Θεώνη Κοτίνη

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Advertisements

Βιωματικό υλικό, άνισο αποτέλεσμα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Λίνα Στεφάνου
Aequus Nox, Ίση Νύχτα
Μελάνι, 2018

0c984497-93d6-4644-b4e6-2e0acdc24f79Ένα από τα ενδιαφέροντα βιβλία που πρόσφατα διάβασα είναι το Aequus Nox ή Ίση νύχτα της Λίνας Στεφάνου. Διπλωματικός ίσως ο χαρακτηρισμός είναι ενίοτε χρήσιμος, για να αποδώσει, έστω και διστακτικά, μια αναγνωστική εμπειρία που θα μπορούσε να είναι ανεπιφύλακτα θετική, αν το υλικό υπάκουε σε αυστηρότερη επιλογή και οικονομία. Στη συλλογή υπάρχουν ποιήματα καλά και ποιήματα μέτρια.

Το υλικό βιωματικό: ο έρωτας, ο γάμος, τα παιδιά, οι φίλοι, ο θάνατος, ο χρόνος και η μυθιστορία της γραφής. Υλικό αντλημένο από την προσωπική ιστορία του μέσου ανθρώπου, στα μισά της ζωής, στα μισά του χρόνου, όπως δηλοί και το τίτλος της συλλογής: aequus nox, ήτοι ισημερία, όταν «Ο Χρόνος στέκεται γυμνός / σαν ηλεκτροφόρο καλώδιο / πάνω από νερό», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα που με αφορμή την εαρινή ισημερία στοχάζεται πάνω στο χρόνο-διάρκεια και χρόνο-στιγμή, στιγμή ακίνητη σαν απόφαση αμετάκλητη που όμως δεν λαμβάνεται ποτέ.

Στη συλλογή διακρίνω πέντε ενότητες, καθεμιά εκ των οποίων εστιάζει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση, σε ένα υποθέμα, υποδηλούμενο, στις τέσσερις τελευταίες, από αντίστοιχο μεσότιτλο. Η καλύτερη, κατ’ εμέ, είναι η πρώτη, άτιτλη ενότητα. Στα αρτιότερα ποιήματα υιοθετείται μια απατηλά σχολαστική αφήγηση ή περιγραφή, με διακριτό τον αφηγηματικό ιστό-πρόπλασμα της έμπνευσης, που εγκλωβίζει στο αυστηρό λεκτικό πλαίσιο το παράδοξο αναδεικνύοντας στην ήσυχη προφάνεια του στίχου το αναπάντεχο της οπτικής. Τέτοια είναι ποιήματα όπως «Τα μικρά παιδιά», «Προσωπική ιστορία», «Τα κρυμμένα κάπα στο γάμο», «Όλοι οι άνθρωποι είναι μετανάστες».

Μεσημέρι στο Σέσι

Πράσινο πάνω σε μπλε.

Επανάληψη:
πράσινο σκούρο του δάσους
ανοιχτό της ελιάς
αιχμηρό του πεύκου
πάνω σε μπλε.
Ξανά:
πράσινο καφέ
πράσινο γκρι
πράσινο μαύρο πάνω σε μπλε
-που απ’ το πολύ να είναι ο εαυτός του άρχισε να ασπρίζει.

Θαλασσοβούτες και βουτηχτάρια.

Νερό
–στασίδι σε εκκλησία–
πάνω σε πέτρινες πλάκες
Στους τοίχους των σπιτιών
το λευκό σαν κάτοπτρο
αχνίζει ήλιο
σαν λιβάνι που καίγεται.

Στις μύτες των ποδιών
η χώρα μου τεντώνεται
Με κάθε της ανάσα
     ξυπόλητα παιδιά γεννάει
               καινούρια καλοκαίρια.

Ίσως τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα είναι όσα εκπορεύονται από την προσωπική μυθολογία, όπως τα «Μικρά παιδιά», όπου το τρυφερό και θηριώδες της παιδικής ηλικίας συστοιχεί με μια τρυφερή και σκληρή αφήγηση ή η «Προσωπική ιστορία», όπου η καταγραφή της επικίνδυνης οικογενειακής ρουτίνας παρατάσσει, δήθεν αμέτοχα, τα καθημερινά αιχμηρά συμβάντα της ζωής, για να επικαλεστεί στο τέλος τα αιτούμενα ξεχασμένα θαύματα της ψυχής.

Η αρετή του στίχου δεν έγκειται στη λυρική του ποιότητα, αλλά στην καθαρότητα, στην πεζολογική ακρίβεια που όταν συνδυάζεται με την ελλειπτικότητα της περιγραφής ή την υπονομευτική λογικοφάνεια των αφηγούμενων παράγει ένα αισθητικά λειτουργικό αποτέλεσμα. Στα ποιήματα αυτού του τρόπου βρίσκω το διακριτό και αυθεντικό στίγμα της ποιητικής φωνής της Στεφάνου.

Χειμωνιάτικο νύχτα

Μικρό πουλί μέσα στο δέντρο
στη μέση της νύχτας
στη μέση της πόλης
]]]] στη Μέση

Φωτισμένα παράθυρα
ιστορίες πολεμικού νοσοκομείου
]]]] εξιστορείς
Ιστορίες για άντρες ευάλωτους
σε μαλακό επίδεσμο με αίμα τυλιγμένους

Βαδίζοντας κάτω από το τέλειο Δέντρο
του Δεκέμβρη
]]]] Μια νύχτα θαλασσινή
]]]]]]]] Σε άκουσα

                                                                          Ναυτικό Νοσοκομείο 2015

Προχωρώντας, ωστόσο, η συλλογή αυξάνουν τα αδύναμα ποιήματα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η συγκεκριμένη δουλειά θα κέρδιζε, αν τολμούσε πιο γενναία αυτό που κάθε δημιουργός διστάζει να κάνει: να θυσιάσει ποιήματα. Αλλιώς μαζί με το καίριο στοιχίζεται το αναμενόμενο, όπως π.χ. συμβαίνει σε αρκετά μικροποιήματα-αφοριστικά πλαισιώματα της συλλογής. Π.χ. το αδύναμο δίστιχο: «Στις σιωπές της Γυναίκας / αναπαύεται ο Άντρας Πολεμιστής» σε αναντίστοιχη συνύπαρξη με τον κομψό σαρκασμό του: «Αν η εναλλακτική του Θεού / είναι ο άνθρωπος / τότε ο Διάβολος / έχει κάθε λόγο να διασκεδάζει».

cebbceafcebdceb1-cf83cf84ceb5cf86ceaccebdcebfcf85Εξίσου αδρανή ποιητικά είναι και τα ποιήματα στοχασμού πάνω στην ποίηση. Αποτελεί μια από τις προσωπικές μου εμμονές η άποψη ότι η συστροφή της ποίησης στον εαυτό της μόνο κακό μπορεί να κάνει στο ποίημα. Ο αναστοχασμός πάνω στην πράξη της γραφής είναι επικίνδυνος, γιατί συνήθως οδεύει σε δυο εξίσου ολισθηρές ατραπούς: αφενός στην μυθοποίηση της ποιητικής λειτουργίας, αφετέρου στον αυτοοικτιρμό. Και το μεν πρώτο αναδίδει ξεθυμασμένο το άρωμα από εκείνη την παλιά κοσμοσωτήρια αυτοαντίληψη της τέχνης, το δε δεύτερο επαναλαμβάνει την κλισέ κατάρα του ποιητή που ανεπίληπτος και ανεπίδοτος επιμένει στην ηρωική του αντανάκλαση. Και τα δυο αποτελούν συμπτώματα λογοτεχνικού αυτισμού που δεν έχει καθόλου ανάγκη ο αναγνώστης ούτε και η λογοτεχνία. Το αποτέλεσμα επιβαρύνεται περαιτέρω, όταν συνδυάζονται με ποιητικά αμετουσίωτη εξομολογητικότητα. Μιλώ για τα ποιήματα «Μια απάντηση στον Β.Β.», «Είναι κανείς εδώ;», «Έξοδος». Γιατί εκεί χάνονται, συνθλιμμένα από την προσωπική εμπλοκή, τα δύο κύρια θέλγητρα της συλλογής: η ειρωνεία της ως στρατηγική αποστασιοποίησης από το φλέγον προσωπικό βίωμα –άρα αναγωγής του στο καθολικό– και η ήσυχη στοχαστικότητα της παρατήρησης.

Νομίζω ότι η ποιήτρια, αν εστιάσει σε αυτή τη φλέβα, θα παράγει πιο ισορροπημένα σύνολα, όπως αποδεικνύουν τα ήδη κατορθωμένα ποιήματα της συλλογής που διαθέτουν την αυθεντικότητα του προσωπικού στίγματος και της γνήσιας διακύβευσης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Πολυφωνική πραγματεία

galani-melani-1

~.~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ~.~

Ελένη Γαλάνη,
Το ανατολικό τέλος,
Μελάνι, 2017

Το ανατολικό τέλος, τρίτο βιβλίο της Ελένης Γαλάνη, είναι ένα πολυεπίπεδο σπονδυλωτό αφήγημα μιας εξόριστης νοσταλγού της πατρίδας και δέσμιας των μεγάλων οριζόντων.

Καταρχήν συγγραφική συνθήκη της συλλογής είναι η συνθετική πρόθεση. Τα επιμέρους ποιήματα είναι οι αρθρώσεις ενός συνθετικού οικοδομήματος που πραγματεύεται τις έννοιες της πατρίδας, του νόστου, της πολυώνυμης εξορίας, της αδυναμίας της επιστροφής. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο της σύνθεσης. Υπάρχει, όμως, και δεύτερο, καθώς το βιβλίο συνιστά τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου, όπως διαβάζουμε στην προλογική σημείωση της ποιήτριας : «Η ποιητική συλλογή Tο ανατολικό τέλος αποτελεί μέρος του πρότζεκτ με τίτλο “το ανατολικό τέλος”, το οποίο περιλαμβάνει χειροποίητα τετράδια ταξιδιού/ταξιδιωτικό ημερολόγιο, φωτογραφίες, μια εγκατάσταση και ένα βίντεο. Το υλικό εκτέθηκε στην γκαλερί TAF (Νορμανού 6, Μοναστηράκι) από τις 26 έως τις 29/9/2017».

