Η νύφη του Ιούλη

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα

Θανάσης Γαλανάκης

Ο ανολοκλήρωτος χορός του Ησαΐα: Η Νύφη του Ιούλη του Παναγιώτη Νικολαΐδη κι η πορεία προς μια νέα πολιτική ποίηση

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

1. Εἶναι βιβλία ποὺ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκδίδονται, ἤγουν διανοίγονται στὸ κοινό, παραμένουν κλεισμένα στὸν ἑαυτό τους. Ἄλλα ἕνεκα τῆς ἐγγενοῦς ἐρμητικότητάς τους, ἄλλα ἕνεκα τῆς φυσιογνωμίας τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἐξωθεῖ τὴν πλειονότητα τῶν συγγραφέων στὸν αὐτοεγκλωβισμὸ ἑνὸς στείρου ὑποκειμενισμοῦ – σὲ μιὰ λυρικὴ ἀναδίπλωση αἰσθητικὰ ἄτερπνη καὶ ἀντιπαραγωγική. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως, εἶναι καὶ κάτι ἄλλα βιβλία, ποὺ ἐπιλέγουν μὲ περίσσιο θάρρος νὰ ριχτοῦν στὸ πεδίο τῆς πάλης μὲ τὸ ἀναγνωστικὸ κοινὸ καὶ τὴν Ἱστορία, θεματοποιώντας τὰ μείζονα προβλήματα τῆς συγχρονίας τους καὶ διατηρώντας τὴ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ τῆς ἀτομικῆς/ὑποκειμενικῆς διάστασης τοῦ δημιουργοῦ τους καὶ τῆς δημόσιας/ἀντικειμενικῆς –δηλαδή, τῆς πολιτικῆς μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια– διάστασης τῆς ἐποχῆς τους. Ἕνα τέτοιο βιβλίο εἶναι καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη τοῦ Παναγιώτη Νικολαΐδη γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε σήμερα.

2. Δηλώνοντας τὶς προθέσεις του ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο, ὁ Νικολαΐδης ὁρίζει τὸ πεδίο ἀναφορᾶς τῆς συλλογῆς: ἡ Κύπρος, τὸ καλοκαίρι τῆς εἰσβολῆς (20.7.1974), ἡ ἀλγεινὴ ἐμπειρία τῆς κατοχῆς τοῦ βόρειου τμήματος, τὸ ἀτομικὸ καὶ τὸ συλλογικὸ τραῦμα. Πρόκειται –θ’ ἀναρωτηθεῖ κανείς– γιὰ μιὰ ποίηση στενὰ ἐθνικὴπατριωτική; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἀναφανδὸν «ὄχι»! Κι αὐτό, διότι ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, εἶναι ἐκείνη ἡ λεπτὴ ἰσορροπία μεταξὺ προσωπικῆς ἐμβίωσης καὶ δημόσιου χώρου ποὺ κάνει τοὺς περιοριστικοὺς χαρακτηρισμοὺς τοῦ πατριωτικοῦ ἢ τοῦ ἐθνικοῦ νὰ παρέλκουν, χαιρετίζοντας ὡς καταλληλότερο χαρακτηρισμὸ ἐκεῖνον τῆς πολιτικῆς ποίησης. Εἶναι, ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Νικολαΐδη μιὰ ποίηση πολιτική μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια, ἀποτελώντας τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ μιὰ πρόταση: ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν πάλαι ποτὲ ἐκδοχὴ μιᾶς ποίησης δογματικῆς καὶ στρατευμένης σ’ ἕναν σκοπό (φτάνοντας στὸ σημεῖο νὰ ἐκφυλίζεται τὸ αἰσθητικὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ κάλλος τῆς ποιητικῆς πράξης πρὸς τέρψιν τῆς ἰδεολογικῆς θέσης), ἔχουμε νὰ κάνουμε μ’ ἕνα ἔργο ποὺ ἐνῶ ἀποτελεῖ προσωπικὸ ὁδοιπορικὸ στὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος, καταφέρνει νὰ ἀφορᾶ τοὺς πάντες, ἁπλούστατα ἐπειδὴ δὲν περιορίζεται στὴν ὑποκειμενικὴ μόνωση ἢ στὴ δημόσια στράτευση τοῦ δημιουργοῦ του.

