Θεώνη Κοτίνη

Αυτοβιογραφία μαθητείας

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Άκης Παπαντώνης, bildungsroman,
Κίχλη, 2021

Ο τίτλος της πρώτης ποιητικής δουλειάς του Παπαντώνη υποδεικνύει και τον τρόπο της αναγνωστικής ανταπόκρισης στο έργο. Ο συγγραφέας, γνωστός ήδη ως πεζογράφος, στην τελευταία δουλειά του συνθέτει ένα ποιητικό Bildungsroman, μια ποιητική αυτοβιογραφία μαθητείας που αφηγείται γραμμικά την πορεία μιας ενηλικίωσης από τη γέννηση έως την άνδρωση, πορεία που εκβάλλει σε μια αποσπασματική ταυτότητα του εαυτού ως ενήλικα, αλλά ες αεί μαθητευόμενου στην αυτοδίδακτη τέχνης της ζωής. Ο ποιητής λειτουργεί ως φωτογράφος που απομονώνει ενσταντανέ από τις ηλικίες που συνθέτουν την ιστορία του προσώπου: γέννηση, παιδική ηλικία, η μητέρα και ο πατέρας, οικογενειακές διακοπές, διαζύγιο των γονέων, εφηβεία, οι πρώτοι έρωτες, σπουδές, δουλειά, θάνατοι, μετανάστευση, συμβίωση, παιδιά, σχέσεις. Πίσω από αυτά τα ευκρινή επεισόδια λανθάνουν οι αποσιωπημένες διεργασίες της συνείδησης που αποτυπώνεται σε στιγμιότυπα οπτικά, εγχάρακτα σε λεπτομέρειες του βίου. Έτσι προκύπτει το σχήμα: μια λιτή και λεία αφηγηματική επιφάνεια που χαράσσεται από τις υποδηλούμενες διαδρομές της ψυχής καθώς αυτή διέρχεται τα τοπία του παρελθόντος και του παρόντος. (περισσότερα…)

Εύστοχες και άστοχες στιγμές

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αριάδνη Καλοκύρη,
Χώρα αναμονής,
Κίχλη, 2021
Σοφία Περδίκη,
Το αιώνιο αίνιγμα,
Κίχλη, 2020

Διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της Χώρας αναμονής της Αριάδνης Καλοκύρη, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή προσδοκία για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση, καθώς το κείμενο φανερώνει μια φρέσκια ματιά λεπταίσθητων αποχρώσεων που ανάγει τη λεπτομέρεια του ασήμαντου σε ένα έστω και εφήμερο αισθητικό γεγονός.

«Σαπούνι»

Σαπούνι, αχνό ροζ.
Σκληρό, άοσμο, καμπύλο﮲
ίχνος φράσης στη μια πλευρά.

Λίγες σταγόνες νερού αλλάζουν την υφή του.
Γίνεται λείο, τα δάχτυλα γλιστρούν και το χαϊδεύουν.
Διάφανες μπάλες ξεπηδούν, τρωτές κυψέλες.
Σβήνω τη φράση, γράφω άλλες, πλάθω λέξεις μες στα νύχια.

Άρωμα τριαντάφυλλου με αγκυλώνει.
Να το λουλούδι, άνθισε μπροστά μου﮲
κάθε του πέταλο γλιστρά από τα χέρια
αιωρείται.

Στις παλάμες ένας κόκκινος κήπος
με τριαντάφυλλα ριζώνει.
Τον διασχίζει ένα λευκό ποτάμι.
Είναι ο αφρός, που έχει ποτίσει, έχει κρύψει κάθε χέρι.

Φαίνεται τώρα μόνο το σαπούνι
να κυνηγάει λυσσασμένα
τη μορφή του. (περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Ποιήματα

*

Γύρω πανούκλα του θεού
και μπουμπουκιάζει ο φόβος.
Να ’ρθε ο καιρός;
Οι προφητείες να αληθεύουνε;

Παλιό σκαρί ο κόσμος
θα μπατάρουμε.

