Ευρώπη

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (3/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

(Συνέχεια από το δεύτερο και το πρώτο μέρος)

ΙΙΙ. ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτική προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

557766f37f20cΗ καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτό των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

dome-of-mosque-at-dusk-700712709-5aa7ff240e23d9003705318eΗ βαθιά ναρκισσιστική νεύρωση δεν οφείλεται μόνο στην στρατιωτική κατωτερότητά τους απέναντι στη Δύση. Ακόμα μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει η πνευματική και υλική εξάρτηση από τους Δυτικούς. Τα τελευταία τετρακόσια χρόνια οι Άραβες δεν έχουν να επιδείξουν ούτε μια αξιομνημόνευτη ανακάλυψη. Ο Ρούντολφ Σιμέλι μνημονεύει την πρόταση ενός ιρακινού συγγραφέα: «Αν τον 18ο αιώνα ένας ιρακινός είχε προχωρήσει στην ανακάλυψη της ατμομηχανής, αυτή δεν θα είχε κατασκευαστεί ποτέ». Κανένας ιστορικός δεν θα έφερνε αντίρρηση. Για τον νοήμονα Άραβα κάθε αντικείμενο της πεζής καθημερινότητας στο Μαχρέμπ ή στη Μέση Ανατολή, κάθε ψυγείο, κάθε τηλέφωνο, κάθε πρίζα, κάθε κατσαβίδι, (τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας έτσι κι αλλιώς) συνιστούν ένα σιωπηρό χτύπημα. Τα παρασιτικά πετρελαϊκά κράτη που ζουν από τα αποθέματά τους είναι κι αυτά αναγκασμένα να εισάγουν τεχνολογία από το εξωτερικό. Αν δεν απασχολούσαν γεωλόγους από τη Δύση, εργάτες και εργοδηγούς, αν δεν είχαν στόλους από τάνκερ και διυλιστήρια θα ήταν αδύνατον να εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματά τους. Το βασίλειό τους είναι γι’ αυτό ένα είδος κατάρας θυμίζοντάς τους συνεχώς τον βαθμό εξάρτησής τους από την Δύση. Αν εξέλειπε το πετρέλαιο η οικονομία του αραβικού κόσμου θα είχε μικρότερη ισχύ από εκείνη μιας και μόνο φινλανδικής εταιρίας τηλεφωνίας.

Ανάλογα αντιπαραγωγικός αποδείχτηκε ο αραβικός κόσμος και σε πολιτικό επίπεδο. Ο εθνικισμός και ο σοσιαλισμός, δύο εισαγόμενα είδη, έχουν αποτύχει παταγωδώς. Οποιοδήποτε δημοκρατικό σκίρτημα καταπνίγεται συνήθως εν τη γενέσει του. Είναι πάντως αυτονόητο πως τέτοιες γενικότητες αναφέρονται στο σύνολο και αποσιωπούν τις όποιες προσωπικές ικανότητες των κατοίκων, οι οποίες, όπως σε όλο τον κόσμο, υπόκεινται κι εδώ στους νόμους της γενετικής διασποράς. Σε πολλά αραβικά κράτη πάντως η έκφραση προσωπικής άποψης θέτει το άτομο σε θανάσιμο κίνδυνο. Σ’ αυτόν τον κίνδυνο οφείλεται το γεγονός ότι οι καλύτεροι Άραβες επιστήμονες, τεχνικοί, συγγραφείς και πολιτικοί στοχαστές ζουν εξόριστοι. Πρόκειται για ένα σοβαρό Brain Drain, ανάλογο μ’ εκείνο της εβραϊκής ελίτ στην Γερμανία της δεκαετίας του ’30.

Οι μέθοδοι καταπίεσης, κοινές στα αραβικά κράτη, αντλούν την καταγωγή τους από την ανατολική Δεσποτεία, με τους άπιστους δυτικούς να αποτελούν κι εδώ το βασικό πρότυπο. Αυτοί ανακάλυψαν και εξήγαν τα πάντα, από το περίστροφο ως τα τοξικά αέρια, χρήση των οποίων κάνει όλος ο αραβοϊσλαμικός κόσμος. Οι ηγέτες του έχουν ενστερνιστεί ακόμα και τις μεθόδους της GPU ή της Γκεστάμπο. Όμως ούτε η ισλαμιστική τρομοκρατία μπορεί να υπάρξει χωρίς τέτοια δάνεια. Όλα τα τεχνικά μέσα που χρησιμοποιεί, από την δυναμίτιδα μέχρι το δορυφορικό τηλέφωνο, από το αεροπλάνο μέχρι την βιντεοκάμερα, είναι προϊόντα φτιαγμένα στη μισητή Δύση. Μια τόσο ευρεία εξάρτηση

398px-hizbollah_posters_2006

είναι προφανές πως δεν μπορεί παρά να γίνεται μόνο δύσκολα αποδεκτή. Ιδιαιτέρως η επαφή των μεταναστών με τον δυτικό πολιτισμό, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, τους προκαλεί συνεχή πολιτισμικά σοκ. Ο πακτωλός των προϊόντων, οι διαφορετικές απόψεις, οι οικονομικές και σεξουαλικές επιλογές οδηγούν σ’ ένα Double Bind, κάτι ανάμεσα σε έλξη και απώθηση. Την ίδια ώρα η συνεχής συνειδητοποίηση της υστέρησης του δικού τους πολιτισμού γίνεται αβάσταχτη. Είναι αυτονόητη η επίδραση που έχει στην προσωπική τους αυτοεκτίμηση αυτή η συνειδητοποίηση καθώς εξηγεί τη τάση τους να επιστρατεύουν θεωρίες συνομωσίας για να δικαιολογήσουν το χάσμα. Δεδομένης της κατάστασης η ένταξη στους κόλπους των Ισλαμιστών αποτελεί για πολλούς έναν μεγάλο πειρασμό και μια ευκαιρία να τιμωρήσουν άλλους για τις προσωπικές τους αδυναμίες.

Ο Ισλαμισμός δεν ενδιαφέρεται να προτείνει λύση στο δίλημμα τού αραβικού κόσμου αφού εξαντλείται στον αρνητισμό του. Πρόκειται για ένα αυστηρά απολιτικό κίνημα, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν σκοπεύει να εξελιχτεί ή να μετασχηματιστεί σε κάτι πέρα απ’ αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, ως μόνο στόχο του έχει την κατάκτηση και εξολόθρευση των κατοίκων του πλανήτη, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείται από απίστους και αιρετικούς.

Αυτή η έντονη επιθυμία δεν είναι πραγματοποιήσιμη. Η καταστροφική δύναμη των απόλυτα ηττημένων αρκεί, βεβαίως, για να σκοτώσει χιλιάδες, ίσως δεκάδες χιλιάδες αμάχους και να φθείρει αδιάκοπα έναν πολιτισμό, στον οποίο έχει κηρύξει πόλεμο. Ένα στοιχείο για την επίδραση που μπορούν να έχουν οι λίγες δεκάδες άνθρωποι-ζωντανές βόμβες είναι οι συνηθισμένοι πια, καθημερινοί έλεγχοι ασφαλείας.

Αυτό είναι το λιγότερο απ’ όσα η τρομοκρατία μπορεί να κοστίσει στον πολιτισμό. Γιατί η τρομοκρατία είναι ικανή να δημιουργήσει ένα γενικότερο κλίμα φόβου προκαλώντας αντιδράσεις πανικού. Αυξάνει την δύναμη και την επιρροή της πολιτικής αστυνομίας, των μυστικών υπηρεσιών, της εξοπλιστικής βιομηχανίας και των ιδιωτικών εταιριών προστασίας, οδηγεί στην ψήφιση όλο και πιο άγριων κατασταλτικών νόμων και έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια ελευθεριών που έχουν κερδηθεί με αγώνες. Δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε τις γνωστές θεωρίες συνομωσίας για να καταλάβουμε πως υπάρχουν άνθρωποι που επιχαίρονται με όλα αυτά. Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από έναν εξωτερικό εχθρό που να ενεργοποιεί τις δυνάμεις της παρακολούθησης και καταστολής. Η ρωσική εσωτερική πολιτική είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω ο Ισλαμισμός μπορεί να τα θεωρήσει ως επιτυχία του. Ωστόσο τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά στις παγκόσμιες ισορροπίες δυνάμεων. Ακόμα και το εντυπωσιακό χτύπημα στο Κέντρο Παγκόσμιου Εμπορίου δεν μπόρεσε να επηρεάσει την ηγετική θέση που κατέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης συνέχισε τις εργασίες του την Δευτέρα αμέσως μετά το χτύπημα. Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις που είχε στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο παγκόσμιο εμπόριο ήταν στην πραγματικότητα μηδαμινές.

salman-abedi-isis-616833Αντιθέτως, οι συνέπειες για τις αραβικές κοινωνίες ήταν τεράστιες. Τον λογαριασμό για τις μακροπρόθεσμες καταστροφές δεν θα κληθεί να τις πληρώσει η Δύση αλλά οι περιοχές εκείνες στο όνομα των οποίων δρα ο Ισλαμισμός. Και δεν είναι μόνο οι άστεγοι, οι μετανάστες και οι αναζητούντες άσυλο όσοι πρόκειται να υποφέρουν. Ολόκληροι λαοί θα υποχρεωθούν -πέρα από κάθε έννοια δικαιοσύνης- να πληρώσουν τεράστιο τίμημα για τις πράξεις των αυτόκλητων αντιπροσώπων τους. Η πεποίθηση πως η τρομοκρατία θα μπορούσε να βελτιώσει τις ήδη πολύ άσχημες προοπτικές τους είναι εντελώς παράλογη. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας που να κατόρθωσε να μακροημερεύσει καταπνίγοντας το παραγωγικό της δυναμικό.

