Ηλίας Αλεβίζος

Παραλλάξεις του Θουκυδίδη | Der Historikerstreit

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Παραλλάξεις του Θουκυδίδη

Υπάρχει μια τάση, αρκετά διαδεδομένη, να διαβάζεται ο Θουκυδίδης σαν να ήταν ένας μακιαβελιστής (με την έννοια του Μπέρναμ) πριν τον καιρό του, περίπου σαν ένας προφήτης του νεωτερικού συντηρητισμού, ένας πρόδρομος του Μόσκα, του Παρέτο, του Μίχελς. Αφορμές για μια τέτοια ανάγνωση σίγουρα δεν λείπουν. Η ερμηνευτική του Θουκυδίδη όμως μπορεί να βγάλει σε άλλες ατραπούς, αν πάρει κανείς το αρνητικό του αποτύπωμα κι επιχειρήσει να διαβάσει τις σιωπές του, να νοηματοδοτήσει τα διάκενα της πυκνής, περιγραφικής και συνθετικής γραφής του. Ο λοιμός στην Αθήνα και η ηθική-κοινωνική κατάρρευση που αυτός επέφερε ερμηνεύονται συχνά ως απόδειξη της νεωτερικής χομπσιανής αντίληψης περί των σχέσεων μεταξύ φύσης και πολιτισμού. Ο πολιτισμός, λοιπόν, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αδιόρατη κρούστα, τα λεπτά νήματα ενός ιστού που μετά βίας παρέχουν μια ελάχιστη συνοχή στην κοινωνική ζωή. Αρκεί μία απειροστή διαταραχή για να επαναφέρει τα ανθρώπινα πλάσματα στην πρωταρχική, ζωώδη τους κατάσταση, να βγάλει στην επιφάνεια την αρχή του homo homini lupus.

Όμως ο Θουκυδίδης δεν γεννήθηκε τον 16ο αιώνα. Δεν κουβαλούσε στις πλάτες του μερικούς αιώνες χριστιανοτραφούς απέχθειας προς τη φύση. Αν μη τι άλλο, οι σοφιστές ήταν αυτοί που τον προετοίμασαν. Και για τους σοφιστές, το δίπολο φύση – νόμος (δηλαδή πολιτισμός, με σημερινή ορολογία) ήταν κατά κανόνα ανάστροφα χρωματισμένο. «Ο νόμος ως πηγή δυστυχίας» θα ήταν μια φράση μάλλον πιο κοντά στο πνεύμα τους. Από αυτή την οπτική γωνία επομένως, ο λοιμός στην Αθήνα δεν σηματοδοτεί κάποια επιστροφή στην κτηνώδη φυσική κατάσταση, αλλά το έσχατο σημείο διαστροφής της φύσης στον οποίο μπορεί να φτάσει ο πολιτισμός. Δεν είναι η φύση που παράγει τον αλληλοσπαραγμό, αλλά ο οργανωμένος πόλεμος, αυτό το «απόγειο» του πολιτισμού. Το να διαβάζει κανείς τα σχετικά χωρία του Θουκυδίδη και να διαβλέπει πίσω τους την Αγγλία του 17ου αιώνα είναι σαν να κάνει περίπατο σ’ ένα παρθένο δάσος γεμάτο τρεχούμενα νερά και να ανασηκώνει τους ώμους ψιθυρίζοντας: «πίσω από αυτά τα δέντρα δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ατέλειωτες σειρές από καρβουνιασμένους κορμούς να βγάζουν καπνούς». (περισσότερα…)

Η ιδεολογία της αξιοκρατίας και το ασυνείδητό της

*
του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Απ’ όλα τα είδη παιχνιδιών, όσα οριοθετούνται από αυστηρούς κανόνες και διέπονται από τη λογική της ποσοτικοποίησης κατέχουν αναμφίβολα κυρίαρχη θέση στις κατά Καιλλουά λογιστικές κοινωνίες του 20ού και του 21ου αιώνα – σ’ εκείνες τις κοινωνίες δηλαδή που χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα γραφειοκρατικής, «ορθολογικής» οργάνωσης.

Ευτυχώς, τα παιδιά επιμένουν ακόμα στα παιχνίδια προσποίησης, ρόλων, μίμησης και ιλίγγου. Μόνο τα παιδιά. Οι ενήλικες πετάνε από πάνω τους σαν ξεραμένο δέρμα τέτοιες συνήθειες· εκτός και αν μπορούν να τις απολαμβάνουν με ελεγχόμενο και «υπεύθυνο» τρόπο, σαν τις συνταγογραφημένες δόσεις έκστασης που προσφέρει η εξέδρα στους οπαδούς. Τα «σοβαρά» παιχνίδια των ενηλίκων προσπαθούν επίμονα να ξορκίσουν σχεδόν κάθε έννοια του πραγματικά τυχαίου (και όχι απλά της στατιστικού τύπου απόκλισης) και του λάθους.

Τόμοι ολόκληροι είναι αναγκαίοι για να περιγραφούν οι κανόνες τους. Στο όνομα τίνος; Μιας αξιοκρατίας που ωστόσο και αυτή η ίδια είναι κομμάτι της μυθολογίας των σύγχρονων αγώνων. Φαντάζεται κανείς ότι τα σημερινά παιχνίδια τείνουν προς μια απόλυτη (δηλαδή σχεδόν μαθηματικά εννοημένη) δικαιοσύνη. Στην ιδανική περίπτωση, κάθε εξω-αγωνιστικό στοιχείο (π.χ. ηθικό ή αισθητικό) οφείλει να εξοβελιστεί. Το απόλυτα δίκαιο παιχνίδι θα ήταν κάτι σαν το σκάκι: ένα παιχνίδι στρατηγικής χωρίς τύχη, στο οποίο επιπλέον οι παίκτες θα είχαν αντικατασταθεί από προσομοιωτές για να αποκλειστούν τα ολισθήματα. Ένα παιχνίδι βγαλμένο από τα όνειρα ενός γραφειοκράτη καριέρας. (περισσότερα…)