Η παραπάνω συγγραφική συνθήκη υπαγορεύει και το είδος της γραφής, όπου ο αναγνώστης δεν αναζητά την ποιητική ουσία μόνο ή κυρίως στη συμπύκνωση του επιμέρους αλλά στο εύρος, στη διασπορά του λόγου που εκτείνεται σε γεωγραφίες, πρόσωπα, τόπους, βιώματα, στοχασμούς και παράγει το αισθητικό της αποτέλεσμα μέσα από την αλληλοδιαύγαση των μερών του συνόλου. Αυτό προϋποθέτει, βέβαια, ότι οι σπόνδυλοι του οργανισμού έχουν την συμπαγή εκείνη ύλη που συντελεί στην σταθερότητα του οικοδομήματος. Ο εγκιβωτισμός, εξάλλου, της συλλογής στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πρότζκεκτ μας παραπέμπει στην σταθερή τάση της σύγχρονης ποίησης να διαρρήξει το κειμενικό της χώρο και να συγκατοικήσει, να συν-εννοηθεί με άλλες καλλιτεχνικές εκφάνσεις, να επεκτείνει την ανοικτότητα και τη δεκτικότητά της. Η γνωστή ώσμωση των μορφών και η παραβίαση των παραδοσιακών στεγανών από τη μια, αλλά, ως προς την ποίηση, η διάγνωση ενός αδιεξόδου της μοναχικής γραφής, της ανεπίδοτης στον σύγχρονο αναγνώστη.

Πώς αποτυπώνονται αυτές οι αρχικές προϋποθέσεις μέσα στο σώμα της γραφής; Πρώτον, μέσω της σκηνοθεσίας του χώρου, δεύτερον μέσω της πολυφωνικής εκφοράς του λόγου, τρίτον μέσω της ποικίλης τροπικότητας της γλώσσας.

Το βιβλίο είναι αρθρωμένο σε τρεις άνισες ενότητες: Α. «Σάρλιτζα», χωρισμένη σε εννέα εξίσου άνισες υποενότητες, Β. «Friedrichstrasse» και Γ. «Το ανατολικό τέλος». Στην αρχή κάθε ποιήματος υπάρχει το όνομα ενός τόπου τοποθετημένο πριν τον τίτλο (Βερολίνο, Παρίσι, Σπιναλόγκα, Ταγγέρη, Νάπολη, Ικαρία, Παλμύρα, Μπέργκεν, Φραγκφούρτη κ.λπ.), αφετηριακό σημείο της έμπνευσης ή και εμβληματικό τοπόσημο της πληθωρικής ανθρωπογεωγραφίας της συλλογής. Όσο για τον τίτλο, παραπέμπει, κατά τα λεγόμενα της συγγραφέως, «στην Οστάνδη, παραθαλάσσια πόλη στο Βέλγιο, γνωστό θέρετρο και σημείο – πέρασμα προς την Αγγλία (Dover). Την περίοδο πριν τον Δ΄ Π. Π. κατέφυγαν εκεί καλλιτέχνες, συγγραφείς, διανοούμενοι στην προσπάθειά του να ξεφύγουν από την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη».

Η Οστάνδη είναι ένας από τους πολλούς συμβολικούς τόπους που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, ενώ τα πρόσωπα που εκφέρουν το λόγο –πραγματικά ή επινοημένα– είναι οι απανταχού απάτριδες των χαμένων πατρίδων, του χαμένου χρόνου, του χαμένου σκοπού, της χαμένης ανθρωπιάς, που νοσταλγούν την επιστροφή στον εξίσου χαμένο εαυτό, στον εξίσου χαμένο άλλον. Μια από αυτούς τους απάτριδες –στους οποίους αφιερώνει το βιβλίο και με των οποίων τη γλώσσα μιλάει- είναι και η συγγραφέας ζώντας μόνιμα τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία. Το εκάστοτε κείμενο είναι ένα επεισόδιο μιας ιστορίας απώλειας, καταποντισμένης στους χάρτες του μεγάλου κόσμου, στις τροπές της χαώδους ιστορίας. Η απώλεια ιδωμένη καλειδοσκοπικά, σε προσωπικό, κοινωνικό, ιστορικό επίπεδο: ο διωκόμενος από την αρρώστια της φυγής (ή της φυλής) Νεοέλληνας, ο πρόσφυγας, ο άνθρωπος – θύμα των απανταχού ολοκληρωτισμών, ο εξόριστος των θλιμμένων δωματίων. Χαρακτηριστικό το πρώτο ποίημα της συλλογής:

                                                                         <ΣΠΙΝΑΛΟΓΚΑ>,
«ΝΟΣΤΟΣ (HEIMWEH)»:

Είναι ο νόστος μια νόσος του νότου
λοιμώδης, μολυσματική, για τους χανσενικούς της φυγής
η Μνήμη
χάνει τα μέλη της μεσοπέλαγα
στη νήσο πηγαίνοντας των νεκρών

Εσύ με κατεύθυνση τον βορρά ψιθυρίζεις αινίγματα
της Στυγός
όρθιος στην κουπαστή συλλαβίζεις
αρχαία καλοκαίρια στο Λιβυκό:
κυ-πα-ρίσ-σι, θά-λασ-σα, πλώ-ρη, νη-σί
η Σπιναλόγκα της άγνοιας
μια εποχή ηλιακή, ήτανε όλα εκεί
να θυμηθείς να ξεχνάς
να στερεώνεις τις λέξεις κατάσαρκα
να τις μπήγεις χρυσές πρόκες
στον άνεμο
να σε σφίγγουν
ωραίες θηλιές
στο λαιμό
–Κόλαση είναι ένα μέρος φωτεινό–
(es wird hell*)

σε άλλους ήχους, σε ξένο ουρανό

ξημερώνει

(σημείωση: es wird hell: ξημερώνει)

Η ανήσυχη κινητικότητα της χαρτογράφησης του άλγους αποτυπώνεται και γλωσσικά στους ποικίλους τροπισμούς που συναντάμε: έχουμε τριτοπρόσωπη αποστασιοποιημένη αφήγηση, παράδοξους ορισμούς στον τύπο της αφοριστικής διατύπωσης, αισθαντικές επιστολές, μακροσκελείς νεορομαντικούς μονολόγους – κάλεσμα στο όραμα της φυγής. Συχνά συνυπάρχουν εναλλακτικές λεκτικές επιλογές (η γερμανική δίπλα στην ελληνική σύστοιχή της λέξη), ανορθόδοξες τομές που συστοιχούν σε ένα συνειρμικό συνεχές επάλληλες φραστικές μονάδες. Με τους πυρετικούς μονολόγους που αποτελούν τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής («Φρήντριχστράσσε», «Αλμπέρ Προμενάντ») επιχειρείται η σύνθεση όλων των επιμέρους προβληματικών του βιβλίου, γι’ αυτό και είναι τα πιο συγκινημένα, τα πιο ελεύθερα αλλά και τα πιο φλύαρα. Εκεί είναι πιο απερίφραστα, ενίοτε πιο διδακτικά αρθρωμένο το κινούν αίτιο του βιβλίου, το κάλεσμα στις εσχατιές της ανθρώπινης αναζήτησης, η φυγή ως αίτημα αλλά και ως εξορία.

Το βιβλίο αποτελεί ένα ενδιαφέρον εγχείρημα να αποδοθεί πολυστρωματικά το σύγχρονο βίωμα του απάτριδος, εγγεγραμμένο στη βαθιά του ιστορική διαδρομή και στην υπαρξιακή του διάσταση. Οι πλατιές συντεταγμένες ενός κοσμοπολιτικού σκηνικού, η προσπάθεια να αποδοθεί η πυκνή σήμανση του παλίμψηστου ανθρώπινου άλγους (στην σημαντική ενότητα «ΡΕΝΤΙΜΕΝΤΙ»), η πανοραμική θέα ενός φασματικού κόσμου αριθμούνται στα συν της συλλογής. Υπάρχουν όμως και αρκετά σημεία που κουράζουν, καθώς μετέρχονται μια σωρευτική περιφραστικότητα που δεν αφήνει να παραχθεί ο υπαινιγμός, δηλ. εκείνη η νύξη που αφήνει τον αναγνώστη να παραγάγει ως συλλειτουργός το νόημα. Π.χ. στο ποίημα «Πατρίδα» η αφηγήτρια Γκέρτι ομολογεί:

– Κατάγομαι από έναν τόπο ά-τοπο η πατρίδα μου
δεν έχει στίγμα, σφυγμό (όπως εγώ) δεν έχει χρόνο–
Σου γράφω
γιατί καμιά ζωή δεν επιζεί χωρίς μάρτυρες καμιά μνήμη
χωρίς εραστές.

Εδώ το ποίημα θα κέρδιζε χωρίς τους δύο πρώτους στίχους που επεξηγούν, χωρίς να εννοούν. Η πληθωρική αναφορά, επίσης, σε τόπους-ινδάλματα της παρηκμασμένης ουτοπίας θα μπορούσε να περιοριστεί, γιατί σε κάποια σημεία εκτρέπονται σε καταλογογράφηση χωρίς να επιτυγχάνουν συνυποδήλωση.

Η γλωσσική οικονομία είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας τομέας που πρέπει να δουλέψει η ποιήτρια, για να μπορέσει να αναδυθεί πιο λιτά και ζυγιασμένα ο κυρίαρχος ποιητικός της τρόπος, δηλαδή η αρθρωτά δομημένη αφήγηση ως πολυφωνική πραγματεία ενός μείζονος θέματος.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Καθαρός λόγος, θερμό βίωμα

Θαμπή πατίνα

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~.~

Γιάννης Τζανετάκης,
Θαμπή πατίνα,
Πόλις, 2017

Η Θαμπή πατίνα, ένατη ποιητική δουλειά του Γιάννη Τζανετάκη, σε αντίθεση με τον τίτλο της, αποτελεί ένα άθροισμα ευκρινών, μινιμαλιστικών εικόνων μνήμης.