Στόχος των απόλυτα ηττημένων, όπως βλέπουμε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, είναι να οργανώσει την αυτοκτονία ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μια ευρεία εξάπλωση της λατρείας τους για τον θάνατο δεν μοιάζει, ωστόσο, πιθανή. Οι επιθέσεις αυτοκτονίας είναι τόσο πιθανό να συμβούν όσο και τα καθημερινά, συνηθισμένα πια, δυστυχήματα στους δρόμους.

Ο πλανήτης είναι υποχρεωμένος να πορευτεί κατ’ αυτό τον τρόπο, όσο οι κοινωνίες του συνεχίζουν να παράγουν ολοένα και περισσότερους ηττημένους.

ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Advertisements

Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, Ο απόλυτα ηττημένος (1/3)

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

(Μετάφραση: Χρήστος Αστερίου)

~.~

Ι. ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Είναι δύσκολο να μιλήσεις για τον ηττημένο και ηλίθιο να τον αποσιωπήσεις. Ηλίθιο επειδή δεν υπάρχουν απόλυτοι νικητές κι επειδή σε όλους μας, τόσο στον επηρμένο μεγαλομανή όσο και στον τελευταίο επαίτη της Καλκούτας, επιφυλάσσεται το ίδιο ακριβώς τέλος. Δύσκολο επειδή εύκολα συμβιβαζόμαστε με τη κοινότοπη, μεταφυσική ανάγνωση του ζητήματος ήττας. Αν μείνουμε σε μια τέτοια παραδοχή χάνουμε ουσιαστικά την ένταση και την πολιτική πλευρά του.

Intellektuelle gegen Notstandsgesetze - EnzensbergerΑντί να μελετήσουν τα χιλιάδες πρόσωπα του ηττημένου, οι κοινωνιολόγοι μένουν άκαμπτοι στις στατιστικές τους μιλώντας για μέσους όρους, αποκλίσεις, κατανομές. Σπάνια τους περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα πως θα μπορούσαν και οι ίδιοι να ανήκουν στην κατηγορία των ηττημένων. Οι ορισμοί τους είναι σαν το ξύσιμο της πληγής: ο πόνος που επέρχεται με το ξύσιμο είναι μεγαλύτερος από τον αρχικό, ισχυρίζεται ο Σάμουελ Μπάτλερ. Έτσι όπως εξελίσσεται η ανθρωπότητα, ωστόσο, («καπιταλισμός», «ανταγωνισμός», «αυτοκρατορία», «παγκοσμιοποίηση» είναι εδώ οι επικρατούσες έννοιες) δεν αυξάνεται μόνο ο αριθμός των ηττημένων μέρα με την ημέρα, αλλά πολύ γρήγορα –όπως πάντα συμβαίνει με τις μεγάλες μάζες- συντελούνται ομαδοποιήσεις. Μέσω μιας χαώδους και ακατανόητης διαδικασίας διαχωρίζονται μεταξύ τους οι ηττημένοι απ’ τους υποδεέστερους και τα θύματα. Ένας άνθρωπος που αποδείχτηκε κατώτερος των περιστάσεων μπορεί να αποδέχεται την ήττα του και να παραιτείται, το θύμα μπορεί να απαιτεί ικανοποίηση και ο ηττημένος να προετοιμάζεται για τον επόμενο γύρο. Ο απόλυτα ηττημένος όμως διαχωρίζει τη θέση του, καθίσταται αόρατος διαφυλάσσοντας την αφάνειά του, μαζεύει δυνάμεις και περιμένει τη σειρά του.

Όποιος αρκείται στα αντικειμενικά, υλικά κριτήρια, στα στοιχεία των οικονομολόγων και στα αποκαρδιωτικά συμπεράσματα των εμπειρογνωμόνων δεν θα αντιληφθεί την πραγματικά δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος. Τίποτα δεν είναι αρκετό για να τον παρακινήσει, ανεξάρτητα απ’ ότι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ανταγωνιστές, συνάδελφοι, ειδικοί ή γείτονες, συμμαθητές, αφεντικά, φίλοι κι εχθροί. Ο απόλυτα ηττημένος πρέπει να ρίξει ο ίδιος τον κύβο. Πρέπει ο ίδιος να ομολογήσει πως είναι ένας ηττημένος και τίποτα περισσότερο. Μπορεί βεβαίως να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση, να είναι φτωχός ή αδύναμος, να έχει βιώσει την μιζέρια και την ήττα. Απόλυτα ηττημένος, όμως, γίνεται μόνον την στιγμή που αποδέχεται την ετυμηγορία εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους νικητή.

Κανείς δεν εκδηλώνει αυθόρμητο ενδιαφέρον για τον απόλυτα ηττημένο κι αυτό είναι ένα γεγονός που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαιότητας. Ο ηττημένος υπάρχει όσο βρίσκεται μόνος του και η αλήθεια είναι πως είναι πολύ μόνος του, όχι απλώς κλεισμένος στον εαυτό του. Μένει απαρατήρητος, βουβός, ένας άνθρωπος εν υπνώσει. Αν όμως παρ’ όλ’ αυτά κάνει αισθητή την παρουσία του και δράσει είναι ικανός να τρομοκρατήσει. Και μόνο η ύπαρξή του θυμίζει στους υπόλοιπους πόσο εύκολα θα μπορούσαν να περιπέσουν στην δική του κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση θα τον βοηθούσαν αν έπαιρνε επιτέλους την απόφαση να παραιτηθεί. Όμως αυτός δεν σκέφτεται κάτι τέτοιο ούτε και δείχνει να αρέσκεται στην βοήθεια των άλλων.

Ο ηττημένος αποτελεί αντικείμενο σπουδής και υπαρξιακό μοντέλο για μια σειρά επαγγελματιών. Κοινωνικοί ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, εγκληματολόγοι, θεραπευτές και αρκετοί άλλοι που δεν ανήκουν στην τάξη των ηττημένων, θα έχαναν το μεροκάματό τους αν αυτός εξέλιπε. Ακόμα και αν επιδείξουν, όμως, τις καλύτερες προθέσεις προσπαθώντας να τον κατανοήσουν, ο ασθενής παραμένει στα μάτια τους δυσερμήνευτος. Τα ασφαλή, προκαθορισμένα όρια του επαγγέλματος δεν αφήνουν περιθώρια κατανόησης του ψυχικού του κόσμου. Σε κάθε περίπτωση είναι γνώστες του γεγονότος ότι ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος είναι δυσπρόσιτος και σε τελική ανάλυση απρόβλεπτος. Αποδεικνύονται ανεπαρκείς ακόμα και να αναγνωρίσουν ανάμεσα στους εκατοντάδες που συναντούν στα γραφεία και στα ιατρεία τους εκείνον τον ένα που είναι προετοιμασμένος να φτάσει στα άκρα. Ίσως να ψυχανεμίζονται πως δεν πρόκειται για μια απ’ τις γνωστές περιπτώσεις που θα μπορούσαν να διευθετηθούν μέσω της πεπατημένης. Ο ηττημένος ζυγίζει καλά τις καταστάσεις πριν πράξει. Σιωπά και περιμένει χωρίς να γίνεται αντιληπτός γι’ αυτό και προκαλεί τον φόβο. Ο φόβος αυτός δεν είναι καινοφανής, αλλά σε κάθε περίπτωση πιο δικαιολογημένος παρά ποτέ. Οποιοσδήποτε μετέχει στο κοινωνικό γίγνεσθαι μπορεί να αντιληφθεί το εύρος της καταστρεπτικής δύναμης που κρύβεται στον απόλυτα ηττημένο, μια δύναμη που δεν μπορεί να κατανικηθεί, όσα μέτρα κι αν λάβουμε.

41tefxhsqhl._sx298_bo1,204,203,200_Ο άνθρωπος αυτός μπορεί να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Μέσω της έκρηξης βρίσκει την μοναδική λύση που θα μπορούσε να φανταστεί για το πρόβλημά του: την κλιμάκωση τού κακού που τον βασανίζει. Κάθε εβδομάδα διαβάζουμε γι’ αυτόν στις εφημερίδες. Είναι ο πατέρας που σκότωσε πρώτα την γυναίκα του κι ύστερα τα δυο μικρά παιδιά του πριν αυτοκτονήσει. Ο αποτροπιασμός είναι ασύλληπτος. Στα τοπικά ένθετα των εφημερίδων γίνεται λόγος για «οικογενειακή τραγωδία». Ή μαθαίνουμε για κάποιον που αμπαρώνεται ξάφνου στο διαμέρισμά του παίρνοντας όμηρο τον ενοικιαστή που απαίτησε το ενοίκιο. Όταν πια καταφθάνει η αστυνομία αρχίζει να πυροβολεί ανεξέλεγκτα. Την κατάσταση συνοψίζει η μαλαισιανή λέξη «αμόκ». Πριν πέσει νεκρός ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά προλαβαίνει να σκοτώσει έναν υπάλληλο. Παραμένει όμως ασαφές τι είναι ακριβώς αυτό που πυροδοτεί την έκρηξή του. Κάποια μουρμούρα της συζύγου ίσως, κάποια δυνατή μουσική απ’ το διπλανό διαμέρισμα, ένας καυγάς σε κάποιο εστιατόριο ή η απόρριψη του δανείου από την τράπεζα. Αρκεί μια υποτιμητική παρατήρηση του προϊσταμένου για να τον ανεβάσει σε κάποια ταράτσα με το όπλο στραμμένο σ’ όσους περνούν μπροστά από το σούπερ μάρκετ. Όχι μόνο δεν τον ενοχλεί το γεγονός πως μια τέτοια κίνηση επιταχύνει και το δικό του τέλος, αλλά είναι κάτι που το επιδιώκει. Από πού άραγε να έχει προμηθευτεί το πολυβόλο που κρατάει; Είναι η στιγμή που ο απόλυτα ηττημένος (ένας δεκαπεντάχρονος ίσως που υποφέρει από ακμή) γίνεται κύριος της ζωής των άλλων. «Όλα τελείωσαν με την αυτοκτονία του», θα πει ο εκφωνητής των ειδήσεων. Η ειδική υπηρεσία της αστυνομίας είναι ώρα να πιάσει δουλειά. Βρίσκουν μερικά βίντεο του δράστη, κάποιες ασαφείς σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο. Ούτε οι γονείς, ούτε οι γείτονες, ούτε οι δάσκαλοι είχαν αντιληφθεί το παραμικρό. Σε κάμποσα μαθήματα, βεβαίως, οι βαθμοί δεν ήταν καλοί. Σίγουρα τον χαρακτήριζε μια κάποια εσωστρέφεια, ήταν φειδωλός στα λόγια. Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν την πράξη του να πυροβολήσει τους συμμαθητές του. Οι εμπειρογνώμονες παραδίδουν τις εκθέσεις τους. Η κοινωνιολογική κριτική καταθέτει τα βαρύγδουπα επιχειρήματά της. Όλοι εγείρουν την απαίτηση μιας επανεξέτασης του αξιακού συστήματος. Η έρευνα για τα αίτια μιας τέτοιας πράξης εγκαταλείπεται. Πολιτικοί εκφράζουν την συμπαράστασή τους. Όλοι τους πιστεύουν πως πρόκειται για μεμονωμένη περίπτωση.