Funny Games

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Θεωρείται πλέον περίπου αυτονόητη η βεμπεριανή διαπίστωση ότι ένα βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει το σύγχρονο κράτος ως μορφή πολιτικής οργάνωσης (για την ακρίβεια, υποδούλωσης όσον αφορά στην πλειονότητα των πολιτικών «υποκειμένων») είναι το μονοπώλιο που κατέχει πάνω στην άσκηση βίας εντός του γεωγραφικού χώρου ισχύος του. Το αυτονόητο αυτής της διαπίστωσης λάμπει με τέτοια προφάνεια ώστε το φως της τελικά καταλήγει μερικές φορές να τυφλώνει, περισσότερο να συγκαλύπτει παρά να αποκαλύπτει. Η φράση περί μονοπωλίου της βίας εκ μέρους του κράτους παραπέμπει σχεδόν συνειρμικά σε φαινόμενα που εκτυλίσσονται στο επίπεδο των μακροκοινωνικών σχέσεων. Η περίπτωση της αυτοάμυνας είναι η μόνη κατά την οποία επί της ουσίας επιτρέπεται η άσκηση βίας εκ μέρους των μεμονωμένων υποκειμένων. Οποιαδήποτε άλλη κοινωνικά και πολιτικά βαρύνουσα μορφή βίας ανατίθεται είτε στις αστυνομικές δυνάμεις (με τον κυριότερο ρόλο τους να είναι αυτός της καταστολής στο εσωτερικό μιας κρατικής οντότητας) είτε στις δυνάμεις του στρατού (που αναλαμβάνουν την προάσπιση και επέκταση των συμφερόντων των κυρίαρχων ελίτ προς το εξωτερικό). Αυτό που διαλανθάνει την προσοχή όσων μένουν σ’ ένα τέτοιο μακροκοινωνικό επίπεδο είναι οι τυχόν μεταβολές και μεταστοιχειώσεις που ενδεχομένως λαμβάνουν χώρα στο μικρομοριακό επίπεδο των κοινωνικών σχέσεων, εκεί όπου καταλήγει η αιθαλομίχλη από εξελίξεις μεγάλης κλίμακας και επικάθεται στους πνεύμονες που ζωοδοτούν τη δυναμική μικρών ομάδων ή ακόμα και αυτή μεταξύ του Εγώ και του Εσύ. (περισσότερα…)

Το στίγμα της σπίθας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ποιος είχε τη δυνατότητα να φέρει τατουάζ σε εμφανή σημεία του σώματός του, να βάφει τα μαλλιά του σε ασυνήθιστες αποχρώσεις ή να τα κουρεύει σε εξωτικές κόμες, να κάνει piercing σε παράδοξα σημεία του κορμιού του; Στις δυτικές κοινωνίες τέτοιες διακοσμητικές επεμβάσεις υπήρξαν κατά κανόνα προνόμιο είτε περιθωριακών ομάδων (αρχικά) είτε καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων (στη συνέχεια). Παρά την απόσταση που μπορεί να χωρίζει τη φιγούρα του παρανόμου από αυτή ενός celebrity, υφέρπει και στις δύο περιπτώσεις ένας κοινός συμβολισμός: ένας συμβολισμός που δηλώνει ότι αυτός που κοσμεί το σώμα του με τέτοια στολίδια μπορεί να το κάνει γιατί βρίσκεται εκτός της παραγωγικής διαδικασίας και άρα εκτός των συμβατικών νόμων που διέπουν την εμφάνιση των υπολοίπων.

Τέτοιες πρακτικές όμως πλέον τείνουν να γίνουν κοινός τόπος. Ένας οδηγός λεωφορείου ή ένας ταμίας σε μία τράπεζα μπορούν να φέρουν ένα «μανίκι» με την ίδια άνεση που το κάνει κι ένα ακριβοπληρωμένο και καλοκουρδισμένο γρανάζι της βιομηχανίας του ποδοσφαιρικού θεάματος. Ο συμβολισμός εδώ υφίσταται μια ανεπαίσθητη αλλά κρίσιμη μετατόπιση. Αντί για μια πραγματική απόσταση από τον ανελέητο κύκλο της παραγωγής, υποδηλώνεται μια φαντασιακή τέτοια. Ένα σκουλαρίκι στη μύτη φαίνεται σαν μια μικρή χειρονομία εξέγερσης που δεν τραβιέται όμως στα άκρα. Φαίνεται να λέει: «Αφήστε με να ανακυκλώνω όποια εικόνα του εαυτού μου επιθυμώ, εφόσον δεν σας ενοχλώ και δεν διαταράσσω τον κύκλο της παραγωγής».«Μη μου την εικόνα τάραττε», φωνάζει ένα τέτοιο υποκείμενο, αναζητώντας εκείνο το αρχιμήδειο σημείο που θα του επιτρέψει να αποσπάσει την εικόνα του εαυτού του από τους υλικούς όρους της αναπαραγωγής του. Η μετατροπή του τατουάζ σε μια τετριμμένη πρακτική μοιάζει έτσι να τροφοδοτεί τη μετατροπή της εικόνας σ’ ένα γενικό ισοδύναμο εντός της ψυχικής και συμβολικής οικονομίας των εαυτών. (περισσότερα…)

Η Ιλιάδα του διαστήματος

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Η επιστροφή των πότλατς

Αν υπάρχει μία πλευρά (αν και όχι η μόνη) της ανθρώπινης συμπεριφοράς που βρέθηκε (και συνεχίζει να βρίσκεται) στο επίκεντρο όλων των μέχρι τώρα τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων, ήδη από την 1η βιομηχανική επανάσταση, αυτή σίγουρα είναι η μετακίνηση. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να μετακινείται κανείς –και άρα να υπάρχει κοινωνικά– χρησιμοποιώντας τα πόδια του και μόνο. Η τεχνολογική διαμεσολάβηση της μετακίνησης έχει προχωρήσει σε τέτοιο βάθος ώστε πλέον χρειαζόμαστε υπενθυμίσεις ότι πρέπει να περπατάμε πού και πού. Όχι για χάρη της περιπλάνησης βέβαια, για την απόλαυση του βαδίσματος καθεαυτό. Η flânerie έχει μάλλον περισσότερες πιθανότητες να σε στιγματίσει ως ύποπτο. Το βάδισμα οφείλει να εξασκείται με στόχο τη διατήρηση της «καλής υγείας». Ακόμα και για τη μετακίνηση, την κάλυψη μεγάλων αποστάσεων (και ποια δεν θεωρείται μεγάλη απόσταση πια;) φαίνεται παράλογο να βασίζεσαι στα πόδια σου. Παράλογο, ήτοι μη αποδοτικό. Σου «επιτρέπεται», έστω με μία ελαφρά συγκατάβαση, να χρησιμοποιείς ποδήλατο. Ή, ακόμα καλύτερα, αν θες πραγματικά να λογίζεσαι ως μέλος της τάξης των ιδιοκτητών, οφείλεις να κατέχεις ένα αυτοκίνητο, έστω μια μηχανή. Και για τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, το αεροπλάνο εκμηδενίζει τον κόπο και τον χρόνο (ίσως και το ίδιο το ταξίδι βέβαια).

