Θάνος Γιαννούδης

Καρτερώντας τον κράχτη

Hercules_fighting_the_Centaurs

Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομή

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ένας αιώνας μάς χωρίζει πια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που όχι μόνον άλλαξε δια παντός το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo, όχι μόνο έθεσε εν αμφιβόλω τις αξίες και τα προτάγματα που είχαν απορρεύσει από το κίνημα του Διαφωτισμού και —με την θετικιστική αντίληψη του 19ου αιώνα— είχαν θεωρηθεί λίγο-πολύ ως ευρέως δεδομένα και ως το de facto μέλλον του κόσμου, αλλά επέτεινε με ραγδαίους ρυθμούς τη διασάλευση της πατροπαράδοτης τάξης και της παραδοσιοκρατικής αντίληψης, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται σήμερα ίσως η κυρίαρχη τομή για το εκ των πραγμάτων πέρασμα του δυτικού κόσμου στην οριστικά νεωτερική και μοντέρνα περίοδό του. Κι ενώ η Ευρώπη του σήμερα, που αναζητά εναγωνίως σε κάθε λογής θραύσματα τμήματα της ταυτότητάς της αδυνατώντας ουσιαστικά να την ανιχνεύσει, θυμάται, τιμά και κάνει εκτενέστατα αφιερώματα επιλεκτικά στις ρήξεις, τις ασυνέχειες και τις πρώιμες έκκεντρες αφηγήσεις εκείνης της περιόδου, αξίζει πιστεύουμε τον κόπο να εστιάσουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά και σε μια τέχνη εξωστρεφή και μεγαλόπνοη που η νεωτερικότητα απέρριψε ως ”ξεπερασμένη“, αφού δεν χωρούσε στο νέο σχήμα της για τον κόσμο. Η συνειδητή, μάλιστα, επίκληση μιας τέτοιας άποψης για την τέχνη εν έτει 2018 φαίνεται πως καθίσταται εντέλει η ριζοσπαστικότερη και πρωτοποριακότερη των πράξεων.

 Εκατό χρόνια, λοιπόν, από την περίοδο συγγραφής της πλειοψηφίας των ποιημάτων των Βωμών του Κωστή Παλαμά,[1] της τελευταίας κατά γενική ομολογία μεγαλόπνοης συλλογής του, προτού το Εθνικό Όραμα συντριβεί βίαια στη Μικρά Ασία[2] και ο ποιητής περάσει στην τρίτη και πιο χαμηλότονη περίοδο της ποιητικής του παραγωγής. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Ελλάδα νωθρή, αν και θριαμβεύτρια των Βαλκανικών Πολέμων, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συγκρούεται με στάση ουδετερότητας των Ανακτόρων που δεν τολμούσαν να πάρουν ανοιχτά θέση υπέρ των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ώσπου εντέλει η χώρα μας αναγκαστεί να λάβει ενεργό συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ, έχουν προηγηθεί Διχασμός, Εμφύλιος και δολοφονίες σημαινόντων και ασήμαντων προσώπων. Ο Παλαμάς, όμως, δεν μπορεί σε ένα τέτοιο διάστημα να μένει σιωπηλός και αδρανής, ιδιαίτερα όταν βλέπει τον κόσμο γύρω του να αλλάζει, να «ξεσπερμεύωνται οι λαοί» και να «ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες» («Όταν ξεσπερμεύωνται οι λαοί / και ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες, / μέσα στων πολέμων τη βοή / κ΄ έξω και παράμερα δεν είδες;»), όταν είναι σε θέση να δει πρώτος το σκοτάδι που χαράζει. Κι αντιμετωπίζει την απειλητική πραγματικότητα με το ισχυρότερο των όπλων το οποίο ξέρει τόσο μα τόσο καλά να χειρίζεται – τη γραφή.

 Οι Βωμοί, όπως και οι περισσότερες συλλογές του Παλαμά, συμπεριλαμβάνουν τόσο μεγαλόπνοα ποιήματα όσο και χαμηλόφωνα και ολιγόστιχα, με τις διακυμάνσεις της έντασης και της οξύτητας του λόγου να είναι συνεχείς, χαρακτηριστικό δηλωτικό της πολυσχιδούς φύσης και του ταλέντου μιας πένας που είχε τη δυνατότητα ποιητικού σχολιασμού επί παντός επιστητού. Ο βασικός όμως πυρήνας όλων των επιμέρους ενοτήτων που συναπαρτίζουν τη συλλογή είναι ένας: η ραγδαία αλλαγή του γύρω κόσμου, καθώς η ισχύουσα συνεκτική αφήγηση σπάει εις τα εξ ων συνετέθη, ο χάρτης ξαναμοιράζεται και ο κάθε παίκτης διεκδικεί την μοναδική δυνατή ερμηνεία του κόσμου για λογαριασμό του. Έτσι, δίπλα στις γνώριμες μορφές του Βασιλόπουλου, της Κασσιανής και της Νεράιδας, βλέπουμε να “απογειώνεται” και να υμνείται το αεροπλάνο με μια ένταση που θα ζήλευε και ο Ιταλός φουτουριστής Φ. Τ. Μαρινέττι («Πάρτε, με καπνοκάραβα, και σύρτε με, βαγόνια […] λαοί, στεριές, χώρες, καθεμιά και μια Βαβέλ που υψώνει / προς κάποιο θεό τον όγκο της προκλητικά, με θράσος. / Και της πρωτομαστόρισσας αρχόντισσας του κόσμου / και της κυκλώπειας Μηχανής […] τη χάρη / πάω να τη βρω […] και να τη διαλαλήσω.»), παρατηρώντας παράλληλα την ποιητική περσόνα του ”Στοχαστή” να μην είναι πια σε θέση να απαντήσει αν ο πόλεμος και η λάβα γεννούν το νέο και να αφήνεται στη ροή του ποταμού των γεγονότων («Ο Πόλεμος, των πάντων ο πατέρας; / Μυνήτρα πλούσιας βλάστησης η λάβα; / Πώς θα πιαστή το πλάσμα από το τέρας; / – ποιος ξέρει; Τράβα.»). Και ο ποιητής που αποτυπώνει τόσο παραστατικά την αλλαγή του βιοϊστορικού κύκλου και τη γέννηση του νέου τη στιγμή της δημιουργίας του πού ακριβώς άραγε βρίσκεται; Στην αγάπη που καλείται να φέρει μεσούσης «της φλόγας και του φόνου και του κνούτου»; Στη «διπλομαναξιά» του έξω και του μέσα κόσμου που διαιρεί στα δύο το υποκείμενο; Ή μήπως στις περίφημες συμβουλές του προς τις μέλλουσες γενιές των «Πατέρων» στις οποίες και θα επανέλθουμε; Μάλλον σε όλα από τα παραπάνω, γιατί από τον Παλαμά δεν μπορεί κανείς να περιμένει μία μονάχα όψη της αλήθειας. Για να γίνει όμως αυτό κατανοητό, αξίζει να εστιάσουμε σε ένα από τα κομβικότερα ποιήματα της συλλογής, τη «Χώρα που δεν πεθαίνει».