Αν δεχτούμε πως όλοι οι δράστες είναι άτομα απομονωμένα, άτομα που δεν έχουν καμία διέξοδο προς την ανθρώπινη κοινότητα, τότε η σκέψη αποδεικνύεται σωστή. Αν όμως παραδεχτούμε πως παρουσιάζονται ολοένα και περισσότερα τέτοια περιστατικά, τότε η πεποίθησή μας αποδεικνύεται λανθασμένη. Το γεγονός μάλιστα πως τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως αυξάνεται ολοένα ο αριθμός των απόλυτα ηττημένων, ως αποτέλεσμα που οφείλεται στις «επικρατούσες συνθήκες». Με τον όρο αυτό πιθανώς εννοούμε την παγκόσμια αγορά, ένα κανονισμό εξετάσεων ή μια ασφαλιστική εταιρία που δεν εννοεί να πληρώσει τα οφειλόμενα.

Αν όμως θέλουμε να κατανοήσουμε τον απόλυτα ηττημένο θα χρειαστεί να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Παρ’ ότι η πρόοδος δεν εξαφάνισε την ανθρώπινη βάσανο, εν τούτοις την μετάλλαξε σημαντικά. Στη διάρκεια της τελευταίας διακοσαετίας οι πιο προηγμένες κοινωνίες πέτυχαν την θέσπιση νόμων, καλλιέργησαν νέες προσδοκίες και απαιτήσεις έχοντας ξεμπερδέψει με την άποψη πως ο κόσμος ορίζεται από κάποια αναπόδραστη μοίρα. Στην ημερήσια διάταξη μπήκαν θέματα όπως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προχώρησαν στην εκδημοκράτιση του αγώνα για αναγνώριση και καλλιέργησαν προσδοκίες για ισότητα, που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. Την ίδια ώρα φρόντισαν ώστε οι κάτοικοι του πλανήτη να παρακολουθούν 24 ώρες το 24ωρο την υφιστάμενη ανισότητα των κατοίκων του από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απογοήτευση των ανθρώπων αυξανόταν όσο πλήθαιναν αντίστοιχα και τα βήματα προόδου.

«Εκεί όπου τα επιτεύγματα του πολιτισμού έχουν πράγματι δώσει καρπούς εξαλείφοντας τα δεινά, σπάνια παρατηρείται εκδήλωση ενθουσιασμού», παρατηρεί ο φιλόσοφος. «Τα επιτεύγματα εκλαμβάνονται ως δεδομένα ενώ η προσοχή εστιάζεται στα δεινά που συνεχίζουν να υφίστανται. Τότε αρχίζει να ισχύει ο νόμος της κλιμακούμενης έντασης: όσο περισσότερα αρνητικά στοιχεία εξαφανίζονται απ’ αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα τόσο πιο εξοργιστικό καθίσταται ό,τι αρνητικό απομένει, ακριβώς επειδή είναι πια είδος εν ανεπαρκεία».

Ο Όντο Μάρκβαρντ είναι εξαιρετικά ήπιος στους χαρακτηρισμούς του. Στην περίπτωση του ηττημένου ανθρώπου δεν έχουμε να κάνουμε με οργή αλλά με φονικό πάθος. Αυτό που γυρίζει μανιωδώς στο μυαλό του είναι η σχέση του προς τους άλλους, μια σχέση που μπορεί ανά πάσα στιγμή να κριθεί εις βάρος του. Η απεριόριστη ανάγκη του για αναγνώριση οδηγεί αναπόφευκτα στο χαμήλωμα του πήχυ. Όσα επιχειρεί γίνονται ολοένα και σκληρότερα. Η ευαισθησία του ηττημένου αυξάνεται με κάθε βελτίωση που παρατηρεί στους άλλους. Όσοι βρίσκονται σε δεινότερη θέση απ’ αυτόν δεν αποτελούν ποτέ μέτρο σύγκρισης. Στα μάτια του κανείς άλλος δεν πάσχει, δεν ταπεινώνεται και δεν εξευτελίζεται, παρά μόνο ο ίδιος, ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος.

Όσο σκέφτεται την κατάστασή του τόσο την επιδεινώνει, αφού έχει πεισθεί πως επ’ ουδενί ευθύνεται ο ίδιος γι’ αυτήν. Αδιανόητη σκέψη που καθιστά επιτακτική την αναζήτηση των υπαίτιων για την κατάντια του.

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι παντοδύναμοι, ανώνυμοι εχθροί; Η απάντηση ενός τόσο βασανιστικού ερωτήματος ξεπερνά τον μοναχικό εσωστρεφή. Κι όταν όλες οι κυρίαρχες ιδεολογίες αποτυγχάνουν να τον κατευθύνουν στα πλαίσια της κοινωνίας εκείνος αναζητά τον υπεύθυνο στο κοντινό του περιβάλλον στοχοποιώντας τον άδικο προϊστάμενο, την πεισματάρα σύζυγο, τον κακό γείτονα, τον δολοπλόκο συνάδελφο, τον ξεροκέφαλο υπάλληλο, τον γιατρό που του αρνείται το πιστοποιητικό.

Σε ποιές άλλες μηχανορραφίες θα μπορούσε, όμως, να επιδίδεται ο αόρατος αυτός, ανώνυμος εχθρός; Για να δώσει απάντηση σ’ ένα τέτοιο ερώτημα ο ηττημένος δεν χρειάζεται να βασιστεί σε προσωπικές εμπειρίες. Μπορεί απλώς και μόνο να στηριχτεί σ’ ό,τι έχει ακούσει. Λίγοι άνθρωποι είναι σε θέση να εφεύρουν μόνοι τους ανεμόμυλους που χρειάζονται για το κυνήγι. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές ο ηττημένος στηρίζεται στο έτοιμο υλικό που του παρέχει η κοινωνία. Δεν είναι, άλλωστε, δύσκολο να εντοπισθούν οι απειλητικές δυνάμεις που τον έχουν στοχοποιήσει. Πρόκειται συνήθως για αλλοδαπούς, μυστικές υπηρεσίες, κομμουνιστές, Αμερικανούς, μεγάλους οργανισμούς, πολιτικούς, άπιστους. Από τη λίστα δεν λείπουν ποτέ οι Εβραίοι.

Μια τέτοια φαντασίωση μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά τον ηττημένο, όμως δεν μπορεί να τον καθησυχάσει πραγματικά. Δεν είναι εύκολο να αμύνεται συνεχώς ορθώνοντας απέναντί του έναν κόσμο εχθρικό, ενόσω τον καταδιώκει συνεχώς η υποψία πως η απάντηση στο πρόβλημά του είναι απλούστερη, πως δηλαδή για την κατάστασή του φταίει αποκλειστικά ο ίδιος, πως την αναγνώριση που αποζητά δεν την αξίζει στ’ αλήθεια ούτε κατ’ ελάχιστο και πως η ζωή του στην πραγματικότητα δεν έχει καμιά ιδιαίτερη αξία. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτή την διαδικασία «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Ποιος όμως είναι σε θέση να καταλάβει έναν τέτοιο όρο; Για τον ηττημένο δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Αν η δική του ζωή δεν έχει καμιά αξία πως θα μπορούσαν να τον απασχολούν οι ζωές των άλλων;

«Φέρω ακέραια την ευθύνη». «Φταίνε οι άλλοι». Οι δυο αυτές ομολογίες δεν αλληλοαποκλείονται. Απεναντίας η μια δυναμώνει την άλλη κατά το μοντέλο του circulus vitiosus. Ο απόλυτα ηττημένος άνθρωπος δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποδράσει απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο. Κι απ’ αυτόν ακριβώς τον κύκλο είναι που αντλεί την αδιανόητη δύναμή του.

Μόνη διέξοδο από το δίλημμα αποτελεί ο συνδυασμός καταστροφής και αυτοκαταστροφής, η επίδειξη επιθετικότητας προς άλλους και προς τον εαυτό του. Από τη μια, την στιγμή της ανατίναξης, ο ηττημένος εμφορείται από ένα συναίσθημα μοναδικής κυριαρχίας. Η πράξη τού δίνει τη δυνατότητα να θριαμβεύσει επί των συνανθρώπων του καταστρέφοντάς τους. Από την άλλη, όμως, εμπεριέχεται στο συναίσθημα και η υποψία πως η ύπαρξη του είναι ανάξια αφού συνυπολογίζεται πως η πράξη σημαίνει ουσιαστικά και το προσωπικό του τέλος.