Ένα αρραγές νήμα τεχνολογικής προόδου και ορθολογικότητας ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Το άκρον άωτον αυτής της ορθολογικότητας εκφράζεται εν τέλει στο τεχνούργημα του πυραύλου που σε στέλνει στη σελήνη. Ένα τέτοιο σημείο ολοκλήρωσης όμως αποδεικνύεται κι ως ένα σημείο αναστροφής. Η ίδια τεχνολογία, ο ίδιος πύραυλος που τη μία στιγμή έχει ως στόχο τη σελήνη, την επόμενη βάζει στο στόχαστρο του έναν οποιοδήποτε τόπο επί γης, για να τον αφανίσει, κουβαλώντας στο ρύγχος του μια πυρηνική ή συμβατική κεφαλή. Και σε τελευταία ανάλυση, το διαστημικό ταξίδι είναι τόσο απομακρυσμένο από οποιαδήποτε έννοια γήινης μετακίνησης ώστε πλέον οι λειτουργίες και τα νοήματα που συναρθρώνονται γύρω του αδυνατούν να εξηγηθούν καταφεύγοντας σε οποιαδήποτε έννοια ορθολογικότητας. Η κούρσα των εξοπλισμών και αυτή των διαστημικών τεχνολογιών εξελίχθηκαν ως μία ακολουθία σπασμών: των σπασμών ενός σύγχρονου, ανάστροφου πότλατς. Αλλά χωρίς την ασφαλιστική δικλείδα της παιγνιώδους συναίσθησης. Η εκμηδένιση του χώρου και του χρόνου ολοκληρώνεται με τη δυνατότητα εκμηδένισης του ίδιου του ανθρώπου. (περισσότερα…)

Ηθικά ζητήματα σχετικά με την απόρριψη των εμβολίων

*

του MICHAEL KOWALIK

Πρόλογος-Μετάφραση Ηλίας Αλεβίζος

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους στο περιοδικό Journal of Medical Ethics, που εκδίδεται υπό την αιγίδα του ομίλου που κυκλοφορεί το British Medical Journal (BMJ), ένα από τα παλαιότερα ιατρικά περιοδικά υψηλού κύρους. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή άρθρα του Journal of Medical Ethics, με βάση τα στατιστικά των τελευταίων μηνών. Συγγραφέας του είναι ο Michael Kowalik, ανεξάρτητος φιλόσοφος από την Αυστραλία, ο οποίος, πέρα από το αυστηρά ακαδημαϊκό του έργο, διατηρεί και την ενδιαφέρουσα ιστοσελίδα https://culturalanalysisnet.wordpress.com/. Από γλωσσική άποψη, πρόκειται για ένα μάλλον στρυφνό κείμενο, τουλάχιστον για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την κατά βάση αγγλοσαξωνική παράδοση της πραγμάτευσης φιλοσοφικών (ακόμα και ηθικών) ζητημάτων με έναν παροιμιωδώς ψυχρό και ανηλεώς αναλυτικό τρόπο. Κάτι που ωστόσο δεν φαίνεται να μειώνει την αναμφισβήτητη και σαφώς αξιέπαινη παρρησία με την οποία διατυπώνονται οι θέσεις του συγγραφέα – αν και σε κάποιες περιπτώσεις, για όσους μπορούν να διαβάσουν, η λογική κατάληξη της συλλογιστικής του συγγραφέα φαίνεται να διατυπώνεται έμμεσα και πίσω από τις γραμμές, λίγο πριν αγγίξει πολύ ευαίσθητα ζητήματα. Το «μειονέκτημα» της στρυφνότητας παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται, από μια άλλη άποψη, και ως το κύριο προτέρημα του άρθρου και ο βασικός λόγος για τον οποίο επιλέχθηκε να μεταφραστεί. Ξεδιπλώνει συστηματικά (ακόμα και φορμαλιστικά κατά τόπους) και με συνέπεια, με σταθερό τόνο που δεν υψώνεται σε κραυγές, τις λογικές πλευρές του ζητήματος περί του ηθικώς νόμιμου ή μεμπτού των υποχρεωτικών εμβολιασμών. Ακόμα κι αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε επιμέρους τοποθετήσεις ή ακόμα και στο γενικό του συμπέρασμα, οφείλει, αν μη τι άλλο για λόγους διανοητικής εντιμότητας, να αναπτύξει επιχειρήματα με εξίσου σφιχτή δομή, χωρίς εύκολες προχειρότητες και λογικές εκπτώσεις. Ποιότητες που δεν αποκλείουν βέβαια το πάθος ή ακόμα και την πολιτική στράτευση, αλλά που έχουν καταστεί ακριβοθώρητες πλέον στον δημόσιο διάλογο (σε ό,τι έχει απομείνει από αυτόν), παραχωρώντας τη θέση τους στην ιδεολογική καψούρα, στον κομματικό αμανέ και σε αρκετές δόσεις θρασύδειλης επιθετικότητας που τόσο εύκολα πολλαπλασιάζεται στις εργαστηριακές συνθήκες του διαδικτύου, έχοντας ως μαγιά 280 χαρακτήρες, ειδικά όταν κανείς (νομίζει ότι) έχει τις πλάτες της εξουσίας. Το συγκεκριμένο άρθρο, λοιπόν, σε καμμία περίπτωση δεν εξαντλεί όλες τις πλευρές του θέματος και σίγουρα έχει αδυναμίες, ιδίως από τη στιγμή που αγνοεί σχεδόν παντελώς τις καθόλου δευτερεύουσες και μάλλον πιο σημαντικές εν τέλει πολιτικές, ιστορικές και κοινωνικές διαστάσεις του ζητήματος – μόνο μερικές νύξεις γίνονται εν παρόδω. Κάτι που ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αρκεί να διατυπώσουμε το πρόβλημα υπό τους όρους μιας characteristica universalis λαϊμπνίτειας έμπνευσης και να περιμένουμε υπομονετικά την αλγοριθμική μηχανή να μας δώσει στην έξοδο το ορθό συμπέρασμα. Έστω κι έτσι όμως, το κείμενο που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα ανεβάζει τον πήχη της συζήτησης, για όσους στέκονται στο απαραίτητο ύψος για να τον διακρίνουν. Οι υπόλοιποι είναι βέβαιο ότι θα περάσουν από κάτω του χωρίς καν να τον αντιληφθούν, με τη γνωστή μακαριότητα και αλαζονεία που απλόχερα χαρίζει η άγνοια.

  (περισσότερα…)

Συνωμοσιολογική σκέψη και καθεστωτική ιδεολογία: Διαδρομές σε έναν λαβύρινθο κατόπτρων

 

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~~.~~

1. Η παραζάλη της κριτικής

Έχει ειπωθεί ότι ο Μιθριδάτης εκπαιδεύτηκε στο να πίνει δηλητήριο. Σαν κι αυτόν, μαθαίνουμε να καταπίνουμε και να μην βρίσκουμε πικρό το δηλητήριο της δουλείας.
ΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΛΑ ΜΠΟΕΣΙ

Γιατί ένα μεγάλο μέρος της προοδευτικής, συχνά αριστεροστρεφούς (για την ακρίβεια, αριστεροστραφούς) διανόησης έχει θέσει σε υψηλή προτεραιότητα και έχει «επιλέξει» ως κύριο αντίπαλό της τους «συνωμοσιολόγους» (όπως αυτή τους κατανοεί, εν πάση περιπτώσει, εντάσσοντας σε αυτούς ακόμα και αναγνωρισμένους και καθόλου αντι-κρατιστές επιστήμονες) και όχι το αρνητικό τους αποτύπωμα, με το οποίο εξάλλου βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση: το παραλήρημα μιας εξουσίας που ισοπεδώνει δικαιώματα μέσα σε συνθήκες που λίγο απέχουν από την απροσχημάτιστη δικτατορία; Η εύκολη και για αυτό όχι και τόσο διαφωτιστική απάντηση θα έβλεπε ίσως σε αυτή τη διολίσθηση προς αντιδραστικές θέσεις μια σύγχυση και μια αδυναμία σύλληψης του ουσιώδους, λόγω φτωχών θεωρητικών εργαλείων. Παρότι και αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας, η κύρια αιτία θα έπρεπε μάλλον να εντοπιστεί σε έναν βαθύτερο μετασχηματισμό του προοδευτικού στρατοπέδου. Δεν πρόκειται για μια απλή, συμπτωματική και προσωρινή διολίσθηση, αλλά για μια μόνιμη και δομική μετατόπιση, για μια εγκατάσταση σε και συμφιλίωση με μια καθεστωτική γραμμή σκέψης και πράξης, σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω η χρησιμότητα της διάκρισης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς – αν θεωρήσει κανείς ότι δεν είχε χαθεί αυτή η χρησιμότητα εδώ και δεκαετίες.

