ελληνικό μυθιστόρημα

Το ταξίδι της προσφυγιάς

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο η Ελισάβετ εξιστόρησε στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς, της επανάστασης του 1821 και της συνακόλουθης καταφυγής των γυναικόπαιδων, και της ίδιας, στα σφακιανά βουνά, για να σωθούν. Στο κεφάλαιο αυτό η Ελισάβετ συνεχίζει την εξιστόρηση των δεινών κατά το περιπετειώδες ταξίδι σωτηρίας από ένα λιμανάκι της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς. Το Πάσχα του 1824 άρχιζε η επώδυνη ζωή της προσφυγιάς.

***

Οι δύο φίλες περπατούσαν με γοργό βήμα να προλάβουν ν’ ανέβουν στον λόφο του Κολωνού, πριν ξεσπάσει η μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο, τα σύννεφα κατέβαιναν κι εκείνες σχεδόν έτρεχαν. Όταν αντίκρισαν το ψηλό μνημείο στον λόφο, λαχανιασμένη η Ελισάβετ είπε:

— Ήμουν στην Αθήνα, όταν μάθαμε ότι πέθανε ξαφνικά ο σοφός γερμανός αρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ· ήταν θυμούμαι καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια. Είχε έλθει στην Ελλάδα για αρχαιολογικές περιηγήσεις και έρευνες, αλλά μετά από λίγους μήνες τον έριξε κάτω η ζέστη, η κόπωση κι ο πυρετός. Η ιδέα να ταφεί εδώ και να ανεγερθεί το μνημείο που θα δούμε ήταν των καθηγητών του πανεπιστημίου, που ανέλαβαν και τη δαπάνη του. Τον έθαψε ο ιερέας του παλατιού, παρουσίᾳ πλήθους κόσμου…

— Σε παρακαλώ, Ελισάβετ,  πάμε πιο γρήγορα, πριν αρχίζει να βρέχει πιο δυνατά,  θέλω να δω οπωσδήποτε το μνημείο.

Άνοιξαν το βήμα τους κι ανέβηκαν στον μικρό λόφο· έμειναν σιωπηλές να κοιτάζουν τον τάφο και το μνημείο. (περισσότερα…)

Ανοιχτά ερωτήματα, δίχως εύκολες απαντήσεις

*
Ευσταθία Ματζαρίδου
φτερά στο τσιμέντο
Περισπωμένη, 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Παρ’ όλη την οξύτατη και πολυεπίπεδη κρίση της εποχής, ο καθένας μπορεί να εκδώσει χωρίς τεράστιο κόστος τα γραπτά του. Σε συνθήκες επίσης όπου συντεχνιακές ομάδες προωθούν βιβλία που δεν τηρούν αυτονόητα λογοτεχνικά κριτήρια, δεν είναι πάντα εύκολο να εντοπιστούν βιβλία και συγγραφείς οι οποίοι αξιοποιούν ή εξελίσσουν ποιοτικά και πολύτροπα το λογοτεχνικό πεδίο. Το τρίτο βιβλίο της Ευσταθίας Ματζαρίδου φτερά στο τσιμέντο δεν επιβεβαιώνει απλώς την ισχυρή γραφή της συγγραφέα, αλλά επιπλέον, χωρίς να καταλήγει σε έναν ρηχό μελοδραματισμό, διαπραγματεύεται ζητήματα πολυπρισματικά σχετικά με την αναπηρία, την απομάγευση της “αγίας” οικογένειας, το φύλο, τα αδιέξοδα των σχέσεων και της επιθυμίας. Όλη αυτή η θεματολογία, που ανέφερα ενδεικτικά, απαντάται συχνά στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς. Στην περίπτωση της Ματζαρίδου είναι ο περίτεχνος τρόπος οργάνωσης και εκτύλιξης της γραφής της, ο οποίος συγκροτεί τη δύναμη και τη λογοτεχνικότητα του κειμένου. Η αφήγηση της ηρωίδας ωθεί τους αναγνώστες/στριες σε θέσεις οικειοποίησης του κειμένου ώστε να ενταχθούν στο οικογενειακό σύμπαν της έστω και ασφυκτικά. Όλες οι στρεσογόνες συνθήκες και τα αδιέξοδα των περιχαρακωμένων χαρακτήρων που παρατίθενται και σχολιάζονται από την “ανάπηρη” κόρη αποκτούν μια κοφτερή οξύτατη υλικότητα εξαιτίας της χρήσης της γλώσσας. Η συγγραφέας δεn διστάζει να αποδομήσει τη στερεοτυπία της ταυτότητας της “ανάπηρης”, που δεν ανατρέπεται, αλλά ούτε συνδέεται με εύκολες αναγνώσεις ενός ρηχού οίκτου: «[…] όταν κάποιος σου προκαλεί οίκτο, χάνεις το ενδιαφέρον σου γι’ αυτόν, ή καλύτερα δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο χλευασμού, ο οίκτος ακυρώνει τον χλευασμό» (σ. 139). (περισσότερα…)

Δεν θα περάσετε, κύριε!

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

(Από το —υπό διαμόρφωση— μυθιστόρημα, Η ερωτική ζωή του κυρίου Χίτλερ. Μιλά η Ασημίνα.)

Δεν θα περάσετε, κύριε! Μικρή βαρκούλα η χώρα μου, μικρό νησάκι το κορμί μου, ριγμένο σ’ ένα ατέλειωτο, φουρτουνιασμένο πέλαγος στον αιώνα της τρικυμίας. Μικρά και φτηνά τα όνειρά μου, ενωμένα με την εποχή και τον καιρό τους, παιδί τους και προέκτασή τους είμαι κι εγώ, χωρίς να μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Ημιθανή και ατελέσφορα τα σχέδιά μου, με νεκρό κι άψυχο τον ουρανό από πάνω τους, αν υπήρξε ποτέ ζωντανός και δεν είναι ο αμετακίνητος ουρανός παρά μια πλάνη που μας μάθαιναν τότε που ήμασταν πιο εύπιστα, για να αποδεχτούμε τον κόσμο όπως έχει και όπως μας τον όρισαν εκείνοι, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Ο δρόμος που διαβαίναμε σαν ήταν καλοκαίρι γέμισε με αγριόχορτα και ζιζάνια, τα όνειρα άρχισαν να παίρνουν σταδιακά την όψη της σήψης, η ψυχή ξεκίνησε να αποκολλάται από το σώμα μας που πλέον ζει μηχανικά κι από κεκτημένη μονάχα ταχύτητα, μη βλέποντας αυτό το μηχανοποιημένο τερατούργημα στο οποίο αρχίζει ο άνθρωπος να μετατρέπεται. Η πρόσοψή μας γίνεται ρομποτική, οι αρτηρίες μας καλώδια, ο εγκέφαλός μας μικροτσίπ. Θλιβερό το προνόμιό μας να είμαστε η γενιά της μετάβασης, σε μια ζωή που δεν ξέρει πού να πατήσει στέρεα. Σβήνει η ανθρωπότητα, κύριε, τελειώνει, χάνονται μία – μία και ξεγράφονται, πετιούνται σαν μποτίλιες στο απύθμενο και πολυδιάστατο διάστημα όλες οι πτυχές της παρουσίας της, αύριο θα ξημερώσει ένας κόσμος αλλότριος, όπου όλα θα συνεχίζονται αυτόματα σα να μην έχει μεσολαβήσει η παραμικρή αλλαγή, σα να ξεφύτρωσε και πάλι ο ίδιος ουρανομάχος ήλιος, ωστόσο δεν θα βρισκόμαστε πια εδώ ούτε εμείς ούτε οι άμεσοι απόγονοί μας για να τον αντικρύσουν, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Τα φωτεινά μονοπάτια δίπλα στα ρυάκια σκοτεινιάζουν στις παρυφές του χειμώνα, τα νησιά ξεφυτρώνουν στο πέλαγος σαν αχιβάδες θαρρώντας πως η ζωή είναι πανηγύρι ενώ δίπλα τους ο κόσμος έχει πια πεθάνει, τα πρώτα όνειρα της νιότης στάζουν άμορφη βλέννα καθώς ο καιρός συννεφιάζει. Το παιδί που δεν ήμασταν ποτέ, κύριε, στέκει νεκρό και πνιγμένο στην άκρη της παραλίας, ξεβράστηκε στο κύμα και το αφυδατωμένο πρόσωπό του βλέπει προς την άμμο και προς το σκοτάδι, το χαμόγελο που ποτέ δεν φύτρωσε μας κυνηγά και μας καταστρέφει κάθε ώρα και στιγμή, μας καλεί να ανεβάσουμε ακόμα περισσότερο την ένταση και να αποστρέψουμε το βλέμμα μας, μας ζητά να υπογράψουμε ακόμα πιο ανανεωμένα συμβόλαια υποταγής της υπόστασής μας στην απάνθρωπη πραγματικότητα, μας υποδέχεται σ’ ένα μιλλένιουμ της αποσύνθεσης, σε έναν κόσμο που καταρρέει με κρότους και λυγμούς και το απολαμβάνει βογγώντας και καυλώνοντας με όλες του τις τεχνητές αισθήσεις, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Αιώνες ουρλιάζουν ακατάπαυστα, ζητώντας τη φαλκιδευμένη τους δικαίωση, μάνες αποχωρίζονται τα παιδιά τους, με το θάνατο παρόντα ήδη από τη στιγμή της γέννας, ερωτευμένοι που σκορπίστηκαν στα συντρίμμια των καιρών ξέρουν πως δεν θα αγκαλιάσουν ποτέ ξανά την αγάπη τους. Κραυγές από τα βάθη των εποχών ξυπνούν μπροστά στο επερχόμενο τέλος, φωνές από την πικρότερη εκδοχή της ανθρωπότητας έρχονται και πάλι ενώπιόν μας για να μας καθορίσουν και να μας δείξουν το δρόμο, μόνο που ο δρόμος πια έχει μεταλλαχθεί και χάνονται κι αυτές στο τσουβάλιασμα, εξισώνονται με το μηδέν και το μηδέν τις διαιρεί και τις κερδίζει, τις ρουφά πλάι του με ηδονή και γλύκα. Νιώθω το είναι μου, κύριε, να ενώνεται μαζί τους και να μετουσιώνομαι σε ουρλιαχτό, σε σύνθημα, σε επανάσταση, σε αιτία να υπάρχω σ’ αυτόν το σάπιο κόσμο και να φέρω το όνομα του ανθρώπου, ξέροντας πως κι αυτό ακόμα δεν έχει την παραμικρή σημασία και επίπτωση στην πορεία του κόσμου, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Υπήρξα στη ζωή για να σας πω αυτή τη λέξη, η μοίρα με γέννησε και με οδήγησε για να σταθώ απέναντί σας και να πεθάνω καθώς θα με ποδοπατάτε και θα με λιώνετε σαν κατσαρίδα. Μια μικρή κουκκίδα στο απέραντο χάος, ένα μικρό αηδόνι στις ατελείωτες συστάδες του δάσους, μια ακόμα φωνή που γεννήθηκε από το τίποτα, ούρλιαξε κλαίγοντας απελπισμένη μπροστά στο απόλυτο μηδέν και της προορίζεται να σιγήσει. Βρέθηκα μπροστά σας για να συντηρήσω μια απλή, φοβισμένη και τρυφερή φλογίτσα, σαν τη φρυκτωρία στο βουνό, δίχως συναίσθηση του πού θα οδηγήσει η απεγνωσμένη μου κίνηση κι αν θα βρεθεί κάποιος να συνεχίσει σε κάποια απόμερη κι άγνωστη σε μένα κορφή το δικό μου μοναχικό μονοπάτι, σαν το βάδισμα στα τυφλά, στο απόλυτο κενό και το σκοτάδι, μη γνωρίζοντας αν θα γεννηθεί μια επιφάνεια με την κίνηση του ποδιού σου ή αν θα πνιγείς στο αδηφάγο βάραθρο. Ίσως και να μην υπάρχει συνέχεια μετά από μένα, ίσως εδώ ο κύκλος να τελειώνει οριστικά και να προσκυνάμε για πάντα την ευθύγραμμη ζωή σε μια τυχαία απόληξή της, ίσως απλά αποτελώ την τελευταία εκπρόσωπο ενός κόσμου προ πολλού νεκρού και λησμονημένου, γραφική και απόμερη στην εξέλιξη μιας εποχής αλλότριας, ίσως εντέλει η ανθρωπιά και η αγάπη να έχουν ξεπουληθεί και μεταλλαχθεί κι αυτές σε κάτι πιο ευπώλητο, βρε αδερφέ, δεν θα περάσετε, κύριε!