Ένα επιπλέον στοιχείο που αυξάνει το αίσθημα κυριαρχίας είναι το γεγονός ότι ο κόσμος που τον αγνοούσε παντελώς αρχίζει να στρέφει το βλέμμα πάνω του την στιγμή ακριβώς που εκείνος παίρνει το όπλο. Τα ΜΜΕ φροντίζουν να του χαρίσουν –έστω και για 24 ώρες– τεράστια δημοτικότητα. Η τηλεόραση προπαγανδίζει τις πράξεις του ενθαρρύνοντας έτσι πιθανούς μιμητές. Όπως δείχνουν τα στοιχεία από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κάτι τέτοιο συνιστά μεγάλο πειρασμό για τους ανήλικους.

Για το κοινό αίσθημα, το common sense, η λογική του απόλυτα ηττημένου είναι αδιανόητη. Ο ηττημένος επικαλείται την ορμή τής αυτοσυντήρησης ως κάτι αυτονόητο, αναμφισβήτητο και φυσικό. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια αίολη θέση χωρίς ιστορικό βάθος. Για αυτοσυντήρηση, βεβαίως, κάνουν λόγο, οι Έλληνες, ο Χομπς και ο Σπινόζα, χωρίς, όμως, επ’ ουδενί να την αντιμετωπίζουν ως καθαρά φυσική ορμή. Λίγο ως πολύ ισχύει αυτό που υποστηρίζει ο Καντ: «Το πρώτο χρέος του ανθρώπου προς τον εαυτό του», γράφει ο φιλόσοφος, «στην ζωϊκή του διάσταση είναι η αυτοσυντήρηση στην ζωϊκή του φύση». Μόλις τον 19ο αιώνα έπαψε η αυτοσυντήρηση να θεωρείται χρέος αλλά αναμφισβήτητο φυσικό γεγονός. Σύμφωνα με τον Νίτσε, οι φυσιολόγοι θα έπρεπε να μην «ορίσουν ως πρωταρχική ορμή ενός οργανικού όντος αυτήν τής αυτοσυντήρησης». Όμως η αντίρρηση που εξέφρασε ο φιλόσοφος δεν βρήκε ευήκοα ώτα σ’ εκείνους που ήταν υπέρ της επιβίωσης.

Πέρα από την ιστορία των ορισμών είναι προφανές πως η ανθρωπότητα ποτέ δεν θεώρησε την ζωή ως το υψηλότερο αγαθό. Αντιθέτως, όλες οι πρώιμες θρησκείες επαινούσαν την ανθρώπινη θυσία. Οι μάρτυρες βρέθηκαν γρήγορα σε περίοπτη θέση. (Κατά το μοιραίο αξίωμα του Μπλεζ Πασκάλ θα έπρεπε κανείς να πιστεύει «μόνο εκείνους τους μάρτυρες, που είναι αποφασισμένοι να θυσιαστούν»). Στους περισσότερους πολιτισμούς οι ήρωες απολάμβαναν τιμή και δόξα ακριβώς επειδή αψηφούσαν τον θάνατο. Ώσπου να μάθουν για το μακελειό του Α΄ παγκοσμίου πολέμου οι μαθητές του γυμνασίου ήταν υποχρεωμένοι να αποστηθίσουν τον γνωστό στίχο του Οράτιου για την απόλαυση και την τιμή να πεθαίνεις για την πατρίδα. Άλλοι πίστευαν πως η περιπέτεια ενός θαλάσσιου ταξιδιού είναι σημαντικότερη απ’ την ίδια τη ζωή. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου υπήρξαν άνθρωποι που φώναζαν το σύνθημα: «Καλύτερα βαθιά μέσα στα έγκατα της γης, παρά να γίνω κι εγώ κομμουνιστής». Και τι να πει κανείς, βεβαίως, όταν σε πολιτισμένες κοινωνίες υπάρχουν άνθρωποι που ισορροπούν σε τεντωμένα σχοινιά, αθλητές των extreme sports, οδηγοί φόρμουλας, εξερευνητές του βόρειου πόλου και άλλοι υποψήφιοι αυτόχειρες;

downloadΕίναι προφανές πως η ορμή της αυτοσυντήρησης είναι σχετικά καινοφανής. Υπέρ αυτής της άποψης συνηγορεί η αξιοπρόσεκτη έλξη που ασκεί η αυτοκτονία στον άνθρωπο ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής. Κανένα ταμπού και καμία απειλή δεν μπόρεσαν να τον αποτρέψουν απ’ το ν’ αφαιρεί την ζωή του. Ωστόσο δεν υφίσταται τρόπος ποσοτικής μέτρησης της συγκεκριμένης τάσης. Κάθε προσπάθεια να αποτυπωθεί στατιστικά αποτυγχάνει λόγω της τεράστιας διαφοράς μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών.

Ο Ζίγκμουντ Φρόυντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα θεωρητικά με το να αναπτύξει –επί ασταθούς εμπειρικής βάσεως– το σχέδιο της ορμής προς θάνατον. Η υπόθεση που κάνει ο Φρόυντ εδράζεται καταφανώς στην παμπάλαιη αντίληψη περί της ύπαρξης καταστάσεων στις οποίες ο άνθρωπος προτιμά να έχει ένα τρομερό τέλος από έναν –πραγματικό ή φανταστικό– τρόμο χωρίς τέλος.

(Στις 05/02, το δεύτερο από τα τρία μέρη)

Μαύρη επέτειος

Αποτέλεσμα εικόνας για euro crisis

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Για την Ευρώπη, η σημερινή επέτειος είναι μαύρη. Συμπληρώνονται 25 χρόνια από την 7η Φεβρουαρίου 1992, την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ και τη θέσπιση του ευρώ.

Mε πρόθεση να δαμάσουν την επανενωμένη Γερμανία, ένα τέταρτο του αιώνος πρωτύτερα, οι Μιττερράν και Ντελόρ αποπειρώνται τη φυγή προς τα εμπρός. Σκοπός τους είναι να αφαιρέσουν από τον πάντοτε επίφοβο εταίρο τους το κρίσιμο όπλο της οικονομικής του ισχύος: το μάρκο. Οι ίδιοι οι Γερμανοί είναι αντίθετοι, ακόμη και ο Κολ βλέπει το πράγμα ως αναγκαία θυσία χάριν της Επανένωσης. Η ειρωνεία είναι μεγάλη, Γάλλοι και Γερμανοί καμώνονται ότι οραματίζονται από κοινού το μέλλον της ηπείρου, την ώρα που αποκλειστικό κριτήριο των αποφάσεών τους είναι το στενό εθνικό τους συμφέρον.

Η έκβαση είναι η ακριβώς αντίθετη από την προβλεπόμενη. Ελλείψει αντιβάρου, η ευρωζώνη γίνεται η πίσω αυλή του Βερολίνου. Το ίδιο αποδεικνύεται ανέτοιμο να χειριστεί τη νέα εξουσία που επωμίζεται. Μετά από έναν σύντομο μήνα του μέλιτος και των ψευδαισθήσεων, με το ξέσπασμα της κρίσης, η πρώτη σύμπνοια εξανεμίζεται. Η ψαλίδα μεταξύ Βορρά και Νότου ανοίγει διαρκώς, ο ζουρλομανδύας του κοινού νομίσματος απαγορεύει την ευέλικτη προσαρμογή, το «one size fits all» γίνεται δόγμα, και το Παρίσι από δυνάμει ελεγκτής της Γερμανίας καθίσταται κομπάρσος και ουραγός. Η ετερογονία των σκοπών.

Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ευρώ, ο αντευρωπαϊσμός σαρώνει, οι λεγόμενοι λαϊκιστές (που όμως στα της ΟΝΕ αποδείχθηκαν πολύ πιο εύστοχοι στις προβλέψεις τους από τους «σοβαρούς» αντιπάλους τους…) προελαύνουν, η ΕΕ παραδέρνει μεταξύ Brexit και Grexit και Nexit και Frexit, οι Ρώσσοι και οι Αμερικανοί χαιρεκακούν.

Δεν είναι η πρώτη φορά φυσικά που ένα καλοπροαίρετο, ένα ευγενές σχέδιο οδηγεί στην αποτυχία. Αυτή είναι η μοίρα του τυφλού ιδανισμού, κάνει το κακό στην προσπάθειά του να βοηθήσει. Στη βάση του ευρωναυαγίου βρίσκεται τόσο η εξωπραγματική αισιοδοξία όσο και η έπαρση, η υπερτίμηση της υψηλής πολιτικής, η αυταπάτη ότι μπορούμε να υπερβούμε χάσματα πολιτισμικά (γιατί αυτά ορίζουν την οικονομία, και όχι το αντίστροφο) αιώνων.

Τώρα η Ευρώπη βρίσκεται στο σταυροδρόμι. Η μία λύση είναι, κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα και εγκαταλείποντας τους βραδυπορούντες στην τύχη τους, να αποτολμήσει το απονενοημένο διάβημα προς τον φεντεραλισμό, όπως επιμένουν οι αδιόρθωτοι. Χωρίς να καταλαβαίνουν ότι σε αυτή την περίπτωση, η καταστροφή που θα φέρουν ίσως αποδειχθεί τρισχειρότερη από αυτήν του ευρώ. Χωρίς ευρωπαϊκό Δήμο, χωρίς κοινή δημόσια σφαίρα, χωρίς σαφή και από κοινού προστατευόμενα εξωτερικά σύνορα, χωρίς ευρεία συναίνεση στα ζητήματα της μετανάστευσης, του κοινωνικού κράτους, της εισοδηματικής ανισότητας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία δηλαδή στα επείγοντα και στα πρωτεύοντα, μια ακόμη πιο ενωμένη Ευρώπη θα είναι πύργος στην άμμο, παιχνίδι βολικό στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων του Βερολίνου και των Βρυξελλών.