3. Περνώντας στὸ ἴδιο τὸ βιβλίο ὁ ἀναγνώστης ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς ἄξονες τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Στὴ λεπτὴ ἀντιμετώπιση τῆς θεματικῆς συνθήκης, ὁ Νικολαΐδης ἐπιστρατεύει μ’ ἔντεχνο τρόπο ποικίλες ρητορικὲς στρατηγικὲς καὶ ἐκφορές, ἐνῶ παράλληλα ἀπεγκλωβίζεται ἀπ’ τὴ μονοσημαντικότητα τῆς πρόθεσης τοῦ νὰ μιλήσει γιὰ τὸν Ἰούλη τῆς εἰσβολῆς ἐπεκτείνοντας τὸ πεδίο τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ποιητικῶν του σημάνσεων καὶ διατηρώντας ἕνα σφιχτοδεμένο ὀργανικὸ σύνολο.

4. Ὁ χῶρος κι ὁ χρόνος διαπλέκονται συνιστώντας τὸν χρονότοπο τῆς μνήμης καὶ τοῦ τραύματος. Ἀσφαλῶς, ὅμως, ἡ κάθε διάσταση καταλαμβάνει τὸ δικό της ξεχωριστὸ μερίδιο μὲς στὸ βιβλίο.

Ὁ χῶρος, λοιπόν, εἶναι ἡ Κύπρος, ποὺ a priori λογίζεται ὡς διχοτομημένη καὶ τραυματισμένη, καὶ τὸ νοερό –ἅμα τε καὶ πραγματικό– ὁδοιπορικὸ τοῦ Νικολαΐδη στὰ κατεχόμενα ἐδάφη. Δὲν εἶναι λίγες, βέβαια, οἱ στιγμὲς ποὺ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοποθετεῖται στὴν ἐλεύθερη Λευκωσία, ὡστόσο ἡ δράση τῆς συλλογῆς λαμβάνει χώρα στὸ κατεχόμενο τμῆμα τοῦ νησιοῦ. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία ἐν προκειμένῳ κατὰ βάση, ἀφορᾶ κυρίως στὸ προαναφερθὲν γεγονὸς τοῦ ἀπριορισμοῦ.

Ἡ Κύπρος εἶναι διχοτομημένη κι αὐτὸ λογίζεται ὡς κάτι τὸ δεδομένο· κι εἶναι δεδομένο σὲ τέτοιον βαθμὸ ποὺ τὸ ἅλγος τῆς συνειδητοποίησης φτάνει τελικὰ νὰ εἶναι μὴ ἐπικοινωνήσιμο. Εἶναι ὅμως ἔτσι; Ὁ χῶρος ἀναπαρίσταται πάντοτε μὲ βαθιὰ ὑπαινικτικότητα, μιὰ πολὺ συχνὴ ρητορικὴ στρατηγικὴ τοῦ Νικολαΐδη, ἡ ὁποία γεννᾶ ὁρισμένες ἀπ’ τὶς δυνατότερες στιγμὲς τοῦ βιβλίου: ἔτσι, ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Λευκωσία τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀντικρίζει ἕνα «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης / σὰν γάζα» ποὺ «σκέπασε τὴν πληγὴ στὸ βουνὸ / κι ὕστερα περιτύλιξε τρυφερὰ / τὴ μοιρασμένη / πόλη» («ε΄»· ἂς προσέξει κανεὶς τὸν ἐμφατικὸ διασκελισμὸ στὴ «μοιρασμένη / πόλη»…), ἐνῶ φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μπελαπάις, κι ἐνῶ «ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία / προκηρύξεις», ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ἡ εὐδαιμονικὴ ἐλπίδα ὅτι ἴσως κάποτε ξαναρθεῖ τὸ φῶς στὴ σκοτεινὴ ἀπὸ τὴν κατοχὴ πλευρὰ τῆς νήσου, ἡ συντροφιὰ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴ μνήμη τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ τὸ τραῦμα. Ἔτσι, ἐνῶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τοῦ «θ΄» μᾶς λέει ὅλο νόημα (καὶ θὰ έπιστρέψουμε σ’ αὐτὸ εὐθὺς παρακάτω), ὅτι «Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά», «Ἕνα πουλὶ ὡστόσο / μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε / περίεργα». Τὸ πουλί, λοιπόν, κομμάτι τοῦ τοπίου, τοῦ χώρου, συνηθισμένο πλέον στὴν ξένη λαλιά, ἀκούει τὰ ἑλληνικὰ καὶ κοντοστέκεται· ξενίζεται προφανῶς ἀπὸ τὸ ἀλλότριο ἄκουσμα, τὴν ἴδια στιγμὴ ὅμως σὰν κάτι ἀπὸ μέσα του νὰ τοῦ ἀνακαλεῖ τοὺς νόμιμους κατόχους τῆς ἐπικράτειάς του· σὰν κάτι νὰ τοῦ θυμίζει μιὰ λαλιὰ ποὺ συνήθιζε φυσιολογικὰ ν’ ἀκούει.