Πάνω
κρότος της μάστιγας ηχεί
Κάτω τυφλό το αμπάρι.
Δεν είδαμε
δεν ξέραμε
δεν φταίξαμε
ήταν γλυκό σκοτάδι.

Κάνε τουλάχιστον εμείς
να παραμείνουμε
άθικτοι
και αμόλυντοι
και ανίδωτοι
απ’ το μεγάλο μάτι. (περισσότερα…)

Ένας κόσμος πλήρης και ευφρόσυνος

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ηλίας Κεφάλας,
γραφέας του φυσικού έπους,
Θράκα 2021

Στην τελευταία του δουλειά, ο Ηλίας Κεφάλας αποτυπώνει στιγμές, διαθέσεις και ρυθμούς του γενέθλιου τόπου, λειτουργώντας ως καταγραφέας του «φυσικού έπους», όπως λέει. Έπος, όπως η μακρά δοξαστική αφήγηση μιας ατελεύτητης εποποιίας που είναι η ζωή και η αναπνοή του κόσμου γύρω μας και μέσα μας. Γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν είναι απλώς εικόνες της φύσης, αλλά και οι μυστικές συζεύξεις και ανταποκρίσεις ανάμεσα στον άνθρωπο που πρέπει να ξαναβρίσκει συνεχώς τον ορισμό και τον προορισμό του και την αυτοφυή ύπαρξη της φύσης που τον περιέχει, τον εξηγεί και τον υπερβαίνει. Τον παρηγορεί, γιατί υπάρχει ως η πλησιέστερη φανέρωση του θαύματος, αλλά και τον απελπίζει, γιατί κρατά ανέγγιχτο το μυστικό της, που είναι πώς να ζει ανερώτητα ως κατακλυσμιαία βούληση και ως αγαθοποιός πράξη. Σε αυτόν τον κόσμο της φύσης της Θεσσαλίας έχει επιλέξει να ζει και να θέτει εν πολλοίς το ποιητικό του στοίχημα ο Ηλίας Κεφάλας τα τελευταία χρόνια, με την αγάπη του πιστού, του γηγενούς, του «εκβλαστήματος της ανθρώπινης θλίψης» αλλά και του συμπαίκτη, του συναυτουργού μιας ιερουργίας. (περισσότερα…)

Θεατρόμορφο ελκυστικό αφήγημα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ 

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο  της Παναγίας,
Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα, 2021

Το μάγουλο της Παναγίας είναι ένα πεζογράφημα θεατρικής μορφής που προσπαθεί να εικάσει, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του έργου, την αυτοβιογραφία του Καραϊσκάκη, μιας από τις πιο γοητευτικές και αντιφατικές προσωπικότητες του ’21. Τα πρόσωπα του έργου είναι ο Καραϊσκάκης, ο τυφλός λυράρης, παλιός στρατιώτης του οπλαρχηγού που τυφλώθηκε στη μάχη του Ανάλατου,  ο γραμματικός και βιογράφος του Δημήτριος Αινιάν και η Μαριώ- Ζαφείρης, η εξελληνισμένη τουρκοπούλα αγαπημένη του οπλαρχηγού που τον ακολουθούσε στις εκστρατείες του ντυμένη αντρικά.  Το κείμενο συμπληρώνουν επίλογος του συγγραφέα, βιβλιογραφία και γλωσσάρι. Η σκηνή τοποθετείται σε κάποια ρευστή στιγμή του χωροχρόνου όπου ο Καραϊσκάκης νεκρός πλέον με αφορμή το τραγούδι του λυράρη ξετυλίγει τη ζωή του από την γέννησή του έως το θάνατό του. Σταδιακά στο πλάνο μπαίνουν ο Αινιάν και η Μαριώ που υποδαυλίζουν τη μνήμη  του Καραϊσκάκη που στέκεται σε σημαδιακές στιγμές του βίου και της δράσης του. Η κύρια στόχευση του έργου είναι να αναφανεί  το «αγγελικό και μαύρο φως» αυτής της φιλόνικης, βλάσφημης, απόκοτης, φιλόδοξης και ηρωικής προσωπικότητας που στις αντιφάσεις και τις υπερβάσεις της μοιάζει να προσωποποιεί εκείνες τις αντίρροπες δυνάμεις που κατηύθυναν την επανάσταση και μοχλεύτηκαν από αυτήν.