Θα με σκοτώνετε και θα σβήνω γελώντας, θα με συνθλίβετε και θα τραγουδώ χαμογελαστή και θα σιγομουρμουρίζω εκείνα τα γλυκά λόγια από τα μαγικά βρεφικά μας τραγούδια που έκαναν την ψυχή να κοιμηθεί και να γλυκοχαθεί στον λατρευτό κόσμο του ονείρου. Δεν είναι όμορφη η μελωδία της ζωής και της αγάπης, κύριε; Δεν είναι ανυπέρβλητη η ένωσή σου με τα πρωταρχικά στοιχεία του Γαλαξία, κύριε; Δεν είναι μαγευτική η αίσθηση της γαλήνιας και της αιώνιας επιστροφής μας, κύριε; Δεν είναι υπέροχο να παραμένει κανείς Άνθρωπος, κύριε;

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα

Νότος Ρεθύμνου, Λιβυκό πέλαγος, νησιά Παξιμάδια

 

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη, 2021

“Οδός άνω και κάτω μία”, έγραφε ο Ηράκλειτος και η Λίλα Τρουλινού, «κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας», το ίδιο χώμα πατώντας, αυτό που γενεές γενεών ποτίζουν με το αίμα τους άντρες και γυναίκες μιας μυστικής μινωικής ουσίας, με βήματα γερά, μας χαρίζει (μέσα από την έξοχη μορφή που πάντα προσφέρει η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα) ένα από τα πιο άξια λόγου μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Ένα μυθιστόρημα-ταξίδι προς την ωριμότητα, αφήγηση της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της παρουσίας στον κόσμο δυο ορφανών εφήβων, μέσα από την κάθοδό τους στο σκοτεινό σπήλαιο της ζωής που αναδεικνύεται χώρος μαθητείας με όργανα τόσο τη φαντασία των παραμυθιών όσο και τον οδυνηρό ρεαλισμό της Ιστορίας.

Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο Αγγελής και ο Χρυσάφης, ταξιδεύουν στο χρόνο, από την Ενετοκρατία ως την γερμανική Κατοχή (την κτηνωδία που τόσο πρόθυμα ξεχνάνε οι σταδιοδρόμοι ρεαλιστές), για να αποκαταστήσουν την τάξη της ύπαρξης μέσα στο οδυνηρό χάος της εποχής μας. Η κάθοδος αυτή σε ένα Καθαρτήριο, απαραίτητο βήμα γι’ αυτή την αποκατάσταση, τούτους τους καιρούς της εξαχρείωσης, μοιάζει περιπέτεια. Ποιος είναι τόσο καθαρός για να γίνει κριτής; Μονάχα δυο έφηβοι. Που τολμούν και καταδύονται στο ιστορικό βάθος της Κρήτης, βλέπουν κατάματα ίσκιους και φαντάσματα, ανθρώπους, υπανθρώπους, λέξεις και πράγματα, «όλα θαμμένα κάτω από τη μολυσμένη σκόνη της αχρονίας», χωρίς να χάνουν στιγμή, τον σκοπό τους, να βρουν δρόμους για τον ουρανό και τρόπους για τη γη.

Η Λίλα Τρουλινού ανασταίνει με τόλμη στιγμές, τοπία, μορφές και βλέμματα, λύπες και χαρές. Η γραφή της είναι ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα του λαού μας. Μια διαρκής απρόσμενη αύξηση του βάθους της γραφής αυτής όπου ο συμβολισμός δεν περιορίζεται σε παραστάσεις και δεν ρηχαίνει με κρίσεις λογικές. Η ψυχή μέσα σε ανάερα σχήματα ζει ανεμπόδιστα όλες τις φαντασίες της που αναδεύονται ως τα μύχια των ηρώων ενώ κάθε της χορδή πάλλεται για να δοθεί ολόκληρη στο εφηβικό όνειρό τους. Μια αγωγή προς το θαύμα αυτή η πορεία που δεν γεννά ένα νέο μύθο αλλά την κρυφή δύναμη που γεννά τους μύθους. Μια επιστροφή στη φύση που δίνει στην ψυχή τόνο δημιουργικό για να αποκριθεί στη μουσική που θα τη γεμίσει με αφθονία εξηγήσεων.

Εξαίσια χρήση της λεκτικής γλώσσας μα και της ομιλίας της σιωπής. Ένας ονειρικός οργασμός, ένα εκστατικό βύθισμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε υλική σύσταση και γίνονται ένα με τον εσώτερο εαυτό μας. Απλό το μυστικό της: στο ύψος της τέχνης δεν οδηγεί η ευφυής κατασκευή αλλά η βύθιση στο αίμα και στο χρόνο. Τα εκφραστικά σύμβολα που αποδίδουν τον εσωτερικό δυναμισμό μιας πλούσιας ζωής και δημιουργούν ένα αισθητικό αποτέλεσμα με πληρότητα και αυτάρκεια. Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφοποίηση που φτάνει ως τη σιωπή για να εικονίσει το άρρητο και το ανέκφραστο. Αυτή η γλώσσα μάς καθιστά μάρτυρες ενός δράματος που δεν μπορούμε να το αφήσουμε χωρίς να μιλήσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Η μοίρα του εγκλωβισμένου ανθρώπου

Σταμάτης Πολενάκης
Η πάλη με τον άγγελο
Ενύπνιον, 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Από το πρώτο του βιβλίο, Το χέρι του χρόνου, μέχρι και τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2017) ποιητική συλλογή Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες (Μικρή Άρκτος, 2016), ο Σταμάτης Πολενάκης έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα συμπαγές ποιητικό κόσμο με έντονο το ιστορικό, το υπαρξιακό και το πολιτικό υπόβαθρό. Το ίδιο ποιητικό σύμπαν διερευνάται και διευρύνεται με επιτυχία πεζογραφικά στο πρόσφατο μυθιστόρημά του Η πάλη με τον άγγελο (Ενύπνιο, 2020), στο οποίο ο αφηγητής-συγγραφέας ακολουθεί τον Ντοστογιέφσκι στη σύλληψη και τη γραφή των Δαιμονισμένων του, καταλήγοντας μέσα από την παταγώδη αποτυχία της ρωσσικής επαναστατικής ουτοπίας στον φανταστικό συγγραφέα Γιούρι Άιντελμαν, αλλά συνάμα αποκαλύπτοντας στην έξοδο του βιβλίου τη φοβερή εικόνα της ανθρωπότητας παγιδευμένης μέσα σ’ ένα αεροπλάνο τυλιγμένο στις φλόγες.