Ὁ χῶρος καὶ ὅ,τι τὸν συναποτελεῖ ἀποκτοῦν μιὰ μεταφυσικὴ διάσταση, καθοριστικὴ γιὰ τὴ στοχοθεσία τοῦ Νικολαΐδη. Τὸ ἴδιο τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο γίνεται χῶρος καὶ ἀντικρίζοντας τὴν «πόρνη» Κερύνεια φτάνει νὰ ὑψώσει τὸ σπαρακτικό: «Ἄχ, νἄμουν φτιαγμένος / ἀπὸ μέταλλο ἢ πλαστικό, / κάτι ποὺ θὰ μποροῦσε / μὲ λίγο τρίψιμο καὶ μπόλικο νερὸ / νὰ καθαρίσει» («η΄»). Ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας του καὶ περνώντας τὰ ὁδοφράγματα καὶ τὶς ἀπαγορεύσεις (ποὺ μετωνυμικὰ γίνονται κομμάτι τοῦ φυσικοῦ τοπίου: «Ἄνοιξε δρόμο / ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα»), «[…] [τ]οῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά: / “Μὲν φύεις. / Μείνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη”». Καταιγισμὸς ὑπαινικτικῶν εἰκόνων δηλώνουν ὅ,τι δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ διαφορετικά: ὁ ἐξορκισμὸς τοῦ ξένου στοιχείου ἐν χώρῳ γίνεται μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, πηγαίνοντας στὸ Ριζοκάρπασο: «Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο / μὲ ἀσπίδες ἠχηρές» («ιβ΄») μᾶς ἐνημερώνει τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἐνῶ στὴν κατεχόμενη Καρπασία, τὴν ὁποία στολίζει ἀλγεινὰ «[…] τὸ φίδι» ποὺ «στὴν ἐξορία τοῦ πλίνθου ζεσταίνεται» («ιγ΄»), ἐπιλέγει νὰ ὀνομάσει τὸ τοπίο μὲ τὶς κυπριακές του ὀνομάσίες ἐπανεμβαπτίζοντας καί, οὐσιαστικά, ἀποκαθαίροντάς το: «μολόχες τζόχοι ἀβρόσσιλλα / στρουθκιά χωστές αναθρηκές» (ibid.)

