «το απάνθρωπο που μέσα σου φωλιάζει». Γι ’αυτό και εκτός από τα ποιήματα της πρωτοπρόσωπης αναφοράς, υπάρχουν και αρκετά που αναφέρονται σε εξεγερμένες μορφές του μύθου ή της ιστορίας, όπως τα ποιήματα «Σπάρτακος», «Προμηθέας», «Βλάντ Ι» και «Βλαντ ΙΙ», «Ρονίν», «Αχιλλέας».

Τρίτον, συχνά οι εξεγερμένες μορφές είναι οι ένθεοι στασιαστές κατά του θεού, άρα και οι πιο μύχια πιστοί του. Αυτός ο προμηθεϊκός άντρας- άνθρωπος εκκινώντας από την αφετηρία του ενστίκτου και μη απαρνούμενος το θυμό, τη βία, τη μέθη, τη μανία, εντέλει το δαίμονα μέσα του, «θα πλάσει με τη σάρκα του μια Μοίρα, / θα βρει εαυτό, Φωνή –έστω λίγη». Γίνεται θεός-ποιητής του εαυτού του, αυτοπροσδιοριζόμενος από την ανοιχτή διένεξη-επικοινωνία με το αντίπαλο και ανερμήνευτο θείο: «Εγώ, που θειάφι πάντοτε ανασαίνω, / όσο θα σκοτεινιάζεις, θα σκληραίνω», απαντά ο Προμηθέας στον σκοτεινό θεό του στο ομώνυμο ποίημα.

Τέταρτον, αυτή η εμπόλεμη φύση του αρχέγονου άρρενος επιβεβαιώνεται στη συνάντηση με το θήλυ στην ερωτική παλαίστρα. Το θήλυ, βέβαια, ορίζεται όχι μόνο ως το απαλό και αντίπαλο δέος στα εύχυμα ερωτικά ποιήματα –από τα καλύτερα της συλλογής–, αλλά και ως η τρυφερή και σοφή γαστέρα της ανθρωπότητας, ενώ το άρρεν ως ο αρσενικός, αιχμηρός νους. Ο Αχιλλέας π.χ. απευθυνόμενος στις γυναίκες διαπιστώνει: «το ακατέργαστο, κατ’ εξοχή ανδρώδες, / το ανερμήνευτο εκείνο και λυσσώδες, / το δαιμονιακό που όλον τον συνέχει  /Θανάτου Έρωτας που δεν σας περιέχει»).

Τα παραπάνω υπηρετούνται από έναν στίχο ομαλό, άλλοτε γλυκό και εύηχο, άλλοτε ηχηρό. Η ρυθμική πνοή του δεκατρισύλλαβου ακούγεται φυσική και αβίαστη, η ρίμα συνήθως αλάνθαστη, εκτός από τις φορές που για τις ανάγκες της επιστρατεύει κουρασμένες από την παλαιότητα λέξεις ή δομές.

Ωστόσο, η επιλογή της μετρικής φόρμας του σονέτου σε συνδυασμό με την αυτεπίγνωση του ποιητή ως μιας ατομικότητας που προκειμένου να βρει τον εαυτό του επιχειρεί ηρωική έξοδο από την τύρβη της ανάξιας πραγματικότητας δεν νομίζω ότι εκπληρώνει την υπόσχεση να δημιουργήσει «σε παλαιές μορφές τραγούδι νέο». Πέρα από τις επιμέρους επιτεύξεις και κορυφώσεις, σε αρκετά ποιήματα κυριαρχεί ένας ανένδοτος παλαιορομαντικής κοπής τόνος που ορίζοντας την ποίηση ως πράξη ρήξης επιχειρεί να αρχιτεκτονήσει μια δεοντολογία του ιδεατώς υπάρχειν, συχνά υιοθετώντας όχι μόνο το ύφος αλλά και το ήθος της παλιάς στιχουργίας. Κατ’ εμέ, το αιτούμενο ενός νέου τραγουδιού δεν μπορεί να είναι η προφητική ή η απέλπιδα ορειβασία του μόνου, όπως αυτή που ακούμε στην ποίηση του Σικελιανού. Το ήθος, η βίωση του σύγχρονου κόσμου με όλες τις σύγχρονές του ασυνέχειες νομίζω πως δεν μπορεί να αποτυπωθεί μόνο μέσα στην αυστηρή φόρμα, όταν αυτή υπηρετεί την σταθερή αυτοαναφορά μιας ποίησης που παραγόμενη παράγει και τη θεωρία για τον εαυτό της, υπερασπιζόμενη έτσι και τους φορείς της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Μπροστά στο καλωδιωμένο μέλλον