Ο άλλος δρόμος, ο μόνος βιώσιμος, μολονότι τώρα πια ανηφορικός και δύσκολος, είναι η συντεταγμένη υποχώρηση. Η αποδέσμευση από το ευρώ με κοινή απόφαση των μελών του και με ισοβαρή και δίκαιη κατανομή τού ούτως ή άλλως τεράστιου κόστους που θα προκύψει. Η εγκατάλειψη των υπερφίαλων στόχων του Μάαστριχτ και των μετέπειτα συνθηκών. Η επιστροφή σε μια γκωλλική Ευρώπη, «κάτι παραπάνω από συμμαχία, κάτι παρακάτω από ομοσπονδία». Ο επαναπροσεταιρισμός της Βρετανίας, της μόνης ευρωπαϊκής δύναμης που έβλεπε το ενωσιακό εγχείρημα ρεαλιστικά. Η οικοδόμηση της Ένωσης αυτή τη φορά εκ των κάτω, από τα στοιχειώδη και τα κρίσιμα: την πολιτική της άμυνας και της ασφάλειας. Η υιοθέτηση της αρχής της ευελιξίας και των πολλαπλών ταχυτήτων σε όλα τα ζητήματα που άπτονται της νομισματικής, της δημοσιονομικής και της εισοδηματικής πολιτικής. Η αναγνώριση του θεμελιώδους βάρους των εθνών και των εθνικών κρατών στον κόσμο του 21ου αιώνα. Η αντιμετώπιση της ισλαμικής απειλής. Η διεκδίκηση ενός εξισορροπητικού, μεσολαβητικού ρόλου μεταξύ Ρωσσίας και Αμερικής σε μια μεγαλεπήβολη γεωπολιτική αναδιάταξη που θα ξαναδώσει στη Δύση το πραγματικό ιστορικό, πολιτισμικό και γεωγραφικό της εύρος, από το Λος Άντζελες ώς το Βλαδιβοστόκ.

Ποιον δρόμο θα επιλέξει η Ευρώπη; Φοβάμαι κανέναν. Η αβουλία είναι γενική, η κωλυσιεργία και η χρονοτριβή μόνες ανθούσες πολιτικές τακτικές. Και όσο οι εν τοις πράγμασι υπονομευτές της, οι φεντεραλιστές, περνιούνται για οπαδοί της Ευρωπαϊκής Ιδέας, καμιά βελτίωση δεν είναι δυνατή. Έτσι το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να σερνόμαστε ώς την μοιραία κατάληξη. Παρ’ όλα αυτά: η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

 

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν.

Αναγνωρίζετε στην προσφυγική πολιτική της Γερμανίας και ορισμένες ρίζες στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος; Θα μπορούσαμε π.χ. να πούμε, ότι η Γερμανία ενστερνίστηκε με άτεγκτο τρόπο την κατηγορική προστακτική του Καντ; (Οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους, όπως θέλουμε εμείς να μας μεταχειρίζονται οι άλλοι.)

Ο Καντ ήταν βέβαια ιδιαζόντως ευφυής και διατύπωσε την κατηγορική προστακτική ως ηθική απαίτηση που απευθύνεται στο άτομο. Δεν θα του ερχόταν ουδέποτε η ιδέα στο μυαλό, να εγείρει αυτή την απαίτηση και για το κρατικό υποκείμενο. Ότι η πολιτική, ιδίως στην διεθνή αρένα, πρέπει να λειτουργήσει με μία τελείως διαφορετική λογική, δηλαδή με την λογική της κρατικής, συλλογικής βούλησης αυτεπιβεβαίωσης, αυτό ήταν για τον Καντ απολύτως ξεκάθαρο. Ο Καντ ήταν επίσης πεπεισμένος, ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ένα παγκόσμιο, οικουμενικό κράτος, κι ότι ο κόσμος θα συνεχίσει επίσης να ομαδοποιείται περαιτέρω σε μία ποικιλομορφία από κράτη. Λέγει βέβαια, ότι θα ήταν επιθυμητό για την αιώνια ειρήνη, αν θα υπήρχε μόνο ένα κράτος,αλλά για αυτό δεν αξίζει να πονοκεφαλιάζει κανείς, διότι αυτό το παγκόσμιο κράτος δεν θα υπάρξει ούτως ή άλλως ποτέ. Οι άνθρωποι υπάρχουν μέσω των γλωσσών και των πολιτισμών τους σε μεμονωμένα, ατομικά αυθύπαρκτα τμήματα.

Βλέπετε κάποιες παραλληλίες ανάμεσα σε αυτή την ουτοπία του ειρηνικού παγκόσμιου  κράτους και στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης;

Ναι, και εδώ επανερχόμαστε πάλι σε ένα τυπικά γερμανικό πρόβλημα. Η Γερμανία μετά το 1945 βρήκε διέξοδο διαφυγής στην ιδεολογία της Ευρώπης. Λέγω συνειδητά ιδεολογία, διότι εκεί υπήρχε η υπερβολική προσδοκία, ότι θα μπορούσαμε να διαλύσουμε την παλαιά Ευρώπη των διαφορετικών εθνών και να πλάσουμε από την παλιά Ευρώπη σύμφωνα με το πρότυπο των ΗΠΑ ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής μας ελίτ και η σκεπτόμενη κοινή γνώμη στη Γερμανία έβλεπε στην Ευρώπη ένα μέσο, για να απαλλαγεί από τον κακόφημο εθνικισμό. Αυτή η ιδέα δεν έφτασε στην πραγματικότητα ποτέ στον λαό. Εκεί το έβρισκαν απλά μονάχα ωραίο, ότι δεν υπήρχαν πια συνοριακοί έλεγχοι και ότι στην δυτική Ευρώπη επικρατούσε ειρήνη – κι αυτό ήταν πραγματικά το κυριότερο. Όσον αφορά τον λοιπό ευρωπαϊκό κανονιστικό οίστρο, μπορούμε πραγματικά να κάνουμε και δίχως αυτόν. Μονάχα ζημιά προκαλεί.

Η αντίληψη ήταν: Όταν υπερβούμε τον εθνικισμό, τότε υπερβαίνουμε τον πόλεμο.

Η πρόθεση ήταν ειλικρινής. Για αυτό η γερμανική πολιτική ήταν όλο και πιο πρόθυμη να μεταβιβάσει κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Το αργότερο με την ελληνική κρίση φάνηκε όμως, ότι στην Ευρώπη –πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά– τα εθνικά κράτη διατήρησαν το ειδικό τους βάρος. Μονάχα η Γερμανία το έβλεπε πάντοτε έτσι, ωσάν οι άλλοι να έκαναν «απιστίες» στην Ευρώπη των οραμάτων και των επιθυμιών μας.

Η Γερμανία επιθυμεί να μοιράσει τους πρόσφυγές της σε όλη την Ευρώπη. Πρόκειται μάλλον για μία απατηλή απαίτηση.

Η γερμανική πολιτική δεν θέλει να κατανοήσει, τι συμβαίνει στις ανατολικοευρωπαικές χώρες: Αυτές οι χώρες μόλις έχουν ξεφύγει από το κνούτο της Σοβιετικής Ένωσης και θέλουν τώρα μάλλον να απολαύσουν την νεοαποκτηθείσα εθνική κυριαρχία τους. Δεν επιθυμούν να παραδώσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους αμέσως πάλι στις Βρυξέλλες, απλώς επειδή η Γερμανία το επιθυμεί και το προωθεί δυναμικά με το όνειρό της για την Ευρώπη.Οι Γερμανοί διαγράφουν απλά από τον αισθητήρα τους και το ιστορικό υπόβαθρο της αμυντικής στάσης και των αμυντικών ανακλαστικών στην ανατολική Ευρώπη: η Βουλγαρία ήταν μέχρι το 1908 υπό την οθωμανική επικυριαρχία. Οι Τούρκοι έστεκαν μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενώπιον των πυλών της Βιέννης. Η ισλαμική, οθωμανική αυτοκρατορία είχε προωθηθεί βαθιά μέσα στην καρδιά των Βαλκανίων. Αυτό είναι παρόν στην συλλογική μνήμη αυτών των χωρών. Και όπως και να το κάνουμε, τα μεγάλα ρεύματα προσφύγων έρχονται προπάντων από τον ισλαμικό κόσμο.

Δεν είναι φυσιολογικό το γεγονός, όταν ισχυρά κράτη θέλουν να επιβάλλουν στα λιγότερο ισχυρά κράτη τις αξιακές τους αντιλήψεις και προτιμήσεις;

Η παλιμπαιδίζουσα αλλοκοσμία, που εκφράζεται στον μοραλισμό, είναι ήδη πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο γερμανικό φαινόμενο. Η Μεγάλη Βρεττανία, ακόμα και η Γαλλία είναι όσον αφορά αυτό το ζήτημα πολύ πιο ώριμες χώρες. Γνωρίζουν π.χ. ότι σε ένα κυρίαρχο κράτος ανήκει και ο έλεγχος των συνόρων του. Όταν μία ηγέτις ενός κράτους όπως η Αγγέλα Μέρκελ δηλώνει: «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε πια τα σύνορα», μας αυτοτοποθετεί ανάμεσα στα καταρρέοντα, αποτυχημένα κράτη, όπως εκείνα εκεί στην Αφρική. Ένας Βρεττανός ή ένας Γάλλος δεν θα το έλεγε ποτέ και ασφαλώς ούτε και ένας Ελβετός πολιτικός.

Υπερτιμάτε τους Ελβετούς πολιτικούς…

Εν πάση περιπτώσει τέτοιες δηλώσεις θα έπρεπε να μας κάνουν πολύ σκεπτικούς.