(περισσότερα…)

Στους λαβυρίνθους της ιστορίας

~.~
Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη 2021

της ΑΝΝΑΣ ΛΑΜΠΑΡΔΑΚΗ

Το τρίτο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού με τίτλο Το ίδιο χώμα και υπότιτλο Κατεβαίνοντας στις ανηφόρες της ιστορίας, είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης. Πρόκειται για ένα ταξίδι αναζήτησης γνώσης και ταυτότητας, που συντελείται σε επίπεδο προσωπικό, ιστορικό και ευρύτερα πολιτισμικό, μέσω μιας αφήγησης στην οποία η πραγματικότητα διαπλέκεται με την ιστορία, το παραμύθι και τη φαντασία σε μια ιδιαίτερη σύνθεση.

Στη σύντομη εισαγωγή στο ξεκίνημα της αφήγησης, που λειτουργεί προγραμματικά ως άξονάς της, ο βασικός ήρωας-αφηγητής Χρυσάφης Ροδοκανάκης αυτοσυστήνεται στον αναγνώστη. Προσδιορίζει ως έτος  ολοκλήρωσης του μυθιστορήματος το 2017, όταν μέσα από ένα δερματόδετο κόκκινο και μαύρο τετράδιο ανακαλεί την εποχή που, ως δεκαπεντάχρονος έφηβος, πριν από 14 χρόνια, ορφανός από πατέρα, ζούσε με τη μητέρα του Χρυσώ, φιλόλογο, στις Μέλαμπες του νομού Ρεθύμνης της Κρήτης. Μελετά εκ νέου, επεξεργάζεται  και συμπληρώνει το υλικό του τετραδίου, δηλαδή ένα αφηγηματικό κείμενο που αφορά ένα «μαγικό» ταξίδι πίσω στον χρόνο, σημειώσεις και βιβλιογραφία που είχε ο ίδιος κρατήσει στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου, πριν από την περιπλάνησή του στα μονοπάτια της Ιστορίας του τόπου του. Έτσι αναπλάθει μυθιστορηματικά αυτό το ταξίδι το οποίο πραγματοποίησε μαζί με τον αγαπημένο του συμμαθητή και φίλο Αγγελή Τρουλλινό, που ζούσε στο ίδιο χωριό με τη γιαγιά του Καλή, τον παππού του Αντρουλή  και  τον αδελφό του Χαρίδημο, λυράρη και εραστή της μητέρας του αφηγητή.

Το μυθιστόρημα δομείται σε τέσσερις κύριες ενότητες με αντίστοιχους τίτλους: Κάθοδος, Καθαρτήριο, Ίσκιοι, Ουράνιοι Δρόμοι. Σε επόμενη ενότητα με τίτλο “Οι σημειώσεις μου από το κόκκινο και μαύρο τετράδιο” παρατίθενται από τον ίδιο τον αφηγητή-ήρωα πληροφορίες για τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα του έργου, γλωσσάρι, επιλογή βιβλιογραφίας και χάρτες των περιοχών στις οποίες κινήθηκαν  οι ήρωες.

(περισσότερα…)

Κυριακή 18/7 | «Το Στέμμα των Αυγών» – Με τον Κώστα Χατζηαντωνίου

 

Νύχτες του Ιουλίου, Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

~.~

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1965. Ιστορικός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Κοράλλι». Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, ιστορικές μελέτες και βιογραφίες, δοκίμια στοχασμού, θεωρίας και κριτικής και τρία μυθιστορήματα, εκ των οποίων «Το στέμμα των αυγών» (Καστανιώτης, 2020) είναι το πιο πρόσφατο (2020). Προηγήθηκαν το «Αγκριτζέντο» (2009) που τιμήθηκε το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) και έχει μεταφραστεί σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες και «Ο κύκλος του χώματος» (2017).

~.~

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ, Μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2020

***

Σελ. 27-28

«Η γη της Ιωνίας είναι τόπος φωτεινός. Σκληρό να διαπεραιωθεί κανείς απ’ αυτήν την πανδαισία χρωμάτων στο σκοτεινό βασίλειο του χρόνου, εκεί όπου τέλος δεν υπάρχει• καθώς ιδρώνουμε κωπηλατώντας από το επιμέρους προς το μυστήριο του καθόλου, για να περάσουμε δηλαδή από την στιγμή –το νησάκι μας στον ωκεανό του χρόνου– στο άπειρο, εκεί όπου οι ψυχές περπατούν στους δρόμους του αιωνίου που πολλοί ονομάζουν θάνατο, ξέρω πως εκεί θα βρούμε όλες τις απαντήσεις. Γιατί λοιπόν κάποιοι που έζησαν κάποτε εδώ, πατρίκιοι και πληβείοι, ιερείς ή στρατιώτες, κάπηλοι και ξωμάχοι, πηγαινοέρχονται πλάι μας; Γιατί δεν ησυχάζουν; Τους βλέπω όποτε εισέρχομαι στην κάμαρα του άλλου χρόνου, στην κηροφώτιστη βιβλιοθήκη, ενόσω έξω η απόκοσμη πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους που γίνονται φωνές κι ύστερα ξεψυχούν σαν αεράκι, τους βλέπω την ώρα που γύρω από τις πέτρες των βωμών αντηχούν οι θρήνοι των αιματοχαρισμένων ενώ στα βάθη μιας αόρατης σπηλιάς, με τρόμο βαριανασαίνουν κρυμμένοι πρόσφυγες που έρχονται από το κοντινό χτες, από το μακρινό μέλλον. Το πρωί η μέρα με τον πέπλο της όλα τα κάνει πάλι ένα τοπίο ωραιότητας και γαλήνης.

Έτσι ξεκίνησε κι αυτή η αυγή. Μα γρήγορα συννέφιασε ο τρυφερός ουρανός κι ο μέγας κόκκινος έγινε βυσσινής, ντροπιασμένος θαρρείς από κάποιο επερχόμενο βάρος, όπως αυτό που εγώ, σε μιαν απόμερη κόγχη με σώμα ασθενικό σαν εκείνου, με την ίδια εμμονή γραφής, παλεύω να αποσείσω. Δύσμοιρος, ξαναλέω, βασιλέας ο Θεόδωρος ήταν, τον χτύπησε νωρίς η αρρώστια. Καθώς αντίκριζα σήμερα τα κεριά να καίγουν γύρω από το σκήνωμά του και την βασιλική οικογένεια λευκοντυμένη να σιγοκλαίει στα τριήμερά του, ενώ σπιθίζανε τυφλώνοντας τα μάτια οι πολύτιμοι λίθοι, σκεπτόμουν φοβισμένος αυτό που υφορμά και υποτρέχει. Για τούτο επείγει να φωτίσω όσα τρεμοσβήνουν, λησμονημένα όνειρα, αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα τοπία, όλα όσα αναπαύονται στο χθες, εικόνες που σώζονται ακόμη στο μυαλό μου, μέχρι ν’ αφανιστούν μαζί του. Έτσι γίνεται πάντοτε, από Κτίσεως, μα επιμένω πως η θλίψη είναι προτιμότερη της λήθης, να νιώθεις σημαίνει να ζεις. Να γιατί κάνω στον χρόνο νεύμα, μια στιγμή ακόμη ζητώντας, μια στιγμή, σαν ανοιγόκλειμα των ματιών κι όλη μου η ζωή μα εγώ λίγες ημέρες μόνο ζητιανεύω, ίσα για να προλάβω να κρύψω όσα είδα, μήπως τα βρούνε εκείνοι που θα έρθουν. Και αυτοί ας κρίνουν».