Εκκινώντας από έναν θρύλο της παράδοσης, ο Παλαμάς στήνει με τον απλούστερο δυνατό εκφραστικά τρόπο έναν κόσμο που (μετα-μοντέρνα και πρωθύστερα) θα ονομάζαμε δυστοπικό, δεκαετίες πριν τους αντίστοιχους του Θαυμαστού καινούριου κόσμου του Χάξλεϋ (1932) και του μεγάλου αδερφού τού 1984 του Όργουελ (1949).[3] Ο ήρωας του παλαμικού ποιήματος επιδιώκει να ξεφύγει από τον όλεθρο και το θάνατο κι αναζητά την ουτοπική χώρα της αιώνιας ζωής. Κατορθώνει εντέλει και βρίσκει έναν τόπο που θεωρεί πως εκπληρώνει τις επιθυμίες του, έως ότου καταλάβει πως η ευτυχία του αυτή είναι επιφανειακή και ναρκοθετημένη και πως η διαρκής αβεβαιότητα της νέας του πατρίδας τόν κάνει να εκλιπαρεί για την προγενέστερη μορφή του κόσμου με τον θάνατο παρόντα. Τα στάδια που ακολουθεί η περιπλάνησή του είναι τα εξής: α). αναγνώριση του τέλματος στην παλαιά τάξη πραγμάτων («Πού νάβγω; Παντού ο τάφος. Η στια σβυστή. Πού νάμπω; / Πού σκεπή; Πού αντιστύλι; Πού νάβρω μετερίζι;») κι επιθυμία για την εύρεση της ουτοπίας- ευτοπίας, β). αναζήτηση της χώρας που δεν πεθαίνει σε διάφορα μέρη ανά τον κόσμο, γ). εύρεση της πολυπόθητης χώρας κι αναγνώριση πως πρόκειται για τον τόπο εκπλήρωσης της επιθυμίας για αθανασία («Να η τρισμακαρισμένη! Κ΄ οι ανθρώποι, να! θεοί») (παρά τη σκιά του βουνού που παρουσιάζεται παρενθετικά κι αγνοείται ακόμα), δ). αποκάλυψη από έναν πολίτη του φοβερού μυστικού που διέπει τη ζωή στη νέα αυτή πατρίδα και δεν είναι άλλο από τον —αγνώστων λοιπών στοιχείων— “κράχτη” που κράζει ένα όνομα στο σκοτεινό βουνό και το άτομο αυτό εξαφανίζεται δια παντός («…και βλέπεις τον κρασμένο κι αμέσως ξεκινά, / χάνεται, πάει και πάει και δεν ξαναγυρνά.»), ε). τρόμος του ήρωα και διαρκής αγωνία στο εξής στη ζωή του για το πότε θα βγει ο “κράχτης” που θα κράξει το όνομά του («Οϊμένα, καινούρια ανατριχίλα […] με σφάζει, όλο με σφάζει, γιατί όλο και προσμένω / τον κράχτη να με κράξη…»), στ). ευχή για επιστροφή στην «πρώτη του γωνιά» με το θάνατο στην αρχική του θέση («Α! φέρτε με στην πρώτη γωνιά μου τη σβυσμένη, / να πω να ξανακούσω: -Πεθαίνει εδώ; -Πεθαίνει.»).

