Θεώνη Κοτίνη

Θεώνη Κοτίνη, Ημέρες καραντίνας

 

Ι.

Καλά κλεισμένοι και φοβισμένοι με ασφάλεια
αναμένουμε.
Τις γνωματεύσεις, διαγγέλματα, διατάξεις.

Στο μεταξύ φιρμάνια των κρατούντων
γι’ αυτό και εκείνο που θα αλλάξει
όταν με το καλό ξανανταμώσουμε.

Κάτι ψιλά γραμμένα στις ειδήσεις,
π.χ. για εκείνο το «ψωμί παιδεία ελευθερία»
που κάπως σαν να δυσφορεί
σε εσπευσμένα νομοσχέδια
και εκσυγχρονιστικές αναγκαιότητες.

Καλά κλεισμένοι μες στον ύπνο, θα ξυπνήσουμε;

Καλά κλεισμένοι μες στον φόβο, θα εκπλαγούμε;

(περισσότερα…)

Μια οργισμένη ποιητική καταγραφή του παρόντος

Δημήτρης Γκιούλος
Αστικά δύστυχα
Θίνες 2020

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το βιβλίο του Δημήτρη Γκιούλου το διάβασα δυο φορές. Ενδιαφέρουσα περίπτωση με ανισότητες ήταν η απόφαση της πρώτης ανάγνωσης, αλλά στη δεύτερη ανάγνωση προστέθηκε και η ζωηρή αίσθηση που σου αφήνουν ορισμένα βιβλία από την ιδιάζουσα ταυτότητα της γραφής και το, εικαζόμενο, ποιον του φορέα της γραφής. Τριανταεξάχρονος ο δημιουργός, στην πρώτη ποιητική δοκιμή του, με κείμενα αυτοπαρατήρησης, αυτοβιογραφικά, που μετρούν τη συνήθη, ελαφρώς προβληματική, οικογενειακή γενεαλογία, τη μέτρια ενηλικίωση, την υπεσταλμένη εξέγερση της αριστερής ιδεολογίας, το μεροκάματο του δύσκολου έρωτα, τη σκληρή οικονομική συνθήκη του μη σταδιοδρομήσαντος από άποψη, την μπετόν αρμέ αστική καθημερινότητα, την οδύνη του πρώτου πραγματικού θανάτου στη ζωή, της μάνας, την οργή που στρεφόμενη, πρώτον, κατά του εαυτού γίνεται σαρκασμός και, δεύτερον, κατά της κοινωνικής φενάκης γίνεται καταγγελία που δεν αποφεύγει πάντα τον διδακτισμό. (περισσότερα…)

Φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών, Γαβριηλίδης, 2019

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Αφανών γυναικών, ο τίτλος της τελευταίας, έκτης, συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά, από τον Γαβριηλίδη. Οι αφανείς γυναίκες της γραφής του είναι οι παλαιές γυναίκες- εμβλήματα μιας αντοχής που έρχεται από ξεχασμένες δεκαετίες της ελληνικής ανθρωπογεωγραφίας αλλά και οι σύγχρονες, έκκεντρες και απέριττα υπαρκτές γυναίκες της αστικής ανωνυμίας. Τις βρίσκεις σε κάτι παλιές ιερατικές φωτογραφίες τοίχου, μια ανθρώπινη ράτσα ανθεκτική και αποσιωπημένη από την ιστορία, αλλά και σε πνιγηρές κουζίνες απόγευμα Κυριακής, στις πιάτσες της οδού Αθηνάς, σε απροσδιόριστα επαρχιακά καταλύματα ως σίβυλλες της μοναξιάς του φύλου τους, σε μια transit ύπαρξη, όπως τη συλλαμβάνει και τη δημιουργεί το βλέμμα του παρατηρητή ή του μνήμονα. Η γραφή του εδώ, πιο μεστή απ’ ο,τι σε παλιότερες δουλειές, είτε σκηνοθετεί ακαριαία στιγμιότυπα σε σύντομες αποτυπώσεις ή, λιγότερο συχνά, συνυφαίνει σε πλατιές ελεύθερες συνθέσεις τον προσωπικό στοχασμό με φευγαλέα γυναικεία πεπρωμένα.