Το παράδοξο των (αυτο-χαρακτηριζόμενων ως) προοδευτικών διανοούμενων να τίθενται αυτοβούλως στην υπηρεσία ημι-ολοκληρωτικών καθεστώτων παύει έτσι να είναι τέτοιο: δεν πρόκειται για προοδευτικούς διανοούμενους (ασχέτως του πώς οι ίδιοι αυτο-κατανοούνται) αλλά για ένα κάπως παράδοξο είδος οργανικών διανοουμένων, οι οποίοι, χωρίς κανείς να τους έχει καλέσει να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο, επιδεικνύουν οι ίδιοι μια σχεδόν αντανακλαστική προθυμία.
Αυτά όμως είναι τα επίχειρα πέντε δεκαετιών σταδιακής αφομοίωσης της προοδευτικής διανόησης στα μεσαία στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας και προσάρτησής της στο άρμα των πιο προωθημένων τμημάτων του κεφαλαίου καθώς αυτό ολοκλήρωνε την 3η βιομηχανική επανάσταση και τώρα επιχειρεί τη μετάβαση προς την 4η. Γιατί η άνωθεν απάντηση απέναντι στις ταραχές της δεκαετίας του 60 (ο τελευταίος σπασμός των κοινωνικών κινημάτων) δεν περιλάμβανε μόνο την αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας με την εισαγωγή των τεχνολογιών του αυτοματισμού και της πληροφορικής, αλλά κι έναν ιδεολογικό σφετερισμό αρκετών συνθημάτων εκείνης της εποχής. Η ιδεολογία της αυτο-πραγμάτωσης, απαλλαγμένη από ένα σημείο και πέρα από τα βαρίδια των «μεγάλων αφηγήσεων», δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναδεχτεί στους κόλπους της «ελευθεριακά» και «αντι-ιεραρχικά» αιτήματα. Όχι μόνο δεν ήταν προβληματική η καθεστωτική αποδοχή μιας τέτοιας ελευθεριακότητας, αλλά, έτσι ανάλαφρη όπως ήταν, έγινε το καύσιμο για ένα νέο κύμα οργιαστικού καταναλωτισμού. Μαζί με τις μεγάλες αφηγήσεις όμως (υποτίθεται ότι) κατέρρευσαν και οι μεγάλες αντιστάσεις, δίνοντας χώρο στις μικρές κι εφήμερες αντι-εξουσίες. Αυτή ήταν εν τέλει η διέξοδος που επέτρεψε σε μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης (και σίγουρα στους ακαδημαϊκούς, προοδευτικούς διανοούμενους) να διατηρήσουν μια ψευδεπίγραφη επαναστατικότητα, διοχετευόμενη προς έναν άνευρο δικαιωματισμό και προς μια ενίοτε αποπνικτική πολιτική ορθότητα που φιλοδοξεί να επιβάλλει ακόμα και γλωσσικούς ζουρλομανδύες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα προνόμια της κοινωνικής τους θέσης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι το σύνολο των διανοουμένων προσχώρησε σε τέτοιες, εν πολλοίς μεταμοντέρνες αντιλήψεις. Αρκετοί αρνήθηκαν με εντιμότητα τέτοια καλέσματα.

Ακόμα κι έτσι όμως, ειδικά όταν μιλάμε για ακαδημαϊκούς διανοούμενους, οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους και της αναπαραγωγής τους ως ειδικού κοινωνικού στρώματος ήταν άμεσα συναρτημένοι με τις νέες συνθήκες εντός κι εκτός πανεπιστημίου, με ό,τι συνέπειες αυτό μπορούσε να έχει όσον αφορά στο χάσμα που ανοίγεται πλέον ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, ανάμεσα σε ακαδημαϊκό μάθημα και κοινωνική στάση. Αυτό που τελικά έμεινε να ονομάζεται προοδευτικός χώρος (στον οποίο υποτίθεται ότι θέλει να ανήκει η αριστερά) θα έπρεπε επομένως να κατανοηθεί καλύτερα ως η «κοινωνικά ευαίσθητη» φράξια της κυρίαρχης, καθεστωτικής ιδεολογίας.

Αν τα παραπάνω έχουν μια βάση, τότε λύνεται κι ένα ακόμα παράδοξο: αυτό της συμπόρευσης περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων με την παραδοσιακή δεξιά. Από τη στιγμή που η σύγχρονη αριστερά και ο «προοδευτικός» χώρος, από την ίδια τους τη θέση, έχουν βρεθεί να εκφράζουν τα πιο δυναμικά τμήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσοι μένουν πίσω ή νιώθουν να απειλούνται από αυτό το είδος ανάπτυξης βρίσκονται στην αγκαλιά των εκπροσώπων των πιο καθυστερημένων κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών που επιστρατεύουν τα όπλα της παραδοσιακής δεξιάς ως ανάχωμα. Με άλλα λόγια, πίσω από τους υποτιθέμενους ιδεολογικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε «αριστερά» και παραδοσιακή «δεξιά» βρίσκεται σε εξέλιξη μια σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές φράξιες των δυτικών καπιταλιστικών σχηματισμών που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες στη μετάβασή τους προς το νέο, θαυμαστό κόσμο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης[1]. (περισσότερα…)

Ηλίας Αλεβίζος: Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

   Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του.

   Ανάμεσα στα άλλα, παραθέτει και την περίπτωση του Ανδροκλή, ενός σκλάβου από τη Δακία, που μια μέρα βρέθηκε σε κάποια αρένα της Ρώμης, ως υποψήφιο έδεσμα για τα δόντια ενός λιονταριού, περίφημου για το μέγεθος και την αγριότητά του. Ωστόσο, προς έκπληξη του φιλοθεάμονος κοινού, αντί να τον κατασπαράξει, το λιοντάρι τον πλησίασε και άρχισε τα παιχνιδίσματα και τα χάδια μαζί του. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο Ανδροκλής, την εποχή που ήταν δραπέτης και φυγάς στην Αφρική, βρήκε καταφύγιο σε κάποια σπηλιά της ερήμου. Ήταν εκεί που συνάντησε το λιοντάρι. Πληγωμένο στο πόδι του, αφέθηκε στις περιποιήσεις του Ανδροκλή και όταν ανάρρωσε, κυνηγούσε και μοιραζόταν μαζί του την τροφή που έπιανε. Επί τρία χρόνια έζησαν μαζί στη σπηλιά, μέχρι που ο Ανδροκλής αποφάσισε να επιστρέψει στον πολιτισμό, για να αιχμαλωτιστεί ξανά, έπειτα από τρεις ημέρες. Όταν κατά τύχη βρέθηκαν μαζί στην αρένα μετά από καιρό, ήταν σαν συνάντηση παλιών φίλων. Φυσικά, δόθηκε χάρη στον Ανδροκλή, ο οποίος από τότε ζούσε μαζί με το λιοντάρι, βγάζοντάς το για βόλτες στα στενά της Ρώμης.