Ελλειπτικές, αδρές, ενίοτε κινηματογραφικές λήψεις στιγμιότυπων από τη γενέθλια επαρχία του ’60, τους αστικούς τόπους της ενηλικίωσης έως τον αλγεινό χώρο του αποχαιρετισμού των απόντων που εμψύχωσαν αυτούς τους τόπους. Οι επιμέρους, βέβαια, περιοχές συγκλίνουν στη νοσταλγία για ό,τι χάνεται, στο οποίο ακριβώς προσέρχεται ο άνθρωπος, για να μη χαθεί ο ίδιος.

Ο Τζανετάκης απομονώνει στιγμιότυπα μιας επαρχίας που πολλοί Νεοέλληνες έχουν βιώσει και που ως επήλυδες του άστεως έχουν θησαυρίσει στη μνήμη και, θέλουν δε θέλουν, τους ορίζει, όχι ως ανάμνηση αλλά ως μοίρα. Αυτή τη μοίρα που πικρά διαπιστώνει ο Τάκης Σινόπουλος, ομολογώντας: «Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο». Σε ανάλογο ψυχικό κλίμα ο Τζανετάκης διέρχεται αυτό τον τόπο-χρόνο γεμάτο από υπεραστικά δρομολόγια του ΚΤΕΛ, πανηγύρια, παροπλισμένους ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, την αστική ευπρέπεια του κυριακάτικού εκκλησιάσματος:

Όλο και πιο συχνά
η ίδια ζάλη

οι ίδιες στροφές
νύχτα με τα ΚΤΕΛ

–παράσιτα στο ράδιο λαϊκά
μες στη σακούλα
ο Αχλαδόκαμπος φαρμάκι–

το ίδιο καρουσέλ
της επαρχίας

που αταίριαστος γυρνούσε
όλο γυρνούσε

μες στα λαμπιόνια
και τις μουσικές

(«Όλο και πιο συχνά»)

Αυτή η άγονη γενεαλογία από σταματημένο χρόνο «σ’ ένα ποτάμι χρόνια ξεραμένο» εκβάλλει στο άστυ, για να περιηγηθεί και πάλι σε τόπους απώλειας, στη συνομιλία με τους νεκρούς. Εδώ η τριτοπρόσωπη στιγμιογράφηση δίνει, κάποιες φορές, τη θέση της στην πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση ή στο θερμότερο β΄ ενικό της απεύθυνσης προς τους αγαπημένους απόντες:

Στο πρώτο φως
σε φέρνουν γιασεμιά

στο ύστερο μπαξέδες

πικρή στο στόμα
μου ’ρχεσαι γουλιά

έξαλλος με την άνοιξη
κουφώνω το παντζούρι

πουλί απάνω του χτυπάς

(«Πικρή στο στόμα»)

Αυτή τη λογική του στιγμιότυπου ενδύεται και το σώμα του κειμένου: ολιγόστιχο, ολιγοσύλλαβο, αρθρωμένο σε μονόστιχα ή δίστιχα, κενά. Επιλογή εύλογη και εύστοχη, καθώς η ψυχική συνθήκη που κυριαρχεί είναι η δοσομετρημένη συγκίνηση που εκχέεται σε μια μινιμαλιστική στιχουργική διάταξη. Η «φτωχή» φόρμα λειτουργεί πιο αποτελεσματικά, όταν ενισχύεται ρυθμικά, όπως συμβαίνει σε αρκετά ποιήματα της συλλογής που αναπνέουν στο βηματισμό του ίαμβου.

Ένα λυπημένο πανόραμα από λιτές μνημειώσεις χώρων και ανθρώπων που μέσα στην ψύχραιμή τους ανασκόπηση αφήνουν αυτόν που τα ανακαλεί γυμνό. Γι’ αυτό και αισθάνεται την ανάγκη να «νοτίσει» αυτή την διακριτική περιήγηση με εμβόλιμα σχόλια στη μορφή των ομοιοκατάληκτων δίστιχων μιας τρυφερής «ναΐφ» στιχουργικής (όπως το: «λουλουδάκι χωρίς γλάστρα / όλη νύχτα γνέφει στ’ άστρα») ή την απαλή ρυθμοποίηση της συγκίνησης που βλέπουμε στο ποίημα «Ένα κορίτσι».

Η επιλογή του ελάχιστου, βέβαια, ενέχει τους κινδύνους της. Απαιτεί, για να υπηρετήσει όλο το σώμα της συλλογής, μια πυκνότητα ή μια δραστική υπαινικτικότητα που κάνει το λίγο πολύ. Αυτό δεν επιτυγχάνεται σε όλο το εύρος των ποιημάτων, καθώς υπάρχουν κάποια όπου η λιτότητα γίνεται ισχνότητα και το στιγμιότυπο αβαρές ή αποστεωμένο αδυνατεί να φέρει το σήμα της ανάμνησης (όπως π.χ. στα ποιήματα «Ο αγώνας» ή «Το δείπνο»).

Ωστόσο, η συλλογή κερδίζει τον αναγνώστη. Καθαρός ο λόγος, θερμό το βίωμα, παρ’ όλη την απόσταξη που φέρνει ο χρόνος. Πέρα από τους όποιους αιτούμενους ή εκβιασμένους εκσυγχρονισμούς της ποίησης που γράφεται σήμερα, αυτό που λείπει συχνά από τη σημερινή παραγωγή είναι η καθαρότητα του λόγου που μπορεί με απλά υλικά και την ειλικρίνεια του χειρισμού τους να τέρψει τον αναγνώστη ως γλωσσικό προϊόν και να εγείρει την κατανόηση ή την συγκίνησή του εντάσσοντάς τον στον κόσμο αυτού του λόγου.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Γλυκόπικρη αυτοειρωνεία

Σήλικα

~. ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Σήλικα Ρηγοπούλου,
Μαθήματα οικιακής οικονομίας,
Μελάνι, 2017

Τα Μαθήματα οικιακής οικονομίας, η πρώτη συλλογή της Σήλικας Ρηγοπούλου, συνθέτουν μια ευρηματική και παιγνιώδη παραβολή του βίου της νοικοκυράς.

Η καθημερινή βιοτική μέριμνα της γυναίκας παρουσιάζεται ως μια διαρκής μεταφορά της υπαρξιακής μέριμνας, της προσπάθειας να ερευνηθεί και να διασωθεί ο ψυχικός χώρος μέσα στην επανάληψη, τη ρουτίνα, την τελετουργία του οικόσιτου βίου. Γι’ αυτό και πράξεις και αντικείμενα, όπως το ξεσκόνισμα, η γενική καθαριότητα, οι τέντες, το μωσαϊκό, οι κάλτσες, οι καρέκλες, οι τοίχοι γίνονται σύμβολα της γεωμετρημένης βιοτής που αγωνίζεται να σημασιοδοτήσει και ει δυνατόν να διευρύνει τα δεδομένα τετραγωνικά του βίου:

Όταν βρέχει δεν βγαίνω έξω.
Διαχειρίζομαι εσωτερικές υποθέσεις.

Με την υγρασία η σκόνη κατακάθεται.
Δεν κορδώνεται στο φως, δεν περηφανεύεται,
δεν πανηγυρίζει.
Την εντοπίζω στο ξύλο, το χαρτί, το γυαλί.
Παραδίνεται αμαχητί,
υποτάσσεται με όλους τους κόκκους της.

Λίγο πριν εξαφανιστεί
σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα
του βασιλεύοντος ήλιου:
δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση
νόημα στον αφανισμό.

(«Ξεσκόνισμα»)

Στα καταγωγικά κείμενα αυτής της συλλογής ανήκει, μεταξύ άλλων, η Αμνάδα των ατμών της Αθηνάς Παπαδάκη του 1980, όπου εκεί η μάχη με τη σκόνη του θρυμματισμένου χρόνου της γυναίκας λαμβάνει την δραματική οξύτητα του αγώνα εναντίον της θρυμματισμένης γυναικείας ταυτότητας. Ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό ποίημα της Αμνάδας με παρόμοιο τίτλο:

Επαναφέρω τη μνήμη στα πράγματα.
Το ξύλο ή το γυαλί
την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.
Ακόμα και το ξεσκονόπανο
στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι,
έτσι πλυμένο,
τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας
θα θυμάται, σκέφτομαι.
Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι,
η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,
υποχωρώ
ώσπου
κεφάλι
ρούχα,
πόδια
διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

(«Ξεσκονίζοντας»)

Στην Αμνάδα των ατμών, όμως, βλέπουμε το συντριπτικό βάρος του ρόλου πάνω στο πρόσωπο. Ο νεροχύτης, το νυφικό κρεβάτι, η χύτρα ταχύτητας, τα ασπρόρουχα γίνονται επίβουλα όργανα αφανισμού: Ετούτα τα λινά τεκμήρια αγάπης, / τραπεζομάντηλα, πετσέτες, / που αγκαλιάζουν το τραπέζι / ή τα γόνατα / είναι που με εκμηδενίζουν; αναρωτιέται η Παπαδάκη, αποτυπώνοντας εναγώνια τη γυναικεία αυτεπίγνωση των ποιητριών της γενιάς του ΄70.