Ανήκετε στους λίγους διανοουμένους, που εκφράζονται κριτικά σε σχέση με την προσφυγική, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε αυτά τα θέματα επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους της κουλτούρας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης μία τεράστια, κομφορμιστική πίεση: Όποιος αποκλίνει έστω και κατ΄ ελάχιστον από την «ρητορική του καλωσορίσματος των προσφύγων», παρουσιάζεται ως απάνθρωπο κτήνος, ως εμπρηστικός δημαγωγός, πιθανώς και ως ακροδεξιός. Από πού προέρχεται αυτό;

Η αριστερή και αριστεροφιλελεύθερη πολιτική σκηνή έχει μία συμπλεγματική σχέση με το έθνος. Η ανάγκη του έθνους για αυτεπιβεβαίωση και διαιώνιση προϋποθέτει όμως μία μη συμπλεγματική σχέση με αυτό ακριβώς το έθνος. Στους Γερμανούς διανοουμένους υπάρχει κάτι σαν μία εθνική αυταπέχθεια, ένα ούτως ειπείν εθνικό μίσος του εαυτού, ένα μίσος που δραπετεύει σε έναν ηθικό ουνιβερσαλισμό που είναι ξένος προς την πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπως η Γερμανία, που έχει φορτώσει στον εαυτό της τόσο μεγάλη και άφατη ενοχή, επιτρέπεται η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων μονάχα όταν μπορεί να παρουσιασθεί ως ηθική αποστολή ή ως ευρωπαική ιδεολογία. Γι αυτό υπάρχουν και οι διάφορες multikulti (πολυπολιτισμικές ) αντιλήψεις και ιδέες. Πριν από μερικά χρόνια, όταν ερχόντουσαν ήδη πολλοί οικονομικοί πρόσφυγες στη χώρα, στην αριστερά κυκλοφορούσε το σκαμπρόζικο ρητό: «Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς». Στην αυτοπεριφρόνηση ανήκει και ένα ιστορικό κοσμοείδωλο, που κατανοεί μεγάλα τμήματα της γερμανικής ιστορίας μονάχα ως προϊστορία του 1933, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ. Αυτή η πεποίθηση οδηγεί κατόπιν σε αξιώσεις όπως εκείνη του Γιόσκα Φίσερ, ότι το Άουσβιτς όφειλε να είναι ο ιδρυτικός μύθος για την διαμόρφωση της γερμανικής ταυτότητας. Η ιδεολογία αυτή όμως οδηγεί και σε παράλογες καταστάσεις όπως στην περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγγερ, που είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επειδή ήταν πράγματι εθνικοσοσιαλιστής, υπάρχουν πολλοί ανάμεσα στους νεώτερους διανοουμένους, που λένε ότι τον Χάιντεγγερ δεν μπορούμε πλέον να τον διαβάζουμε, δεν μπορούμε να διαβάζουμε, ούτε το ιδιοφυές βασικό του έργο από το έτος 1927, δηλαδή το Είναι και ο Χρόνος. Άνθρωποι, που δεν έχουν διαβάσει ούτως ή άλλως ποτέ Χάιντεγγερ, μπορούν τώρα να νιώθουν ωραία και λένε, ότι είναι μολυσμένος, και ότι απαγορεύεται να τον πιάνουμε τρόπον τινά στα χέρια μας.

Σύμφωνα με την λογική αυτή τώρα δεν θα επιτρεπόταν να μιλήσω μαζί σας, διότι σε τελευταία ανάλυση ιδρύσατε το 1970 μαζί με άλλους το μαοϊστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

Ναι, φυσικά. Αυτό έγινε στα συνεπακόλουθα του Μάη του 1968. Μία πολύ ενδιαφέρουσα, ερεθιστική εποχή. Θέλετε πραγματικά να τα ακούσετε;

Μάλιστα, με πολλή χαρά.

Στην αρχή του κινήματος του 1968 υπήρχε το ξεκίνημα για νέες όχθες, η καυτή νέα μουσική από την Αγγλία και την Καλιφόρνια, η αντίθεση στις αυθεντίες, τα καινούρια βιβλία, η ερωτική απελευθέρωση – όλα τούτα ήταν μεγαλειώδη και πολύ ερεθιστικά πράγματα. Μετά ήλθε η τομή, μία αυτοδογματίζουσα σκλήρυνση με τις κομμουνιστικές ομάδες, που ήταν πραγματικές κομμουνιστικές σέκτες. Κι εγώ ήμουν σε μία σέκτα. Αυτές οι ομάδες προσανατολίζονταν στον Μάο και στην κινεζική πολιτιστική επανάσταση. Φυσικά αυτό γινόταν, επειδή δεν είχαμε ιδέα, τι πράγματι γινόταν εκεί στην Κίνα. Το βρίσκαμε απίστευτα γοητευτικό, πώς ένας κομματικός ηγέτης καλεί υποτίθεται τις μάζες σε εξέγερση ενάντια στον ίδιό του τον κομματικό μηχανισμό. Ο τύραννος Μάο δηλαδή, ως εμβληματική φιγούρα της αντιαυταρχικότητας! – μία σκανδαλώδης παρανόηση. Στην Γαλλία ηγέτες αυτής της κίνησης ήταν οι φιλόσοφοι Αντρέ Γκλυκσμάν και Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ. Σε μένα όλο αυτό σταμάτησε, δόξα σοι ο Θεός, μετά τέσσερα χρόνια. Όλα τούτα ήταν σε γενικές γραμμές ένα σημάδι μίας πολύ τραυματισμένης, πολιτικής κριτικής ικανότητας. Μού είναι λίγο οδυνηρό και ντροπιαστικό, αλλά ανήκει κι αυτό στην ζωή μου.

Πώς επηρέασε τούτη η εμπειρία την σκέψη σας;

Ξέρω πολύ καλά τώρα τι είναι ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού. Συνολικά όμως, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κουκλοθέατρο, δεν ήταν τραγωδία, αλλά ήταν μία κωμωδία. Ένα στέλεχος της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος μού είπε αργότερα κάτι πολύ σωστό: Αυτοί οι μαοικοί, που έστεκαν με το χάραγμα της αυγής καλά οργανωμένοι μπροστά από τις πύλες των εργοστασίων και μοίραζαν στους εργάτες φυλλάδια, δεν τους ανησύχησαν ποτέ, ήταν έτσι ή αλλιώς ομάδες με μεγάλο αίσθημα αυτοπειθαρχίας. Αυτό ήταν αλήθεια, δουλεύαμε πραγματικά πολύ, στις έξι η ώρα το πρωί στέκαμε στις πύλες των εργοστασίων, παρά το γεγονός ότι οι εργάτες σε γενικές γραμμές δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα για μας ή από εμάς. Κάποιοι από αυτές τις ομάδες του Μάη του 1968 πήγαν αργότερα στην τρομοκρατία, αλλά αυτό δεν ήταν πια πραγματικά η δική μας υπόθεση. Αυτό που είχαμε κάνει εμείς ήταν ένα είδος δημοσιουπαλληλίας, στον κομματικό μηχανισμό που είχαμε δημιουργήσει οι ίδιοι για να επιφέρουμε την παγκόσμια επανάσταση.

Πώς καταλαβαίνει κανείς ότι έχει εμπλακεί σε μία ιδεολογική πλάνη; Συμβαίνει αυτό αργά και σταδιακά, ή είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς ξαφνικά;

Σε μένα προσωπικά ήταν μία ύπαρξη σε δύο κόσμους, στον ένα κόσμο πέραν των ορίων της σέκτας συνέχισα να διαβάζω Προύστ, Σοπενχάουερ και τα λοιπά. Μπορούμε να έχουμε δύο κόσμους σε ένα κεφάλι, αυτό μου συνέβαινε ακόμα και στην παιδική μου ηλικία, όταν η πιετιστική, θρήσκα γιαγιά μου ήθελε να με οδηγήσει με χείραν σιδηράν στην Εκκλησία, ενώ την ίδια στιγμή ο πατέρας μου επεδείκνυε ακάματα τον αθεισμό του. Προφήτης δεξιά, προφήτης αριστερά, εγώ αισθανόμουν καλά στην μέση, στο κέντρο ως παιδί του κόσμου. Έτσι ήταν όμως κιόλας: Από ένστικτο αποδεχόμουν και τον ένα και τον άλλο κόσμο. Είχα λοιπόν μεγάλη άσκηση στην πνευματική διπλή ζωή, όταν τη μέρα διάβαζα τον Μαρξ και τον Μαο και το βράδυ διάβαζα τον Προύστ και τον Σοπενχάουερ. Όταν τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα αποστασιοποιήθηκα από την αριστερή σκηνή, τότε ανοίξαμε μαζί με κάποιους ομοιδεάτες φίλους ένα περιοδικό, τα Μπερλίνερ Χέφτε (Τετράδια του Βερολίνου), όπου αναστοχαζόμασταν με βαθύνοια αλλά και πολύ κέφι όλη αυτή την τρελή ιστορία, από την οποία είχαμε μόλις αποχωριστεί: ήταν κι αυτό ένα κάποιο είδος διευθέτησης και απεμπλοκής από το παρελθόν μας. Είναι φανερό ότι στη Γερμανία είμαστε πολύ καλοί στο συγκεκριμένο  άθλημα.

Σας θεωρούσαν εξωμότη ή προδότη;

Ναι, κάτι σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά μου ήταν αδιάφορο, γιατί εν τω μεταξύ θεωρούσα την όλη υπόθεση γελοία. Και δεν είχα και άδικο, διότι μεγάλη ζημιά δεν κάναμε, εκτός από το να βλάψουμε τις δικές μας επαγγελματικές προοπτικές. Από τότε είμαι σε θέση να τρέφω μία περιφρόνηση για τους καριερίστες.

Από τότε δεν στρατευθήκατε πια πολιτικά, αλλά όμως κάνατε πολιτικές παρεμβάσεις. Πριν από μερικά χρόνια είχατε πει: «Το ιστορικό παρελθόν έχει διαμορφωθεί αποφασιστικά από το γεγονός ότι οι διάφοροι, μεμονωμένοι πολιτισμοί είχαν ξεχωρίσει ο ένας από τον άλλο μέσα στην απαράλλακτη διαφορετικότητά τους». Σήμερα αυτή η ρήση ακούγεται σαν μία συνηγορία υπέρ του κλεισίματος των συνόρων.