 Δεν έχει νόημα να εστιάσουμε αυστηρά και μόνο στην απώθηση του θανάτου από τη νεωτερική κοινωνία[4] σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ούτε θαρρώ όλη η ουσία του ποιήματος του Παλαμά βρίσκεται αυστηρά και μόνο σε μια τέτοια προσέγγιση, αξίζει όμως να δώσουμε τα βασικά στοιχεία. Από τους λευκούς θαλάμους των νοσοκομείων του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου του Χάξλεϋ όπου κανείς δεν δικαιούται να διαταράξει την ιδιότυπη νιρβάνα των μελλοθάνατων έως τις μαζικές εκτελέσεις των κλώνων στη μελλοντική Σεούλ του Μίτσελ στον πρόσφατο Άτλαντα του ουρανού (2004)[5] μεσολαβούν πολλά επίπεδα βαρβαρότητας, η βάση όμως παραμένει η ίδια: ο θάνατος είναι ακριβώς το στοιχείο εκείνο που τρέμει η νεωτερικότητα και δεν τολμά ποτέ να κοιτάξει στα μάτια, καθώς αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα πως η απόλυτη κυριαρχία του ατόμου και η «εντεύθεν της ζωής εσχάτη κρίση» (όπως θα έλεγε και ο σύγχρονος νεοφορμαλιστής ποιητής Α. Μνησιβιάδης)[6] που ευαγγελίζεται δεν είναι παρά μια αυταπάτη. Έτσι και στη «Χώρα που δεν πεθαίνει», ο θάνατος είναι μεν ο μεγάλος απόντας, η βαριά σκιά του όμως και ο διαρκής τρόμος για την πιθανή έλευσή του στο σκοτάδι του βουνού μετά το κάλεσμα του κράχτη κυριαρχούν κι εντέλει ορίζουν τη ζωή των κατοίκων της, καθιστώντας τον επί Γης Παράδεισο της αθανασίας μια μεγάλη Κόλαση. Η αθανασία, επομένως, δεν είναι είτε σε παλιές είτε σε καινούριες συνθήκες παρά μια πλάνη (και η αθανασία της γραφής άραγε; –εδώ μπορεί κανείς εύλογα να κάνει παραλληλισμούς μεταξύ άλλων και με άλλα έργα του Παλαμα, ενδεικτικά: «Φοινικιά», «Μεγάλος είσαι» κ.ά.) και ο ήρωας επικαλείται στο τέλος εκ νέου τον θάνατο έτσι όπως τόν είχε γνωρίσει με όλη του τη φρίκη κι είχε προηγουμένως απορρίψει, παρόλο που γνωρίζει ξεκάθαρα ως η παλιά γωνιά του είναι πια δια παντός «σβυσμένη», αφού ο χρόνος και η Ιστορία δεν γυρνούν πίσω.

f2-thumb-largeΈχοντας απορρίψει την απορρέουσα από την θεοκρατική μεταφυσική συνεκτική αφήγηση, η νεωτερικότητα δομήθηκε κατά βάση πάνω σε ατομοκεντρικές θεωρήσεις και θεάσεις του Όλου, με τους ανθρώπους ”θεούς” στη θέση αυτών που έριξαν από το βάθρο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη «τρισμακαρισμένη» χώρα του ποιήματος. «Μέλλεται κόσμος τρισμεγάλος / χαροποιός / μα το ύψιστο του λείπει κάλλος / ο Θεός», έχει πει αλλού ο Κωστής Παλαμάς.[7] Για «δέηση», «μονάξια», «νήστεια» κάνει λόγο εδώ όταν αναφέρεται στην —ξεκάθαρα ατομική και μοναχική— πορεία του ανθρώπου σ’ αυτό το νέο κόσμο που βλέπει να ξημερώνει, με το θεό απόντα και τον θάνατο ηθελημένα αόρατο. Και στο σημείο αυτό αξίζει να λυθεί μια παρεξήγηση ενός σχεδόν αιώνα που συμφέρει πολλούς θιασώτες της μοντέρνας ποίησης να διακινούν και την οποία ήδη ο Βρασίδας Καραλής στον πρόλογο της επανέκδοσης της Ασάλευτης Ζωής έθεσε στα σωστά της όρια, πηγαίνοντάς την κι ένα βήμα παραπέρα: ο Παλαμάς έχει πλήρη συναίσθηση του κόσμου που έρχεται, ξέρει και νιώθει βαθιά μέσα του τι κομίζουν η νεωτερικότητα και ο μοντερνισμός, τι είδους τέχνη επιθυμούν και προάγουν, σε ποιες κραυγές ανοίγουν χαρωπά την πόρτα και σε ποιον άνεμο τον ασκό του Αιόλου.[8]

 Κι επειδή έχει δει πολύ πιο μπροστά απ’ τους άλλους ως συνειδητός ποιητής-προφήτης, δίνει έναν απίστευτα άγριο και ψυχοφθόρο αγώνα, όχι για να σταματήσει τη ροή του ποταμού, πράγμα αδύνατο, αλλά για να μην της παραδοθεί άνευ όρων και να προλάβει να την φέρει κάπως ελεγχόμενη ο ίδιος, προτάσσοντας μια «καινούρια γέννα» μέσα από το χάος των αντίρροπων δυνάμεων, όπως αντίστοιχα έπραξαν την μεσοπολεμική οριακή περίοδο Καζαντζάκης, Σικελιανός και Βάρναλης, με διαφορετικό προφανώς πρόταγμα ο καθένας τους (και των τριών εντέλει εγκεφαλικά και ανεφάρμοστα). Εξ ου και ο απίστευτος δισταγμός και ο προβληματισμός του περί της αναγκαιότητας της σεφερικής Στροφής λίγα χρόνια αργότερα,[9] εξ ου και ο οίστρος στα πολύ βαθιά του γεράματα με αφορμή τον Β’ Παγκόσμιο[10] που ίσως να θεωρούσε πως μπορεί εντέλει να ενώσει τόσο τα θραύσματα του πρώτου όσο και τον ελληνικό λαό ξανά κάτω από μία κοινή αφήγηση.