Το κείμενο καταπιάνεται με ένα απαιτητικό εγχείρημα. Εκκινεί από ένα σαφώς προσδιορισμένο και ιδεολογικά σεσημασμένο ιστορικό υλικό με σκοπό να επανεγγράψει μορφές που σαν εξαχνωμένες ή λογοκριμένες μυθοποιήσεις στοιχειώνουν την εθνική μας μνήμη. Η ακραία ιδιομορφία του Καραϊσκάκη και η πολυπόταμη ρευστότητα της ιστορικής συγκυρίας μπορούν να διαβαστούν και ως παραβολές για τις άλυτες υποθέσεις της ψυχής και της φυλής. Το κοσμογονικό γίγνεσθαι του ’21 βρήκε ψυχές αρχικά ανέτοιμες να υπερβούν εαυτές, αλλά που εντέλει κατόρθωσαν, κάποιες εξ αυτών, την αυθυπέρβαση, πέρα από τη μερικότητα της οπτικής, την έριδα και την μικροπολιτική.  Η ιστορία που προκύπτει δεν γίνεται επίσημο ανάγνωσμα αλλά παλίμψηστο μιας ες αεί ανασημασιοδότησης. (περισσότερα…)

Αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κολτσίδας,
Βροχή περασμένη,
Μελάνι, 2020

Ο Χρήστος Κολτσίδας, αν και 31 ετών, μοιάζει να κατέρχεται από την παράδοση των ποιητών που έχουν βιώσει την μυθολογία της δημοτικής ποίησης ως πραγματικότητα και εσωτερικεύσει την δωρική λιτότητα του τόπου καταγωγής στη γραφή τους. Ο ίδιος είναι Θεσσαλός, από την Καρδίτσα, αλλά σε αυτό θυμίζει τους Ηπειρώτες ποιητές (Χρήστο Μπράβο, Μιχάλη Γκανά, Βασίλη Γκουρογιάννη και άλλους), οι οποίοι μεταπλάθουν το υλικό του μύθου με μέσο τα σπαράγματα της περασμένης ζωής του τόπου που απαρτίζεται από ανθρώπους σημασιακούς, άρωμα παλιάς γιορτής με τα κλαρίνα, κρυφά περάσματα του τόπου που έχει στοιχειώσει από τα αγαθά πνεύματα της μνήμης. Όλη αυτή η μισοσβησμένη ανθρωπογεωγραφία της κοινότητας εγγράφεται σαν ρίζωμα στο γενετικό κύτταρο της όρασης. Ο Κολτσίδας, βέβαια, σε μια γενιά νεότατη ακόμα, έχει και μια άλλη προοπτική στο θεματολόγιό του, αλλά η ψυχική καταγωγή είναι αυτή της ορεσίβιας επαρχίας που μετρήθηκε πόντο πόντο από τον αυτόχθονα μύθο και ιστορία.