Ναι, έτσι το βλέπω ακόμα και σήμερα. Το ωραίο στα άτομα είναι βέβαια, ότι το καθένα έχει την ατομική του, ξεχωριστή μοναδικότητα. Το τρομακτικό είναι ο κομφορμισμός, όταν ο καθένας είναι όπως ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Για όλα αυτά παρεμπιπτόντως γράφω τώρα ένα βιβλίο: για το άτομο. Ό,τι ισχύει για το άτομο, ισχύει επίσης και για τους πολιτισμούς. Δεν είναι επιθυμητό ή επιδιωκτέο να εφεύρουμε τεχνητά έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ευρωπαϊκό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά κράτη, πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί. Αυτό είναι ο πλούτος της Ευρώπης. Είναι εκπτώχευση όταν επιδιώκουμε κατά κάποιο τρόπο να ανάγουμε αυτή την πολυμορφία σε έναν κοινό παρονομαστή. Το έλλειμμα στη σημερινή λογοτεχνία, φιλοσοφία ή στη ζωγραφική είναι ότι εν τω μεταξύ υπάρχει πολύ λίγο ένας ιδιαίτερος, ξεχωριστός  δρόμος, ότι όλα είναι έτσι όπως είναι παντού. Πόσο θαυμαστά διαφορετική ήταν η κατάσταση για παράδειγμα την εποχή του ρομαντισμού ή του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Νίτσε, αλλά και ο Βάγκνερ είναι απαράλλακτα προιόντα της γερμανικής πολιτισμικής χλωρίδας, όπως είναι για την γερμανόφωνη Ελβετία ο Ιερεμίας Γκόττχελφ ή ένας Γκόττφρηντ Κέλλερ. Τα βιβλία μου είναι μία απόπειρα, να κάνω ορατά τα ισχυρά στοιχεία της γερμανικής κουλτούρας, στο καλό ή και στο κακό. Πρέπει να στοχεύουμε στο ιδιαίτερο και στο προσωπικό, για να μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι με καθολική ισχύ.

Τι είναι εκείνο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα της γερμανικής σκέψης;

Η κλίση προς την μεταφυσική. Το γεγονός ότι βλέπουμε κάτι που είναι μεγαλύτερο από τον ρεαλισμό, ότι διανοίγουμε μία παραπέρα σφαίρα, πέραν της καθεστηκυίας θρησκείας. Ιδίως στην εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού διεκδικούσαν οι διανοητές την ελευθερία για στοχαστική υπέρβαση των ορίων, για την υπερβατικότητα. Αυτή η θαυμαστή γερμανική ιδιότητα, συνδέεται με ένα έλλειμμα, που εμφαίνεται και επιδρά πάνω από όλα στον τομέα της πολιτικής: δηλαδή με την απουσία του ρεαλισμού. Τούτο το μεταφυσικο-ρομαντικό στοιχείο έχει βλάψει την πολιτική, κριτική ικανότητά μας. Αγαπώ τον ρομαντισμό, αλλά δεν αγαπώ καθόλου τον πολιτικό ρομαντισμό.

Μπορούμε να συνοψίσουμε έτσι: Μετά την ανακήρυξη του θανάτου του Θεού από τον Νίτσε, αναζητήσαμε το υπεραισθητό σε άλλες όχθες, πράγμα που μας οδήγησε σε έναν υπερβολικό ρεαλισμό;

Ναι, φυσικά. Παραπέμπω εδώ στον Μαξ Βέμπερ, που έκανε την διάκριση μεταξύ ηθικής της πεποίθησης και ηθικής της ευθύνης. Ως άτομα μπορούμε να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι απέναντι στην ηθική της πεποίθησης και να επιθυμούμε να βοηθήσουμε όλους τους πρόσφυγες – αν και σε αυτούς που εκτίθενται δημόσια για αυτό το ζήτημα, τις πιο πολλές φορές πρόκειται μάλλον για ρητορική και μόνον. Η πολιτική όμως πρέπει να ενεργεί με βάση την ηθική της ευθύνης. Προς το παρόν όμως στην πολιτική σημαίνει η μεγάλη ώρα της ηθικής της πεποιθήσεως, όπως την εκπροσωπεί παραδειγματικά η Μέρκελ. Ακόμα και τώρα που προσπαθεί να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Με αυτούς τους τεράστιους αριθμούς προσφύγων θα έχουμε σε λίγο μία ισλαμική παράλληλη κοινωνία, με όλες τις μοιραίες συνέπειες.

Ο πολιτικός πρέπει λοπόν να μπορεί να διαχωρίζει ανάμεσα στην προσωπική του συναισθηματική κατάσταση και σε αυτό, που θα είναι μακροπρόθεσμα καλό για την ίδιά του τη χώρα.

Ο Νίτσε σε μία από τις καλύτερες στιγμές του συνηγορεί για αυτόν ακριβώς τον διαχωρισμό, που τον περιέγραψα στο βιβλίο μου το «Σύστημα των δύο συγκοινωνούντων δοχείων». Έλεγε: Από την μια πλευρά πρέπει να ταίζουμε με κάρβουνο την μηχανή του πλοίου του πολιτισμού, από την άλλη μεριά πρέπει όμως να ψύχουμε την μηχανή του πλοίου με τα μέσα της πολιτικής τέχνης. Η ηθική αποστολή και επιταγή πρέπει σύμφωνα με αυτή την οπτική να καταψύχεται στα όρια του πολιτικά πραγματοποιήσιμου και πολιτικά υπεύθυνου. Αυτό θα ήταν τελικά αυτό που ονομάζουμε πολιτική ωριμότητα.

Στο βιβλίο σας για το Κακό, γράφετε: «Το Κακό είναι το κόστος της ελευθερίας.» Δεν ανήκει στο παράπλευρο κόστος της ελευθερίας το γεγονός, ότι τώρα έρχονται πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη, που δεν επιθυμούν να ξέρουν τίποτα για την ελευθερία υπό την δική μας έννοια;

Η ελευθερία περιλαμβάνει μέσα της σε πολύ μεγάλο βαθμό την δυνατότητα της καταστροφής της. Για να μπορούμε να ζούμε σε μία ελευθεροκρατούμενη κοινωνία, πρέπει να περάσουμε από ένα μείγμα εθιμικής και παιδευτικής εκπαίδευσης. Πολλοί μουσουλμάνοι δεν διαθέτουν αυτό το φορτίο στις αποσκευές τους. Και η χώρα μας είναι πολύ λίγο συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, ούτως ώστε να είναι σε θέση να παραγάγει μία πειστική πίεση για ενσωμάτωση. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων είναι νεαροί άνδρες στα καλύτερα χρόνια τους, και απορώ γιατί δεν χρησιμοποιούν την ανδρική τους ενεργητικότητα και δύναμη για να φέρουν την χώρα τους σε μία τάξη. Μερικοί από αυτούς πολέμησαν εκεί ο ένας εναντίον του άλλου, και θα μεταφέρουν τις φιλονικίες τους εδώ σε μας, για να συνεχίσουν εδώ υπό πολύ πιο άνετες συνθήκες τις μάχες και τους αγώνες τους. Ακούω ήδη κάποιους να εγείρουν την κατηγορία της ισλαμοφοβίας. Αλλά το πολιτικό Ισλάμ πρέπει πράγματι να το φοβόμαστε, εαν δεν το πολεμάμε αποφασιστικά εκεί, όπου είναι εχθρικά διατεθειμένο απέναντί μας. Αν δεν προσέξουμε – και η παρούσα πολιτική ηγεσία δεν προσέχει – θα εισπράξουμε τα προβλήματα της Γαλλίας, μαζί με την τρομοκρατία και τον ισλαμικό αντισημιτισμό. Αυτός είναι μία απειλή και για τους εβραίους συμπολίτες μας.

Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, όπου η ενσωμάτωση έχει επιτύχει.

Σίγουρα, και τότε αυτή η ανάμειξη είναι ένας εμπλουτισμός. Έχουμε όμως ανάγκη από μία πιο ρεαλιστική στάση: Δεν επιτρέπεται οι ισλαμικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη να είναι πολύ μεγάλοι, διότι τότε από την καλή πρόθεση θα γεννηθεί μία πολύ κακή έκπληξη. Μία υγιής καχυποψία είναι απαραίτητη σε μετακινήσεις πληθυσμών μιας τέτοιας κλίμακας, αυτό μας το δείχνει η Ιστορία.

Τι είναι μία «ρεαλιστική στάση»;

Σε καταστάσεις σαν κι αυτή σήμερα όπου νιώθουμε αβοήθητοι έχει παρεισφρύσει η κιτς έκφραση ότι δήθεν πρέπει να καταπολεμήσουμε το πρόβλημα «στην αιτία του». Χαρακτηρίζω αυτή την έκφραση κιτς, επειδή είναι ψευδής, διότι οποία αυτοϋπερτίμηση υπάρχει σε μία τέτοια πρόταση! Οι αιτίες αυτής της γιγαντιαίας κατάρρευσης στην Εγγύς Ανατολή είναι τόσο περίπλοκες, που είναι απολύτως αδύνατο να τις παραμερίσεις από τα έξω. Μία ώριμη και ρεαλιστική κριτική ικανότητα θα έφθανε στο εξής συμπέρασμα: ΄Ολα αυτά είναι διαδικασίες κατάρρευσης, στις οποίες οι περισσότερες παρεμβάσεις έξωθεν, όπως οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Λιβύη κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο χειρότερη. Την πυρκαγιά δεν θα μπορέσουμε να την σβήσουμε, θα έχουμε πετύχει πολλά, αν τουλάχιστον προστατεύσουμε προσωρινά από αυτήν το δικό μας σπίτι.

