Ηλίας Μαλεβίτης

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (γ΄)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή  (γ΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΚΘ΄
Ἐναντίον τῶν γυναικῶν ποὺ καλλωπίζονται

Μὲ ψεύτικες πλεξοῦδες τὰ κεφάλια μὴν πυργώνετε, γυναῖκες,
τσακίζοντας τοὺς μαλακοὺς τραχήλους πάνω στοὺς σκοπέλους.
Καὶ μὴν ἀλείβετε τὶς θεϊκὲς μορφὲς μ᾽ ἄσχημα χρώματα,
ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ἔχετε πιὰ πρόσωπο μὰ προσωπεῖο.
Οὔτε κεφάλι ξέσκεπο στὸν ἄντρα εἶναι σωστὸ ἡ γυναίκα
νὰ δείχνει οὔτε πλεξοῦδες μὲ χρυσόνημα δεμένες
ἢ καὶ μαλλιὰ στοὺς ὤμους της χυμένα δῶθε κεῖθε,
― μαλλιὰ μαινάδας ποὺ σκιρτοῦν σὲ αὔρα ἁπαλά·
οὔτε καὶ στὴν κορφὴ λοφίο νὰ φτιάχνει περικεφαλαίας,
βίγλα ποὺ ἀστράφτει γιὰ τοὺς ἄντρες ἀπὸ πέρα·
οὔτε μαλλιὰ ποὺ σὰν λινάρι ἁπαλὸ γιαλίζουν
κρυφὰ καὶ φανερά, στὸ μέτωπο στρωμένα,
φλόγες ξανθὲς πετοῦν ὅσα τὴν μπόλια ξέφυγαν,
ὥστε χεριοῦ ποὺ κόπιασε νὰ φαίνονται ἔργα,
ὅταν τὸν ποὺ δὲ βλέπει δάσκαλο, ἄπνοη εἰκόνα
στήνοντας μορφῆς, τὴν ὀμορφιὰ ἀπὸ κεῖ ἀντιγράφεις.

Ἡ φύση ἂν σοῦ ᾽δωσε ὀμορφιὰ μ᾽ ἀλοιφὲς μὴν τὴν κρύβεις
ἀλλὰ γιὰ τοὺς δικούς σας ἄνδρες μόνο καθαρὴ
κρατῆστε την, καὶ πόθου βλέμματα μὴ ρίχνετε σὲ ξένο
γιατί τ᾽ ἀνόσια μάτια ἀκολουθεῖ ἡ ψυχή.
Μ᾽ ἂν ὄμορφη δὲν ἔχεις γεννηθεῖ, τὴν ἄλλη ν᾽ ἀποφεύγεις
ντροπή, τὴν ὀμορφιὰ νὰ πλάθεις μὲ τὰ χέρια σου.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ γῆ, κι ἀγοράζουν οἱ κοινὲς
γυναῖκες, ποὺ γιὰ λίγες δεκάρες μοναχὰ πουλιοῦνται.
Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ὅταν πλυθεῖ χάμω κυλᾶ κι οὔτε στὸ γέλιο
δὲ μένει, ὅταν τὰ μάγουλα χαλαρώνει ἡ χαρὰ
καὶ τῶν δακρύων τ᾽ αὐλάκια τ᾽ ἀσχημίζουν κι ἀπ᾽ τοῦ φόβου
τὸν ἱδρῶτα καὶ μὲ σταγόνες λίγες λιώνει.
Καὶ αὐτὰ ποὺ ἔλαμπαν πρῶτα μάγουλα χαριτωμένα
ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, αἰφνίδια μὲ διπλὸ φάνηκαν χρῶμα
σκοῦρα, χιονάτα. Ὦ μελαχροινή, ροδομάγουλη,
πῶς μπορεῖς νά ᾽χεις ὁμορφιὰ ποὺ προδίνεται;
Γι᾽ ἀκίνητα εἶν᾽ αὐτὰ ἀγάλματα· γιὰ σένα αὐτὴ ἡ μορφὴ
ἀταίριαστη ποὺ μὲ διάφορα πάθη ἀλλάζει. (περισσότερα…)

Advertisement

Louis MacNeice, «Δίδυμος» (Μια άγνωστη μετάφραση του Τάκη Παπατσώνη)