***

Σελ. 63-64

«Μέσα στην γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω. Γυρίζω στην παιδική μου άγνοια ξέροντας πως η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση. Δεν έχω κάτι μεγάλο να με βαραίνει, πολλές μικρές αμαρτίες μόνο, ούτε ένα μυστικό άξιο αποκάλυψης για να συναρπάσει τον αναγνώστη. Κι όμως φοβάμαι την Κρίση για τα μικρά μου πάθη. Όχι το βλοσυρό Του βλέμμα μα το βλέμμα απογοήτευσης• σαν να λέει, “Μόνο αυτά;” Μα ευελπιστώ πως θα κάμψω τις αντιστάσεις Του, όπως έκαμπτα τις αντιστάσεις του Νήφωνος, που ανεχόταν την οκνηρία και τις παραξενιές μου και με άφηνε να αλωνίζω στους δρόμους της Νικαίας, να σκαρώνω με την φαντασία μυθιστορίες, βασίλεια, πολέμους και πειράματα με χώματα που τα βάφτιζα αλχημιστικές ουσίες ή σκόνες μαγικές που άλλαζαν χρώμα με το νερό ή το κρασί που υπέκλεπτα, να ανεβαίνω τα καλοκαίρια στις σπηλιές και να βλέπω αλλόκοτα πλάσματα ασάλευτα στις σκοτεινές γωνιές. Το καλοκαίρι, είναι αλήθεια, η Νίκαια γινότανε ανυπόφορη, μα ποιος ήταν προφήτης για να δει πως και το έλος θα νοσταλγούμε όταν απομείνουν απ’ αυτήν μονάχα ρέπια των σπιτιών και πέτρες από παρεκκλήσια πύργων, όταν αχνές γενούν των αγίων πολεμιστών οι τοιχογραφίες, σαθρές των οχυρών οι συστοιχίες, οι πύλες ξεχαρβαλωμένες, καμένα τα παραπόρτια, οι βασιλικές ρημαγμένες και καταχωμένα τα βαπτιστήρια, όταν χαθούν τα πολύχρωμα ψηφιδωτά και το χρυσό φόντο στους τρούλους και στις αψίδες, όταν κάτω απ’ τον ασβέστη κρυφτούν οι επενδύσεις των τοίχων και οι επιστρώσεις των δαπέδων, όταν σκορπίσουν στις τέσσερις άκριες της γης οι ιερές εικόνες και τα λειτουργικά βιβλία, όταν μείνουν θραύσματα κεραμικά μόνο, κιονόκρανα και μολυβδόβουλα, χαράγματα σε χρυσά ή αργυρά νομίσματα και στήλες που θα ξεθάβουν οι γεωργοί όποτε οργώνουν, ενώ φαντάσματα στο πλάι τους θα γλιστράνε σιωπηλά σαν νυχτώσει, για να περάσουν πάλι από τις καμάρες της τριπλής πύλης της Κωνσταντινουπόλεως, ψυχές που τα πέτρινα αχνάρια τους κάποιοι ελάχιστοι θα βλέπουν και ή θα κλαίνε ή θα τα καταστρέφουν φωνάζοντας “αφήστε μας να ζήσουμε κι εμείς επιτέλους”».

***

Σελ. 263-264

«Κόμπιασε στη μέση μιας βλαστήμιας ο Γεννάδιος, πέταξε την γραφή, δεν την ξεστόμισε ολόκληρη. Τον τελευταίο καιρό δεν μάγκωνε η γλώσσα όταν τον κυρίευε η οργή – ή ο δαίμονας, δεν ξέρω. Μετά κάπως μούδιαζε. Ήταν το δέος του ιερού που πρόσβαλλε, ήταν το φαρμάκι που κι αυτόν φαρμάκωνε, ήταν η λύπη για έναν ιδανικό εαυτό που όλο δεν έφτανε απ’ τον καιρό που τον λέγανε Ούγο, μήπως αυτό που του δόθηκε; Μα η λέξη άμα φύγει, πάει, δεν ξεχνιέται, πικραίνει, κακοφορμίζει. Ποιος ξέρει τι ήρθε στον νου του ξαφνικά με την βουή της θάλασσας από της Ουτρεμέρ και της Κύπρου τα μέρη, με το σκοτείνιασμα και το μαύρισμα του ήλιου ως το Αιγαίο, με την μεταμόρφωση του φεγγαριού σε αίμα, με τις μετακινήσεις των αστεριών, με όλα όσα, με χίλιους τρόπους προμηνούνε τις συμφορές. Ποιες άλλες λέξεις μνημειώδεις ζητούσε να εφεύρει, από ποια τρομαγμένη οικειότητα ήθελε να ξεφύγει, να προλάβει μια μακραίωνη αναισθησία, έναν ύπνο βαθύ, μαρμαρωμένο, σπρωγμένος από μια περιέργεια που έψαχνε με αγωνία μέσα στην περιπέτεια της ψυχής του, ορατής και αόρατης, να βρει επιτέλους την απόκριση πριν είναι αργά. Και ποιες λέξεις τελικά τον άρπαξαν, μπήκαν στο στόμα του και γίνανε απελπισία, γνώση ενός μυστικού που αποκαλύφθηκε τώρα, μόνο σ’ αυτόν, ενώ υπήρχε προ αιώνων; Αυτό δεν μπόρεσε ν’ αντέξει;

Έφυγε χωρίς να πάρει ευλογία και δεν ήξερε κανείς αν πήγαινε να βρει την ζωή ή τον θάνατο. Μάθαμε μόνο πως έφυγε απ’ την θάλασσα. Δροσερό προσευχηθήκαμε να είναι το αγέρι του Αιγαίου, να του φουσκώνει τα πανιά, τα κύματα ανάλαφρα να γλείφουν τα ξύλινα πλευρά του πλεούμενού του και να στρέφουνε πίσω χαδιάρικα στο πέλαγος, κουρσάρους να μην ανταμώσει, την μαύρη αγκαλιά του βυθού ποτέ να μη γνωρίσει, στα ιστία μονάχα το μονόγραμμα του Χριστού να βλέπει έως συντελείας του αιώνος και γλυκόπικρα τραγούδια τροβαδούρων που ιστορούν την άπειρη αγάπη και την ατέλειωτη μάχη ν’ ακούει, ή και δικά μας, αν το θέλει, ακριτικά του Διγενή ή ιστορίες αρχαίες για τον Αχιλλέα και τον Αλέξανδρο.

Πάει, χάθηκε. Και η διήγηση αυτή, που ίσως φτάσει στα χέρια σου αναγνώστη, δεν ξέρει να σου πει αν ήταν για κακό ή για καλό του, ή αν οι αλυσίδες του αγίου Λουδοβίκου ήτανε στο μυαλό του τόσο βαριές, που ήθελε κι αυτός να τις φορέσει».

***

Σελ. 348-349

«Χάραξε το πρώτο φως, ώρα να κινήσω για το καθολικό της μονής, πριν αρχίσουν να καταφθάνουν οι άρχοντες. Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια, γίνομαι πάλι εννιά χρονών, στην παιδική μου κάμαρη στην Πόλη κι ακούω τη φωνή του πατέρα, «πρέπει να φύγετε αμέσως για τη Νίκαια», η μάνα μου δακρύζει, εγώ βλέπω το ίδιο όνειρο ξανά, περνάμε από το κοιμητήριο της Νικαίας, τα πρώτα φώτα ζωγραφίζουν αχνά την πόλη, τα τείχη, την λίμνη πίσω απ’ τους ατμούς. Με τον πατέρα που είναι ακόμη νέος περπατούμε ως την αυλή ενός ναού, εκεί με αφήνει και συνεχίζω μόνος. Με τα πρώτα βήματα νιώθω τα πόδια όλο και πιο βαριά, σαν να σηκώνω όγκους λάσπης. Πέφτω στα γόνατα μήπως προχωρήσω πιο γρήγορα μα δεν ξανασηκώνομαι παρά με κόπο μεγάλο. Με βαραίνουν όλα, ενδύματα, σώμα, ύπαρξη, πίσω μου η καστροπολιτεία μοιάζει να αιωρείται, οι άνθρωποι έχουν παγώσει, μόνο δυο πουλιά φτεροκοπούν, τα νερά της Ασκανίας λαμπυρίζουν με φόντο το κενό. Σέρνοντας ένα φορτίο που είναι αδύνατον να δω, φτάνω εξαντλημένος στην πόρτα του ναού και χτυπώ το ρόπτρο. Δεν απαντά κανείς, δεν έρχεται κανείς ν’ ανοίξει. Βλέπω κάτω ένα κλειδί και αναθαρρώ, μα είναι σκουριασμένο, δεν γυρνά. Σπρώχνω την βαριά ξύλινη πόρτα, κι αυτή, τι χαρά, τρίζοντας υποχωρεί. Εισέρχομαι. Η εκκλησία γεμάτη μα το εκκλησίασμα σιωπηλό, μαρμαρωμένο, σαν έξω από τον χρόνο. Ιερείς, πιστοί και νεωκόροι, πεσμένοι στα γόνατα αγνοούν την παρουσία μου και τον ξαφνικό θόρυβο. Πέφτω κι εγώ ξέπνοος. Σε λίγο καπνός νιώθω να μου καίει τα μάτια, φλόγες τυλίγουν τον ναό, οι γονυπετείς γυρίζουν προς εμένα αμίλητοι εκλιπαρώντας. Ξυπνάω με τρόμο.