εν δρυμω~.~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   
~.~   
Αθηνά Καραταράκη,
Ἐν δρυμῷ ξύλον,
Το Ανώνυμο Βιβλίο 2016

Ήδη τα δύο πρώτα ποιήματα της συλλογής [«Πού ν’αφήσω αυτή τη νύχτα» «Η σκαφτική του μηχανή (σχέδιο για επιτύμβιο)»] δίνουν το ψυχικό κλίμα και τις αισθητικές επιλογές της Αθηνάς Καραταράκη στο Ἐν δρυμῷ ξύλον. Μια ποίηση μονολογική, λυρική, ελεγειακή μιας συνείδησης ανέστιας που στοχάζεται πάνω στο χρόνο που φεύγει. Ο χρόνος, ίσως το κατ’ εξοχήν θέμα της ποίησης.

Το στίγμα, όμως, της συλλογής είναι ότι εδώ η διαχείριση της μνήμης εστιάζει, κυρίως, στην αναζήτηση του ήθους της ελληνικής υπαίθρου και αυτό παραπέμπει στη μείζονα εκκρεμότητα της προβληματικής ελληνικής ταυτότητας που ο συχνά βίαιος και πάγια πρόχειρος εξαστισμός δεν την κατέστησε ποτέ μια σύγχρονη χώρα. Γι’ αυτό και συχνά αναζητά την καρδιά της σε σιωπηλές και θνήσκουσες περιφέρειες, που είναι, ίσως, για πολλούς από μας, το μόνο κέντρο μιας έκκεντρης ατομικής και συλλογικής συνείδησης. Αυτή η έλλειψη κληροδοτείται ως ξεριζωμός στην ψυχή της ποιήτριας, την ψυχή μίας μέτοικου που ανακαλεί τους χωματόδρομους μιας αποπνευματοποιημένης παιδικής εντοπιότητας κι αποστρέφεται τις ασφαλτωμένες ατραπούς του ξένου, άδειου, γκρίζου άστεως.

Αυτήν, ακριβώς, την πορεία παρακολουθούμε στην πρόοδο των ποιημάτων της συλλογής. Αρχικά, η ανάκληση του τόπου και των προσώπων της κοινότητας που είχε τον σαλό της, το στοιχειωμένο δάσος, τα πατρογονικά χωμάτινα, τις τελετουργίες της, το πένθος της, αυτά που τώρα ονομάζουμε παράδοση. Στη συνέχεια, η αμήχανη φίμωση αυτής της τάξης πραγμάτων στο μεταλλικό άστυ που μεταστοιχειώνεται εντέλει σε ατομική έρημο:

Η σκαφτική του μηχανή
εδώ σκουριάζει
κάτω απ’ τον ήλιο και τον αέρα.

Χρόνια τη δούλευαν κοπιάζοντας
χέρια που σκούριασαν τετράγωνα
νύχια και δάχτυλα […]

Απ΄ όλα όσα ήτανε δικά του
αυτή μας έμεινε να τον θυμίζει πιο πολύ.
Του πάνω κόσμου με τον κάτω
στερνή γέφυρα.