Φυσικά, ὁ χῶρος, κι ἡ τραυματικὴ ἐμπειρία ποὺ αὐτὸς κουβαλᾶ, δὲν εἶναι ἕνας ἐξωϊστορικὸς τόπος, φανταστικός, θαυμαστός, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον, ἡ πραγματικότητα. Ἐνίστορα, λοιπόν, ἐξελίσσεται κι αὐτὸς μαζί της, διὰ τοῦτο κι ὁ χρόνος γίνεται μαζὶ μὲ τὸν χῶρο τὸ ἄρμα τοῦ τραύματος, ὁδηγώντας τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο νὰ ἀναφωνήσει: «[…] Θεέ μου, / κάμε νὰ σπάσει τὸ δόντι τοῦ χρόνου» («ιγ΄»). Χῶρος καὶ χρόνος, ἐν ταυτῷ, συνιστοῦν τὸ χρονοτοπικὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς καὶ τῆς κατοπινῆς κατοχῆς, ὅμως ὁ ποιητὴς ἐπιλέγει τὸ σχῆμα τῆς ἀποσιώπησης γιὰ νὰ ἐκμηδενίσει τὸ γεγονός, ἀποστερώντας του τὴν ὕπαρξη – ὄχι φυσικὰ σὲ μιὰ προσπάθεια ἐθελοτυφλίας ἢ ἄρνησης τῆς ἀλήθειας, ὅσο περιφρόνησης τῆς ὕπαρξής του. Ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος ἀδρανοῦν μπροστὰ στὸ τραῦμα: «Εἰκοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη / Κυριακήν / ἐσταματῆσαν οὕλλα τὰ πουλιά // στὸν ἀέραν» («ιστ΄»), ὅπως ἀκριβῶς κι ἐμπρὸς στὸ ἀπόκοσμο θέαμα τῆς Ἀμμοχώστου· μιᾶς πόλης ἐξωχρονικῆς· μιᾶς μη-πόλης πόλης. Ὁ «ἀθερινόψυχος χρόνος» ποὺ σὰν τὸ σμάρι τοῦ ψιλοῦ ψαριοῦ συμπυκνώνει σὲ μιὰν ἑνιαία κίνηση μνῆμες καὶ τραύματα ποὺ κινοῦνται σὰν αὐτόματα ὅλα μαζὶ, μοιάζει «Σὰν κόκορας ποὺ περπατᾶ ἀκέφαλος / τινάζοντας παντοῦ αἷμα» («ιζ΄»). Στὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο, ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ ἄχθους δίνει τὴν ἐντύπωση ἑνὸς δέρματος ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἀπεκδυθεῖ – κάτι ποὺ προσπαθεῖ νὰ τὸ ἐπιτύχει διὰ τῆς γραφῆς: «Θεέ μου, / δίδαξέ ν’ ἀποβάλω τὸ δέρμα. / Εἶμαι μονάχα ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο […]» (ibid.).

5. Ἡ πρακτικὴ τῆς ἀποσιώπησης, τοῦ ὑπαινιγμοῦ, τῆς μη κατονομασίας τοῦ τραύματος, ἀποτελεῖ ἕνα ἔντεχνο ρητορικὸ τέχνασμα τοῦ Νικολαΐδη, ἀφενὸς δηλωτικὸ τῶν προθέσεων τοῦ βιβλίου του καὶ ἀφετέρου εἰσιτήριο γιὰ τὴν νέα συνθήκη τῆς πολιτικῆς ποιητικῆς διάστασης ποὺ ὑπαινιχθήκαμε παραπάνω. Ἔτσι, οἱ ἀναφορὲς στὴν «πληγὴ στὸ βουνό», στὴν «ξένη γλώσσα» στὴν ὁποία «σπᾶνε γλώσσα καὶ ρυθμό[ς]», στὶς «λέξεις ξένες / αἰχμηρές / μαῦρο σπαθί» ἀποτελοῦν ἐνδεῖκτες τῆς ἀνεπιθύμητης ἑτερότητας, τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν κατονομάζεται παρὰ μόνον ὑπονοεῖται, κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἡ κατονομασία του συνεπάγεται τὴν ἐθελούσια νομιμοποίησή του! Κι ἐδῶ ἔγκειται ἡ πραγματικὴ καὶ οὐσιαστικὴ συμβολὴ τοῦ βιβλίου τοῦ Νικολαΐδη, ὅσον ἀφορᾶ στὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς του στοχοθεσίας. Ἡ καταβύθιση στὸ παρελθὸν τῆς εἰσβολῆς, στοὺς χαμένους τόπους καὶ στὸν σταματημένο χρόνο ποὺ ἀνακαλεῖται ἐμπαθῶς, δὲν μένει ἐκεῖ, ἀλλὰ προβάλλεται στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον, ὑψώνοντας μιὰ σαφῆ κριτικὴ στάση ἀπέναντι στὰ πράγματα. Ὄχι σπάνια, λοιπόν, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο παίρνει ξεκάθαρη θέση ἀπέναντι σὲ πάσης φύσεως συμβιβασμοὺς καὶ ὑπαναχωρήσεις. Μὲ πολὺ νόημα, λοιπόν, ὁμολογεῖ ὅτι «Ὅσο κι ἀν ὀνειρεύομαι ὅμως / πολυτελῆ ἀμάξια / μιὰ στέπα στὸ δημόσιο / ἢ ἕνα ὀβὰλ γραφεῖο / ὅλο νυχτώνει στὸ λευκό», ἢ ἀλλοῦ κατονομάζει τὴ γενιά του ὡς «Τὰ παιδιὰ τῶν νεκρῶν. / Ἕνα[ν] πλανόδιο πεπτικὸ σωλήνα». Παράλληλα, τίθεται ξεκάθαρα ἀπέναντι στὴν συμβιβαστικὴ λογικὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ συλλογικὴ διάσταση τῆς διαχείρισης τοῦ τραύματος, ποὺ ὑπονοεῖται σὲ στίχους ὅπως «Πρέπει νὰ συνηθίσουμε νὰ ζοῦμε / καὶ μ’ αὐτό, λένε οἱ εἰδικοί,» ἢ «Οἱ στάχτες ποὺ αἰωροῦνται / θυμίζουν ἄλλη ἐποχή / ἀλλὰ θὰ τὸ ξεχάσουμε» ἢ «Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα / ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε. / Ἔτσι συμβαίνει. / Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά».