Ζώντας στην ημεδαπή εξορία, αποτεταγμένος του κόσμου και της βασιλείας, την νύχτα μεταξύ ελπίδων και φόβων, την ημέρα μεταξύ απόγνωσης και αναθάρρυνσης, ανάμεσα σε απαίσια προμαντέματα του μέλλοντος που αναγγέλλουν συμφορές και σε χρησμούς που μέσα στα ερείπια φωτίζουν την σωτηρία, γράφω νύχτες τώρα για τους φοβερούς καιρούς μας ή για τα δεινότερα που θα ’ρθουν; Όταν η ζωή και ο λόγος δεν προσφέρουν καμία εγγύηση στους ανθρώπους, γεννιέται ο πόθος για υποσχέσεις που παρέχουν άγνωστες τίμιες δυνάμεις. Κάτω από το ψυχρό μάρμαρο της δουλείας αδιάκοπη μαρτυρία ταραχής και προσδοκίας. Μήπως όλα είναι ματαιολογίες; Όταν φωνάζανε όσοι βλέπανε τι ερχόταν “Μη καυχιέσαι, Βυζαντίς πόλις, δεν είσαι αιωνία”, δεν άκουγε κανείς. Γιατί θ’ ακούσουν εμένα τον ασήμαντο αν μιλούσα για την φωνή, “δύο έτη εισέτι και τω τρίτω ελευθερωθήσεται πλην πάλιν δουλωθήσεται”;»

***

Σελ. 355-356

«Αναθαρρώ. Μα δεν με αφήνει η λύπη για όσα δεινά επέρχονται, για όσους θα ζήσουν και άδικα θα πεθάνουν πριν έρθει ξανά. Για όσους θα τους θυμίζουν μονάχα οι εκκλησιές, όσες μείνουν, τα κάστρα, τα ερείπια, τα τραγούδια, οι χρονογραφίες, σαν τούτη εδώ ελπίζω. Στην σπηλιά κάτω από το κελί μου, θα την φυλάξω, πλάι στο στέμμα των αυγών και ή μαζί να σωθούν ή μαζί να χαθούνε. Στα μάτια μου βλέπω κιόλας φλόγες. Ερείπια η μονή, σιωπή, φωνές περιηγητών. Ποιος ξέρει; Κάποτε από τον αιώνιο ύπνο μας ίσως κάποιος βρεθεί να ξυπνήσει κι εμάς, να μας δώσει σάρκα και οστά, για να μιλήσουμε με το στόμα του, να στοχαστούμε με τον νου του, να αισθανθούμε με την καρδιά του. Να αναστηθούμε με τις αρετές και τα εγκλήματα, με τις αλήθειες και τις υποκρισίες μας, τους πόθους και τα μίση μας. Συχωρεμένοι και αμνήμονες, άρχοντες και λαός που υπέμενε την μοίρα του μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και να γκρεμίσει όσα λάτρευε εχθές κι ανέβαζε στα ύψη. Από την επευφημία στο ανάθεμα, ένα βήμα. Άξεστοι και σοφοί, γύναια και αγίες, δόξες και ευτέλειες, χέρια βαμμένα στο αίμα και πορφύρες καθαρότατες, άντρα συνωμοσίας και σπήλαια προσευχής. Χρυσοστόλιστες αίθουσες που φρύαξαν με το βογγητό της προδοσίας και την κραυγή του τυφλωμένου, το τσιριχτό του ευνούχου, του άντρα την οργή, του δείλαιου τον φθόνο. Ιστορίες δολερών αιμάτων και άδολων ερώτων, καταφύγιο όσων θα έρχονται περιπλανώμενοι έως εδώ, στο μεταίχμιο άλλων καιρών, μια νέα γέννηση ποθώντας, προσκυνητές λειψάνων που θα ζητούν μάταια να ξυπνήσουν τους νεκρούς, “και πάλιν έξεις, Επτάλοφε, το κράτος” με πίστη ψιθυρίζοντας, εδώ, που αμετακίνητος ερειπιογράφος εγώ, να κρατήσω ζωντανές στο κρύο χώμα, ψυχές καταδικασμένες στο παρελθόν αμετάκλητα, ζήτησα».

***

Σελ. 365-366

«Οστών αποθέσεις λευκαίνουν το πεδίο της Μαγνησίας, τις όχθες του Έρμου, τις πλαγιές του Σιπύλου. Η Νιόβη, απολιθωμένη επί του βράχου μορφή, θρηνεί εσαεί, αδιάφορη προς το διάφορο των νέων κατοίκων, αφού γνωρίζει το απαράλλακτο της φύσεως. Δεν έμειναν παρά οι σκιές της νυκτός με δέος και θάμβος να χαιρετούνε του βασιλέως το φάσμα, ώστε να παίρνουν φωτιά οι λέξεις εκ νέου, να πυροδοτούνται με αίσθημα και να εκρήγνυνται στο άπειρον τις αυγές, ενθυμούμενες τον ελεήμονα που έζησε εξήντα ένα χρόνια, χρόνια αιμορραγίας αλλά και ευφορίας, φρικτού πόνου μα και χαράς, χρόνια επιληψίας και αντιλήψεως που αντιστέκονται στην μυθοπλασία διότι δεν πρόκειται περί μύθου. Στην πραγματικότητα αυτός είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου, ο ην και ο ερχόμενος, ο πραγματικός και συμβολικός, το πρωτογενές παιδί του αυθορμήτου αλλά και του παιδιού εντός μας που το φωνάζουμε και μας φωνάζει κι ονειρεύεται με γρατζουνισμένα γόνατα βασιλείες, μεταμφιεζόμενες σε μυθιστορία, βιβλία απρόσκλητα, χωρίς μέλλον, αποσυνάγωγα της συντεχνίας, με λέξεις που έχουν χωριστεί από ψεύτικα είδωλα που παριστάνουν τους βασιλείς και κακές συνειδήσεις που παριστάνουν τους ιερείς.

Στο χειρόγραφο αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει ό,τι είδε, ελευθερώνεται και φεύγει. Μαζί του πάει και η ψυχή μου, εκεί που αυτός κοιμάται, στο μοναστήρι των Σωσάνδρων, την σιωπηλή διαφάνεια ζητώντας, την γαληνεμένη ράχη του Σιπύλου κι ένα ωάτον στέμμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν βρίσκουμε πια στην ζωή κανένα νόημα, με το στέμμα αυτό θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε ποιο ήταν το μυστικό ενός ανθρώπου που έζησε εκεί πριν από μας, μιλώντας με την ρίζα και το σύννεφο πριν τελειωθεί εν ειρήνη. Τώρα χωρίς όνομα, θα παραδώσω κι εγώ με τον τρόπο που μου δόθηκε αυτές τις λέξεις εκεί όπου ανήκουν, πριν πλάι στις πέτρες και στα κυπαρίσσια, κάτω από την βροχή, κοιμηθώ κι εγώ σαν έρθει η ώρα, βέβαιος πως ο ήλιος θα απλώσει πάλι στα ερείπια τα δαμασκηνά του υφάσματα».

~.~

 

 

 

Ο γοητευτικός άνεμος της ιστορίας

Σταμάτης Πολενάκης, Η πάλη με τον άγγελο, μυθιστόρημα, ενύπνιο, 2020.

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το πρώτο μυθιστόρημα του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Σταμάτη Πολενάκη συνεχίζει τις αναζητήσεις της ποιητικής του παραγωγής τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνική. Έλξη μόνιμη στη δημιουργία του ασκούν η Ιστορία και οι μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και η ποίησή του αντλεί από ένα ευρύ ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, από το οποίο απομονώνει και σκηνοθετεί επεισόδια, τόπους και πρόσωπα, συνήθως βυθισμένα σε μια μυθική αχλύ, στα αμφίβολα πλάνα μιας ημιτελούς και σημαίνουσας χειρονομίας. Ιστορικές προσωπικότητες, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, “καταραμένοι” συγγραφείς, επινοημένα ανώνυμα θύματα της ιστορικής συγκυρίας συνθέτουν την πινακοθήκη ενός μαρτυρολόγιου και το εικονοστάσι μιας ομολογίας πίστεως του ποιητή. Μέσα από τα πρόσωπα μιλά για τα διαχρονικά θυσιαστήρια της Ιστορίας, τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ουτοπίες, τη λειτουργία της ποίησης. Όλα σε μια μεθόριο, σε στιγμές μετέωρες, στιγμές μετάβασης πριν συναντηθούν με το πεπρωμένο για να ηττηθούν από αυτό ή για να αφήσουν με την παρουσία τους το λεπτό άρωμα της ομορφιάς που αναζήτησαν. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα ΙΙΙ

The_Search_Party.jpg

Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γιατί ενώ μιλάμε, ενίοτε και ερίζουμε, για το ποιος στάθηκε ο μεγαλύτερος Νεοέλληνας ποιητής, το ανάλογο ερώτημα, ποιος είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος μας (ή, απρόσωπα, ποιο είναι το κορυφαίο νεοελληνικό μυθιστόρημα), δεν το θέτουμε ή το διατυπώνουμε μόνο σπανίως;

Η παράλειψη αυτή έχει σημασία, και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί. Αν πάρουμε τις κορυφές της ελληνικής μυθιστοριογραφίας, το ορεινό ανάγλυφο που σχηματίζουν, θα δούμε ότι πολλές απ’ αυτές είναι μεμονωμένα, αυτοτελή υψώματα, χωρίς διάσελο, πέρασμα εμφανές αναμεταξύ τους. Είτε πρόκειται για έργα άπαξ, που δεν βρήκαν ταίρι ομοειδές, άξιο λόγου τουλάχιστον, στο υπόλοιπο έργο του δημιουργού τους, είτε πρόκειται για συγγραφείς που στέκουν στα γράμματά μας αποκομμένοι, χωρίς στενούς συγγενείς, προδρόμους ή επιγόνους, η συνολική εικόνα που αποκομίζει κανείς είναι της τυχαίας διασποράς, όχι της οργανικής συνοχής και συνέχειας.