«Η σκαφτική του μηχανή (σχέδιο για επιτύμβιο)»

~.~

Έξω όλα να γιγαντώνονται
καινούρια σίδερα και γερανοί δαμόκλειοι
να απλώνονται τα τείχη
να σχηματίζονται καινούριες όχθες
οι κοίτες να δαμάζονται απ’ τα παλιά ποτάμια
εδώ να αδειάζω από το μέσα μου
όλη να γίνομαι έξω στο τζάμι που όλο κοίταζα
και να σκαλώνω στο κενό
ν’ αφήνω την ψυχή όπως σανδάλι θα ’χανα
σε ποταμό αν περνούσα λασπωμένο
που με τραβούσε κάτω να καρφώσω.

«Άδειο της μέρας»

~.~

Οι διάδρομοι του μέλλοντός μας
δεν μπορούν να γιατρέψουν την αρρώστια της πόλης.
Κι ας διαγράφουν άξονες
χαράζοντας ένα τοπίο ολοένα πιο αποτελεσματικών ανταποκρίσεων.
Βιβλιοθήκες σε σχήμα σπείρας προσφέρουν στους αναγνώστες
ένα λαβύρινθο, σπασμένα αγάλματα και την ευλάβεια της πληροφορικής […]

Κοιτάζω στον καθρέφτη το πρωί
το πρόσωπό μου
της πόλης το κορμί χωρίς κεφάλι.

«Ρέθυμνο 1982, 1998»

Μια τέτοια παραγωγή δεν αποφεύγει τους κινδύνους της μονολογικής ποίησης που αρδεύεται από τη νοσταλγία. Η μόνωση του αποκλεισμένου εαυτού οδηγεί στην απορηματική, αυτιστική κάποτε, ακοινωνησία του αδιέξοδου, αυτού που καταλήγει εντέλει στη σιωπή, αφού έχει, βέβαια, επικαλεστεί συχνά τη μαγική επενέργεια της λέξης-ποίησης (ενδεικτικοί οι καταληκτικοί στίχοι στο όμορφο ποίημα «Σωπαίνω»: «Κόρες μου λέξεις φεύγουσες. Σωπαίνω»). Αφετέρου, συχνά η πλατιά περιήγηση της μνήμης επιτρέπει την ύπαρξη αρκετών αδρανών στίχων που ανακόπτουν τη δραστικότητα κατά τα άλλα εύστοχων ποιημάτων όπως στο «Ο ερασιτέχνης ψαράς». Εδώ, μετά τον κόρο του αποσπάσματος: «Να μιλήσει μ’ αυτό που δεν μιλά / και κρύβεται στο αρχέγονο σκοτάδι μιας προγενέστερης ύλης / να αφεθεί στων άστρων την πλανερή λάμψη / και να ξεφύγει από τις κατηφόρες των βυθών / να δει το θαύμα και να μην το μολογήσει», το ποίημα επανέρχεται, πιο λιτά και σιγασμένα, στο ρυθμό του: «Όταν θα επιστρέψει φέρνοντας τον αμητό / ματωμένος και ξένοιαστος / τυλιγμένος όλο το αγιάζι της αυγής. / Το ιερό δικό του ένδυμα». Παρεμπιπτόντως, στα ποιήματα της μνημονικής αφήγησης η χρήση γλωσσικών τρόπων που επιχειρούν να είναι αντίστοιχοι προς την ανακαλούμενη ύλη («μαθές», «κρένει», «μηνάει», «κάτωθέ του») αλλά και η, αρκετά πιο σπάνια σε άλλα ποιήματα, παρείσφρηση νεολογισμών («μεταζωή») δημιουργούν κάποια «φάλτσα» στη γλωσσική ροή.