   Στα μέσα του 2012, μια είδηση παρόμοιας θεματολογίας έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο, ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φτάνοντας μέχρι και σε ορισμένους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους. Η είδηση αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Συνειδητοποιώντας τη βαρβαρότητα του συγκεκριμένου «αθλήματος» τη στιγμή που ετοιμαζόταν να αποτελειώσει τον ταύρο, βίωσε μια συναισθηματική κατάρρευση μέσα στην αρένα κι έκτοτε αποφάσισε να στρατευτεί ως ακτιβιστής στον αγώνα υπερ της κατάργησης των ταυρομαχιών. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

   Η επιμονή στην κατανάλωση θηριωδίας θα μπορούσε να ωθήσει κάποιον να αντλήσει συμπεράσματα διόλου κολακευτικά για αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό, ή, εν πάση περιπτώσει, για ορισμένες στιγμές του δυτικού πολιτισμού (και η αξία του Μονταίν, μεταξύ άλλων, έγκειται στο ότι υπήρξε ένας από τους πρώτους στοχαστές με την ικανότητα να σκέφτεται ανθρωπολογικά). Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, η αντιπαραβολή του σχολίου του Μονταίν με μια σύγχρονη είδηση θα μπορούσε να αναδείξει τις διαφορές που χωρίζουν δύο κοινωνίες με απόσταση μισής χιλιετηρίδας, όσον αφορά στο τι αντιλαμβάνονται ως ζητούμενο της κοινωνικής κριτικής. Αν το διακύβευμα του Μονταίν υπήρξε η σχετικοποίηση του δυτικού ανθρώπου, τόσο ως προς άλλους πολιτισμούς όσο και ως προς τα ζώα, η είδηση για τον ανανήψαντα ταυρόμαχο φαίνεται να μας καλεί σε μια υπεράσπιση της ανθρωπιάς… του ανθρώπου. Ωστόσο, το παρόν κείμενο θα περιοριστεί σε κάτι πιο τετριμμένο. Θα επιχειρήσουμε μία σύντομη ανάλυση της εν λόγω είδησης, τόσο ως προς την αξιοπιστία της όσο και ως προς την εξέλιξη και τη διάδοσή της  στις πληροφοριακές λεωφόρους του διαδικτύου – που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται στενοσόκακα.

Η ιστορία μιας «παρανόησης» 

   Για όσους έτυχε να διαβάσουν τη συγκεκριμένη ιστορία κάπου στο διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι ότι είτε την είδαν αναδημοσιευμένη στο προφίλ κάποιου φίλου τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε την έλαβαν από κάποιο γνωστό τους υπό τη μορφή e-mail. Παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές, ποτέ δεν υπερβαίνει τις δύο – τρεις παραγράφους και ανάμεσα στην περιγραφή του περιστατικού παρεμβάλλεται κι ένα απόσπασμα σχεδόν λογοτεχνικής ποιότητας που αποδίδεται στον ίδιο τον ταυρομάχο. Αναπόσπαστο κομμάτι της αποτελεί και η φωτογραφία που αναφέρθηκε παραπάνω. Η ιστορία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ορφανή, μιας και σχεδόν ποτέ δεν συνοδεύεται από παραπομπή στην αρχική πηγή ούτε γίνεται αναφορά στον συντάκτη της. Για να πιάσει κανείς το νήμα της εξέλιξής της, πρέπει να είναι πρόθυμος να αφιερώσει μερικές ώρες αναζήτησης στο διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία και συμπληρώνοντας κατά περίσταση με τις κατάλληλες λογικές συνεπαγωγές.

   Μία από τις πρώτες εκδοχές της, τοποθετημένη περίπου στις αρχές του 2012, μπορεί να ανευρεθεί στο ισπανόφωνο (με έδρα την Αργεντινή) κοινωνικό δίκτυο taringa[1]. Ο χρήστης που τη δημοσίευσε ανήρτησε την επίμαχη φωτογραφία, πάνω από την οποία παρέθετε το «λογοτεχνικό» απόσπασμα σε εισαγωγικά.  Ωστόσο, φρόντισε να αποδώσει την πατρότητα του αποσπάσματος στον συγγραφέα του, τον ισπανό λογοτέχνη Antonio Gala. Δεν ήταν ο πρώτος που χρησιμοποιούσε τα συγκεκριμένα λόγια του Gala, σε συνδυασμό με κάποια φωτογραφία ταυρομαχίας, προφανώς ως μια συμβολική κίνηση εναντίωσης στο έθιμο αυτό[2]. Το 1995, ο Gala έγραψε ένα άρθρο για την ισπανική εφημερίδα El Pais, στο οποίο περιέγραφε τη δική του εμπειρία μεταστροφής που τον οδήγησε να συνταχθεί με το μέρος όσων αντιτάσσονται στο έθιμο των ταυρομαχιών. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, φαίνεται πως ένα μέρος του άρθρου εκείνου βρήκε τον δρόμο του προς το διαδίκτυο, αποτελώντας έκτοτε προσφιλή παραπομπή για τους anti-taurino. Περίπου την ίδια εποχή, ο συνδυασμός της φωτογραφίας με το απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί και στην ορφανή του εκδοχή, με τα λόγια ενσωματωμένα στην εικόνα, τα εισαγωγικά στη θέση τους, αλλά χωρίς αναφορά στον συγγραφέα[3].

   Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το όνομα του ταυρομάχου (Álvaro Múnera) δεν εμφανίζεται κάπου, συνδεδεμένο είτε με η φωτογραφία είτε με τα λόγια του Gala, παρά το ότι ο ίδιος είχε υπάρξει για χρόνια ενεργός ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων και είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις, προσβάσιμες και σε αγγλόφωνο κοινό[4]. Το σημείο καμπής φαίνεται πως είναι η 5η Μαρτίου του 2012, όταν ο αμερικανικός ιστότοπος salon.com αναδημοσιεύει δύο παλαιότερες συνεντεύξεις του, μία σε περιοδικό και μία ραδιοφωνική σε έναν ολλανδικό σταθμό[5]. Την ίδια μέρα, τρεις αμερικανοί χρήστες του facebook αναρτούν μία δημοσίευση που περιλαμβάνει την αρχική φωτογραφία, τα λόγια του Gala, αποδιδόμενα πλέον στον Múnera, καθώς και μερικά επιπλέον σχόλια όπου αναφέρεται ότι ο Múnera, παρότι κατέρρευσε σε εκείνη την ταυρομαχία, αποχώρησε τελικά από την ενεργό δράση λίγο καιρό αργότερα, λόγω ενός ατυχήματος στο οποίο ο ταύρος τον τραυμάτισε, αφήνοντάς τον παράλυτο[6]. Η χρήστης, στο προφίλ της οποίας ανέβηκε η δημοσίευση, παραθέτει σε σχόλιο της σύνδεσμο προς τη ραδιοφωνική συνέντευξη του Múnera, στην οποία όμως ο ίδιος ο Múnera δεν αναφέρει το παραμικρό σχετικά με κάποια κατάρρευσή του μέσα στην αρένα. Αντιθέτως, και στις δύο συνεντεύξεις του αναφέρει ρητά ότι η μεταστροφή του οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι, μετά το ατύχημά του (που όντως συνέβη), το περιβάλλον του, ιδιαίτερα όταν μετέβη στις Η.Π.Α. για κάποιες θεραπείες, τον αντιμετώπιζε περίπου ως εγκληματία.

   Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία άρχισε να διαδίδεται γρήγορα στο facebook και να καταγράφει χιλιάδες αναδημοσιεύσεις, ακόμα και σε συντομευμένες ή και ελαφρώς παραλλαγμένες εκδοχές της, χωρίς όμως κάποιον σύνδεσμο προς τις συνεντεύξεις[7]. Το καλοκαίρι του 2012, ένας συγγραφέας, στο ενεργητικό του οποίου βρίσκεται κι ένα βιβλίο με θέμα ειδικά τις ταυρομαχίες, ανήρτησε στο ιστολόγιό του μία σειρά στοιχείων που αποδείκνυαν το πλαστό της ιστορίας[8]  (χωρίς όμως να ιχνηλατεί την εξελιξή της, όπως παρουσιάζεται εδώ). Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί ως τώρα σχετικά με την πραγματική ιστορία του Múnera, ταυτοποιεί επίσης τον ταυρομάχο της φωτογραφίας (Sánchez Vara) κι επεξηγεί το νόημα της στάσης στην οποία τον συνέλαβε ο φακός. Κατά τρόπο ειρωνικό, ο ταυρομάχος όχι μόνο δεν βρισκόταν σε απόγνωση τη στιγμή που καθόταν με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι, αλλά, αντίθετα, η εν λόγω στάση αποτελεί τη λεγόμενη φιγούρα desplante, κατά την οποία δείχνει να αψηφά επιδεικτικά τον ταύρο, επιτρέποντάς του να φτάσει σε τόσο κοντινή απόσταση. Φυσικά, όσοι ταυρομάχοι αποπειρώνται να εκτελέσουν αυτή τη φιγούρα, το κάνουν μόνο τότε, όταν έχουν βεβαιωθεί ότι ο ταύρος είναι τόσο τραυματισμένος κι εξουθενωμένος ώστε να μην έχει καν τη δύναμη για να επιτεθεί – στην ουσία όταν βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο.

Δι’ εσόπτρου ηλεκτρονικού

   Αν το χρονολόγιο αυτής της πλαστογράφησης, όπως το ανασυστήσαμε παραπάνω, ευσταθεί έστω και σε αδρές γραμμές, τότε το ενδεχόμενο κάποιας εσκεμμένης παραποίησης με σκοπό την παραπληροφόρηση, μοιάζει λιγότερο πιθανό απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, γνωρίζοντας μόνο το γεγονός της πλαστογράφησης αυτό καθ’ εαυτό. Αντίθετα, μια πιο ευλογοφανής υπόθεση θα ήταν αυτή της «αθώας» παρανόησης. Ένας ιστότοπος αναδημοσιεύει αρχικά μια παλαιότερη συνέντευξη του ταυρομάχου. Ορισμένα άτομα με ευαίσθησίες στο θέμα των δικαιωμάτων των ζώων σκοντάφτουν στο άρθρο και σπεύδουν να κάνουν μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο για το θέμα. Καθώς το λογοτεχνικό απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί ήδη ορφανό, μαζί με τη φωτογραφία,  αναφερόμενο επίσης σε μια εμπειρία μεταστροφής και μάλιστα μέσα από το βλέμμα ενός οιονεί ταυρομάχου, το βήμα της σύνδεσης των δύο περιστατικών μοιάζει σχεδόν λογικό. Εφόσον η σύνδεση μέσω απλής παράθεσης δεν θα ήταν αρκούντως ελκυστική, η φαντασία συμπληρώνει επικουρικά τη διήγηση με τις κατάλληλες λεπτομέρειες ώστε να της προσδώσει συνοχή. Τελικά, άτομα ή ομάδες με συγγενείς ανησυχίες αναλαμβάνουν από αυτό το σημείο κι έπειτα τη διάδοση της ιστορίας, η οποία σταδιακά αποκτά το καθεστώς είδησης.

   Το περιστατικό δεν είναι ούτε το πιο ακραίο ούτε μεμονωμένο μέσα στη σύντομη ιστορία του διαδικτύου. Το ζήτημα θα μπορούσε επομένως να λήξει κάπου εδώ, αφήνοντας ως παρακαταθήκη μία ακόμα αφορμή για ανέξοδες ηθικολογίες περί αναξιοπιστίας των νέων μέσων – προφανώς τα έντυπα μέσα του παρελθόντος και του παρόντος υπήρξαν υποδείγματα αξιοπιστίας – ή για διθυράμβους περί της ικανότητας του διαδικτυακού «πλήθους» να αυτορυθμίζεται, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των κυβερνητικών συστημάτων – μέχρι τον επόμενο Snowden που θα υπενθυμίσει ότι και οι μηχανές διαθέτουν τους ρυθμιστές τους. Ως διέξοδο από τη διελκυνστίδα μεταξύ τεχνοφοβίας και τεχνοφιλίας προτάσσεται ενίοτε εκείνη η «ώριμη» στάση της τήρησης ίσων αποστάσεων από εκδηλώσεις του λεγόμενου τεχνολογικού ντετερμινισμού, αντίθετες όψεις του οποίου συνιστούν τόσο η τεχνοφοβία όσο και η τεχνοφιλία. Μια τέτοια καταδίκη του τεχνολογικού ντετερμινισμού «απ’ όπου κι αν προέρχεται», στη βάση μιας αφηρημένης μεθοδολογικής αρχής, μοιάζει καταρχήν θεμιτή. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε παρά να εγείρει υποψίες, αν εξεταστεί ως προς τις έσχατες κοινωνικές, πολιτικές κι εν τέλει ιδεολογικές συνέπειές της, ειδικότερα αν λάβει κανείς υπόψιν του την πλημμυρίδα «λατρευτικών» εκδηλώσεων που περιβάλλει τα νέα μέσα καθώς και την πηγή απ’ όπου αναβλύζει όλη η συναφής τεχνολαγνεία – κι εδώ φυσικά εννοούμε τα προνομιούχα τμήματα των τεχνολογικά υπερανεπτυγμένων και καπιταλιστικά υπερώριμων κοινωνιών της δύσης. Αντί να προσπεράσουμε το περιστατικό, ξορκίζοντάς το με μερικές κατάρες ή δοξολογίες, ίσως θα ήταν πιο γόνιμο να το χρησιμοποιήσουμε ως εφαλτήριο για ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