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ιρλανδός (βρετανικής υπηκοότητας) ποιητής (Frederick) Louis MacNeice γεννήθηκε στο Μπέλφαστ το 1907. Σπούδασε στην Οξφόρδη Κλασικά Γράμματα και εντάχθηκε στον ποιητικό ‘κύκλο του Ώντεν’ (Ώντεν, Σπέντερ, Ντέϊ-Λιούϊς, Ίσεργουντ). Δίδαξε για ένα διάστημα (1936-1940) κλασική λογοτεχνία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και κολλέγια του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Από το 1941 εργάστηκε για το BBC αρχικά στην συγγραφή και παραγωγή θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο. Γνωρίστηκε και συνδέθηκε με φιλία με τον ποιητή Ντύλαν Τόμας (τους ένωνε κι αγάπη για το ποτό), και τον γνωστό πανεπιστημιακό αρχαιοελληνιστή Ε. R. Dodds. Ταξίδεψε εκτεταμένα, έδωσε διαλέξεις στις ΗΠΑ, μα και επισκέφθηκε την Βαρκελώνη στην Ισπανία το 1937, προκειμένου να συμπαρασταθεί στους δημοκρατικούς ενάντια στον Φράνκο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ποιητικές του δημιουργίες είναι τα Autumn Journal, Ten Burnt Offerings, Autumn Sequel,  και Solstices. Εκτός από την ποίηση, που είναι και το σπουδαιότερο τμήμα του έργου του, καλλιέργησε το δοκίμιο, την ταξιδιωτική καθώς και την θεατρική γραφή, όπως επέβαλε και η εργασία του στο BBC. Μετέφρασε τον Φάουστ του Γκαίτε και, έμμετρα, τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Πέθανε το 1963. Διόλου τυχαία τον πρώτο τόμο της ανθολογημένης ποίησής του (Selected Poems of Louis MacNeice) εξέδωσε ο φίλος του Ώντεν έναν χρόνο μετά την εκδημία του, ενώ τον τόμο με το σύνολο ποιητικό του έργο (The Collected Poems Of Louis MacNeice) εξέδωσε το 1967 ο επίσης επιστήθιος φίλος του Ε. Ρ. Ντοντς.

Στις 2 Ιανουαρίου του 1950 ο Λούϊ Μακνής έρχεται στην Αθήνα για να αναλάβει την διεύθυνση του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα για ενάμιση χρόνο. Ταξιδεύει εκτενώς στην χώρα και γνωρίζεται με αρκετούς Έλληνες αλλά και με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ. Καρπός της ελληνικής του εμπειρίας ήταν και η συλλογή Ten Burnt Offerings, που γράφτηκε μεν στην Ελλάδα, μεταδόθηκε στο BBC το 1951 και εκδόθηκε το 1952. Στην συλλογή αυτή περιλαμβάνεται και το ποίημα «Didymus» που μετέφρασε ο Παπατσώνης και παρουσιάζουμε εδώ σήμερα.

Ο Σεφέρης τον γνωρίζει στην Άγκυρα τον Δεκέμβρη του 1950: «[…]είναι τόσο ντροπαλός άνθρωπος». Σχετίζεται μαζί του και τον συναντά αρκετές φορές στο Λονδίνο και σημειώνει πως σίγουρα δεν είναι ο τύπος που θα ταίριαζε με τον ορμητικό Κατσίμπαλη. Μέσω δε του Μακνής, με αφορμή μία εκπομπή στο BBC, γνωρίζει μια μέρα του Νοέμβρη του 1951 και τον Ντύλαν Τόμας και βρίσκονται να πίνουν μπύρες σε μια παμπ μαζί και με τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ο Σεφέρης μάλιστα διασώζει και την ακόλουθη παρατήρηση του Τόμας: «Ένας ποιητής πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί όλες τις λέξεις. Ο Louis μπορεί· εγώ δεν μπορώ». «Μουντό» κι «ασυγκίνητο» τον παρουσιάζει κι ο Κατσίμπαλης στην αλληλογραφία του με τον Σεφέρη: «Γυρίσανε όλο το καλοκαίρι και γνώρισαν σχεδόν όλη την Ελλάδα. Έχω την εντύπωση πως ο τόπος μας κατάφερε να συγκινήσει ακόμα και τον ασυγκίνητον αυτόν άνθρωπο». Εκτίμηση που συμμερίζεται και το ζεύγος Σεφέρη, όπως φαίνεται και από την επισυναπτόμενη απάντηση της Μαρώς στο γράμμα του Κατσίμπαλη: «Ο MacNeice εξαιρετικά θερμός, αυτός ο τόσο κρύος άνθρωπος που ξέρεις». Ο Μακνής πάντως δημοσίευσε και μια σύντομη κριτική παρουσίαση της ποίησης του Σεφέρη, με αφορμή τη μετάφραση του Rex Warner το 1960.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (β΄)