Εδώ βρίσκεται η βασική μου ένσταση. Στη συλλογή συναντάμε αρκετά καλά ποιήματα, πολλούς αξιόλογους στίχους, ευγενική αίσθηση του ανθρώπινου και του φυσικού τοπίου, σωστή χρήση της ρυθμικής τομής, ενδιαφέρουσα αναμέτρηση με την έμμετρη φόρμα, γνωμική βαθύτητα («Αμοίραστη η ομορφιά της θλίψης τόσο που είναι πληγή / μα απ’ όλες τις πληγές γιατρειά είναι»). Ωστόσο, αυτά συχνά υπονομεύονται από την μεγάλη έκταση του ποιήματος ή την παρατακτικότητα της εικονοποιίας που στοιχίζει μαζί το καίριο και το περιττό, ή την εκθετικότητα, κάποτε, του στοχασμού. Μια δραστικότερη αφαίρεση, κατά τη γνώμη μου, θα αναδείκνυε πιο ανάγλυφα τις υπάρχουσες αρετές του υλικού.

Το αλλού της αυθεντικότητας που εξ ορισμού θηρεύει η ποίηση στο Ἐν δρυμῷ ξύλον εντοπίζεται στη σαφή διχοτομία ανάμεσα στην απολεσθείσα ρίζα μιας γήινης ελληνικότητας και στο ασυνάρτητο παρόν της αστικής ατομικότητας που φρικιά μπροστά στο καλωδιωμένο μέλλον της ανωνυμίας. Η λύση που προκρίνεται για την ψυχική επαναφόρτιση είναι η προσφυγή σε αυτό το άλλοθι. Είναι άραγε αυτή η οδός για την πνευματική παραγωγή ενός τόπου που ζητά να ενηλικιωθεί, αφού έχει ανατραφεί σε τόσο υπέργηρο παρελθόν; Και πέρα από αυτά τα τραυματικά όσο και αιθέρια υλικά που μορφοποίησαν την αυτοσυναίσθησή μας, μπορεί να έχει το παρόν ανθρώπινη ψυχή και πώς αυτή μπορεί να αισθητοποιηθεί αρτιωμένα;

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Λεπτόπνοος λυρισμός

 

afesis

~ . ~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~ . ~   

Δημήτρης Αγαθοκλής,
Άφεσις,
Μελάνι, 2017

Η Άφεσις είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγαθοκλή. Στη συλλογή συμπλέκονται η προσωπική ποιητική βιογραφία και η κοινωνική ανατομία, αναπόφευκτα αλληλοπροσδιοριζόμενες, γι’ αυτό και αποφεύγεται ο ρητός διαχωρισμός των δύο ενοτήτων της συλλογής, ο οποίος, ωστόσο, διακρίνεται στη βαθμιαία μετατόπιση από έναν πιο ιδιωτικό σε ένα πιο δημόσιο λόγο, αλλά και από την ανάλογη ένδειξη στα περιεχόμενα της συλλογής.

Πρόκειται για όρια συχνά δυσδιάκριτα, γι’ αυτό ίσως θα ήταν πιο εύστοχο να πούμε πως στα πρώτα ποιήματα παρακολουθούμε τα πάθη του εαυτού εν χρόνω, ενώ στα επόμενα τα πάθη του εαυτού –του κοινωνικά προσδιορισμένου εαυτού– εν τόπω.

Στα πρώτα ποιήματα η αυτοβιογραφία χωνεύεται μέσα στην ελλειπτική, μυθικά επενδυμένη μνήμη που ανασυνθέτει σε αμφίβολα, επαρχιακής μελαγχολίας, τοπία το μίτο της. Κυρίαρχο μοτίβο η ασκητική της φυγής πολλαπλά βιωμένης, ως ξενιτιά, ως ταξίδι αυτογνωσίας, ως δραπέτευση, ως μαθητεία, ως πόθος του μεγάλου νόστου, η φυγή των ανθρώπων, των ερωτικών ινδαλμάτων στο χρόνο ή στο θάνατο. Αυτή η συνδιαλλαγή με το παρελθόν παίρνει τη μορφή ονειρικής μυθοποίησης, γι’ αυτό και το ποιητικό υποκείμενο συχνά λανθάνει ή ενδύεται την συγκεχυμένη μορφή του, ρομαντικής καταγωγής, πλάνητα (άλλοτε Περσέας άλλοτε Οδυσσέας), ηρωικά αναχωρούντος και σταθερά απόντος.