Στην πρώτη κατηγορία, τα έργα άπαξ, συναριθμούνται όλα σχεδόν τα αξιόλογα μυθιστορήματά μας του 19ου αιώνα: ο Θάνος Βλέκας του Καλλιγά, ο Λουκής Λάρας του Βικέλα, η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι του Δημόπουλου. Αλλά και κάμποσα από τα  σημαδιακά έργα του 20ού αιώνα, όπως το Διπλό βιβλίο του Χατζή, το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, η Βάρδια  του Καββαδία, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Όλα τους, μπορούν να θεωρηθούν έργα-νησίδες, κάποτε και πάρεργα, εξαίρεση μυθιστορηματική μέσα σ’ ένα έργο που κατά τ’ άλλα είναι αφιερωμένο σε είδη αλλότρια – την κριτική, τη διηγηματογραφία, την ποίηση.

Στη δεύτερη κατηγορία, έχουμε βέβαια μυθιστοριογράφους με περισσότερα του ενός αξιόλογα μυθιστορήματα στο ενεργητικό τους, που όμως λόγω της εντελώς ιδιαίτερης γραφής ή κοσμοθεώρησής τους, η θέση τους στην λογοτεχνία μας είναι έκκεντρη και προσωποπαγής. Ο Καζαντζάκης, ο Καραγάτσης, ο Πεντζίκης, ο Σκαρίμπας είναι τα πιο προφανή παραδείγματα – το προσωπικό τους ταμπεραμέντο εξέχει τόσο πολύ από τον αφηγηματικό κόσμο που πλάθουν, ώστε συχνά, όπως συμβαίνει στους ποιητές, μας εντυπώνεται βαθύτερα από εκείνον. Η έκτυπη υποκειμενικότητα του συγγραφικού Εγώ επισκιάζει εδώ την αναμενόμενη αντικειμενικότητα του είδους.

Αλλά και συγγραφείς όπως ο Τσίρκας, ο Α. Κοτζιάς, ο Βαλτινός, ώς έναν βαθμό, είναι παραδείγματα παραπλήσια. Μολονότι οι μορφικοί τους πειραματισμοί έχουν πηγή κοινή, μολονότι και οι τρεις αναμετρώνται με τα πάθη της ιστορίας, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι ιδρύουν ή συνεχίζουν μια γενεαλογική γραμμή, ότι στο συνεχές της νεοελληνικής μυθιστοριογραφίας αντιπροσωπεύουν κάτι παραπάνω από τον εαυτό τους. Αν ο Καζαντζάκης βρήκε στο πρόσωπο του Πρεβελάκη έναν επιφανή συγγενή, μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για εκείνους;

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε το αναντίρρητο γεγονός ότι το μυθιστόρημα εδώ σε μας σπανίως στάθηκε στην πρώτη γραμμή των συγγραφικών αναζητήσεων. Οι τρεις σημαντικότεροι πεζογράφοι μας του 19ου αιώνα, ο Μακρυγιάννης, ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, δεν γράφουν, ή δεν γράφουν σπουδαίο, μυθιστόρημα – όριό τους είναι η ολιγοπρόσωπη νουβέλα ή το αυτοβιογραφικό χρονικό. Η Γενιά του 1880 που αλλάζει την πορεία των γραμμάτων μας είναι γενιά ποιητών. Η Γενιά του 1930 περιλαμβάνει και σημαντικούς μυθιστοριογράφους. Παρ’ όλα αυτά,  το μείζον έργο του κορυφαίου για κάποιους πεζογράφου της, το Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη, δεν είναι μυθιστόρημα. Μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της μεταπολιτευτικής μας πεζογραφίας, από τα βιβλία του Ιωάννου και του Χειμωνά ώς το Πεθαίνω σα χώρα του Δημητριάδη και το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Μίσσιου, δεν είναι έργα μυθιστορηματικά, κι ας αυτοχαρακτηρίζονται ενίοτε έτσι. Και σήμερα, στη συγκυρία της κρίσης, τα πεζογραφήματα που μοιάζει να τραβούν την προσοχή του κοινού, είναι όλο και συχνότερα διηγήματα.

Ιδωμένη έτσι, η ελληνική μυθιστοριογραφία δεν απαρτίζει μια ενιαία αλυσίδα. Περισσότερο μοιάζει μ’ έναν σωρό από κρίκους, λαμπρούς κάποτε, αλλά σκόρπιους και ασύνδετους. Από κορυφές που, όσο σημαντικές και αν είναι καθ’ εαυτές, δεν συνιστούν οροσειρά, δεν συγκροτούν μεταξύ τους παράδοση. Διότι παράδοση δεν είναι απλώς το άθροισμα κάποιων σκόρπιων επιτευγμάτων. Αλλά μια ενότητα βαθύτερη και πολυπλοκότερη, μια παρακαταθήκη κοινών μορφικών και θεματικών αναζητήσεων, από την οποία οι μεμονωμένοι συγγραφείς διαρκώς αντλούν και την οποία διαρκώς πλουτίζουν.

Τέτοια ενότητα, τέτοια παρακαταθήκη εδώ σε μας έχει να επιδείξει η ποίηση. Έχοντας κορμό την κραταιά πατρογονική γραμμή που από τον Σολωμό και τους Επτανησίους οδηγεί στον Παλαμά και τους μεταπαλαμικούς, και απ’ αυτόν στον Σεφέρη και τον ελληνικό μοντερνισμό, η ελληνική ποίηση, μ’ όλες τις τροπές της μέσα στον χρόνο, χαρακτηρίζεται από θαυμαστή εκφραστική και θεματική συνοχή και συνέχεια. Και είναι χάρη σ’ αυτές, που κατορθώνει να εντάξει ομαλά στους κόλπους της ακόμη και φυσιογνωμίες και τεχνοτροπίες έκκεντρες όπως του Κάλβου ή του Καβάφη: και οι εξαιρέσεις προϋποθέτουν έναν Κανόνα.

Η ελληνική μυθιστοριογραφία, αντίθετα, τέτοιον κανόνα δεν διαθέτει. Αν η ποίησή μας είναι ένα δέντρο, η μυθιστοριογραφία μας είναι ένας θαμνότοπος. Με πάμπολλα φυτά, παραφυάδες και παραβλαστήματα, αλλά χωρίς κορμό, χωρίς ειρμό, χωρίς κατεύθυνση. Ένα σύνολο δηλαδή τυχαίο και, αναπόδραστα, έλασσον. Γιατί τι σημασία έχει εδώ ποιος θάμνος ξεχωρίζει; Δεν ξέρω πώς θα ήταν τα πράγματα αν οι παλιότερες προσπάθειες να δημιουργήσουμε μια παράδοση, η γενναία απόπειρα του Ξενόπουλου λ.χ. να θεμελιώσει το αστικό μυθιστόρημα, είχαν ευοδωθεί. Ξέρω όμως πόσο μας στοιχίζει η αποτυχία τους.

Ώστε αν αντικαταστήσουμε τον όρο «μυθιστόρημα» με τον ορθότερο «μυθιστορηματική παράδοση», το ερώτημα «Υπάρχει μυθιστόρημα στην Ελλάδα;» αποδεικνύεται και νόμιμο και εύλογο. Όσο και η νηφάλια παραδοχή ότι τέτοια παράδοση, φευ, δεν διαθέτουμε. Αυτή την απουσία είχαν κατά νου όσοι κατά καιρούς ανακίνησαν το ζήτημα και, με ουσιώδη επιχειρήματα, επεχείρησαν να την ερμηνεύσουν – από τον Βάσο Βαρίκα, τον Ρένο Αποστολίδη και τον Κωστή Παπαγιώργη παλιότερα, ώς τον Γιώργο Πινακούλα και την Αγγέλα Καστρινάκη στις μέρες μας. Και αδικούμε την προσπάθειά τους όταν τα συμπεράσματά τους τα χρεώνουμε στον απορριπτισμό ή όταν νομίζουμε ότι τα αναιρούμε προσκομίζοντας στατιστικού τύπου τεκμήρια.