 Ο Κωστής Παλαμάς, με την αγνότητα και την άγνοια κινδύνου που τόν διακατέχει, υμνεί στους Βωμούς την ορμή και τις αλλαγές του πολέμου εκείνου ο οποίος πυροδότησε στην παγκοσμιότητα μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις που οδήγησαν και τον ίδιο και το έργο του στη λήθη! Και για αυτό ακόμα, όμως, δείχνει ξεκάθαρα πως έχει πλήρη συναίσθηση, γνωρίζει καλά πως δεν μπορεί να συγκρατήσει τον καιρό και πατά ο ίδιος μάλιστα »το κουμπί» της διαδοχής του. Αντί να πολεμήσει να κρατηθεί για λίγο ακόμα στο βάθρο του και να παλέψει κόντρα στις νέες γενιές για να τούς κλέψει δυο-τρεις ανάσες και να αργήσει όσο μπορεί να τούς παραδώσει τα ηνία όπως έπραξαν κι εξακολουθούν να πράττουν τόσοι και τόσοι άλλοι, κάνει το ακριβώς αντίθετο, καλώντας στους “Πατέρες” όσους τον ακολουθήσουν να μην διστάσουν να κάψουν και να γκρεμίσουν εν ώρα ανάγκης το «περιβόλι» που τούς έχει κληροδοτήσει («μη φοβηθής το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα, / ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το»), δομώντας όμως ένα «κάστρο» καινούριο και σταθερό πάνω στα δικά του ερείπια, πάντοτε ταγμένοι στον σκοπό τους να οδηγήσουν ένα σκαλοπάτι ψηλότερα την ανθρώπινη ύπαρξη («για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούρια γένα […] Φτάνει μια ιδέα να στο πη, μια ιδέα να στο προστάξη, / κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’ απάνου απ’ όλα»).

~.~

 Τελικά οι καινούριες γενιές ήρθαν, γκρέμισαν και δεν δόμησαν τίποτα παρά αρκούνται στο να αναδιατάσσουν αενάως τα ερείπια… Είναι, οπότε, “εκτός εποχής” ο Παλαμάς; Πέρασε “για πάντα“ στο περιθώριο, ως “εκπρόσωπος ενός ξεπερασμένου κόσμου”, “ανίκανος να ερμηνεύσει τις αλλαγές των καιρών“; Ή μήπως είδε μέσα στο χαλασμό και τις ανακατατάξεις μια νέα συνεκτική αφήγηση πίσω απ’ τα ερείπια την οποία ακόμα δεν είμαστε ικανοί να δούμε κι άναψε στους Βωμούς του ένα φως περιμένοντας κι εμάς κάποτε να φτάσουμε; Προς το παρόν, πάντα, αρκούμαστε στο διαρκώς μεταβαλλόμενο σκοτάδι της νεωτερικότητας και τους διάττοντες αστέρες της επιφάνειάς της, γιατί το φως του Παλαμά φαίνεται πως μας τυφλώνει. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα «ο κράχτης θα μας κράξει» και κανείς πια δεν θα μας ξαναδεί κι ούτε θα θυμάται πως έχουμε ζήσει. Για την ακρίβεια, βέβαια, ούτε καν αυτό δε θα συμβαίνει, αφού από τη στιγμή που ξεχάσαμε τον Παλαμά είμαστε ήδη (όπως θα ‘λεγε κι ο Βάρναλης) «του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι»…

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Κ. Παλαμάς, Βωμοί – Τα παράκαιρα, Μπίρης-Γκοβόστης, χ.χ.

[2] Βλ. σχετικά το άρθρο μου: «Γαλήνη του κόσμου και ειρήνη: Οι Λύκοι του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη».

[3] Αναφέρομαι στα: A. Huxley, Brave New World, Chatto & Windus, Λονδίνο, 1932 και G. Orwell, 1984, Secker & Warburg, Λονδίνο, 1949, βιβλία που σήμερα θεωρούνται κλασικά της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας κι έχουν εμπνεύσει μυριάδες άλλων, όπως επίσης και έργα της ποπ κουλτούρας.

[4] Για όποιον, ωστόσο, το επιθυμεί μια καλή μελέτη εκκίνησης είναι η εξής: Μυρτώ Ρήγου, Ο θάνατος στη νεωτερικότητα: μια επικοινωνιακή και ηθική προβληματική, Πλέθρον, Αθήνα, 1993.

[5] D. Mitchell, Cloud Atlas, Sceptre, Λονδίνο, 2004. Πρόκειται περί ενός μεταμοντέρνου, πολυφωνικού έργου που αξιοποιεί στοιχεία κι από τα προαναφερθέντα δυστοπικά μυθιστορήματα.

[6] http://mnisiviadis.blogspot.com/2015/01/blog-post.html, (τελ. προσπέλαση: 10/8/2018).

[7] Bλ: Ε. Ν. Μόσχος, Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά, Παπαδήμας, Αθήνα, 1993.

[8] Κ. Παλαμάς, Η Ασάλευτη Ζωή, Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2004 [Επανέκδοση με πρόλογο του Βρ. Καραλή και επίμετρο του Ηλ. Λάγιου].

[9] Η απαντητική επιστολή του Παλαμά προς τον Σεφέρη: Δ. Δασκαλόπουλος, Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2013.

[10] Αναφέρομαι στα τελευταία ποιήματα του Παλαμά, με αφορμή το Αλβανικό μέτωπο («Στη νεολαία μας», «Η νίκη»), ενσωματωμένα εντέλει στην ποιητική συλλογή: Πρόσωπα και μονόλογοι. Ο τελευταίος δε στίχος του δεύτερου ποιήματος, αξίζει να διαβαστεί και ως επιπλέον σχόλιο στο παρόν άρθρο.