Ενδεικτικό των τόπων και των τρόπων της συλλογής το πρώτο ποίημα, ο «Πρόλογος (Μειδίαμα)»:

Ήταν γραφτό, πολύ πριν γεννηθώ
πριν ματώσουν τα βιβλία
στο ψαλίδι των χελιδονιών
μικραίνει η μέρα ο ήλιος μικραίνει
(ρόδα στο πέρασμά σου)
φύγαν πουλιά κοπάδια γνέθουν πια
σ’ άλλη μηχανή, τον θρήνο.
Εδώ, ψήλωσε το καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σα βόιδι.

Έτσι, ειδώλιο λατρευτικό, αρχαίο
μ’ ένα σερνάμενο καπίστρι είναι γραφτό
σ’ αυτό το χώμα που μισώ
–μύθος μακριά σου– να μείνω.

Αντίστοιχος με αυτή την απατηλή ύλη και ο στίχος που συχνά διαθέτει την ποιότητα ενός λεπτόπνοου λυρισμού και την ολισθηρότητα της ασύνδετης κύλισης από στίχο σε στίχο με συχνή χρήση του διασκελισμού.

Κοχύλια άδεια σπιτικά πρόσφυγες σ’ άλλα δάση
Γεράνια άσπρα και μαβιά πυρκαϊά στα παραθύρια
Φωνή ψιλή της λυγερής ασημόλευκα και μήνη
Μνήμη γλυκό του κουταλιού ασπροσένδονοι καθρέφτες
(«Αίσθηση»)

Στη πρώτη ενότητα συναντάμε αρκετά ποιήματα που, παρ’ όλη τη διάχυση, διαθέτουν την γοητευτική ρευστότητα της οπτασιακής ερωτικής μνήμης:

Αύριο λοιπόν, σαν περάσω όπου περνώ κάθε πρωί
θα κοιτάξω να σου στείλω ό,τι ζητείς
υστερόγραφα στα γράμματά σου:
κάτι να θυμίζει τον δρόμο, τη δημοσιά, εμένα.
(«Εις φίλην ξενιτευθείσαν»)

Άλλοτε το ερωτικό ίνδαλμα πυκνώνεται στο πρόσωπο μιας πρωτεϊκής Ελένης («Πειρατία», «Οθνείη γαίη», «Ελένη»). Στο ποίημα «Πειρατία», κυρίως, αλλά και αλλού, η γλώσσα προσπαθεί να φορτίσει το νόημα όχι δια της αποσιώπησης, αλλά μέσω της συσσώρευσης που εξυπηρετεί μεν τον δοξαστικό τόνο του κειμένου, αλλά δεν αποφεύγει την εκζήτηση, ενισχυμένη, άλλωστε, από λόγιες γλωσσικές επιλογές ποικιλμένης έκφρασης («άνασσας φυγής παιδί όνειρα μαστιγωμένη» ή «πλωρογοργόνα εφιαλτοθραύστα καλλιγύναικα»). Τα πιο πετυχημένα ποιήματα, όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι όσα μετέρχονται λιτά γλωσσικά υλικά, ενώ η αρχαιοπρεπής λογιοσύνη ξενώνει το ποίημα. Πολλές φορές, βέβαια, η αναζήτηση της εκφραστικής καθαρότητας καταφεύγει στην έκκεντρη λέξη με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν εξέχει από το υπόλοιπο σώμα («κορμός κυπάρισσου το μπράτσο του πλατάνιστος ο στέρνος»), γιατί αντί για κλασικό παράγουν ένα αδέξια στατικό ύφος που αναγκάζει τον αναγνώστη να διακόψει και να χωνέψει τη λέξη. Εδώ το ομηρικό λεξιλόγιο υπαγορεύεται και από την συνειδητή πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ανάλογο ομηρικού νόστου, όπου η ξενότητα ως εξορία από τον αυθεντικό εαυτό διοχετεύεται σε έναν κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο: τον απολογισμό ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή ή πρωτοπρόσωπου μονολογιστή που αναδιπλώνει τη μνήμη στο τελικό και πάγκοινο δια ταύτα, την απώλεια.