Το κρίσιμο ερώτημα προφανώς εδώ είναι άλλο. Αυτή την παράδοση που στερούμαστε, υπάρχει ενδεχόμενο σοβαρό να την αποκτήσουμε στο ορατό μέλλον; Μπορούμε να προσβλέπουμε στο μέλλον της ελληνικής μυθιστοριογραφίας ως όλου με εμπιστοσύνη; Και εδώ η πρόβλεψή μου δεν είναι αισιόδοξη. Τα θεμέλια των παραδόσεων τίθενται συνήθως σε εποχές με χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από τη δική μας. Σε περιόδους αδιάπλαστες ακόμη, αλλά ρωμαλέες και δυναμικές, που θέτουν στον εαυτό τους αιτήματα όχι ατομικού αυτοπροσδιορισμού αλλά συλλογικής ταυτότητας. Ο ελληνικός ρομαντικός 19ος αιώνας ήταν μια τέτοια περίοδος.  Η σύντομη άνοιξη του αστικού μοντερνισμού τον Μεσοπόλεμο, επίσης.

Η τωρινή Ελλάδα είναι μια χώρα πολύ διαφορετική από την ομώνυμή της των καιρών εκείνη. Μια χώρα σε πολλαπλή ύφεση, για να μην πω βύθιση (δημογραφική, οικονομική, πολιτική), όπου η σπασμωδική εξατομίκευση και η παρασιτική ευμάρεια των προηγούμενων δεκαετιών από τη μια μεριά έχουν πλήξει καίρια τους υλικούς και ψυχικούς δεσμούς που εξασφάλιζαν έως χθες την συνοχή της, και από την άλλη δεν τους έχουν αντικαταστήσει με κάτι άλλο βιώσιμο. Εποχές και χώρες σαν τη δική μας τρέφονται από τα αποθέματα του παρελθόντος, σπανίως προσθέτουν κάτι δικό τους. Συνήθως εξανεμίζουν και δεν ιδρύουν παραδόσεις.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αν και στην Ελλάδα το βιώνουμε με ιδιαίτερη ένταση. Όμως και αλλού, από τις ΗΠΑ ώς τη Γηραιά ήπειρο, βλέπουμε το σκόρπισμα, τον κατακερματισμό της άλλοτε ενιαίας δημόσιας σφαίρας. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες από τις κεντρομόλες. Αυτό αντανακλάται αναγκαστικά και στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών. Οσοδήποτε σημαντικός κι αν είναι ένας δημιουργός του παρόντος, οι δυνατότητές του να επηρεάσει σε βαθμό πράγματι καθοριστικό την εξέλιξη της τέχνης του ή τη στάση των αποδεκτών της είναι περιορισμένες. Το αίτημα της αισθητικής και παιδευτικής διάπλασης του κοινού, που ήταν κεντρικό στις εθνικές μυθιστορηματικές παραδόσεις από τον καιρό του Μπαλζάκ και του Ντίκενς ώς εκείνον του Τολστόι, ακόμη και του Τόμας Μανν, έχει υποκατασταθεί από τον σεκταρισμό του γούστου. Η αυτοπραγμάτωση, η αυτοέκφραση του γράφοντος, όχι η έκφραση μιας ευρείας συλλογικότητας είναι το κίνητρο σήμερα της λογοτεχνικής δραστηριότητας.

Φυσικά, όπως δεν αμφισβητώ ότι και σήμερα γράφονται μυθιστορήματα αξιόλογα ή και σπουδαία στα ελληνικά, εξίσου λίγο μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να φανούν στην γλώσσα μας τέτοια και προσεχώς. Ωστόσο, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να παραμένει τέτοια, το έλλειμμα μιας μυθιστορηματικής παράδοσης όπως την περιέγραψα, πολύ δύσκολα θα καλυφθεί. Οι άξιοι συγγραφείς μπορούν και οφείλουν βεβαίως να θέσουν το αίτημα, να ευαισθητοποιήσουν το κοινό και να προετοιμάσουν τον δρόμο. Όμως όσο το αίτημά τους αυτό δεν βρίσκει απήχηση ευρύτερη, όσο δεν συνδυάζεται με ανάλογα αιτήματα πολιτικά και κοινωνικά, τα όποια επιτεύγματά τους κινδυνεύουν να μείνουν επιδόσεις μεμονωμένες και ατομικές.

Ας μην είμαστε πάντως αχρείαστα αποθαρρυντικοί. Ας αναλογιστούμε την απομόνωση του Σολωμού τον καιρό του, πόσες δεκαετίες πέρασαν έως ότου η γραμμή που εκείνος χάραξε, να επιβληθεί ως πρόγραμμα ποιητικό. Με αυτή την έννοια, η συζήτησή μας ενδέχεται να γίνεται, ας το ευχηθούμε, πολύ νωρίς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Γιώργος Πινακούλας, Σκόρπιες σκέψεις για το ελληνικό μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα ΙΙ

The_Fools_Following.jpg

Σκόρπιες σκέψεις για το ελληνικό μυθιστόρημα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ένα πρώτο ζήτημα που θέτει η μελέτη του ελληνικού μυθιστορήματος είναι το ερώτημα περί της ίδιας της ύπαρξής του: υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα; Για να το θέσουμε αλλιώς, έχει γραφτεί στη χώρα μας μυθιστόρημα υψηλής ποιότητας, όπως έχει γραφτεί για παράδειγμα στη Γαλλία, στην Αγγλία, στη Ρωσία, στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στη Λατινική Αμερική; Είναι ένα ερώτημα που αφορά την κριτική, την ιστορία και τη θεωρία της λογοτεχνίας.

Πολλοί Νεοέλληνες στοχαστές έδωσαν μια ξεκάθαρα αρνητική απάντηση. Για παράδειγμα, ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει:

Χωρίς ισχυρό μύθο, χωρίς βαθύτερη σύλληψη, μακριά από τους βαθύτερους προβληματισμούς, [οι Έλληνες μυθιστοριογράφοι] περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες –κατάλληλες μάλλον για νουβέλες– τις οποίες, για να φτουρήσουν, τις παραγέμισαν με την ασημαντολογία που πουλιέται φτηνά σε όλες τις γωνιές της πόλης. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος –ανύπαρκτος τελικά– αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος.[1]

Και συνεχίζει, λίγο παρακάτω, αναζητώντας τις αιτίες του φαινομένου:

Φταίει η νεοελληνική πραγματικότητα που δεν αντέχει μύθους και πρόσωπα; Φταίει το νεοελληνικό τάλαντο που διαπρέπει στη στιχουργική, αλλά αδυνατεί να συλλάβει την ολότητα; Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη.[2]

Για τον Παπαγιώργη, απ’ τη νεοελληνική μυθιστοριογραφία απουσιάζει ο μύθος, οι χαρακτήρες και η συνολική θέαση του κόσμου. Δεν μπορούμε να περηφανευτούμε ότι έχουμε κάποιον ντόπιο Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι ή Μπαλζάκ. Με τις παρατηρήσεις του Παπαγιώργη συμφωνούν και άλλοι στοχαστές: για παράδειγμα, ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Δημήτρης Τζιόβας, η Αγγέλα Καστρινάκη.[3] Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αρνητές του ελληνικού μυθιστορήματος μειοψηφούν μεν αριθμητικά, αλλά έχουν πολύ ισχυρά επιχειρήματα.

Αν δώσουμε έναν ευρύ και όχι αυστηρό ορισμό στην έννοια μυθιστόρημα, μπορούμε να βρούμε στην ελληνική λογοτεχνία έργα τα οποία να πληρούν τις γραμματολογικές προϋποθέσεις ώστε να ενταχθούν στο είδος. Αν ορίσουμε ως μυθιστόρημα το εκτενές αφηγηματικό πεζογράφημα, δηλαδή μια ιστορία μεγάλη σε έκταση και γραμμένη σε πεζό λόγο, τότε η λογοτεχνία μας έχει να επιδείξει τέτοια έργα: την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, τα έργα του Καζαντζάκη και του Καραγάτση, την Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ του Τερζάκη, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, την τριλογία του Τσίρκα, τα έργα του Κοτζιά, τα έργα της Ρέας Γαλανάκη και της Μάρως Δούκα, για να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα. Όλα αυτά τα έργα έχουν τα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος και αναμφίβολα μεγάλη λογοτεχνική αξία.

Αυτό όμως που σαφώς δεν αναπτύχθηκε στην Ελλάδα είναι η κουλτούρα του μυθιστορήματος, δηλαδή ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό φαινόμενο με κοινωνική σημασία. Η ανάπτυξη αυτής της κουλτούρας επιτρέπει την άνθιση του μυθιστορήματος και την επιζητεί. Αυτή η ιδιαίτερη κουλτούρα συνδέεται με την εμφάνιση της τυπογραφίας, με τη διάδοση του εγγράμματου πολιτισμού αλλά και με γενικότερες πνευματικές εξελίξεις των Νέων Χρόνων. Ως βασικό στοιχείο της θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε αυτό που έχει ορίσει καίρια ο Μίλαν Κούντερα ως «αναστολή της ηθικής αποτίμησης».