Αυτό που σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα δημοτικό της αγάπης, της τάβλας του χορού ή μοιρολόγι τώρα απεκδύεται τη διαφάνεια του περιστατικού. Κρατάει το απόσταγμα μιας διήγησης όταν έχουν διαφύγει τα συμβάντα και μένει η κρυπτική χειρονομία της, απαθανατισμένη αποσπασματικά, διατηρώντας όχι το σώμα αλλά την μυθική της επιβίωση. Γι’ αυτό και αυτό το αποθησαύρισμα εκβάλλει στο σώμα του ποιήματος με τα πιο απλά υλικά της γλώσσας: φράση μικρή, ολιγόστιχο ανάπτυγμα, φειδωλά επίθετα, περιορισμένη πρωτοπρόσωπη αναφορά. Κάποιες φορές, μια κύμανση από ρυθμικές παραδοσιακές φόρμουλες («Θα ξανάρθει τότε το πουλί – το πιο μικρό, το τρίτο – που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια […]») και καταποντισμένα πρόσωπα (η φωνής «εκείνης της Χρυσούλας», η μνήμη ενός ακίνητου Θωμά που «Μάνα δε γνώρισε και βύζαξε / μαστάρι της κατσίκας.»). Πρόσωπα και τρόποι ως αινιγματικές επιβιώσεις αυτού που θα ήταν η μεγάλη συνεκτική ιστορία της ανθρώπινης ζωής και που τώρα λειτουργούν ως σκιώδεις μνημοδείκτες μιας εξίσου μεγάλης ιστορίας που είναι ο χρόνος: απαλείφει μεν τα καθέκαστα ταπεινώνοντας τον άνθρωπο στο κοινό μέτρο της λησμονιάς, αλλά μνημειώνει το πέρασμά του. Ανάλογα και η ποίηση, απαλείφει τους παλιούς σκοπούς, αλλά ο μυελός της εντόπιας μνήμης της μεταστοιχειώνεται ως ένας διακριτός τροπισμός του γηγενούς στα λόγια των νεότερων. (περισσότερα…)

Ο γοητευτικός άνεμος της ιστορίας

Σταμάτης Πολενάκης, Η πάλη με τον άγγελο, μυθιστόρημα, ενύπνιο, 2020.

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το πρώτο μυθιστόρημα του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Σταμάτη Πολενάκη συνεχίζει τις αναζητήσεις της ποιητικής του παραγωγής τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνική. Έλξη μόνιμη στη δημιουργία του ασκούν η Ιστορία και οι μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και η ποίησή του αντλεί από ένα ευρύ ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, από το οποίο απομονώνει και σκηνοθετεί επεισόδια, τόπους και πρόσωπα, συνήθως βυθισμένα σε μια μυθική αχλύ, στα αμφίβολα πλάνα μιας ημιτελούς και σημαίνουσας χειρονομίας. Ιστορικές προσωπικότητες, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, “καταραμένοι” συγγραφείς, επινοημένα ανώνυμα θύματα της ιστορικής συγκυρίας συνθέτουν την πινακοθήκη ενός μαρτυρολόγιου και το εικονοστάσι μιας ομολογίας πίστεως του ποιητή. Μέσα από τα πρόσωπα μιλά για τα διαχρονικά θυσιαστήρια της Ιστορίας, τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ουτοπίες, τη λειτουργία της ποίησης. Όλα σε μια μεθόριο, σε στιγμές μετέωρες, στιγμές μετάβασης πριν συναντηθούν με το πεπρωμένο για να ηττηθούν από αυτό ή για να αφήσουν με την παρουσία τους το λεπτό άρωμα της ομορφιάς που αναζήτησαν. (περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Ημέρες καραντίνας

 

Καλά κλεισμένοι και φοβισμένοι με ασφάλεια
αναμένουμε.
Τις γνωματεύσεις, διαγγέλματα, διατάξεις.

Στο μεταξύ φιρμάνια των κρατούντων
γι’ αυτό και εκείνο που θα αλλάξει
όταν με το καλό ξανανταμώσουμε.

Κάτι ψιλά γραμμένα στις ειδήσεις,
π.χ. για εκείνο το «ψωμί παιδεία ελευθερία»
που κάπως σαν να δυσφορεί
σε εσπευσμένα νομοσχέδια
και εκσυγχρονιστικές αναγκαιότητες.