 

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (β΄)

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

ΙΓ΄
Περὶ τοῦ ἐπικήρου τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως

Ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἐγὼ κι ὁ χρόνος σὰν πουλιὰ
ἢ καράβια στὸ πέλαγος προσπερνοῦμε
χωρὶς νά ᾽χομε καμιὰ σταθερότητα· ἡ ἁμαρτία μου, δὲ θὰ περάσει,
ἀλλὰ μένει· αὐτὸ εἶναι τῆς ζωῆς τὸ πιὸ βαρὺ
καὶ δὲν ἔχω ὅ,τι εὔχομαι, νὰ ζήσω ἀκόμα ἢ νὰ πεθάνω.
Φοβοῦμαι καὶ γιὰ τὰ δύο. Σκέψου μαζί μου ἔτσι:
Γεμάτη μόχθους ἡ ζωή μου ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες. Ἐνῶ ἂν πεθάνω
ἀλίμονο, δὲν βρίσκουν γιατρειὰ τὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά μου.
Ἂν ἡ ζωὴ σοῦ δίνει τέτοιες ἀποδείξεις, ποὺ εἶναι τόσο τὸ βάρος της,
οὔτε κι ὁ θάνατος δίνει τέλος στὰ βάσανα.
Κρημνὸς κι ἀπὸ τὴ μία κι ἀπὸ τὴν ἄλλη. Τί νὰ κάνομε; Τοῦτο
εἶναι τὸ ἄριστο· σ᾽ ἐσένα μόνο ν᾽ ἀποβλέπομε καὶ τὴν εὐσπλαχνία σου.

~•~

ΙΕ΄
Ἡ μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου

Ποιὸς ἤμουνα καὶ ποιὸς εἶμαι; Καὶ τί σὲ λίγο θὰ εἶμαι;
Καὶ ποῦ τὸ μέγα, Ἀθάνατε, πλάσμα θὰ σταματήσεις;
Μέγα σὲ τί; ποὺ τίποτε δὲν εἴμαστε λογιάζω
καὶ μόνο μάταια οἱ ἐφήμεροι ψηλώνουμε τὸ φρύδι.
Ἂν εἴμαστε ὅ,τι βλέπομε μόνο στοὺς ἄλλους γύρω
κι ἂν φύγει ἡ ζωή μας, ἄλλο πιὰ τίποτα δὲ μᾶς μένει.
Δαμάλι, ἀπὸ τῆς μάννας του πρόβαλε τὴν κρυψώνα.
σκιρτᾶ καὶ παίζει, σπρώχνοντας τὰ ὁλόγλυκα μαστάρια,
τρίχρονο μπαίνει στὸ ζυγὸ βαρὺ νὰ σύρει ἁμάξι
καὶ τὸ λαιμὸ τὸ δυνατὸ στὴ λαιμαριὰ τὸν κλείνει.
Μόλις γλιστρήσει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τὸ παρδαλὸ ἐλαφάκι,
πατάει τὸ πόδι του κοντὰ στὸ πόδι τῆς μητέρας·
τ᾽ ἄγρια σκυλιὰ καὶ τ᾽ ἄλογο τὸ ἀνάλαφρο νικώντας
κρύβεται μέσα στὰ πυκνὰ φυλλώματα τοῦ δάσους.
Οἱ ἀρκοῦδες, τ᾽ ἀγριογούρουνα τὰ φοβερά, κι οἱ λιόντες
κι ἡ τίγρη σίφουνας ποὺ ὁρμᾶ κι ὁ πάνθηρας λυσσάρης,
μὲ μιὰ τὸ σίδερο ὅταν δοῦν ἀνατριχιοῦν καὶ τρέμουν,
ἀνατριχιοῦν καὶ στοὺς γεροὺς τοὺς κυνηγοὺς ὁρμᾶνε. (περισσότερα…)