Στη συλλογή της Ρηγοπούλου, εν έτει 2017, το βίωμα μιας άλλης γενιάς, αν και ενταγμένο σε ανάλογη χωροθεσία και προβληματική, παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, καθότι λιγότερο εναγώνιο, ελάχιστα τραγικό. Ο εγκλωβισμός αποδραματοποιείται: τεμαχίζω το μήνα προσεχτικά. / Χωράω κάθε μέρα σε μια κλεψύδρα. / Τη γυρίζω ανάποδα. / Παίρνω τη σκόνη μου πίσω. / Το χρόνο μου πίσω, διαβάζουμε στο ποίημα «Γενική». Εδώ η γυναίκα φαίνεται να καθοδηγεί, σε αρκετά σημεία, τη σκηνοθεσία και τη στοχοθεσία του βίου, να την ορίζει: Ενημερώνω χάρτες, / τροποποιώ στερεότυπες αντιλήψεις, / νομιμοποιώ καταπατημένες περιοχές του έσω χώρου, / με συγχωρώ, με καταλαβαίνω, με αποδέχομαι. («Επαγγελματικός προσανατολισμός»).

Αυτό που στη γυναικεία φωνή του ’70 ήταν πικρά σαρκαστικό, υποδηλωμένο, συχνά, στις διαλείψεις της σιωπής γίνεται τώρα γλυκόπικρα αυτοειρωνικό, απερίφραστα δηλωτικό, συγκαταβατικό εντέλει. Κι αυτή η συγκατάβαση είναι η κατεξοχήν μέθοδος συναισθηματικής οικονομίας, ανάλαφρα διοχετευμένης σε συσσωρεύσεις αντικειμένων και απαριθμήσεις ψυχικών προβολών και τεχνασμάτων για να κατοικηθεί εξημερωμένη η εντός εστίας φθορά.

Η αναζήτηση π.χ. των χαμένων κλειδιών πριν από την έξοδο ενεργοποιεί όχι μόνο την υπαρξιακού τύπου απορία: Μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο; / Μήπως δεν είμαι έτοιμη να φύγω; / Μήπως χρειάζομαι μια ανάπαυλα, μια ενδοσκόπηση, / μια ανασκόπηση της ζωής που με προσπερνάει; Αλλά και την ειρωνική κατακλείδα του τελευταίου στίχου: Ή μήπως απλώς χρειάζομαι κλειδοθήκη;

Αυτός είναι, άλλωστε, ο δεσπόζων τρόπος της συλλογής: η υπονόμευση του βαρυσήμαντου ή ποιητικά φορτισμένου λόγου με τη χρήση του κοινότοπου, το οποίο ειρωνικά, συνήθως, ανασημασιοδοτημένο δίνει στο ποίημα τον καίριο υπαινιγμό του, όπως στο ποίημα «Αλλαγή εποχής»:

Αντιπαθώ το μόνιμο πράσινο των αιεθαλών.
Προτιμώ φυλλοβόλες αποκαλύψεις στο μπαλκόνι:
μιμόζες, γαζίες, πασχαλιές.

Τη γυμνή αλήθεια.

Καθόλου σίγουρη πως κάποτε θα τη μάθω ολόκληρη.
Απόλυτα σίγουρη πως από πάντα την ξέρω.

Σε αρκετά, όμως, ποιήματα η αποφόρτιση μέσω του χιούμορ, της λογοπαικτικής γλώσσας, της συνεχούς συμπαράθεσης του κυριολεκτικού και μεταφορικού οδηγεί σε φλυαρία (π.χ. στα ποιήματα «Φωταγωγία», «Θέρμανση») ή σε απλώς έξυπνα κείμενα (π.χ. «Επίκληση στην οικιακό βοηθό», «Αίθουσα συσκέψεων», «Μικρή αγγελία») που περιορίζονται να επισημάνουν κομψές αναλογίες ανάμεσα στον έξω και στο μέσα χώρο. Ο μεγαλύτερος, άλλωστε, κίνδυνος πηγάζει από τα δυνατά μας σημεία, τα προτερήματά μας, που μπορεί να λειτουργήσουν, στην κατάχρησή τους, ως δυνάμει μανιέρες. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη δουλειά που κατορθώνει να εδραιώσει το στίγμα της, αλλά οφείλει παράλληλα να διερωτηθεί για τις ευκολίες της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Μεταξύ ροής και διαρροής

o-ypnos-einai-rodo-9789605041762-1000-1233534

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~.~

Ζέφη Δαράκη,
Ο ύπνος είναι ρόδο,
Νεφέλη, 2016

Καταξιωμένη ποιήτρια η Ζέφη Δαράκη, δεν χρειάζεται ίσως μια ακόμα κριτική στη μακρά πορεία της στο λόγο. Μια ποίηση ολιγόλογη, συνειρμική, ποίηση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το όνειρο ενός στοχασμού ή ο στοχασμός ενός ονείρου.

Τα αυτά ισχύουν και για το Ο ύπνος είναι ρόδο, την τελευταία δουλειά της, όπου η ελευθερία και η διάχυση του ενύπνιου λόγου ανασύρουν στο φως της γραφής τα κοιτάσματα μιας μνήμης κατεξοχήν νυχτερινής:

Μη λυπηθείς, θα ’ρθει μια στιγμή που
θα βρεθείς σε μια ακροχαλασιά οι θάμνοι
τυλιγμένοι δαιμονάγγελο φως      Γύρω η παρέα
ηλιοφόρα τα πεύκα μυθικά
Το κρασί στο ποτήρι θα θυμάται όσα δεν
     έγιναν ποτέ

Τότε θ’ ανέβει η θάλασσα
σαν κορίτσι επάνω στο τραπέζι
με τα μαλλιά χυμένα σε αμνήμον κύμα

Το τοπίο θα με κοιτάζει από πολύ μακριά ένα
     δυσεύρετο μπλε του κοβαλτίου
θα τέμνει τα λόγια
     στο ποτέ πια

(«Ακροχαλασιά»)

Αυτή η ελεύθερη περιδιάβαση στον  χώρο της ονειρικής ανάκλησης επιτρέπει να καλλιεργηθεί μια τεχνική εικόνων συνήθως χαλαρά μεταξύ τους συνδεδεμένων, από την μικρή ή μεγάλη συνάφεια των οποίων εξαρτάται η ευστοχία του εκάστοτε ποιήματος. Το παραπάνω ποίημα αποτελεί ένα παράδειγμα ευτυχούς σύναψης της μνήμης που εκτυλίσσεται θεώμενη τον αλγεινό τόπο της απόκρημνης «ακροχαλασιάς». Αντιθέτως, στο ποίημα «Συνομιλίες που δεν» η περιδιάβαση «στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας» παραμένει ανενεργή, καθώς αρθρώνεται ακριβώς σε μια χλιαρά συνεκτική εικονοποιία, σαν να παρεισφρέουν ενίοτε στο σκηνικό φερτά αδρανή υλικά:

Περπατούσα στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας
αποζητούσα συνομιλίες δεν
     υπήρξαν ποτέ;
Στρόφιγγες πάγου ανοιγόκλειναν λέξεις
που σέρναν τις αλυσίδες τους
Σώματα ξεχασμένα απ’ το σώμα τους
Χειραψίες – ρεύματα υπόγεια.

Στη συλλογή το ρόδο του ύπνου έχει και αγκάθια, όχι ακριβώς τις στιλπνές αιχμές του σπαραγμού, μάλλον τις λειασμένες εκδορές μιας παλιάς οδύνης που βλέπει τα εμβλήματα της νεότητας –«το άλλοτε φιλί», περασμένους εναγκαλισμούς, ξεχαρβαλωμένες κούκλες– να κινούνται στο ημίφως μιας ονειρικής αιώρησης ή να γίνονται επικίνδυνες υπομνήσεις του τετελεσμένου. Η αίσθηση του μετέωρου είναι κυρίαρχη στη συλλογή –όπως γενικότερα στην ποίησή της– και αποτυπώνεται αισθητικά με το σταθερό μοτίβο της «ανάβασης-κατάβασης» ή της πτώσης: «έμεινα κρεμασμένη στο κενό», «στα βαθιά νερά του καθρέφτη το πιο / απόμακρο είδωλο / ενός σώματος πέφτει», «Αλλά ανεβήκαν μονάχα οι πνιγμένοι / σε κάτι ξέφωτα ερημικών λυγμών», «Στο μεταξύ ας προσπαθήσω κι άλλη ζωή / στο ηλιόλουστο σκοτάδι του έρημου / που έξαφνα κατεβάζει / φωταψίες νηπίων / και παλιών εναγκαλισμών», «Το ασημένιο γοβάκι της Σταχτοπούτας το ’σκασε στον πιο δυσεύρετο ουρανό / ανεβοκατεβάζοντας αιωνίως / τις σημασίες του έρωτα και του θανάτου».

Αυτή η παλινδρόμηση από το εδώ στο εκεί, από το τώρα στο τότε και τανάπαλιν κάνει το χρόνο ρευστό και εκκρεμή. Μες στον χαμό τίποτα δεν χάνεται ή το ήδη συντελεσμένο δεν γίνεται τετελεσμένο, αλλά παραμένει σαν μισοτελειωμένη πράξη στο παρόν. Γι’ αυτό και σε αυτή τη μελαγχολική γειτονία του θανάτου τα φάσματα του παρελθόντος δεν γίνονται μόνο φαντάσματα αλλά διπλές, έστω και αιτούμενες, πραγματικότητες.

Στη συλλογή βρίσκουμε τα μόνιμα μοτίβα της ποίησης της Δαράκη, με πρώτο αυτό που θα χαρακτήριζα  «νεκρή φύση των ονείρων».  Το ποιητικό εγώ  υπνοβατεί στη μεγάλη νύχτα του στοχασμού, όπου μέσα συναιρούνται όλη η παλιά ομορφιά, διαθλάσεις κατόπτρων, ο έρωτας, το απαρηγόρητο τραύμα της τέχνης, η μεμακρυσμένη θέα αυτών που είναι να πάλι  συναντηθούν μα μόλις αντικρίζονται. Σύνεργα αυτής της νεκρής φύσης: λεπτό αεράκι, σημαίνοντα χρώματα, κλίμακες χρόνου, αγαπημένα άχρηστα φορέματα, ραγισμένα τζάμια, σκισμένα χειρόγραφα,  σπασμένες φτερούγες.