Καλά κλεισμένοι μες στον ύπνο, θα ξυπνήσουμε;

Καλά κλεισμένοι μες στον φόβο, θα εκπλαγούμε;

(περισσότερα…)

Θεώνη Κοτίνη, Επτά ποιήματα

800px-xiropotamou_panoramic

Επτά ποιήματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Αιγαίο

Αέρας στα άδεια εξοχικά τέλος Σεπτέμβρη
όταν αρχίζει να ξεφτίζει ο ασβέστης στην πεζούλα
περνάει απ’ την καλαμωτή συριστική ησυχία
λασκάρει το παράθυρο του μπάνιου
φέρνοντας απ’ τη χαραμάδα
της ερημιάς τριγύρω αναρρίγηση
και μέσα τρυφερό ανέμου το δικράνι
σωριάζει στις γωνιές σαλιγκαρόσπιτα
ψίχουλα θέρους λίγη άμμο

Στη μάντρα η ξερολιθιά φυλάει το φίδι
στη στέρνα αντιφέγγισμα νερού
που λιγοστεύει
η σαύρα αφαιρείται στο αγκωνάρι
αγένειο χορτάρι δίπλα βράχος

Αποκαλόκαιρο λευκό στα άδεια σπίτια
ημερωμένα απ’ του Ιούλη την κατοίκηση
σανδάλια φυλαγμένα στην ντουλάπα
απόχη παιδική
βαμβακερή ζακέτα για το βράδυ
και πέρα βουερή εγκατάλειψη της θάλασσας
αναρριπίζει στιγμιαία την κουρτίνα
στο πάτερο το σαμιαμίδι αλαφιάζοντας

Γύρω κανένας
μόνο η αυλόπορτα για λίγο αιφνίδια τρίζει
σαν άφιξη σχεδόν μα όλοι φευγάτοι
Μετά ησυχία

ένα γνοιάσιμο σιωπής
αποσκεπάζει
την πρόσκαιρη του ανθρώπου παρουσία

Το σπίτι ξανασμίγει με την πέτρα
αθέατη τη γέννα του σκορπιού περιφρουρώντας
σκήτη του ανέμου
που όσο δύει το γαλάζιο σε περίσκεψη
υψώνεται ενθρονίζοντας
στο θηριώδη του Αιγαίου ουρανό
μοναστική πελάγους επικράτεια

~.~

Καλοκαίρι

Το σιντριβάνι στη μέση της άδειας πλατείας οξύ μεσημέρι. Βρέχει απρόσεκτο περαστικό και δεν τον νοιάζει.

Λεπτοδείκτες σταματημένοι στον κήπο. Ηλιοτρόπιου νύστα.

Δυο άγνωστοι κοιτάζονται στη σκιά ενός δέντρου περιμένοντας στο φανάρι να ανάψει το πράσινο. Γυναίκα και άντρας, κατάματα.

Ο σκύλος κοιμάται κολλημένος στη σκιά ενός τοίχου. Αφάνταστα μόνος.

Παγωμένη γκαζόζα αφήνει έναν κύκλο υγρασίας στο τραπέζι του καφενείου. Τον διατρέχει διψασμένο το χέρι.

Ένα παιδί χαμογελά στο φακό πασαλειμμένο με παγωτό που στάζει στο φανελάκι.

Στη στάση πλήθος, το λεωφορείο δεν έρχεται και απέναντι το σουβλατζίδικο σερβίρει γύρο και μπίρα παγωμένη στο ποτήρι.

Τα κάγκελα μιας μονοκατοικίας πηγμένης στο σεληνόφωτο. Ξεμοναχιάσματα πίσω απ’ το γιασεμί.

Χάχανα πάνω στη μοτοσικλέτα που προσπερνά δέκα αμάξια στη σειρά.

Θερινό σινεμά στην ταράτσα. Ταινία παλιά. Φεγγάρι καινούριο. Μόλις σβήσουν τα φώτα αγκαλιά.

Νερό κρατημένο σε εκείνη τη μαρμάρινη κρήνη στη μέση του αγνώστου. Ανοίγεις τη βρύση και τρέχει και τούτο μαρμάρινο.