Κυνηγώντας λέξεις σε εικόνες της Μάνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η Μάνη που τριγυρνάω τα τελευταία είκοσι χρόνια αποτελεί πια έναν τόπο διαρκούς μαθητείας στην έκπληξη, όσο περισσότερο την μαθαίνω.  Έναν τόπο όπου το βλέμμα ασκείται στην ενόραση μικρών αποκαλυπτικών στιγμών διαμέσου μιας ακαταπόνητης επιμονής της ενατένισης στη φθορά, την καταπόνηση, την εγκατάλειψη, το ερείπωμα πολλές φορές των στοιχειωδών, που κάποτε-κάποτε φαντάζουν ως στοιχεία εξαρθρωμένα, περιττά,  συνοδευτικά μόνον παραφερνάλια μιας γυμνής, ηλιομαστιγωμένης, βραχόσπαρτης και θαλασσόδαρτης προεξοχής του Ταϋγέτου στη Μεσόγειο. Όχι! τίποτα δεν είναι κρυμμένο, παραχωμένο ή άδηλο· μάλλον το Κλεμμένο γράμμα του Πόε θυμίζουν. Το βλέμμα είναι που πρέπει ν’ ασκηθεί να ψάχνει και να ρωτά, να χαϊδεύει, να (ξανα)βλέπει, πέρα απ’ την προφάνεια και την επιβολή του περιττού και του δεδομένου. (περισσότερα…)

Η πλάνη του Γκαίτε | Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου

*

Νέα Κυκλοφορία | Παρουσίαση Βιβλίου

Κώστας Κουτσουρέλης
Η πλάνη του Γκαίτε
Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου

Μικρή Άρκτος, Νοέμβριος 2022

Το βιβλίο παρουσιάζεται την
Δευτέρα 28 Νοεμβρίου στις 18.00
στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου 14, Πλάκα).

Με τον Κώστα Κουτσουρέλη θα συζητήσουν
o Θεοδόσης Βολκώφ, ποιητής,
και o Ηλίας Μαλεβίτης, συγγραφέας.

* * *

Η ιδέα του ισότιμου διαλόγου των γλωσσών, η υπόθεση λ.χ. ότι ο Έλληνας και ο Αμερικανός συγγραφέας ξεκινούν από την ίδια αφετηρία, δεν είναι απλώς εξωπραγματική – είναι ανόητη. Όπως μεταξύ κρατών το ισχυρότερο προελαύνει και το ασθενέστερο υποχωρεί, έτσι και οι εθνικές λογοτεχνίες και γλώσσες μόνο στα ευχολόγια συνυπάρχουν αρμονικά. Ο Γκέορκ Μπράντες μας το έχει πει από τον 19ο αιώνα. «Είναι κατάρα για έναν συγγραφέα να είναι γεννημένος σε μικρή χώρα. Πιο εύκολα κερδίζει την καθολική αναγνώριση το τριτοκλασάτο ταλέντο που γράφει σε παγκόσμια γλώσσα, παρά το ανώτερο πνεύμα που εξαρτάται από τις μεταφράσεις.»

* * *

*

*

Στις άκριες των χωριών του ινδικού νότου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ταξιδεύοντας στον ινδικό νότο, πολύ συχνά βλέπεις στο διάβα σου ναούς, ιερά, ειδώλια κι αγάλματα, αλλά και το διαρκές πηγαινέλα στους ιερούς τόπους ενός πολύχρωμου κι αρίφνητου πλήθους πιστών μαζί με τις εξίσου πολυχρώματες προσφορές του από λουλούδια, υγρά και καρπούς. (Πρόσφατα μου είχε πει ένας Ινδός πως επιταγή αυστηρή κι απαραβίαστη ορίζει οι προσφορές στους ναούς να είναι μόνο από ιθαγενή, του ινδικού τόπου, γεννήματα κι όχι ξενοφερμένα, ακόμα κι ας είναι υιοθετημένα εκατοντάδες χρόνια πια. Δεν μπορώ να ελέγξω την ακρίβεια των λεγομένων του, μα απ’ όσα έχουν δει τα μάτια μου φαίνεται να έχουν ισχύ κι εφαρμογή γενική σ’ όλους του ναούς της Ινδίας.)