Δεύτερο μοτίβο η νοσταλγία του « άλλλοτε σ’ αγαπώ», για να δανειστώ ένα στίχο από τη συλλογή Ωσάν λέξεις του 1998.  Αυτό το «άλλοτε σ’ αγαπώ» είναι μια διαρκής διαπίστωση και επίκληση που διανύοντας την ποίησή  της και φτάνοντας στο Ο ύπνος είναι ρόδο  γίνεται η «παντοδυναμία του παρελθόντος / επάνω στο άλλοτε φιλί».

Τρίτον, η λέξη-ποίηση σε διπλή ταυτότητα: ως το «δριμύ ψύχος της γραφής» που δεν μπορεί να χωρέσει τη ζωή και ως το θαύμα-ποίηση του κόσμου πριν χρειαστεί τις λέξεις: «Αντίο λέξη που ήσουν ουρανός / Ουρανέ μου που / έγινες λέξη». Αυτό που παράγεται είναι η ατμόσφαιρα μιας περιπλάνησης στα σπαρμένα παλιά πρόσωπα του εαυτού του ζητούν να συναντηθούν με την εξίσου αόριστη τωρινή μορφή του. Κι αυτό γιατί συγκεκριμένη ποίηση ζητά το διακεκομμένο, το ημιτελές να γίνει συνεχές. Στα καλά ποιήματα αυτό εκλύει μια ροϊκή συνέχεια, μια «πλωτή» ανάγνωση σε υγρή ονειροβασία. Και ακριβώς σε αυτή την ποίηση δεν σε κερδίζει ο μεμονωμένος στίχος, αλλά η υποβλητική διαχείριση της σιωπής ανάμεσα στους στίχους. Στην υποβολή συντελεί η συχνή στη δουλειά της φόρμουλα του αποσιωπημένου ή ημιτελούς λόγου («όταν οι γάμπες γυμνές ως τους μηρούς/ όταν τα σώματα») και της παρομοίωσης («και το πουκαμισάκι σου σαν καταγάλανο/ στην πολυθρόνα» «ως μη μέλλον», «η πρωινή ομίχλη σαν πουκαμισάκι»).

Σε άλλα ποιήματα, όμως, η συχνή επανάληψη των ίδιων μοτίβων δίνει μια αίσθηση στατικότητας και επανάληψης. Τα υλικά, επίσης, της σκηνογραφίας του ονείρου στην ελεύθερη και ασύνδετη διέλευσή τους στη μνήμη δεν συναρθρώνονται πάντα σε μια συμπαγή μονάδα-ενότητα, αλλά παραμένουν διαδοχές  εικόνων σε μια ρευστότητα που γίνεται διάχυση. Η ροή γίνεται διαρροή. Τότε το ποίημα λιμνάζει σε ένα ρευστό «περίπου», όπου εκεί ο αναγνώστης δεν καταδύεται στον διαυγή βυθό του «δια ταύτα», αλλά παραπλέει ένα διαθλασμένο νόημα.  Έτσι συχνά έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις το ίδιο ποίημα και αυτό που θα έπρεπε να γίνει το στίγμα της γραφής γίνεται το αποκεντρωμένο χνάρι της.

Η ποίηση της Δαράκη βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνώστη, όταν η οικονομία του ελλιπούς στηρίζεται στην ευκρίνεια της εικόνας και η συνειρμική ακολουθία δομείται σε μια συνεπέστερη νοηματική ανταπόκριση των υλικών της, όπως εδώ («Σόλο φλάουτο, Ι»):

Το σώμα μου καρδιοχτυπά μπροστά
σ’ αυτό το ανώνυμο πρωινό
σ’ αυτή τη μαργαρίτα που σιγά σιγά
σαν μια ψιθυριστή αιωνιότητα ξυπνά
ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Διάπλους μέσα στο φευγαλέο

απόστιχα σωπής

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Χάρης Ιωσήφ,
απόστιχα σιωπής,
Περισπωμένη, 2017

Τα απόστιχα σιωπής, η τρίτη συλλογή του Χάρη Ιωσήφ και η πρώτη που εγώ έχω υπόψη μου, είναι μια σπουδή του βλέμματος πάνω στα πράγματα που φέρουν στο σχήμα τους ή στις παραμορφώσεις τους αποσιωπημένο το κύλισμα του χρόνου.

Αυτό το βλέμμα επισκέπτεται συμβολικούς διαβατήριους χώρους (σταθμούς, κτίρια λιμανιών, μέσα μεταφοράς) ή μελετά το σώμα του τόπου και των αντικειμένων που κρατούν πάνω τους τα σημάδια της παρελθούσας κίνησης: χαράξεις επίπλων, θραύσεις φωτός, τομές κτιρίων, ροές σταγόνας, καμπυλώσεις φορεμένων ρούχων που γεμίζουν από ένα νόημα που είναι ο χρόνος και η σιωπή του, δηλαδή η ακινησία της μνήμης:

Οι οξειδώσεις
των παλιών σταθμών

Αναδεικνύουν τις χαράξεις
του Χρόνου

Οι επιφάνειες
στις έρημες αποβάθρες
Κοιμητήρια ονομάτων

Φέρουν τον αχό
μιας αόρατης ροής
Ενός αστείρευτου πλήθους

Αποχαιρετισμών

Αυτή την κίνηση του στοχασμού αποτυπώνει και η δομή του βιβλίου: είναι αρθρωμένο σε πέντε ενότητες πέντε έως δέκα ολιγόστιχων, συνήθως, ποιημάτων (τα «απόστιχα»), συνδεόμενες μεταξύ τους από ένα παρέμβλητο πολύστιχο ποίημα με τίτλο «Η σιωπή του χρόνου». Σε αυτό η περιδιάβαση του χώρου εκλύει στιγμιότυπα πιο προσωπικών βιωμάτων, ακίνητων μέσα στη μνήμη, να προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον «μετά» χρόνο, που είναι συνήθως ένας χρόνος άδειος.

Είναι μια οξύμωρη κίνηση που όλη η αργή, αισθαντική ροή της κατατείνει στην παύση, εμπεριέχει την ακινησία και αυτό νομίζω πως είναι η πεμπτουσία  και το – κερδισμένο– στοίχημα το βιβλίου: να συλλάβει αυτή την αδιανόητη φορά των ψυχικών συμβάντων μέσα στο χρόνο: «Η σταγόνα που γλείφει τον τοίχο / Έχει πάρει το σχήμα ενός στήθους / Που αναμένει μπροστά σου δίχως / αιδώ αιωρούμενο / Δέσμιο μόνο της / βαρύτατης / –Απόρροια πράξεων– Ποινής / Σε εντός σώματος πολυετή / Κάθειρξη».

Γι’ αυτό και οι αγαπημένοι χώροι είναι οι σιωπηλοί, ασύχναστοι χώροι, ακτές περασμένες Αυγούστων, το παλιό πατρικό, ο κήπος της ερειπωμένης εκκλησίας, το νυχτερινό κοιμητήριο στο φως των πρώτων αστερισμών, η ομίχλη του δάσους: «Χθες περπατήσαμε / […] Χωρέσαμε στη διάρκεια / του μετεωρισμού των σταγόνων / στις άκρες των πευκοβελόνων / Οι ανάσες μας / διατάραξη της κοινής ησυχίας / των πουλιών».

Ο χαμένος έρωτας και η διάσταση της νεότητας με την ωρίμανση είναι οι τόποι που φέρουν ισχυρότερα το αποτύπωμα του χρόνου στην συλλογή: «Σε φαντάζομαι μακρινή και απρόσιτη / […] Νεκρή φύση στην ανάπαυλα του Χρόνου / Όταν μετά τις νυχτερινές βροχές / Μετεωρίζονται των ψυχών / Τα νοτισμένα άνθη».

Τα παραπάνω συνθέτουν μια διακριτική ελεγεία και τον τόνο της ήρεμης και πικρής διαπίστωσης που θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά της. Γι’ αυτό και  επεξεργάζεται το αίσθημα μέσα από τα πράγματα κι όχι τόσο μέσα από τη συγκινησιακά φορτισμένη εξομολόγηση. Έτσι προέχει ένας λόγος ακριβής, λιτός που περιγράφει σε σαφήνεια τον τόπο, το αντικείμενο, την κίνηση χαρτογραφώντας με πιστότητα το σήμα τους.

Σε αυτή την ποιητική ατμόσφαιρα αποφεύγονται οι υψηλοί τόνοι και ο ποιητής επιλέγει το ρόλο ενός, κατά το δυνατόν, αμέτοχου σχολιαστή ή παρατηρητή, αφήνοντας την περιγραφή να υποβάλει τους υπαινιγμούς της. Αυτός ο ψύχραιμος διάπλους μέσα στο φευγαλέο που γίνεται μόνιμο, τραυματικά όμως ακίνητο, πιστεύω ότι αποτελεί την ιδιοσυστασία της γραφής του Χάρη Ιωσήφ και τη γοητεία της.

Σε εκτενέστερα, όμως, ποιήματα όπως «Η σιωπή του χρόνου ΙΙ», η ανάγκη για ακριβολογία εκτρέπεται σε αναλυτικότητα που χαλαρώνει την ένταση. Άλλοτε, κάποια αυξημένη λογιότητα λειτουργεί αντιποιητικά («Θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τα δέντρα […] / αλλά και από του ήλιου / Τη γενεσιουργό θωπεία τη θερμαίνουσα τα κύτταρα / των νεαρών φύλλων ενώ γνέθουν αχτίδες φωτός / με υπερχειλίσεις πρωινής πάχνης…». Επίσης, όταν ο ποιητής απομακρύνεται από το ρόλο του αποστασιοποιημένου σκηνογράφου και εμπλέκεται πιο προσωπικά, οι υψωμένοι τόνοι ηχούν κάποτε άστοχοι. Στη «Σιωπή του χρόνου IV»,  συνυπάρχoυν το όμορφο tableau vivant: «Μια χορωδία αγοριών κλείνει ένα θρησκευτικό μέλος / κρατώντας την απόσβεση μιας καταληκτικής συγχορδίας / με φωνές θύματα της επικείμενής τους ωρίμανσης» και η διδακτική κάπως αυτοκατάκριση: «Κι ας υποδιαιρούμε τον χρόνο/ Κι ας αναθρέφουμε λαίλαπες / Κι ας θυσιάζουμε τα τέκνα της Γης / Κι ας ιδιωτεύουμε αδιάντροπα».

Πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις, θεωρώ ότι είναι ένα καλό βιβλίο με όλες τις δυσκολίες που πρέπει να υπερβεί η επιλογή να είναι ένα συνθετικό ποίημα, δηλ. ένας πειθαρχημένος στοχασμός πάνω σε ένα βασικό θεματικό άξονα που πρέπει να αρχιτεκτονήσει με ισορροπία τα επιμέρους επεισόδια του. Πάνω από όλα, θεωρώ ότι πρόκειται για μια γραφή που κατορθώνει να σε εισάγει στο μυστικό της, κρατώντας παράλληλα το αίνιγμα της, και να δημιουργήσει την διακριτότητα της φωνής της, της προσωπικής άρα και μοναδικής του κόσμου θέασης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Τα ακροβατικά οξύμωρα του νοήματος

ΣΠΕΡΜΟΛΟΓΟΣ

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Α. Κ. Χριστοδούλου,
Σπερμολόγος ή Έκτροπα ενός λαθρόβιου,
Gutenberg-«Συρτις», 2016

Ο τίτλος της συλλογής δηλώνει ευκρινώς ποια ποιητική ταυτότητα ενδύεται  ο συγγραφέας σε αυτή του την εργασία: σπερμολόγος είναι ο «ευτελής και ευκαταφρόνητος» άνθρωπος, ο «ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ἀποζῶν» που κυκλοφορεί μολύνοντας το ευυπόληπτο νόημα με τις «κενές πιθανολογίες» και τα «ξένα δαιμόνια», μια ενοχλητική καλιακούδα  που τρέφεται με τους πεσμένους σπόρους των φορτίων της αγοράς, ένας «εὐρυλόγος», ένας «ἀκριτόμυθος», διαβάζουμε στο επεξηγηματικό γλωσσάρι που προηγείται των ποιημάτων. Τουτέστιν, ένας λαθρόβιος που υποδυόμενος αυτόν τον ανυπόληπτο ρόλο του κυνικού φιλοσόφου –ποιητή υπονομεύει με παιγνιώδη και συχνά περιπαικτικό τρόπο αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα των ανθρώπινων ρόλων στην αιχμή των καθημερινών παραλογισμών.

Στο βασικό ερώτημα της ύπαρξης ποιος είμαι εγώ σε σχέση με τον άλλο και τον κόσμο, η βασική απάντηση είναι: είμαι εγώ και ο άλλος, ο σωσίας του εαυτού και του άλλου και στο αντίκρισμά μου με τον διπλανό είναι δύσκολο να διακρίνω το θύτη από το θύμα:

Ο ΛΗΣΤΗΣ

μόλις βύθισε την απειλή
στα απορημένα μάτια μου
ούρλιαξε: «Βο ή..ή θεια
το ανθρωπάκι με ληστεύει»
κι ετράπη σε φυγή

και από κοντά σπασμένη
η φο βισμέν η φω νή του

Στο ερώτημα αν αληθεύει αυτό ή το άλλο,  απαντά: αληθεύει και αυτό και το άλλο, η διαφορά είναι ομοιότητα, το φως της μέρας είναι κι αυτό σκοτάδι, ο θεός είναι ο λογοκλόπος του λόγου μου που είναι δικός του βέβαια λόγος, οι αλήθειες των δύο συνθέτουν ένα ψέμα, αυτό που με χωρίζει από τα πράγματα είναι αυτό που με ενώνει μαζί τους, η διάψευση των ασύμπτωτων σχέσεων καταδεικνύει ακριβώς την βαθιά τους σύμπτωση:

«ΑΣΥΜΠΟΝΕΥΤΟΣ

είναι ο κύριος
που με βλέπει
να τον κοιτάω
όλος συμπόνια»

είπε κι αυτός
αποσύρθηκε
στα δύο τους ψέματα

Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα αυτής της υποστασιακής αντίφασης. Αντιγράφω μερικά: «ομόηχοι και πλεοναστικοί» οι φθόγγοι της εσωτερικής χασμωδίας δεν αναιρούν το ταυτοτικό «ένα κάτι αδιάσπαστο / σαν μονωδία» που ακούγεται μέσα μας («Χασμωδία»)﮲ «μετακινούμενο πάντα και αμετακίνητο αιωνίως» σημείο η ψυχική μας έδρα («Ματαιότητα»)﮲ η επιστήμη που τρέχει να συλλάβει «τον Πανταχού Παρόντα Θεό / στο τέρμα της Απουσίας Του» («Τεχνογνωσία»)﮲ το παράπονο του ερωτευμένου: «Λιώνω αγγίζοντας το κορμί σου» που βρίσκει την απάντηση εκείνης: «Διπλή που εκτίεις λοιπόν η ποινή μου».

Γι’ αυτό και σε πολλά κείμενα της συλλογής βλέπουμε τον «καθημερινό άνθρωπο» (ο αναγνώστης, ο ξεναγός, ο ιερέας, ο σύζυγος, ένας άπιστος,  ο ταμίας, ο νυχτοφύλακας) να έρχεται αντιμέτωπος με μια τετριμμένη πράξη που γίνεται απροσδόκητα επικίνδυνη, φαινομενικά παράλογη, αλλά βαθιά δηλωτική της επίβουλης φύσης των ρόλων που αυτόματα αντιστρέφονται ή επικαλύπτονται.

Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει το παιγνιώδες ύφος, τα ακροβατικά οξύμωρα, οι ειρωνικές ταυτολογίες, οι λεκτικές εξισώσεις που αναδεικνύουν τη διπλή και αμοιβαία ακυρωμένη φύση των πραγμάτων, την επισφάλεια της γνώσης: το άλλο που είναι ίδιο, το δικό μου που είναι δικό σου κ.ο.κ.  Αλλά το εξαγόμενο αυτής της εξίσωσης είναι η αμοιβαία ήττα, γιατί η παραδοχή της σύμπτωσης γίνεται κατά μόνας, ενώ στη διαδικασία του σχετίζεσθαι κυριαρχεί η αδιαφάνεια της διαφοράς. Αυτό που εντέλει ζητείται είναι το αρχικό ομοούσιο, πιστοποιημένο, όμως, μόνο αρνητικά, στη χασούρα των σχέσεων, της αναζήτησης του θεού, του διχασμένου εαυτού, της ποιητικής δημιουργίας.

Το ειρωνικό αμόνι σφυρηλατείται περισσότερο προκλητικά στις παράπλευρες θεματικές του βιβλίου: στα ποιήματα ποιητικής (όπου ή γραφή ισούται με μια ατελέσφορη αντιγραφή, εξίσου όμως σώζουσα), στα ποιήματα που διαλέγονται με την φενακισμένη ιστορία, την άψυχη παντοκρατορία της επιστήμης, την εκχρηματισμένη λογική της ζωής.

Το ζιζάνιο του σπερμολόγου δεν επιτρέπει, βέβαια, δραματικές απολήξεις, αλλά φροντίζει να απαλείψει κάθε λυρική υπόνοια:

Η ΣΦΑΙΡΑ

Αν μιλήσεις
εξοστρακισμένη πάνω μου
η σφαίρα σου κατάστηθα
θα σε χτυπήσει

Η συνέπεια είναι γνωστή –
κανείς από τους δυο μας
δε θα πεθάνει

Αυτές οι ειρωνικές ασυνέχειες του νοήματος δηλώνονται και υποστασιοποιούνται  ενίοτε και οπτικά με την ανάλογη διευθέτηση των στίχων και την τομή των λέξεων.

Συχνά, βέβαια, γίνεται κατάχρηση αυτού του σαρδόνιου χιούμορ που εκπίπτει σε αβαθή λογοπαίγνια ή σε καλαμπούρι (π.χ. το ποίημα «Τρέλας Τρέλα»), ενίοτε καρουζικού ηχοχρώματος. Και η αρχική του σύσταση: «Να μπουσουλάς […] με τη γλώσσα / έξω ν’ αλληθωρίζει / προς τ’ άγαρμπα κοψίδια / κάθε στίχου σφαγμένου/ κρεμασμένα απ’ τα τσιγκέλια / της ακυριολεξίας» δεν αποδεικνύεται πάντα συνετή συμβουλή, καθώς, με αυτή τη λεκτική γυμναστική και τη συχνή «σφαγή» των στίχων, το νόημα δυστροπεί ή εξωθείται σε μια εύκολη οπτικοποίηση  και έτσι ό,τι θέλει να κερδίσει με τον αιφνιδιασμό της τεχνικής το χάνει με την επανάληψη του τεχνάσματος.

Μια ιδιότυπη γραφή που απονέμει πλήρως τον τίτλο του «σπερμολόγου» στον ποιητή που συνθέτει με φανερή αυθάδεια και κρυφή συμπόνια ένα εγκώμιο-λίβελλο της μωρίας του ανθρωπάκου μας, μπλεγμένου στα δίχτυα της αυταπάτης του. Μια ασκητική λαθρόβιου που επιλέγει την ξηρασία του λιτοδίαιτου λόγου, ακόμα, όμως, και εκεί που θα έπρεπε να στάξει λίγη βροχούλα συναισθήματος ή συμφιλίωσης, όπως αυτή που βρέχει στο όμορφο ποίημα «Ένα πουλί»:

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

δεν είναι σωστό
πουλί αλλά δυο τοσοδούλικα
αραχνοΰφαντα συννεφάκια
συνδυασμένα στο σχήμα
μιας αιθέριας ωραίας ουράς
ενός μικρού αδιόριστου πτηνού
με το υπόλοιπο κομμάτι
(κεφαλάκι εν συνεχεία στήθος)
αδιόρατο σε όσο τμήμα
του ουρανού δε χωράει
σε ανθρώπινο μάτι

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Φιλόδοξη αλλά ανοικονόμητη σύνθεση

antioxou-giannis-dialysis

~ . ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γιάννης Αντιόχου,
Διάλυσις,
Ίκαρος, 2017

Ακκίζομαι στην απροσδιόριστη εποχή
μια στάλα αίμα είναι
ας μην το κάνουμε θέμα
«Εξάντλησις»

Η Διάλυσις του Γιάννη Αντιόχου, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, στοχεύει να αναδείξει τη διάλυση του νοηματοδοτικού πυρήνα της ύπαρξης και την παράλληλη αποκέντρωση της γλώσσας που φέρει την αποδόμηση αυτού του νοήματος.