Advertisements

«Γαλήνη του κόσμου κι ειρήνη»

palamas-520x245

~.~

Oι «Λύκοι» του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Το 2016, ο Κωστής Παλαμάς, από το αιώνιο βάθρο που βρίσκεται και μας εποπτεύει όλους, είδε το έργο του να γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι αντιπαράθεσης στη Βουλή των Ελλήνων[1] μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που η αναφορά στο όνομά του περιοριζόταν σε εθνικές επετείους και σε φράσεις του που λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά και ρήσεις. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας του Λ. Σ.-Χρυσή Αυγή, Νίκος Μιχαλολιάκος, επιθυμώντας να καυτηριάσει τους —αριστερής προέλευσης— πολιτικούς του αντιπάλους, χρησιμοποίησε ως βέλος στη φαρέτρα του τη φράση «καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι» από τους παλαμικούς «Λύκους». Η αντίδραση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε τόσο το ποίημα-απάντηση του Κώστα Βάρναλη στους «Λύκους» όσο και την αναφορά στην πάνδημη κηδεία του εθνικού ποιητή που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντιναζιστική κι αντικατοχική διαδήλωση. Το ποίημα των «Λύκων», ωστόσο, αφέθηκε στην άκρη, ωσάν να είχε τοποθετηθεί ορθώς εντός των συμφραζομένων που ο Μιχαλολιάκος το έθεσε.

mprosta_2.jpgΕπιπλέον, ξανά το 2016 ο ίδιος πολιτικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με κείμενά του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, με τους «Λύκους» σε περίοπτη θέση στο οπισθόφυλλο.[2] Πρόκειται για μια συρραφή των κατά καιρούς άρθρων του σχετικά με τη λογοτεχνία στην παραταξιακή εφημερίδα της Χρυσής Αυγής,[3] προφανώς ιδωμένα μέσα από τη σκοπιά της εθνικιστικής προπαγάνδας της συγκεκριμένης οργάνωσης. Κι αν μεν ο Μιχαλολιάκος και ο κάθε Μιχαλολιάκος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφέρει λόγο περί της Ελληνικής Λογοτεχνίας, δημιουργείται δε μείζον ζήτημα όταν επιλέγει να παρουσιάσει μόνο τα τμήματα εκείνα του παλαμικού έργου που τον συμφέρουν με σκοπό να δικαιολογήσει τα προκατασκευασμένα συμπεράσματά του, τη στιγμή μάλιστα που κατηγορεί τους αντιπάλους για τον ίδιο ακριβώς λόγο.[4] Σε ένα πολυσχιδές και πολυπρισματικό έργο όπως το παλαμικό, η προσπάθεια απόκρυψης ισοδυναμεί με έγκλημα. Ιδιαίτατα, την περίπτωση των «Λύκων» οφείλει να πέσει άπλετο φως, καθώς το κομβικό και μεταβατικό αυτό ποίημα αποτελεί την τομή που κλείνει εκκωφαντικά τον κύκλο του Κωστή Παλαμά ως ‘‘ποιητή-προφήτη’’· πέραν αυτού, οι εξακτινώσεις του ταξιδεύουν πολύ μακρύτερα από οποιαδήποτε επικαιρική ανάγνωση.

Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα με τη σειρά: Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου —με τη συνακόλουθη επέκταση της Ελλάδας στα ανατολικά— βρίσκει το όραμα της ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Κωστής Παλαμάς, ο οποίος παρακολουθεί σταθερά και αταλάντευτα όλες τις εθνικές περιπέτειες των τελευταίων δεκαετιών, εμπνεόμενος και εμπνέων, οραματιζόμενος και δημιουργώντας όραμα, δεν είναι δυνατόν να απέχει από την παρακολούθηση της Μικρασιατικής εκστρατείας, μιας εκστρατείας που στα μάτια της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού έχει λάβει το χαρακτήρα της εποποιίας. Συνθέτει, λοιπόν, κομμάτια αυτόνομα, τα οποία και σκοπεύει να ενώσει κάτω από την κατηγορία των «Επικών Καιρών»,[5] σειρά που πρόκειται να μείνει ανολοκλήρωτη, όπως και άλλα παλαμικά έργα (ενδεικτικά: οι «Παράδεισοι», το «Τραγούδι του Ήλιου») κι εντέλει να ετεροπροσδιοριστεί ακόμα και στο ίδιο της το όνομα από τους «Λύκους» που έρχονται να την κατασπαράξουν και να της δώσουν το κεντρικό όνομα. Έτσι, πριν εμφανιστεί η αγέλη των «βαλτών για τα έργα του ολέθρου», ο Παλαμάς αναζητά στο ποίημα «Στον ποιητή Καρθαίο» τον «Λόγο που αν δεν είναι ο λυτρωτής / λαμπίζει σαν τα ακριβώτατο πετράδι / φωτίζει σαν πυρσός οδηγητής» και κάνει ακολούθως λόγο στη «Νεκρική Ωδή» για αγώνα «για της φυλής την ένωση», αλλά και για «θαμμένα κόκκαλα προγόνων», των οποίων η θυσία τώρα φαίνεται να δικαιώνεται. Ώσπου φτάνει, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922, το εκκωφαντικό τέλος της επεκτατικής ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ με μια συμφορά πρωτόγνωρη για τον έως τότε ελληνισμό.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει έναν αιώνα αργότερα ο μεγαλωμένος στη μεταπολιτευτική χαλαρότητα κι ευμάρεια αναγνώστης το μέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στην ψυχή του λαού, αλλά κυρίως στο όραμα του ποιητή Παλαμά που είχε προσδέσει τη φωνή του στη παλλαϊκή συνεκτική αφήγηση του καιρού του. Η κατάρρευση του μετώπου είναι ραγδαία, ο ελληνικός στρατός πληρώνει στο αντίστροφο τα όσα έπραξε καθώς προχωρούσε και η καταστροφή της Σμύρνης ολοκληρώνει με το χειρότερο τρόπο το θρυμματισμό του ονείρου που γαλούχησε γενιές επί έναν αιώνα στην Ελλάδα. Ο Κωστής Παλαμάς βιώνει, όπως και όλοι οι Έλληνες, τον καταιγισμό των ραγδαίων εξελίξεων και καταγράφει την ίδια στιγμή και χωρίς καμία χρονική απόσταση —που θα τοποθετούσε τα γεγονότα σε πιο αντικειμενικά συμφραζόμενα— όσες σκέψεις και φοβίες τον κατακλύζουν.