(περισσότερα…)

Η επανάληψη ξεχείλωσε το δράμα

rizaki

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Κώστας Θ. Ριζάκης,
επιτάφιος δρόμος
Ποιήματα Α΄ [1985-2010],
Κουκκίδα, 2020

Η τρίτη επανέκδοση της συγκεντρωτικής ποιητικής δουλειάς του Κώστα Ριζάκη έως το 2010 περιλαμβάνει έξι συλλογές. Οι δυο προηγούμενες έγιναν από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2011 και τον Γαβριηλίδη το 2015. Όπως δηλώνει ο τίτλος της έκδοσης, η ποίηση που συναντά ο αναγνώστης εκτυλίσσει την μονήρη πορεία μιας ασκητικής συνείδησης που με όχημα τη μνήμη και την ενδοσκόπηση διαπλέει ή, καλύτερα, «σκάβει» τους πολλαπλούς θανάτους της ψυχής επιδιώκοντας να διασώσει τη συνέχεια.Επίμονα ενδοστρεφής η ματιά διαπιστώνει και εκθέτει μια σταύρωση, το σπαρασσόμενο εγώ του ανθρώπου που έλκεται από μια συνεχή εις Άιδου κάθοδο, ζητώντας παράδοξα να ανέλθει μέσω αυτής της οδού στον ουρανό της λύτρωσης. Αυτή η κάθοδος ριζώνεται σε έμμονους ποιητικούς τόπους που είναι ταυτόχρονα τόποι μαρτυρίου: η μάνα, ως αμφίβολη σχέση αρχικά και στη συνέχεια ως ο κατεξοχήν νεκρός της ψυχής, η μοναξιά του ανθρώπου και του δημιουργού, ο εαυτός που χτίζει τα μεσάνυχτα τους καθρέφτες του εφιάλτη του, οι φίλοι που έφυγαν και, κυρίως, πάντα και επίμονα η ποίηση, το πάλεμα με τον στίχο, ως αιτία και ο στόχος της υπέρβασης. (περισσότερα…)

«Μιλώ ελεύθερα όταν μιλώ για μένα»

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευγενία Βάγια,
Μικρή Χιροσίμα,
Μελάνι, 2019

497765Ένα από τα καλά βιβλία που ήρθε στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες, αν και εκδοθέν το 2019, είναι η Μικρή Χιροσίμα της Ευγενίας Βάγια, δεύτερο στην παραγωγή της, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου. Μινιμαλιστική ελεύθερη φόρμα, εσωστρεφώς υπαρξιακό, ελλειπτικό νόημα και στις ευτυχείς στιγμές αφοριστικά πυκνό. Ο προνομιακός της ποίησης χώρος: ο άνθρωπος στην αναμέτρηση με τις καταστροφές της ύπαρξης και της συνύπαρξης. (περισσότερα…)

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. (περισσότερα…)

Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα. (περισσότερα…)

Βιβλία-γρίφοι, γοητευτικά αινίγματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Παναγιώτης Βούζης, Δικαιοσύνη, Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2019

Vouzis01Δικαιοσύνη, παράξενος τίτλος για ένα παράξενο βιβλίο. Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Βούζη καταγράφει την εξαρθρωμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας της κρίσης, του χαοτικά διασυνδεδεμένου κόσμου που αναπαράγεται αυτοματικά και παγιδεύεται τερατικά στην πολλαπλή δικτύωση της τεχνολογίας και των απρόσωπων κέντρων εξουσίας. Ένας κόσμος- σπασμένος καθρέφτης και κάθε όψη του κάτοπτρο επάλληλων πραγματικοτήτων που στη συστρωμάτωσή τους καταργούνται αμοιβαία, αφού δεν κατορθώνουν να συναντηθούν. Προκειμένου να στήσει αυτό τον άκεντρο κόσμο, ο Βούζης υιοθετεί μια γραφή χωρίς κέντρο και μια φωνή που διασπείρεται σε πλήθος φωνές, σε παράλληλες εκδοχές της συνείδησης. Όχι με τον τρόπο της πολυφωνικής ενορχήστρωσης του λόγου, αλλά με την αυτιστική ταυτοχρονία πολλών φορέων του λόγου που δεν διαλέγονται.