Το σώμα, ο έρωτας, η σχέση με τον άλλο, η ποιητική λειτουργία, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης, ο τρόμος μπροστά στους ολοκληρωτισμούς της εποχής είναι τα θεματικά κέντρα της συλλογής, θέματα που βιώνονται και αποτυπώνονται σαρκικά,  αλλά ως μια σάρκα πάσχουσα, σε μια παροξυσμική ενίοτε σωματικότητα. Γι’ αυτό και κυριαρχούν η εξάρθρωση, η διασπορά, οι καρκινικές εξαλλαγές, οι εφιαλτικές εκβλαστήσεις ενός σώματος-κόσμου που ακρωτηριασμένος άλλοτε συναινεί στο διαμελισμό του και άλλοτε ανακαλεί το χαμένο όλο. Όλα τα παραπάνω συνθεμένα σε ένα ποιητικό λόγο-πολύποδα που θέλει να εξακτινώσει αυτή την ανεξέλεγκτη αύξηση του μιάσματος, αλλά εντέλει υφίσταται και ο ίδιος τον εκφυλισμό.

Σε όλη τη συλλογή,  το ποιητικό υποκείμενο με ένα λόγο τραχύ βιώνει «τη σύρραξη των σωμάτων», στις πολλαπλές μεταμορφώσεις – παραμορφώσεις τους: το σώμα του έρωτα, το σώμα του κόσμου, της πόλης και της εποχής. Σώμα μαλακό, γλοιώδες, σε αθόρυβους ή  εκκωφαντικούς αλληλοσπαραγμούς–χωρισμούς, σώμα αιχμηρό, τραυματισμένο. Γι’ αυτό και συχνά παρελαύνουν στίχοι που αποτυπώνουν τα φρικτά καθέκαστα της φθοράς ή της εξαλλαγής του: «Οι εικόνες σταματούν στο σκοτάδι / του αποκεφαλισμένου μου σώματος»﮲ «Και μοιάζει να ονειρεύεσαι πως κολυμπάς στο σάλιο / της Ύπαρξης / Και εντός μιας φυσαλίδας που ταξιδεύει στο αίμα, / το κοίλο κάτοπτρο σε μεταμορφώνει σε μάτι / εξόφθαλμου ψαριού»﮲  «Καημένε Τζον / το νεογέννητό σου δεν άνοιξε τα μάτια του / δυο βδέλλες στα κλειστά του βλέφαρα / και τα σκουλήκια των νεκρών προγόνων σου στο στόμα»﮲ «Η εγγύς καταισχύνη των αστών / ο λιθοβολισμός / κι η πλευρική διάτρησις / αυτό το διαμπερές τραύμα του διασυρμού / ανάμεσα σε φυλλώματα βιβλίων»﮲ «μα αυτό το αριστερό μου πόδι / με τόσα αγκάθια / και βελόνες / και θρύψαλα / ήδη σαπίζει / βρομάει / και χάνεται».

Εξίσου υποκείμενα στην τερατογονία είναι και η ανθρωπότητα («Αυτή η πολτώδης / απελπισμένη ανθρωπότητα»), οι βαλτώδεις, φασματικές μεγαλουπόλεις–νεκροπόλεις που γιγαντώνουν τη «Βαβέλ της ύπαρξης», οι φόβοι ως μεγάλα κήτη που καταπίνουν και φτύνουν τον ονειρευόμενο «στο κρεβάτι μες στη γλίτσα», η κανιβαλική ή νεκροφιλική βίωση του έρωτα  («στις πτυχώσεις μου υγρασία, / σπίνοι και φτενοί τσαλαπετεινοί / με ψειρίζουν από μικρές τρύπες / αφαιρώντας ρύπους / λευκά σκουληκάκια / και τα οξέα του κορμιού»﮲ «το πομπώδες σινιόν κεφάλι / της νεκρής που ξενυχτούσε / μηκύνοντας τη διατήρηση του λειψάνου / με γάζες παγωμένης φορμόλης»﮲ «Περαιτέρω συγχώρησα τα πάθη / σχεδόν όλα / αναμένοντας κι ο ίδιος την ανθρωποφαγία / αυτή τη μεγάλη αγάπη / μασώντας / δέρμα και υπόδερμα / στραγγίζοντας το σώμα / σπάζοντας τα δόντια μου / στα κόκαλα / γλείφοντάς τα»).

Ήδη το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εξάντλησις», θέτει τους όρους και τους τρόπους αυτού του σύμπαντος, αλλά και τις αδυναμίες αυτού του λόγου:

Μοιάζουμε με ολάνοιχτες πίνες,
φυτεμένες στην ιλύ του βυθού
μιας εύκρατης και θερμής
μεσόγειας θάλασσας

Τα χέρια μας
ένα ολόκληρο σώμα
το δίχως άλλο ένα όστρακο
με λεπτά και πλατιά ελάσματα

Χτένια πολλά στα μαλλιά των φυκιών
χτένια μερίζοντας ίνες και νημάτια
μαστίγια της επιβολής
που αναδιπλώνονται δίχως ήχο
κι αυτόν τον σπασμό
μες στην πλημμύρα

Είμαστε εντέλει,
πίνες δίθυρες κτενοειδείς
είδος εδώδιμο
συμβιώνοντας με καρκίνους
αλλιώς
πινοθήρες ή πινοκάβουρες
φρουρούς καρκίνους
των δυνητικών μας κινδύνων […]

Αυτά έως την πρώτη σελίδα, το ποίημα όμως συνεχίζεται σε τέσσερις σελίδες ακόμα. Στις παραπάνω στροφικές ενότητες έχουμε την ήπια εκτύλιξη της δραστικής εικονοποιίας του σώματος ως ενός αμυντικού μαλάκιου του φόβου. Στη συνέχεια, παρατηρούμε τη μετακύλιση στους άλλους θεματικούς πόλους της συλλογής: η σχέση με τον άλλο («Επιτρέψτε μου να ουρλιάξω / με τον καρκίνο κλεισμένο στα χτένια μου / πως πλησιάζει η ώρα σας»), το κουρασμένο φάσμα του έρωτα («Εξάντλησις ετών είκοσι δύο / το πρόσωπό σου / Μια βρυγιωμένη πέτρα / Με δυο λάκκους σκοτεινούς / που τρέφονται με παφλασμούς / Αντιγράφοντας την αρχαία ναυμαχία / Και το βόμβο της σιωπής»), η κρημνώδης μοίρα του ποιητή («Απ’ το στενό μπαλκόνι, / πατάει ο ποιητής στο κενό, μονολογώ»).  Όπως και στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, αυτά τα θέματα συμπλέκονται σε μια πλατιά πολύστιχη φόρμα, σε μια φυγόκεντρη, χαλαρή δομή και πολύτροπες αφηγηματικές επιλογές: μονολογικά αποσπάσματα, μνημονικές παρεκβάσεις, προστακτικές ρητορικές αποστροφές στον αναγνώστη, παρενθετικά σχόλια, προλογικά μότο, ευρύ διακειμενικό διάλογο με πλήθος κείμενα και ποιητικές περσόνες (από τραγούδια των Radiohead έως Δάντη, Ρεμπώ, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

Αποτέλεσμα ένας ποιητικός λόγος που μετέρχεται μια πανσπερμία υλικών που αθροίζονται ογκούμενα, μια ρητορική του λόγου που θέλει να είναι συνθετικός αλλά γίνεται σωρευτικός και φλύαρος, υπονομεύοντας έτσι την ευεργετική επενέργεια των καλών στιγμών και της συνθετικής βούλησης που όντως διαθέτει η συλλογή. Η συλλογή στερείται οικονομίας και αυτό επιδεινώνεται και από τη μεγάλη έκταση πολλών ποιημάτων και από την υπερεκμετάλλευση κάποιων ποιητικών τόπων όπως η εφιαλτική γεωγραφία του σώματος αλλά και, πρωτίστως, την χαώδη συνύπαρξη των βασικών θεματικών αξόνων σε μια, όχι αλληλεπίδραση αλλά, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, αλληλοδιάχυση. Μια βίαιη και συχνά εξεζητημένη γλώσσα που θέλει να τα πει όλα, όχι καταυγάζοντας, αλλά συσκοτίζοντάς τα. Εξαίρεση ίσως οι δοκιμές στην πειθαρχία του σονέτου σε κάποια ποιήματα της συλλογής.