μεγαλη ιδεα

~.~

Στις 27 Αυγούστου έχει ήδη ξεκινήσει να συνθέτει τους «Λύκους», ένα εκτενές ποίημα παράλληλων μονολόγων του ποιητή με μια «Φωνή», το οποίο εκκινεί με το εξής χαρακτηριστικό τετράστιχο:

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

Ποιοι, όμως, είναι οι λύκοι, μιας και στο παλαμικό έργο δεν εντοπίζεται μια ολιστική θέαση των πραγμάτων και η κάθε θέση συνυπάρχει με την αντίθεσή της; Η πρώτη, απλοϊκή κι επιφανειακή απάντηση φέρνει στο νου τους κομμουνιστές ή τον οποιονδήποτε ‘‘εσωτερικό εχθρό’’ που ικανοποιείται με την εθνική τραγωδία κι εμφανίζεται έτοιμος να σπείρει καταστροφή και διχόνοια. Φαίνεται ότι αυτή την εκτίμηση έκανε και ο Κώστας Βάρναλης, μιας και με το προαναφερθέν ποίημα «Λεφτεριά» απαντά ουσιαστικά στους παλαμικούς «Λύκους».[6] Η σχέση Παλαμά-Αριστεράς οφείλει σαφώς να μελετηθεί περαιτέρω, μιας και πρόκειται για βαθιά σχέση έλξης και απώθησης.[7] Είναι στιγμές που ο ποιητής νιώθει τον εαυτό του κοντά στην εργατιά κι ευλαβικά στέκει και δοξάζει τους καρπούς του μόχθου της, όπως στον «Κύκλο των τετράστιχων»,[8] ενώ στο χαρακτηρισμό ποιήματός του από τον Αντρέα Καραντώνη ως κομμουνιστικό εξανίσταται.[9] Αν και δεν παίρνει όπως φαίνεται ξεκάθαρη θέση για το ιδιώνυμο, ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, θα τον ξαναδιαβάσει την οριακή δεκαετία του ΄40 και θα τον διεκδικήσει για λογαριασμό του κομμουνιστικού κινήματος.[10]

Άραγε, τότε, «οι Λύκοι» θα μπορούσαν να είναι οι ξένες δυνάμεις που επιβουλεύονται τον ελληνισμό και ειδικότερα η Ρωσία —πλέον ‘‘μπολσεβικική’’ Σοβιετική Ένωση’’— που έσπασε τους αιώνιους μύθους για βοήθεια στην Ελλάδα εν ώρα ανάγκης και στράφηκε στον ‘‘εθνικό εχθρό’’; («Σπαθιά του Τούρκου και δαυλιά / παραμονεύει ο Βούλγαρος / κι ο Μόσκοβος φοβέρα είναι. / Κι ο Φράγκος ο άρχοντας […] παραμέρισε στο […] διάβα μας»). Μήπως, όμως, στους «Λύκους» συμπεριλαμβάνεται και ο ίδιος ο λαός που στέκει χαύνος («Ο λαός; Όνομα. Σκλάβας πλέμπας δούλα κ’ η οργή») ή μήπως και οι εσωτερικές φοβίες του καθενός και τα χαλινάρια που τον περιορίζουν μπροστά στη θέαση της καταστροφής; («Μάνα, δεν στέκει τίποτε / γερό κι αντρίκειο μέσα μου, / είμαι άρρωστος χίλιες φορές, / μύριες φορές είμαι άναντρος»); Φαίνεται, λοιπόν, πως στο παλαμικό έργο η μία και στενή ερμηνεία περιορίζει τόσο δραστικά το οπτικό πεδίο, σε βαθμό που δημιουργεί θυμηδία (ή και παρασέρνει στην ηθελημένα γραφική εικόνα του Παλαμά των σχολικών γιορτών κι εθνικών επετείων).