Ο δεύτερος πόλος της συλλογής είναι μια πιο εξωστρεφής αναμέτρηση με το κοινωνικό κακό, και η συνεπακόλουθη στρέβλωση του εαυτού, λειψού, ενίοτε ταρτούφου, ετεροκίνητου, ένοχου, γι’ αυτό και αιτούντος άφεση.

Είμαστε σε ξύλινο κουτί απ’ τη μέση και πάνω.
Από κάτω δεμένοι- ένα ελατήριο μας βαστά
τα κοντά μας χέρια ανοιχτά κρατάν δυο χρυσά πιάτα
και το χαμόγελο πλατύ-πλατύ, ζωγραφιστό.
(«Jack-in-the-box»)

Εδώ και οι προδομένοι Εσταυρωμένοι της ανθρωπότητας, οι πολιτικοί ολοκληρωτισμοί, η κονιορτοποιημένη ατομικότητα, συχνά θεωρημένη σε μια ειρωνική συγκατάβαση. Σε αυτά τα ποιήματα, ο στίχος αποκτά μια πιο πλατιά, πεζολογική περιφραστικότητα, ενίοτε καταγγελτικής ή διδακτικής πρόθεσης που άλλοτε ευστοχεί στην ειρωνική μιμική της, αλλά συχνά παρεκκλίνει της ποιητικότητας εκπίπτοντας σε υπερσχολιασμό (π.χ. στο ποίημα «Άφεσις»). Με αυτά συνυπάρχουν πιο προσωπικά ποιήματα, ο εαυτός ως απότοκο των συνθηκών και συνδημιουργός τους.

Αυτή η διπλή στόχευση να ανιχνευθεί ο εαυτός αφενός μέσα στο ρευστό της μητρικής θάλασσας των αναμνήσεων και του μυθικού ασυνείδητου και αφετέρου στον εγκλεισμό του μέσα στην οικονομία της επιβίωσης παράγει τις δυο κυρίαρχες υφολογικές στρατηγικές της συλλογής. Προσωπικά, θεωρώ την πρώτη κατεύθυνση πιο κατορθωμένη αισθητικά, όπως μορφοποιείται στα ποιήματα «Φθινοπωρινό βράδυ», «Εις φίλην ξενιτευθείσαν», «Αίσθηση», «Ελένη», «Οινοθύελλα», «Όνειρο», «Ταξίδι». Εδώ επιτυγχάνεται η πύκνωση μέσω της έλλειψης, έστω κι αν κάποτε η ελλειπτικότητα δυσχεραίνει την πρόσληψη. Στα ποιήματα «θέσης» χρειάζεται μια λείανση αποφυγής του περιττού ή του προφανούς, και μια πιο ώριμη απόφαση μέσα σε αυτά να μην παρεισδύει, απολογητικά ή αυτοτιμωρητικά, η εξομολογητική ύλη, αλλά να ενισχυθεί η αντικειμενική πραγμάτευση μέσω των τρόπων που ήδη αξιοποιεί η συλλογή, είτε αυτή είναι η ποιητική περσόνα είτε η τριτοπρόσωπη ιστορημένη αφήγηση. Γενικότερα, βέβαια, πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις η συλλογή υπόσχεται αυτό που δηλοί η προμετωπίδα της από τα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ρἰλκε: «da doch Beginn an sich immer so schön ist» («υπάρχει τόση ομορφιά σε κάθε αρχίνισμα»).