Εντέλει ένας λόγος-νάρκισσος που θέλει να είναι εξωστρεφής και καταγγελτικός, αλλά συχνά γίνεται, παρ’ όλη την περιφραστικότητά του, κλειστός. Αυτό καταδεικνύεται και στις πλείστες αναφορές στην «σταυρική» ποιητική λειτουργία: «Πεθαίνει απόψε ο ποιητής / για την αλήθεια μιας ζωής  / γέρνει σιγά,  τα μάτια σβήνει / φυσάει αέρας και τα κλείνει / Πάνω στη γη είναι νεκρός / ο έρωτάς του ο σκοτεινός» («Obscurus»)﮲ «Και πλημμυρίζουν οι κοιλάδες κατακάθια της διάβασής σου ποιητή […] Κι εντός σιωπής / αυτό το τακ τακ / π’  ακούγεται σαν το σφυρί / δεν σφυρί δεν αλλά σταυρός  / καρφώνοντας / διαμαντένιες κερκίδες στίχων / στεριώνοντας με φθόγγους ήλων» («Τακ Τακ»)﮲ «Ασκώ την ποίηση / αν και  οι στίχοι μου μάλλον γδέρνουν / Συνήθως αφαιρώ το ρήμα / και τραβώντας / σφίγγω και σφίγγω τις εποχές / κι αφήνω τη λήθη / ως μια πλαστή πραγματικότητα / ενταφιάζοντας στο ποίημα / όλα όσα κανείς υποκρίνεται / πως δεν έχει ζήσει ή δεν τα θυμάται» («Παραβολή»)﮲ «Είναι που καμιά φορά / ένας οργισμένος ποιητής / με την καρδιά του να χτυπά / στης γλώσσας του το χαλινό / και το έρεβος των ματιών / κάπως σαν πνιγμένος / ανασηκώνει το βλέμμα του καθρεφτίζοντας το είδωλό του / τέρας ο ίδιος / κι ο ίδιος ουρανός» («Προαίσθησις») κ.ο.κ.

Η ενδοστρεφής προσήλωση διαπιστώνεται και στο συχνό μοτίβο της κόλασης αλλά και στην θανατολαγνία («να αγκαλιαστώ και να παλέψω με την φαιδρό σκελετό»﮲ «Είχα το δάκτυλο / βρήκα τον Βλαντίμιρ / και ψάχνω τη σκανδάλη / Να μου φέρετε τριαντάφυλλα»﮲ «Κι αφού νεκρός γεννήθηκα, για τούτο δεν πεθαίνω» κ.ά. Σε αυτό συμπράττουν και οι συχνές αναφορές στην «ξεβράκωτη Αθανασία» που προσπαθεί να αποκαθηλώσει, όπως κι άλλες πλάνες του εαυτού, αλλά εντέλει μνημειώνει ως αίτημα.

Αυτός ο πολυφωνικός, υψηλής θερμοκρασίας, εξεγερμένος λόγος δεν γίνεται αιρετικός, αλλά εντέλει συντηρητικός, γιατί συστρέφεται στον εαυτό του, εξυμνεί –ελεεινολογώντας έστω–  την απελπισία του σαλτιμπάγκου ποιητή, προφητεύει υποθήκες του μέλλοντος από το βάθος του τάφου, εκφωνεί την αντίσταση συχνά, μαζοχιστικά, ακυρώνοντάς την. Αυτή η συντηρητική εντέλει προβληματική, αν απεκδυθεί τους μοντερνιστικούς τρόπους και την πλατιά διακειμενικότητα, δείχνει τα όριά της, όπως βλέπουμε στα έμμετρα ποιήματα της συλλογής. Η εύστοχη, λιτή σκηνογραφία του ποιήματος «Παραίσθησις Γ΄» υποδηλώνει τις δυνατότητες μιας πύκνωσης που χάθηκε μέσα στην φιλόδοξη γλώσσα και  τη συγκεχυμένη πρόθεση.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Ειρωνική ένταση

daneika_kichli

~ . ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γεωργία Τριανταφυλλίδου,
Δανεικά αγύριστα,
Κίχλη, 2017

Στην τρίτη της συλλογή η Γεωργία Τριανταφυλλίδου συνεχίζει την ειρωνική, αποδραματοποιημένη κατασκευή ενός απροσδόκητα κοιταγμένου κόσμου. Τα υλικά μιας κοινότοπης πραγματικότητας, όπως μια φωτογραφία ή ένα δανεικό σάλι, μέσω μιας διαθλασμένης ή έως το παράλογο φτασμένης ονειρικής όρασης, γίνονται αφορμή να υπαινιχθεί τη φαινομενική και πολλαπλή φύση του πραγματικού και την απατηλότητα των ανθρώπινων σχέσεων που διαφεύγουν από κάθε αίσθηση οριστικότητας ή δεσμευτικότητας. Ενδεικτικά:

Ανάμεσα σε μένα και τη φωτογραφία
μεσολαβούν δύο υπάρξεις:
του φωτογράφου
και του φωτογράφου,
επίσης.
Γιατί,
όταν κοιτώ
αυτό που είδαν τα μάτια του,
πώς να μη σκέφτομαι
ότι δε βλέπουν
μέσα απ’ τα μάτια μου
εκ νέου;

(«Απορία στην κάθοδο από τον πέμπτο χωρίς ανελκυστήρα»)

Από αυτά προκύπτουν οξύμωρες, επάλληλες συζεύξεις χρόνων, προσώπων, τόπων που επικάθονται σαν οργανική και συμπαγή αλλά και διαφεύγουσα ύλη στο ατομικό βίωμα που παράγει επαναληπτικές προβολές του εαυτού μέσα σε ένα κόσμο σημάτων και συμβολικών ανταποκρίσεων:

Φαντάζομαι ανθρώπους
που μαστορεύουν μόνοι τους στο σπίτι
καρφώνουν το πόδι μιας παλιάς καρέκλας
σφίγγουν τη βίδα στο ντουλάπι της κουζίνας
επιδιορθώνουν τη ζωή τους
με τις ίδιες συμβολικές πυκνότητες που ζούμε
στα όνειρα.

Αυτοί οι άνθρωποι θέλω να με φαντάζονται
σαν κάποια
που τραβά μια κούνια και την αφήνει
και τη χαζεύει που ακινητοποιείται σταδιακά
μέχρι να γίνει ένα κάθισμα χωρίς πόδια.

Και τότε χρειάζομαι τους ανθρώπους
που με φαντάζονται και τους φαντάζομαι
να καρφώνουν πόδια στο άδειο μου κάθισμα
δημιουργώντας το συνεχώς απρόσωπο
μα υπαρκτό μας δέσιμο.

(«Ένας τρόπος για να μη λέω ‘εμείς'»)

Οι ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως οι ερωτικές αποτελούν το κατεξοχήν πεδίο προβληματισμού στη συλλογή. Η ερωτική συνύπαρξη, πολλαπλά εκφραζόμενη στα διάφορα επεισόδια της συνάφειας (π.χ. στα ποιήματα «Απαρατήρητοι», «Βρες άλλον να ειρωνεύεσαι», «Dress code»), καθίσταται ο εμπόλεμος χώρος της μείζονος εκκρεμότητας της ύπαρξης που μόνο φαντασιακά μπορεί να τερματιστεί:

Υπάρχει ένας περίπατος μακρινός
όπου συναντιόμαστε.
Εκεί ποτέ δε μιλάμε
καθώς στις ομηρικές μονομαχίες
απαγορεύεται η ακάλυπτη σάρκα.
Αν μιλήσεις, θα υποκύψω
αν μιλήσω, η λέξη θα τρυπήσει το απροφύλακτο μέρος
στ’ αριστερά.
[…]
Ήταν μια φορά ένας περίπατος μακρινός
όπου εσύ κι εγώ είπαμε το ίδιο πράγμα.

(«Βόλτα με σκύλο»)

Η ρητορική στρατηγική μιας τέτοιας ποίησης είναι η ευρηματική, συχνά ειρωνικά γειωμένη ποιητική φόρμα, κυρίως μικρής έκτασης, που ενδύεται τη μορφή μιας αφήγησης λιτής, ελλειπτικής, ασύνδετης, χωρισμένης σε ευδιάκριτες αφηγηματικές μονάδες, σε χρόνο ενεστώτα ή αόριστο και έγκλιση οριστική, που όσο πιο διαφεύγουσα είναι η ποιητική ύλη τόσο πιο οριστική και πραγματική την παρουσιάζει. Μια από τις πάγιες εκφραστικές επιλογές του μοντερνιστικού ποιήματος, άλλωστε. Γι’ αυτό και απουσιάζει η συναισθηματική εμπλοκή σε αυτή την ψύχραιμη θέαση του κόσμου όπου το μάτι παρατηρεί και μη εμπιστευόμενο αυτό που βλέπει δημιουργεί μια δική του όραση ή επιστρέφει μια σαρκαστική αυτοαντανάκλαση.

Αυτή η ειρωνική ένταση ανάμεσα στην μορφική στερεότητα και την κινούμενη άμμο του νοήματος είναι, κατ’ εμέ, η κύρια αρετή του βιβλίου. Η ανάγνωση προσπαθεί να προσπελάσει, αλλά υπονομεύεται διαρκώς, καθώς ακολουθώντας ξεγελασμένη τον πεζό –και εύρυθμο– βηματισμό της αφήγησης σκοντάφτει σε μια δύσβατη πυκνότητα που εκπορθείται μόνο με μια δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Η επίγευση μιας τέτοιας αναγνωστικής προσήλωσης παράγει, στις ευτυχέστερες στιγμές, μια γοητευμένη απορία και στη συνέχεια εννόηση, όπως στα ποιήματα «Δανεική», ή «Εξ αίματος».

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές, εξίσου αρκετές, που η πυκνότητα γίνεται σκοτεινότητα και ο στοχασμός εξυπνάδα, η εσωτερικότητα εκπίπτει σε μια επίπεδη επιφάνεια απροσδόκητων λεκτικών συζεύξεων. Η υπονόμευση της αναγνωστικής βεβαιότητας, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν παράγει ένα νέο και απαιτητικότερο τρόπο να κατανοήσεις καλύτερα, αλλά ένα κόμπιασμα μπροστά στη δυσνόητη φράση, που δεν υποδηλώνει πάντα μια βαθύτητα αλλά μια κατασκευή. Κι ο μη υποψιασμένος αναγνώστης χρεώνει συνήθως στον εαυτό του την αδυναμία κατανόησης, ενώ απλώς πρόκειται για μια, κατ’ επιλογήν, ομιχλώδη θέα. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη και ώριμη γραφή που, αν ήθελε λιγότερο να εντυπωσιάσει ή να ξαφνιάσει, θα πετύχαινε ουσιαστικότερα αποτελέσματα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