Όσο προχωρούμε στο Σεπτέμβριο της Καταστροφής και η απαρίθμηση των συμφορών και των πολλαπλών «Λύκων» προχωρά, τόσο γίνεται εμφανές πως το πρώτο μισό του ποιήματος που εκφέρεται από τον ‘‘Ποιητή’’ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μαζικό θρήνο και παλλαϊκό μοιρολόι, με την κατάλληλη βέβαια σκηνοθεσία. Επιστρατεύονται οι λεβέντες («Λεβέντες, τα μνημούρια σας / με τα χέρια σας σκάφτε τα, / προτού τα σκάψουνε για σας / άλλοι») και τα κορίτσιαΚορίτσια, ξεριζώστε τα / τα φουντωτά μακρόμαλλα / στη φούρια της απελπισιάς») κι όλοι μαζί καλούνται να συμμετάσχουν στον επιτάφιο θρήνο για την εθνική αφήγηση που καταρρέει παταγωδώς (κι αφού όλα τα όνειρα είχαν προσδεθεί σ’ αυτήν, καταρρέει και ‘‘χάνεται’’ μαζί με την πατρίδα και ο κόσμος ολόκληρος). Ο ποιητής αδυνατεί να δει την ομορφιά ακόμα και στα λουλούδια του περιβολιού των «μαγιάπριλων», μιας και όλα τα σημαίνοντα χάνουν το νόημά τους γύρω του («του κάκου τα ηλιογέρματα / στους κήπους με τις ευωδιές»). Σύντομα γίνεται σαφές πως δεν κηδεύεται ούτε η μικρασιατική εκστρατεία ούτε η Ελλάδα η ίδια, αλλά ο ‘‘Ποιητής-προφήτης’’, αυτός που είχε αρχίσει να ταλαντεύεται από την αλλαγή των καιρών στους Βωμούς[11] και πλέον στους «Λύκους» συντρίβεται σε χιλιάδες κομμάτια: «Μάννα, η Πατρίδα χάνεται / προφήτες, ήρωες, μάρτυρες, / και ο λυτρωτής και ο σαλπιστής / όλα εδώ σβύνουν. Θα σβυστής.» || «Να μας τον προφητεύουνε / κι αν πια οι προφήτες πάψανε, / κι αν κλάψανε τη χάση του, / τη συμφορά μας κλάψανε». Ο Κωστής Παλαμάς, ο ίδιος ο ιεροφάντης μιας ολόκληρης εποχής κι ενός τρόπου αντίληψης της τέχνης, της γλώσσας, της πλάσης όλης, δηλώνει το ίδιο δευτερόλεπτο της πτώσης το θλιβερό τέλος αυτού του κόσμου, της αθανασίας της γραφής και των ονείρων του, αλλά και την αλλαγή μιας εποχής, μέσα στα συντρίμμια των υπερφίαλων οραμάτων. Η σκηνή είναι συγκλονιστική και δικαιώνει ακόμα περισσότερο τον Παλαμά, μιας και η γενιά του Μεσοπολέμου που ακολουθεί δεν κάνει κάτι άλλο από το να επαναδιατυπώσει —και με χρονική μάλιστα καθυστέρηση— όσα πρώτος αυτός συμπέρανε.[12]

Σαφέστατα, ωστόσο, ο Παλαμάς, με την κυκλική αντίληψη του χρόνου, της τέχνης και της ζωής που τον διέπει, δε θα αφήσει το σκοτάδι και το θρήνο να κυριαρχήσουν και τους κάθε λογής «Λύκους» να αναδειχθούν νικητές. Το αποτύπωμα, οπότε, το οποίο το ποίημα αφήνει προς το μέλλον ανιχνεύεται κυρίως στην ανταπάντηση της ‘‘Φωνής’’ στον Ποιητή που με μια μικρή χρονική απόσταση λίγων ημερών επαναπροσδιορίζει το χάρτη και επανατοποθετεί τον κόσμο και την πραγματικότητα στις διαστάσεις που τους αναλογούν. Αντικαθιστώντας τον ίαμβο του πρώτου τμήματος (με τη διπλή τομή που έδινε ανόθευτη την αίσθηση του άγχους και του πνιγμού) με τον σπανιότερο μεσοτονικό της σταθερής τροχιάς και με ενσωματωμένη επωδό που επαναλαμβάνεται μετά το τέλος κάθε στροφής, ο Παλαμάς επιθυμεί να εξισορροπήσει το θρήνο και την οδύνη και να δημιουργήσει μια συνθήκη που θα εξασφαλίσει το αύριο, έστω και μετά την πτώση των ιδανικών, και θα εξαφανίσει από προσώπου γης τους «Λύκους».

Βλέποντας, λοιπόν, «ξημέρωμα / κι ας είναι μεσ’ στη συγνεφιά», «γαλάζιες χλωράδες / και μεσ’ στις χερσάδες / και μεσ’ στις ερμιές», ο Ποιητής δεν εγκλωβίζεται σε ένα επικαιρικό συναίσθημα τέλματος, αλλά αναγνωρίζει πως ο τροχός της μοίρας δεν μπορεί παρά να ξαναγυρίσει. «Τα Έθνη λυγίζονται, ορθώνονται, πάνε» συνεχίζει η Φωνή. Δεν αποτελούν, δηλαδή, μιαν αρτηριοσκληρωτική κατασκευή, αλλά αναπροσαρμόζουν ταχύτατα τους στόχους τους και ανασκουμπώνονται μετά από ήττες που φαντάζουν ολοκληρωτικές. «Μακριά το μαράζι / […] δεν χάνεται τίποτες όσο / φυτρώνω απ’ το χώμα» διατυπώνει ακολούθως, θέτοντας πια το νέο μεγάλο εθνικό στόχο που δεν είναι άλλος από την καταλλαγή, την τοποθέτηση του κόσμου στα πραγματικά του συμφραζόμενα μακριά από ‘‘Μεγάλες Ιδέες’’ και τη συνακόλουθη «γαλήνη και ειρήνη» τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Την συλλογική Γαλήνη των προσφύγων που κατακλύζουν τη μητέρα-πατρίδα μετά την καταστροφή θα την αναζητήσει αργότερα, ίσως επηρεασμένος από τον Παλαμά, ο Ηλίας Βενέζης στο ομώνυμο μυθιστόρημα.[13] Εξάλλου, η όλη —ανολοκλήρωτη— σύνθεση των «Επικών Καιρών»-«Λύκων» κλείνει με το «Τραγούδι των Προσφύγων», όπου και η Ελλάδα θα φωνάξει υπέρ της ένωσης και της αλληλεγγύης του λαού και των ξεριζωμένων τέκνων της.[14]