Είναι ένας κόσμος γνωστός: ο μέσος άνθρωπος που διαβιοί στο καθεμέρα, οι άνεργοι, οι πρόσφυγες, το χρέος, οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες,  ο λαός της οθόνης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτός όμως ο γνωστός κόσμος, φασματικά ιδωμένος, χάνει τη στιβαρότητά του και μεταμορφώνεται σε ένα φάντασμα ακοινωνησίας: παράλληλα, ασύμβατα, ασυνάρτητα γεγονότα εκπίπτουν σε συμβάντα, παράλληλα υποκείμενα –φορείς του λόγου δεν γίνονται πρόσωπα αλλά παραμένουν μηχανικοί εκφωνητές ενός παραληρήματος. Ας δούμε ένα δείγμα:

Κάθε ημέρα

Να τη φέρεις στο σπίτι μετά το σχολείο
αν αφήνουμε πίσω πολλούς που δεν έχουν
στα σκουπίδια μαζεύονται ήσυχοι φόνοι
με γκριμάτσες που κάνουν οι δούλοι των πρώτων
η βαρύτητα ρίχνει τα όμορφα λόγια
ξεχωρίζοντας όσους πιο εύκολα σπάζουν
ο επίσημος φόβος μιλά στις ειδήσεις
στ’ αλήθεια πεθαίνουν μαζί απ’ αγάπη
τον βραβεύσανε μόλις κατάντησε κλόουν
και αυτή την ημέρα σε φίλησα άδεια
απ’ τους πρόσφυγες ένας κοιτάζει εσένα
η απίστευτη θέση κοντά στους σπουδαίους
στη δουλειά μάς μαθαίνουν τον άκακο λύκο
η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως.

Εδώ διαπλέκονται ο κοινότοπος λόγος της αστικής καθημερινότητας, τα τηλεοπτικά στερεότυπα, σπαράγματα μιας μόλις αρθρωμένης προσπάθειας να απευθυνθείς σε ένα πραγματικό «εσύ», η ουδέτερη, διαπιστωτική φωνή που φέρει τη «βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως». «Η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως» είναι το ζητούμενο  της συλλογής. Αυτό το δίχως το απεικονίζει με τη σκηνογραφία ενός κόσμου που έχει χάσει την συνείδηση του ανθρώπινου, άρα την ικανότητα να βιώσει το τραγικό και εκπίπτει σε μια καρικατούρα. Στερούμενος το βάθος απλώνεται οριζόντια, ολοένα μη πραγματικός στη συνείδηση, παρ’ όλη ή μάλλον εξαιτίας της φαντασμαγορικής δυστοπίας του. Γι’ αυτό και ο Βούζης, για να σαρκώσει αυτό το τεχνητό τοπίο, κάνει συχνές νύξεις σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας, των υπερηρώων  των κόμικ, της εικονικής κυβερνοπραγματικότητας τύπου matrix, συνθέτοντας σε ορισμένα ποιήματα μια φουτουριστική παρωδία της μεταμοντέρνας κατάστασης. Αυτή την πραγματικότητα την κατοικούν η σκόνη του Άρη που καλύπτει την πόλη, πρόσωπα άδεια «από την οθόνη», «οι φοβερότερες selfie με θέα τη συντέλεια», «πολύχρωμα χαλίκια ντοπαμίνης ριγμένα παντού», «το κακό μεταιωμένο από τους υπερήρωες/ και η κατάργηση του φόρου για όσα δεν είχες ποτέ».

Sprint

η κοινή γνώμη βουτά στην απορία πώς από
τόσο μικρή απόσταση η διαδήλωση έχασε
το γκολ μ’ αποτέλεσμα πλάι στη Μαύρη Θάλασσα να
χτυπήσει κόκκινο η αληθινή φαντασία του
τραπεζίτη-Θεού ενώ η Σοφία του μαζί
με μια φίλη για κάλυψη συναντιόταν με τον πιο
όμορφο βάτραχο τον τρελό ποιητή που ξέρει
πόσο ακόμη πρέπει να μεγαλώσει αυτό που
κρύβεις κάτω από τη φούστα σου ανάμεσα στα
πόδια πριν αναρτήσεις τη μεταδοτική πολύ
κακία του για να μαραίνει εικονικά λουλούδια αν
τα συνηθισμένα θαύματα γιατρεύουν τη λύπη
τ’ απροσδόκητα έχουν βαριές επιπτώσεις όπως
όταν στο σεξ ξεχνώ αν μου είπε να τελειώσω έξω
ή μέσα και τόσες εργάτριες μέλισσες και τόσο
διάβασμα πριν το διαγώνισμα πάνε στράφι αφού
η έγχρωμη πλευρά της σελήνης δεν γυρίζει με
τίποτα για να βλέπω τη στραγγισμένη ψυχή της.