Έλεγα λοιπόν πως συντυχαίνεις στον δρόμο σου πέρα από τα αρχιτεκτονήματα, τόσους θεούς και θεές, σκαλισμένους πάνω στους ναούς, βαλμένους στα τρίστρατα και στις γωνιές των δρόμων, που μετά από μερικές μέρες ταξιδιού δε δίνεις σημασία πια και σ’ όσα τέτοια αγάλματα συναντάς στις πόλεις, στην ύπαιθρο, στα χωριά και στις πολίχνες ή και καταμεσής της διαδρομής κάτω από κανα δέντρο ή σ’ ένα μικρό βωμό παράμερα. Άλλη μια αλλόκοτη ινδική θεότητα, μια άλλη έκφανση του Σίβα ή του Βίσνου· έχει χορτάσει πια το μάτι σου τ’ αριστουργήματα της ινδικής τέχνης (αρχιτεκτονικής, γλυπτικής ή ζωγραφικής) απαξιώνοντας τα νεώτερα κακόγουστα ομοιώματα. Ιδίως σαν προσπερνάς χρωματοπλούμιστα, με πλαστική μπογιά βαμμένα, αγάλματα από τσιμέντο, η πληθωρικότητα του κιτς καθίσταται σχεδόν απαρατήρητη, ως πανταχού παρούσα. Κι έτσι κάποτε ξαστοχάς να ξεχωρίσεις μες στην πληθώρα και το ανακάτωμα των χρωμάτων, των σχημάτων και των πολυπρόσωπων ινδικών θεών και πλασμάτων κάποιες ιδιαίτερες φανερώσεις της ινδικής τέχνης και της θρησκευτικότητας. (περισσότερα…)

ἀκακία ἢ ἀνεξικακία

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ναι, η αλήθεια είναι πως αρχικά με παραξένεψε το όνομά της, κατόπιν όμως αυτή καθαυτή η ύπαρξη ενός τέτοιου αντικειμένου στα χέρια του βυζαντινού αυτοκράτορα, μα, κι εξαιτίας αυτού, με ξάφνιασαν πολύ περισσότερο οι σημασίες της και οι μνείες που ανακαλούσε. Η ακακία λοιπόν (ή κι ανεξικακία ενωρίτερα, όπως θα δούμε) αποτελούσε ένα από τα βυζαντινά αυτοκρατορικά διάσημα και απεικονίζεται, σχεδόν αποκλειστικά, στα νομίσματα.

Η ακακία ήταν ένα κυλινδρικό πουγκί από μεταξωτό ύφασμα, που περιείχε εντός του μια φούχτα χώμα, και την κρατούσε ο αυτοκράτορας, σε τελετουργικές περιστάσεις, στο δεξί του χέρι (ή σύμφωνα με άλλους στο αριστερό) ενώ στο αριστερό κρατούσε το σκήπτρο, τη σφαίρα (globus cruciger) ή τον σταυρό. Η πλέον γνωστή (και μάλλον η μόνη) απεικόνιση της ακακίας, εκτός νομισμάτων, είναι το πασίγνωστο ψηφιδωτό στην Αγιασοφιά με τον αυτοκράτορα Αλέξανδρο (870-913), γιο του Βασίλειου Αʹ και αδελφό του Λέοντος ΣΤʹ του Σοφού, αυτόν που πρώτος εισήγαγε και τον όρο αυτοκράτωρ στον τίτλο του βασιλέα των Ρωμαίων. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή (α΄)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

15. Ὁ Δεκάλογος τοῦ Μωυσῆ

Κάποτε χάραξε ὁ Θεὸς τὶς δέκα προσταγές του
σὲ πλάκες πέτρινες μὰ σὺ γράψε τες στὴν καρδιά σου:
Δὲ θὰ γνωρίσεις ἄλλο Θεό, λάτρεψε ἕνα μονάχα.
Κούφιο μὴ στήσεις εἴδωλο καὶ δίχως πνοὴν εἰκόνα.
Μὴν ἀναφέρεις μάταια ποτὲ τὸ Θεὸ τὸ μέγα·
κάθε γιορτὴ σὺ φύλαγε λαμπρὴ ἢ συνηθισμένη·
εὐτυχισμένος, τοὺς γονιοὺς ἂν ἐκτιμᾶς ὡς πρέπει·
μακριὰ ἀπὸ φονικοῦ χεριοῦ τὴν ἁμαρτία, τὸ ξένο
κλινάρι κι ἀπὸ δολερὴ κλεψιὰ καὶ μαρτυρία
ψεύτικη· πάψε νὰ ποθεῖς τὸ ξένο καὶ σκοτώνει. (περισσότερα…)

Το χρώμα της σελήνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Σε μια από τις καταγραφές των οιονεί χαμάδων του, ο Λορεντζάτος, στα Collectanea, κάνει την ακόλουθη παρατήρηση στηριγμένος σε μιαν αντιστοιχία  που ενώνει τη Σαπφώ με τον Κάλβο· αντιγράφω:

Αθάνατη ελληνική γλώσσα! Παράξενες αντιστοιχίες βλέπω να ενώνουν τη Σαπφώ με τον Κάλβο:

ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
γᾶν ἐπὶ παῖσαν
… ἀργυρία.