   Μία από τις συνηθέστερες χάρες που αποδίδονται στα νέα μέσα αφορά στην υποτιθέμενα εγγενή δημοκρατικότητά τους, με τη δυνατότητα που παρέχουν στους απλούς χρήστες να εκφράζονται αυθόρμητα, σπάζοντας τα άλλοτε ασφυκτικά δεσμά των παντός είδους διαμεσολαβήσεων. Αν εξεταστεί από πιο κοντά αυτό το νέο είδος λόγου του απλού χρήστη (κι αφήνοντας κατά μέρος το θέμα της αξιοπιστίας προς το παρόν), ένα ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι το κατά πόσον ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημόσιου.  Στην περίπτωση της ιστορίας με τον ταυρομάχο, το ύφος της παρουσίασής της καθώς και ο τρόπος διαδόσης της προδιαθέτουν υπέρ της δημόσιας φύσης της. Ωστόσο, οι δημοσιεύσεις ενός χρήστη κοινωνικού δικτύου στο προφίλ του απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε όσους έχει επιλέξει να προσθέσει ως «φίλους» του ή, με άλλα λόγια, σε άτομα που παραδοσιακά θα λέγαμε ότι ανήκουν στον προσωπικό του κύκλο. Φυσικά, μόνο κάποιος αφοπλιστικά αφελής θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τη δραστηριότητα του σε τέτοια μέσα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα διαχειριζόταν αυστηρά ιδιωτικές υποθέσεις του (τουλάχιστον μέχρι τώρα). Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο κομμάτι του λόγου των νέων μέσων φαίνεται να εμπίπτει ακριβώς σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, με τις αντιφάσεις, τις αντινομίες και τις εντάσεις μεταξύ των δύο πόλων να διατρέχουν και το ύφος του. Ύφος εξομολογητικό, συχνά με υπερχειλίζοντα συναισθηματισμό ποικίλων αποχρώσεων (από δακρύβρεχτο μέχρι οργίλο) που ωστόσο, στο βαθμό που θέλει να εκφραστεί ημι-δημόσια, ποτέ δεν ρίχνει τις άμυνες για να γίνει απροκάλυπτα προσωπικό, παρά την τελευταία στιγμή ελίσσεται για να επιδοθεί σε γενικεύσεις και παρατηρήσεις που υπερβαίνουν  το ατομικό – και δικαιολογημένα ελέγχονται ως απλές εκλογικεύσεις. Αρκετά χρόνια πριν τη διάδοση του διαδικτύου, ο Richard Sennett είχε περιγράψει σε μια εκτενή μελέτη του (The Fall of Public Man, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Η τυραννία της οικειότητας) τη διαδικασία κατάλυσης των ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού κατά τη μετάβαση από το Ancien Régime στις αστικές, βιομηχανικές κοινωνίες του 19ου αιώνα. Αυτό που ονόμασε ως εισβολή της προσωπικότητας στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται ιδεοτυπικά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή και κρίνεται η παρουσία ενός πολιτικού (αλλά όχι μόνο) προσώπου στις δημόσιες εμφανίσεις του, κατά τις οποίες το ίδιο το περιεχόμενο των λόγων του δεν διαθέτει κάποια αυταξία, παρά λογίζεται ως αφορμή για να αποκωδικοποιηθούν όψεις της προσωπικής του ζωής, όταν αυτή δεν προβάλλεται απροκάλυπτα ως θέαμα μπροστά σ’ ένα παθητικό κοινό. Μπορεί κανείς να επιχαίρει για τις (πραγματικές ή φανταστικές) αυξημένες δυνατότητες ενεργητικής συμμετοχής των απλών χρηστών στον δημόσιο λόγο, όμως συνήθως προσπερνάται το ζήτημα των δομικών μεταβολών σε αυτόν τον λόγο, διαμέσου και των νέων δικτυακών τεχνολογιών. Αυτό το υβρίδιο του νέου λόγου που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις γκρίζες ζώνες του διαδικτύου φαίνεται να οδηγεί στις ακραίες της συνέπειες τη διαδικασία σύμφυσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, όπως την είχε περιγράψει ο Sennett. Όμως αυτή τη φορά δεν πρόκειται μόνο για μια διάρρηξη των ορίων του δημοσίου από στιγμές του ιδιωτικού, αλλά και αντίστροφα, για μια διαρκή παρουσία ενός οιονεί δημοσίου ματιού σε λειτουργία κατόπτευσης του προσωπικού, παγιδεύοντας έτσι τον λόγο στη μέγγενη μιας διπλής λογοκρισίας (λησμονείται συχνά ότι η πιο αυστηρή λογοκρισία μπορεί να έχει ως πηγή της τα πιο κοντινά πρόσωπα), από την οποία επιχειρεί να αποδράσει με συναισθηματικές εξάρσεις που καταλήγουν να ταυτίζουν το πολιτικό με το προσωπικό. Κατόπιν τούτου, δεν φαίνεται παράλογο όταν πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες εκλαμβάνονται ως προσωπικές προδοσίες ή όταν προσωπικές διαφορές λειτουργούν ως ανυπέρβλητα αναχώματα για την σύμπτυξη πολιτικών συμμαχιών ή όταν παροχετεύονται στον δημόσιο λόγο με το προκάλυμμα του πολιτικού.