Οι πρόσφυγες είναι τώρα όμως καθ΄ οδόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να συγκρατήσουμε αυτά τα τεράστια ρεύματα; Είμαστε σε θέση ολωσδιόλου να τα συγκρατήσουμε;

Πρέπει να φτιάξουμε κοντά στις περιοχές των εμφυλίων πολέμων ζώνες, όπου θα μπορούσαν οι πρόσφυγες να παραμένουν ασφαλείς, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει. Είναι απλά αδιανόητο, να έλθουν όλα αυτά τα οκτώ εκατομμύρια, που δραπετεύουν από την περιοχή στη Γερμανία. Το δικαίωμα ασύλου δεν είχε σχεδιασθεί για τέτοιες μετακινήσεις λαών, δεν μπορούμε λοιπόν μακροπρόθεσμα να το διατηρήσουμε, υπό την σημερινή του μορφή. Δεν αρκεί να μιλάμε για περιορισμό του αριθμού των εισροών, πρέπει στην ανάγκη να κλείσουμε και τα σύνορα. Τότε θα μεγαλώσει και η πίεση για να δημιουργήσουμε ζώνες ασφαλείας κοντά στην χώρα από την οποία προέρχονται οι πρόσφυγες, οι καταυλισμοί των οποίων θα έπρεπε να υποστηριχθούν οικονομικά με μεγάλα οικονομικά μέσα εκ μέρους της Ευρωπαικής Ένωσης.

Ελκύσατε την προσοχή πριν από λίγο καιρό, με την δήλωση ότι θα θέλατε να ερωτηθείτε ως πολίτης, πριν η χώρα πλημμυρίσει  με πρόσφυγες.

Η κ. Μέρκελ δεν έχει απλούστατα τη δημοκρατική εντολή, να αλλάξει μία χώρα κατά τον τρόπο που τούτη θα αλλάξει, αν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εισέλθουν εκατομμύρια μουσουλμάνοι μέσα σε αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, η Μέρκελ, κατά την ανάληψη του αξιώματός της, ορκίστηκε να προφυλάξει τον γερμανικό λαό από τέτοιες ζημίες.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Η «κουλτούρα του καλωσορίσματος» ήταν στην αρχή πολύ εντυπωσιακή, διότι ο κόσμος αυθόρμητα προέβη σε πράξεις και χειρονομίες γενναιοδωρίας. Αργότερα όμως, με την υποδαύλιση των ΜΜΕ, όλα αυτά έγιναν πολιτικό κιτς – μοραλιστικό πολιτικό κιτς, δίχως συναίσθηση ευθύνης και χωρίς ρεαλισμό. Έλλειψη ή κατάργηση συνόρων υπάρχει μόνο πάνω από τα σύννεφα, στην χαμοζωή του γήινου βίου μας όμως, τα σύνορα έχουν μία απολύτως στοιχειακή σημασία – αυτό θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα από τα γεγονότα που ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας.

μετάφραση: ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΤΖΑΚΗΣ

Κώστας Κουτσουρέλης: Η μοίρα του Αδράστου

prosfyges

 

Πρόσφυγας, διωγμένος από τη Φρυγία, ο Άδραστος (μας διηγείται ο Ηρόδοτος) προσέφυγε ικέτης και βρήκε άσυλο στην Αυλή του Κροίσου, του Λυδού βασιλιά. Για να ξεπληρώσει στον μονάρχη τη χάρη, πρόθυμα δέχτηκε να αναλάβει χρέη σωματοφύλακα του γιου του, Άτη, που στ’ όνειρό του ο Κροίσος είχε δει πως κινδύνευε. Αλλά ο οιωνός βγήκε αληθινός και ο Άτης γρήγορα έπεσε νεκρός από σιδερένιο όπλο – χτυπημένος κατά λάθος απ’ τον ίδιο τον Άδραστο.

«Άδραστος», ήδη στον Όμηρο, είναι αυτός που δεν μπορεί να αποδράσει, να γλιτώσει από τη μοίρα του. Και η μοίρα του πρόσφυγα, η διπλή τραγωδία του, αναρίθμητες φορές στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η ίδια: θύμα ο ίδιος, να κάνει εντέλει άθελά του κακό σ’ αυτόν που τον ευεργέτησε. Πρόσφυγες, διωγμένοι από τους Ούννους, οι Γότθοι θα καταλύσουν τη Ρώμη και το αιωνόβιο κράτος της που τους πρόσφερε άσυλο. Πρόσφυγες, κυνηγημένοι απ’ τον Χίτλερ και τον βαθύρριζο αντισημιτισμό της Ευρώπης, οι Εβραίοι θα εκτοπίσουν τους Άραβες της Παλαιστίνης από την πατρική τους γη. Πρόσφυγες στην ουσία, οικονομικούς μετανάστες θα τους λέγαμε σήμερα, άνθρωποι πάμπτωχοι και ταλαιπωρημένοι στην πλειοψηφία τους, οι λευκοί έποικοι της αμερικανικής και αυστραλιανής ηπείρου εξολόθρευσαν τους γηγενείς πληθυσμούς. Οι προθέσεις, οι καλές προαιρέσεις, οι όρκοι εδώ δεν μετρούν – η ιστορία τραβάει τον δρόμο της.

Όσοι εξακολουθούν να μιλούν για «ανοιχτά σύνορα» (εξαιρώ εδώ τους πολιτικάντηδες) μια μόνο δικαιολογία έχουν, έξω από την καλή τους καρδιά: την απόλυτη άγνοια. Το κύμα των προσφύγων από τις αραβικές χώρες που κατακλύζει αυτή τη στιγμή την Ευρώπη δεν είναι μια «κρίση», μια έκτακτη κατάσταση, το φρικτό προϊόν μιας φρικτής συγκυρίας. Είναι μόνο η αρχή. Δανείζομαι τα στοιχεία σχεδόν αυτολεξεί από άρθρο του Γκούνναρ Χάινζον, κορυφαίου ερευνητή δημογράφου: Από το 1950 έως το 2015 ο πληθυσμός της υποσαχάριας Αφρικής αυξήθηκε από τα 180 στα 980 εκατομμύρια. Το 2050 θα ξεπεράσει τα 2 δισ. Πάνω από 600 εκατομμύρια από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν καν ηλεκτρικό ρεύμα, 390 εκατομμύρια ζουν σήμερα με λιγότερο από δύο (2) δολλάρια τη μέρα, 110 εκατομμύρια περισσότεροι απ’ ό,τι το 1990. Ήδη το 2009, το Ινστιτούτο Gallup εκτιμούσε ότι το 38% του πληθυσμού επιθυμεί να μεταναστεύσει. Αυτό μας κάνει σήμερα 390 εκατομμύρια ανθρώπους, που το 2050 θα έχουν αυξηθεί σε 840 εκατομμύρια.

Είναι αυτά τα νούμερα αρκετά; Αν όχι, εύκολα μπορούν να βρεθούν και άλλα. Στην Ευρώπη σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας, ζουν 140 εκατομμύρια άτομα κάτω των 18 ετών. Το 2050 προβλέπεται μάλιστα να μειωθούν στα 130 εκατομμύρια. Αντίθετα, στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένου του αραβικού βορρά, ο αριθμός αυτός φτάνει σήμερα τα 540 εκατομμύρια και το 2050 θα φτάσει το 1 δισ.

Ο πληθυσμός των αραβικών κρατών αυξήθηκε από τα 70 στα 389 εκατομμύρια μεταξύ 1950-2025. Το 2050 θα φτάσει τα 650 εκατομμύρια. Κατά την ίδια έρευνα του Gallup, του 2009, το 23% αυτών των ανθρώπων ήθελε να μεταναστεύσει. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 35%, φτάνοντας στα 133 εκατομμύρια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όχι απλώς η φτώχεια και η εξαθλίωση, αλλά και οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες είναι λογικά επακόλουθα. Κι αυτό ανεξαρτήτως του τι κάνει ή δεν κάνει η επάρατος Δύση. Μόνο στην υποσαχάριο Αφρική, 18 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά το 1960, μετά το πέρας δηλαδή της αποικιοκρατίας και την εκδίωξη των Ευρωπαίων. Ανατριχιάζει κανείς σκεπτόμενος τι θα συμβεί αν οι παρούσες δημογραφικές τάσεις επιμείνουν και ο πληθυσμός της μαύρης ηπείρου τετραπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισ. ώς το τέλος του αιώνα μας, όπως ο ΟΗΕ προβλέπει.

Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη εμπρός σ’ όλα αυτά; Για τον μεμονωμένο Σύρο ή Αφγανό που χτυπάει την πόρτα της ακόμη πολλά, ίσως και τα πάντα. Για τις μυριάδες που τον ακολουθούν, ας μη γελιόμαστε, πολύ λίγα. Κι επειδή ο μεμονωμένος είναι που σέρνει πίσω του όλες αυτές τις μυριάδες, όπως ο μαγνήτης έλκει ακατανίκητα τα ρινίσματα του μετάλλου ή η ελπίδα το παράτολμο διάβημα, γρήγορα, πολύ γρήγορα και εκείνος θα δει κατ’ ανάγκην να εγείρονται εμπρός του φραγμοί ανυπέρβλητοι. Ήδη το βλέπει. Τέτοιους γιγάντιους και σφριγηλούς δημογραφικά πληθυσμούς, η γηραλέα μας ήπειρος δεν μπορεί να τους αφομοιώσει, πόσω μάλλον να τους καταστήσει κοινωνούς του δικού της τρόπου ζωής. Είναι θέμα χρόνου, απόφαση μιας μόνο στιγμής, ο δρόμος προς τον ικετήριο βωμό να κλείσει. Τη στιγμή αυτή ζούμε. Ακόμη και όσοι σήμερα συμπάσχουν, και συμπάσχουν ειλικρινά, με τον δύσμοιρο Άδραστο, αύριο θα αναγκαστούν να ομολογήσουν πως όχι, την άφευκτη μοίρα του δεν θέλουν να τη συμμερισθούν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