Γυναίκα μαυρισμένη απ’ τον ήλιο. Γελά με κάτασπρα δόντια. Καρδιά κατακόκκινη.

Ένα οποιοδήποτε νησί του Αιγαίου. Ψηλά πολύ. Περαστικός κοιτάζει κάτω ένα ακριβέστατο γαλάζιο. Γυρνά πιο φωτεινός, πιο ξένος.

Σαββατοκύριακο. Οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στα χωριά. Να δούνε το χωράφι του πατέρα. Αν θα ’χει φέτος λάδι η ελιά.

Η συκιά στο βενετσιάνικο κάστρο τρυγητός του πουλιού.

Μια φέτα ψωμί με λάδι,  ρίγανη, τριμμένη ντομάτα,  αλάτι χοντρό.

Τσιμεντένια αυλή, έχουν μόλις ποτίσει.  Ο δυόσμος παροξύνεται στο άγγιγμα.

Άσεμνα περιοδικά του εξαδέλφου κρυμμένα κάτω από το στρώμα. Έχει ψηλώσει και είναι ωραίος.

Σούρουπο μέσα στο νερό. Πώς ησυχάζει έτσι η θέληση;

Το παλιό νεκροταφείο της πόλης το μεσημέρι, αντίλαλος του ασβέστη.

Ψαράκια στην άκρη άκρη του γιαλού. Ένα σμήνος περίτρομο σε παραλλαγή βέλους. Ελάχιστα πειστική.

Έφηβες, λιανές στο κύμα. Ιππόκαμπου η ράχη κι η χάρη.

Δεκαπενταύγουστος. Σαν δεκαπεντασύλλαβος κομμένος. Τον συμπληρώνουν τα πουλιά.

Ταξιδεύοντας με ανοιχτό το παράθυρο. Τραγούδι στο ράδιο. Γυάλινο, αράγιστο σήμαντρο.

Βράδιασε. Έλα να βγούμε λίγο έξω. Να σε αισθανθώ ξανά με φεγγαράδα.

Ημέρες τρεις μέχρι την άδεια. Βαστάει η καρδιά με τόσα λίγα.

Μόλις βγαλμένος απ’ τον ήλιο. Με κοιτάζεις με όλες τις ρυτίδες του χαμόγελου. Θέλοντας τόσα όσα εγώ.

Τέλος Αυγούστου. Αύριο θα ανοίξουν πάλι τα σχολεία. Μα εσύ να μείνεις θες αγράμματος, αγροίκος να γυρίζεις.

~.~

Σίφνος

Να φύγω
να φτάσω
να δω
ασβέστη χλωρό
το κορμί μου γυμνό
περιπλάνηση
κουβέντα
σιωπή
Να εγγράψω
μελτέμι
καλντερίμι
αλώνι
φωτογένεια σώματος
όταν θέλει
να λιαστεί
να πεινάσει
να χαϊδέψει
να πράξει
να ανήκει
να μοιάσει
στη λευκή
διαμπερή
δροσερή
οικειότητα
που είναι εκείνο το σπίτι
στο βράχο
στο κύμα προσήλιο
ψηλό σαν προσκύνημα
δοσμένος στην άφεση

~.~

Όταν

Όταν όλο και λιγότερο ξέρεις,
όταν ίδιο χνάρι χαράζεις
σ’ όποιο δρόμο κι αν πάρεις,
όταν απ’ όλα που υπάρχουν
για ένα δυο μόνο κλαις
και πεισμώνεις

είναι αυτό να παλιώνεις;

Όταν μόνος σου ψάχνεις
ό,τι χάνεις με άλλους,
όταν όλο πια μετανιώνεις
κι όλο πια περιμένεις,
όταν με τα δάχτυλα
αντί να αγγίζεις μετράς

είναι αυτό να γερνάς;

Όταν έξω ιδρύει το βράδυ
τρυφερή διακινδύνευση
κι όλα εδώ αρχίζουν ξανά
στρεβλά και ανθρώπινα
μα εσύ κουράστηκες πια
για να θέλεις