picture-063.jpgΠέρα ἀπ’ αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικολαΐδης κλιμακώνοντας τὴν ἐμπλοκή του στὸ πεδίο τῆς πάλης, στὴ διάνοιξη τοῦ ποιητῆ στὴ δημόσια σφαίρα, στέκεται –ἐπιστρατεύοντας τὴν εἰρωνεία καὶ τὸν ὑπαινιγμό– ἀπέναντι καὶ στὴν ἐπίσημη πολιτικὴ τῆδε κακεῖσε στὴ νῆσο. Θίγεται ἔτσι ἡ ἀνίερη ἐκμετάλλευση τῶν εἰσβολέων («Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις / ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο / τραυματισμένων στρατιωτῶν. / Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο / (μὲ εἴσοδο παρακαλῶ) […]), ἀλλὰ καί ἡ ἀπουσία μιᾶς νουνεχοῦς ἐθνικῆς –καὶ συνάμα προσωπικῆς/ἀτομικῆς (ἕνεκα τῆς ἐξ ἄνωθεν ἀλλοτρίωσης)– στρατηγικῆς («Κι ὅλο φυσᾶ χωρὶς γραμματική»). Ἀπὸ τὸ στόχαστρο δὲν λείπει οὔτε ἡ ἔμμεση ἀναφορὰ στὸ ἀποικιοκρατικὸ παρελθόν (βλ. νύξη στὸν «ποιητὴ τῶν Bitter lemons», ἐννοώντας τὸν L. Durrell καὶ τὸ ὁμώνυμο ἔργο του). Ὕστατο σημεῖο ἐλέγχου καὶ κριτικῆς, ἡ ὅλο νόημα καταληκτήρια διακήρυξη τῆς συλλογῆς, στὴν ὁποία θὰ ἐπανέλθουμε στὸ τέλος τοῦ παρόντος κειμένου.

6. Ἡ μὴ ἐπικοινωνήσιμη διάσταση τοῦ πόνου καταφέρνει νὰ χαλιναγωγηθεῖ διὰ τῆς ποιήσεως. Ἡ ποιητικὴ πράξη per se ἀποτελεῖ ἕνα ἐνέργημα ποὺ συντείνει στὴν περιγραφή, τὴν ἐξήγηση κι ἐν τέλει τὴν κατανόηση καὶ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ricœur–, κι ὁ Νικολαΐδης τὸ γνωρίζει αὐτό: «Ἀπὸ τὴ λέξη στὸ χέρι λοιπὸν / κι ἀπὸ τὸ χέρι στὸ μυαλό.». Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αἰσθάνεται σὰν «[…] ἕνα σῶμα / ποὺ γράφει μὲ τὸ χέρι τὸ ἀνεπίδοτο», προστρέχει στην τέχνη τῆς ποιήσεως –γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὸν Ἀλεξανδρινό–, κι ἔτσι γράφοντας γιὰ τὴν Ἀμμόχωστο, μιὰν ἐμπειρία ποὺ φαίνεται νὰ ξεπερνᾶ τὴν ἀντιληπτική του δυνατότητα, φτάνει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι «Ἀγαπημένη, / αὐτὸ τὸ ποίημα εἶναι νάρθηκας / γιὰ τὰ σπασμένα μου / δάχτυλα».