Σαφής στόχευση η κοινωνική κριτική η οποία σε ορισμένα σημεία είναι υπέρ το δέον πρόδηλη, ιδιαίτερα όταν στρέφεται στην εν Ελλάδι κατάρρευση. Η Ελλάδα της κρίσης είναι κυρίαρχο θέμα στη συλλογή, όπως δείχνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «στο εξής τους μισθούς θα τους δίνουν με κλήρο/ στον καθένα που θέλει να ζήσει για πάντα/ σε μια χώρα που σβήνει παιδιά και ελπίδες/ περπατούσε η δόξα μονάχη αφότου/ τρομοκράτες αφήσαν λουλούδια στους τάφους», «παραδίνομαι όταν αυξάνουν τον πόνο/ και βραβεύουν εκείνους που ξεκίνησαν πρώτοι/ τη μεγάλη φωτιά στα Γεράνεια Όρη/ η Ελλάδα θα ήταν υπέροχος τόπος […] αλλά τώρα θυμίζει εκούσιο λάθος», «Οι ειδήσεις αρχίζουν/ με τους τίτλους του τέλους/ η Ελλάδα θα γίνει/ εξωγήινη βάση», «η Ελλάδα θα ήταν ο καλύτερος τόπος/ για να βρίσκουν δουλειά αυτοί που μπορούν να τρέξουν/ δυο χιλιόμετρα χωρίς οι σκοπευτές να τους πετύχουν». Ορισμένες φορές, όμως, περισσεύει κάποιος αμετουσίωτος διδακτισμός μέσα από τον παρωδιακό τόνο.

Η ειρωνική ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας ενισχύεται από την έντονα έρρυθμο και ταχύ λόγο, αποτέλεσμα της σωρευτικής εκφοράς, της αστιξίας, του συμπαγούς όγκου του κειμένου, αλλά και της σταθερής μέριμνας για ρυθμοποίηση. Γι’ αυτό και η συνειδητή χρήση έμμετρων σχημάτων όπως του αναπαίστου, είτε σε εκτεταμένο δεκατρισύλλαβο είτε σε σπασμένο επτασύλλαβο, όπως επισημαίνει στο προλογικό του σημείωμα ο Νάνος Βαλαωρίτης:

Αναπαιστικό ταχυδρομείο

Η ανίκητη τάση να ξέρεις το τέλος
αν σε δουν θα τρομάξεις από την ασχήμια
στη δουλειά ετοιμάζουν τον νέο μου κλώνο
μα κανείς δεν τολμά να μιλήσει στα ίσια
απ’ τους πρόσφυγες κάποιος θυμίζει εσένα
να γυρίσεις στις έξι χωρίς να με θέλεις   […]

και:

Ο κοινότοπος λόγος

Ο κοινότοπος λόγος
που εκφέρεις με μέτρο
Ο επίσημος φόβος
σαν τανάλια του γέλιου
Οι ουρές των ανέργων
σε παράλληλα μήκη
Η καινούρια σελήνη
σε κλισέ αναρτήσεις […]