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Ποιητική ανθρωπογεωγραφία

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

~. ~  

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~.~   

Παναγιώτης Νικολαΐδης,
Παραλογή,
Gutenberg, 2015

Η Παραλογή είναι η τέταρτη συλλογή του Κύπριου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη. Για να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη μας, διαβάζουμε στην εισαγωγή του Γ. Ιωάννου για τις παραλογές, ότι πρόκειται για διηγηματικά, πολύστιχα δημοτικά που κατάγονται από «μύθους αρχαίους, νεότερες παραδόσεις, δραματικά, κοινωνικά περιστατικά, σκάνδαλα συνταρακτικά της εποχής».

Η βαθιά τους ρίζα και η παραμυθική τους υφή γονιμοποίησε τη φαντασία πολλών γενιών και αποτέλεσε ένα διακριτό «τοπόσημο» για ποιητές όπως ο Μίλτος Σαχτούρης που στις Παραλογαίς του 1948 διηγείται το εφιαλτικό παραμύθι του εμφυλίου ή ο Μιχάλης Γκανάς που στη δική του Παραλογή (1998) υφαίνει μια ονειρική πατριδογνωσία της μνήμης και του βιώματος. Ανάλογη πρόθεση διακρίνει και την Παραλογή του Π. Νικολαΐδη που στη δεύτερη, ομότιτλη της συλλογής, ενότητα επιχειρεί την πατριδογνωσία των περιπετειών του ελληνισμού από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έως την μνημονιακή Ελλάδα.

Η αναζήτηση της ιθαγένειας και του ταυτοτικού της τραύματος ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει την κυπριακή διάλεκτο σε αρκετά ποιήματα –ή να συνυφάνει το διαλεκτικό με το τρέχον–, επιλογή που στοχεύει διπλά, στη μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος και στην απόδοση ενός βιώματος που δεν μπορεί να διατυπωθεί σε όλη του την ένταση χωρίς τη δική του γλωσσική σάρκα:

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν
εν είσεν νερόν

Μια τέτοια προαπόφαση εγείρει το ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσο το διαλεκτικό μπορεί να κινηθεί πέρα από το πλαίσιο της περιθωριακής γραφικότητας (στο οποίο το έχει καταδικάσει η κυρίαρχη γλωσσική νόρμα) και να φέρει το σώμα μιας αναντικατάστατης, όσο και αποσιωπημένης, γλωσσικής, ιστορικής, πνευματικής αντίληψης του κόσμου, που μέσα από την ντοπιολαλιά αποπειράται να διατηρήσει την ιδιοσυστασία της. Σε αυτό έχουν, βέβαια, προτείνει απαντήσεις οι μετααποικιακές και πολιτισμικές θεωρίες που θίγουν τον εξουσιαστικό λόγο του κέντρου έναντι της περιφέρειας και τη λειτουργία του τοπικού έναντι του μητροπολιτικού Λεβιάθαν, συζήτηση ακόμα ανοιχτή σε χώρες όπως η Κύπρος που πολύπλαγκτες αναζητούν την εθνική τους ταυτότητα μετά την αποικιοκρατία και πλείστα άλλα δεινά.

Πέραν αυτού, συναντάμε και μια γλώσσα που αξιοποιεί τις ρυθμικές και θεματικές φόρμουλες των δημοτικών τραγουδιών και άλλοτε τρέχουσα, σύγχρονη, κάποτε, ειρωνική:

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δε θα ’χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ’χαμε Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω.