Κι εἶναι γενικότερα ἡ διαχείριση τῶν ποιητικῶν τρόπων (τῆς εἰρωνείας, τῆς διφωνικότητας, τῆς ὑπαινικτικότητας, τῆς ἀποσιώπησης), ἀλλὰ καὶ τῆς οἰκονομίας τῆς συλλογῆς ποὺ συντείνουν πρὸς μιὰ κατεύθυνση ἀνάδειξης τῆς συνολικῆς ποιητικῆς/αἰσθητικῆς διάστασης, ἡ ὁποία συγκερνᾶ τὸ λυρικό/δραματικὸ στοιχεῖο μὲ ἐκεῖνο τῆς κριτικῆς/πολιτικῆς πράξης. Ἀπὸ τὴν πρόταξη δύο σχετικῶν μὲ τὴν παρούσα θεματικὴ ποιημάτων ἀπὸ τὴν συλλογή Παραλογή τοῦ 2016 ἕως τὸ ἀποσυμφορητικό –θά ’λεγε κανείς– «ιδ΄» μὲ τὸ ἐνσταντανὲ ποὺ λειτουργεῖ ὡς ἰντερμέδιο «γιὰ ν’ ἀδειάσουν οἱ πέτρες» (ὅπως λέει ἀλλοῦ), κι ἀπὸ τὴν ἔντεχνη χρήση τοῦ διασκελισμοῦ (βλ. ἐνδεικτικὴ ἀναφορὰ παραπάνω) ἕως τὸ διόλου τυχαῖο κόμμα στὸ «γ΄» (ὅπου σχεδιάζοντας μελλοντικὰ ἀνδραγαθήματα, τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο τ’ ἀπαριθμεῖ: «Νὰ περισώσω σπάνια εἴδη / δάση τροπικά / τὰ πεινασμένα παιδιὰ τῆς Ἀφρικῆς, / νὰ λευτερώσω τὴν πατρίδα μου»), ὁ Νικολαΐδης φαίνεται νὰ ἐπενδύει στὸν τερπνὸ χαρακτήρα τῆς ποίησης, θεραπεύοντας ἐξίσου μορφὴ καὶ περιεχόμενο, καταστρώνοντας ἕνα ὑπόδειγμα γι’ αὐτὴ τὴ νέα πολιτικὴ ποίηση, γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγo, κι ἡ ὁποία μιλᾶ γιὰ τὴν συγχρονία και τὴν ἐποχή της, μεταχειριζόμενη τρόπους καὶ στρατηγικὲς ποὺ δὲν τῆς στεροῦν τὴν αἰσθητικὴ διάσταση.

7. Κι ἡ Νύφη; Ποῦ βρίσκεται μέσα σ’ ὅλα αὐτά; Ποιός εἶναι ὁ ρόλος της; Ἡ φασματικὴ αὐτὴ παρουσία ποὺ πέρα ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο καὶ τὸν τίτλο, ἐντοπίζεται καὶ στὸ ποίημα «ιστ΄», λειτουργεῖ ὡς μιὰ μετωνυμία τῆς μνήμης, τοῦ ζωντανοῦ τραύματος ποὺ διαπνέει ὅλο τὸ βιβλίο. Ἄλλοτε ὡς θάλασσα κι ἀφρός, ἄλλοτε ὡς τὸ καύκαλο τῆς Ἀμμοχώστου, πάντοτε μέσ’ ἀπ’ τὴν παρουσία τοῦ λευκοῦ (ποὺ ἱστορεῖ κατὰ βάση τὰ ποιήματα, πλάι στὸ ἀναπόφευκτο καὶ διαλεκτικὸ πορφυρὸ τοῦ αἵματος), ἡ νύφη ἐνδύει μὲ τὸ ἀφόρετο νυφικό της τὴ συλλογή, ἀφήνοντας ἀνοικτὴ μιὰ ρωγμὴ γιὰ ν’ ἀνασαίνει –καίτοι ἀσθματικά– ἡ ἐλπίδα. Καταλήγει νὰ εἶναι μιὰ ἀπόκοσμη εἰκόνα τοῦ ἀνεπίδοτου, τοῦ ἐκκρεμοῦς, τοῦ ἀτελοῦς, ποὺ σὰν ἀνολοκλήρωτος χορὸς τοῦ Ἠσαΐα ἀφήνει τὰ πάντα ἀνοικτὰ στὴν ἀπειρία τῶν δυνατοτήτων τους.