Vouzis00Η μέριμνα για την ρυθμική ενίσχυση του στίχου δηλώνει ότι το ποίημα, που αρχικά φαίνεται ως μια σχετικά άμορφη ασθματική μάζα λόγου, έχει υποστεί μεγαλύτερη επεξεργασία από αυτή που αρχικά αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. Ο ρυθμικός τροχασμός του στίχου είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, αφού έρχεται να  λειτουργεί ως αντίπαλος πόλος της αντιποιητικής γλώσσας που χρησιμοποιείται συνειδητά. Από την άλλη, λειτουργεί ως το χρονικό ισοδύναμο της ασυνεχούς επείγουσας πραγματικότητας: η τρέχουσα ιδιόλεκτος του διαδικτύου, το ανολοκλήρωτο, αποσπασματικό, συνθηματικό της επικοινωνίας των μέσων δικτύωσης, του στερεότυπου λόγου, η κεκτημένη ταχύτητα των αυτοματισμών του βίου, οι διαλείψεις της τραυματισμένης συνείδησης, μέσα από την επιτάχυνση που τους προσδίδει ο ρυθμικός λόγος, αναδεικνύουν την πυρέσσουσα πορεία  του εκτροχιασμένου νοήματος της ζωής. Αυτό το εκτροχιασμένο νόημα ορισμένες στιγμές μέσα στο ποίημα στέκεται σε κάποιες πιο προσωπικές ή συγκινημένες παύσεις – στάσεις, όπως εδώ: «θα σου φέρω λουλούδια και γλυκά στην κόρη μας/ έχω κρυμμένα όπλα, βιβλία, προπάντων θυμό/ για να κάνουμε την ηρωική έξοδο στο ύψος» ή εδώ: «το μοιρολόγι του Έκτορα του πρώτου επιθετικού/της νεότητας του κόσμου».

Με τέτοια υλικά γίνεται ποίηση; Άλλως πως, είναι η Δικαιοσύνη ένα άξιο λόγου βιβλίο; Η γνώμη μου είναι πως ναι. Το διάβασα σαν γρίφο, το πολιόρκησα ως γοητευτικό αίνιγμα. Το κατανόησα στην ανθρωπιά που ζητούσε μέσα μου. Η ένστασή μου έγκειται στην ανάγκη της αυξημένης αναγνωστικής εγρήγορσης που απαιτεί το βιβλίο που το καθιστά δύσβατο στον απροετοίμαστο αναγνώστη. Τα ατάκτως ερριμμένα υλικά της σύγχρονης συνθήκης του βίου, το βίωμα του «όλα συμβαίνουν καταιγιστικά βίαια πια» ζητούν μια νέα γλώσσα να ειπωθούν και το βιβλίο του Βούζη είναι μια ενδιαφέρουσα και έντιμη προσπάθεια να ανιχνευθεί αυτός ο τρόπος, να συγχρονιστεί η ποιητική γλώσσα με αυτό το ιδίωμα, να γίνει το πρίσμα που διαθλά το φάσμα της νέας υβριδικής «πραγματικότητας» του 21ου αιώνα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Αναζητώντας μιαν αυθεντική γλώσσα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

velentzaΕλένη Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου, Σμίλη 2019

Διάλεξα να μιλήσω για το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου (Σμίλη, 2019) ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της συμπτωματολογίας που παρουσιάζουν αρκετές πρώτες-δεύτερες συλλογές. Οι πρώτες συλλογές νέων ποιητών συνήθως κλείνουνε λογαριασμούς με τραύματα, ματαιώσεις, εφηβείες, γονείς, έρωτες και τα συναφή. Γι’ αυτό και συχνά είναι θανάσιμα, δραματικά σοβαρές σαν πράξεις αυτοχειρίας. Παράλληλα, βολιδοσκοπούν το πεδίο κάνοντας έφοδο στη γλώσσα αναγορεύοντάς τη σε μαγική επωδή που θα εξορκίσει τη βασκανία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και οι γράφοντες μοιάζουν να ενδύονται το ρόλο του ποιητή λεξιλαγνικά, περιμένοντας πολλά από αυτή την τελεστική μαγεία της λέξης. Τα αποτελέσματα άγουρα ή έσωθεν ναρκοθετημένα, ακόμα και στις περιπτώσεις που πίσω υπάρχει η ψίχα της ποίησης. Αυτή η ψίχα όμως πολεμά να αναδυθεί σε ένα κείμενο που θέλει να μοιάζει υπερβολικά πολύ με ποίημα. Σε αυτή την παγίδα πέφτει και το βιβλίο της Βελέντζα. Παράδειγμα το ποίημα «Οι λέξεις».

Οι λέξεις επιστρέφουν
να πουν τα πράγματα (περισσότερα…)

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