Ή περιορίζεται στο έπακρον στη γνωμική αιχμηρότητα:

ΠΤΩΣΗ

Άλλοι πιστεύουν στη βαρύτητα
[…]
Εμείς το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά

Ένα ενδιαφέρον και αρκετά γόνιμο γλωσσικό πείραμα που πραγματεύεται μέσω του διακειμενικού διαλόγου τις βασικές εκκρεμότητες της ύπαρξης, με διαφορετική αιχμή κάθε φορά στις ενότητες που ακολουθούν («Παραλογή Β-Δ»): η χθόνια γη της παιδικής ηλικίας και της μνήμης του τόπου, η λειτουργία της ποίησης, η υπαρξιακή αναζήτηση νοούμενη συχνά ως μια εις Άιδου καθοδος, εξού και η συχνή παρουσία των μορφών του αρχαίου μύθου ως τα πλέον εύπλαστα και στοιχειακά –ενίοτε και στοιχειωμένα– για την ελληνική αυτοσυνειδησία σχήματα («Οιδίπους», «Ελένη», «Ορφέας», κ.ο.κ.).

Ο προβληματισμός περί γλώσσας και γενικότερα τα ποιήματα ποιητικής είναι ιδιαίτερα ισχυρά στα μικρή αυτή ολιγόστιχη συλλογή και συχνά συνυπάρχουν με άλλες θεματικές όπως ο αμήχανος ελληνισμός του χρέους. Αυτό υποδηλώνει μια μείζονα τάση της νέας ποίησης να ενδοστρέφεται αναλογιζόμενη τη λειτουργία της (ως στάση ζωής, ως πράξη ανυπακοής, ως έσχατο προμαχώνα του αυθεντικού), αλλά ουσιαστικά προδίδοντας την απορία της μπροστά στην αδυναμία να διαπραγματευτεί, πέρα από ένα συμβολικό επίπεδο, με την υπερβαίνουσα σκληρότητα της πραγματικότητας. Κατ’ εμέ, όσο η ποίηση διαλογίζεται λιγότερο για τον εαυτό της τόσο περισσότερο αφορά τους άλλους.

Ένα άλλο ενδιαφέρον αλλά και συζητήσιμο θέμα είναι η συχνή χρήση των motto που άλλοτε παρατίθενται προλογικά – σχολιαστικά κατά τη συνήθη πρακτική της παρακειμενικής αναφοράς και άλλοτε ενσωματώνονται στο ποιητικό σώμα δημιουργώντας ένα κείμενο-διακείμενο. Εντός του ποιητικού σώματος ανήκουν και τα παραθέματα του ποιητικού, κυρίως, λόγου τρίτων –Σαχτούρη, Χιόνη, Γκανά, Παυλόπουλου κ.ά.– αποτελώντας αυτά τα ίδια ή κυρίως αυτά το ποίημα, όπως στο ποίημα «Της Μέρκελ». Με αυτή την πρακτική, ο πρωτότυπος ποιητικός λόγος είτε πυροδοτείται διαλεγόμενος με το λόγο του άλλου είτε έρχεται –κάποτε ισχνός– να σχολιάσει το υπέρτερο ή κυρίαρχο μήνυμά του. Ένας λόγος δηλ. που εκτείνει τα όριά του μέσα στη γενικότερη κοινοκτημοσύνη της ποιητικής περιουσίας. Ίσως η ολιγοσύλλαβη, ολιγόστιχη εκφορά του πρωτότυπου ποιητικού λόγου μέσα στα κείμενα αυτά υποδηλώνει τη συνειδητή και μπολιασμένη από τον αναπόφευκτο μοντερνισμό συνείδηση του γράφοντος πως είναι «παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».

Καταληκτικά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση, τουλάχιστον ως πρόταση, πάνω σε ένα βασικό ζητούμενο: ποια αφήγηση τελικά λειτουργεί, όταν είναι να περιγραφεί η ανθρωπογεωγραφία ενός τόπου, η φιλόδοξη εποποιία του παρελθόντος, ο σιγανός στοχασμός χειραφετημένος από την παράδοση του είδους, ο αποσταγμένος ως τη σίγαση λόγος του σύγχρονου ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με την κληρονομιά του άλλοτε και την απαίτηση του τώρα;

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