Ὁ ποιητὴς στέκει μπροστὰ στὸ ἀφόρετο κρεμασμένο νυφικὸ κι ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση ποὺ πρέπει νὰ λάβει ἀπέναντι σὲ ὅ,τι ἀγγίζει τὴ βαθύτερη ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζοντας καλὰ ὅτι ἡ ποίηση δὲν ὑπάρχει μόνο γιὰ νὰ ἐξωραΐζει, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ νὰ ἐπιτείνει τὴν κακότητα μέσα σ’ ἕναν κόσμο κλιμακούμενων ἀλλαγῶν, ἀναρωτιέται γιὰ τὴ θέση της τέχνης του μὲ τοὺς παρακάτω ἐξαιρετικοὺς στίχους: «Σὲ τί χρησιμεύει λοιπόν ἡ ποίηση / ὅταν ὁ θάνατος σερβίρεται μὲ μουσικὴ / κι ὅταν μπορεῖς μονάχα μ’ ἕνα κλὶκ / νὰ δεῖς ἕνα κομμένο κεφάλι / νὰ κυλιέται στὸ χαλί σου;». Ἀναλογιζόμενος τὸ ἐρώτημα αὐτό, δίνει τὴν ἀπάντηση ἀπὸ μόνος του, ὁλοκληρώνοντας τὸ βιβλίο μ’ ἕνα σαφὲς «κατηγορῶ» κόντρα στὴν νεότευκτη ἀλλαγὴ τῶν νοημάτων (ἡ «εἰσβολή» ὡς «φτερούγισμα», ἡ «κατοχή» ὡς «οὐρανός», οἱ «νεκροί» ὡς «πλεονάζοντες σὲ κακὸ καιρό»), ὑπενθυμίζοντας ὅτι κάθε ἐνδιάμεση κατάσταση, κάθε χωροχρονικὸ μεταξύ, κάθε ἀφόρετο νυφικὸ καὶ κάθε «Ἠσαΐα χόρευε…» ποὺ διακόπτεται ἀπ’ τὰ θανατηφόρα βόλια τῆς Ἱστορίας, ἔχει πάντοτε κι ὁπωσδήποτε γιὰ πρωταγωνιστές του –εἴτε τὸ θέλουμε, εἴτε ὄχι– θύτες καὶ θύματα, δράστες καὶ ἀθώους «“πλεονάζοντες”», οἱ ὁποῖοι μοιράζονται –ἡρακλείτεια; ἑγελιανά;· ἀδιάφορο!– τὴν ἀναπόδραστη κοινὴ μοίρα τοῦ χαμοῦ, τὸ μερτικό τους ἀπὸ θάνατο κι ἀπὸ «αἷμα [ποὺ ὅπως ὑπέροχα μᾶς λέει κι ὁ ποιητής] θά ’ναι γιὰ πάντα / τὸ τελευταῖο βερνίκι τῆς ἀνθρωπότητος».

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5, Αίθριο Στοάς ΒιβλίουΑθήνα) την Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019.

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει. (περισσότερα…)

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ανδρέας Πετρίδης

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.

Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.

Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.

Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.

Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.

Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:

Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν,
τζι έκλαια.

Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.

Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.

Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης
σαν γάζα
σκέπασε την πληγή στο βουνό –
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά
τη μοιρασμένη πόλη.

 Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.

Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του
πέρα δώθε
στο χάος.

 Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:

Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:

Έτσι συμβαίνει.
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.
Ένα πουλί ωστόσο
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,
περίεργα.

Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.

Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:

Κυρίες και κύριοι
την παρούσα επιστολή
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.
Οι στάχτες που αιωρούνται
θυμίζουν άλλη εποχή
αλλά θα το ξεχάσουμε.
Κι αυτό γιατί
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.

 Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.

Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.

Διάστικτοι από ξένη σήμανση
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο
με ασπίδες ηχηρές:
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κώμα του Γιαλού…


Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:

Σαν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.

Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:

Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.

 Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».

Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:

Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:

Θεέ μου,
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.
Είμαι μονάχα ένα σώμα
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο
σαν στρεβλωμένος
παφλασμός
από φως.

Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Πάφου την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.