είναι αυτό να πεθαίνεις;

~.~

Είναι

αυτό που δεν σε πονά
μα σε κρύβει

Σε αφαιρεί
από το κάδρο της γιορτής
τη φωταψία των γενεθλίων

Ανήκεστο
μα όχι μοιραίο
αδιόρατο
σαν παλιά παιδική σου σκολίωση
το φέρεις σχεδόν
με ελαφρά συγκατάβαση

Γι’ αυτό δεν συντρίβει
σε φέρνει μονάχα
στα γνώριμα ξένο

Ακριβές
μα στη γλώσσα ατίθασο
μουγγό στο κορμί
δουλεύει
σιγανή παραμόρφωση

Ορίζεται δύσκολα
και μάλλον οξύμωρα:
όχι αυτό που δεν είναι
ακόμα ή πια
είναι αυτό που δεν είναι,
απλά.

Τότε δεν ήξερα
πόσο ύστερα
μετά από κάθε ακριβώς
περίσσευε

Τώρα γνωρίζω:
Όσο κρατάει μια ζωή.
Λίγο πιο λίγο

Αυτό το λίγο
πόσο θέριεψε
πόσους έθρεψε

Αυτό το ελάχιστο
του έρωτα
παρόν.

~.~

Σταγόνα

Καθώς αντλείς σε δοχείο το λάδι
μια σταγόνα πέφτει από ψηλά στο ντεπόζιτο
Μία μόνο
με βραδύτητα τόση με τόση συγκέντρωση
που όταν φτάνει στο υπόλοιπο σώμα
αντηχεί σπηλαιώδης σταλακτίτης ο ήχος της
σε αδρανές τριγύρω της τοίχωμα.
Ο καρπός ακριβούς γεγονότος
που πέφτει αργά στο κέντρο του χρόνου
δηλαδή στη μέση του νου.
Μια σταγόνα και γύρω σιωπή
όπως όταν βρίσκει το στόχο της
μια στιγμή ησυχίας στην απέραντη θάλασσα
όπως δυο που κοιτάζονται
για πρώτη φορά αλήθεια στα μάτια

Ένας ήχος
που γίνεται φώνημα μιας απόσταξης τέλειας
από σώμα μικρό μα ολόκληρο
σημαίνει την απόλυτη ώρα
ενός πράγματος τιποτένιου θα πεις
μα ευγενούς στην ακμή του
που πριν γίνει μαζί με όλα τα άλλα
σταγόνα στο πέλαγος
βυθίζει το κάλλος του
το βαρύ του αντίλαλο
όπως σούρουπο βραδινού ελαιώνα
βαθιά μες στο στήθος σου

~.~

Δεν είναι πια για να θυμώνεις
μα να λυπάσαι τώρα
ο τρόπος που πεθαίνει ο πατέρας
η μάνα που ποτέ δεν κατανόησε
τα άνεργα χέρια αφημένα στην ποδιά
Δεν είναι πλέον να λυπάσαι
μα πια να συγχωρείς
ο τρόπος που αποζήσανε
κλειστοί σαν θυμωμένοι
τα λόγια που δεν ήξεραν να πουν,
η ανάγκη να ’ναι το φταίξιμο του ενός
για να υπάρχει ο άλλος
Δεν είναι πια να συγχωρείς
μα πλέον να ζεσταίνεις
στην αγκαλιά το ραγισμένο σώμα
ένα ζυμάρι αγάπης

Δεν είναι πια να τους μαλώνεις
όσο ανήλικους κι αν τους κατάντησε ο καιρός
είναι η στιγμή να πάρεις στα δυο χέρια σου
ετούτη την τρεμάμενη καρδιά τους
όπως κρατάει παλάμη
φύλλο που έπεσε απ’ το δέντρο
φυσάει βοριάς το παίρνει ψίχουλο ψηλά πια δεν το βλέπεις

~.~

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