Σελλάναν… ἀργυρία. Ναι, από τη Σαπφώ φτάνομε στον καταμόναχο Κάλβο:

Τὸ ψυχρόν της ἀργύριον
ῥίπτει ἡ σελήνη.

Όταν ο Σεφέρης θα πει σχετικά με το τέλος της στροφής αυτής του Κάλβου: «ο νους μου πήγε στα τριάκοντα», η νεοελληνική κριτική βγαίνει από την περιοχή που την προσδιόριζαν Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου του Κωστή Παλαμά (μια εποχή) και μπαίνει οριστικά (μια άλλη εποχή) στη νεότερη φάση της.

(Collectanea, αρ. 384, σ. 190-191)

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (γ΄)

thumb_DSC_1714_1024

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«Πήγα στην Κριμαία, στον [Νέο] Άθω, στο Σούχουμ, στο Μπατούμ, στην Τιφλίδα, στο Μπακού… Είδα πράματα και θάματα! Οι εντυπώσεις μου είναι τόσο καινούριες και ζωηρές, που όλα μου φαίνονται σαν όνειρο, δεν πιστεύω στα μάτια μου… Είδα… και βουνά, όλο βουνά…»
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ, Επιστολή προς τον Κ. Σ. Μπαραντσέβιτς, 12 Αυγούστου 1888 (μετ. Μέλπως Αξιώτη)

Αφήνοντας την Ιβηρία είχαμε ήδη μπει στην Κολχίδα των μύθων. Η πινακίδα που έγραφε Shorapani στη δεξιά άκρη του δρόμου οδήγησε την σκέψη από τη σημερινή Γεωργία πίσω στην μυθική Αία, στις εσχατιές της γης και της θαλάσσης, εκεί όπου την φανταζόταν ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του («Αἶα δὲ Κολχίς Πόντου καὶ γαίης ἐπικέκλιται ἐσχατιῇσιν»). Παράλληλα με το αυτοκίνητο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο, ταξίδευαν κι οι σκέψεις, κάνοντας τις δικές τους στάσεις: τη Λαζική των Βυζαντινορωμιών («τὸ ἄλλο Λαζῶν φρούριον͵ ὃ δὴ καλοῦσι Σαραπανὶν͵ πρὸς αὐτοῖς μάλιστα τοῖς ἐσχάτοις ὁρίοις Λαζικῆς κείμενον» του Προκόπιου), τους περσοβυζαντινούς πολέμους αλλά και την αραβική κατάκτηση στις αρχές του 8ου αιώνα. Κι όμως να που το ταξίδι του νου στον χρόνο αλλά και του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο κάποια στιγμή συναντήθηκαν: διαβαίνοντας τον δρόμο που ακολουθεί από δίπλα τα στριφογυριστά κουλουριάσματα και τους φιδίσιους μαιάνδρους των υδάτινων περασμάτων, συνειδητοποίησα πως τα στενά στο Σαραπάνι διανοίγουν ακόμη την μόνη είσοδο απ’ τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας προς την Ιβηρία, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Στράβωνα («μία μὲν διὰ Σαραπανῶν φρουρίου Κολχικοῦ καὶ τῶν κατ΄ αὐτὸ στενῶν»).

Το άλλοτε οχυρό φρούριο μαζί με την κωμόπολη απλωμένη στα πόδια του, σήμερα μοιάζουν πιο πολύ με προάστιο του Ζεσταφόνι, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Είναι άραγε οι πόλεις μας τα καινούργια φρούρια και τα οχυρά που μας κρατούν προστατευμένους από τις κάθε είδους εισβολές; Ποιες οι στενωποί και πόσες οι κλεισούρες για τα περάσματα σε ό,τι πολύτιμο φυλάγεται μέσα μας; Κατά πόσο οι ερευνητές της ανθρώπινης ψυχής ανήγαγαν εξιδανικευτικά τις γεωγραφικές κατηγορίες σε μεταφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη; μπας κι η ίδια η γεωγραφία προβάλει σα μετωνυμία της ανθρώπινης ύπαρξης, για αυτό κι έχει έναν πυρήνα κοινής ιδιολέκτου με την σωματοψυχή του ανθρώπου; (περισσότερα…)