   Ένα δεύτερο στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην είδηση για τον ταυρομάχο αφορά στην εξέλιξη της μέσα στον χρόνο. Παρά τις παραλλαγές και μεταμορφώσεις που γνώρισε κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής της, η ιστορία κατάφερε να διατηρήσει αλώβητο ένα χαρακτηριστικό της. Το μήνυμα που μεταφέρει, ως μια διαμαρτυρία εναντίον των ταυρομαχιών, μοιάζει αναμφίλεκτο, ανεξαρτήτως του ακριβούς περιεχομένου του. Οι ενδιάμεσοι κόμβοι μέσα από τους οποίους διήλθε μπορεί να επέβαλλαν πλήθος περιεχομενικών παραμορφώσεων, κάτι που ωστόσο όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε το αρχικό μήνυμα, αλλά λειτούργησε και ενισχυτικά υπέρ του. Το «παράδοξο» αυτό βρίσκει μια απλή εξήγηση αν παρατηρήσει κανείς ότι όσοι επέλεξαν να αναδημοσιεύσουν την ιστορία συμμερίζονταν εξαρχής μία αδιαπραγμάτευτη στάση εναντίον των ταυρομαχιών. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια συμπεριφορά που προσιδιάζει ειδικά στους χρήστες των νέων μέσων. Αν κάτι είναι καινούριο στην εικονικότητα του διαδικτύου, αυτό έγκειται στην ευκολία με την οποία ένας χρήστης μπορεί να απορρίψει, να αποδεχτεί και να αναπαραγάγει το όποιο υλικό συναντάει στις ψηφιακές περιπλανήσεις του, χαρακτηριστικό που δύσκολα θα έβρισκε επικριτές. Σε δεύτερο χρόνο όμως, αυτή η ευκολία ανεπαίσθητα μεταφράζεται σε ευχέρεια προεπιλογής εκείνων των όψεων της εμπειρικής πραγματικότητας που συνάδουν με ό,τι φαίνεται να επιβεβαιώνει την αυτοκατανόηση του εγώ που κάθεται μπροστά από την οθόνη – ευχέρεια που ενισχύεται από πλείστες εταιρείες μέσω της λεγόμενης προσωποποιημένης παροχής υπηρεσιών ή αλλιώς customization. Η επιδίωξη μιας (εικονικής, περιττό να το πούμε) ασφάλειας μέσω του εξοβελισμού από το διανοητικό και συναισθηματικό πεδίο του ο,τιδήποτε μοιάζει απειλητικό ανορθώνει έτσι διάφανα τείχη τα οποία δεν μπορούν παρά να επιστρέφουν αντανακλάσεις αυτού του περιδεούς εγώ[9]. Αν η ελευθερία διακίνησης πληροφοριών αποτελεί κάτι σαν άρθρο πίστης του νέου ψηφιακού κόσμου, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, οι διαδικασίες που κυοφορούνται υπόγεια μπορεί ωστόσο να εκβάλουν σε ένα νέο είδος πουριτανισμού που θα κρατάει σε απόσταση ό,τι δεν συμμορφώνεται με προσωπικές αρέσκειες. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο παράλληλων και μη τεμνόμενων οδών ψηφιακά ενισχυμένης φιλαυτίας, οι πληροφοριακές λεωφόροι των φιλελεύθερων δημοκρατιών (μαζί με την περιλάλητη πολυφωνία τους) ίσως καταλήξουν τελικά να μοιάζουν περισσότερο με τα τούνελ του Σάμπατο.

Η ανθεκτική γοητεία της μυθολογίας

Συχνά – πυκνά, διάφορες αναλύσεις που πραγματεύονται τις κοινωνικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών καταφεύγουν σε αναλογίες με την εποχή της ανακάλυψης της τυπογραφίας. Αυτό που επιτυγχάνουν συνήθως είναι να συνδυάζουν κατά αξιοθαύμαστο τρόπο την ιστορική άγνοια γύρω από την εξέλιξη της τυπογραφίας με την ακόμα πιο αβυσσαλέα τεχνική άγνοια σχετικά με τη δομή των ψηφιακών μέσων (τυπικό παράδειγμα τέτοιας παρανόησης αποτελεί ο μύθος περί της αποκεντρωμένης φύσης του διαδικτύου, σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική φύση της τυπογραφίας)[10]. Ενδίδοντας προς στιγμή στον πειρασμό μιας τέτοιας ιστορικής αναλογίας, θα αναφέρουμε μια συνηθισμένη πρακτική από τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Ως γνωστό, η ευρωπαϊκή επέκταση προς νέες ηπείρους συνέπεσε με την ανακάλυψη της τυπογραφίας. Ένα από τα προσφιλή θέματα των τότε βιβλίων ήταν οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις από τους νέους τόπους καθώς και ζωολογικές εγκυκλοπαίδειες που περιλάμβαναν πλήθος ζώων που συναντούσε κανείς στα ταξίδια, αλφαβητικά ταξινομημένων, τα λεγόμενα bestiarium vocabulum. Μία ιδιαιτερότητα ωστόσο αυτών των βιβλίων ήταν η απουσία διάκρισης ανάμεσα σε πραγματικές και φανταστικές ιστορίες ή ανάμεσα σε υπαρκτά ζώα και μυθολογικά τέρατα, κάτι που παρά ταύτα δεν μείωνε τη λαοφιλία τους. Τραβώντας την αναλογία διαδικτύου – τυπογραφίας στα άκρα και με αφορμή την ιστορία που παρουσιάστηκε, πόσο εύστοχο ή άστοχο θα ήταν άραγε να μιλήσουμε για μια αναβίωση των bestiarium vocabulum στον 21ο αιώνα; Οι εύκολες ιστορικές αναλογίες είναι όντως παρακινδυνευμένες, όμως αν κάτι έχει να μας πει η ιστορική εμπειρία είναι ότι τα νέα τεχνικά μέσα ποτέ δεν έδρασαν αυτόματα κατά διαφωτιστικό ή χειραφετητικό τρόπο, ενώ η συλλήβδην απόρριψή τους μπορεί να οδηγήσει σε κωμικά συμπεράσματα. Στο βαθμό που τα νέα, ψηφιακά μέσα, όπως κάποτε τα βιβλία, γεννιούνται κι αναπτύσσοναι εντός ανταγωνιστικών κοινωνικών πλαισίων, δεν μπορεί παρά να λειτουργούν κι αυτά σε ένα βαθμό ως όπλα του πολιτικού αγώνα. Αν η αντανακλαστική απόρριψή τους ισοδυναμεί με αφοπλισμό, η άκριτη αποδοχή τους από την άλλη μάλλον ακονίζει το λεπίδι των εκάστοτε ισχυρών.

[1]     Σύνδεσμος Ακριβής ημερομηνία δημοσίευσης δεν υπάρχει. Ωστόσο ο χρονικός εντοπισμός της μπορεί να γίνει με χρήση των κατάλληλων ημερομηνιακών φίλτρων της Google.

[2]     Σύνδεσμος Σε αυτόν τον σύνδεσμο (Ιούλιος 2011) μπορεί να βρεθεί μια άλλη φωτογραφία, με ενσωματωμένο το απόσπασμα.

[3]     Σύνεδσμος Ιανουάριος 2012

[4]     Σύνδεσμος Συνέντευξή του στο περιοδικό Vice, από το 2008.

[5]     Σύνδεσμος Ο αρχικός σύνδεσμος δεν λειτουργεί αλλά μπορεί να ανακτηθεί μέσω του wayback machine.

[6]     Σύνδεσμος

[7]     Σύνδεσμος 7 Μαρτίου 2012, Σύνδεσμος 8 Ιουλίου 2012

[8]     Σύνδεσμος

[9]     Στον αγγλόφωνο χώρο, το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει αποδοθεί εύστοχα με τον όρο echo chamber, που μια πιθανή απόσοσή του στα ελληνικά θα ήταν ως αντηχοϊκός θάλαμος, κατά παράφραση του ανηχοϊκού θαλάμου.

[10]    Κάποιες πιο ισορροπημένες αναλύσεις σχετικά με την ιστορική εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, τις ιδεολογικές προκείμενές τους και τις επιπτώσεις τους, τόσο από συντηρητική όσο και από ρητά κριτική σκοπιά, μπορούν να βρεθούν στα εξής: Computer: a history of the information machine (Martin Campbell-Kelly, William Aspray, Nathan Ensmenger, Jeffrey Yost), The modern invention of information: discourse, history and power (Ronald Day) Who controls the Internet? Illusions of a borderless world (Jack Goldsmith, Tim Wu). Ειδικότερα για τις σχέσεις γραφής και τεχνικών μέσων: Orality and literacy: the technologizing of the word (Walter Ong), Writing technology: studies on the materiality of literacy (Christina Haas).