Μέσα στην μεταιχμιακή αυτή στιγμή που ένας προφήτης καταρρέει μαζί με τον κόσμο του, πολλοί θα έχαναν εύκολα την προσωπική τους πίστη. Αυτό δεν συμβαίνει, ωστόσο, στο παλαμικό έργο, το οποίο πατά σε στέρεες βάσεις κι αντικρύζει την ανθρώπινη συνθήκη στην ολότητά της, απαλλαγμένο από πάσης φύσεως νεωτερικές προκαταλήψεις. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως εισέρχεται σε μια νέα περίοδο δίχως γυρισμό και την ευλογεί πρώτος, καθώς του έλαχε στο πέρασμα των χρόνων ένα ορισμένο τμήμα του κύκλου, γύρω απ’ τον οποίο προφανώς θα υπάρχουν επικαιρικές υψώσεις και βυθίσεις και το προσωπικό του καθήκον είναι να τραγουδήσει το τραγούδι του στα εκάστοτε δεδομένα, με πλήρη πια συναίσθηση πως και η δική του ζωή και φωνή είναι πεπερασμένης διάρκειας. Ίσως κάποτε, όταν θα έχουν περάσει εθνικές και λαϊκές ήττες και νίκες, σωβινιστές που παραποιούν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, σημαιοφόροι κάθε λογής ιδεολογίας με επικαιρικά συνθήματα, να μείνει μόνο το τραγούδι, σημαία και ύμνος της ζωής που νικά εσωτερικούς κι εξωτερικούς «Λύκους» και καταφάσκει και πάλι στη ζωή την ίδια:

Γιατί το πολέμιο σαν παύη τουφέκι,
απάνου απ’ τα μαύρα χαλάσματα στέκει
μια Μούσα. Ποτέ το τραγούδι δεν παύει,
χαρήτε, κ’ οι ελεύτεροι τάχα, και οι σκλάβοι.
Διαβαίνουμε, κ’ ένα τραγούδι θα μείνη,
της φλόγας το θάμα, δροσιά στο καμίνι,
γαλήνη του κόσμου και ειρήνη!

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Βλ.: https://www.protothema.gr/politics/article/576387/vouli-lukoi-stihoi-kai-mathimata-kommounistikis-istorias/ (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[2] Βλ.: Ν. Γ. Μιχαλολιάκος, Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή: 18 κείμενα για την Ελληνική Λογοτεχνία, Χρυσή Αυγή, Αθήνα 2016.

[3] Κάνω λόγο για συρραφή, διότι πολλά σημεία κι αποσπάσματα επαναλαμβάνονται, ενώ παράλληλα, τα αυτοτελή άρθρα του τόμου βρίσκονται πάντα εντός των επικαιρικών συμφραζομένων που ενέπνευσαν τη συγγραφή τους.

[4] Ό.π (σημ. 2), σ. 99. Για την ‘‘Ανθολογία Μιχαλολιάκου’’ που παρουσιάζεται ως η φυσιολογική εξέλιξη κι επιλογή του Έθνους, βλ. παλαιότερο άρθρο μου, προτού πέσει στα χέρια μου ο προαναφερθείς τόμος: https://tvxs.gr/news/user-post/%CE%B7-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[5] Βλ.: Κωστής Παλαμάς, ««Οι Λύκοι»: τέσσερα κομμάτια από τους «Επικούς Καιρούς»»: Άπαντα, τ. ΙΔ’, Μπίρης, Αθήνα 1972.

[6] Γι’ αυτή την πλευρά του έργου του Βάρναλη αξίζει να μελετηθεί το: Ηρακλής Κακαβάνης, Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, Εντός, Αθήνα 2012.

[7] Κοινός τόπος αποτελέι, άλλωστε, για τη σύγχρονη κριτική η αμφιταλάντευση του ποιητή μεταξύ του εθνικισμού και του αντι-εθνικισμού, της τυφλής πατριδολατρίας και της νηφάλιας αντιμετώπισης των πραγμάτων.

[8] Βλ: Αντρέας Καραντώνης, Γύρω στον Παλαμά, τ. Α’, Γκοβόστης, Αθήνα χ. χ. [3η έκδ.], σ. 72.

[9] Ό.π. (σημ. 8), σσ.46-48.

[10] Βλ.: Νίκος Ζαχαριάδης, Ο αληθινός Παλαμάς, Αλφειός, Αθήνα. (αφορά την έκδοση αναφοράς. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1944).

[11] Για τους Βωμούς ειδικότερα γίνεται λόγος στο άρθρο μου: «Καρτερώντας τον κράχτη: Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομη», το οποίο πρόκειται να δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση του Νέου Πλανοδίου.

[12] Βλ. ενδεικτικά το χαρακτηριστικό ποίημα του επιφανέστερου εκπροσώπου της γενιάς αυτής, Κ. Καρυωτάκη: «Εις Ανδρέαν Κάλβον».

[13] Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη, Εστία, Αθήνα 2010 [1η: 1939].

[14] «Μια είν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο / της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή, / χώρες καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο, / κι η προσταγή της: Αδερφοί!»: Κ. Παλαμάς, από το «Τραγούδι των προσφύγων» της ενότητας «Οι Λύκοι».