Ο άνθρωπος του έπους, και ο άνθρωπος της ποίησης γενικότερα, αισθάνεται την ενστικτώδη παρόρμηση να εκφέρει ηθική κρίση για τα γεγονότα που παρατηρεί και για τα γεγονότα στα οποία μετέχει. Προσλαμβάνει, θα μπορούσαμε να πούμε, την πραγματικότητα ηθικά· τη διυλίζει μέσα από έναν αξιακό κώδικα. Έτσι, ο επικός αφηγητής είναι, μοιραία, μονοφωνικός. Οι συνειδήσεις των ηρώων απορροφώνται από τη συνείδηση του αφηγητή. Ο κόσμος φαίνεται ξεκάθαρος και ιεραρχημένος.

Αντίθετα, ο άνθρωπος του μυθιστορήματος κατορθώνει να αναστείλει την ηθική αποτίμηση για όσα συμβαίνουν γύρω του και εξετάζει προσεκτικότερα και νηφαλιότερα τα πράγματα. Παρατηρεί και αφηγείται από θέση ηθικά ουδέτερη. Δεν προσλαμβάνει την πραγματικότητα ηθικά, αλλά ρεαλιστικά, αποτυπώνοντας έτσι την τεράστια ποικιλία της. Το μυθιστόρημα, σε αντίθεση με το έπος, είναι είδος πολυφωνικό. Η συνείδηση των μυθιστορηματικών ηρώων δεν υποτάσσεται στη συνείδηση του αφηγητή. Κάθε ήρωας έχει τη δική του, ξεχωριστή και ελεύθερη, ψυχική ζωή, που ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο του αφηγητή.

Έτσι, οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι κάθε τύπου, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος και ηθικής συγκρότησης. Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει καμία υποχρέωση να διαλέγει για ήρωές του πρότυπα αρετής, ανθρώπους ένδοξους και ισχυρούς κ.λπ. Αντίθετα, μπορεί να αφηγείται τη ζωή των πιο ταπεινών και περιθωριακών, ή και ανθρώπων «ανήθικων» και εγκληματιών. Το μυθιστόρημα αποκτά, με αυτό τον τρόπο, την πρωτοφανή δυνατότητα να συμπεριλαμβάνει σε ένα σύνολο τα πιο ετερογενή κοινωνικά φαινόμενα, χωρίς να τα υποτάσσει σε μία ερμηνεία. Οι διαφορετικές ερμηνείες της πραγματικότητας και οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες συνυπάρχουν χωρίς να καταστρέφει η μία την άλλη.

Για να κατορθώσει αυτή τη θαυμαστή σύνθεση, το μυθιστόρημα αξιοποίησε μια σειρά από τεχνικές, και κυρίως το γέλιο, το χιούμορ και την καρναβαλική κουλτούρα. Με τη φοβερή ανατρεπτικότητά της, η καρναβαλική κουλτούρα επέτρεψε να αμφισβητηθεί κάθε ιεραρχία και να υπονομευτεί κάθε αυθεντία. Οι δυο μεγάλοι γενάρχες του μυθιστορήματος στην αυγή των Νέων Χρόνων, ο Ραμπελαί και ο Θερβάντες, έθεσαν ακριβώς τα γελαστικά θεμέλια του μυθιστορήματος. Ο Κούντερα μιλά πολύ όμορφα γι’ αυτή την άρρηκτη σχέση γέλιου και μυθιστορήματος με τα παρακάτω λόγια:

Υπάρχει μια θαυμάσια εβραϊκή παροιμία: Ο άνθρωπος σκέπτεται, ο Θεός γελάει. Εμπνεόμενος από αυτή τη ρήση, χαίρομαι να φαντάζομαι πως ο Φρανσουά Ραμπελαί άκουσε κάποια μέρα το γέλιο του Θεού κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα του πρώτου μεγάλου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Μου αρέσει να σκέπτομαι πως η τέχνη του μυθιστορήματος ήρθε στον κόσμο σαν απόηχος του γέλιου του Θεού.[4]

Το γέλιο είναι υπαρξιακά αναγκαίο για το μυθιστόρημα· χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Όπως γράφει στο ίδιο κείμενο ο Κούντερα:

Η ειρήνη ανάμεσα στον μυθιστοριογράφο και τον αγέλαστο είναι πράγμα ανέφικτο. Επειδή δεν έχουν ποτέ αφουγκραστεί το γέλιο του Θεού, οι αγέλαστοι είναι πεπεισμένοι πως η αλήθεια είναι διαυγής και πως όλοι οι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται το ίδιο πράγμα κι ακόμη πως οι ίδιοι είναι ακριβώς αυτό που νομίζουν ότι είναι. Ωστόσο, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άτομο μόνο αν χάσει τη βεβαιότητα της αλήθειας και την ομόθυμη συγκατάθεση των άλλων.[5]

Αυτός ο γελαστικός θεμέλιος λίθος του μυθιστορήματος είναι γέννημα των Νέων Χρόνων, ώριμος καρπός της αισιόδοξης αντιμεταφυσικής κοσμοθεωρίας που έφερε η Αναγέννηση. Το μυθιστορηματικό γέλιο αρχίζει να ακούγεται τον 16ο αιώνα, ταυτόχρονα δηλαδή με τις κοσμογονικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στη Δύση: ταυτόχρονα με την Αναγέννηση, με τις υπερπόντιες ανακαλύψεις, με τη γένεση των εθνικών κρατών. Το μυθιστόρημα γεννιέται την ίδια εποχή που ανατρέπεται το μεσαιωνικό θεοκρατικό και φεουδαλικό σύστημα, δημιουργούνται οι σύγχρονες πόλεις, διαδίδεται το εμπόριο και η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας.

Στην Ελλάδα όμως υπήρξε ένα ιστορικό φαινόμενο που έχει χαρακτηριστεί ως παράταση του Μεσαίωνα.[6] Για να λάβουν χώρα εδώ αυτές οι αλλαγές, θα χρειαστούμε ακόμη τρεις αιώνες. Έτσι, και αυτή η αισιόδοξη και αντιμεταφυσική κοσμοθεωρία άργησε πολύ να εμφανιστεί και να εμπεδωθεί. Η πνευματική μας ζωή παρέμεινε, σε μεγάλο βαθμό, σοβαροφανής και αντιγελαστική. Έχει ενδιαφέρον –και αξίζει ίσως να ασχοληθεί κανείς επισταμένα με αυτήν– η αντιγελαστική παράδοση στην καθ’ ημάς Ανατολή. Για παράδειγμα, στο Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον του Νικοδήμου Αγιορείτη, ενός συγγραφέα πολύ δημοφιλούς στην εποχή του, και επιδραστικού μέχρι σήμερα, υπάρχει μια λόγια και τεκμηριωμένη αντίκρουση της αριστοτελικής και ραμπελαισιανής ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι ον γελαστικόν.[7]

Σε αυτή την αντιγελαστική στάση των Ελλήνων λογίων, που κληρονομήθηκε, όπως φαίνεται, στη λογοτεχνία μας και την καθόρισε σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα, οφείλεται, κατά την άποψή μας, η καχεξία της κουλτούρας του μυθιστορήματος. Οι Έλληνες μυθιστοριογράφοι δίνουν την εντύπωση ότι αδυνατούν να δουν τον κόσμο από την αστεία και γελοία πλευρά του. Δεν μπορούν να μειδιάσουν με την αμφισημία της πραγματικότητας, δεν μπορούν να γελάσουν με τη βαβυλωνιακή ποικιλία των διαφορετικών αντιλήψεων και κοσμοθεωριών, δεν μπορούν να ξεκαρδιστούν με το γκροτέσκο χάος του κόσμου. Τα ελληνικά μυθιστορήματα μοιάζουν να είναι αγέλαστα. Ένα αγέλαστο μυθιστόρημα όμως, όπως έδειξε ο Κούντερα, είναι μια contradictio in terminis, ένα ακραίο οξύμωρο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Κωστής Παπαγιώργης, «Τα τούβλα», εφ. Απογευματινή, 17.9.1995· τώρα στο Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, Καστανιώτης, Αθήνα 2014, σελ. 116-117.

[2] Ό.π.

[3] Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 1991, σελ. 38-40· Δημήτρης Τζιόβας, «Το μυθιστόρημα στα Επτάνησα», Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 104-107· Αγγέλα Καστρινάκη, «Bildungsroman και φιλοδοξίες», εφ. Το Βήμα, 3.10.2016.

[4] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, μτφρ. Φίλιππος Δρακονταειδής, Εστία, Αθήνα 1988, σελ. 168.

[5] Ό.π., σελ. 169.

[6] Βλ. πρόχειρα Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, τχ. Α΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 11-16.

[7] Νικόδημος Αγιορείτης, Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, περί Φυλακής των πέντε Αισθήσεων, της τε Φαντασίας, και της του Νοός, και Καρδίας, χ.τ. 1801, σελ. 93κ.ε.